ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Α. Ε. Δ
Αρ. Αγωγής: 205/25
Μεταξύ:
Souvaris Estates Ltd
ενάγουσας / καθ’ ης η αίτηση
-και-
Igor Glukhovskiy
εναγόμενου/ αιτητή
Αίτηση ημερομηνίας, 16.1.2026, για προσθήκη διαδίκου
Ημερομηνία : 04.6.2026
Εμφανίσεις :
Για εναγόμενο αιτητή : κ. Καποδίστριας
Για ενάγουσα – καθ’ ης η αίτηση: κ. Πίτσιλλος.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αίτηση, ημερομηνίας 16.01.2026, που υποβλήθηκε από τον εναγόμενο με την οποία ζητείται η προσθήκη του Μιχαλάκη Λαρτίδη ως εναγόμενου.
Η αίτηση στηρίζεται στους νέους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα στα Μέρη 1, 2, 3, 15, 16, 20, 23, 25, 32, 39, 52 στο Κεφ. 148 Άρθρο 34, στο Κεφ. 193 Άρθρο 3, στους νέους Κανόνες Επιείκειας και του Κοινού Δικαίου καθώς και στις αρχές που διέπουν την προσθήκη εναγόμενου, στην Νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, καθώς και στις συμφυείς και πρακτικές εξουσίες του Δικαστηρίου και στην διακριτική του ευχέρεια.
Σε σχέση με τα γεγονότα, η αίτηση παραπέμπει στο περιεχόμενο του φακέλου και στην ένορκη δήλωση που κατέθεσε ο ίδιος ο εναγόμενος στο πλαίσιο της ένστασης στην αίτηση έκδοσης συνοπτικής απόφασης. Η βασική θέση είναι ότι ο αιτητής στην παρούσα υπενοικιάζει το επίδικο υποστατικό από τον προτεινόμενο διάδικο, ο οποίος ήταν ενοικιαστής δυνάμει σύμβασης ενοικίασης με την προηγούμενη ιδιοκτήτρια. Κατά τη θέση του αιτητή η εν λόγω ενοικίαση δεν έχει τερματιστεί ή λήξει. Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών επιδιώκεται η προσθήκη διαδίκου.
Η πλευρά της ενάγουσας – καθ’ ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης, στην οποία καταγράφονται 16 λόγοι έντασης. Οι λόγοι ένστασης, μπορούν να συνοψιστούν στο ότι η υπό κρίση αίτηση, είναι καταχρηστική, κακόπιστη και εκτρέπει τη διαδικασία από τον σκοπό της. Ήταν βασική θέση της ενάγουσας – καθ’ ης η αίτηση, ότι η ύπαρξη συμβατικής σχέσης του προτεινόμενου διαδίκου και της προηγούμενης ιδιοκτήτριας, δεν αποτελεί αναγκαίο ή ουσιώδη ζήτημα για την εκδίκαση της υπόθεσης.
Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αντρέα Μικέλ Σουβάρη, διευθυντή της ενάγουσας – καθ’ ης η αίτηση, στην οποία αναπτύσσονται οι λόγοι ένστασης. Κατά την θέση του ομνύοντος, κάτοχος είναι ο αιτητής - εναγόμενος και οι οποιεσδήποτε συμβατικές σχέσεις, δεν επηρεάζουν την παρούσα.
Διαδικασία - γεγονότα
Στην υπό κρίση υπόθεση οι δυο πλευρές δεν ζήτησαν αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Έτσι, κατά την ακρόαση και οι δύο πλευρές προώθησαν τις θέσεις τους μέσω ιδιαίτερα εμπεριστατωμένων αγορεύσεων, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου.
Αναφορά στα επί μέρους επιχειρήματα των συνήγορων θα γίνει κατωτέρω όπου χρειαστεί για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Σημειώνω δε ότι σύμφωνα με τη νομολογία δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 490).
Συνεπώς, για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται από τον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις κατατεθειμένες ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης εκάστης πλευράς και της παράλειψης αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ (1992) 1(Β) Α.Α.Δ 1453, Iacovou brothers (constructions) Ltd v Fashionwise ltd (2000) 1Β ΑΑΔ 1377, Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd, (2012) 1 ΑΑΔ 1460, Α. Messios & Sons Ltd κ.ά v. Ανδρέας Λεωνίδα (2010) 1 ΑΑΔ 195 και η πιο πρόσφατη απόφαση Χ. Χατζηκυριάκου κ.ά ν. M.L Property Solution Ltd, Πολιτική Έφεση Ε36/17, ημερομηνίας 30.11.2021.
Νομική πτυχή
Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται ουσιαστικά επί του Μέρους 20 των νέων κανονισμών πολιτικής δικονομίας. Ειδικότερα το Μέρος 20.2. προνοεί τα ακόλουθα:
«20.2. Αλλαγή διαδίκων: γενικά
(1) Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται όταν διάδικος πρόκειται να προστεθεί ή να υποκατασταθεί ή να αφαιρεθεί, εκτός όταν η υπόθεση εμπίπτει στο πλαίσιο του κανονισμού 20.6 (ειδικές διατάξεις για την αλλαγή διαδίκων μετά το τέλος σχετικής περιόδου παραγραφής).
(2) Το δικαστήριο δύναται να διατάξει την προσθήκη προσώπου ως νέου διαδίκου αν:
(α) η προσθήκη του νέου διαδίκου είναι επιθυμητή, ώστε το δικαστήριο να δυνηθεί να επιλύσει όλα τα αμφισβητούμενα θέματα στη δικαστική διαδικασία· ή
(β) υφίσταται ζήτημα, το οποίο αφορά στον νέο διάδικο και στον υφιστάμενο διάδικο, το οποίο συνδέεται με τα αμφισβητούμενα θέματα στη δικαστική διαδικασία, και είναι επιθυμητό να προστεθεί ο νέος διάδικος, ώστε το δικαστήριο να δυνηθεί να επιλύσει το εν λόγω ζήτημα.»
Από το λεκτικό της πιο πάνω δικονομικής διάταξης προκύπτει ότι η προσθήκη διαδίκου ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπό τις προϋποθέσεις του Μέρους 20.2.
Ως προς τον τρόπο άσκησης της σχετικής διακριτική ευχέρειας του Δικαστηρίου, χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την απόφαση Molavi v Hibbert [2020] EWHC 121 (Ch) σε σχέση με τις αντίστοιχες πρόνοιες των αγγλικών κανονισμών 19(2). Ειδικότερα λέχθηκαν τα ακόλουθα στις παραγράφους 64 – 68 της απόφασης:
«64. For an applicant to succeed with an application under CPR 19.2(1)(b) , three conditions must be met: (1) an issue must be identified between the proposed new party and an existing party (2) the issue must be connected to the matters already in dispute in the proceedings (3) it is desirable to add the new party so that the court can the issue identified in condition (1).
65. As to Condition (1) it is clear that it is not necessary for the issue between the new party and the existing party to be a cause of action: see XYX v Transform Medical Group [2014] EWHC 4056 at [22], in which a number of authorities are cited to this effect.
66. Condition (2) is the critical condition. The issue between the existing and the proposed new party must be connected to the matters already in issue in the proceedings. The nature of the required connection is not prescribed. In some cases, the connection will be in the form of an overlap of factual evidence between the existing proceedings and issue with the proposed new party – see, for example, Dunlop Haywords (DHL) Ltd. v Erinaceous Insurance Services Limited [2009] EWCA Civ 354 at [88].
67. In other cases, the connection is that the new party is concerned in with the outcome in some way such that it is desirable to have all parties connected to the dispute before the court in one set of proceedings so that they are bound by the outcome. This was the case for the excess insurers proposed to be added as defendants in Dunlop Haywords (DHL) Ltd. v Erinaceous Insurance Services Limited [2009] EWCA Civ 354 at [89].
68. In some cases, it is an existing Defendant who raises an issue which makes it desirable that another party be joined: see e.g. Sheikhar Dooma Shetty v Al Rushaid Petroleum Investment Company [2011] EWHC 1460 (Ch) at [15]. »
Παραπομπή στην πιο πάνω απόφαση και στις σχετικές αρχές επί του θέματος γίνεται και στο σύγγραμμα White Book 2026 Part 19 - Parties and Group Litigation, I. - Addition and Substitution of Parties, para. 19.2.2. και 19.2.3.
Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι αποφασιστικό κριτήριο είναι το κατά πόσο το ζήτημα μεταξύ του υφιστάμενου και του προτεινόμενου νέου διαδίκου συνδέεται με τα θέματα που αποτελούν ήδη αντικείμενο της διαδικασίας.
Σε κάποιες περιπτώσεις, η σύνδεση συνίσταται στο ότι τα γεγονότα μεταξύ της υφιστάμενης διαδικασίας και του ζητήματος που αφορά τον προτεινόμενο νέο διάδικο αλληλεπικαλύπτονται. Σε άλλες περιπτώσεις η σύνδεση προκύπτει από το ότι ο προτεινόμενος διάδικος έχει κάποιο συμφέρον ως προς την έκβαση της υπόθεσης, έτσι ώστε να είναι σκόπιμο να συμμετέχουν όλα τα μέρη της διαφοράς ενώπιον του δικαστηρίου στο πλαίσιο μιας ενιαίας διαδικασίας, προκειμένου να δεσμεύονται από την έκβαση της υπόθεσης.
Παρεμφερείς αρχές είχαν διαπλάθει και από τη κυπριακή νομολογία που ερμήνευσε την Δ.9. Θ.10. Σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Mepa Underwriting Management Limited και Άλλοι ν. Aγροτικής Aνώνυμης Eλληνικής Eταιρείας Γενικών Aσφαλίσεων (1997) 1 ΑΑΔ 772, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί το δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διαδίκους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων (Βλ. Van Gelder, Apsimon & Co v. Sowerby Bridge United District Flour Society [1890] 44 Ch D 374, C.A., Montgomery v. Foy, Morgan & Co [1895] 2 Q.B. 321, C.A., Bennetts & Co v. McIlwraith & Co [1896] 2 Q.B. 464, C.A., Ideal Films Ltd v. Richards [1927] 1 K.B. 374, C.A., Wilson v. Balcarres [1893] 1 Q.B. 422, Robinson v. Geisel [1894] 2 Q.B. 688).»
Ενώ, ως προς τους παράγοντες οι οποίοι είναι καθοριστικοί για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας των δικαστηρίων, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα :
«Αυτό που πρωτίστως εξετάζεται από το δικαστήριο στη διαδικασία προσθήκης εναγομένου είναι κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος είναι ένας αναγκαίος διάδικος.»
Στη μεταγενέστερη απόφαση στην υπόθεση Perihan Mustafa Korkut ή Eyiam Perihan ν. Απόστολου Γεωργίου διά του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Χαράλαμπου Χ. Ζόππου ( Αρ. 1), (2007) 1 Α.Α.Δ. 1213
«Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9, θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται.
Για το εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9, θ.10. (Βλ. Amon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd. [1956] 1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit [1968] 1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 772).»
Παράλληλα, στην απόφαση στην υπόθεση Cyproman Services Ltd v. Martin John Coward, Π.Ε 140/12, ημερομηνίας 4.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A162, επανεπιβεβαιώθηκε η αρχή ότι το Δικαστήριο διατηρεί ευρεία διακριτική ευχέρεια να προβεί στη συνένωση προσώπου ως διαδίκου εφόσον η παρουσία του κρίνεται αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του.
Από τις πιο πάνω αυθεντίες προκύπτει ότι το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου ανέκαθεν ενέπιπτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το βασικό κριτήριο που πρέπει να ικανοποιηθεί είναι ο προτεινόμενος διάδικος να είναι αναγκαίος διάδικος.
Ο καθορισμός όμως του εάν βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι, συναρτάται με τα επίδικα θέματα, όπως αυτά προσδιορίζονται από τα δικόγραφα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Παπαχριστοφόρου κ.α. ν. Χαραλάμπους (1991) 1 Α.Α.Δ. 906, Χ"Δαυϊδ ν. Χ"Δαυϊδ (1992) 1 Α.Α.Δ. 1176, Οδυσσέως ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (2001) 1 Α.Α.Δ. 1372 και η πιο πρόσφατη Βασιλική Αγρότου ν. Ιωάννα Αγρότου Π.Ε 288/2010, ημερομηνίας 31.5.2016.
Υπό τους νέους κανονισμούς πολιτικής δικονομίας και πάλι αυτό που έχει σημασία είναι το κατά πόσο το ζήτημα μεταξύ του υφιστάμενου και του προτεινόμενου νέου διαδίκου συνδέεται με τα θέματα που αποτελούν ήδη αντικείμενο της διαδικασίας.
Στην υπό κρίση υπόθεση η αγωγή αφορά παράνομη επέμβαση. Η αξίωση θεμελιώνεται επί το ότι η ενάγουσα είναι η νέα ιδιοκτήτρια του ακινήτου. Ενάγει δε τον εναγόμενο τον οποίο θεωρεί ως ενοικιαστή της προηγούμενης ιδιοκτήτριας.
Στον αντίποδα, εγείρεται από τον εναγόμενο o ισχυρισμός ότι δεν είναι ο ίδιος ενοικιαστής αλλά υπενοικιαστής από τον προτεινόμενο νέο διάδικο η σύμβασή ενοικίασης του οποίου με την προηγούμενη ιδιοκτήτρια δεν έχει λήξει ή τερματιστεί.
Επομένως, αυτό που εγείρεται είναι ότι ο προτεινόμενος διάδικος είναι αναγκαίος διάδικος, επειδή έλκει δικαιώματα από τη σύμβαση ενοικίασης με την προηγούμενη ιδιοκτήτρια του ακινήτου. Το πιο πάνω ζήτημα συναρτάται με τη δυνατότητα του νέου ιδιοκτήτη να ενάγει στη βάση του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης εναντίον του εναγόμενου.
Ειδικότερα στην απόφαση Xαραλαμπίδης ν. Γεωργίου Aνδρέα Kωνσταντίνου και Άλλου (1996) 1 ΑΑΔ 709, λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Καταλήγουμε ότι οι εφεσίβλητοι είχαν υποχρέωση, ως εμπιστευματοδόχοι, να τηρήσουν τις υποχρεώσεις της πρώην ιδιοκτήτριας, εξασφαλίζοντας την άσκηση των συμβατικών δικαιωμάτων του εφεσείοντα για την κατοχή και νομή του κτήματος καθόλη τη διάρκεια της ενοικίασης. Ο εφεσείων εδικαιούτο να παρεμποδίσει τους εφεσίβλητους από κάθε επέμβαση στο κτήμα. Η απαίτησή του για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος απορρίφθηκε. Δεν παραμένει, όμως, χωρίς θεραπεία. Προκύπτει από την Tryfonides v. Alpan (Taki Bros) (1988) 1 C.L.R. 224, ότι, οποτεδήποτε η θεραπεία στην οποία δικαιούται ο διάδικος έχει καταστεί από τα γεγονότα ανέφικτη, (σ' εκείνη την περίπτωση διάταγμα ειδικής εκτέλεσης), παρέχεται εξουσία στο δικαστήριο να διατάξει την παροχή αποζημιώσεων, ως υποκατάστατου της θεραπείας η οποία κατέστη ατελέσφορη.»
Από την πιο πάνω απόφαση προκύπτει ότι ο νέος ιδιοκτήτης ως εμπιστευματοδόχος έχει υποχρέωση να τηρεί τις υποχρεώσεις του προηγούμενου ιδιοκτήτη. Μάλιστα σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση τυχόν ενοικιαστής που έλκει δικαίωμα κατοχής, δυνάμει ισχύουσας σύμβασης ενοικίασης με τον προηγούμενο ιδιοκτήτη, μπορεί να αντιτάξει το δικαίωμα του έναντι του νέου ιδιοκτήτη και να παρεμποδίσει τον νέο ιδιοκτήτη από οποιαδήποτε επέμβαση στην κατοχή του ακίνητου.
Επομένως, ο ισχυρισμός περί ύπαρξης συμβατικής σχέσης του προτεινόμενου εναγόμενου με την προηγούμενη ενοικιάστρια, η οποία δεν έχει λήξει, είναι ουσιώδης και σχετικός με τα επίδικα θέματα στην παρούσα αγωγή. Ειδικότερα το γεγονός, ότι προβάλλεται ισχυρισμός περί ύπαρξης σχέσης ενοικίασης μεταξύ της προηγούμενης ιδιοκτήτριας και του προτεινόμενου εναγόμενου δια της οποίας το ακίνητο υπενοικιάστηκε στον εναγόμενο ανάγεται στη ρίζα του επίδικου ζητήματος στην παρούσα αγωγή, αφού άπτεται του ζητήματος του προσώπου που σύμφωνα με τον νόμο δικαιούται να κατέχει και να νέμεται το ακίνητο.
Οι δε εκατέρωθεν ισχυρισμοί περί εγκυρότητας του ενοικιαστηρίου συμβολαίου μεταξύ της προηγούμενης ιδιοκτήτριας και του προτεινόμενου διαδίκου δεν μπορούν να αποφασιστούν στο πλαίσιο της παρούσας. Αντίθετα θα πρέπει να αποφασιστούν στο πλαίσιο της αγωγής.
Υπό το φως των πιο πάνω, η προσθήκη του προτεινόμενου εναγόμενου θα συντείνει στο να επιλυθούν όλα τα αμφισβητούμενα θέματα στη δικαστική διαδικασία. Επίσης, τα πιο πάνω καθιστούν επιθυμητό όπως προστεθεί ο προτεινόμενος διάδικος, ώστε το δικαστήριο να δυνηθεί να επιλύσει το ζήτημα του ποιος δικαιούται να κατέχει το επίδικο ακίνητο.
Επομένως, η υπό κρίση αίτηση επιτυγχάνει. Ο εναγόμενος ως επιτυχών διάδικος δικαιούται στα έξοδα. Έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Μέρους 39.4 των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, κρίνω ότι τα έξοδα μπορούν να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή υπό την αίρεση της έγκρισής τους από το Δικαστήριο.
Κατάληξη
Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται διάταγμα ως το Α της αίτησης. Τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος.
Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου / αιτητή, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή υπό την αίρεση της έγκρισής τους από το Δικαστήριο.
…………………………………….
Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Α.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο