ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, A.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 157/2020
Μεταξύ:
Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ
ενάγουσας
και
1. Εύας Παναγίωτη Μουλαζίμη
2. Άννας Δημήτρη Μουλαζίμη
3. Παναγίωτη Ανδρέα Μουλαζίμη
4. Δημήτρη Ανδρέα Μουλαζίμη
5. Alviona Properties Ltd
εναγομένων
Ημερομηνία: 12 Μαΐου 2026
Εμφανίσεις
Για ενάγουσα : κ.κ. M. Μουαΐμης με Χ. Μουαΐμη
Για εναγομένους: κα Παπαχριστοδούλου με κα Μυλωνά για Α. Μαθηκολώνης & Σία ΔΕΠΕ
ΑΠΟΦΑΣΗ
Εισαγωγή
Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, είναι η αξίωση της ενάγουσας εναντίον των εναγόμενων στη βάση κατ’ ισχυρισμόν χρέους που προέκυψε από παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων. Οι εναγόμενες 1 και 2 ενάγονται ως πρωτοφειλέτιδες, ενώ οι εναγόμενοι 3 και ως εγγυητές. H εναγόμενη 5 ενάγεται ως ενυπόθηκος οφειλέτης.
Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί
Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (1991) 1 AΑΔ 24. Το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Σχετική είναι η απόφαση Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη (2003) 1 ΑΑΔ 670. Παράλληλα, ως θέμα αρχής, είναι επιτρεπτή η δικογράφηση και προώθηση διαζευκτικών νομικών ισχυρισμών, αλλά όχι η προώθηση διαζευκτικών γεγονότων. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Marfin Popular Bank Public Co. Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ (2012) 1 ΑΑΔ 41.
Η ενάγουσα στην έκθεση απαίτησής της, δικογράφησε τους ισχυρισμούς της ως προς την σειρά συγχωνεύσεων και μετονομασιών που την νομιμοποίησαν για έγερση της παρούσας αγωγής. Επίσης ισχυρίστηκε ότι περί τις 16.08.13, παραχώρησε δάνειο προς τις εναγόμενες 1 και 2 δικογραφόντας και τους σχετικούς όρους αυτού. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι οι εναγόμενοι 3 και 4 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις των εναγομένων 1 και 2. Επιπλέον ισχυρίστηκε ότι η εναγόμενη 5, προσέφερε και υποθήκη ως περαιτέρω εξασφάλιση των δανειακών της υποχρεώσεων. Δικογράφησε περαιτέρω, τους ισχυρισμούς της ως προς την αποστολή προειδοποιητικών επιστολών και επιστολή τερματισμού προς τους εναγόμενους.
Οι εναγόμενοι στην υπεράσπισή τους, αρνήθηκαν τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, ως προς την νομιμοποίησή της. Περαιτέρω αρνήθηκαν την υπογραφή της επίδικης σύμβασης δανείου. Άνευ βλάβης του πιο πάνω ισχυρισμού, ισχυρίστηκαν ότι η σύμβαση δανείου περιελάβανε καταχρηστικούς και παράνομους όρους. Επιπλέον, αρνήθηκαν την σύναψη της συμφωνίας εγγύησης και άνευ βλάβης της πιο πάνω θέσης, ισχυρίστηκαν ότι η συμφωνία εγγύησης ήταν άκυρη. Επιπρόσθετα, αρνήθηκαν ότι παρέλαβαν τις επιστολές 01.09.14 και 10.12.19. Η δε εναγόμενη 5 αρνήθηκε τους ισχυρισμούς περί της συνομολόγησης στη σύμβασης υποθήκης. Άνευ βλάβης του πιο πάνω ισχυρισμού προέβαλε σειρά ισχυρισμών περί παρανομίας της επίδικης σύμβασης υποθήκευσης.
Κατά την ακρόαση, η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγόμενων, δήλωσε ότι η υπογραφή των συμβάσεων, δεν αμφισβητείται και δεν αποτελεί πλέον επίδικο ζήτημα.
Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ με σύνοψη της ενώπιον μου μαρτυρίας έχοντας υπόψη την αρχή ότι δεν είναι απαραίτητο να γίνεται ειδική αναφορά σε κάθε σημείο που αναφέρεται στη μαρτυρία. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Al Watani κ.ά v. Παπαδόπουλου (2000) 1(Γ) ΑΑΔ 1924, G&K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδόπουλου κ.ά (2001) 1(Α) ΑΑΔ 88, και Paphos Stone C Estates v. Ζαβρού κ.ά (1998) 1(Γ) ΑΑΔ 1854.
Μαρτυρία
Προς απόδειξη της υπόθεσης για την ενάγουσα έδωσε μαρτυρία η Στέλλα Μαρία Σεργίου, ως ΜΕ1, ενώ οι εναγόμενοι ουδεμία μαρτυρία προσέφεραν.
Η ΜΕ1 κατά την κυρίως εξέτασή της, υιοθέτησε γραπτή δήλωση - κατάθεση, η οποία σημειώθηκε ως έγγραφο Α. Κατέθεσε ως τεκμήρια 1 – 3, σειρά εγγράφων αποτελούμενη από πιστοποιητικά εγγραφής, γνωστοποίηση αλλαγής ονόματος και δημοσιεύσεις στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας. Περαιτέρω κατέθεσε ως τεκμήριο 4, αίτηση για χορήγηση δανείου και ως τεκμήριο 5, τη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 16.08.13. Ως τεκμήριο 6, κατέθεσε απόδειξη έκδοσης δανείου. Ως τεκμήριο 7, κατέθεσε την επίδικη σύμβαση εγγύησης και ως τεκμήριο 8 κατέθεσε τις δηλώσεις προτιθέμενου εγγυητή. Περαιτέρω, κατέθεσε ως τεκμήριο 9 αντίγραφα επιστολών ημερομηνίας 3.12.19 ενώ ως τεκμήριο 10, κατέθεσε αντίγραφα επιστολής τερματισμού ημερομηνίας 17.12.19. Τέλος, κατέθεσε ως τεκμήριο 11, αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, συνοδευόμενη από πιστοποιητικό δυνάμει του Άρθρου 35 περί Αποδείξεως Νόμου και ως τεκμήριο 12, αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, συνοδευόμενη από πιστοποιητικό δυνάμει του Άρθουρ 35 του περί Αποδείξεως Νόμου. Διευκρίνισε, ότι η επίδικη υποθήκη έχει εκποιηθεί και το προϊόν της έχει πιστωθεί στον λογαριασμό των εναγόμενων. Περαιτέρω, κατά την κυρίως εξέτασή της, αναφέρθηκε στο περιεχόμενο των επίδικων συμφωνιών και στην ετοιμασία των επίδικων καταστάσεων λογαριασμών.
Κατά την αντεξέτασή της, δέχτηκε ότι η ίδια δεν ήταν υπάλληλος της ΣΠΕ Παραλιμνίου και ότι δεν είχε προσωπική εμπλοκή κατά τον χρόνο σύναψης των επίδικων συμφωνιών. Δήλωσε πως όσα έγγραφα είχε στην κατοχή της και όσα κατάφερε να εντοπίσει στα αρχεία της ενάγουσας, τα παρουσίασε στο Δικαστήριο. Σε σχέση με τις επιστολές τερματισμού, η ίδια δέχτηκε ότι δεν εργαζόταν το 2019 στην εταιρία που διαχειριζόταν το επίδικο χρέος. Σε σχέση με την αποστολή τους, ανέφερε ότι αυτές στάλθηκαν με σύνηθες ταχυδρομείο, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης δανείου. Περαιτέρω αναφέρθηκε στο ηλεκτρονικό βιβλίο και στη διεργασία ετοιμασίας των καταστάσεων λογαριασμού. Ήταν η θέση της, ότι από το 2012 μέχρι το 2023, δεν φαίνεται κάποια έλλειψη στον λογαριασμό και ως εκ τούτου, τα δεδομένα μεταφέρθηκαν σωστά.
Εισηγήσεις των διαδίκων
Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω εμπεριστατωμένων αγορεύσεων υποστήριξαν ο κάθε ένας τη θέση του.
Ο κ. Μουαΐμης εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα απέδειξε όλα τα αναγκαία στοιχεία για την επιτυχία της αξίωσής. Στον αντίποδα, η κα Παπαχριστοδούλου εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την απαίτησή της.
Τέλος ως προς την εναγόμενη 5, διευκρινίστηκε ότι αξιώνονται μόνο έξοδα ένεκα του ότι το ενυπόθηκο ακίνητο εκποιήθηκε και το προϊόν της εκποίησης πιστώθηκε στον λογαριασμό των εναγόμενων 1 και 2.
Αναφορά στα επιμέρους επιχειρήματα θα γίνει κατωτέρω όπου κριθεί αναγκαίο για την απόφαση.
Αξιολόγηση μαρτυρίας
Κατ’ αρχάς τονίζεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd (2009) 1 A.A.Δ. 974 και Mirza Feiz Hasan v. Μιχάλη Ανδρέου, (2015) 1 ΑΑΔ 2624.
Στη βάση των πιο πάνω, έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797.
Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας της μάρτυρος με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σχετική είναι η απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45. Διευκρινίζω, όμως, ότι η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Mohamed Shahin Haisan Fawzy ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 266.
Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολιτική Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:A202, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας.
Περαιτέρω, αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετικές, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης, είναι η αποφάσεις Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527, Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B454, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας.
Διευκρινίζω, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλώς μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 640 και Στέγη Ευγηρίας «Αρχάγγελος Μιχαήλ» Καϊμακλίου ν. Αργυρίδου Πολιτική Έφεση 32/14, ημερομηνίας 29.9.2021, ECLI:CY:AD:2021:A430.
Με γνώμονα τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές προχωρώ με την αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας.
Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1.
Η ΜΕ1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο δικαστήριο και η μαρτυρία της κατά το μεγαλύτερο μέρος της χαρακτηρίζεται από ευθύτητα, καθαρότητα, συνοχή και πειστικότητα. Επίσης, η μαρτυρία της σε βασικά σημεία δεν έχει αμφισβητηθεί.
Ειδικότερα, η μαρτυρία της ως προς τη σειρά συγχωνεύσεων και μετονομασιών που οδηγήσαν στη νομιμοποίηση της ενάγουσας δεν έχει αμφισβητηθεί. Επίσης, η θέση της ότι εκταμιεύθηκε το ποσό που αφορούσε η επίδικη σύμβαση δανείου, πέραν από σαφής και σταθερή δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση. Περαιτέρω, η αναφορά της μάρτυρoς ως αποτυπώνεται στα πιστοποιητικά που συνοδεύουν τα τεκμήρια 11 και 12, ότι ως υπάλληλος της Do value Cyprus Ltd έχει πρόσβαση στο μηχανογραφικό αρχείο της ενάγουσας, δεν έχει αμφισβητηθεί. Επομένως οι πιο πάνω θέσεις της γίνονται αποδεκτές.
Επιπλέον, οι βασικές της θέσεις ως προς το ύψος του χρέους ήταν σαφείς και σταθερές. Ειδικότερα, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η μάρτυρας συνέκρινε και έλεγξε τις καταχωρίσεις που εμφαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού με τις καταχωρίσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Αυτό που τέθηκε στη μάρτυρα ήταν το ότι το αρχείο με το οποίο συνέκρινε τις καταχωρίσεις δεν ήταν το τραπεζικό βιβλίο και δεν ήταν το τραπεζικό βιβλίο του νομικού προσώπου που χορήγησε το δάνειο. Επομένως, η μαρτυρία της ως προς τις χρεοπιστώσεις επί της κατάστασης λογαριασμού τεκμήριο 11, επί της ουσίας δεν έχει αμφισβητηθεί.
Παράλληλα, οι θέσεις της ότι οι εκάστοτε χρεοπιστώσεις καταχωρούνταν στον επίδικο λογαριασμό που τηρείτο σε αρχείο ηλεκτρονικού υπολογιστή, παρέμεινε σταθερή και πειστική. Το ίδιο ισχύει και για το ότι οι εκάστοτε καταχωρίσεις γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή της εργασίας της ενάγουσας και ότι τόσο ο ηλεκτρονικός υπολογιστής όσο και το αρχείο που αφορούσε της επίδικη κατάσταση λογαριασμού βρίσκονταν υπό τη φύλαξη και έλεγχο της ενάγουσας. Στο σημείο αυτό δεν πρέπει να λησμονείται ότι το γεγονός ότι η ενάγουσα είναι ο διάδοχος του νομικού προσώπου που εκταμίευσε το δάνειο και ότι η μάρτυρας ως υπάλληλος της εταιρείας που διαχειρίζεται το χρέος έχει πρόσβαση σε όλα τα σχετικά έγγραφα και φακέλους που το αφορούν. Είναι με βάση το πιο πάνω στοιχείο που η ΜΕ1 είχε πρόσβαση στις σχετικές καταστάσεις λογαριασμού. Επομένως, έχοντας υπόψη το πιο πάνω δεδομένο, αλλά και το ότι δεν αμφισβητήθηκε η ύπαρξη αυτή καθαυτή των εκάστοτε χρεοπιστώσεων, η θέση της ΜΕ1 ότι οι εκάστοτε χρεοπιστώσεις γίνονταν κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών της ενάγουσας μπορεί να γίνει δεκτή.
Επιπλέον, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η μάρτυρας συνέκρινε και έλεγξε τις καταχωρίσεις που εμφαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού με τις καταχωρίσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή.
Επομένως η μαρτυρία της ως προς την κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 11, μπορεί να γίνει δεκτή. Ομοίως δεν έχει αμφισβητηθεί η εκδοχή της ως προς τη διεργασία που ακολουθήθηκε για την ετοιμασία της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, τεκμήριο 12.
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, οι θέσεις της ως προς τις επίδικες καταστάσεις λογαριασμού ήταν σαφείς και πειστικές και ως εκ τούτου η μαρτυρία της ως προς τα πιο πάνω γίνεται δεκτή.
Ως προς την αποστολή των επίδικων επιστολών η μαρτυρία της ελέγχεται ως προς την πειστικότητά της και τη συνοχή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Ειδικότερα, στην αντεξέτασή της ισχυρίστηκε ότι τις επίδικες επιστολές τις απέστειλε το τμήμα τερματισμού. Περαιτέρω υποστήριξε ότι υπάρχει σημείωση στα αρχεία της ενάγουσας ότι στάλθηκαν οι εν λόγω επιστολές. Όμως όταν κλήθηκε να παρουσιάσει τη σημείωση ανέφερε ότι η σημείωση είναι στο σύστημα και δεν είναι έγγραφο. Η πιο πάνω σειρά απαντήσεων στερείται λογικής και πειστικότητας. Κατ’ αρχάς το γεγονός και μόνο ότι κάποιος μάρτυρας αναφέρεται σε σημείωση στο αρχείο, αλλά όταν καλείται να την παρουσιάζει ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει τελικά ως έγγραφο, στερείται πειστικότητας. Ένα έγγραφο μπορεί να είναι είτε σε έντυπη είτε σε ηλεκτρονική μορφή. Άλλωστε, η ίδια η μάρτυρας σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της κατέθεσε έγγραφα που προκύπτουν από αρχείο ηλεκτρονικού υπολογιστή. Παρά ταύτα, η μάρτυρας δεν έχει εξηγήσει, εάν όντως αυτή ήταν η θέση της, ποια ήταν η δυσκολία να εκτυπώσει τη συγκεκριμένη σημείωση από το σύστημα. Αντίθετα αρκέστηκε στη βολική για την ίδια απάντηση ότι τελικά η σημείωση, που κατά τα λοιπά υπήρχε στα αρχεία της ενάγουσας, δεν ήταν έγγραφο, αλλά ήταν κάτι που έβλεπε. Η πιο πάνω απάντηση χωρίς οτιδήποτε άλλο που να την επεξηγεί δεν μπορεί παρά να ιδωθεί ως προσπάθεια υπεκφυγής. Σημειώνω δε ότι το στοιχείο της ταχυδρόμησης των επιστολών ήταν ζήτημα αμφισβητούμενο από τα δικόγραφα και η μάρτυρας, αν όντως έβλεπε κάποια σημείωση στα αρχεία, το ελάχιστο που αναμένετο ήταν να την παρουσιάσει και όχι να την χαρακτηρίσει ως κάτι που είναι αντιληπτό μόνο δια της όρασης ισχυριζόμενη ότι δεν είναι έγγραφο, αλλά μια σημείωση που απλώς βλέπει στο σύστημα. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, η κοινή πείρα, λογική και αντίληψη δεν επιτρέπουν την αποδοχή θέσης περί ύπαρξης σημείωσης σε σύστημα που δεν μπορεί να αποτυπωθεί άλλως πως. Επιπλέον, το Δικαστήριο δεν μπορεί να δεχθεί τη θέση ότι η μάρτυρας είδε σε απροσδιόριστο χρόνο κάποια σημείωση που δεν μπορεί να αποτυπωθεί διαφορετικά ή να εκτυπωθεί και να βασιστεί επ’ αυτής για την εξαγωγή ευρήματος περί ύπαρξης σημείωσης ως προς το γεγονός της ταχυδρόμησης.
Τα πιο πάνω δεν είναι τέτοιας φύσης και έκτασης ώστε να μολύνουν το σύνολο της, κατά τα λοιπά, αξιόπιστης μαρτυρίας της. Επιτρέπουν, όμως, στο Δικαστήριο να απορρίψει το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας της.
Συνεπώς, η ΜΕ1 κρίνεται μερικώς αξιόπιστη μάρτυρας και το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία της για την εξαγωγή ευρημάτων εκτός των αναφορών της που άπτονταν της ταχυδρόμησης των επιστολών.
Νομική Πτυχή
Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά. (1991) 1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του.
Στην απόφαση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βασίλη Χαραλάμπους και Άλλων (2010) 1 ΑΑΔ 829, υποδείχθηκε ότι σε υποθέσεις τραπεζικού χρέους τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τρία. Ειδικότερα υποδείχθηκε ότι χρήζουν απόδειξης, (α) η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, μαζί με τους όρους της, (β) η παράβαση όρου της σύμβασης, (γ) ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο.
Το επίπεδο απόδειξης των ισχυρισμών του εκάστοτε ενάγοντα βρίσκεται στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής (2001) 1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).
Παράλληλα, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd (2016) 1 Α.Α.Δ. 2786, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις King's Development Co Ltd v. Πηλέα (2001) 1 ΑΑΔ 733 και Ιακωβίδης ν. P & A Sfinakia Entertainment Ltd κ.ά, Πολιτική Έφεση 226Α /2018, ημερομηνίας 10.1.2025.
Επομένως, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει το κατά πόσο η ενάγουσα απέδειξε τα βασικά γεγονότα που θεμελιώνουν την απαίτησή της, στον απαιτούμενο βαθμό, ώστε να δικαιούται σε απόφαση.
Στην υπό κρίση υπόθεση κατά τη δικάσιμο ημερομηνίας 4.2.2026 δηλώθηκε ρητά από την ευπαίδευτη συνήγορο των εναγόμενων ότι η υπογραφή των επίδικων συμφωνιών δεν αμφισβητείται. Επομένως στη βάση της πιο πάνω δήλωσης έχει αποδειχθεί η σύναψη του δανείου και της επίδικης εγγύησης.
Το πρώτο σημείο που ήγειρε η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγόμενων είναι ότι η ενάγουσα δεν απέδειξε ότι απέκτησε δικαιώματα επί των επίδικων συμβάσεων.
Στο σημείο αυτό υπενθυμίζω τη βασική αρχή ότι η γενική άρνηση δεν εξυπακουεί και τη προβολή θετικών ισχυρισμών. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (ανωτέρω) και στην απόφαση Ευστρατίου ν. Alpha Τράπεζα Λτδ, Πολιτική Έφεση 314/2013, ημερομηνίας 20.4.2021, ECLI:CY:AD:2021:A156.
Στην υπό κρίση υπόθεση το μόνο που ήγειραν οι εναγόμενοι στην υπεράσπισή τους είναι το ότι αγνοούσαν την σειρά συγχωνεύσεων και διαδοχής που οδήγησε στη νομιμοποίηση της ενάγουσας. Η ενάγουσα προσκόμισε τα τεκμήρια 1 και 2 τα οποία περιλαμβάνουν πιστοποιητικά σύστασης και δημοσιεύσεις στην επίσημη εφημερίδα που αφορούν συγχωνεύσεις και μετονομασίες. Επίσης, κατέθεσε ως τεκμήριο 3 γνωστοποίηση δυνάμει του άρθρου 16 του Νόμου 169(Ι) 2015 ως προς τη μεταβίβαση των εργασιών της ΣΕΔΙΠΕΣ προς την ενάγουσα.
Ειδικότερα, μέσα από το τεκμήριο 1 προκύπτει η σύσταση της ΣΠΕ Παραλιμνίου που χορήγησε την πιστωτική διευκόλυνση. Επίσης, προκύπτει η συγχώνευση της ΣΠΕ Παραλίμνιου με άλλες συνεργατικές εταιρείες και η μετονομασία της πλέον σε ΣΠΕ Κοκκινοχωρίων. Περαιτέρω προκύπτει η συγχώνευση και μεταφορά όλων των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού 18 ΣΠΙ, μεταξύ των οποίων και η ΣΠΕ Κοκκινοχωρίων Λτδ, στη Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. Ρητά καταγράφεται ότι με τη συγχώνευση μεταφέρονται όλα τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού των συγχωνευόμενων ΣΠΕ στη Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. Επίσης, ρητά καταγράφεται ότι, όλες οι πράξεις, συμβόλαια και τα έγγραφά τους θα συνεχίζουν να ισχύουν. Με το τεκμήριο 2 πιστοποιείται η μετονομασία της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (ΣΕΔΙΠΕΣ). Τέλος, με το τεκμήριο 3 πιστοποιείται η μεταβίβαση των πιστωτικών διευκολύνσεων στην ενάγουσα.
Τα πιο πάνω τεκμήρια επιμαρτυρούν την αδιάσπαστη σειρά συγχωνεύσεων και μεταβιβάσεων που οδήγησαν εν τέλει στην απόκτηση των πιστωτικών διευκολύνσεων που αφορά η παρούσα αγωγή από την ενάγουσα. Συνεπώς, έχει αποδειχθεί μέσα από την αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΕ1 η σειρά των συγχωνεύσεων και μετονομασιών που οδηγήσαν στη νομιμοποίηση της ενάγουσας να αξιώνει δυνάμει της επίδικής σύμβασης δανείου.
Επομένως, το σχετικό επιχείρημα των εναγομένων απορρίπτεται.
Το επόμενο βασικό σημείο διαφωνίας μεταξύ των διαδίκων ήταν το κατά πόσο η κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 11 θα πρέπει να κριθεί ως αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου.
Η κα Παπαχριστοδούλου, με παραπομπή στη νομοθεσία και στη νομολογία, εισηγήθηκε ότι στην υπό κρίση υπόθεση οι κατατεθειμένες καταστάσεις λογαριασμού δεν μπορούν να κριθούν ως αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου, καθότι το περιεχόμενό τους δεν είχε συγκριθεί με τις αρχικές καταχωρήσεις. Αιχμή του δόρατος της πιο πάνω επιχειρηματολογίας αποτέλεσε η πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση Societe Genarale Cyprus Ltd v. Νίνος Χατζηρούσος ως παραλήπτης και διαχειριστής της περιουσίας Stone Heaven ( village houses) Ltd κ.ά. Αρ. Αγωγής 2425/08, ημερομηνίας 13.5.2014.
Στην υπό κρίση υπόθεση η αποδοχή και η αποδεικτική βαρύτητα των καταστάσεων λογαριασμών συνδέεται τόσο με την απόδειξη τυχόν οφειλόμενου πόσου όσου και με την τυχόν παράλειψη των εναγόμενων 1 και 2 να καταβάλλουν κανονικά τις δόσεις τους.
Ευθύς εξ αρχής, σημειώνω ότι η απόφαση που επικαλέστηκε η πλευρά των εναγόμενων έχει ανατραπεί κατ’ έφεση και δεσμευτική είναι η εφετειακή κρίση στην υπόθεση Societe Generale Bank Cyprus Limited v. Χατζηρούσου και Άλλων, Πολιτική Έφεση 191/14, ημερομηνίας 11.7.22, ECLI:CY:AD:2022:D305.
Με γνώμονα τα πιο πάνω στρέφομαι να εξετάσω το εγειρόμενο ζήτημα.
Στην υπό κρίση υπόθεση, ως έχει κριθεί ανωτέρω, έχει αποδειχθεί μέσα από την αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΕ1 η σειρά των συγχωνεύσεων και μετονομασιών που οδηγήσαν στη νομιμοποίηση της ενάγουσας να αξιώνει δυνάμει της επίδικής σύμβασης δανείου.
Είναι προφανές από την πιο πάνω σειρά συγχωνεύσεων μεταβιβάσεων εργασιών και μετονομασιών μεταβιβάζονταν πάντα στο διάδοχο πρόσωπο όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις. Το δε τραπεζικό βιβλίο αποτελεί έγγραφο που άπτεται του ενεργητικού κάθε ιδρύματος. Περαιτέρω μέσα από το τεκμήριο 11 κατάσταση λογαριασμού δεν προκύπτει να παρουσιάζεται οποιοδήποτε χρονικό κενό ή κενό που δεν έχει εξηγηθεί, ώστε να δίδεται λαβή σε επιχείρημα ότι κάτι δεν έχει μεταφερθεί ορθά.
Τέλος, δεν έχει αμφισβητηθεί η αναφορά της μάρτυρος ότι ως υπάλληλος της εταιρείας που διαχειρίζεται το επίδικο χρέος είχε πρόσβαση στο μηχανογραφικό αρχείο της ενάγουσας και είχε δικαίωμα να εκτυπώνει καταστάσεις λογαριασμού.
Με δεδομένη τη νομότυπη μεταφορά των τραπεζικών εργασιών από τη ΣΠΕ Παραλιμνίου στην ενάγουσα η αόριστη υποβολή ότι η ΜΕ1 δεν είχε γνώση εάν μεταφέρθηκε ορθά το τραπεζικό βιβλίο, δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε σημασία. Αντιθέτως έχοντας υπόψη την ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία ως έχει εκτεθεί ανωτέρω κρίνω ότι αποδεικνύεται στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι το βιβλίο έχει μεταφερθεί ορθά στην ενάγουσα.
Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, από την αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΕ1 προκύπτει ότι κατά τον χρόνο καταχώρισης των εκάστοτε χρεοπιστώσεων το βιβλίο ήταν ένα από τα τραπεζικά βιβλία της ενάγουσα, ότι οι καταχωρήσεις γίνονταν κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της ενάγουσας, ότι αυτό βρισκόταν υπό τη φύλαξη αυτής και ότι η ΜΕ1 συνέκρινε τις καταχωρήσεις επί του τεκμήριου 11 με τις αρχικές καταχωρίσεις στο τραπεζικό βιβλίο και ήταν ορθές.
Τα πιο πάνω δεδομένα επαρκούν, ώστε η κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 11 να κριθεί ως αντίγραφο του Τραπεζικού Βιβλίου σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, αλλά και τη σχετική νομολογία. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Ιωαννίδης κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, (2014) 1 ΑΑΔ 1491.
Σύμφωνα δε με τη πάγια πλέον νομολογία, η κατάθεση λογαριασμού, ο οποίος κρίνεται ως αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου, δυνάμει του άρθρου 22 του περί αποδείξεως νόμου, συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη του περιεχομένου του. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ και Άλλων (2009) 1 ΑΑΔ 479, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Εφόρου Εταιρειών, ως προσωρινού εκκαθαριστή της εταιρείας Deme - Dairy Ltd κ.α, Πολιτική Έφεση Αρ. 246/2013, ημερομηνίας 11.12.2019, ECLI:CY:AD:2019:A523, Αργυρού κ.ά. v. B2Kapital Cyprus Ltd, Πολιτική Έφεση 172/15, ημερομηνίας 11.6.2025 και Τάνη κ.ά ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Πολιτική Έφεση 308/2016, ημερομηνίας 23.10.2025.
Περαιτέρω, ως έχει κριθεί πρόσφατα από το εφετείο, γενικές και αόριστες υποβολές κατά την ακρόαση δεν επαρκούν για την ανατροπή του πιο πάνω μαχητού τεκμηρίου. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Κόκκινου κ.ά ν. Themis Portofolio Management Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση 386/2018, ημερομηνίας 30.10.2025. Σχετική, επίσης, είναι και η απόφαση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Ζαλούμη κ.ά, Πολιτική Έφεση 149/13, ημερομηνίας 14.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:A123.
Επιπλέον, στην απόφαση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργου Οικονόμου, (2014) 1 ΑΑΔ 2287, υποδείχθηκε πως, όταν ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί συγκεκριμένες χρεώσεις του λογαριασμού, δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο. Σχετική, επίσης, είναι και η απόφαση Φρουταρία το Πανέρι Λτδ κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Co Ltd, Πολιτική Έφεση 426/11, ημερομηνίας 29.11.2017.
Ως προς το σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο η ενάγουσα, ως είχε δικαίωμα, περιόρισε την αξίωσή της δια της κατάθεσης αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, ήτοι του τεκμήριου 12 στη διαδικασία. Ως προς το δικαίωμα της ενάγουσας να περιορίσει την αξίωσή της προς όφελος των εναγομένων παραπέμπω στην απόφαση Λοφίτης v. Gordian Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση 304/2018, ημερομηνίας 19.1.2024. Άλλωστε, η κατάθεση αναδομημένων λογαριασμών αποτελεί μια νομολογιακά αναγνωρισμένη, πρακτική των τραπεζών με την οποία υποβοηθείται η προσπάθεια εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1238, Ματολής v. Societe Generale Bank - Cyprus Ltd Πολιτική Έφεση 362/19, ημερομηνίας 10.7.2024 και Τάνη κ.ά ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ( ανωτέρω).
Στην υπό κρίση υπόθεση και η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 12, μπορεί να κριθεί ως αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου, αφού η ΜΕ1 για την ετοιμασία του ακολούθησε την ίδια ακριβώς μεθοδολογία που ακολούθησε αναφορικά με το τεκμήριο 11. Επομένως, ισχύουν mutandis mutandis τα όσα κρίθηκαν για το τεκμήριο 12. Μάλιστα ουδεμία χρέωση του τεκμήριου 9 αμφισβητήθηκε. Συνεπώς με το τεκμήριο 12 έχει απλώς περιοριστεί η αξίωσή της ενάγουσας.
Περαιτέρω από το τεκμήριο 12 έχουν αφαιρεθεί όλες οι χρεώσεις που κατά την ευπαίδευτη συνήγορο των εναγόμενων προκύπτουν από εφαρμογή καταχρηστικών ρητρών. Επομένως, η ενάγουσα δεν βασίζει την αξίωση της στους όρους που οι εναγόμενοι θεωρούν ως καταχρηστικούς. Συνεπώς, ενασχόληση με το ζήτημα του κατά πόσο το τεκμήριο 11 περιελάβανε χρεώσεις που πηγάζουν από καταχρηστικές ρήτρες καθίσταται ακαδημαϊκή και ως εκ τούτου δεν χρειάζεται να εξεταστεί το εν λόγω ζήτημα. Άλλωστε ως έχει τεθεί στην υπόθεση Springfair Ltd κ.ά ν. Sky Cac Ltd, Πολιτική Έφεση 4/2019, ημερομηνίας 11.9.2025, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, η υποχρέωση του δικαστηρίου να αποτιμά αυτεπαγγέλτως τυχόν καταχρηστικότητα συμβατικών όρων, υφίσταται νοούμενου ότι υπάρχουν τα νομικά και πραγματικά στοιχεία ενώπιόν του. Στην υπό κρίση υπόθεση με την κατάθεση αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού η ενάγουσα έχει περιορίσει την αξίωση της με τρόπο ώστε να μην συμπεριλαμβάνει οποιαδήποτε χρέωση που να σχετίζεται με την επιβολή όρων που θα μπορούσε να εξεταστεί η καταχρηστικότητά τους.
Εν πάση περιπτώσει ακόμα και σε περίπτωση που τα τεκμήρια 11 και 12 δεν κρίνονταν ως αντίγραφα του τραπεζικού βιβλίου δεν θα συνεπαγόταν από μόνο του ότι η αξίωση θα έπρεπε να απορριφθεί. Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι η απόδειξη των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του περί αποδείξεως Νόμου δεν αποκλείει τον ενάγοντα από την παρουσίαση άλλης παρόμοιας ή όμοιας αξιόπιστης μαρτυρίας προς απόδειξη απαίτησής του, πέραν ή και εναλλακτικά του άρθρου 22, Κεφ.9. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Αργυρού ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας – Λάρνακας – Επαρχίας Αμμοχώστου Λτδ, Πολιτική Έφεση 325/14, ημερομηνίας 7.4.2023, ECLI:CY:AD:2023:A135, Ρώσσου ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολιτική Έφεση 448/2012, ημερομηνίας 17.12.2018, Κόμπου v. Universal Bank Ltd (2009) 1(Α) ΑΑΔ 194 και πιο πρόσφατα Springfair Ltd κ.ά ν. Sky Cac Ltd (ανωτέρω).
Ως προκύπτει από τις πιο πάνω αυθεντίες, το γεγονός ότι κάποια κατάσταση λογαριασμού δεν πληροί τα κριτήρια να κριθεί ως αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου δεν συνεπάγεται ότι δεν έχει αποδεικτή αξία. Αντίθετα αξιολογείται υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας και ανάλογα με τις περιστάσεις έκαστης υπόθεσης.
Στην υπό κρίση υπόθεση έχουν κατατεθεί καταστάσεις λογαριασμού. Ουδεμία εκ των καταχωρήσεων αμφισβητήθηκε. Ειδικότερα οι εναγόμενοι δεν ισχυριστήκαν ότι οι εμφανιζόμενες χρεοπιστώσεις δεν έλαβαν χώρα. Αμφισβητήθηκε η νομιμότητα κάποιων χρεώσεων όχι όμως αυτή καθ’ αυτή η χρέωση ή η πίστωση. Περαιτέρω, σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΕ1 η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού έγινε στη βάση της αρχικής κατάστασης και όλες οι χρεώσεις έχουν ελεγχθεί και συγκριθεί με τις αρχικές. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι καταστάσεις λογαριασμού τεκμήρια 11 και 12 επαρκούν για να αποδείξουν στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων το αξιούμενο υπόλοιπο.
Οι αναφορές της ΜΕ1 ως τέθηκαν στην κυρίως εξέτασή της και στην αντεξέτασή της σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των τεκμηρίων 11 και 12, επαρκούν για την απόδειξη του εμφανιζόμενου υπολοίπου. Συνεπώς, με το τεκμήριο 12, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί το σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο, ως αυτό έχει οικειοθελώς περιοριστεί από την ενάγουσα.
Το μόνο στοιχείο που απομένει να αποδειχθεί για τυχόν επιτυχία της αξίωσης της ενάγουσας εναντίον των εναγόμενων 1,2,3 και 4 είναι ο τερματισμός της επίδικης σύμβασης δανείου και η σχετική υποβολή απαίτησης προς του εναγομένους 3 και 4. Σχετικά έδωσε μαρτυρία η ΜΕ1. Η μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 9 προειδοποιητικές επιστολές και ως τεκμήριο 10 τις επιστολές τερματισμού. Στην υπό κρίση υπόθεση οι εναγόμενοι αμφισβήτησαν το ότι παρέλαβαν τις επίδικες επιστολές.
Κατ’ αρχάς σημειώνω ότι το γεγονός της ταχυδρόμησης κάποιας επιστολής είναι ουσιώδες στοιχείο που ενεργοποιεί το μαχητό τεκμήριο περί παραλαβής της. Σχετικά παραπέμπω στην αποφάσεις Alpha Bank Cyprus Ltd v. Arena Motor Show Ltd κά (2015) 1 ΑΑΔ 2077, όπου επεξηγήθηκε ότι «για να είναι νόμιμος ο τερματισμός πρέπει η επιστολή τερματισμού να αποσταλεί στους ενδιαφερομένους».
Περαιτέρω, στην εν λόγω απόφαση, λέχθηκαν τα ακόλουθα, ως προς την απόδειξη του γεγονότος της ταχυδρόμησης κάποιας επιστολής:
«στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Reissue, Τόμος 7(1) σελ. 393, παραγρ. 882 αναφέρονται τ' ακόλουθα σχετικά με την απόδειξη ταχυδρόμησης.
«882. Proof of posting. The posting of a letter may be proved by the person who posted it, or by showing facts from which posting may be presumed. Thus, evidence of posting may be given by proving that a letter was delivered to an employee who in the ordinary course of business would have posted it, or that it was put into a box which was cleared every day by the postman. The fact that a letter has been copied into a letter book is evidence against the person keeping the book that the letter was posted.
The postmark on an envelope is prima facie evidence of the time and place of posting, and the date which a letter bears is prima facie evidence of the date on which it was written.»
Περαιτέρω γίνεται παραπομπή σε τρεις (3) υποθέσεις όπου απεφάνθη ότι «It is not sufficient to prove delivery to a clerk who might not post it unless instructed to do so." όπως και αναφορά στις υποθέσεις Toosey v. Williams [1827] Mood & M 129, Rowlands v. De Vecchi [1882] 9 Cab & EI.10, Colin v. Adamson [1874] LR9 Exch 345, όπου αποφασίστηκε ότι σε αμφισβητούμενες υποθέσεις πιθανόν να είναι αναγκαίο να καλείται ο εργοδοτούμενος γι' απόδειξη των συνηθειών του και πόσο αξιόπιστος είναι. »
Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι η ταχυδρόμηση μπορεί να αποδειχθεί από το πρόσωπο που την ταχυδρόμησε ή με την παρουσίαση στοιχείων από τα οποία μπορεί να συναχθεί η ταχυδρόμηση. Έτσι, η απόδειξη της ταχυδρόμησης μπορεί να αποδειχθεί μέσω του γεγονότος ότι η επιστολή παραδόθηκε σε υπάλληλο ο οποίος, κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών του, θα την είχε ταχυδρομήσει, ή ότι τοποθετήθηκε σε γραμματοκιβώτιο το οποίο αδειαζόταν καθημερινά από τον ταχυδρόμο. Δεν αρκεί να αποδειχθεί η παράδοση σε έναν υπάλληλο, ο οποίος ενδέχεται να μην την ταχυδρομήσει, εκτός αν λάβει σχετική εντολή.
Στην υπό κρίση υπόθεση, η ΜΕ1 στην κυρίως εξέτασή της ουδεμία αναφορά έκανε ως προς την ταχυδρόμηση οποιασδήποτε εκ των επιστολών τεκμήρια 9 και 10. Κατά την αντεξέταση της αντεξετάστηκε σχετικά και έδωσε μαρτυρία ως προς την ταχυδρόμηση των επίδικων επιστολών. Όμως η μαρτυρία της επί του εν λόγω ζητήματος κρίθηκε μη αξιόπιστη.
Όμως, ως έχει νομολογηθεί, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Σχετικά παραπέμπω στη απόφαση Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614. Σύμφωνα δε με τη νομολογία μόνο αφού διαπιστωθεί ότι η μαρτυρία που προσκόμισε ο διάδικος ο οποίος φέρει το βάρος απόδειξης, έχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας μπορεί το δικαστήριο να προχωρήσει στα επόμενα στάδια που αφορούν στο βάρος και στο επίπεδο απόδειξης. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Federal Bank of Lebanon (SAL) ν. Νίκου Κ. Σιακόλα, (2011) 1 ΑΑΔ 1422. Περαιτέρω όπως έχει τεθεί στην υπόθεση, Kades v. Nicolaou ( ανωτέρω), εάν η μαρτυρία ενός μάρτυρα απορρίπτεται ως αναξιόπιστη, δεν παραμένει οτιδήποτε για να σταθμιστεί στη συνέχεια. Σχετικές, επίσης, είναι και οι υποθέσεις Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος A.E. v. Χ"Νέστορος (1990) 1 ΑΑΔ 41 και Χριστοφή ν. Γρηγορίου (2015) 1 ΑΑΔ 2154. Στο πιο πάνω πλαίσιο έχει κριθεί πως ούτε η κατάρρευση της εκδοχής της υπεράσπισης θεμελιώνει, χωρίς άλλο, την απαίτηση. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Κωνσταντίνου ν. Φωτίου Πολιτική Έφεση 156/2017, ημερομηνίας 4.6.2025.
Σαφώς δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ως έχει κριθεί στην Κόκκινου κ.ά ν. Themis Portofolio Management Holdings Ltd Πολιτική Έφεση 336/2018, ημερομηνίας 31.3.2025, στην περίπτωση κατ’ ισχυρισμόν τραπεζικού χρέους, η παρουσίαση ενώπιον του δικαστηρίου όλων των δεδομένων υπό μορφή εγγράφων/τεκμηρίων είναι αρκετή για να οδηγήσει στην έκδοση απόφασης προς όφελος του δανειστή χωρίς απαραιτήτως να χρειάζεται να καταδειχθεί για κάθε τι προσωπική γνώση ή ανάμειξη.
Όμως η πιο πάνω αρχή δεν αναιρεί την προσκόμιση επαρκούς μαρτυρίας. Όταν προσαχθεί κατά λοιπά επαρκής μαρτυρία υπό μορφή εγγράφων ή τεκμηρίων τότε η μη προσωπική ανάμειξη του μαρτυρά δεν είναι εμπόδιο στην κρίση περί της απόσεισης του βάρους απόδειξης.
Εφόσον, λοιπόν, η μαρτυρία της ΜΕ1 ως προς το στοιχείο της ταχυδρόμησης κρίθηκε αναξιόπιστη δεν μπορεί αν ρύνει την πλάστιγγά των πιθανοτήτων. Επιπλέον η ύπαρξη αντιγράφων των επιστολών δεν συνεπάγεται άνευ ετέτου ΄τοι ταχυδρομήθηκαν προς του εναγόμενους. Συνεπώς δεν υφίσταται αξιόπιστη μαρτυρία ως προς το στοιχείο της ταχυδρόμησης.
Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι ταχυδρόμησε τις προειδοποιητικές επιστολές τεκμήριο 9 και την επιστολή τερματισμού τεκμήριο 10.
Επομένως, στην απουσία μαρτυρίας για την ταχυδρόμηση της επιστολής δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί το τεκμήριο περί παραλαβής της. Θα ήταν νομικά και λογικά άτοπο να αποδεικνύεται η παραλαβή κάποιας επιστολής, χωρίς να αποδεικνύεται το προηγούμενο γεγονός της αποστολής της. Συνεπώς, κρίνω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την ενεργοποίηση του μαχητού τεκμηρίου της παράδοσης των σχετικών επιστολών στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνονταν. Ως προς το σχετικό μαχητό τεκμήριο παραπέμπω στις αποφάσεις, Theodorou ν. The Abbot of Kykko Monastery (1965) 1 CLR 9, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Χαριλάου κ.ά (ανωτέρω) και Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Limited (ανωτέρω).
Τα ίδια ισχύουν κατ’ αναλογία και για τις επιστολές τεκμήρια 10 και 11.
Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει αποδειχθεί η ταχυδρόμηση των σχετικών επιστολών. Το επόμενο ερώτημα που αναδύεται είναι το κατά πόσο έχει τερματιστεί η επίδικη σύμβαση δανείου και έχει γίνει απαίτηση από τον εγγυητή.
Ως προς το ζήτημα του τερματισμού της δανειακής σύμβασης θεμελιακή είναι η απόφαση Lombard Natwest Ltd ν. Παναγιώτη Λαζαρίδη (1999) 1 ΑΑΔ 1465. Στην εν λόγω υπόθεση έγινε διάκριση μεταξύ της απαίτησης που προκύπτει από σύμβαση δανείου και της απαίτησης που προκύπτει από τρεχούμενο λογαριασμό. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι:
«Στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων ο τερματισμός του λογαριασμού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Επομένως ο τερματισμός του και ο καθορισμός του ποσού αποτελούν πράξη προσδιοριστική του ποσού το οποίο καθίσταται απαιτητό.»
Επομένως προκύπτει ότι στην περίπτωση του δανείου ο τερματισμός δεν αποτελεί πράξη προσδιοριστική του ποσού και η αξίωση του μπορεί να αναζητηθεί δικαστικά χωρίς προηγούμενο τερματισμό.
Περαιτέρω ως έχει επαναληφθεί πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Triple Choise Lighting – Electrical – Tool Ltd v. Gordian Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση 412/17, ημερομηνίας 8.4.2026, η Κυπριακή νομολογία υποστηρίζει το δικαίωμα της Τράπεζας να τερματίσει χωρίς προειδοποίηση νοουμένου ότι αυτό προνοείται από τους όρους της συμφωνίας.
Περαιτέρω, όπως γίνεται δεκτό, η λήξη, ο τερματισμός και η αποδέσμευση από τη σύμβαση είναι τρόποι με τους οποίους η ισχύς της σύμβασης τερματίζεται. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Π. Πολυβίου Το Δίκαιο των Συμβάσεων, στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 639.
Στην υπό κρίση υπόθεση, σύμφωνα με τη σύμβαση δανείου, τεκμήριο 5, το δάνειο ήταν πληρωτέο σε πέντε ετήσιες δόσεις. Η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα ένα χρόνο μετά την έκδοση του δανείου. Το δάνειο εκταμιεύθηκε σύμφωνα με το τεκμήριο 6 στις 30.8.2013. Συνεπώς, το δάνειο θα έπρεπε να εξοφληθεί 6 χρόνια από την εν λόγω ημερομηνία, ήτοι μέχρι τις 31.8.2019. Η ενάγουσα αξίωσε πληρωμή μετά τη λήξη του χρόνου που έπρεπε να εξοφληθεί το δάνειο, αφού η αγωγή καταχωρήθηκε στις 07.5.2020. Επομένως στην υπό κρίση υπόθεση δεν απαιτείτο τερματισμός αφού η σύμβαση είχε λήξει και ως εκ τούτου η ισχύς της τερματίστηκε. Συνεπώς, η μη απόδειξη της αποστολής της επιστολής τερματισμού δεν έχει συνέπειες στην δυνατότητα αξίωσης του χρέους εναντίον των εναγομένων 1 και 2.
Εν πάση περιπτώσει όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Έλληνας κ.ά. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση 87/2013, ημερομηνίας 3.12.2019, ECLI:CY:AD:2019:A503, η καταχώρηση της αγωγής από μόνη της δηλώνει επιλογή από πλευράς της εφεσίβλητης τράπεζας τερματισμού της συμφωνίας και ενεργοποίηση των αναγκαίων διαδικασιών προς είσπραξη των οφειλόμενων ποσών.
Υπό το φως των πιο πάνω, παρά την αποτυχία απόδειξης της αποστολής των προειδοποιητικών επιστολών και των επιστολών τερματισμού προς την εναγόμενη 1, η ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει την αξίωση της εναντίον της εναγόμενης 1.
Προχωρώ να εξετάσω το ζήτημα της ευθύνης των εναγομένων 3 και 4 στη βάση της σύμβασης εγγύησης.
Στην υπό κρίση υπόθεση το ερώτημα που προκύπτει είναι το κατά πόσο μπορεί η ενάγουσα να αξιώσει την είσπραξη του υπόλοιπου ποσού εάν δεν έχει προηγουμένως απαιτήσει το ποσό.
Η σχετική νομική αρχή έχει τεθεί με καθαρότητα στην υπόθεση Lombard Natwest Ltd ν. Παναγιώτη Λαζαρίδη (ανωτέρω) με παραπομπή στην αγγλική απόφαση Stimpson v. Smith [1999] 2 All E.R. 833:
«Ο όρος για την παροχή ειδοποίησης προς τον εγγυητή να καταβάλει το χρέος του πρωτοφειλέτη σηματοδοτεί, όπως αναφέρει ο Tuckey L.J. στην απόφασή του "...the time from which the liablitity can be enforced". Και στην προκείμενη υπόθεση ο όρος 2 της συμφωνίας μεταξύ εφεσειόντων και εφεσίβλητου είχε αυτή τη συνέπεια.»
Στη βάση των ανωτέρω στην υπόθεση Λαζαρίδη (ανωτέρω) κρίθηκε ότι η αποτυχία των εκεί εφεσειόντων να ζητήσουν την αποπληρωμή του χρέους από τον εφεσίβλητο συνιστούσε ανεξάρτητο λόγο για τον οποίο η απαίτησή τους ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία.
Έτσι, ως έχει αποσαφηνιστεί στην απόφαση Παπακόκκινου κ.ά ν. Τράπεζα Κύπρου Δημοσιά Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση169/2011, ημερομηνίας 13.7.2022, ECLI:CY:AD:2022:D309, η παροχή ειδοποίησης στον εγγυητή είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό του χρόνου που η υποχρέωση του για καταβολή του χρέους καθίσταται εκτελεστή.
Η ίδια αρχή ισχύει και στην Αγγλία. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα των Andrews & Millett, The Law of Guarantees, 7η έκδοση, 2020, παράγραφος 7-005, σελ. 262 καταγράφονται τα ακόλουθα:
«If a guarantor promises to pay “on demand”, the creditor cannot sue him until after a demand has been made on him. »
Επιπλέον, ως έχει τεθεί από τον Lord Atkin στην υπόθεση Joachimson v. Swiss Bank Corporation [1921] 3 K.B.110, 129:
«The question appears to me to be in every case, did the parties in fact intend to make the demand a term of the contract? If they did, effect will be given to their contract, whether it be a direct promise to pay or a collateral promise, though in seeking to ascertain their intention the nature of the contract may be material. »
Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση MS Fashions Ltd v. Bank of Credit and Commerce International A (In Liquidation) [1993] Ch. 425 απόφαση Dillon LJ σελ. 447.
Είναι λοιπόν προφανές ότι, στην περίπτωση που τα μέρη όντως κατέστησαν την προηγούμενη απαίτηση από τον εγγυητή ως όρο της σύμβασης, ο πιστωτής δεν μπορεί να εναγάγει τον εγγυητή προτού προβεί σε απαίτηση. Σαφώς, όμως, το όλο ζήτημα άπτεται της ερμηνείας της σύμβασης.
Σημειώνω ότι στην ερμηνεία της σύμβασης εγγύησης ισχύουν οι ίδιες αρχές που εφαρμόζονται στην ερμηνεία των συμβάσεων γενικά. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Αργύρη ν. Χρυσοστόμου (2006) 1 ΑΑΔ 1362, όπου έγινε δεκτό ότι οι γενικές αρχές ερμηνείας των συμβάσεων εφαρμόζονται και κατά την ερμηνεία σύμβασης εγγύησης.
Στην υπό κρίση υπόθεση ο όρος 13 της σύμβασης εγγύησης προνοούσε τα ακόλουθα:
«Ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των δύο προηγούμενων ρητρών, η υποχρέωση του εγγυητή για πληρωμή δυνάμει της σύμβασης αυτής θα αρχίζει από τη στιγμή που θα γίνει γραπτή αξίωση από τη Συνεργατική με επιστολή που θα παραδοθεί δια χειρός στον εγγυητή ή θα αποσταλεί με συνηθισμένο Ταχυδρομείο στη διεύθυνση που έχει δηλώσει στη Συνεργατική ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνσή του.»
Ο εν λόγω όρος είναι σαφής και ξεκάθαρος. Από αυτόν προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι οι συμβαλλόμενοι κατέστησαν ως όρο για την έναρξη της υποχρέωσης του εγγυητή για πληρωμή την προηγούμενη απαίτηση στην τελευταία του γνώστη διεύθυνση. Μέσα από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν προκύπτει να έγινε τέτοια απαίτηση πριν την έγερση της αγωγής. Συνεπώς, η ενάγουσα δεν μπορεί να αξιώνει με την παρούσα αγωγή θεραπεία εναντίον των εναγομένων 3 και 4 στη βάση της σύμβασης εγγύησης. Επομένως, η αγωγή εναντίον των εναγομένων 3 και 4 με την οποία αξιώνεται θεραπεία στη βάση της επίδικης σύμβασης εγγύησης θα πρέπει να απορριφθεί ως πρόωρη.
Στη βάση των ανωτέρω η απαίτηση μπορεί να επιτύχει εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 και απορρίπτεται ως πρόωρη σε σχέση με τους εναγόμενους 3 και 4.
Σε σχέση με την εναγόμενη 5 ενόψει της εκποίηση της υποθήκης η ενάγουσα αξίωσε μόνο την επιδίκαση εξόδων. Όμως, η επιδίκαση εξόδων δεν αποφασίζεται αυτόματα αλλά αυτά επιδικάζονται μόνο υπερ του επιτυχόντος διαδίκου. Στην παρούσα έχουν εγερθεί ισχυρισμοί περί παρανομίας στην υποθήκη. Επομένως, το ζήτημα θα πρέπει να εξεταστεί. Είναι ουσιώδες, λοιπόν, να διαφανεί το κατά πόσο η σύσταση της υποθήκης ήταν νόμιμη.
Όμως στην υπό κρίση υπόθεση υφίσταται το εξής παράδοξο. Δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία ως προς του όρους της επίδικης υποθήκης, ούτε έχει προωθηθεί οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον της εναγόμενης 5 πλην της απαίτησης για καταβολή εξόδων. Κατά την ακροαματική διαδικασία η μόνη αναφορά στο ζήτημα της υποθήκης, ήταν στη γραπτή δήλωση της ΜΕ1 ότι οι ενάγοντες δικαιούνταν να εκποιήσουν το ενυπόθηκο ακίνητο πράγμα που έπραξαν στις 16.12.2021. Περαιτέρω, το ότι το επίδικο ακίνητο εκποιήθηκε και το εισπραχθέν ποσό πιστώθηκε έναντί των υποχρεώσεων των εναγόμενων 1 και 2 δεν αμφισβητήθηκε.
Το ερώτημα που αναδύεται στην παρούσα είναι το κατά πόσο μπορούν να επιδικαστούν έξοδα της παρούσας διαδικασίας υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης 5 ή το αντίστροφο.
Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι επιδίκαση των εξόδων μιας υπόθεσης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάσαντος Δικαστηρίου, η οποία βέβαια ασκείται δικαστικά, με αναφορά στους ενδογενείς παράγοντες της υπόθεσης. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Φιλίππου v. Έλενας Φιλίππου (1990) 1 ΑΑΔ Νίτσα Θρασυβούλου v. Arto Estates Limited (1993) 1 ΑΑΔ 12 Χρυσοστόμου v. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ (2015) 1(Γ) ΑΑΔ 2221, See You Travel Ltd v. Χρυσοστόμου, Πολιτική Έφεση 118/24, ημερομηνίας 28.3.2022, Κτενά v. CNP Cyprialife Ltd, Πολιτική Έφεση 386/2019, ημερομηνίας 18.3.2025 και Κυριακίδης ν. Εκδόσεις Τηλέγραφος Λτδ κ.ά Πολιτική Έφεση 164/2019, ημερομηνίας 9.4.2026.
Μέσα από τη νομολογία προκύπτει ότι καθοριστικό κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι το αποτέλεσμα της δίκης, το οποίο καθορίζει το ποιος είναι ο επιτυχών διάδικος, ο οποίος κατά κανόνα δικαιούται τα έξοδα. Επιπλέον, σημαντικός παράγοντας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η δικονομική διαγωγή των διαδίκων και η τυχόν υπαιτιότητά τους στην δημιουργία των εξόδων.
Παράλληλα ως τίθεται στο σύγγραμμα Τhe Annual Practice 1959 σελ. 1822:
«Discretion to be exercised Judicially: Wide though the discretion is, it is a judicial discretion, and must be exercised on fixed principles, that according to rules of reason and justice not according to private opinion.»
Στην υπό κρίση υπόθεση ουδεμία μαρτυρία τέθηκε αναφορικά με τους όρους της επίδικης υποθήκης ή την οποιαδήποτε ευθύνη της εναγόμενης 5 για αποπληρωμή οποιουδήποτε πόσου προς την ενάγουσα. Σημειώνεται πως ούτε η ενάγουσα ούτε η εναγόμενη 5 παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία σχετικά με τους όρους της υποθήκης. Η απουσία μαρτυρίας ως προς το περιεχόμενο της σύμβασης υποθήκης ή τον εγγράφων υποθήκης δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να έχει εικόνα περί της εγκυρότητας της υποθήκης, ζήτημα όμως το οποίο παρέμεινε επίδικο μέχρι τέλους.
Συνεπώς δεν έχει τεθεί υπόβαθρο γεγονότων ως προς το ότι η οποιαδήποτε εκ των ενδιαφερόμενων διαδίκων θα αναδυόταν αναπόφευκτα ως επιτυχούσα διάδικος, ώστε να δικαιολογείτο η επιδίκαση των εξόδων προς όφελος της. Η κατάληξη στο πιο πάνω προϋποθέτει δικαστική κρίση, αφού είναι η σχετική δικαστική κρίση που υποστυλώνει και δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ του επιτυχόντος διαδίκου καθιστώντας την πλέον αποτέλεσμα εφαρμογής κανόνων δικαιοσύνης και λογικής (according to rules of reason and justice). Ο προσδιορισμός δηλαδή του επιτυχόντος διαδίκου επέρχεται μόνο μετά από τη δικαστική κρίση στη βάση γεγονότων και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο πρόβλεψης ή πρόγνωσης. Το γεγονός ότι εκποιήθηκε το ενυπόθηκο ακίνητο χωρίς οποιαδήποτε άλλη επεξήγηση δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα ως προς τη ευθύνη της εναγόμενης 5 έναντι της ενάγουσας ή την εν γένει εγκυρότητα της υποθήκης.
Συνακόλουθα, προκύπτει ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την οποιαδήποτε πρόγνωση σχετικά με το ποιος θα αναδύετο ως επιτυχών διάδικος ως προς τη διαφορά μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενης 5. Συνεπώς, η οποιαδήποτε πρόγνωση περί του ποιος θα ήταν ο επιτυχών διάδικος, χωρίς σχετικό υπόβαθρο γεγονότων, και η εξ αυτής επιδίκαση εξόδων καθιστά την απόφαση αναφορικά με τα έξοδα αυθαίρετη και διακινδυνευμένη. Επομένως ορθότερη διαταγή σε σχέση με την ενάγουσα και την εναγόμενη 5 είναι η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδά της.
Κατάληξη
Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξης μου εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα ή ξεχωριστά για το ποσό των € 168.958,76 πλέον τόκο προς 6.25% ετησίως από 1.1.2025 μέχρι εξοφλήσεως του τόκο κεφαλαιοποιούμενου την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους.
Περαιτέρω τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα ή ξεχωριστά ως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο.
Σε σχέση με τους εναγόμενους 3 και 4 η αγωγή απορρίπτεται. Ενόψει της κοινής εκπροσώπησης των εναγόμενων κρίνω ότι οι εναγόμενοι 3 και 4 δεν δικαιούνται έξοδα για την απόρριψη της αγωγής.
Σε σχέση με την εναγόμενη 5 η κάθε πλευρά θα επωμιστεί τα έξοδα της.
…………………………………….
Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο