ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ.
Απαίτηση Αρ.: 95/24
Μεταξύ:
LOUIS VUITTON MALLETIER
Ενάγουσα
και
P. KATSIARIS LIMITED
Εναγόμενη
---------------------------------
Αίτηση ημερομηνίας 02/03/2026
για παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου
Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για την Ενάγουσα Εταιρεία - Αιτήτρια: κα Επαμεινώνδα για Λέλλος Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε.
Για την Εναγόμενη Εταιρεία – Καθ΄ ης η αίτηση: κα Παπαϊωάννου για Μαρκίδης, Μαρκίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Η Ενάγουσα με την υπό κρίση αίτηση ζήτησε την τιμωρία του Διευθυντή της Εναγόμενης – Καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας γιατί, κατ΄ισχυρισμό, αρνήθηκε να συμμορφωθεί στο διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 28/11/2025 με το οποίο διατάχθηκε να αποκαλύψει πληροφορίες αναφορικά με τα προϊόντα που προμήθευε. Ταυτόχρονα ζήτησε διάταγμα με το οποίο να εξαναγκάζεται η Εναγόμενη – Καθ΄ης η αίτηση σε συμμόρφωση με το συγκεκριμένο διάταγμα του Δικαστηρίου.
Η αίτηση βασίστηκε στα άρθρα 31, 32, 42, 44, 45 κα 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στα Μέρη 23 Κανονισμοί 1-16, Μέρος 31, Μέρος 32, Μέρος 33, Μέρος 38, Μέρος 47, Μέρος 48, Μέρος 49 και Μέρος 50 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, στα Άρθρα 23, 30 και 162 του Συντάγματος και στις συμφυείς και συναφείς εξουσίες του Δικαστηρίου.
Ως γεγονότα προς στοιχειοθέτηση της αίτησης καταγράφεται η ύπαρξη του διατάγματος ημερ. 28/11/2025, η ένορκη δήλωση του Πανίκου Κατσιάρη ημερ. 11/12/2025 και οι ένορκες δηλώσεις του επιδότη Ηλία Δημητρίου ημερ. 18/12/2025 και 11/02/2026.
Η αίτηση αντιμετωπίστηκε με ένσταση, στην οποία καταγράφηκαν δεκαέξι (16) λόγοι ενστάσεως. Μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου αφού η Εναγόμενη έχει συμμορφωθεί πλήρως και εμπρόθεσμα με το διάταγμα του Δικαστηρίου. Ότι έχει πράξει δεόντως τα όσα καθορίζονται στο διάταγμα αφού διαφάνηκε από την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ότι ο χρόνος συμμόρφωσης ενεργοποιείτο από την ημέρα έκδοσης της ενδιάμεσης απόφασης. Ότι η αίτηση πάσχει από αοριστία ή/και γενικότητα ή/και δεν συνοδεύεται από την απαραίτητη μαρτυρία αφού δεν εξειδικεύει επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την κατ΄ ισχυρισμό παρακοή. Ότι δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η διάπραξη του αδικήματος. Ότι ελλείπει από την αίτηση ο προσδιορισμός των παραβιάσεων του διατάγματος. Ότι δεν πληρούνται τα συστατικά στοιχεία ή/και δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Ότι η αίτηση είναι καταχρηστική ή/και καταπιεστική ή/και εκδικητική και καταχωρίστηκε με σκοπό την άσκηση πίεσης στην Εναγόμενη εταιρεία. Ότι η αίτηση δεν στηρίζεται στην δέουσα και ορθή νομική βάση. Ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιβάλει οποιαδήποτε ποινή. Ότι η οπισθογράφηση του διατάγματος δεν ήταν σαφής. Ότι τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν προάγει το πρωταρχικό σκοπό των Κανονισμών Δικονομίας του 2023 και ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει δυσανάλογη και υπέρμετρη ζημιά στην Εναγόμενη.
Η νομική βάση της ένστασης είναι πανομοιότυπη με αυτήν της αίτησης και ως εκ τούτου δεν θα επαναληφθεί.
Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση καταγράφονται σε ένορκη δήλωση του Πανίκκου Κατσιάρη, Διευθυντή και Γραμματέα της Εναγομένης εταιρείας. Προωθεί τη θέση ότι η υπό κρίση αίτηση είναι άνευ αντικειμένου γιατί στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι η Εναγόμενη παρέλειψε να συμμορφωθεί με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 28/11/2025. Προωθεί τη θέση ότι σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ 28/11/2025 η Εναγόμενη εταιρεία έπρεπε να καταχωρήσει, εντός 20 ημερών από την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης, ένορκη δήλωση στην οποία να δηλώνεται κατά πόσο κατέχει τα έγγραφα ή/και τις πληροφορίες που καταγράφονται στο κείμενο της ενδιάμεσης απόφασης. Κατά τη δική του άποψη η ισχύ και οι προθεσμίες που καταγράφονται στην απόφαση άρχονται την ημέρα της έκδοσης της. Γ΄αυτό το λόγο η Εναγόμενη καταχώρησε ένορκη δήλωση στις 11/12/2025 συμμορφούμενη με το διάταγμα του Δικαστηρίου. Ακολούθως, στις 16/12/2025, είχε επιδοθεί στον ίδιο το διάταγμα ημερ. 28/11/2025 χωρίς οπισθογράφηση. Στις 03/02/2026 του επιδόθηκε νέο διάταγμα, στο οποίο περιλαμβανόταν οπισθογράφηση. Το δεύτερο διάταγμα του επιδόθηκε παρά το γεγονός ότι είχε ήδη καταχωρηθεί η ένορκη δήλωση ημερ. 11/12/2025 προς συμμόρφωση με την απόφαση του Δικαστηρίου. Κατά τη δική του άποψη η Εναγόμενη εταιρεία έχει πράξει τα όσα απαιτούνται στο διάταγμα ή/και στην απόφαση του Δικαστηρίου εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
Ισχυρίζεται ότι η αίτηση πάσχει από αοριστία και γενικότητα, ότι δεν συνοδεύεται από την απαραίτητη μαρτυρία και ότι δεν εξειδικεύει επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την κατ΄ ισχυρισμό παρακοή. Υποστηρίζει ότι το αίτημα είναι απαράδεκτο, αναιτιολόγητο, ατεκμηρίωτο και ότι δεν στηρίζεται σε μαρτυρία. Ταυτόχρονα προωθεί τη θέση ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, καταπιεστική και εκδικητική.
Και οι δύο ευπαίδευτες συνήγοροι προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις τόσο με γραπτές αγορεύσεις ενώ προέβησαν και σε δια ζώσης διευκρινήσεις. Το Δικαστήριο έχει υπόψη το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων καθώς και τις δια ζώσης διευκρινήσεις και θα αναφερθεί σ΄αυτές όπου κρίνει τούτο απαραίτητο.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Νομική βάση της αίτησης αποτελεί το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
« Τηρουμένου οιονδήποτε διαδικαστικού καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov θα έχη εξουσία να εξαναγκάζη εις υπακoήv προς οιονδήποτε διάταγμα εκδoθέv υπ' αυτου, διατάττov ή απαγoρεύov την εκτέλεσιν oιασδήπoτε πράξεως, διά πρoστίμoυ ή φυλακίσεως ή μεσεγγυήσεως πραγμάτων. Και το δικαστήριov δύναται επιπροσθέτως να επιδικάση εις το πρόσωπον προς το συμφέρov του oπoίoυ εξεδόθη το διάταγμα τoιoύτov πoσόv υπό μoρφήv αποζημιώσεως, ως το δικαστήριov δύναται να θεωρήση πρέπov.
Στις αποφάσεις της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Constantinos Ioannides v. The Republic (1971) 3 C.L.R. 8, σελ. 48 - 57 και Ελισάβετ Θεοφάνους ν. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.α. (2009) 2 ΑΑΔ 634 αναλύεται με πολλή λεπτομέρεια η διάκριση της ποινικής από την πολιτική παρακοή. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Ελισάβετ Θεοφάνους ν. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.α.:
«Όπως επισημαίνεται στο σύγγραμμα The Law of Contempt των Anthony Arlidge και David Eady, έκδοση 1982, παράγραφος 2-28, ιστορικά, πίσω από τη διάκριση μεταξύ αστικής και ποινικής καταφρόνησης κρυβόταν η γενική διάκριση ότι διατάγματα που εκδίδονται σε υποθέσεις ποινικής καταφρόνησης σκοπό έχουν την τιμωρία, ενώ στην αστική καταφρόνηση, σκοπός του σχετικού διατάγματος είναι να αναγκαστεί ο απειθών να υιοθετήσει μια συγκεκριμένη ενέργεια επ' ωφελεία διαδίκου σε πολιτική υπόθεση. Υπήρχε επίσης η γενική άποψη ότι από την ποινική καταφρόνηση απειλείται η απονομή της δικαιοσύνης ως σύνολο, ενώ τα μόνα πρόσωπα που ενδιαφέρονται στην άρση αστικής καταφρόνησης είναι οι διάδικοι της συγκεκριμένης υπόθεσης. Όμως, κατά το τέλος του 19ου αιώνα συνειδητοποιήθηκε ότι τέτοιες γενικές αρχές συνιστούσαν υπεραπλούστευση του θέματος.
Καταφρόνηση δικαστηρίου μπορεί να είναι είτε ποινική, είτε πολιτική. Η ποινική καταφρόνηση είναι πράξη η οποία απειλεί την απονομή της δικαιοσύνης γενικότερα και η οποία απαιτεί τιμωρία.».
Για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση σε διάταγμα του Δικαστηρίου απαιτείται να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή. Το ίδιο το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί. Θα πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου βλ. Antonis Mouzouris & Another v. Xylophaghou Plantations Ltd (1977) 1 CLR 287.
To βάρος απόδειξης το φέρει το αιτητής, ο οποίος και έχει την υποχρέωση να αποδείξει τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση του, Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas (1989) 1 Α.Α.Δ. 750. Όπως τονίστηκε στην συγκεκριμένη απόφαση η έλλειψη μαρτυρίας που να αποδεικνύει τα αμφισβητούμενα γεγονότα, καθιστά την ετυμηγορία του Δικαστηρίου ακροσφαλή και την όποια απόφαση του υποκείμενη σε ακύρωση.
Η διαδικασία της αστικής παρακοής προσομοιάζει με την ποινική διαδικασία υπό την έννοια ότι όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται βλ. Δρόσος Μιχαηλίδης v. Margita Μιχαηλίδου Poliakova (2011) 1 Α.Α.Δ. 356 και In re Bramblevale Ltd (1970) Ch. 18 και Savings and Investment Bank Ltd v. Gasco (No 2) (1988) 1 All E.R. 975. Tο αποδεικτικό βάρος το φέρει ο αιτητής, ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο στον απαιτούμενο βαθμό και στην διαπίστωση της βεβαιότητας της ενοχής του καθ' ου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σχετικό είναι το Σύγγραμμα David Bean Injunctions, 8η έκδ., παρ.618 και 619. Για να είναι δυνατή, κατά συνέπεια, η τιμωρία του καθ' ου, το διάταγμα θα πρέπει να διατυπώνεται με την μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια, ώστε να μην εμφιλοχωρεί οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται και κάτω από ποια ιδιότητα.
Το Δικαστήριο, για να προχωρήσει σε καταδίκη, θα πρέπει να έχει ενώπιον του ικανοποιητική μαρτυρία επί των ακολούθων σημείων: (α) Ότι οι όροι του διατάγματος είναι ξεκάθαροι και αδιαμφισβήτητοι, (β) Να έχει τεκμηριωθεί ότι ο εναγόμενος έχει λάβει γνώση των όρων του διατάγματος, ζήτημα που άπτεται της νομότυπης γνωστοποίησης του διατάγματος και των όρων του στον καθ' ου και (γ) Θα πρέπει να υπάρχει ξεκάθαρη απόδειξη ότι ο εναγόμενος έχει παραβιάσει τους όρους του διατάγματος. Βλ. Borris & Lowe: The Law of Contempt, 2η έκδ., σελ. 395.
Τι απαιτείται για να αποδειχθεί παρακοή αναφέρεται στην απόφαση Δρόσος Μιχαηλίδης (ανωτέρω), απ' όπου και το πιο κάτω απόσπασμα:
«Για να καταδειχθεί παρακοή, όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Λάζαρος Μαύρος ν. Θεόδωρου Στυλιανού (1998) 1 ΑΑΔ 2389, πρέπει να ικανοποιείται και η αντικειμενική υπόσταση («actus reus»), αλλά και η υποκειμενική υπόσταση («mens rea»), του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης όπως προδιαγράφεται στο άρθρο 42 του Νόμου αρ. 14/60. Στη δε υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά (1993) 1 ΑΑΔ 309, λέχθηκε με αναφορά στη Μουζούρης ν. Xylophagou Plantations Ltd (1977) 1 C.L.R. 287, ότι:
«..για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί η ηθελημένη ανυπακοή του καθ' ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί. Πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του δικαστηρίου..».
(ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου)
Βλ. Ι.Ζ. ν. Γ. Χ. Πολ. Εφ. Ε113/2023 ημερ. 28/02/2025.
Η υπό κρίση αίτηση θα εξεταστεί έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές και τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Βέβαια θα πρέπει να αναφερθεί ότι η Αιτήτρια δεν παρέθεσε οποιαδήποτε μαρτυρία αλλά επέλεξε να παραπέμψει στο διάταγμα ημερ. 28/11/2025. Εξετάζοντας τα διατάγματα που εκδόθηκαν από το Δικαστήριο στις 28/11/2025 διαπιστώνεται ότι είχε καθορισθεί χρονικό πλαίσιο 20 ημερών από την έκδοση της απόφασης, ήτοι από τις 28/11/2025, για συμμόρφωση με τα διατάγματα αποκάλυψης.
Προκύπτει ότι καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση, σε συμμόρφωση με το διάταγμα του Δικαστηρίου στις 11/12/2025, η οποία εγκρίθηκε στις 12/12/2025. Το γεγονός ότι έγινε αποκάλυψη, με την μορφή που έγινε, πριν την επίδοση του διατάγματος δεν συνεπάγεται μη συμμόρφωση. Το ερώτημα είναι κατά πόσο υπάρχει ηθελημένη ανυπακοή που συνιστά προαπαιτούμενο στοιχειοθέτησης της καταφρόνησης σε διάταγμα Δικαστηρίου. Δεν διαπιστώνεται ηθελημένη ανυπακοή της Καθ΄ης η αίτηση με την απόφαση του Δικαστηρίου μάλλον το αντίθετο αφού υπάκουσε τις οδηγίες του Δικαστηρίου που προέβλεπαν συμμόρφωση εντός 20 ημερών από την έκδοση της απόφασης και όχι από την επίδοση του διατάγματος. Το γεγονός ότι υπάκουσε, με τον τρόπο που υπάκουσε, στην διαταγή του Δικαστηρίου χωρίς να αναμένει να του επιδοθεί το διάταγμα του Δικαστηρίου δεν σημαίνει ότι ανυπάκουσε το συγκεκριμένο διάταγμα.
Αν οι Αιτητές δεν ικανοποιήθηκαν με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης αυτό είναι ένα άλλο θέμα. Το να μην τηρεί ο εμπορευόμενος στοιχεία των προμηθευτών του και αντίγραφα τιμολογίων καθώς και άλλες αποδείξεις προέλευσης των εμπορευμάτων του αφορά, πιθανόν, σε παραβίαση άλλου νόμου. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να τιμωρήσει τον Διευθυντή της Καθ΄ης η αίτηση για παραβιάσεις άλλων Νόμων.
Στη βάση των όσων αναφέρω ανωτέρω, έχω ικανοποιηθεί πως η Αιτήτρια δεν έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό, ήτοι πέραν κάθε εύλογης αμφιβολίας, την υπόθεση της και καταλήγω πως η Καθ' ης η Αίτηση, κατά τον χρόνο καταχώρισης της υπό κρίση αίτησης δεν βρισκόταν σε παρακοή των Διαταγμάτων του Δικαστηρίου.
Τα έξοδα της αίτησης, θα καθοριστούν με συνοπτικό υπολογισμό από το Δικαστήριο, θα είναι υπέρ της Καθ΄ης η αίτηση Εταιρείας και εναντίον της Αιτήτριας. Δυνάμει των δύο καταλόγων εξόδων που διαβιβάστηκαν στο Δικαστήριο καθορίζονται στο ποσό των €3.000 πλέον Φ.Π.Α. πλέον €50 πραγματικά έξοδα.
(Υπ.) ……………………………
Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π. Ε. Δ.
Πιστόν Αντίγραφον
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο