Josine Croin, ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιώσασας Bellinda Saab ν. Michael Timinis κ.α., Αρ. Αγωγής: 3641/2016, 17/8/2026
print
Τίτλος:
Josine Croin, ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιώσασας Bellinda Saab ν. Michael Timinis κ.α., Αρ. Αγωγής: 3641/2016, 17/8/2026

 

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ.

 

                                                                                            Αρ. Αγωγής: 3641/2016

Μεταξύ:

 

Josine Croin, ως διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιώσασας Bellinda Saab και/ή ως εκτελεστής, της διαθήκης ημερομηνίας 29/08/94 της αποβιώσασας στις 23/01/2016 BELINDA SAAB, δυνάμει Δημόσιου Εγγράφου ημερομηνίας 30/03/16 που συντάχθηκε στην Χάγη και το οποίο κηρύχθηκε εκτελεστό στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας με Δικαστική απόφαση και/ή διάταγμα ημερ. 03/08/16, στην αίτηση 143/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακος.

Ενάγουσας

και

 

                                                 1. Michael Timinis 

    2. Kathleen Timinis

 Εναγόμενων

---------------------                               

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17/8/2026

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για ενάγουσα: κ. Σ. Χριστοδούλου, για Στέλιος Αμερικάνος & Σία Δ.Ε.Π.Ε.

Για εναγόμενους 1 και 2: κ. Α. Γιωρκάτζης, για ΑΝΤΡΕΑΣ ΓΙΩΡΚΤΑΤΖΗΣ Δ.Ε.Π.Ε.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν τη βάση της αγωγής της ενάγουσας και θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμά της εναντίον των εναγόμενων σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης της αγωγής της πρώτης είναι τα ακόλουθα:

 

Η ενάγουσα ενάγει υπό την ιδιότητά της, ως αναφέρεται στον τίτλο της αγωγής.

 

Δυνάμει γραπτής συμφωνίας η οποία συνάφθηκε στη Λεμεσό, μεταξύ της Belinda Saab (στο εξής «αποβιώσασα») και του εναγόμενου, κατά ή περί τις 20/1/2011, η αποβιώσασα παραχώρησε στον εναγόμενο, δάνειο, ύψους €500.000.

 

Η εν λόγω συμφωνία διεπόταν - μεταξύ άλλων - από τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης. Ανάμεσα σ’ αυτούς είναι και ο όρος αποπληρωμής του δανείου, σε τρεις ισόποσες δόσεις των €188.560, στις 23/1/2012, η πρώτη δόση, στις 21/1/2013, η δεύτερη και στις 21/1/2024, τρίτη.

 

Κατά ή περί την ίδια ημερομηνία και σύμφωνα με τον όρο 2.1. της συμφωνίας δανείου, μεταξύ της αποβιωσάσης και της εναγόμενης υπογράφτηκε έγγραφο εγγύησης με το οποίο η εναγόμενη εγγυάται ανεπιφύλακτα και αμετάκλητα, όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου που απορρέουν από τη συμφωνία δανείου, της οποίας η εναγόμενη έλαβε γνώση και συγκατατέθηκε σ’ αυτή, αποδεχόμενη όλους τους όρους της.

 

Μέχρι σήμερα, ο εναγόμενος κατέβαλε έναντι της οφειλής του, το ποσό των €20.000, τον Οκτώβρη του 2012, το ποσό των €5.000, το Μάη του 2014 και το ποσό των €5.000, τον Οκτώβρη του 2014.

 

Οι εναγόμενοι, παρά τις γραπτές και προφορικές εκκλήσεις αμελούν και/ή αρνούνται την εξόφληση του δανείου.

 

Με την αγωγή της η ενάγουσα αξιώνει εναντίον των εναγόμενων, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα:

 

(α) το ποσό των €470.000, ως οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει συμφωνίας δανείου και/ή συμφωνίας εγγύησης (β) τόκους 4,2% ετησίως επί του ποσού των €470.000 από 23/1/2012 μέχρι σήμερα (γ) ποινική ρήτρα, ύψους €1.750, μηνιαίως από 23/1/2012 μέχρι σήμερα, δυνάμει πρόνοιας της συμφωνίας δανείου (δ) ποινική ρήτρα, προς €1.750, μηνιαίως, από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι και την εκδίκασή της και (ε) νόμιμους τόκους επί των πιο πάνω ποσών από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

 

Οι εναγόμενοι, μολονότι εκπροσωπούνται από τον ίδιο δικηγόρο, εντούτοις καταχώρησαν, ο καθένας, τη δική του υπεράσπιση.

 

Ο εναγόμενος, με τη δική του, καταρχάς εγείρει προδικαστική ένσταση με την οποία ισχυρίζεται τα εξής:

 

Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την αγωγή με δεδομένο ότι, όπως προκύπτει από το κλητήριο ένταλμα και οι δυο εναγόμενοι κατοικούν στο Στρόβολο, Λευκωσίας. Περαιτέρω, η αποβιώσασα, καθ’ όλο τον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή διέμενε στην επαρχία Λάρνακας, εντός της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας το οποίο φέρεται να κήρυξε εκτελεστή τη διαθήκη της. Από το σώμα της έκθεσης απαίτησης δεν προκύπτει οποιοδήποτε στοιχείο που να προσδιορίζει αρμοδιότητα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού.

 

Άνευ βλάβης, προβάλλει την ακόλουθη υπεράσπιση.

 

Αγνοεί και ως εκ τούτου αρνείται την ιδιότητα με την οποία η ενάγουσα ενάγει και γενικά, όλα όσα αναφέρονται στον τίτλο της αγωγής, τα οποία αποτελούν και το περιεχόμενο της παραγράφου 1 της έκθεσης απαίτησης.

 

Δέχεται ότι στις 20/1/2021 υπόγραψε στη Λάρνακα ως δανειστής την επίδικη συμφωνία δανείου με δανείστρια την αποβιώσασα, ωστόσο αρνείται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της ενάγουσας που περιέχονται στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης και την καλεί σε αυστηρή απόδειξή τους.

 

Δεν παραδέχεται το περιεχόμενο της παραγράφου 3 της έκθεσης απαίτησης και όπως αναφέρει επιφυλάσσεται να αναφερθεί στο περιεχόμενο του εγγράφου με την ονομασία «Loan Agreement» κατά τη δικάσιμο.

 

Παρεμβάλλω ότι η ενάγουσα με τις παραγράφους 2 και 3 της έκθεσης απαίτησης αναφέρεται στη σύναψη της επίδικης συμφωνίας δανείου και παραθέτει μερικούς από τους όρους της.

 

Αρνείται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας αναφορικά με τη σύναψη του εγγράφου εγγύησης μεταξύ της αποβιωσάσης και της εναγόμενης.

 

Αρνείται ότι κατέβαλε τα τρία ποσά που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατέβαλε έναντι της κατ’ ισχυρισμό της, οφειλής του.

 

Αρνείται ότι ο ίδιος και η εναγόμενη οχλήθηκαν γραπτώς και προφορικά να ξοφλήσουν το δάνειο και ισχυρίζεται ότι το έγγραφο με τίτλο «Loan Agreement» ετοιμάστηκε από την αποβιώσασα και θα πρέπει να ερμηνεύεται στη βάση της αρχής του «contra preferentum» και υπογράφτηκε από τον ίδιο, χωρίς οποτεδήποτε να εισπραχθεί από τον ίδιο το αξιούμενο ή οποιοδήποτε άλλο ποσό. Στην περίπτωση δε που αποδειχθεί, προστίθεται, ότι ο ίδιος εισέπραξε οποιοδήποτε ποσό από την αποβιώσασα, θα ισχυριστεί ότι τούτο εισπράχθηκε από την εταιρεία Ioli Investments Ltd, στη βάση διαφορετικής συμφωνίας, μεταξύ της εν λόγω εταιρείας και της αποβιωσάσης.

 

Τέλος, ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι εισπράχθηκε ποσό από τον ίδιο στη βάση του ίδιου εγγράφου, θα ισχυριστεί ότι η συμφωνία είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή ότι περιέχει πρόνοιες που συνιστούν ποινική ρήτρα, καθιστώντας αυτή άκυρη και/ή ακυρώσιμη και ότι, εν πάση περιπτώσει η πρόνοια για τόκο έχει υπολογιστεί λανθασμένα κατά τρόπο που η ενάγουσα δεν δικαιούται οποιοδήποτε ποσό.

 

Η εναγόμενη, με τη δική της υπεράσπιση εγείρει και αυτή την ίδια προδικαστική ένσταση που εγείρει ο εναγόμενος, καθώς ακόμη μια.

 

Σύμφωνα με αυτή ισχυρίζεται ότι ουδέποτε εγγυήθηκε «ανεπιφύλακτα και αμετάκλητα» όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου, καθότι, ουδέποτε υπόγραψε οποιοδήποτε έγγραφο εγγύησης και αν ακόμη ήθελε αποδειχθεί ότι υπόγραψε την εν λόγω εγγύηση, αυτή είναι άκυρη, καθότι αφορούσε την κάλυψη των υποχρεώσεων του εναγόμενου και όχι οποιουδήποτε τρίτου προσώπου.

 

Άνευ βλάβης των προδικαστικών της ενστάσεων, προβάλλει την ακόλουθη υπεράσπιση.

 

Αγνοεί και συνεπώς αρνείται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας που περιέχονται στις παραγράφους 1, 2 και 3 της έκθεσης απαίτησης.

 

Για να επαναλάβω, η ενάγουσα, στις τρεις αυτές παραγράφους παραθέτει την εκδοχή της αναφορικά με την ιδιότητά της, ως ενάγουσας και τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας δανείου, με αναφορά και σε μερικούς από τους όρους της.

 

Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας τής παραγράφου 4 της έκθεσης απαίτησης για το έγγραφο εγγύησης που υπογράφτηκε μεταξύ της αποβιωσάσης και της ίδιας, αυτοί δεν γίνονται παραδεκτοί. Ωστόσο, όπως αναφέρει «Σε περαιτέρω αναφορά» στους εν λόγω ισχυρισμούς της ενάγουσας, ισχυρίζεται ότι η ισχυριζόμενη σύμβαση εγγύησης δεν είναι έγκυρη και εκτελεστή με την έννοια του περί Συμβάσεων Νόμου, αφού δεν υπογράφτηκε από την ίδια και κατά συνέπεια, η ενάγουσα δεν μπορεί να αξιώνει τις θεραπείες που αξιώνει εναντίον της.

 

Άνευ βλάβης, προστίθεται, προς περαιτέρω υπεράσπισή της, θα ισχυριστεί ότι η σύμβαση εγγύησης που ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι υπόγραψε εμπίπτει στις διατάξεις του Νόμου 197(Ι)2003, αφού φέρεται να αποτελεί εγγύηση φυσικού προσώπου που εγγυάται σε πιστωτή να εκπληρώσει υπόσχεση ή υποχρέωση πληρωμής του εναγόμενου σε περίπτωση μη εκπλήρωσης από αυτόν, στον οποίο θα παραχωρείτο το δάνειο.

 

Να πως απλώς, ότι η εναγόμενη, στην παράγραφο 6 της υπεράσπισής της αναφέρει σε τι έγκεινται οι παραβάσεις του παραπάνω Νόμου και συγκεκριμένα του άρθρου 5.

 

Ισχυρίζεται ακόμη ότι η σύμβαση δανείου της αποβιωσάσης με τον εναγόμενο  έχει τροποποιηθεί, χωρίς οποτεδήποτε η ίδια να ενημερωθεί περί τούτου και κατά συνέπεια, η εγγύησή της έπαυσε να ισχύει και/ή έχει ακυρωθεί.

 

Ισχυρίζεται ακόμη ότι η αποβιώσασα, ουδέποτε την ενημέρωσε, ως όφειλε και δη, χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς στη διεύθυνσή της για κάθε υπερημερία ή αθέτηση από τον εναγόμενο οποιασδήποτε υπόσχεσης ή υποχρέωσής του δυνάμει της σύμβασης δανείου.

 

Άνευ βλάβης της πιο πάνω υπεράσπισής της ισχυρίζεται ότι οι όροι της σύμβασης δανείου έχουν μεταβληθεί, χωρίς τη συγκατάθεσή της, ενώ, περαιτέρω, θα ισχυριστεί ότι η αποβιώσασα, ως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης φέρεται να παραχώρησε στον εναγόμενο παράταση του χρόνου εκπλήρωσης, χωρίς οποτεδήποτε να ληφθεί η συγκατάθεσή της, με αποτέλεσμα να απαλλαχθεί από τις υποχρεώσεις της, ως εγγυήτρια.

 

Αγνοεί ότι ο εναγόμενος κατέβαλε τα τρία ποσά που αναφέρει η ενάγουσα έναντι της οφειλής του και τέλος, αρνείται ότι η ίδια και ο εναγόμενος οχλήθηκαν γραπτώς και προφορικά και αμελούν και/ή αρνούνται να ξοφλήσουν το δάνειο. Όπως αναφέρει καταληκτικά, σε περίπτωση που θα εκδοθεί απόφαση εναντίον της ζητά την έκδοση διατάγματος για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης εναντίον της σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 9 και 10 του Νόμου 197(Ι)/2003.

 

Η ενάγουσα, Josine Renee Croin (Μ.Ε.1), ο Μιχάλης Λουκά (Μ.Ε.2) και ο Γεώργιος Γεωργίου (Μ.Ε.3) είναι οι τρεις μάρτυρες που κατέθεσαν για την υπόθεση της ενάγουσας. Για την υπόθεση των εναγόμενων δεν δόθηκε καθόλου μαρτυρία.

 

Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά, τόσο στη μαρτυρία όσο και στις γραπτές αγορεύσεις - ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω.

 

Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή, τόσο την ενάγουσα όσο και τους δυο μάρτυρές της, ενώ έδιναν μαρτυρία. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Αυτονόητο πως, η μαρτυρία καθενός από αυτούς, θα ιδωθεί και αξιολογηθεί τόσο αυτοτελώς όσο και σε συνάρτηση με τη μαρτυρία των άλλων δυο μαρτύρων, αλλά και υπό το φως του περιεχομένου της γραπτής μαρτυρίας.

 

Στο ίδιο πλαίσιο λαμβάνω υπόψη τ’ ακόλουθα:

 

Σύμφωνα με τη Σάββα ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 391, όταν δεν υπάρχουν ισχυροί λόγοι περί του αντιθέτου, αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα είναι δυνατή στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Βλέπε και την Εvpalia Trading Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα (2008) 2 Α.Α.Δ. 162 καθώς και την Akil v. Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 148, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα:

 

«Σύμφωνα με τη νομολογία είναι επιτρεπτό για ένα δικαστήριο να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο.»

 

Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 816:

 

«Η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι είναι φυσιολογικό να υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις και το Εφετείο επεμβαίνει, όταν διαπιστωθούν τέτοιες, μόνο όταν είναι ουσιαστικής μορφής και πλήττουν καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή καταδεικνύουν πρόθεση εκ μέρους του να πει ψέματα.»

 

Όπως αναφέρεται  συναφώς στην Akil  (ανωτέρω):          

 

«Αντιφάσεις που αφορούν μικρολεπτομέρειες, όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία που γενικά έχει κριθεί ως αξιόπιστη, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν.»

 

Προστίθενται και τα εξής:

 

Σύμφωνα με τη Βραχίμη ν. Κουλουμπρή (1992) 1(Β) Α.Α.Δ. 836:

 

«Η δικογραφία συνιστά το θεμέλιο της δίκης και αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Η σημασία των εγγράφων προτάσεων συνοψίζεται στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd) (Πολιτική Έφεση 7367, αποφασίστηκε στις 14/1/90 και θα δημοσιευτεί στους τόμους (1990) 1 Α.Α.Δ.):

 

«Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκο μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του.  Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides (1970) 1 C.L.R., 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd (1971) 1 C.L.R., 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής».

 

 

Βλέπε και τη Νεοφύτου κ.ά. ν. Γερακιώτη (2010) 1 (Α) Α.Α.Δ. 25, όπου με αναφορά στη Βραχίμη (ανωτέρω) υποδεικνύεται ότι ένα Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκτείνεται στην εξέταση άλλων θεμάτων, έξω, από και σε διάσταση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς καθώς και τη Χ’’ Μάρκου ν. Widehorizon (Capital Market) Ltd (2010) 1 (A) A.A.Δ. 108, στην οποία επαναλαμβάνεται η πάγια και καλά καθιερωμένη νομολογιακή αρχή, ότι μαρτυρία η οποία εκφεύγει από το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων δεν λαμβάνεται υπόψη, αφού η δίκη τροχοδρομείται αυστηρά στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα. Αυτό δε, όπως συνάγεται από τη Βαριάνου ν. Βορκά (2010) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1541 ισχύει ακόμη και στην περίπτωση που τέτοια μαρτυρία εισάγεται χωρίς ένσταση.

 

Καθόλα σχετικά είναι και τα ακόλουθα από την απόφαση στην υπόθεση Παπά ν. D. Stavrinos Constructions Ltd (2017) 1Α Α.Α.Δ 323:

 

«Ως προς την αρχή που διέπει το θέμα των δικογράφων, όπως τέθηκε στην πρόσφατη απόφαση Μιχαλάκη Σ. Σχίζα ν. Μάριου Αδάμου κ.ά. Πολ. Έφ. 7/2011 ημερ. 3.11.2016«δεν χρεάζεται να λεχθούν πολλά. Αρκεί η παραπομπή στην κλασική και γλαφυρή διατύπωση του τότε Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Βασιλειάδη στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides (1970) 1 CLR 180: Η δίκη διατρέχει την πορεία επί των γραμμών που οριοθέτησε η δικογραφία, όπως το τρένο κινείται κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής». Όπως δε αναφέρεται στην υπόθεση Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ (1999) 1 ΑΑΔ 1522,  έχει «.νομολογιακά καθιερωθεί ότι τα επίδικα θέματα περιορίζονται σε εκείνα που προσδιορίζονται από τη δικογραφία και τούτο για να διασφαλίζεται το δικαίωμα ενός διαδίκου να απαντά στους ισχυρισμούς και στις θέσεις που προβάλλει ο αντίδικος του.»»

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                   

Σύμφωνα με την ίδια απόφαση, ισχυρισμοί μάρτυρα, χωρίς την ανάλογη δικογραφική κάλυψη επηρεάζουν την αξιοπιστία του, ενώ σύμφωνα με τη  Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου (2006) 1 Α.Α.Δ. 1153, το Δικαστήριο δεν εμποδίζεται, ανάλογα με τα γεγονότα της υπόθεσης, να αναφερθεί και να αξιολογήσει μαρτυρία με αναφορά στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στα δικόγραφα (βλ. και την Κ.Α. ν. Δ.Κ. (2005) 1 (Α) Α.Α.Δ. 527).

 

Η μαρτυρία της ενάγουσας, Josine Renee Croin (Μ.Ε.1) περικλείεται στη γραπτή δήλωσή της (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α) το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης.

 

Με αυτή, η μάρτυρας αναφέρεται στην ιδιότητά της σε σχέση με την περιουσία της αποβιωσάσης, στις επίδικες συμφωνίες δανείου και εγγύησης, αντίστοιχα και σε μερικούς από τους όρους τους. Αναφέρει ακόμη, πότε και πώς η αποβιώσασα κατέβαλε στον εναγόμενο το ποσό του δανείου καθώς και τι έγινε στη συνέχεια, με αναφορά στα τρία ποσά, που όπως είναι η θέση της, οι εναγόμενοι κατέβαλαν έναντι του δανείου καθώς στη σχετική αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ της αποβιωσάσης και των εναγόμενων. Τέλος, αναφέρει ποιο είναι το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου και ότι οι εναγόμενοι παραλείπουν να το ξοφλήσουν.

 

Προς απόδειξη όλων των παραπάνω, η μάρτυρας παρουσίασε αριθμό εγγράφων τα οποία σημειώθηκαν ως τεκμήρια.

 

Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας απάντησε σε αριθμό ερωτήσεων και υποβολών του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόμενων.

 

Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία της υπό αναφορά, ως μάρτυρα, κατά βάση είναι θετική. Είμαι διατεθειμένος να δεχθώ σημαντικό μέρος της μαρτυρίας της και συγκεκριμένα, εκείνο το μέρος που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας. Αυτό δε, αφορά σε όσα έχει αναφέρει τα οποία επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο αριθμού εγγράφων που έχουν κατατεθεί είτε από την ίδια είτε από τους δυο μάρτυρες που κατάθεσαν για την υπόθεσή της είτε ακόμη, το οποίο αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ή συντίθεται από ισχυρισμούς της, οι οποίοι παρέμειναν αδιαμφισβήτητοι.

 

Παρά την κάπως πιεστική, πλην όμως, σε ανεκτά και θεμιτά πλαίσια, αντεξέτασή της από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόμενων, με μια μόνο εξαίρεση, κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία της επί της ουσίας όσων έχει αναφέρει, χωρίς να παραγνωρίζω και το γεγονός, ότι, στο βαθμό που έχει αμφισβητηθεί, αυτό, σε σημαντικό βαθμό έγινε είτε με έωλες υποβολές είτε για θέματα τα οποία, είτε δεν δικογραφούνται από τους εναγόμενους είτε δικογραφούνται με αντιφατικό τρόπο.

 

Αναμφίβολα, όπως ήταν φυσιολογικό, η ενάγουσα υπέπεσε και σε μερικές αντιφάσεις. Ωστόσο, δεν αποδίδω ιδιαίτερη σημασία σ’ αυτές, καθώς αφορούν σε μικρολεπτομέρειες και είναι τόσο ασήμαντες, οπότε, όχι μόνο δεν τις θεωρώ ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία της - και τη θετική εικόνα που έχω σχηματίσει γενικά γι’ αυτή - επί της ουσίας της μαρτυρίας της, αλλά, αντίθετα, την ενδυναμώνουν. Οι εν λόγω αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε η ενάγουσα, προφανώς δεν είναι άσχετες και με το γεγονός ότι κλήθηκε να καταθέσει για γεγονότα που διαδραματίστηκαν πολλά χρόνια προηγουμένως και που για πλείστα από αυτά, η ίδια δεν είχε καθόλου εμπλοκή και/ή γνώση.

 

Από τους ουσιώδεις ισχυρισμούς της, το μόνο που δεν μπορώ να δεχθώ είναι ότι και οι δυο εναγόμενοι κλήθηκαν κατ’ επανάληψη από την αποβιώσασα να ξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου. Σε σχέση με την εναγόμενη, ίχνος μαρτυρίας υπάρχει ότι συνέβη αυτό και αν συνέβη, ότι έγινε με το νενομισμένο τρόπο, που είναι αυτός, ο οποίος διαλαμβάνεται στη σχετική συμφωνία εγγύησης (τεκμ. 6).

 

Ο όρος 4 της εν λόγω συμφωνίας (σε ελεύθερη μετάφραση) με τίτλο «ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ – ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙΣ Ή ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ» προνοεί ότι όλες οι απαιτήσεις, ειδοποιήσεις ή επικοινωνίες στο πλαίσιο της εγγύησης πρέπει να γίνονται γραπτώς και μπορούν να δίδονται ή να αποστέλλονται με συστημένη επιστολή στις διευθύνσεις των μερών που αναγράφονται στην πρώτη σελίδα.

 

Και οι τρεις επιστολές της αποβιωσάσης που έχει παρουσιάσει η ενάγουσα, απευθύνονται, ονομαστικά στον εναγόμενο, με κοινοποίηση, δυο από αυτών στην εναγόμενη. Ίχνος μαρτυρίας υπάρχει ότι οποιαδήποτε από αυτές κοινοποιήθηκε πράγματι στην εναγόμενη, είτε ακόμη, ότι η αποβιώσασα απέστειλε οποιαδήποτε επιστολή, ονομαστικά στην ίδια, είτε στη διεύθυνσή της η οποία αναφέρεται στην επίδικη συμφωνία εγγύησης είτε σε οποιαδήποτε άλλη διεύθυνση, με την οποία να την καλεί να ξοφλήσει το ποσό του δανείου, δυνάμει των υποχρεώσεών της που απορρέουν από τη συμφωνία εγγύησης που είχε υπογράψει.

 

Υπεισέρχομαι τώρα στο μέρος της μαρτυρίας της ενάγουσας το οποίο αποδέχομαι, παρά το γεγονός, ότι σε σχέση με αυτό αμφισβητήθηκε και μάλιστα, έντονα από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόμενων.

 

Σημαντικό μέρος της αντεξέτασης της ενάγουσας αναλώθηκε από τον κ. Γιωρκάτζη στην προσπάθειά του να τεκμηριώσει τη θέση του - σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής αγόρευσής του - ότι είναι ισχυρισμός των εναγόμενων ότι η ενάγουσα απότυχε να αποδείξει ότι νομιμοποιείται / έχει το αναγκαίο locus standi (ενεργητική νομιμοποίηση) να καταχωρήσει και να προωθεί την παρούσα αγωγή.

 

Το πρώτο που παρατηρώ είναι ότι οι εναγόμενοι δεν δικογραφούν τέτοιο ισχυρισμό.

 

Όμως, ανεξάρτητα από αυτό, η νομιμοποίηση της ενάγουσας να ενάγει, ακριβώς υπό την ιδιότητα που ενάγει σύμφωνα, τόσο με τον τίτλο της αγωγής όσο και με βάση τα όσα ισχυρίζεται στην παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης, αποδεικνύεται από τα ακόλουθα στοιχεία γραπτής μαρτυρίας, τα οποία δεν επιδέχονται αμφισβήτησης:

 

Καταρχάς, από το μέρος VI της διαθήκης της αποβιωσάσης (τεκμ. 1) με το οποίο αυτή αναφέρει ότι διορίζει την ενάγουσα, ως εκτελέστρια της διαθήκης. Ακολούθως, από το δημόσιο έγγραφο με τίτλο «CERTIFICATE OF EXECUTORSHIP», ημερομηνίας 30/3/2016 (τεκμ. 2) με το οποίο πιστοποιούνται - μεταξύ άλλων -: πρώτο, ότι η αποβιώσασα όρισε την ενάγουσα, ως εκτελέστρια της διαθήκης της η οποία αποδέχθηκε το διορισμό της και δεύτερο, ότι η ενάγουσα, υπό την ιδιότητά της, ως εκτελέστριας της εν λόγω διαθήκης είναι το μόνο πρόσωπο που δικαιούται να διαχειρίζεται την κληρονομία περιουσία της αποβιωσάσης, η οποία (ενάγουσα) κατά τη διάρκεια της διαχείρισης εκπροσωπεί τους κληρονόμους, δικαστικώς και εξωδίκως όσον αφορά την εν λόγω περιουσία. Τέλος, από το περιεχόμενο του διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, ημερομηνίας 3/8/2016  (τεκμ. 3) με το οποίο, το δημόσιο έγγραφο (τεκμ. 2, ανωτέρω) κηρύχθηκε εκτελεστό στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

Των παραπάνω λεχθέντων, η νομιμοποίηση της ενάγουσας, τόσο να καταχωρήσει όσο και να προωθήσει μέχρι τέλους την παρούσα αγωγή, υπό την ιδιότητα που έχει κάνει και το ένα και το άλλο, στοιχειοθετείται πλήρως. 

 

Και οι δυο εναγόμενοι, με τις προδικαστικές τους ενστάσεις υποβάλλουν ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στερείται κατά τόπο αρμοδιότητας να εκδικάσει την αγωγή με δεδομένο ότι και οι δυο κατοικούν στο Στρόβολο Λευκωσίας. Περαιτέρω υποβάλλουν ότι η αποβιώσασα, καθ’ όλο τον ουσιώδη χρόνο διέμενε στη Λάρνακα εντός της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας το οποίο φέρεται να κήρυξε εκτελεστή τη διαθήκη της. Από το σώμα της έκθεσης απαίτησης, καταλήγουν, δεν προκύπτει οποιοδήποτε στοιχείο που να προσδίδει αρμοδιότητα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού.

 

Το αβάσιμο του τελευταίου και η απόδειξη του περί αντιθέτου, τόσο δικογραφικά όσο και με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία της ενάγουσας, αποδεικνύουν με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο, γιατί το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, είναι κατά τόπο αρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 21(1) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960:

 

«Το Επαρχιακόν Δικαστήριov, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 19, θα έχη αρμοδιότητα ίvα ακούη και αποφασίζη οιανδήποτε αγωγήν συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 22 οσάκις-

 

(α) η βάσις της αγωγής έχη προκύψει είτε καθ' oλoκληρίαv είτε εν μέρει εντός των oρίωv της επαρχίας δι' ηv το δικαστήριov καθιδρύθη..»

 

Η επίδικες συμφωνίες δανείου και εγγύησης αποτελούν τη θεμελιακή βάση της αγωγής της ενάγουσας Η πρώτη συμφωνία, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης συνάφθηκε στη Λεμεσό. Αυτό και μόνο, ικανοποιεί το παραπάνω κριτήριο, υπό την έννοια ότι, η βάση της αγωγής έχει προκύψει εν μέρει εντός των ορίων της επαρχίας Λεμεσού στην οποία ιδρύθηκε και λειτουργεί το ομώνυμο, παρών Δικαστήριο.

 

Όμως, ο βασικός λόγος για τον οποίο θεωρώ ότι το παρόν Δικαστήριο είναι κατά τόπο αρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση, έχει αποδειχθεί από την αξιόπιστη μαρτυρία της ενάγουσας σε συνδυασμό και με το γεγονός, ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν προσκομίσει καθόλου μαρτυρία για σκοπούς απόδειξης και στοιχειοθέτησης της περί αντιθέτου θέσης τους.

 

Αντεξεταζόμενη η ενάγουσα, απαντώντας σε διάφορες ερωτήσεις του κ. Γιωρκάτζη ισχυρίστηκε τα εξής:

 

Και οι δυο συμφωνίες υπογράφτηκαν στο ξενοδοχείο Curium Palace στη Λεμεσό. Αυτό, της το είπε η αποβιώσασα αδελφή της. Το συγκεκριμένο ξενοδοχείο ανήκε στον πατέρα του εναγόμενου και σ’ αυτό ζούσε η εναγόμενη μητέρα του. Η Adina Bioglou που παρουσιάζεται ως μάρτυρας των υπογραφών της αδελφής της, δούλευε στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο. Άξια αναφοράς είναι και η υποβολή προς την ενάγουσα ότι η συμφωνία εγγύησης δεν υπογράφτηκε στο ξενοδοχείο Curium, ως επίσης, ότι κατά το παρελθόν, το εν λόγω ξενοδοχείο ανήκε σε οικογενειακή εταιρεία των αδελφών Timinis, χωρίς βέβαια να υποβληθεί στην ενάγουσα, πού είχε υπογραφεί η εν λόγω συμφωνία.

 

Αρχίζοντας από το τελευταίο, το πρώτο που παρατηρώ είναι την αντιφατική και επαμφοτερίζουσα δικογραφημένη συμπεριφορά της εναγόμενης, η οποία, ενώ με την παράγραφο 3 δεν παραδέχεται τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ενάγουσας, περί της υπογραφής της συμφωνίας εγγύησης κ.ο.κ., στην συνέχεια, με αριθμό παραγράφων αναφέρεται στην εν λόγω συμφωνία, κατά τρόπο ο οποίος υποδηλοί αποδοχή, τουλάχιστον, της ύπαρξης της εν λόγω συμφωνίας. Μάλιστα, όπως αναφέρει στην παράγραφο 11 της υπεράσπισής της, σε περίπτωση που θα εκδοθεί απόφαση εναντίον της, ζητά την έκδοση διατάγματος αναστολής της απόφασης εναντίον της σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 9 και 10 του Νόμου 197(I)/2003.

 

Να πω απλώς, ότι πρόκειται για τον περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο, ο υπό αναφορά και για σκοπούς εφαρμογής των δυο άρθρων, των οποίων η εναγόμενη ζητά την εφαρμογή, αποτελεί αναγκαίο όρο, σε κάθε περίπτωση, η σύναψη έγκυρης συμφωνίας εγγύησης.

 

Εν πάση περιπτώσει, οι εναγόμενοι, εάν ήθελαν να προωθήσουν την εκδοχή τους σε σχέση με το μέρος όπου συνάφθηκαν οι επίδικες συμφωνίες δανείου και εγγύησης και ειδικά η εναγόμενη, την εκδοχή της ότι δεν υπόγραψε τη συμφωνία εγγύησης, αυτό που μπορούσαν και όφειλαν να κάνουν ήταν να έδιναν μαρτυρία και για τα δυο αυτά θέματα, για τα οποία, ενώ υπάρχει σχετική μαρτυρία από την ενάγουσα, οι ίδιοι περιορίστηκαν να θέσουν την εκδοχή τους γι’ αυτά, μέσω των υποβολών του δικηγόρου τους. Οι οποίες, ωστόσο (υποβολές) αποτελεί κοινό τόπο, ότι, απογυμνωμένες από την αναγκαία σχετική μαρτυρία, υπέχουν μηδενικής αποδεικτικής αξίας. Αυτό ισχύει γενικά για όλες τις υποβολές προς την ενάγουσα, τις οποίες δεν δέχθηκε σε σχέση με όλα τα θέματα για τα οποία, ενώ υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία εκ μέρους της, οι εναγόμενοι επιχείρησαν να την αντικρούσουν με το συγκεκριμένο τρόπο, που είναι απαράδεκτος.

 

Όμως, μερικές από τις υποβολές αυτές, ενώ απέβλεπαν να πλήξουν την αξιοπιστία της ενάγουσας για ένα θέμα, ουσιαστικά την επιβεβαίωναν για ό,τι ανάφερε σε σχέση με μερικά από τα πλέον σημαντικά επίδικα θέματα της υπόθεσης.

 

Αυτό συνέβη, όταν για παράδειγμα, κάποια στιγμή υποβλήθηκε στην ενάγουσα ότι ο εναγόμενος ή εκείνος που δάνεισε η αδελφή της άρχισε να παραβαίνει τους όρους της συμφωνίας δανείου από τις 23/1/2012.

 

Από την υποβολή αυτή - που όπως θα διαφανεί αργότερα είναι και ορθή - συγκρατώ την παραδοχή των εναγόμενων, ότι ο εναγόμενος, κατά μια εκδοχή αποτελεί το πρόσωπο το οποίο η αποβιώσασα είχε δανείσει με την επίδικη συμφωνία δανείου, ο οποίος άρχισε να την παραβιάζει από τις 23/1/2012. Αυτό δε, προσθέτω με τη σειρά μου, επειδή, κατά την ημερομηνία αυτή όφειλε να είχε καταβάλει έναντι του δανείου και για σκοπούς αποπληρωμής του, την πρώτη δόση, ύψους €188.560.

 

Περί το τέλος της αντεξέτασης της ενάγουσας, της υποβλήθηκε ότι τα λεφτά του δανείου τα δανείστηκε η Ioli Investments Ltd.

 

Το πρώτο που παρατηρώ είναι ότι η συγκεκριμένη υποβολή δεν συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του εναγόμενου, ο οποίος, καταρχάς, στην παράγραφο 3 της υπεράσπισής του ισχυρίζεται τα εξής: «Εκτός του ότι ο Εναγόμενος υπέγραψε στην Λάρνακα ως δανειστής (προφανώς πρόκειται περί γραφικού λάθους) έγγραφο τιτλοφορούμενο «Loan Agreement» την 20/01/2011 με δανείστρια την Belinda Saab (πρόκειται για την αποβιώσασα) ο Εναγόμενος αρνείται τους λοιπούς ισχυρισμούς της Ενάγουσας που περιέχονται στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησής της και καλεί αυτή σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της.» Έπειτα, στην παράγραφο 7 της υπεράσπισής του ισχυρίζεται, καταρχάς, ότι η επίμαχη συμφωνία δανείου ετοιμάστηκε από την αποβιώσασα και υπογράφτηκε από τον ίδιο, χωρίς να εισπραχθεί οποτεδήποτε από τον ίδιο, το αξιούμενο ή οποιοδήποτε άλλο ποσό και ευθύς αμέσως, κατά τρόπο αντιφατικό, ότι στην περίπτωση που αποδειχθεί ότι ο ίδιος εισέπραξε οποιοδήποτε ποσό από την αποβιώσασα, θα ισχυριστεί ότι αυτό εισπράχθηκε από την εταιρεία Ioli Investments Ltd, στη βάση διαφορετικής συμφωνίας μεταξύ της εν λόγω εταιρείας και της αποβιωσάσης.

 

Από τα παραπάνω, το μόνο ουσιαστικό γεγονός που έχει αποδειχθεί και αυτό από την ενάγουσα, καθώς οι εναγόμενοι - για να επαναλάβω - δεν παρουσίασαν καθόλου μαρτυρία στην υπόθεση είναι ότι ο εναγόμενος αποτελεί τον αντισυμβαλλόμενο της αποβιωσάσης στην επίδικη συμφωνία δανείου, υπό την ιδιότητα του δανειολήπτη, ο οποίος υπέχει προσωπικά υποχρέωση έναντι της αποβιωσάσης να αποπληρώσει το δάνειο που αυτή του είχε παραχωρήσει δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας. Το γεγονός ότι το ποσό του δανείου σύμφωνα με στοιχεία αξιόπιστης μαρτυρίας κατατέθηκε σε λογαριασμό της παραπάνω εταιρείας αποτελεί στοιχείο αδιάφορο. Όπως επίσης, στοιχείο αδιάφορο αποτελεί και ποιος προέβηκε στις τρεις πληρωμές του συνολικού ποσού των €30.000 έναντι του δανείου. Νομική ευθύνη αποπληρωμής του οποίου, δυνάμει της επίδικης συμφωνίας δανείου υπέχει ο εναγόμενος και όχι, είτε το πρόσωπο στο οποίο κατέληξε το ποσό του δανείου είτε το πρόσωπο που κατέβαλε το παραπάνω ποσό έναντι του δανείου.

 

Εν πάση περιπτώσει, ότι στην προκειμένη περίπτωση είναι ο εναγόμενος ο οποίος και δανείστηκε οφείλει να αποπληρώσει το ποσό του δανείου, το ομολογεί και ο ίδιος και μάλιστα γραπτώς.

 

Με την επιστολή του προς την αποβιώσασα, ημερομηνίας 16/1/2012 (τεκμ. 10) που αποτελεί απάντηση στην επιστολή της τελευταίας, ημερομηνίας 14/1/2012 (τεκμ. 9) με θέμα την επίδικη συμφωνία δανείου, με δυο αναφορές του είναι σαφές, ότι αναγνωρίζει ότι υπέχει προσωπική ευθύνη για την αποπληρωμή του δανείου. Αφού ευχαριστεί την αποβιώσασα για την επιστολή της, ακολούθως αναφέρει τα εξής (σε ελεύθερη μετάφραση): «Πρόθεσή μου είναι να σεβαστώ όλα όσα έχουν συμφωνηθεί. Έχετε το λόγο μου ότι θα τηρήσω όσα έχουν συζητηθεί.» Ακόμη πιο σημαντικά είναι και αυτά που αναφέρει στην προτελευταία παράγραφο. Τα μεταφέρω: «Παρ’ όλα αυτά, τυχόν καθυστερήσεις δεν σημαίνουν ότι δεν θα εκπληρώσω τις υποχρεώσεις μου. Στόχος μου είναι να τηρήσω τα αιτήματά σας το συντομότερο δυνατό.»

 

Ακολούθως, με το ηλεκτρονικό μήνυμά του προς την αποβιώσασα, ημερομηνίας 29/7/2014 (τεκμ. 12), την πληροφορεί ότι κατά τις ημερομηνίες που αναφέρει θα προχωρήσει στις τέσσερεις πληρωμές και για τα ποσά των €5.000, €5.000, €10.000 και €15.000, κατ’ αντιστοιχία ημερομηνίας.

 

Τέλος, με το γραπτό μήνυμά του (sms) προς την αποβιώσασα, ημερομηνίας 5/11/2014 (τεκμ. 14) τη διαβεβαιώνει ότι όλες οι πληρωμές θα έχουν ολοκληρωθεί εντός Δεκεμβρίου.

 

Σε κανένα από τα παραπάνω έγγραφα υπάρχει αναφορά σε οποιαδήποτε εταιρεία και το ίδιο ισχύει για το σύνολο της ανταλλαγείσας, μεταξύ της αποβιωσάσης και του εναγόμενου, αλληλογραφίας που έχει τεθεί ενώπιον μου. Από το περιεχόμενο της οποίας είναι σαφές, ότι υπάρχει συναντίληψη μεταξύ των δυο ότι πρόκειται για τον εναγόμενο το πρόσωπο που πήρε το ποσό του δανείου από την αποβιώσασα, ο οποίος οφείλει και να το αποπληρώσει.

 

Όμως, η προσπάθεια των εναγόμενων να αποδώσουν διαφορετικό νόημα στο περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας δανείου από αυτό που προκύπτει από τους όρους της είναι και σε αντίθεση με το γενικό κανόνα ότι δεν επιτρέπεται η αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας για να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή προσθέσει στους όρους της. Κανόνας, που όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Γ. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» (2014) σελ. 374, επ. συνίσταται στο ότι, ένα έγγραφο περικλείει αληθώς και επακριβώς ό,τι είναι που αναφέρεται εκεί, διότι μόνο έτσι είναι που μπορεί από απόψεως δικαίου, να προσδοθεί βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές.

 

Είναι γεγονός, ότι ο παραπάνω κανόνας, όπως αναφέρεται στο ίδιο σύγγραμμα δεν ισχύει εκεί που η μαρτυρία στοχεύει στο να αποδείξει ότι μετά τη σύναψη της πρώτης συμφωνίας συνάφθηκε και άλλη, προφορική συμφωνία, που δεν είχε σκοπό να τροποποιήσει ή αντικρούσει την πρώτη ή να προσθέσει σε αυτή. Ωστόσο, σύμφωνα και πάλι με το ίδιο σύγγραμμα, ο διάδικος που υποστηρίζει ότι συγκεκριμένο έγγραφο που υπόγραψε δεν το δεσμεύει, έχει το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού, αφού ενυπάρχει τεκμήριο δέσμευσής του από το περιεχόμενο του εγγράφου το οποίο θα πρέπει να ανατρέψει και στην προκειμένη περίπτωση, ο  δικογραφημένος ισχυρισμός του εναγόμενου ότι στην περίπτωση που αποδειχθεί ότι ο ίδιος εισέπραξε οποιοδήποτε ποσό από την αποβιώσασα, θα ισχυριστεί ότι αυτό εισπράχθηκε από την εταιρεία Ioli Investments Ltd, στη βάση διαφορετικής συμφωνίας μεταξύ της εν λόγω εταιρείας και της αποβιωσάσης, σε σχέση με το τελευταίο που ισχυρίζεται, παρέμεινε έωλος.

 

Για όλους τους παραπάνω λόγους, η μαρτυρία της ενάγουσας, στην έκταση που έχει αναφερθεί γίνεται αποδεκτή.

 

Ο Μιχάλης Λουκά (Μ.Ε.2) είναι λογιστής - ελεγκτής.

 

Όπως είπε ο μάρτυρας στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, αναφορικά με το επίδικο δάνειο ετοίμασε το έγγραφο με τίτλο «ΠΛΗΡΩΜΕΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ» (τεκμ. 17), από στοιχεία που είχε πάρει από τους δικηγόρους της ενάγουσας. Ακολούθως, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη διαδικασία που είχε ακολουθήσει για να ετοιμάσει το συγκεκριμένο έγγραφο, επεξήγησε τις διάφορες στήλες του και απάντησε σε πολύ μικρό αριθμό διευκρινιστικών ερωτήσεων του ευπαίδευτου δικηγόρου της ενάγουσας.

 

Κατά τη σύντομη αντεξέτασή του από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόμενων απάντησε και πάλι σε μερικές διευκρινιστικές ερωτήσεις, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί επί της ουσίας όσων ανάφερε. Η οποία, βασικά έγκειται στις διάφορες πράξεις και υπολογισμούς του καθώς και στη διαπίστωσή του σύμφωνα με το παραπάνω έγγραφο (τεκμ. 17) ότι το υπόλοιπο του επίδικου δανείου μαζί με τους τόκους, με αφαίρεση των τριών πληρωμών που έγιναν έναντί του ανέρχεται στο ποσό των €769.595,78, πλέον τόκους προς 4,20% επί του ποσού των €470.000 από 2/2/2026 μέχρι εξοφλήσεως.

 

Το γεγονός ότι ο μάρτυρας, δεν είχε τις γραπτές οδηγίες των δικηγόρων της ενάγουσας να προβεί στην πιο πάνω εργασία, δεν αναιρεί την ορθότητα, είτε της εργασίας του είτε κυρίως, των διαπιστώσεών του, οι οποίες, εν πάση περιπτώσει εδράζονται σε στοιχεία και δεδομένα τα οποία αποδεικνύονται και από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία.

 

Και κάτι ακόμη. Έχει νομολογηθεί ότι δεν αναμένεται από το δικαστή να μετατραπεί σε λογιστή για να ελέγξει τις καταστάσεις λογαριασμού που τίθενται ενώπιόν του. Αυτός ο έλεγχος και τυχόν αμφισβήτηση της ορθότητας των εν λόγω καταστάσεων, εναπόκειται στο διάδικο, ο οποίος εγείρει τέτοιο θέμα (βλ. - τηρουμένων των αναλογιών - μεταξύ άλλων, Ζωή Νικολαΐδου κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd (2017) 1Β Α.Α.Δ. 2318). Στην προκειμένη περίπτωση, η μαρτυρία του υπό εξέταση μάρτυρα επί της ουσίας της, βασικά παρέμεινε αδιαμφισβήτητη.

 

Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή.

Ο Γεώργιος Γεωργίου (Μ.Ε.3) σύμφωνα με όσα έχει αναφέρει στο στάδιο της κυρίως εξέτασης είναι υπάλληλος της Eurobank Ltd στη Λάρνακα η οποία έχει αγοράσει εξ ολοκλήρου την Ελληνική Τράπεζα, στην οποία ήταν λειτουργός. Η αποβιώσασα διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό στην εν λόγω τράπεζα. Σχετικές με αυτό είναι οι καταστάσεις λογαριασμού (τεκμ. 18). Ο μάρτυρας επεξήγησε τις διάφορες στήλες των εν λόγω καταστάσεων και αφού του υποδείχθηκε η εντολή πληρωμής (τεκμ. 7) και του λέχθηκε ότι αποτελεί πιστό αντίγραφο εγγράφου μεταφοράς εμβάσματος, ημερομηνίας 21/1/2011 με επισυνημμένη σχετική απόδειξη, ίδιας ημερομηνίας, όπως είπε απαντώντας σε σχετική ερώτηση του κ. Χριστοδούλου, σχετίζεται με το λογαριασμό της αποβιωσάσης. Ακολούθως, ο μάρτυρας παρουσίασε το έγγραφο (τεκμ. 19) από το οποίο προκύπτει ότι την 1/10/2012 εμβάστηκε στον εν λόγω λογαριασμό το ποσό των €20.000, καθώς και ακόμη ένα έγγραφο (τεκμ. 20) από το οποίο προκύπτει ότι στις 21/1/2011 εμβάστηκε από τον ίδιο λογαριασμό σε λογαριασμό της εταιρείας Ioli Investments ltd, το ποσό των €500.000. Ο μάρτυρας συνάρτησε το συγκεκριμένο έγγραφο με το τεκμήριο 7.

 

Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας απάντησε σε μικρό αριθμό ερωτήσεων και υποβολών, χωρίς να αμφισβητηθεί σε σχέση με οτιδήποτε από τα παραπάνω.

 

Ακολουθεί ότι η μαρτυρία και αυτού γίνεται αποδεκτή.

 

Κατ’ ακολουθία της κρίσης μου αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία της ενάγουσας και των δυο μαρτύρων της οι οποίοι κατέθεσαν ως μάρτυρες στην υπόθεση, τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, είναι τα εξής:

 

Δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 20/1/2011 η οποία έγινε στη Λεμεσό, η αποβιώσασα Belinda Saab συμφώνησε να παράσχει στον εναγόμενο, δάνειο, ύψους €500.000 με την προσωπική εγγύηση της εναγόμενης μητέρας του. Το δάνειο θα έφερε τόκο 4,2% ετησίως και θα έπρεπε να αποπληρωθεί σε τρεις ισόποσες δόσεις των €188.560, καταβλητέες, στις 23/1/2012, στις 21/1/2013 και στις 21/1/2014, αντίστοιχα. Σε περίπτωση παράλειψής του να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό κατά την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας πληρωμής του, ο εναγόμενος όφειλε να καταβάλλει το ποσό των €1.750, υπό μορφή ποινικής ρήτρας και/ή κυρώσεων υπερημερίας, για κάθε μήνα κατά τον οποίο το ποσό παρέμεινε ληξιπρόθεσμο.

 

Η αποβιώσασα, καθ’ υπόδειξη του εναγόμενου τού κατέβαλε το ποσό του δανείου, στις 21/1/2012 με τραπεζικό έμβασμα από τραπεζικό λογαριασμό τον οποίο διατηρούσε η ίδια στην Ελληνική Τράπεζα σε λογαριασμό της εταιρείας Ioli Investments Ltd τον οποίο διατηρούσε στην Alpha Bank.

 

Κατά τον ίδιο χρόνο, ο εναγόμενος και η εναγόμενη μητέρα του, ήταν - και εξακολουθούν να είναι - εκ των διευθυντών της εν λόγω εταιρείας. Ο εναγόμενος, επιπλέον ήταν και εξακολουθεί να είναι και γραμματέας της εταιρείας καθώς και μέτοχός της, με 2.450 μετοχές. Οι υπόλοιπες 2.550 μετοχές της εταιρείας ανήκαν και εξακολουθούν να ανήκουν σε άλλη εταιρεία, με διευθυντή τον εναγόμενο.

 

Έναντι του ποσού του δανείου έγιναν μόνο τρεις πληρωμές. Η πρώτη, στις 2/10/2012, για το ποσό των €20.000, η δεύτερη, στις 23/5/2014, για το ποσό των €5.000 και η τρίτη, την 1/10/2014, επίσης, για το ποσό των €5.000.

 

Το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου μαζί με τους τόκους την 1/2/2026 ανερχόταν στο ποσό των €769.595,78, πλέον τόκους προς 4,20% επί του ποσού των €470.000 από 2/1/2026 μέχρι εξοφλήσεως.

 

Δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ημερομηνίας 20/1/2011, που κι αυτή έγινε στη Λεμεσό, η εναγόμενη εγγυήθηκε ανεπιφύλακτα, όλες τις υποχρεώσεις του εναγόμενου που απορρέουν από την επίδικη συμφωνία δανείου.

 

Όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο πιο πάνω, έναντι του ποσού του επίδικου δανείου που η αποβιώσασα είχε παραχωρήσει στον εναγόμενο, καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των €30.000, κατά τις ημερομηνίες που επίσης αναφέρονται πιο πάνω.

 

Η αποβιώσασα, με την επιστολή της προς τον εναγόμενο, ημερομηνίας 14/1/2012 με θέμα την επίδικη συμφωνία δανείου τού υπενθύμισε την πρώτη ημερομηνία αποπληρωμής και ότι αυτή είναι για το ποσό των €188.560. Με την ίδια επιστολή τον παράπεμψε και στον όρο 3.1. της μεταξύ τους συμφωνίας, ο οποίος διαλαμβάνει την καταβολή των τόκων σε κάθε ημερομηνία αποπληρωμής, καθώς και τον όρο 3.2., ο οποίος διαλαμβάνει την καταβολή του ποσού των €1.750 για κάθε μήνα κατά τον οποίο το ποσό του δανείου παραμένει ληξιπρόθεσμο.

 

Η εν λόγω επιστολή, η οποία απευθύνεται ονοματικά στον εναγόμενο φέρεται να είχε κοινοποιηθεί και στην εναγόμενη.

 

Ο εναγόμενος απάντησε στην επιστολή της αποβιωσάσης, δυο μέρες μετά και συγκεκριμένα, στις 16/1/2012. Με αυτή, αφού ευχαριστεί την αποβιώσασα για την επιστολή της, ευθύς αμέσως αναφέρει ότι πρόθεσή του είναι να σεβαστεί όλα όσα έχουν συμφωνηθεί. Μάλιστα, της δίνει και το λόγο του ότι θα τηρήσει όσα έχουν συζητηθεί. Στη συνέχεια αναφέρεται στο θάνατο του πατέρα του και στις συνέπειες για τον ίδιο, ενώ στην τελευταία παράγραφο αναφέρει τα εξής: «Παρ’ όλα αυτά, τυχόν καθυστερήσεις δεν σημαίνουν ότι δεν θα εκπληρώσω τις υποχρεώσεις μου. Στόχος μου είναι να ικανοποιήσω τα αιτήματά σας το συντομότερο δυνατό.»

 

Η αποβιώσασα, με την επιστολή της προς τον εναγόμενο, ημερομηνίας 13/1/2014 του επέσυρε την προσοχή στην ημερομηνία 20/1/2014 που είναι η ημερομηνία αποπληρωμής του δανείου, αναφέροντάς του και το συνολικό ποσό αποπληρωμής μαζί με τους σχετικούς τόκους και τις κυρώσεις υπερημερίας.

 

Ακολούθως, τον ενημέρωσε ότι η αδυναμία καταβολής του συνολικό ποσού των €607.680 που πρόκυπτε το Γενάρη του 2014 ήταν οικονομικά, μη βιώσιμη για την ίδια.

 

Με την τελευταία παράγραφο, επικαλούμενη τη μεταξύ τους επίδικη συμφωνία, του ανάφερε ότι αναμένει τη γραπτή απάντησή του σχετικά με την αποπληρωμή του δανείου και/ή την ενεργοποίηση των εξασφαλίσεων.

 

Και αυτή η επιστολή φέρεται να είχε κοινοποιηθεί στη εναγόμενη.

 

Ο εναγόμενος, με ηλεκτρονικό μήνυμά του προς την αποβιώσασα, ημερομηνίας 29/7/2014, μεταξύ άλλων αναφέρει ότι αφού εξέτασε διεξοδικά το ζήτημα, θα προχωρήσει στις εξής πληρωμές: €5.000, στις 25/9/, €5.000, στις 25/10, €10.000, στις 25/11/ και €15.000, στις 25/12/.

 

Η αποβιώσασα απάντησε στο παραπάνω ηλεκτρονικό μήνυμα, στις 31/7/2014 με δικό της ηλεκτρονικό μήνυμα.

 

Το εν λόγω μήνυμα (σε ελεύθερη μετάφραση) ακολουθεί αυτούσιο:

 

«Αγαπητέ Mιχάλη,

 

Σχετικά με: Το email σου της 29ης Ιουλίου 2014

 

1) Δεν υπάρχουν «αναπάντητες κλήσεις» από εσένα στο κινητό μου.

 

2) Δεν αντιλαμβάνομαι τη συνάφεια της παραμονής μου στο εξωτερικό με το θέμα, και αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογία για την έλλειψη επικοινωνίας εκ μέρους σου.

 

3) Σχετικά με: την τηλεφωνική μας επικοινωνία της 28ης Ιουλίου 2014

 

α) Κατά τη διάρκεια αυτής της συνομιλίας δεσμεύτηκες για:  

μεταχρονολογημένες επιταγές σε μηνιαία βάση –

 

β) Το email σου της 29ης Ιουλίου 2014 (μία ημέρα αργότερα) αποφεύγει σκόπιμα να αναφέρει αυτό το σημείο και «δηλώνεις» ότι θα πραγματοποιήσεις 4 πληρωμές μεταξύ Σεπτεμβρίου και Δεκεμβρίου 2014 -

 

Έχουμε ξαναπεράσει από αυτή τη διαδικασία, Μιχάλη –

 

γ) Γνώριζες πολύ καλά ότι χρειαζόταν να αρχίσω να χρησιμοποιώ το κεφάλαιό μου τον Ιούνιο του 2014 - Ωστόσο, δεν τήρησες τη δέσμευσή σου για πληρωμές, ύψους 5.000 ευρώ μηνιαίως, με έναρξη την 20η Μαΐου 2014 –

 

δ) Ανέφερες ότι «σε πιέζω ασφυκτικά» (ότι «σου έχω το πόδι στον λαιμό») –

 

Υπό τις παρούσες συνθήκες, αυτό δεν είναι μόνο προσβλητικό, αλλά στην πραγματικότητα ισχύει το αντίθετο (για να το θέσω έτσι), καθώς εσύ δεν τηρείς τη δέσμευσή σου όπως αναφέρεται στο σημείο γ) – Κανένας χρηματοοικονομικός φορέας δεν θα σου δάνειζε ποτέ ένα τόσο μεγάλο ποσό, και ακόμη κι αν το έκανε, κανένας δεν θα διέθετε την υπομονή, την κατανόηση και το πολύ χαμηλό επιτόκιο που σου προσέφερα εγώ.

 

Κάνεις μόνο ό,τι σε εξυπηρετεί, χωρίς ποτέ να λαμβάνεις υπόψη τη θέση του δανειστή.

 

Καμία πληρωμή από εσένα τους μήνες: Ιούνιο - Ιούλιο - Αύγουστο και το μεγαλύτερο μέρος του Σεπτεμβρίου 2014 - ούτε καν κάποια σχετική ένδειξη εκ μέρους σου –

 

Ο μόνος λόγος για τον οποίο επικοινωνείς τώρα είναι η επιστολή που σου στάλθηκε μέσω δικαστικού επιδότη ή/και το τηλεφώνημά του προς εσένα –

 

Επιπλέον, Μιχάλη, η πρότασή σου για πληρωμές μεταξύ Σεπτεμβρίου και Δεκεμβρίου (25ης;;) 2014

 

- εφόσον όντως πραγματοποιηθούν - καθώς και το έμβασμα του Μαΐου 2014, θα αντιστοιχούσαν σε ένα πενιχρό συνολικό ποσό πληρωμής ύψους:

 

€40.000 σε διάστημα 4 ετών, ενώ το συνολικό ποσό του δανείου που οφείλεις υπερβαίνει κατά πολύ τις €600.000 –

 

Όπως ανέφερα κατά την προαναφερθείσα τηλεφωνική μας επικοινωνία, θα ζητήσω συμβουλές σχετικά με το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματός σου με ημερομηνία 29 Ιουλίου 2014 –

 

Σ’ αυτό το πλαίσιο, θα επανέλθω περί τα μέσα Αυγούστου 2014 –

 

Αναμένω να κοινοποιείς όλη την αλληλογραφία και στον εγγυητή –

 

Με εκτίμηση,

 

B. Saab-Croin»

 

Ο εναγόμενος, με γραπτό μήνυμά του (sms) στην αποβιώσασα, ημερομηνίας 5/11/2014, μεταξύ άλλων αναφέρει ότι όπως υποσχέθηκε θα προχωρήσει στην πληρωμή το συντομότερο δυνατό. Όπως αναφέρει σε άλλο σημείο στη συνέχεια, λόγω της μετακόμισης του καταστήματος, της κλιμάκωσης των προβλημάτων με τους θείους του και της περιόδου χαμηλής κίνησης, η εκκρεμής πληρωμή ενδέχεται να καθυστερήσει. Στη συνέχεια διαβεβαιώνει την αποβιώσασα ότι όλες οι πληρωμές, θα έχουν οπωσδήποτε ολοκληρωθεί εντός Δεκεμβρίου.

 

Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης.

 

Όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω) ο εναγόμενος υπέχει θέση δανειολήπτη στην επίμαχη συμφωνία δανείου και η αποβιώσασα, θέση δανειστή.

 

Το πότε ο εναγόμενος όφειλε να είχε ξοφλήσει το δάνειο που του είχε παραχωρηθεί από την αποβιώσασα, επίσης αναφέρεται σε άλλο σημείο (πιο πάνω), όπως επίσης αναφέρεται το συνολικό ποσό που έχει καταβληθεί έναντι του δανείου και πότε έχει γίνει αυτό, καθώς και το υπόλοιπο που απομένει για εξόφληση του δανείου μαζί με τους σχετικούς τόκους. Αυτό σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία της ενάγουσας και του λογιστή, Μιχάλη Λουκά, την 1/2/2026 ανερχόταν στο ποσό των €769.595,78, πλέον τόκους προς 4,20% ετησίως, επί του ποσού των €470.000 από 2/2/2026 μέχρι εξοφλήσεως. Η ενάγουσα, επιπλέον αξιώνει το ποσό των €1.750 μηνιαίως, ως ποινική ρήτρα, από τις 23/1/2012 ή από τις 14/12/2016 - που είναι η ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής - μέχρι εξοφλήσεως.

 

Χωρίς να χρειάζεται να αναφερθώ σε οποιοδήποτε άρθρο του περί Συμβάσεων Νόμου, το γεγονός ότι ο εναγόμενος, κατά παράβαση των υποχρεώσεών του που απορρέουν από την επίδικη συμφωνία δανείου, παρέλειψε να αποπληρώσει το ποσό του δανείου, εντός της ταχθείσας με την εν λόγω συμφωνία, προθεσμίας, ασφαλώς αποτελεί παράβαση σύμβασης, γεγονός το οποίο νομιμοποιεί πλήρως την ενάγουσα - η οποία ενάγει υπό την ιδιότητά της, ως εκτελέστριας της περιουσίας της αποβιωσάσης - να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή και να αξιώνει την πληρωμή του ποσού του δανείου.

 

Στο ερώτημα, εάν η ενάγουσα απέδειξε τις απαιτήσεις της εναντίον των εναγόμενων, παρατηρώ τα εξής:

Αποτελεί θέση των εναγόμενων ότι δεν έχει προσαχθεί μαρτυρία από την ενάγουσα ότι έχει ικανοποιηθεί ο όρος 2.1. της επίδικης συμφωνίας δανείου.

 

Ο συγκεκριμένος όρος έχει ως εξής:

 

«2.       DRAWINGS

2.1.      Conditions Precedent The Borrower will not be entitled to make the Drawing under this agreement until the Lender confirms to the Borrower that the Lender has received the Personal Guarantee executed by the Guarantor as set out in Schedule 1 in form and substance acceptable to the Lender.»

 

Ο συγκεκριμένος όρος, ο οποίος είναι φανερό ότι αποβλέπει στην προστασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων της αποβιωσάσης τα οποία απορρέουν από την επίδικη συμφωνία δανείου, η οποία υπέχει θέση δανειστή σ’ αυτή, έχει την έννοια, ότι ο εναγόμενος, ο οποίος υπέχει θέση δανειολήπτη στην ίδια συμφωνία, δεν θα είχε δικαίωμα να εκταμιεύσει, δηλαδή να πάρει το ποσό του δανείου που του είχε παραχωρηθεί από την αποβιώσασα, προτού αυτή του επιβεβαίωνε πως είχε συναφθεί η συμφωνία εγγύησης προς εξασφάλιση του επίδικου δανείου.

 

Για να το πως και αλλιώς, το συγκεκριμένο όρο, θα είχε δικαίωμα να τον επικαλεστεί μόνο η αποβιώσασα, η οποία, προκειμένου να δικαιολογήσει την άρνησή της να παραχωρήσει το επίδικο δάνειο στην εναγόμενο, θα μπορούσε να επικαλεστεί ως λόγο τη μη σύναψη της συμφωνίας εγγύησης προς εξασφάλιση του δανείου.

 

Σε κάθε περίπτωση, ειδικά ο εναγόμενος, ο οποίος πήρε το δάνειο, δεν μπορεί να επικαλείται ως λόγο μη εκπλήρωσης της θεμελιακής συμβατικής υποχρέωσής του να το αποπληρώσει, ότι δήθεν, ουσιαστικά το εκταμίευσε προτού η αποβιώσασα προβεί προς στον ίδιο στην πιο πάνω διαβεβαίωση. Που και να ισχύει αυτό, ο ίδιος είναι που παραβίασε τον όρο της σύμβασης, καθώς προχώρησε στην εκταμίευση του ποσού του δανείου, προτού η αποβιώσασα προβεί στην πιο πάνω διαβεβαίωση.

 

Ο όρος 11 της επίδικης συμφωνίας δανείου προνοεί - μεταξύ άλλων - τα εξής:

 

Κάθε επικοινωνία δυνάμει της σύμβασης πρέπει να γίνεται εγγράφως. Οποιαδήποτε επικοινωνία δύναται να αποστέλλεται ταχυδρομικώς ή να παραδίδεται στο δανειστή ή στο δανειολήπτη στη διεύθυνση που αναγράφεται ανωτέρω, εκτός εάν έχει γνωστοποιηθεί άλλη διεύθυνση στο άλλο μέρος, οπότε η επικοινωνία πρέπει να αποστέλλεται στην τελευταία διεύθυνση που γνωστοποιήθηκε για τον σκοπό αυτό. Οι επικοινωνίες προς το δανειολήπτη δύνανται επίσης να αποστέλλονται με τον εν λόγω τρόπο ή να παραδίδονται στην τελευταία γνωστή, στο δανειστή, επαγγελματική έδρα του δανειολήπτη ή στη διεύθυνση επιδόσεων.

 

Ότι στην προκειμένη περίπτωση, η επικοινωνία μεταξύ της αποβιωσάσης και του εναγόμενου έγινε με τον προσήκοντα τρόπο προκύπτει από το περιεχόμενο της μεταξύ τους ανταλλαγείσας αλληλογραφίας (ανωτέρω). Από την οποία προκύπτει ακόμη ότι η αποβιώσασα αξίωσε επανειλημμένα και σαφώς από τον εναγόμενο την αποπληρωμή του δανείου που του είχε παραχωρήσει σύμφωνα με τους όρους της επίδικης συμφωνίας δανείου, ο οποίος, προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες, δεν το έκανε.

 

Με αυτό δεδομένο, η υποχρέωσή του για καταβολή του ποσού του δανείου μαζί με τους σχετικούς τόκους, στοιχειοθετείται πλήρως. Ακολουθεί ότι η ενάγουσα δικαιούται στην έκδοση απόφασης εναντίον του σε σχέση με τις δυο πρώτες από τις τρεις αξιώσεις της, σύμφωνα με το περιεχόμενο της παραγράφου 25 της γραπτής δήλωσής της (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α).

 

Και, με δεδομένο ότι με την ικανοποίηση των δυο αυτών αξιώσεών της, δεν έχει καταδειχθεί ότι δεν αποζημιώνεται πλήρως για τη ζημιά που προκάλεσε ο εναγόμενος στην αποβιώσασα για τη μη εκπλήρωση ή ως απότοκο της παραβίασης των συμβατικών υποχρεώσεών του έναντί της, θεωρώ πως δεν τίθεται θέμα ικανοποίησης της αξίωσης της ενάγουσας για καταβολή του ποσού το οποίο αξιώνει κάθε μήνα, ως ποινική ρήτρα.

 

Κατά τη διαμόρφωση της κρίσης μου αναφορικά με αυτή την αξίωση έλαβα υπόψη και τις σχετικές, με αυτό αρχές, οι οποίες αναδύονται από την απόφαση στην υπόθεση Σύλλογος «Ανόρθωσις» Αμμοχώστου v. «Απόλλων» Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Λεμεσού (2002)1(Α) Α.Α.Δ. 518. Από την οποία και το απόσπασμα που ακολουθεί:

 

«Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 73 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 η εύλογη αποζημίωση είναι το μέτρο της ζημιάς για τη διάρρηξη ή μη εκπλήρωση συμβατικών υποχρεώσεων.

 

Το άρθρο 74(1)* του ίδιου νόμου είναι ταυτόσημο με το άρθρο 74 του Indian Contract and Specific Relief Act, 1872 που τροποποιήθηκε από το Indian Contract (Amendment) Act, 1889 και αναφέρεται στο θέμα της αποζημίωσης για παράβαση σύμβασης η οποία διαλαμβάνει ποινική ρήτρα.  Σαφώς προκύπτει από τη συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη ότι ο προκαθορισμός της ζημιάς στη σύμβαση δεν είναι δεσμευτικός· επενεργεί μόνο στην οριοθέτηση του ανώτατου ορίου της αποζημίωσης που μπορεί να επιδικασθεί. Όπου η προβλεπόμενη αποζημίωση συνιστά γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς η οποία θα προκύψει από τη διάρρηξη συμφωνίας, αυτή μετρά ως στοιχείο σχετικό, στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο.  ΒλIordanou v. Anyftos (1959-60) 24 C.L.R. 97, The Holy Monastery of Ayios Neophytos Paphos v. Antoniades (1968) 1 C.L.R. 10, Panayiotou v. Island Beach Development Ltd (1985) 1 C.L.R. 623, Σταύρος Χαραλάμπους v. A.N. Stasis Estates Ltd κ.ά(1991) 1 Α.Α.Δ. 418, Παγιάση κ.ά ν. Σταυρινίδη Κεμ. Λτδ (1993) 1 Α.Α.Δ. 232 και Μούρτζινος ν. Πλοίου "Galaxias" κ.ά (1997) 1 Α.Α.Δ. 80 στη σελ. 146.

Στην Iordanou v. Anyftos (ανωτέρω) ο Ζεκιά, Δ., αναφέρει:

"It is clear from the wording of the section itself that whether the sums stipulated are in the nature of a genuine pre-estimate of damages or in the nature of penalty that makes no difference as to the discretion of the Judge to award as reasonable compensation to the party entitled thereto a sum not exceeding the amount stipulated. No doubt when the amount named in the contract is in the nature of pre-estimated damages, that will carry weight with the Judge in fixing the amount of damages but in either case a Court is precluded from awarding damages beyond and in excess of the amount named in the contract."

Στην Maltezou and Others v. Louka and Others, XVI CLR 88, ο εφεσίβλητος συμφώνησε να παντρέψει την κόρη του με τον εφεσείοντα και σε περίπτωση άρνησης του υποσχέθηκε να πληρώσει το ποσό των £50 υπό μορφή τιμωρίας.  Η αγωγή απορρίφθηκε και ασκήθηκε έφεση.  Το Εφετείο ερμήνευσε το άρθρο 74(1) του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 ως εξής:

«Το άρθρο αυτό φαίνεται ότι τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση.  Η σύμβαση έχει αθετηθεί και το ποσό των £50 κατονομάζεται στη γραπτή συμφωνία ως το ποσό που θα πληρωθεί σε περίπτωση τέτοιας αθέτησης.  Με αυτό τούτο το ίδιο άρθρο το μέρος που παραπονείται για τη διάρρηξη δικαιούται, και αν ακόμα δεν αποδειχθεί ότι υπέστη πραγματική ζημιά, να λάβει από τον υπαίτιο εύλογη αποζημίωση.

 

Δεν διαπιστώνουμε από τα πρακτικά ότι οι εφεσείοντες έχουν αποδείξει οποιαδήποτε συγκεκριμένη ζημιά, όμως, εφόσο κατά την γνώμη μας η υπόθεση τους εμπίπτει εντός του πιο πάνω άρθρου θεωρούμε ότι δικαιούνται σε εύλογο ποσό για την αναστάτωση που έχουν υποστεί και καθορίζουμε το ποσό αυτό στις £5.»

Για ό,τι αφορά την επιδίκαση αποζημιώσεων στις περιπτώσεις όπου δεν  αποδεικνύεται ότι το αθώο μέρος  έχει υποστεί πραγματική ζημία ή απώλεια από την παράβαση βλ. Μεταλλικά Ηράκλης Μιχαηλίδης Λτδ v. G. & C. Exaust Systems Ltd (2001) 1(Α) Α.Α.Δ. 500 η οποία πραγματεύεται το θέμα με αναφορά στη νομολογία. 

Παρενθετικά αναφέρουμε ότι στην Dunlop Pneumatic Tyre Co Ltd v. New Garage and Motor Co Ltd [1915] 79 (A.C.) ο Λόρδος Dunedin προσδιόρισε την ποινική ρήτρα ως όρο ο οποίος αποβλέπει στον εκφοβισμό μέσω του ύψους της αποζημίωσης που καθορίζεται στην εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων. 

Eκ των ανωτέρω συνάγεται ότι στην Κύπρο, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει στην Αγγλία, η διάκριση μεταξύ ενός γνησίου εκ των προτέρων υπολογισμού των αποζημιώσεων (a genuine pre-estimate of damages) και μιας ποινικής ρήτρας (penalty) δεν έχει ουσιαστική σημασία καθότι, το δικαστήριο, διατηρεί και στις δύο περιπτώσεις, τη διακριτική του εξουσία να επιδικάσει εύλογη αποζημίωση η οποία ωστόσο σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να ξεπερνά το ονομαζόμενο στη σύμβαση ποσό είτε τούτο αποτελεί ποινική ρήτρα είτε όχι. Απλά το δικαστήριο, αφού καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το ποσό που αναφέρεται στη σύμβαση μπορεί να θεωρηθεί ως ένας προκαθορισμός των αποζημιώσεων, βοηθείται καλύτερα στο δικό του υπολογισμό των αποζημιώσεων οι οποίες μπορούν να είναι και λιγότερες του ονομαζόμενου ποσού, αλλά όχι περισσότερες.

Η ποινική ρήτρα θα μπορούσε να ορισθεί ότι είναι ένας συμβατικός όρος ο οποίος, περιέχει υπόσχεση του ενός συμβαλλόμενου μέρους προς το έτερο ότι σε περίπτωση που δεν θα εκπληρώσει ή δεν θα εκπληρώσει προσηκόντως οφειλόμενη παροχή τότε θα υποχρεούται να  καταβάλει προς το έτερο (αθώο) μέρος, συγκεκριμένο χρηματικό ποσό, υπό μορφή τιμωρίας.» 

Στο ερώτημα, εάν η ενάγουσα δικαιούται στην έκδοση απόφασης εναντίον και της εναγόμενης, απαντώ αρνητικά.

 

Ο όρος 1.3 της επίδικης συμφωνίας δανείου (σε ελεύθερη μετάφραση) προνοεί - μεταξύ άλλων - τα εξής:

 

«Ο εγγυητής αναλαμβάνει τη δέσμευση ότι εάν οποιοδήποτε ποσό κεφαλαίου ή τόκων ή άλλα χρηματικά ποσά που οφείλονται από το δανειολήπτη στον δανειστή δυνάμει της σύμβασης δανείου ή άλλως δεν καταβληθούν κατά τον χρόνο που καθίστανται απαιτητά, ο εγγυητής θα προβεί, αμέσως μετά από έγγραφη απαίτηση του δανειστή, στην εν λόγω καταβολή ή θα μεριμνήσει για την πραγματοποίησή της,…»

 

Ακολούθως, σύμφωνα με τον όρο 1.4:    

 

«Επιπροσθέτως των υποχρεώσεων του εγγυητή δυνάμει του Όρου 1.3 της παρούσας και ανεξάρτητα από αυτές, ο εγγυητής συμφωνεί αμετάκλητα να αποζημιώνει και να καλύπτει τον δανειστή, αμέσως μετά από έγγραφη απαίτηση του τελευταίου, έναντι οποιασδήποτε ζημίας προκύπτει από την παράλειψη του δανειολήπτη να προβεί, κατά τον χρόνο που ορίζεται ως χρόνος λήξης, σε οποιαδήποτε πληρωμή οφειλόμενη στο δανειστή ή να εκπληρώσει, κατά τον χρόνο που ορίζεται, οποιαδήποτε άλλη υποχρέωση δυνάμει ή σε σχέση με τη σύμβαση δανείου, ανεξάρτητα από το εάν ο δανειστής έχει επιχειρήσει να ασκήσει δικαιώματα κατά του δανειολήπτη. Με την επιφύλαξη της γενικότητας των ανωτέρω, η εν λόγω ζημία περιλαμβάνει το συνολικό ποσό όλων εκείνων των ποσών (στο μέτρο που ο δανειστής δεν τα έχει ήδη εισπράξει) τα οποία εμπίπτουν στις υποχρεώσεις του εγγυητή δυνάμει του Όρου 1.3 της παρούσας.»

 

Τέλος, ο όρος 4 με τίτλο «DEMANDS - NOTICES OR COMMUNICATIONS» (και πάλι σε ελεύθερη μετάφραση) προνοεί ότι:

 

«Όλα τα αιτήματα, οι ειδοποιήσεις ή οι επικοινωνίες στο πλαίσιο της παρούσας Εγγύησης πρέπει να γίνονται εγγράφως και δύνανται να επιδίδονται ή να αποστέλλονται με συστημένη επιστολή στις διευθύνσεις των μερών που αναφέρονται στην πρώτη σελίδα του παρόντος

 

Ίχνος μαρτυρίας υπάρχει ότι η αποβιώσασα απέστειλε οποτεδήποτε στην εναγόμενη, οποιαδήποτε επιστολή ή γραπτή ειδοποίηση, είτε απαίτησης είτε για οποιοδήποτε άλλο θέμα αφορά τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τη συμφωνία εγγύησης που είχε συνάψει με την αποβιώσασα, η οποία να απευθύνεται προσωπικά στην ίδια, για να μπορεί να γίνει βάσιμα λόγος για συμμόρφωση της αποβιωσάσης με τους παραπάνω όρους της μεταξύ τους σύμβασης εγγύησης. Όρους, τους οποίους, δεδομένης της φύσης τους και κυρίως, της δραστικότητάς τους για τα δικαιώματα και οικονομικά συμφέροντα της εναγόμενης, σε περίπτωση ενεργοποίησής τους, θεωρώ ουσιώδεις και τούτο, επειδή η τήρησή τους, αποτελεί αναγκαίο όρο για σκοπούς ενεργοποίησης της συμβατικής υποχρέωσης της εναγόμενης να εκπληρώσει τις συμβατικές υποχρεώσεις του εναγόμενου που απορρέουν από την επίδικη συμφωνία δανείου την οποία είχε συνάψει με την αποβιώσασα.

 

Και να κοινοποιήθηκαν στην εναγόμενη, οι επιστολές τής αποβιωσάσης που είχε απευθύνει στον εναγόμενο - όπως αναφέρεται σε μερικές από αυτές -, κάτι που δεν έχει αποδειχθεί ότι έχει γίνει, παραμένει γεγονός, το οποίο δεν επιδέχεται αμφισβήτησης, ότι, ουδεμία επιστολή της αποβιωσάσης η οποία απευθύνεται ονομαστικά στην εναγόμενη έχει τεθεί ενώπιόν μου.

 

Επειδή ο ευπαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας, στη γραπτή αγόρευσή του αναφέρει ότι ο ισχυρισμός των εναγόμενων ότι η αποβιώσασα ή η ενάγουσα δεν έχει αποστείλει γραπτή απαίτηση στην εναγόμενη, απαιτώντας από αυτή την πληρωμή του χρέους του εναγόμενου, δεν έχει δικογραφηθεί από την εναγόμενη και ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, να πω ότι δεν συμφωνώ.

 

Η ενάγουσα, στην παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης ισχυρίζεται ότι παρά τις οχλήσεις - γραπτές και προφορικές, οι εναγόμενοι αμελούν και/ή αρνούνται την εξόφληση του δανείου. Η εναγόμενη, με την παράγραφο 11 και ο εναγόμενος, με την παράγραφο 7 της υπεράσπισής τους αρνούνται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας που περιέχονται στην παράγραφο 7 της έκθεσης απαίτησης. Με αυτό δεδομένο και οι δυο είχαν κάθε δικαίωμα να προωθήσουν την παραπάνω θέση κατά την ακρόαση της αγωγής.

 

Των παραπάνω λεχθέντων, η ενάγουσα δεν μπορεί να αξιώνει οτιδήποτε αξιώνει με την αγωγή της εναντίον της εναγόμενης.

 

Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αγωγή, στην έκταση που έχει αναφερθεί, επιτυγχάνει.

 

Εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €769.595,78, με τόκο 4,20% το χρόνο επί του ποσού των €470.000, από 2/2/2026 μέχρι εξοφλήσεως.

 

Η αγωγή, κατά λοιπά και εναντίον της εναγόμενης, συνολικά, απορρίπτεται.

 

Αναφορικά με τα έξοδα δεν βλέπω για ποιο λόγο μπορώ να αποστώ του κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Η ενάγουσα δικαιούται τα έξοδά της έναντι του εναγόμενου και η εναγόμενη τα δικά της έναντι της ενάγουσας.

 

Με αυτό δεδομένο και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη, ότι οι εναγόμενοι, σε όλα τα στάδια της διαδικασίας εκπροσωπούνταν από τον ίδιο δικηγόρο, τα έξοδα της αγωγής, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται ως ακολούθως: ένα σετ, υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου και άλλο ένα, μειωμένο κατά το ήμισυ, υπέρ της εναγόμενης και εναντίον της ενάγουσας.

 

 

 

                                                                        (Υπ.) ..…………………………….

                                                                                    Κ. Κωνσταντίνου, Π.Ε.Δ

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

/ΚΚ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο