Suliman Al-Fayoumi κ.α. ν. Roger Kasbani κ.α., Αρ. Αγωγής: 8/25, 12/6/2026
print
Τίτλος:
Suliman Al-Fayoumi κ.α. ν. Roger Kasbani κ.α., Αρ. Αγωγής: 8/25, 12/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 8/25

 

Μεταξύ:

                                                  1.  Suliman Al-Fayoumi

                                                 2.  Alfapharma L.L.C.

                                                                                                      Ενάγοντες

v.

                                         

1.  Roger Kasbani

                                                  2.  Hypercure Ltd

                                       3. Prashant Charan

                                       4.  RRKS Exim Private Ltd

                                                                                                        Εναγόμενοι

---------------------------------

Ημερομηνία:  12   Ιουνίου, 2026

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για Αιτητές – Εναγόμενους 1 και 2: κ. Ν. Κουκούνης για Γεώργιος Κουκούνης Δ.Ε.Π.Ε.

Για Καθ΄ ων η Αίτηση - Ενάγοντες: κα Νικήτα για Γ. Γεωργιάδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Αίτηση ημερ. 11/09/2025

 

Οι Αιτητές – Εναγόμενοι 1 και 2 με την αίτηση τους επιδιώκουν την έκδοση αριθμού διαταγμάτων. Μεταξύ αυτών διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας για την εκδίκαση της απαίτησης, διάταγμα με οποίο να δηλώνεται ότι το Δικαστήριο δεν είναι το κατάλληλο φόρουμ να εκδικάσει τη συγκεκριμένη απαίτηση και σωρευτικά διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται ή/και να διαγράφεται ή/και να παραμερίζεται ή/και να ακυρώνεται η διαδικασία της συγκεκριμένης απαίτησης εναντίον του Εναγόμενου 1 και της Εναγόμενης 2.  Επιπρόσθετα, ζητείται διάταγμα για ακύρωση της επίδοσης της απαίτησης ή/και παραμερισμού ή/και ακύρωσης ή/και διαγραφής του Εντύπου Απαίτησης και κάθε ενδιάμεσης διαδικασίας για το λόγο ότι αποτελούν κατάχρηση διαδικασίας ενόψει άλλων διαδικασιών που ενεργοποιήθηκαν στο Ντουπάι των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. 

 

Νομική βάση για την αίτηση αποτελούν το Μέρος 12, Κ.12.1, το Μέρος 23 Κανονισμοί 23.1 – 23.16, το Μέρος 6, το Μέρος 32 Κ.32.16, το Μέρος 38 Κ.38.3, το Μέρος 59 Κ.59.2 (1)(α) και 59.2(3), το Μέρος 3 Κανονισμοί 3.1 – 3.3, το Μέρος 24, το Μέρος 2 και το Μέρος 1 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, ο Κανονισμός 1215/12 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ημερ. 12/12/2012 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις, ο Κανονισμός 593/08 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ημερ. 17/06/2008 για το Εφαρμοστέο Δίκαιο στις Συμβατικές Σχέσεις (Ρώμη Ι), ο Κανονισμός 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ημερ. 11/07/2007 για το Εφαρμοστέο Δίκαιο στις Εξωσυμβατικές Ενοχές (Ρώμη ΙΙ), τα Άρθρα 1Α και 179, του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, το άρθρο 29(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, το Κοινοδίκαιο, οι αρχές του κωλύματος, οι αρχές της επιείκειας και η σύμφυτη εξουσία και η πρακτική του Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα προς θεμελίωση της αίτησης παρατέθηκαν σε ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1 – Αιτητή, ο οποίος είναι ο μοναδικός διευθυντής της Εναγόμενης 2 και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που καταγράφονται στη συγκεκριμένη ένορκη δήλωση. Καταχωρίστηκε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση από τον δικηγόρο κ. Γ. Κουκούνη. Ο ομνύοντας ισχυρίζεται ότι τα κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να δικάσουν την διαφορά η οποία συνιστά το αντικείμενο της συγκεκριμένης αγωγής. Καταγράφει ότι ο ίδιος είναι υπήκοος της Δημοκρατίας του Λιβάνου, ότι η Εναγόμενη 2 εταιρεία είναι εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία και διατηρεί γραφείο στην Επαρχία Αμμοχώστου, ότι ο Ενάγοντας 1 είναι Αμερικάνος υπήκοος και ότι η Ενάγουσα 2 είναι εταιρεία που έχει συσταθεί στην Αμερική. 

 

Εξηγεί ότι με την αγωγή οι Ενάγοντες 1 και 2 – Καθ΄ων η αίτηση προωθούν ισχυρισμούς που αφορούν την παράβαση συμφωνίας, το αστικό αδίκημα της απάτης και του δόλου και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αναφορικά με τη προφορική συμφωνία που είχε συναφθεί μεταξύ της Εναγόμενης 2 και της Ενάγουσας 2. Ο ίδιος διαθέτει δίκτυο συνεργατών το οποίο του επιτρέπει να αγοράζει και να μεταπωλεί μάσκες προσώπου μοντέλου 8210 Respirator. Είχε προσεγγιστεί από τον Ενάγοντα 1, τον Φεβρουάριο του 2020, και η Ενάγουσα 2 είχε προτείνει προς την Εναγόμενη 2 όπως αγοράσει από αυτήν 480.000 μάσκες προς $2,50 έκαστη σε κιβώτια των 160 μασκών, ήτοι 3.000 κιβώτια για το συνολικό ποσό των $1.200.000. Η κατασκευάστρια εταιρεία, η 3Μ, δεν είχε διαθεσιμότητα τόσο μεγάλου όγκου μασκών και η ποσότητα που θα μπορούσε να παρασχεθεί και να παραδοθεί στην Eναγόμενη 2, για να πωληθεί στην Eνάγουσα 2, ήταν 224.000 μάσκες προς $2,50 για το συνολικό ποσό των $560.000. H Eνάγουσα 2 αποδέχθηκε να αγοράσει και να λάβει από την Eναγόμενη 2 1.400 κιβώτια με 160 μάσκες ανά κιβώτιο προς $2,50 έκαστη για το συνολικό ποσό των $560.000. Θα παραδίδονταν στο λιμάνι της Βηρυτού, μετά από εξόφληση του συνολικού τιμήματος αγοράς, το οποίο θα ήταν πληρωτέο ως ακολούθως: $400.000 ως προκαταβολή και το υπόλοιπο $160.000 με την παράδοση των μασκών προς την Ενάγουσα 2. Δεν είχε συμφωνηθεί ο ακριβής χρόνος παράδοσης των αγαθών και ουδέποτε η Ενάγουσα 2 είχε καταστήσει τον χρόνο παράδοσης ως ουσιώδη. Οι συγκεκριμένες μάσκες θα παραδίδονταν στην Ενάγουσα 2 όταν κατασκευάζονταν από την κατασκευάστρια εταιρεία, η οποία και θα τις παρέδιδε στο λιμάνι της Βηρυτού. Ο ίδιος είχε ενημερώσει τον Ενάγοντα 1, στις μεταξύ τους επικοινωνίες, ότι η κατασκευάστρια εταιρεία δεν είχε προσδιορίσει τον εκτιμώμενο χρόνο παράδοσης των αγαθών αφού δεν είχε καταβληθεί προκαταβολή. Είχε διευκρινιστεί ότι μετά την πληρωμή της προκαταβολής, από την Ενάγουσα 2 στην Εναγόμενη 2, αυτή θα παράγγελνε τα αγαθά και στη συνέχεια θα καθοριζόταν ενδεικτικός, εκτιμώμενος χρόνος παράδοσης στο λιμάνι της Βηρυτού. Η συγκεκριμένη συμφωνία συνάφθηκε τηλεφωνικά και με ανταλλαγές μηνυμάτων στην εφαρμογή κινητού Whats up. Δεν υπήρξε υπογραφή οποιασδήποτε γραπτής συμφωνίας και δεν καθορίστηκε ποιας χώρας τα Δικαστήρια θα είχαν δικαιοδοσία. Ο ίδιος, κατά τον δεδομένο χρόνο, είχε τη μόνιμη διαμονή του στο Λίβανο, στον οποίο βρισκόταν και η κεντρική διοίκηση της Εναγόμενης 2. Η Ενάγουσα 2 κατέβαλε προς την Εναγόμενη 2, μέσω τραπεζικού εμβάσματος, στις 13/04/2020, το ποσό των $400.000. Χρειάστηκε κάποιος χρόνος για την παραγωγή των αγαθών, ενόψει και της μεγάλης ζήτησης των συγκεκριμένων προϊόντων κατά τον δεδομένο χρόνο. Την 01/08/2020 η Ενάγουσα 2 διαβίβασε ηλεκτρονικό μήνυμα, μέσω του Ενάγοντα 1, ενημερώνοντας την Εναγόμενη 2 ότι επιθυμούσε την ακύρωση της παραγγελίας επικαλούμενη την καθυστέρηση στην παράδοση των αγαθών. Ο ίδιος δεν αποδέχθηκε την ακύρωση της παραγγελίας και συνεχίστηκε η επικοινωνία σε σχέση με την συγκεκριμένη παραγγελία και τον Νοέμβριο του 2020 ο ίδιος ενημέρωσε ότι τα προϊόντα θα παραδίδονταν στο λιμάνι της Βηρυτού. Έφτασαν στο λιμάνι της Βηρυτού τον Δεκέμβριο του 2020 και τότε ο ίδιος κάλεσε την Εναγόμενη 2 να τα παραλάβει από το λιμάνι της Βηρυτού. Τότε ενημερώθηκε από τον Ενάγοντα 1 ότι η Ενάγουσα 2 είχε συνάψει συμφωνία για την πώληση μέρους των αγαθών και την αποστολή τους στην Πράγα αεροπορικώς.  Συγκεκριμένα, είχε πωλήσει 128.000 μάσκες, οι οποίες αντιστοιχούσαν στο μέρος του καταβληθέντος τιμήματος, ήτοι $320.000. Η μεταφορά των προϊόντων στην Πράγα απαιτούσε διαδικασία η οποία προϋπόθετε την εμπλοκή εταιρείας εκτελωνίσεων. Ανταλλάχθηκε αλληλογραφία μεταξύ της Ενάγουσας 2 και του εκτελωνιστικού γραφείου σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα.  Οι υποχρεώσεις της Εναγόμενης 2 προς την Ενάγουσα 2, οι οποίες προκύπτουν από την μεταξύ τους συμφωνία, είχαν εκτελεστεί. Ο εκτελωνισμός και η αερομεταφορά των αγαθών διενεργήθηκαν κατά ή περί τις 28/01/2021 και τα αγαθά έφτασαν στο αεροδρόμιο της Πράγας όμως η Ενάγουσα 2 αρνήθηκε να τα παραλάβει, αδικαιολόγητα και ως εκ τούτου τα αγαθά επιστράφηκαν στην Βηρυτό τον Ιούνιο του 2021, όπου και βρίσκονται αποθηκευμένα έκτοτε μέχρι και σήμερα. Η Ενάγουσα 2, μέχρι και σήμερα, αρνείται να καταβάλει το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος πώλησης των αγαθών ύψους $160.000 και να παραλάβει την υπόλοιπη ποσότητα των αγαθών και για το σκοπό αυτό καταχωρίστηκε, στις 28/03/2023, αγωγή στο Εμπορικό Δικαστήριο της Βηρυτού με Αρ.159/23, η οποία εξακολουθεί να εκκρεμεί λόγω έλλειψης επίδοσης στους Ενάγοντες 1 και 2. Στις 10/05/2023 ο Ενάγοντας 1 καταχώρησε, εναντίον του ιδίου προσωπικά την υπόθεση Αρ. 2138/2023, στο Πρωτοδικείο του Ντουμπάι αξιώνοντας ποσό ύψους $400.000 λόγω ακύρωσης της συμφωνίας. Η συγκεκριμένη αξίωση απορρίφθηκε στις 31/07/2023 λόγω του ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο Ενάγοντας 1, ως φυσικό πρόσωπο, είχε δικαίωμα εναντίον του προσωπικά. Προωθεί τη θέση ότι η συγκεκριμένη απόφαση εμποδίζει τον Ενάγοντα 1 από του να προωθεί την υπό κρίση αγωγή εναντίον του λόγω δεδικασμένου και λόγω κατάχρησης διαδικασίας. Στις 29/07/2025 επιδόθηκαν, μέσω θυροκόλλησης, στην πόρτα του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης 2, τα έγγραφα που αφορούν την υπό κρίση Απαίτηση. Ο ίδιος δεν διαμένει στο συγκεκριμένο διαμέρισμα αλλά διαμένει εκεί για κάποιες ημέρες κάθε χρόνο. Περιήλθαν στην αντίληψή του τυχαία, από κάποιο γείτονα που του τα φωτογράφησε.    

 

Υποστηρίζει ότι σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1215/2012 η δικαιοδοσία καθορίζεται από τον νόμο της κάθε χώρας στην περίπτωση που ένας εναγόμενος δεν είναι πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην δική του περίπτωση τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν εξουσία να αποφασίσουν κατά πόσο είναι κατάλληλα για να εκδικάσουν την συγκεκριμένη απαίτηση σύμφωνα με τους κανόνες του Κοινοδικαίου. Εισηγείται ότι τα Δικαστήρια του Λιβάνου είναι διαθέσιμα για να εκδικάσουν την διαφορά και είναι πιο κατάλληλα ως φόρουμ για να ακούσουν την υπόθεση αφού τα αγαθά παραδόθηκαν στο λιμάνι της Βηρυτού και ο ίδιος έχει τον συνήθη τόπο διαμονής του στο Λίβανο. Περαιτέρω προωθεί την άποψη ότι λόγω των περιστάσεων της υπόθεσης τα Δικαστήρια του Λιβάνου είναι πιο κατάλληλα αφού ελλείψει όρου στην συμφωνία για επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου το δίκαιο του Λιβάνου συνιστά το εφαρμοστέο δίκαιο γιατί τα συμβαλλόμενα μέρη στην Συμφωνία είναι εταιρείες, ο ίδιος διαμένει και ασκεί την εργασία του από τον Λίβανο και ως εκ τούτου κατ΄εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 593/2008 η συμφωνία διέπεται από τους νόμους του Λιβάνου. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για τους ισχυρισμούς που απευθύνονται προς τον ίδιο και αφορούν δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις και αδικαιολόγητο πλουτισμό.

 

Προωθεί τη θέση ότι το Δικαστήριο του Λιβάνου έχει αναλάβει δικαιοδοσία επι των ίδιων θεμάτων στην Υπ. Αρ. 159/23 του Εμπορικού Επιμελητηρίου Βηρυτού και ως εκ τούτου το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου θα πρέπει να αναστείλει την διαδικασία της παρούσας αγωγής σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1215/2012. Εισηγείται, ότι οι Ενάγοντες μπορούν να προωθήσουν τις αξιώσεις τους στο Λίβανο με την καταχώρηση ανταπαίτησης και η οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί θα μπορεί να αναγνωριστεί στην Κύπρο. Εισηγείται ότι η αναστολή είναι απαραίτητη για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.

 

Όσον αφορά το αίτημά του για παραμερισμό της επίδοσης των εγγράφων της αγωγής υποστηρίζει ότι ο ίδιος δεν διαμένει στην Κύπρο και η διεύθυνση στην οποία επιδόθηκαν δεν είναι η διεύθυνση στην οποία διέμενε και τυχαία έλαβε γνώση της αγωγής και της καταχώρισης της ενδιάμεσης αίτησης. Υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο παραπλανήθηκε, ως προς τον τόπο διαμονής του, αφού ακόμη και η παροχή ηλεκτρισμού στο συγκεκριμένο διαμέρισμα είχε διακοπεί 6 μήνες προηγουμένως. Εισηγείται, ότι δεν υπήρξε ειλικρινής και πλήρης αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων προς το Δικαστήριο κατά τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης για υποκατάσταση επίδοση αφού οι Ενάγοντες γνώριζαν ότι ο ίδιος δεν διαμένει στην Κύπρο λόγω του ότι  καταχώρησαν, το 2023, απαίτηση στο Πρωτοδικείο του Ντουμπάι και όχι στην Κύπρο. Επαναλαμβάνει την θέση του ότι λόγω του δεδικασμένου που προκύπτει από την απόφαση του Πρωτοδικείου του Ντουμπάι ημερομηνίας 31/07/2023 οι Ενάγοντες κωλύονται να προωθούν την υπό κρίση απαίτηση και για αυτό θα πρέπει να παραμεριστεί.                              

 

          Η αίτηση αντιμετωπίστηκε με ένσταση στην οποία προβλήθηκαν δέκα λόγοι ένστασης. Είναι σε συντομία οι ακόλουθοι: Ότι η αίτηση είναι νομικά εσφαλμένη, αντιφατική και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, ότι αποτελεί απόπειρα καθυστέρησης της διαδικασίας και αποφυγή της εκδίκασης της ουσίας της απαίτησης, ότι τα γεγονότα που καταγράφονται είναι παραπλανητικά ή/και λανθασμένα ή/και δεν υπόκεινται στην πραγματικότητα, ότι η Εναγόμενη 2 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία από το 2019, ο Εναγόμενος 1 είναι ο εγγεγραμμένος διευθυντής, γραμματέας και μοναδικός μέτοχος της και έχουν την πραγματική, μόνιμη και ουσιαστική διαμονή τους στην Κύπρο, ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 21 του Ν.14/60 το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία σε κάθε πρόσωπο ή εταιρεία που κατοικεί ή εδρεύει εντός της Δημοκρατίας, ότι η αιτία της αγωγής προέκυψε εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, γεγονός που θεμελιώνει την δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων, ότι η σύμβαση συνήφθη στην Κύπρο με κυπριακή εταιρεία και μεταξύ των Εναγόμενων 1 και 2 με την Ενάγουσα 2, ότι η καταβολή του ποσού των $400.000 από τη Ενάγουσα 2 έγινε σε λογαριασμό της Εναγόμενης 2, η οποία είναι κυπριακή εταιρεία, ότι σύμφωνα με τους κανόνες Πολιτικής Δικονομίας επιτρέπεται η καταχώρηση αγωγής στο Δικαστήριο όπου εδρεύει ο εναγόμενος ή όπου προέκυψε η αιτία αγωγής και στην περίπτωση υπό εξέταση ισχύουν και οι δύο προϋποθέσεις και ότι δεν υπάρχει καμιά διαδικαστική ή πραγματική βάση για να αμφισβητηθεί το forum convenience

 

          Σε σχέση με τα γεγονότα καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση της δικηγόρου που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες, κας Στυλιανής Νικήτα. Καταγράφει ότι ο Εναγόμενος 1 είναι ο εγγεγραμμένος διευθυντής της Εναγόμενης 2, η οποία είναι κυπριακή εταιρεία και το εγγεγραμμένο γραφείο της βρίσκεται στο χωριό Σωτήρα της Επαρχίας Αμμοχώστου.  Ο Εναγόμενος 1 έχει ως εγγεγραμμένη διεύθυνση του τη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης 2 όπου έχει διαμέρισμα στο οποίο κατοικεί. Προωθεί τη θέση ότι ο Ενάγοντας 1 είχε επικοινωνία με τους Εναγόμενους 1 και 2 μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου καθώς και μέσω της εφαρμογής Whats up. Η παραγγελία ή/και η συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγόμενων έγινε προφορικά ή/και μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Η δε πληρωμή των $400.000 έγινε προς τον κυπριακό λογαριασμό της Εναγόμενης 2 στην Κύπρο. Κατά τη δική της άποψη όλα αυτά τα γεγονότα αποδεικνύουν την σύνδεση της συνδιαλλαγής με την Κυπριακή Δημοκρατία αφού τόσο η συμφωνία μεταξύ των μερών καθώς και η καταβολή του  ποσού δεν αμφισβητούνται.

 

          Υποστηρίζει ότι η αιτία της αγωγής προέκυψε εξ΄ ολοκλήρου εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι η σύμβαση, έστω και προφορική, συνήφθη στην Κύπρο με κυπριακή εταιρεία άρα επιβάλλεται η δικαιοδοσία των κυπριακών Δικαστηρίων. Όσον αφορά την αγωγή η οποία καταχωρήθηκε στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ήταν αγωγή η οποία είχε εγερθεί μόνο εναντίον του Εναγόμενου 1 και όχι εναντίον της Εναγόμενης 2. Το Δικαστήριο, με απόφαση του ημερ. 31/07/2023, απέρριψε την αγωγή εναντίον του Εναγόμενου 1 για διαδικαστικούς λόγους.  Προκύπτει, από τη συγκεκριμένη απόφαση, ότι τέθηκε θέμα locus standi σε σχέση με τον Εναγόμενο 1 και η ίδια υποστηρίζει ότι η ορθή δικαιοδοσία είναι η κυπριακή και το εφαρμοστέο δίκαιο το κυπριακό. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η αιτία ή/και η βάση της αγωγής διαφέρει από την υπόθεση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων γιατί η βάση της αγωγής είναι διαφορετική, οι διάδικοι είναι διαφορετικοί, υπάρχει αιτία αγωγής εναντίον του Εναγόμενου 1 ως διευθυντή της Εναγόμενης 2 και γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει δικαιοδοσία σύμφωνα με τα δεδομένα και την μαρτυρία που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο. 

 

          Και οι δύο πλευρές προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις το περιεχόμενο των οποίων είναι υπόψη του Δικαστηρίου. Επέσυραν δε την προσοχή του Δικαστηρίου, δια ζώσης, στα σημεία που οι ίδιοι θεωρούν ιδιαίτερα σημαντικά. Το Δικαστήριο έχει υπόψη του όλες τις εισηγήσεις και θα αναφερθεί σ’ αυτές όπου κρίνει τούτο απαραίτητο.

 

 

 

    ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

          Είναι αποδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε ρήτρα δικαιοδοσίας στην κατ΄ισχυρισμό συμφωνία. Είναι επίσης αποδεκτό ότι η Εναγόμενη 2 έχει την έδρα της στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ο δε Εναγόμενος 1 δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι είναι διευθυντής της Εναγόμενης 2 εταιρείας η οποία εδρεύει στην Κύπρο.  Ως εκ τούτου εφαρμόζοντας τις πρόνοιες του άρθρου 21(1)(β) του Ν.14/60 υπάρχει κατά τόπο δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου αφού έδρα της Εναγόμενης 2 είναι το χωριό Σωτήρα, στην επαρχία Αμμοχώστου. Αυτά τα γεγονότα είναι παραδεκτά και από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Αιτητών – Εναγόμενων 1 και 2.

 

Προωθείται όμως η εισήγηση ότι το Εμπορικό Δικαστήριο της Βηρυτού είναι το καταλληλότερο forum convenience να εκδικάσει την υπό κρίση υπόθεση με αναφορά σε νομολογία. Έχει εμπεδωθεί από τη νομολογία μας η αρχή ότι το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στον εναγόμενο όταν πρόκειται να δείξει ότι υπάρχει καταλληλότερο βήμα (forum) αλλού. Στην περίπτωση δε κατά την οποία δεν φαίνεται καθαρά πού υπάρχει αυτό το βήμα, με την έννοια ότι δεν υπάρχει τόπος ο οποίος να συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά του φυσικού forum, το Δικαστήριο οφείλει να μην ικανοποιήσει το αίτημα αναστολής.

 

Στην υπόθεση Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd (1999) 1 Α.Α.Δ. 1168 στη σελ. 1187 γίνεται μία επισκόπηση της σχετικής με το θέμα νομολογίας και παρατίθεται η ακόλουθη περικοπή από την Αγγλική απόφαση Macshannon v. Rockware Glass Ltd (1978) 1 All E.R 630  όπως αυτή υιοθετήθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Guendjian v. Societe Tunisienne De Banque S.A. (1983) 1 C.L.R 588 με επιδοκιμασία :

 

«Για να δικαιολογείται η αναστολή μιας υπόθεσης πρέπει να ικανοποιηθούν δύο όροι, ένας θετικός και ένας αρνητικός.

 

(α) Ο εναγόμενος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει άλλο βήμα (forum) στου οποίου τη δικαιοδοσία υπάγεται, στο οποίο μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων, με ουσιαστικά λιγότερη δυσκολία ή έξοδα, και

 

(β) Η αναστολή δεν πρέπει να αποστερεί από τον ενάγοντα οποιοδήποτε νόμιμο προσωπικό ή διαδικαστικό πλεονέκτημα, που θα ήταν διαθέσιμο σε αυτόν αν επικαλείτο τη δικαιοδοσία του Αγγλικού Δικαστηρίου».

 

Ο Lord Goff στην απόφαση Airbus Industrie GIE v. Patel [1999] A.C. 119 χαρακτήρισε το συγκεκριμένο δόγμα ως «the most civilised legal principle». Διαφωτιστική αναφορά στο συγκεκριμένο θέμα γίνεται στο σύγγραμμα του Andrian Briggs, “The Conflict of Laws, 5η εκδ., 2024, στις σελ. 67 και επέκεινα όπου επεξηγούνται οι αρχές της καθοδηγητικής επι του θέματος απόφασης The Spiliada Maritime Corporation v. Cansulex Ltd [1986] 3 All E.R. 843 στην οποία συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν το θέμα του forum non conveniens ως ακολούθως:

 

«(d) Since the question is whether there exists some other forum which is clearly more appropriate for the trial of the action, the court will look first to see what factors there are which point in the direction of another forum. These are the factors which Lord Diplock described, in MacShannon's case [1978] 1 All ER 625 at 630, [1978] AC 795 at 812, as indicating that justice can be done in the other forum at 'substantially less inconvenience or expense΄. Having regard to the anxiety expressed in your Lordships' House in the Societe du Gaz case 1926 SC(HL) 13 concerning the use of the word ΄convenience΄ in this context, I respectfully consider that it may be more desirable, now that the English and Scottish principles are regarded as being the same, to adopt the expression used by Lord Keith in the Abidin Daver [1984] 1 All ER 470 at 479, [1984] AC 398 at 415 when he referred to the ΄natural forum΄ as being ΄that with which the action has the most real and substantial connection΄. So, it is for connecting factors in this sense that the court must first look; and these will include not only factors affecting convenience or expense (such as availability of witnesses), but also other factors such as the law governing the relevant transaction (as to which see Credit Chimique v. James Sxott Engineering Group Ltd 1982 SLT 131), and the places where the parties respectively reside or carry on business.

 

(e) If the court concludes at that stage that there is no other available forum which is clearly more appropriate for the trial of the action, it will ordinarily refuse a stay...........

 

(f) If, however, the court concludes at that stage that there is some other available forum which prima facie is clearly more appropriate for the trial of the action, it will ordinarily grant a stay unless there are circumstances by reason of which justice requires that a stay should nevertheless not be granted.  In this inquiry, the court will consider all the circumstances or the case, including circumstances which go beyond those taken into account when considering connecting factors with other jurisdictions. One such factor can be the fact, if established objectively by cogent evidence, that the plaintiff will not obtain justice in the foreign jurisdiction: see The Abidim Dsaver [1984] 1 All ER 470 at 476, [1984] AC 398 at 411 per Lord Diplock, a passage which now makes plain that, on this inquiry, the burden of proof shifts to the plaintiff.  How far other advantages to the plaintiff in proceeding in this country may be relevant in this connection, I shall have to consider at a later stage.».

 

          Προκύπτει από το υλικό που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου - που περιλαμβάνει και εκείνο στο οποίο δεν κάμνει ρητή αναφορά αλλά έχει υπόψη - ότι η συμφωνία είχε επιτευχθεί μέσω της εφαρμογής Whats Up χωρίς να καθορίζεται που είχε καταρτιστεί και φαίνεται ότι η αγωγή έχει εγερθεί στην Κύπρο γιατί η Κύπρος συνιστά την έδρα της Εναγόμενης 2, σύμφωνα και με το άρθρο 63 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού ΕΚ1215/2012. Το γεγονός ότι δεν έχει καταχωριστεί Έκθεση Απαίτησης περιορίζει την έκταση διαπίστωσης, στον βαθμό που επιτρέπεται πάντοτε, των γεγονότων.  Όμως το γεγονός ότι ο Αιτητής - Εναγόμενος 1 έχει υπηκοότητα Λιβάνου δεν μπορεί από μόνο του να καθορίσει το forum convenience. Σύμφωνα με τα τιμολόγια, που επισυνάφθηκαν στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1, αγοραστής των προϊόντων είναι η Εναγόμενη 2 η οποία εδρεύει στην Κύπρο, Τεκμήριο 5. Η δε πληρωμή για την μεταπώληση των συγκεκριμένων προϊόντων στην Ενάγουσα 2 έγινε σε τραπεζικό λογαριασμό της Εναγόμενης 2 στην Κύπρο, Τεκμήριο 6 της Ένορκης Δήλωσης του Εναγόμενου 1. Τα δεδομένα αυτά προσδίδουν στα Κυπριακά Δικαστήρια δικαιοδοσία και τα καθιστούν ικανά να εκδικάσουν την υπόθεση. Οι Καθ΄ων η αίτηση - Ενάγοντες, οι οποίοι προέρχονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επιλέξει τα Κυπριακά Δικαστήρια με τα οποία υπάρχει κάποια σύνδεση. Με τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί ότι στο Δικαστήριο της Βηρυτού οι αξιώσεις των Εναγόντων θα εκδικασθούν με λιγότερο κόστος και ενόχληση. Αντίθετα, από τα γεγονότα που τέθηκαν προκύπτει ότι ενώ η αγωγή στον Λίβανο καταχωρίστηκε το 2023 φαίνεται, για περίπου 3 χρόνια, να παραμένει ανεπίδοτη. Σημειώνεται, ότι το Δικαστήριο δεν γνωρίζει τι αφορά η υπόθεση που έχει καταχωριστεί στο Εμπορικό Δικαστήριο της Βηρυτού ούτε και γνωρίζει γιατί για 3 χρόνια δεν έχει επιδοθεί. Δεν έχει καταδειχθεί «ευδιάκριτα» ότι το Εμπορικό Δικαστήριο της Βηρυτού είναι το καταλληλότερο forum εκδίκασης της συγκεκριμένης υπόθεσης.

 

  Συζητήθηκε από τους Αιτητές – Εναγόμενους 1 και 2 ότι το εφαρμοστέο δίκαιο θα πρέπει να κριθεί εδώ πως είναι το δίκαιο του Λιβάνου και όχι το Κυπριακό. Προς τούτο, επισύναψαν στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1, έκθεση πραγματογνωμοσύνης (expert report), του δικηγόρου του Αιτητή 1 Fadi Barcha, Τεκμήριο 17. Οι Kαθ' ων η αίτηση – Ενάγοντες αμφισβητούν την αναφερόμενη έκθεση. Τούτου δοθέντος το θέμα θα αποφασιστεί στη δίκη, ως πραγματικό γεγονός. Οπόταν η μαρτυρία επί αλλοδαπού δικαίου θα ακουστεί και θα αξιολογηθεί δεόντως με σκοπό, πια, την κατάληξη σε ανάλογο εύρημα (βλ. μεταξύ άλλων Tlais Enterprises Ltd v. Her Majesty's Revenue and Customs, Πολ. Εφ. 109/09, ημ. 18.3.15, Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα (1999) 1(Α) Α.Α.Δ. 44 και Royal Bank of Scotland PLC ν Geodrill Co Ltd και Άλλων (1993) 1 Α.Α.Δ. 753).

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών – Εναγόμενων 1 και 2 εξέτασε τις αιτίες αγωγής μια προς μία, παράγραφοι 37 και επέκεινα της γραπτής του αγόρευσης, σε συνάρτηση με τον ΕΚ 864/2007 για να καταλήξει ότι το δίκαιο που διέπει τη συμφωνία είναι το δίκαιο του Λιβάνου. Το άρθρο 4 του ΕΚ864/2007 διαλαμβάνει:

 

«Το εφαρμοστέο δίκαιο επί εξωσυμβατικής ενοχής η οποία απορρέει από αδικοπραξία είναι το δίκαιο της χώρας στην οποία επέρχεται η ζημία, ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία έλαβε χώρα το ζημιογόνο γεγονός καθώς και της χώρας ή των χωρών στις οποίες το εν λόγω γεγονός παράγει έμμεσα αποτελέσματα, εκτός αν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό.

2. Ωστόσο, αν ο φερόμενος ως υπαίτιος και ο ζημιωθείς έχουν, κατά τον χρόνο επέλευσης της ζημίας, τη συνήθη διαμονή τους στην ίδια χώρα, εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας αυτής.

3. Εάν, από το σύνολο των περιστάσεων, συνάγεται ότι η αδικοπραξία εμφανίζει προδήλως στενότερο δεσμό με χώρα άλλη από εκείνη που ορίζεται στις παραγράφους 1 ή 2, εφαρμόζεται το δίκαιο της χώρας αυτής. Ο προδήλως στενότερος δεσμός με άλλη χώρα μπορεί να βασίζεται ιδίως σε προϋπάρχουσα σχέση μεταξύ των μερών, όπως σύμβαση, η οποία συνδέεται στενά με την εν λόγω αδικοπραξία..»

 

Εφαρμόζοντας τις πρόνοιες του άρθρου 4 της ΕΚ864/2007, σε μια προσπάθεια να καθοριστεί το εφαρμοστέο δίκαιο, το Δικαστήριο οδηγείται στο συμπέρασμα ότι είναι το Κυπριακό Δίκαιο. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι η σύμβαση καταρτίστηκε ή ολοκληρώθηκε στον Λίβανο. Αντίθετα τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αποκαλύπτουν ότι η Εναγόμενη 2, Κυπριακή εταιρεία, συνήψε μια προφορική σύμβαση μέσω του Διευθυντή της, Εναγόμενου 1, ο οποίος επίσης δηλώνεται στον Έφορο Εταιρειών να έχει διαμονή στο χωριό Σωτήρα. Το γεγονός ότι ο προμηθευτής της Εναγόμενης 2 βρίσκεται στο Λίβανο και ότι τα προϊόντα θα παραδίδονταν στο Λίβανο δεν επηρεάζει την συμφωνία, η οποία καταρτίστηκε από κυπριακή εταιρεία. Το τι δηλώνει ο κ. Γεώργιος Κουκούνης στην ένορκη δήλωσή του, με όλο το σεβασμό, είναι η δική του άποψη και δεν μπορεί να εκληφθεί ως δεδομένη. Με αυτά τα δεδομένα η αδικοπραξία φαίνεται να διαπράχθηκε στην Κύπρο αφού ο τόπος παράδοσης των προϊόντων δεν καθορίζει το εφαρμοστέο δίκαιο.

 

Εφαρμόζοντας τις αρχές της απόφασης Manek & Ors v. 360 One WHAM Ltd [2023] EWHC 710 (Comm) στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών – Εναγόμενων 1 και 2 με αφετηρία τα περιορισμένα, ομολογουμένως, στοιχεία που έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου ο τόπος που προέκυψε η ζημιά των Καθ΄ων η αίτηση - Εναγόντων φαίνεται να είναι εκεί που συνάφθηκε η συμφωνία που είναι άγνωστος για το Δικαστήριο. Παρεπόμενα το Δικαστήριο θα αξιοποιήσει την έδρα της Εναγόμενης 2- Αιτήτριας σε συνδυασμό με την επιλογή των Καθ΄ων η αίτηση - Εναγόντων να κινήσουν την διαδικασία στα Κυπριακά Δικαστήρια, τα οποία είναι προσβάσιμα στον Εναγόμενο 1 αφού κατά περιόδους διαμένει στην Κύπρο, ως ο ίδιος δηλώνει. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Αιτητής – Εναγόμενος 1 ενάγεται υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της Εναγόμενης 2 και όχι υπό την προσωπική του ιδιότητα.  

 

Ανοίγεται μια παρένθεση για να καταγραφεί ότι τα όσα παρατίθενται από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Αιτητών  – Εναγόμενων 1 και 2, στην παράγραφο 54 της γραπτής του αγόρευσης, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη αφού, ως έχει νομολογηθεί, η γραπτή αγόρευση συνηγόρου είναι το μέσο προώθησης των ισχυρισμών και όχι το μέσο προώθησης μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση El Fath Co v. EDT Shipping κ.α. (1992) 1 Α.Α.Δ. 1255.     

 

Με βάση τα προαναφερθέντα δεν προκύπτει οτιδήποτε που να κατατείνει σε ανυπαρξία δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου να επιληφθεί της αγωγής. Εν πάση περιπτώσει ως ο ίδιος ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών – Εναγόμενων 1 και 2 έχει συμφωνήσει στην εφαρμογή του Άρθρου 4 του ΕΚ1215/2012, η οποία οδηγεί αδιαμφησβήτητα στο συμπέρασμα ότι από τη στιγμή που η καταστατική  έδρα της Εναγόμενης 2 και η κύρια εγκατάστασή της βρίσκεται στο χωριό Σωτήρα τα κυπριακά Δικαστήρια είναι τα πλέον αρμόδια για εκδίκαση της συγκεκριμένης διαφοράς. Παρά την θέση του Αιτητή - Εναγόμενου 1 δεν έχει προκύψει οτιδήποτε σε σχέση με την χώρα από την οποία διεξάγονταν οι εργασίες της Εναγόμενης 2. Ως προκύπτει από το Τεκμήριο 2, το έντυπο έρευνας του Εφόρου Εταιρειών που ο ίδιος ο Αιτητής – Εναγόμενος 1 επισύναψε στην ένορκη δήλωσή του η Εναγόμενη 2 φαίνεται να δραστηριοποιείται και να διοικείται από την Αμμόχωστο.       

 

Όσον αφορά την εισήγηση για κατάχρηση λόγω της απόρριψης της υπόθεσης που καταχωρίστηκε στο Ντουμπάι, Τεκμήριο 13 στην Αίτηση θα πρέπει να λεχθεί ότι εκείνη η υπόθεση απορρίφθηκε χωρίς να εξεταστεί η ουσία των ισχυρισμών λόγω του ότι είχε καταχωριστεί από τον Ενάγοντα 1 στην παρούσα, Αμερικανό υπήκοο, εναντίον του Εναγόμενου 1 στην παρούσα, Λιβανέζου υπηκόου, προσωπικά χωρίς να προσδιοριστεί η σχετικότητα της διαφοράς με το Ντουπάι. Σύμφωνα με τη νομολογία δεδικασμένο υπάρχει όταν υπάρχει « η μόρφωση και έκφραση γνώμης από το δικαστήριο με τρόπο καθοριστικό είτε σε ζήτημα νομικό είτε πραγματικό. Η ενασχόληση του δικαστηρίου με την ουσία του επίδικου θέματος είναι η βάση για την εφαρμογή του δόγματος res judicata. Βλέπε Halsbury's Laws of England 4η έκδοση, τόμος 16 παράγραφος 1529. Ο όρος "δικαστική διαδικασία" περιλαμβάνει και αίτηση στην οποία εκδόθηκε παρεμπίπτουσα διαταγή.», βλ. SR Comercio S.A v. Bluecoral Navigation Ltd (1995) 1 Α.Α.Δ. 309.

 

Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», όπου στην σελίδα 921 διαβάζονται τα ακόλουθα:

 

«Aνεξαρτήτως αν η αρχή του δεδικασμένου βασίζεται σε κώλυμα λόγω αιτίας αγωγής ή σε κώλυμα που αφορά σε επίδικο θέμα, η εφαρμογή της προϋποθέτει την ύπαρξη τεσσάρων βασικών όρων, ήτοι:

(i)            Η απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη.

H απόφαση πρέπει να είναι τελεσίδικη σε αντίθεση με ενδιάμεση απόφαση που δεν επιτρέπει εφαρμογή του δεδικασμένου διότι δεν θεωρείται συνήθως ως τελεσίδικη (Recnex Trading Ltd και άλλου ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ΠΕ 71/11, ημερ. 16.4.2014, Panpa Estates & Investments Ltd και άλλου ν Rodou Charalambous & Son Ltd, ΠΕ18/10, ημερ. 11.9.2013). Στη Χάσικος και άλλοι ν Χαραλαμπίδη (1990) 1 ΑΑΔ 389 το Εφετείο έκρινε ότι δεδικασμένο προκύπτει μόνο από δεσμευτική δικαστική απόφαση καθοριστική για την επίλυση της διαφοράς όπως προσδιορίζεται στη δικογραφία (βλ. επίσης Βαττής ν Αυξεντίου και άλλου, ΠΕ127/09).

(ii)          Πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων.

Η αρχή του δεδικασμένου εφαρμόζεται μόνον όταν οι διάδικοι και στις δύο διαδικασίες είναι οι ίδιοι (βλ. μεταξύ άλλων Επί της αφορώσι τους Ανήλικους Κωνσταντίνο και Ελένη Λοΐζου και άλλης (1998)(1Α) ΑΑΔ 55).

 (iii)         Πρέπει να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας των διαδίκων.

Η δέσμευση που μπορεί να προκύψει από την προηγούμενη διαδικασία καλύπτει τους διαδίκους και τους διαδόχους τους (privies) (βλ. Γαβριήλ κ.α. ν Αγαπίου (1998) 1(Γ) ΑΑΔ 1868, εφόσον υπάρχει ταύτιση των διαδίκων και στις δύο διαδικασίες (βλ. Καζαμία ν Χαραλάμπους κα.α (2011) 1(Γ) ΑΑΔ 2159).

 (iv)         Πρέπει να υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων.

Η αρχή του δεδικασμένου τυγχάνει εφαρμογής εάν το επίδικο θέμα στη δεύτερη διαδικασία είναι το ίδιο με εκείνο που εξετάστηκε στην πρώτη διαδικασία (Χ'' Ζαχαρίου κ.α. ν LK Globalsoft Com Ltd (2010) 1(B) ΑΑΔ 1225). Το θέμα προσεγγίζεται με αναφορά στα δικόγραφα, στις αγορεύσεις, στο αιτιολογικό της απόφασης των δύο (ή περισσοτέρων) διαδικασιών και στις περιστάσεις της περίπτωσης (βλ. μεταξύ άλλων Αναφορικά με την Αίτηση του Fotiou Bros Shipping Ltd κ.α. Πολ. Αιτ. 4/13, ημερ. 15.1.13

Οι λόγοι αυτοί πρέπει να συντρέχουν, ειδεμή δεν μπορεί να υπάρξει δεδικασμένο (Κανάρης ν Λοΐζου και Άλλων (2006) 1(Α) ΑΑΔ 599, Σοφοκλέους ν Ταβελούδη και Άλλων (2002) 1(Α) ΑΑΔ 92).».

 

Η απουσία ταύτισης των επιδίκων θεμάτων της υπό κρίση αγωγής, των διαδίκων καθώς και η έλλειψη απόφασης επί των θεμάτων που απασχολούν στην παρούσα σε σχέση με την διαδικασία στο Εμπορικό Δικαστήριο του Ντουπάι οδηγεί στο αναπόφευκτο συμπέρασμα  της μη τεκμηρίωσης κωλύματος δεδικασμένου, στην παρούσα περίπτωση. Το ίδιο ισχύει και ως προς τους ισχυρισμούς για κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας από τους Καθ΄ων η αίτηση – Ενάγοντες 1 και 2. Για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί, δεν έχει τεκμηριωθεί ότι με την υπό κρίση αγωγή, οι Καθ΄ων η αίτηση – Ενάγοντες 1 και 2 επιδίωξαν με πολλαπλές διαδικασίες να πετύχουν το ίδιο αποτέλεσμα, καταχρώμενοι την δικαστική διαδικασία. Όπως έχει εκτεθεί αναλυτικά πιο πάνω, δεν στοιχειοθετείται κατάχρηση όταν οι δικαστικές διαδικασίες δεν είναι ταυτόσημες, με την έννοια ότι δεν επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό και έχουν διαφορετικά επίδικα θέματα.

Έχει επιπλέον νομολογηθεί ότι ο κανόνας αυτός όπως και ο γενικότερος κανόνας του δεδικασμένου, δεν είναι άκαμπτος. Σχετική είναι η απόφαση Κλεόπα ν. Χριστόφορου (2002) 1 Α.Α.Δ. 58, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο με παραπομπή σε αγγλική νομολογία, αναφέρει τα ακόλουθα:

 

«Στην υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC (ανωτέρω) αποφασίστηκε πως όπου εξαιρετικές περιστάσεις δείχνουν ότι η άκαμπτη εφαρμογή των κανόνων ως προς το δεδικασμένο θα οδηγούσε σε αδικία ενώ, αντίστροφα, η παράκαμψη τους δεν θα απέληγε σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δικαιολογείται η συζήτηση θέματος σε νέα δικαστική διαδικασία έστω και αν αυτό το θέμα πράγματι αποφασίστηκε σε προηγούμενη ή ενώ δεν είχε προβληθεί για να αποφασιστεί, θα μπορούσε να είχε προβληθεί. ».

 

Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, δεν θα μπορούσε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας να γίνει επιτυχής επίκληση του κωλύματος του δεδικασμένου ή των αρχών για κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας, λόγω απουσίας της προϋπόθεσης της ταυτότητας διαδίκων καθώς και των επιδίκων θεμάτων της υπό κρίση αγωγής με την διαδικασία στο Ντουπάι. Αντίθετη κατάληξη θα δημιουργούσε αδικία στην πλευρά των Καθ΄ων η αίτηση – Εναγόντων  1 και 2 με τη αποστέρηση των δικαιωμάτων τους να αποταθούν στο Δικαστήριο και να προβάλουν τις θέσεις τους σε σχέση με την παράβαση της προφορικής σύμβασης μεταξύ των μερών.

 

Όσον αφορά τον ισχυρισμό για την λανθασμένη επίδοση σύμφωνα με τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας 2023 και συγκεκριμένα το Μέρος 6, Κανονισμό 6.4.7 όσον αφορά νομικό πρόσωπο μπορεί να επιτευχθεί με την επίδοση αντιγράφου στο εγγεγραμμένο γραφείο  ή στο χώρο διεξαγωγής των εργασιών του. Αυτό έγινε με την διαφορά ότι είχε γίνει με υποκατάστατη επίδοση λόγω του ότι δεν υπήρχε ανταπόκριση κατά την επι τόπου επίσκεψη του επιδότη. Η διεύθυνση στην οποία έγινε η επίδοση είναι αυτή που δηλώθηκε στον Έφορο Εταιρειών ως διεύθυνση της Εναγόμενης 2 εταιρείας καθώς και του Εναγόμενου 1 ως διευθυντή της. Δεν υπάρχει έτερη διεύθυνση. Εν πάση περιπτώσει διαφαίνεται ότι οι Αιτητές - Εναγόμενοι 1 και 2 έλαβαν γνώση της επίδοσης και ενήργησαν με τον νενομισμένο τρόπο.        

 

Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης η αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση – Εναγόντων 1 και 2. Δεν έχουν καταχωρηθεί προτεινόμενοι κατάλογοι εξόδων κατά τα προβλεπόμενα στο Μέρος 19.9 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και πορεία εκδίκασης της Αίτησης κρίνω εύλογο και επιδικάζω ποσό €3.000 πλέον Φ.Π.Α. Το συγκεκριμένο ποσό θα είναι άμεσα καταβλητέο.

 

 

 

                    (Υπ.)…………………………

                    Ε. Γεωργίου – Αντωνίου, Π.Ε.Δ.

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο