ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, A.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 117/2021
Μεταξύ:
Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ
ενάγουσας
-και-
1. Νεόφυτου Ανδρέα Παπασπύρου
2. Κώστα Μαυροφτή
3. Κοσμά Γιάννη Μουλαζίμη
4. Λευτέρη Γεωργίου Κουτσόλουκα
εναγομένων
Ημερομηνία: 16 Ιουνίου 2026
Εμφανίσεις
Για ενάγουσα : κ. Αβραάμ για Π. Αβραάμ ΔΕΠΕ
Για εναγόμενο 1 : κ. Δαμιανός για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σια ΔΕΠΕ
Για εναγόμενο 2: κα. Χαραλαμπίδου για Χαραλαμπίδου & Τσιανή ΔΕΠΕ
Για εναγόμενους 3 και 4: κα Κουρρή για Νικόλας Θωμά ΔΕΠΕ
ΑΠΟΦΑΣΗ
Εισαγωγή
Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αξίωση της ενάγουσας εναντίον των εναγόμενων αναφορικά με κατ’ ισχυρισμό υπόλοιπο δανείου. Οι εναγόμενοι 1 – 4, ενάγονται υπό την ιδιότητά τους ως πρωτοφειλέτες δυνάμει κατ’ ισχυρισμό συμφωνίας δανείου.
Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί
Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (1991) 1 AΑΔ 24. Το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Σχετική είναι η απόφαση Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη (2003) 1 ΑΑΔ 670. Παράλληλα, ως θέμα αρχής, είναι επιτρεπτή η δικογράφηση και προώθηση διαζευκτικών νομικών ισχυρισμών, αλλά όχι η προώθηση διαζευκτικών γεγονότων. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Marfin Popular Bank Public Co. Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ (2012) 1 ΑΑΔ 41.
Η ενάγουσα στην έκθεση απαίτησης της, δικογράφησε την σειρά συγχωνεύσεων, μετονομασιών και συμφωνιών που οδήγησαν στην νομιμοποίηση της να καταχωρεί την παρούσα. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερομηνίας 29.06.12, δάνεισε στους εναγόμενους ποσό ύψους 42.000 ευρώ. Δικογράφησε, επιπλέον, τους κατ’ ισχυρισμό όρους της επίδικης σύμβασης. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι με επιστολή, ημερομηνίας 19.01.20, κατέστησε ολόκληρο το ποσό απαιτητό.
Ο εναγόμενος 1, αρνήθηκε γενικά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας. Σε σχέση με την σύμβαση δανείου, αν και αρνήθηκε τους σχετικούς ισχυρισμούς, επιφυλάχθηκε να αναφερθεί στους όρους στους οποίους παραχωρήθηκε η επίδικη σύμβαση πίστωσης. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα δεν είχε δικαίωμα να τροποποιεί ή μεταβάλλει μονομερώς το επιτόκιο και προέβαλε σειρά ισχυρισμών, ως προς την νομιμότητα και εγκυρότητα των όρων της επίδικης σύμβασης.
Ο εναγόμενος 2, αρχικώς ισχυρίστηκε άγνοια και ως εκ τούτου απέρριψε τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, ως προς την επίδικη υπογραφή και περιεχόμενο της επίδικης σύμβασης δανείου. Παρά ταύτα, ισχυρίστηκε ότι η σύμβαση είναι άκυρη και προέβαλε σειρά ισχυρισμών ως προς την νομιμότητα και εγκυρότητα των όρων της επίδικης συμβάσης. Ισχυρίστηκε, τέλος, ότι η ενάγουσα δεν έδρασε στο πλαίσιο των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας.
Οι εναγόμενοι 3 και 4 καταχώρησαν ξεχωριστά δικόγραφα υπεράσπισης και ανταπαίτησης, με ταυτόσημο όμως περιεχόμενο. Αμφότεροι οι εναγόμενοι 3 και 4, αρνήθηκαν τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και διαζευκτικά ισχυρίστηκαν, ότι η επίδικη συμφωνία δανείου, περιέχει παράνομους ή καταχρηστικούς ή και άκυρους όρους. Αρνήθηκαν επίσης την λήψη οποιασδήποτε επιστολής ή και τον τερματισμό της επίδικης σύμβασης. Ήγειραν τέλος ανταπαίτηση, στην οποία αξίωσαν διάφορα διατάγματα από το Δικαστήριο και αποζημιώσεις εναντίον της ενάγουσας, σε σχέση με οικονομικές ζημιές που υπέστησαν.
Η ενάγουσα καταχώρησε απάντηση στην υπεράσπιση σε σχέση με τους εναγόμενους 1 και 2, στην οποία συνένωσε τα επίδικα θέματα. Σε σχέση με τους εναγόμενους 3 και 4, καταχώρησε απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, συνενώνοντας τα επίδικα θέματα και αρνούμενη την ανταπαίτηση των εναγόμενων 3 και 4.
Η απαίτηση τα ενάγουσας και η ανταπαίτηση των εναγομένων 3 και 4 συνεκδικάστηκαν. Αφού τα ζητήματα που ήγειραν ήταν κατάλληλα και πρόσφορα να δικαστούν μαζί. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση GDL Trading ( Fmagusta) Ltd v. Φαρκόνα κ.ά (2010) 1 ΑΑΔ 63.
Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ με σύνοψη της ενώπιον μου μαρτυρίας έχοντας υπόψη την αρχή ότι δεν είναι απαραίτητο να γίνεται ειδική αναφορά σε κάθε σημείο που αναφέρεται στη μαρτυρία. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Al Watani κ.ά v. Παπαδόπουλου (2000) 1(Γ) ΑΑΔ 1924, G&K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδόπουλου κ.ά (2001) 1(Α) ΑΑΔ 88, και Paphos Stone C Estates v. Ζαβρού κ.ά (1998) 1(Γ) ΑΑΔ 1854.
Μαρτυρία
Προς απόδειξη της απαίτησής της, η ενάγουσα κάλεσε τρεις μάρτυρες ενώ η πλευρά του εναγόμενων ουδεμία μαρτυρία προσέφερε.
Πρώτη μάρτυρας για την ενάγουσα, ήταν η Στέλλα Μαρία Σεργίου, ως ΜΕ1. Κατά την κυρίως εξέτασή της υιοθέτησε γραπτή δήλωση – κατάθεση της, η οποία σημειώθηκε ως έγγραφο Α. Επίσης κατέθεσε συνολικά επτά (7) τεκμήρια και 1 τεκμήριο προς αναγνώριση. Ειδικότερα, κατέθεσε ως τεκμήριο 1, δέσμη εγγράφων, αποτελούμενη από σειρά γνωστοποιήσεων και δημοσιεύσεων στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας, ως προς την σειρά συγχωνεύσεων και μεταβολών στο πρόσωπο της ενάγουσας. Ως τεκμήριο 2, κατέθεσε αντίγραφο της συμφωνία δανείου ημερομηνίας 29.06.12 και ως τεκμήριο 3, αντίγραφο απόδειξης έκδοσης δανείου. Ως τεκμήριο 4, κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού, συνοδευόμενη από πιστοποιητικό δυνάμει του Άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου και ως τεκμήριο 5, σχετική αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού. Ως τεκμήρια 6 και 7, κατέθεσε προειδοποιητικές επιστολές και επιστολές τερματισμού, ημερομηνίας 10.12.20 και 19.02.21 αντίστοιχα. Περαιτέρω κατά την κυρίως εξέτασή της, αναφέρθηκε στο περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατέθεσε και στην μεθοδολογία που ακολούθησε για την ετοιμασία τόσο της αναλυτικής κατάστασης λογαριασμού, όσο και της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού. Περαιτέρω, ρητά περιόρισε την αξίωσή της ενάγουσας, στο ποσό της αναδομημένης κατάστασης και ήταν σαφής, ότι από 01.01.24, δεν διεκδικείται οποιοδήποτε ποσό ως επιτόκιο.
Κατά την αντεξέτασή της, δέχτηκε ότι η ίδια δεν ήταν παρούσα κατά τον χρόνο συνομολόγησης των επίδικων συμφωνιών. Εξήγησε ότι η ίδια εργάζεται στην Do Value, η οποία διαχειρίζεται μη εξυπηρετούμενα δάνεια της ενάγουσας. Διευκρίνισε, ότι το συνολικό δάνειο που έφερε η επίδικη συμφωνία ανερχόταν στο 7,75% και ότι δεν αξιώνεται τόκος υπερημερίας. Περαιτέρω, κατά την αντεξέτασή της από την συνήγορο του εναγόμενου 2, αναφέρθηκε στην διακύμανση του επιτοκίου που χρεωνόταν στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού. Διευκρίνισε επίσης, ότι στην αναδομημένη κατάσταση, λαμβανόταν ως διαιρέτης οι 365 μέρες και η κεφαλαιοποίηση του τόκου, γινόταν 1 φορά ετησίως. Περαιτέρω, συμφώνησε ότι από τον Οκτώβρη του 2012 που έπρεπε να κατατεθεί η πρώτη δόση, κατατέθηκε τον Δεκέμβρη του 2012, μόνο το ποσό των € 150. Κατά την θέση της, γίνονταν τηλεφωνικές επικοινωνίες με τους εναγόμενους και αποστέλλονταν σχετικές επιστολές. Σε σχέση με την πρωτότυπη συμφωνία δανείου, παραδέχτηκε ότι η ίδια δεν την εντόπισε στον φάκελο. Επέμεινε ότι η αρμόδια υπάλληλος της ΣΠΕ Παραλιμνίου, ονόματι Μαρία Κωνσταντίνου, της επιβεβαίωσε ότι οι εναγόμενοι υπέγραψαν επί των επίδικων συμβάσεων. Σε σχέση με τις προειδοποιητικές επιστολές και τις επιστολές τερματισμού, ήταν η θέση της ότι αποστάληκαν στην τελευταία γνωστή διεύθυνση των εναγόμενων με σύνηθες ταχυδρομείο. Ήταν η θέση της, ότι αυτές δεν έχουν παραληφθεί πίσω. Περαιτέρω, αντεξετάστηκε σε σχέση με τους όρους της επίδικης σύμβασης και αρνήθηκε τις υποβολές περί καταχρηστικών ρητρών. Κατά την αντεξέτασή της από τη συνήγορο των εναγόμενων 3 και 4, επέμεινε ότι ήταν πάγια τακτική της ενάγουσας, να δίδεται χρόνος στους πελάτες να λαμβάνουν ανεξάρτητη νομική συμβουλή, πριν την υπογραφή οποιασδήποτε σύμβασης. Δέχτηκε επίσης, ότι δεν έχει στην κατοχή της οποιαδήποτε απόδειξη αποστολής των προειδοποιητικών επιστολών και επιστολών τερματισμού.
Επόμενη μάρτυρας, ήταν η Μάρθα Γεωργίου, ως ΜΕ2. Κατά την κυρίως εξέτασή της υιοθέτησε γραπτή δήλωση κατάθεση, η οποία σημειώθηκε ως έγγραφο Β. Περαιτέρω κατέθεσε τρία (3) τεκμήρια. Ειδικότερα, κατέθεσε πρωτότυπη δέσμη εγγράφων, αποτελούμενη από πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος της Εταιρείας Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd σε Do Value Cyprus Ltd, ως τεκμήριο 8. Περαιτέρω κατάθεσε ως τεκμήριο 9, την πρωτότυπη συμφωνία δανείου και την πρωτότυπη απόδειξη έκδοσης συνεργατικού δανείου. Τέλος, κατέθεσε ως τεκμήριο 10, δέσμη εγγράφων, αποτελούμενη από επιστολές προς όλους τους εναγόμενους, οι οποίες ήταν διάφορων ημερομηνιών.
Κατά την αντεξέτασή της από τον συνήγορο του εναγόμενου 1, επέμεινε ότι οι επιστολές τεκμήριο 10, στάλθηκαν, αλλά δεν είχε οποιαδήποτε απόδειξη, ότι αυτές δεν έχουν επιδοθεί. Κατά την αντεξέτασή της από τη συνήγορο του εναγόμενου 2, αναφέρθηκε εκ νέου και λεπτομερώς στις επιστολές τεκμήριο 10. Υποστήριξε επίσης ότι οι εναγόμενοι ενημερώνονταν για τις καθυστερήσεις. Η μάρτυρας, δεν αντεξετάστηκε από τη συνήγορο των εναγόμενων 3 και 4., η οποία υιοθέτησε την αντεξέταση των υπόλοιπων δικηγόρων.
Τελευταία μάρτυρας, ήταν η Μαρία Κωνσταντίνου, ως ΜΕ3. Η ΜΕ3 εργαζόταν περί το έτος 2012 στην ΣΠΕ Παραλιμνίου. Δήλωσε ότι στη συμφωνία τεκμήριο 9, υπέγραψε ως μάρτυρας. Αναγνώρισε την επίδικη συμφωνία δανείου καθώς επίσης την ταυτότητά και την υπογραφή της επ’ αυτής. Δήλωσε ότι οι εναγόμενοι 1- 4, υπέγραψαν στην παρουσία της.
Κατά την αντεξέταση της, από τον συνήγορο του εναγόμενου 1, δήλωσε ότι δεν θυμάται τον εναγόμενο 1, αλλά ήταν βέβαιη ότι υπέγραψε ενώπιον της, γιατί αυτή ήταν η διαδικασία. Κατά την αντεξέτασή της, από την συνήγορο του εναγόμενου 2, αναφέρθηκε στην αρμοδιότητα του Τμήματος Υπογραφών, επανέλαβε ότι έρχονταν οι πελάτες και υπέγραφαν ενώπιον τους και υποστήριξε ότι η επίδικη συμφωνία δανείου, είχε υπογραφεί ενώπιόν της. Δεν θυμόταν όμως τον εναγόμενο 2. Κατά την αντεξέτασή της από την συνήγορο των εναγόμενων 3 και 4, πάλι επέμεινε ότι η σύμβαση υπογράφηκε ενώπιόν της, αλλά δεν γνωρίζει προσωπικά τους εναγόμενους 3 και 4.
Εισηγήσεις των διαδίκων
Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω εμπεριστατωμένων αγορεύσεων υποστήριξαν ο κάθε ένας τη θέση του.
Αναφορά στα επιμέρους επιχειρήματα θα γίνει κατωτέρω όπου κριθεί αναγκαίο για την απόφαση.
Αξιολόγηση μαρτυρίας
Κατ’ αρχάς τονίζεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd (2009) 1 A.A.Δ. 974 και Mirza Feiz Hasan v. Μιχάλη Ανδρέου, (2015) 1 ΑΑΔ 2624.
Στη βάση των πιο πάνω, έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797.
Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας της μάρτυρος με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σχετική είναι η απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45. Διευκρινίζω, όμως, ότι η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Mohamed Shahin Haisan Fawzy ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 266.
Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολιτική Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:A202, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας.
Περαιτέρω, αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετικές, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης, είναι η αποφάσεις Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527, Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B454, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας.
Διευκρινίζω, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλώς μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 640 και Στέγη Ευγηρίας «Αρχάγγελος Μιχαήλ» Καϊμακλίου ν. Αργυρίδου Πολιτική Έφεση 32/14, ημερομηνίας 29.9.2021, ECLI:CY:AD:2021:A430.
Με γνώμονα τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές προχωρώ με την αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας.
Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1.
Η ΜΕ1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο δικαστήριο και η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από ευθύτητα, καθαρότητα, συνοχή και πειστικότητα. Επίσης, η μαρτυρία της σε βασικά σημεία δεν έχει αμφισβητηθεί.
Ειδικότερα, η μαρτυρία της ως προς τη σειρά συγχωνεύσεων και μετονομασιών που οδηγήσαν στη νομιμοποίηση της ενάγουσας δεν έχει αμφισβητηθεί. Επίσης, η θέση της ότι εκταμιεύθηκε το ποσό που αφορούσε η επίδικη σύμβαση δανείου, πέραν από σαφής και σταθερή δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση. Περαιτέρω, η αναφορά της μάρτυρoς ως αποτυπώνεται στα πιστοποιητικά που συνοδεύουν τα τεκμήρια 4 και 5, ότι ως υπάλληλος της Do value Cyprus Ltd έχει πρόσβαση στο μηχανογραφικό αρχείο της ενάγουσας, δεν έχει αμφισβητηθεί. Επομένως οι πιο πάνω θέσεις της γίνονται αποδεκτές.
Επιπλέον, οι βασικές της θέσεις ως προς το ύψος του χρέους ήταν σαφείς και σταθερές. Ειδικότερα, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η μάρτυρας συνέκρινε και έλεγξε τις καταχωρίσεις που εμφαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού με τις καταχωρίσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Επομένως, η μαρτυρία της ως προς την ύπαρξη και την αποτύπωση των χρεωπιστώσεων επί της κατάστασης λογαριασμού τεκμήριο 4, επί της ουσίας δεν έχει αμφισβητηθεί. Αυτό που αμφισβητήθηκε ήταν η νομιμότητα συγκειμένων χρεώσεων και το εάν όντως τα γεγονότα για τα οποία καταχωρήθηκε χρέωση όντως έλαβαν χώρα. Όμως ο ισχυρισμός της ότι οι χρεοπιστώσεις που εμφαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού είναι οι χρεοπιστώσεις που καταχωρήθηκαν στο τραπεζικό βιβλίο, παρέμεινε αλώβητος.
Παράλληλα, οι θέσεις της ότι οι εκάστοτε χρεοπιστώσεις καταχωρούνταν στον επίδικο λογαριασμό που τηρείτο σε αρχείο ηλεκτρονικού υπολογιστή, παρέμεινε σταθερή και πειστική. Το ίδιο ισχύει και για το ότι οι εκάστοτε καταχωρίσεις γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή της εργασίας της ενάγουσας και ότι τόσο ο ηλεκτρονικός υπολογιστής όσο και το αρχείο που αφορούσε της επίδικη κατάσταση λογαριασμού βρίσκονταν υπό τη φύλαξη και έλεγχο της ενάγουσας. Επιπλέον, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, δεν αμφισβητήθηκε η ύπαρξη αυτή καθαυτή των εκάστοτε χρεοπιστώσεων. Αυτό που αμφισβητήθηκε είναι η νομιμότητα των διαφόρων χρεώσεων. Επομένως η θέση της ΜΕ1 ότι οι εκάστοτε χρεοπιστώσεις γίνονταν κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών της ενάγουσας μπορεί να γίνει δεκτή.
Επομένως, η μαρτυρία της ως προς την κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 4, μπορεί να γίνει δεκτή. Ομοίως δεν έχει αμφισβητηθεί η εκδοχή της ως προς τη διεργασία που ακολουθήθηκε για την ετοιμασία της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, τεκμήριο 5. Συνεπώς, οι θέσεις της ως προς τα πιο πάνω γίνονται δεκτές.
Επιπλέον, η θέση της ως προς τη διακύμανση του επιτοκίου δεν έχει αμφισβητηθεί. Ειδικότερα ήταν η θέση της ότι αρχικά το επιτόκιο ανερχόταν σε 7.75 % ετησίως, ακολούθως μειώθηκε σε 7.50%, μετέπειτα σε 7.25% και το 2013 κατήλθε στο 7.00 % δεν έχει αμφισβητηθεί. Ομοίως δεν έχει αμφισβητηθεί ότι από τον Οκτώβρη του 2013 μέχρι το 2023 το επιτόκιο ανερχόταν στο 6.75% ετησίως και από 1.1.2024 κατέστη μηδενικό.
Οι πιο πάνω θέσεις ως γεγονός δεν έχουν αμφισβητηθεί. Αυτό που τέθηκε από τους συνηγόρους υπεράσπισης είναι ότι το ποσοστό 7.75% που τέθηκε από τη μάρτυρα ως το αρχικό επιτόκιο είναι εκτός του πλαισίου των δικογραφημένων ισχυρισμών της ενάγουσας, επειδή στην έκθεση απαίτησης δικογραφείται ότι το επιτόκιο ανερχόταν σε 7.25%.
Σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα είναι σημαντικό να τονιστεί ότι σύμφωνα με τη νομολογία κάθε δικόγραφο θα πρέπει να περιλαμβάνει μόνο συνοπτική έκθεση των ουσιωδών γεγονότων στα οποία ο διάδικος στηρίζει την απαίτηση ή υπεράσπιση του και όχι τη μαρτυρία με την οποία προτίθεται να τα αποδείξει. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ. ν. Σαββίδη (1997) 1 ΑΑΔ 685.
Στην υπό κρίση υπόθεση, στην έκθεση απαίτησης, τέθηκε ο βασικός ισχυρισμός ότι το συνολικό επιτόκιο ήταν συνάρτηση του βασικού επιτοκίου της τράπεζας και του περιθωρίου. Δικογραφήθηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο της συμφωνίας το επιτόκιο ανερχόταν σε 7.25%, ήτοι 5. 00% βασικό και 2. 25% περιθώριο. Είναι σαφές ότι το δικόγραφο δεν περιορίστηκε κατά τον χρόνο σύναψη της συμφωνίας, αλλά καταγράφει τον ουσιώδη χρόνο της συμφωνίας, διατύπωση που δεν περιορίζει τον ισχυρισμό στον χρόνο συνομολόγησης της συμφωνίας. Επομένως, ακόμα και εάν λαμβανόταν υπόψη ο δικογραφημένος ισχυρισμός ως τέθηκε αυτολεξεί δεν θα υπήρχε θέμα σύγκρουσης της μαρτυρίας με τα δικόγραφα. Εν πάση περιπτώσει, με την έκθεση απαίτησης τέθηκε ο βασικός ισχυρισμός περί ύπαρξης επιτοκίου και του τρόπου καθορισμού του. Το εκάστοτε ακριβές ποσοστό είναι ζήτημα μαρτυρίας.
Συνακόλουθα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να μην λάβει υπόψιν τη μαρτυρία της ΜΕ1 ως προς τη διακύμανση του επιτοκίου. Αντίθετα, ένεκα της μη αμφισβήτησης των σχετικών της αναφορών, η μαρτυρία της ME1 ως προς τη διακύμανση του επιτοκίου γίνεται δεκτή.
Ως προς την αποστολή των επίδικων επιστολών η μαρτυρία της κρίνεται αξιόπιστη. Η μάρτυρας κατέθεσε αυτό που γνωρίζει ως προς τα γεγονότα δεχόμενη με ειλικρίνεια ότι δεν έχει προσωπική γνώση. Σαφώς το ζήτημα του εάν αποδεικνύεται η παράδοση των επιστολών άπτεται της απόσεισης του βάρους απόδειξης και όχι της αξιοπιστίας. Η μάρτυρας κρίνεται ως ειλικρινής μάρτυρας η οποία κατέθεσε στη βάση όσων εντόπισε στον φάκελο της διαδικασίας. Αν τα όσα ανέφερε αρκούν για να αποδειχθεί το ζητούμενο είναι άλλο ζήτημα.
Συνολικά η μάρτυρας κατέθεσε με ευθύτητα όσα γνώριζε και όσα πήγαζαν μέσα από τον φάκελο που διατηρούσε η τράπεζα και η ίδια είχε στην κατοχή της. Η δε αξιοπιστία της ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή της.
Συνεπώς, η ΜΕ1 κρίνεται αξιόπιστη μάρτυρας και το δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία της για την εξαγωγή ευρημάτων.
Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ2
Η ΜΕ2 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από ευθύτητα σταθερότητα και πειστικότητα. Κατέθεσε με ειλικρίνεια τα όσα περιήλθαν εις γνώση της από το φάκελο που είχε στην κατοχή της. Σαφώς όμως το εάν τα όσα κατέθεσε έχουν αποδεικτική βαρύτητα είναι ζήτημα που θα εξεταστεί κατωτέρω.
Ως προς τη θέση της ως προς την αποστολή των επιστολών τεκμήριο 10 σημειώνω ότι δεν μπορεί να αποδοθεί βαρύτητα. Ειδικότερα, η μάρτυρας κατέθεσε σειρά επιστολών που εντόπισε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της ενάγουσας. Οι εν λόγω επιστολές δεν φέρουν οποιαδήποτε υπογραφή. Παρά ταύτα, υποστήριξε ότι αυτές στάλθηκαν. Ωστόσο νομολογιακά έχει κριθεί ότι έγραφα που δεν φέρουν υπογραφή δεν μπορούν να αποτελέσουν νομική απόδειξη. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Ανδρέας Κοιλιάρης Λτδ κ.ά ν. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων (1998) 2 ΑΑΔ 295.
Έτσι, παρά το γεγονός ότι η μάρτυρας κρίθηκε αξιόπιστη το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί σε ανυπόγραφες επιστολές για να εξάξει οποιοδήποτε εύρημα ότι αυτές στάλθηκαν. Το μόνο που μπορεί να εξαχθεί από τη σχετική μαρτυρία της ΜΕ2 είναι ότι εντοπίστηκαν κάποιες επιστολές στον υπολογιστή της ενάγουσας.
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω η ΜΕ2 κρίνεται αξιόπιστη μάρτυρας.
Αξιολόγηση ΜΕ3
Η ΜΕ3 προκάλεσε επίσης θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η όλη της μαρτυρία χαρακτηριζόταν από ευθύτητα και ειλικρίνεια. Ήταν σαφής στο ότι θυμόταν πως η ίδια ήταν μάρτυρας των υπογραφών επί της επίδικης σύμβασης δανείου. Τόνισε χωρίς να αμφισβητηθεί ότι η διαδικασία υπογραφής ήταν συγκεκριμένη και έγκειτο στο ότι οι πελάτες πάντοτε υπέγραφαν ενώπιον των υπαλλήλων της Συνεργατικής. Συνεπώς η θέση της περί υπογραφής των επιδίκων συμβάσεων προκύπτει από το γεγονός ότι αναντίλεκτα η ίδια υπέγραψε ως μάρτυρας και στο ότι πάντοτε ακολουθείτο η ίδια πρακτική. Συνακόλουθα, το γεγονός ότι δεν θυμόταν να περιγράψει τα πρόσωπα των εναγομένων δεν μπορεί να επηρεάσει την αξιοπιστία της ή την αποδοχή της θέσης της ότι οι εναγόμενοι υπέγραψαν.
Συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία της ως αξιόπιστη.
Νομική Πτυχή
Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά. (1991) 1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του.
Στην απόφαση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βασίλη Χαραλάμπους και Άλλων (2010) 1 ΑΑΔ 829, υποδείχθηκε ότι σε υποθέσεις τραπεζικού χρέους τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τρία. Ειδικότερα υποδείχθηκε ότι χρήζουν απόδειξης, (α) η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, μαζί με τους όρους της, (β) η παράβαση όρου της σύμβασης, (γ) ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο.
Το επίπεδο απόδειξης των ισχυρισμών του εκάστοτε ενάγοντα βρίσκεται στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής (2001) 1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).
Παράλληλα, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd (2016) 1 Α.Α.Δ. 2786, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις King's Development Co Ltd v. Πηλέα (2001) 1 ΑΑΔ 733 και Ιακωβίδης ν. P & A Sfinakia Entertainment Ltd κ.ά, Πολιτική Έφεση 226Α /2018, ημερομηνίας 10.1.2025.
Επομένως, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει το κατά πόσο η ενάγουσα απέδειξε τα βασικά γεγονότα που θεμελιώνουν την απαίτησή της, στον απαιτούμενο βαθμό, ώστε να δικαιούται σε απόφαση.
Προτού προχωρήσω στη εξέταση του κατά πόσο αποδείκτηκαν τα ουσιώδη στοιχεία που θεμελιώνουν την απαίτηση, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στο επιχείρημα του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγόμενου 1 περί έλλειψης νομιμοποίησης της εταιρείας Do Value Cyprus Ltd και στο επιχείρημα της ευπαίδευτης συνηγόρου του εναγόμενου 2 περί μη απόδειξης του γεγονότος ότι η πιο πάνω εταιρεία διαχειρίζεται τo επίδικο δάνειο.
Επί του εξεταζόμενου ζητήματος σημειώνω ευθύς εξ αρχής ότι ενάγουσα δεν είναι η εταιρεία Do Value Cyprus Ltd, αλλά η Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ.
Σε σχέση με τη νομιμοποίηση της ενάγουσας, η ΜΕ1 προσκόμισε το τεκμήριο 1, το οποίο περιλαμβάνει πιστοποιητικά σύστασης και δημοσιεύσεις στην επίσημη εφημερίδα που αφορούν συγχωνεύσεις και μετονομασίες καθώς γνωστοποίηση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ως προς τη μεταβίβαση των εργασιών της ΣΕΔΙΠΕΣ προς την ενάγουσα.
Ειδικότερα, μέσα από το τεκμήριο 1 προκύπτει η σύσταση της ΣΠΕ Παραλιμνίου που χορήγησε την πιστωτική διευκόλυνση. Επίσης, προκύπτει η συγχώνευση της ΣΠΕ Παραλίμνιου με άλλες συνεργατικές εταιρείες και η μετονομασία της πλέον σε ΣΠΕ Κοκκινοχωρίων. Περαιτέρω, προκύπτει η συγχώνευση και μεταφορά όλων των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού 18 ΣΠΙ, μεταξύ των οποίων και η ΣΠΕ Κοκκινοχωρίων Λτδ, στη Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. Επιπλέον, ρητά καταγράφεται ότι με τη συγχώνευση μεταφέρονται όλα τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού των συγχωνευόμενων ΣΠΕ στη Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. Επίσης, ρητά καταγράφεται ότι, όλες οι πράξεις, συμβόλαια και τα έγγραφά τους θα συνεχίζουν να ισχύουν. Επίσης πιστοποιείται η μετονομασία της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (ΣΕΔΙΠΕΣ). Τέλος, με τη γνωστοποίηση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 10.10.2022, πιστοποιείται η μεταβίβαση των πιστωτικών διευκολύνσεων της ΣΕΔΙΠΕΣ στην ενάγουσα.
Τα πιο πάνω στοιχεία μαρτυρίας, επιμαρτυρούν την αδιάσπαστη σειρά συγχωνεύσεων και μεταβιβάσεων που οδήγησαν εν τέλει στην απόκτηση των πιστωτικών διευκολύνσεων που αφορά η παρούσα αγωγή από την ενάγουσα. Συνεπώς, έχει αποδειχθεί μέσα από την αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΕ1 η σειρά των συγχωνεύσεων και μετονομασιών που οδηγήσαν στη νομιμοποίηση της ενάγουσας να αξιώνει θεραπείες δυνάμει της επίδικής σύμβασης δανείου.
Επιπλέον μέσα από το περιεχόμενο των πιστοποιητικών που συνοδεύουν τα τεκμήρια 4 και 5 το περιεχόμενο των οποίων δεν έχει αμφισβητηθεί, ρητά καταγράφεται ότι η ΜΕ1 έχει πρόσβαση στα αρχεία της ενάγουσας ένεκα της σχέσης της εταιρείας Do Value Cyprus Ltd και της ενάγουσας. Τέλος, μέσα από το τεκμήριο 8 πληρεξούσιο έγγραφο, πιστοποιείται ότι όντως η ΜΕ1 είναι εξουσιοδοτημένη από την Do Value Cyprus Ltd.
Υπό το φως των πιο πάνω κανένα κενό δεν προκύπτει ως προς το ότι όντως η εταιρεία Do Value Cyprus Ltd διαχειρίζεται το επίδικο χρέος.
Προχωρώ να εξετάσω τα υπόλοιπα που εγέρθηκαν στην παρούσα.
Στην υπό κρίση υπόθεση η πλευρά των εναγόμενων αμφισβητεί την υπογραφή της σύμβασης δανείου. Επομένως, το εν λόγω ζήτημα θα εξεταστεί κατά προτεραιότητα.
Αποτελεί θεμελιακή αρχή πως το ζήτημα της υπογραφής των εκάστοτε συμφωνιών, εφόσον αμφισβητείται, θα πρέπει να αποδεικνύεται και θα πρέπει να προσκομίζεται μαρτυρία προς απόδειξη των υπογραφών επί των επίδικων συμφωνιών και/ή της εκτέλεσης αυτών. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Ελληνική Τράπεζα Χρηματοδοτήσεις v. E.T. Autospares Enterprises Ltd κ.α. (1998) 1 ΑΑΔ 843, Trambako Holdings Ltd κ.α. v. Alpha Bank Cyprus Ltd, Πολιτική Έφεση 87/2018, ημερομηνίας 25.11.2024 και Παπαγεωργίου Ξενοδοχειακός Εξοπλισμός Λτδ κ.ά ν. Societe Generale Bank – Cyprus Ltd, Πολιτική Έφεση 88/2020, ημερομηνίας 29.5.2026.
Σαφώς, όμως, δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας ως προς το τι πρέπει να προσκομίζεται ως μαρτυρία προς απόδειξη συγκεκριμένου στοιχείου της απαίτησης. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Κόκκινου κ.ά ν. Themis Portofolio Management Holdings Ltd Πολιτική Έφεση 386/18, ημερομηνίας 30.10.2025.
Παράλληλα, ως έχει κριθεί στην Κόκκινου κ.ά ν. Themis Portofolio Management Holdings Ltd Πολιτική Έφεση 336/2018, ημερομηνίας 31.3.2025, στην περίπτωση κατ’ ισχυρισμόν τραπεζικού χρέους, η παρουσίαση ενώπιον του δικαστηρίου όλων των δεδομένων υπό μορφή εγγράφων/τεκμηρίων είναι αρκετή για να οδηγήσει στην έκδοση απόφασης προς όφελος του δανειστή χωρίς απαραιτήτως να χρειάζεται να καταδειχθεί για κάθε τι προσωπική γνώση ή ανάμειξη.
Συνεπώς το ζήτημα κρίνεται υπό το φως των γεγονότων της εκάστοτε υπόθεσης.
Στην υπό κρίση υπόθεση, για το ζήτημα της υπογραφής των επίδικων συμβάσεων έδωσαν μαρτυρία η ΜΕ1 και η ΜΕ2, οι οποίες κατέθεσαν τις επίδικες συμβάσεις καθώς και την απόδειξη εκταμίευσης του επίδικου δανείου. Η μεν ΜΕ1 κατέθεσε τα αντίγραφα των εν λόγω εγγράφων και η ΜΕ2 τα πρωτότυπα. Στην επίδικη σύμβαση δανείου καταγραφόταν ως μάρτυρας των υπογραφών η ΜΕ3, η οποία προσήλθε επίσης στο Δικαστήριο. Η ΜΕ3, η οποία ήταν εργοδοτούμενη της ΣΠΕ Παραλιμνίου κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης δήλωσε ότι η ίδια ήταν μάρτυρας των υπογραφών και ότι πάντοτε οι πελάτες υπέγραφαν ενώπιον των υπαλλήλων της Συνεργατικής. Σημειώνω δε ότι ουδέποτε τέθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί το ότι η υπογραφή των εναγομένων ήταν προϊόν πλαστογραφίας. Αυτό που τέθηκε είναι ότι δεν έχει αποδειχθεί με επαρκή μαρτυρία ότι οι εναγόμενοι υπέγραψαν την επίδικη συμφωνία.
Έτσι, λοιπόν, το γεγονός ότι η ΜΕ 3 αδιαμφισβήτητα ήταν μάρτυρας των υπογραφών σε συνάρτηση με το ότι πάντοτε οι πελάτες υπέγραφαν ενώπιον των υπαλλήλων της Συνεργατικής αποκλείει το ενδεχόμενο οι υπογραφή των εναγομένων να τέθηκε εκτός καταστήματος και στη απουσία της ΜΕ3. Αντίθετα η θετική μαρτυρία ότι η ΜΕ3 υπέγραψε ως μάρτυρας των υπογραφών και ότι πάντοτε υπέγραφε ως μάρτυρας, αφού τα πρόσωπα των οποίων μαρτυρούσε την υπογραφή τους, έθεταν και τα ίδια την υπογραφή τους, οδηγεί στο ότι έχει αποδειχθεί η υπογραφή των εναγομένων. Επομένως, η μαρτυρία της ΜΕ3 επαρκεί για την απόδειξη της υπογραφής της επίδικης συμφωνίας δανείου.
Ανεξάρτητα από την πιο πάνω μαρτυρία το γεγονός ότι δεν αμφισβητήθηκε η εκταμίευση του δανείου σε συνάρτηση με το γεγονός ότι έγινε τουλάχιστον μια πληρωμή στον επίδικο λογαριασμό επαρκεί για να αποδειχθεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων η υπογραφή της σύμβασης δανείου.
Συνεπώς, μέσα από την ενώπιόν μου αξιόπιστη μαρτυρία προκύπτει ότι έχει αποδειχθεί η συνομολόγηση της επίδικής σύμβασης δανείου. Επίσης, έχει αποδειχθεί η εκταμίευση του συμφωνηθέντος ποσού δανείου προς τους εναγόμενους 1 - 4.
Το επόμενο βασικό σημείο διαφωνίας μεταξύ των διαδίκων ήταν το κατά πόσο έχει αποδειχθεί το κατ’ ισχυρισμόν οφειλόμενο ποσό. Εν σχέση με το εν λόγω ζήτημα η γραμμή των ευπαίδευτων συνηγόρων των εναγομένων ήταν ότι σειρά χρεώσεων ήταν καταχρηστικές ή παράνομες. Επίσης, τέθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί η ύπαρξη συγκεκριμένων χρεώσεων.
Ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο στην υπό κρίση υπόθεση είναι το γεγονός ότι η ενάγουσα, περιόρισε την αξίωσή της με την κατάθεση της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, τεκμήριο 5, στην οποία υπολογίστηκε μόνο το ποσό που εκταμιεύθηκε πλέον το εκάστοτε επιτόκιο.
Έτσι, λοιπόν, η απάντηση στο ερώτημα του κατά πόσο η ενάγουσα απέδειξε την αξίωσή της περνά σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο οι καταστάσεις λογαριασμού τεκμήρια 4 και 5 θα πρέπει να κριθούν ως αντίγραφα του τραπεζικού βιβλίου.
Ο κ. Αβραάμ με παραπομπή στο άρθρο 22 του περί αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 και σε σχετική νομολογία υποστήριξε ότι η κατατεθειμένη κατάσταση λογαριασμού συνιστά αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου.
Στον αντίποδα, οι συνήγοροι των εναγομένων εισηγήθηκαν ότι δεν είχε αποδεικτεί το αξιούμενο υπόλοιπο και οι διάφορες χρεώσεις στον επίδικο λογαριασμό ήταν παράνομες και προϊόν επιβολής καταχρηστικών ρητρών. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω η κα Κουρρή, με παραπομπή στη νομοθεσία και στη νομολογία, εισηγήθηκε ότι στην υπό κρίση υπόθεση οι κατατεθειμένες καταστάσεις λογαριασμού δεν μπορούν να κριθούν ως αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου, καθότι το περιεχόμενό τους δεν είχε συγκριθεί με τις αρχικές καταχωρήσεις. Αιχμή του δόρατος της πιο πάνω επιχειρηματολογίας αποτέλεσε η πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση Societe Genarale Cyprus Ltd v. Νίνος Χατζηρούσος ως παραλήπτης και διαχειριστής της περιουσίας Stone Heaven (village houses) Ltd κ.ά. Αρ. Αγωγής 2425/08, ημερομηνίας 13.5.2014.
Στην υπό κρίση υπόθεση η αποδοχή και η αποδεικτική βαρύτητα των καταστάσεων λογαριασμών συνδέεται τόσο με την απόδειξη τυχόν οφειλόμενου πόσου όσου και με την τυχόν παράλειψη των εναγόμενων 1 - 4 να καταβάλλουν κανονικά τις δόσεις τους.
Ευθύς εξ αρχής, σημειώνω ότι η απόφαση που επικαλέστηκε η πλευρά των εναγόμενων 3 και 4 έχει ανατραπεί κατ’ έφεση και δεσμευτική είναι η εφετειακή κρίση στην υπόθεση Societe Generale Bank Cyprus Limited v. Χατζηρούσου και Άλλων, Πολιτική Έφεση 191/14, ημερομηνίας 11.7.22, ECLI:CY:AD:2022:D305.
Με γνώμονα τα πιο πάνω στρέφομαι να εξετάσω το εγειρόμενο ζήτημα.
Στην υπό κρίση υπόθεση, σύμφωνα με τη αναντίλεκτη μαρτυρία της ΜΕ1 τα βιβλία και τα αρχεία της ενάγουσας τηρούνταν κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών της ενάγουσας. Τονίζω ότι η πιο πάνω θέση ουδόλως έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση. Είναι, λοιπόν, προφανές ότι οι χρεοπιστώσεις καταχωρούνταν στο αρχείο ηλεκτρονικού υπολογιστή που αποτελούσε μέρος του τραπεζικού βιβλίου που διατηρούσε και είχε υπό τη φύλαξη της η ενάγουσα. Οι καταχωρίσεις στο βιβλίο γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της ενάγουσας. Περαιτέρω, αναφορικά με τις καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε η ΜΕ1 αυτές συγκρίθηκαν από την ίδια με τις αρχικές καταχωρίσεις στο τραπεζικό βιβλίο και ήταν ορθές. Η θέση της ΜΕ1 ότι η ίδια έλεγξε τις αρχικές καταχωρίσεις στο τραπεζικό βιβλίο και τις βρήκε ορθές δεν έχει αμφισβητηθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο.
Τα πιο πάνω δεδομένα επαρκούν, ώστε η κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 4 να κριθεί ως αντίγραφο του Τραπεζικού Βιβλίου σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, αλλά και τη σχετική νομολογία. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Ιωαννίδης κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, (2014) 1 ΑΑΔ 1491.
Σύμφωνα δε με τη πάγια πλέον νομολογία, η κατάθεση λογαριασμού, ο οποίος κρίνεται ως αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου, δυνάμει του άρθρου 22 του περί αποδείξεως νόμου, συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη του περιεχομένου του. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ και Άλλων (2009) 1 ΑΑΔ 479, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Εφόρου Εταιρειών, ως προσωρινού εκκαθαριστή της εταιρείας Deme - Dairy Ltd κ.α, Πολιτική Έφεση Αρ. 246/2013, ημερομηνίας 11.12.2019, ECLI:CY:AD:2019:A523, Αργυρού κ.ά. v. B2Kapital Cyprus Ltd, Πολιτική Έφεση 172/15, ημερομηνίας 11.6.2025 και Τάνη κ.ά ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Πολιτική Έφεση 308/2016, ημερομηνίας 23.10.2025.
Περαιτέρω, ως έχει κριθεί πρόσφατα από το εφετείο, γενικές και αόριστες υποβολές κατά την ακρόαση δεν επαρκούν για την ανατροπή του πιο πάνω μαχητού τεκμηρίου. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Κόκκινου κ.ά ν. Themis Portofolio Management Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση 386/2018, ημερομηνίας 30.10.2025. Σχετικής, επίσης, είναι και η απόφαση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Ζαλούμη κ.ά, Πολιτική Έφεση 149/13, ημερομηνίας 14.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:A123.
Επιπλέον, στην απόφαση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργου Οικονόμου, (2014) 1 ΑΑΔ 2287, υποδείχθηκε πως, όταν ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί συγκεκριμένες χρεώσεις του λογαριασμού, δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο. Σχετική, επίσης, είναι και η απόφαση Φρουταρία το Πανέρι Λτδ κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Co Ltd, Πολιτική Έφεση 426/11, ημερομηνίας 29.11.2017.
Στην υπό κρίση υπόθεση έχουν αμφισβητηθεί με σαφήνεια συγκεκριμένες χρεώσεις επί της κατάστασης λογαριασμού τεκμήριο 4 που κανονικών εχόντων των πραγμάτων θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να εξετάσει τα ζητήματα της ορθότητας ή νομιμότητας συγκειμένων χρεώσεων.
Όμως, ως προς το σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο η ενάγουσα, ως είχε δικαίωμα, περιόρισε την αξίωσή της δια της κατάθεσης αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, ήτοι του τεκμήριου 5 στη διαδικασία. Ως προς το δικαίωμα της ενάγουσας να περιορίσει την αξίωσή της προς όφελος των εναγομένων παραπέμπω στην απόφαση Λοφίτης v. Gordian Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση 304/2018, ημερομηνίας 19.1.2024. Άλλωστε, η κατάθεση αναδομημένων λογαριασμών αποτελεί μια νομολογιακά αναγνωρισμένη, πρακτική των τραπεζών με την οποία υποβοηθείται η προσπάθεια εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1238, Ματολής v. Societe Generale Bank - Cyprus Ltd Πολιτική Έφεση 362/19, ημερομηνίας 10.7.2024 και Τάνη κ.ά ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ( ανωτέρω).
Στην υπό κρίση υπόθεση και η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 5, μπορεί να κριθεί ως αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου, αφού η ΜΕ1 για την ετοιμασία του ακολούθησε την ίδια ακριβώς μεθοδολογία που ακολούθησε αναφορικά με το τεκμήριο 4. Επομένως, ισχύουν mutandis mutandis τα όσα κρίθηκαν για το τεκμήριο 5. Μάλιστα ουδεμία χρέωση του τεκμηρίου 5 αμφισβητήθηκε. Συνεπώς με το τεκμήριο 5 έχει απλώς περιοριστεί η αξίωση της ενάγουσας.
Περαιτέρω από το τεκμήριο 5 έχουν αφαιρεθεί όλες οι χρεώσεις που κατά τους συνηγόρους των εναγόμενων προκύπτουν από εφαρμογή καταχρηστικών ρητρών ή χρεώσεις που κατά την αντεξέταση τέθηκαν ισχυρισμοί ότι ήταν παράνομοι ή δεν έχουν αποδειχθεί, όπως η αποστολή σειράς επιστολών που χρεώθηκαν και συναποτελούν το τεκμήριο 10. Επομένως, η ενάγουσα δεν βασίζει την αξίωσή της στους όρους που οι εναγόμενοι θεωρούν ως καταχρηστικούς ή παράνομους και δεν αξιώνουν ποσά που η νομιμότητα της χρέωσης ή η ορθότητα της χρέωσης αμφισβητήθηκε.
Συνεπώς, ενασχόληση με το ζήτημα του κατά πόσο το τεκμήριο 4 περιελάβανε χρεώσεις που πηγάζουν από καταχρηστικές ρήτρες καθίσταται ακαδημαϊκή και ως εκ τούτου δεν χρειάζεται να εξεταστεί το εν λόγω ζήτημα. Άλλωστε ως έχει τεθεί στην υπόθεση Springfair Ltd κ.ά ν. Sky Cac Ltd, Πολιτική Έφεση 4/2019, ημερομηνίας 11.9.2025, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, η υποχρέωση του δικαστηρίου να αποτιμά αυτεπαγγέλτως τυχόν καταχρηστικότητα συμβατικών όρων, υφίσταται νοούμενου ότι υπάρχουν τα νομικά και πραγματικά στοιχεία ενώπιόν του. Στην υπό κρίση υπόθεση με την κατάθεση αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού η ενάγουσα έχει περιορίσει την αξίωση της με τρόπο ώστε να μην συμπεριλαμβάνει οποιαδήποτε χρέωση που να σχετίζεται με την επιβολή όρων που θα μπορούσε να εξεταστεί η καταχρηστικότητά τους. Το ίδιο ισχύει και για τις χρεώσεις που τέθηκαν στο μικροσκόπιο της αντεξέτασης από τους συνηγόρους των εναγομένων, αφού πλέον ζητείται μόνο το κεφάλαιο και οι σχετικοί τόκοι αφαιρουμένης της μιας πίστωση που έγινε.
Συνεπώς με την κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 5 κρίνω ότι έχιε αποδειχθεί το σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο ως αυτό έχει περιοριστεί.
Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και σε περίπτωση που τα τεκμήρια 4 και 5 δεν κρίνονταν ως αντίγραφα του τραπεζικού βιβλίου δεν θα συνεπαγόταν από μόνο του ότι η αξίωση θα έπρεπε να απορριφθεί. Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι η απόδειξη των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του περί αποδείξεως Νόμου δεν αποκλείει τον ενάγοντα από την παρουσίαση άλλης παρόμοιας ή όμοιας αξιόπιστης μαρτυρίας προς απόδειξη απαίτησής του, πέραν ή και εναλλακτικά του άρθρου 22, Κεφ.9. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Αργυρού ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μακράσυκας – Λάρνακας – Επαρχίας Αμμοχώστου Λτδ, Πολιτική Έφεση 325/14, ημερομηνίας 7.4.2023, ECLI:CY:AD:2023:A135, Societe Generale Bank Cyprus Limited v. Χατζηρούσου και Άλλων (ανωτέρω) Ρώσσου ν. Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ, Πολιτική Έφεση 448/2012, ημερομηνίας 17.12.2018, Κόμπου v. Universal Bank Ltd (2009) 1(Α) ΑΑΔ 194 και πιο πρόσφατα Springfair Ltd κ.ά ν. Sky Cac Ltd (ανωτέρω).
Ως προκύπτει από τις πιο πάνω αυθεντίες, το γεγονός ότι κάποια κατάσταση λογαριασμού δεν πληροί τα κριτήρια να κριθεί ως αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου δεν συνεπάγεται ότι δεν έχει αποδεικτή αξία. Αντίθετα αξιολογείται υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας και ανάλογα με τις περιστάσεις έκαστης υπόθεσης.
Στην υπό κρίση υπόθεση έχουν κατατεθεί καταστάσεις λογαριασμού. Ουδεμία εκ των καταχωρήσεων αμφισβητήθηκε. Ειδικότερα οι εναγόμενοι δεν ισχυριστήκαν ότι οι εμφανιζόμενες χρεοπιστώσεις δεν έλαβαν χώρα. Αμφισβητήθηκε η νομιμότητα κάποιων χρεώσεων όχι όμως αυτή καθαυτή η χρέωση ή η πίστωση. Περαιτέρω, σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία της ΜΕ1 η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού έγινε στη βάση της αρχικής κατάστασης και όλες οι χρεώσεις έχουν ελεγχθεί και συγκριθεί με τις αρχικές. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι καταστάσεις λογαριασμού τεκμήρια 4 και 5 επαρκούν για να αποδείξουν στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων το αξιούμενο υπόλοιπο.
Υπό το φως των ανωτέρω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι αναφορές της ΜΕ1 ως τέθηκαν στην κυρίως εξέτασή της σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του τεκμήριου 5, επαρκούν για την απόδειξη του εμφανιζόμενου υπολοίπου. Συνεπώς, με το τεκμήριο 5, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί το σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο, ως αυτό έχει οικειοθελώς περιοριστεί από την ενάγουσα.
Επίσης, έχει αποδειχθεί η μη τήρηση των όρων της σύμβασης από τους εναγόμενους 1 και 2.
Το μόνο στοιχείο που απομένει να αποδειχθεί για τυχόν επιτυχία της αξίωσης της ενάγουσας εναντίον των εναγόμενων είναι ο τερματισμός της επίδικης σύμβασης δανείου. Σχετικά έδωσε μαρτυρία η ΜΕ1. Μάλιστα στην κυρίως εξέτασή της ανέφερε μόνο ότι παραλήφθηκαν χωρίς να αναφέρεται καθόλου στην αποστολή τους. Το μόνο που γνώριζε ήταν το ότι εντόπισε αντίγραφα επιστολων για τους επίδικους λογαριασμούς και ως εκ τούτου θεωρεί ότι στάλθηκαν. Συνεπώς, είναι προφανές ότι η μαρτυρία της ΜΕ1 αποτελεί εικασία ή τουλάχιστον θέση που προκύπτει συμπερασματικά.
Κατ’ αρχάς σημειώνω ότι το γεγονός της ταχυδρόμησης κάποιας επιστολής είναι ουσιώδες στοιχείο που ενεργοποιεί το μαχητό τεκμήριο περί παραλαβής της. Σχετικά παραπέμπω στην αποφάσεις Alpha Bank Cyprus Ltd v. Arena Motor Show Ltd κά (2015) 1 ΑΑΔ 2077, όπου επεξηγήθηκε ότι «για να είναι νόμιμος ο τερματισμός πρέπει η επιστολή τερματισμού να αποσταλεί στους ενδιαφερομένους».
Περαιτέρω, στην εν λόγω απόφαση, λέχθηκαν τα ακόλουθα, ως προς την απόδειξη του γεγονότος της ταχυδρόμησης κάποιας επιστολής:
«στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Reissue, Τόμος 7(1) σελ. 393, παραγρ. 882 αναφέρονται τ' ακόλουθα σχετικά με την απόδειξη ταχυδρόμησης.
«882. Proof of posting. The posting of a letter may be proved by the person who posted it, or by showing facts from which posting may be presumed. Thus, evidence of posting may be given by proving that a letter was delivered to an employee who in the ordinary course of business would have posted it, or that it was put into a box which was cleared every day by the postman. The fact that a letter has been copied into a letter book is evidence against the person keeping the book that the letter was posted.
The postmark on an envelope is prima facie evidence of the time and place of posting, and the date which a letter bears is prima facie evidence of the date on which it was written.»
Περαιτέρω γίνεται παραπομπή σε τρεις (3) υποθέσεις όπου απεφάνθη ότι «It is not sufficient to prove delivery to a clerk who might not post it unless instructed to do so." όπως και αναφορά στις υποθέσεις Toosey v. Williams [1827] Mood & M 129, Rowlands v. De Vecchi [1882] 9 Cab & EI.10, Colin v. Adamson [1874] LR9 Exch 345, όπου αποφασίστηκε ότι σε αμφισβητούμενες υποθέσεις πιθανόν να είναι αναγκαίο να καλείται ο εργοδοτούμενος γι' απόδειξη των συνηθειών του και πόσο αξιόπιστος είναι. »
Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι η απόδειξη της ταχυδρόμησης μπορεί να αποδειχθεί από το πρόσωπο που την ταχυδρόμησε ή με την παρουσίαση στοιχείων από τα οποία μπορεί να συναχθεί η ταχυδρόμηση. Έτσι, η απόδειξη της ταχυδρόμησης μπορεί να αποδειχθεί μέσω του γεγονότος ότι η επιστολή παραδόθηκε σε υπάλληλο ο οποίος, κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών του, θα την είχε ταχυδρομήσει, ή ότι τοποθετήθηκε σε γραμματοκιβώτιο το οποίο αδειαζόταν καθημερινά από τον ταχυδρόμο. Δεν αρκεί να αποδειχθεί η παράδοση σε έναν υπάλληλο, ο οποίος ενδέχεται να μην την ταχυδρομήσει, εκτός αν λάβει σχετική εντολή.
Στην υπό κρίση υπόθεση το μόνο που υφίσταται είναι η μαρτυρία της ΜΕ1 ότι η ίδια εξ όσων έχει πληροφορηθεί οι επιστολές έχουν παραληφθεί από τους εναγόμενους και ουδέποτε επιστράφηκαν ως μη παραληφθείσες. Κατά την αντεξέτασή της δέχθηκε ότι η ίδια δεν γνώριζε εξ’ ίδιας γνώσεως εάν είχαν σταλεί.
Είναι προφανές πως το μόνο που γνώριζε είναι ότι δεν υπήρξε επιστροφή των επίδικων επιστολών.
Όμως, το γεγονός ότι δεν επιστράφηκε κάποια επιστολή πίσω δεν επαρκεί από μόνο του για την ενεργοποίηση του μαχητού τεκμήριου, αφού η ενεργοποίησή του προϋποθέτει την απόδειξη της ταχυδρόμησης. Θα ήταν νομικά και λογικά άτοπο να αποδεικνύεται η παραλαβή κάποιας επιστολής, επειδή δεν επεστράφη, χωρίς να αποδεικνύεται το προηγούμενο γεγονός της αποστολής της. Συνεπώς, κρίνω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την ενεργοποίηση του μαχητού τεκμηρίου της παράδοσης των σχετικών επιστολών στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνονταν. Ως προς το σχετικό μαχητό τεκμήριο παραπέμπω στις αποφάσεις, Theodorou ν. The Abbot of Kykko Monastery (1965) 1 CLR 9, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Χαριλάου κ.ά (ανωτέρω) και Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Limited (ανωτέρω).
Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει αποδειχθεί η ταχυδρόμηση των σχετικών επιστολών. Το επόμενο ερώτημα που αναδύεται είναι το κατά πόσο έχει τερματιστεί η επίδικη σύμβαση δανείου.
Ως προς το ζήτημα του τερματισμού της δανειακής σύμβασης θεμελιακή είναι η απόφαση Lombard Natwest Ltd ν. Παναγιώτη Λαζαρίδη (1999) 1 ΑΑΔ 1465. Στην εν λόγω υπόθεση έγινε διάκριση μεταξύ της απαίτησης που προκύπτει από σύμβαση δανείου και της απαίτησης που προκύπτει από τρεχούμενο λογαριασμό. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι:
«Στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων ο τερματισμός του λογαριασμού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Επομένως ο τερματισμός του και ο καθορισμός του ποσού αποτελούν πράξη προσδιοριστική του ποσού το οποίο καθίσταται απαιτητό.»
Επομένως, προκύπτει ότι στην περίπτωση του δανείου ο τερματισμός δεν αποτελεί πράξη προσδιοριστική του ποσού και η αξίωση του μπορεί να αναζητηθεί δικαστικά χωρίς προηγούμενο τερματισμό.
Περαιτέρω ως έχει επαναληφθεί πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Triple Choise Lighting – Electrical – Tool Ltd v. Gordian Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση 412/17, ημερομηνίας 8.4.2026, η Κυπριακή νομολογία υποστηρίζει το δικαίωμα της Τράπεζας να τερματίσει χωρίς προειδοποίηση νοουμένου ότι αυτό προνοείται από τους όρους της συμφωνίας.
Περαιτέρω, όπως γίνεται δεκτό, η λήξη, ο τερματισμός και η αποδέσμευση από τη σύμβαση είναι τρόποι με τους οποίους η ισχύς της σύμβασης τερματίζεται. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Π. Πολυβίου Το Δίκαιο των Συμβάσεων, στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 639.
Στην υπό κρίση υπόθεση, το δάνειο ήταν πληρωτέο σε ενενήντα έξι (96) μηνιαίες δόσεις. Η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα ένα μήνα μετά την έκδοση του δανείου. Το δάνειο εκταμιεύθηκε σύμφωνα με το τεκμήριο 9 στις 28.9.2012. Συνεπώς, το δάνειο θα έπρεπε να εξοφληθεί οκτώ χρόνια από την εν λόγω ημερομηνία, ήτοι μέχρι τις 22.10.2020. Η ενάγουσα αξίωσε πληρωμή μετά τη λήξη του χρόνου που έπρεπε να εξοφληθεί το δάνειο, αφού η αγωγή καταχωρήθηκε στις 30.3.2021. Επομένως στην υπό κρίση υπόθεση δεν απαιτείτο τερματισμός, αφού η σύμβαση είχε λήξει και ως εκ τούτου η ισχύς της τερματίστηκε. Συνεπώς, η μη απόδειξη της αποστολής της επιστολής τερματισμού δεν έχει συνέπειες στην δυνατότητα αξίωσης του χρέους.
Εν πάση περιπτώσει όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Έλληνας κ.ά. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση 87/2013, ημερομηνίας 3.12.2019, ECLI:CY:AD:2019:A503, η καταχώρηση της αγωγής από μόνη της δηλώνει επιλογή από πλευράς της εφεσίβλητης τράπεζας τερματισμού της συμφωνίας και ενεργοποίηση των αναγκαίων διαδικασιών προς είσπραξη των οφειλόμενων ποσών.
Υπό το φως των πιο πάνω, παρά την αποτυχία απόδειξης της αποστολής των προειδοποιητικών επιστολών και των επιστολών τερματισμού προς τους εναγόμενους 1-4, προκύπτει ότι η ενάγουσα απέσεισε το βάρος να αποδείξει όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αξίωσή της εναντίον των εναγόμενων.
Τέλος θα πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα της καθυστέρησης ως έχει εγερθεί από την κα Χαραλαμπίδου. Η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγόμενου 2 αντεξέτασε επί μακρόν ως προς το εάν η ενάγουσα όφειλε να τερματίσει την επίδικη σύμβαση νωρίτερα. Επίσης, στην αγόρευσή της εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα δεν τερμάτισε τη σύμβαση δανείου έγκαιρα με αποτέλεσμα να την αφήσει επί μακρόν σε εκκρεμότητα και να κερδοσκοπεί έτσι εις βάρος των εναγομένων.
Σε σχέση με τις εισηγήσεις της κα Χαραλαμπίδου σημειώνω ότι ως έχει αποκρυσταλλωθεί νομολογιακά η τυχόν παράβαση των όρων κάποιας σύμβασης δεν επιφέρει αυτόματα τον τερματισμό. Αντίθετα το αναίτιο μέρος διατηρεί το δικαίωμα είτε να τερματίσει τη συμφωνία, και να διεκδικήσει αποζημιώσεις, είτε να συνεχίσει με τη συμφωνία και απλώς να διεκδικήσει αποζημιώσεις.
Επί του ζητήματος καθοδηγητική είναι η απόφαση Adamko Developers Ltd κ.α. v. Χριστίνας Θεμιστοκλέους κ.α., Πολιτική Έφεση 25/19, ημερομηνίας 30.1.2024, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
“Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα του Πολύβιου Γ. Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και το Κυπριακό Δίκαιο - Θεωρία, Ουσία, Μεθοδολογία, Πρακτική» Τόμος Β, όπου στην σελ. 650, αναφέρονται οι επιλογές που έχει το αναίτιο μέρος στην περίπτωση παράβασης σύμβασης:
«Εκεί που ένας συμβαλλόμενος αρνηθεί να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, είτε στο σύνολο τους είτε σε κάποιο σημαντικό βαθμό, τότε ο άλλος συμβαλλόμενος έχει το δικαίωμα να τερματίσει την σύμβαση και να θεωρήσει τον εαυτό του ως απαλλαγμένο από οποιαδήποτε περαιτέρω υποχρέωση εκπλήρωσης της. Η ίδια αρχή ισχύει σε περιπτώσεις παράβασης ουσιώδους όρου της σύμβασης ή εκεί που ένας συμβαλλόμενος καταστήσει τον εαυτό του ανίκανο να εκπληρώσει την σύμβαση.
Στις πιο πάνω περιπτώσεις, η σύμβαση δεν τερματίζεται από μόνη της. Το αθώο μέρος έχει το δικαίωμα να τερματίσει την σύμβαση, εάν έτσι επιλέξει, και να διεκδικήσει αποζημιώσεις. Υπαλλακτικά, εάν έτσι επιθυμεί, μπορεί να συνεχίσει με την σύμβαση και απλώς να διεκδικήσει αποζημιώσεις.»
Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν και στην μεταγενέστερη απόφαση Μιχάλης Ιωάννου v. SG Massif Wooden Doors & Windows Limited, Πολιτική Έφεση 81/2019, ημερομηνίας 21.3.2025.
Καθίσταται, λοιπόν, προφανές ότι η ενάγουσα μετά την παράβαση των όρων απο τους εναγόμενους, δεν είχε υποχρέωση να τερματίσει. Μπορούσε κάλλιστα να διατηρήσει τη σύμβαση σε ισχύ και να αναζητήσει σε μεταγενέστερο στάδιο αποζημιώσεις, ως έπραξε. Εφόσον η ενάγουσα ενήργησε εντός των όριων που καθορίζει η νομολογία, δεν μπορεί να κριθεί ότι αυτή ενήργησε καταχρηστικά ή με σκοπό κερδοσκοπίας από την παράλειψη της να τερματίσει τη σύμβαση με την επέλευση της παράβασης της σύμβασης και την επιλογή της να την διατηρήσει σε ισχύ. Επίσης, ουδεμία μαρτυρία τέθηκε που να κατατείνει σε συμπέρασμα περί κερδοσκοπίας ή πρόθεσης κερδοσκοπίας της ενάγουσας εις βάρος των εναγομένων. Ειρήσθω εν παρόδω ότι το επιτόκιο που χρεωνόταν ο επίδικος λογαριασμός δεν αυξανόταν αλλά μειωνόταν σταδιακά μέχρι να καταστεί μηδενικό. Κατά την κρίση μου, το πιο πάνω στοιχείο δεν συμβιβάζεται με πρόθεση ή προσπάθεια κερδοσκοπίας.
Υπό το φως των πιο πάνω, καταλήγω ότι η ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει την αξίωσή της ως αυτή έχει περιοριστεί δια του τεκμηρίου 5. Επιπλέον, έχω υπόψιν μου την παράγραφο 34 της γραπτής δήλωσης της ΜΕ1, έγγραφο Α, με την οποία δεν αξιώνεται τόκος. Ως προς τα έξοδα διαπιστώνω ότι το πόσο που αξιώθηκε με την αγωγή ήταν € 80.381,94 πλέον τόκο. Σύμφωνα, όμως, με το άρθρο 22(5) του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στον καθορισμό της κλίμακας δεν λαμβάνεται υπόψη οποιοδήποτε ποσό τόκου που τυχόν αξιώνεται. Συνεπώς, ως προς τα έξοδα κρίνω ότι θα πρέπει να υπολογιστούν στην κλίμακα που ενέπιπτε, ευθύς εξ αρχής, η υπό κρίση διαφορά.
Τέλος, η ανταπαίτηση που ήγειρε ένας έκαστος εκ των εναγομένων 3 και 4 απορρίπτεται.
Κατάληξη
Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1,2,3 και 4 αλληλέγγυα ή ξεχωριστά για το ποσό των € 87.722,49.
Περαιτέρω τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1,2,3 και 4 αλληλέγγυα ή ξεχωριστά, ως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο στην κλίμακα € 50.000 - € 100.000.
Η ανταπαίτηση που ήγειρε ένας έκαστος εκ των εναγομένων 3 και 4 απορρίπτεται. Ενόψει του γεγονότος ότι απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν ένα σετ εξόδων θα αποδοθεί.
…………………………………….
Μ. Χριστοδούλου, Α.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο