KANEDAS ENTERPRISES LIMITED ν. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΡΟΥΛΛΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 208/25, 9/9/2026
print
Τίτλος:
KANEDAS ENTERPRISES LIMITED ν. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΡΟΥΛΛΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 208/25, 9/9/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 208/25

Μεταξύ:                       

 

KANEDAS ENTERPRISES LIMITED

                                                                                                          Ενάγουσα

v.

 

1.   ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΡΟΥΛΛΑΣ

2.   KARMA HOLDINGS LIMITED

3.   NIGIRCO LIMITED

4.   FAMACAMPO LIMITED

Εναγόμενοι

---------------------------------

 

Αίτηση ημερομηνίας 17/10/2025

για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:  9  Σεπτεμβρίου, 2026

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για Ενάγουσα – Αιτήτρια: κ. Παπαδόπουλος, για Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σία Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 - Καθ’ ων η αίτηση 1, 2, 3 και 4: κ. Γ. Γεωργίου για Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

          Η Ενάγουσα εταιρεία αιτήθηκε μονομερώς την έκδοση διατάγματος το οποίο να απαγορεύει στην Καθ΄ης η αίτηση 4 - Εναγόμενη 4 να αποξενώσει ή/και να εγγράψει ή/και να μεταβιβάσει ή/και να εκχωρήσει ή/και άλλως πως απωλέσει με οποιονδήποτε τρόπο την ιδιοκτησία ή/και τα δικαιώματα που απορρέουν από το πωλητήριο με αριθμό ΠΩΕ 548/2023, το οποίο αφορά το διαμέρισμα με αριθμό 601 στο συγκρότημα «EDEN RESIDENCES». Εναντίον των Καθ΄ων η αίτηση 3 και 4 - Εναγόμενων 3 και 4 αιτήθηκε διάταγμα με το οποίο να τους απαγορεύεται να απομακρύνουν, από την Κυπριακή Δημοκρατία, ή με οποιονδήποτε τρόπο να διαπραγματευτούν ή να μειώσουν την αξία οποιουδήποτε περιουσιακού τους στοιχείου μέχρι το ποσό των €461.534,46. Παράλληλα αιτήθηκε διατάγματα αποκάλυψης πληροφοριών που σχετίζονται με τα περιουσιακά στοιχεία των Καθ΄ων η αίτηση 3 και 4 - Εναγόμενων 3 και 4.

 

            Ως νομική βάση της αίτησης καταγράφηκαν τα άρθρα 2, 29, 30, 32  και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου, τα άρθρα 2 μέχρι 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, το Μέρος 22, 23 Κανονισμοί 23.1 – 23.4, 23.6, 23.8(2) και 23.9, το Μέρος  25 Κανονισμοί 25.1, 25.2, 25.6, 25.7 και 25.9(1) και το Μέρος 32 Κανονισμοί 32.14 και 32.15 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, η νομολογία, οι αρχές της Επιείκειας, η πρακτική και η συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου.

 

            Τα γεγονότα προς υποστήριξη της αίτησης παρατέθηκαν σε αριθμό ενόρκων δηλώσεων. Κατατοπιστική για τα γεγονότα είναι η ένορκη δήλωση του Κώστα Γεωργίου, ενός εκ των διευθυντών της Ενάγουσας εταιρείας – Αιτήτριας και εξουσιοδοτημένου για την κατάρτισή της που συνόδευε την αίτηση. Καταγράφει ότι οι Καθ΄ων η αίτηση  - Εναγόμενοι είναι πρόσωπα συνδεδεμένα με τον όμιλο εταιρειών Karma Developers Cyprus, ο οποίος ασχολείται με την ανάπτυξη γης και συνιστά ένα από τους πιο γνωστούς ομίλους ανάπτυξης γης στην ελεύθερη Επαρχία Αμμοχώστου. Ο Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενος 1 είναι ο μοναδικός διευθυντής και γραμματέας των Καθ΄ων η αίτηση 2, 3 και 4  - Εναγόμενων 2, 3 και 4 και η Καθ΄ης η αίτηση 2 - Εναγόμενη 2 είναι η μοναδική μέτοχος των Εναγομένων 3 και 4. Όλες οι εταιρείες διευθύνονται από τον Καθ΄ου η αίτηση 1 - Εναγόμενο 1. Η Ενάγουσα εταιρεία – Αιτήτρια συνιστά ένα από τα επενδυτικά οχήματα του επιχειρηματία Taleh Aleskrov, ο οποίος ζει με την οικογένεια του τα τελευταία δέκα χρόνια στην Κύπρο. Η Ενάγουσα - Αιτήτρια και η Εναγόμενη 3 – Καθ΄ης η αίτηση 3 το 2018 ίδρυσαν συνεταιρισμό με την ονομασία Nigirco Limited & Kanedas Enterprises Limited Joint Venture. Η Ενάγουσα - Αιτήτρια είχε ποσοστό συμμετοχής 75% και η Εναγόμενη 3 – Καθ΄ης η αίτηση 3, 25%. Σκοπός του συνεταιρισμού ήταν η ανέγερση του κτηριακού συγκροτήματος «EDEN RESIDENCES» στο Παραλίμνι και η διαχείριση και πώληση των διαμερισμάτων του συγκροτήματος. Λόγω του ότι ο Συνεταιρισμός δεν λειτουργούσε ομαλά, αφού τα μέρη είχαν διαφωνίες, συμφωνήθηκε η διάλυση του από το 2024 και στις 18/02/2025 η Αιτήτρια και η Καθ’ ης η αίτηση 3 υπέγραψαν μνημόνιο για να διαμοιράσουν τα περιουσιακά στοιχεία του Συνεταιρισμού σύμφωνα με την συμμετοχή τους. Στις 16/05/2025 συνήψαν Σχέδιο Διακανονισμού το οποίο υποβλήθηκε στον Έφορο Φορολογίας και στο Δικαστήριο με αίτηση αναδιοργάνωσης. Στις 19/06/2025 εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο επικυρώθηκε το Σχέδιο Διακανονισμού. Σε κάθε στάδιο της διάλυσης του Συνεταιρισμού και πριν την υπογραφή οποιουδήποτε εγγράφου τα μέρη συμφωνούσαν την αξία της απούλητης περιουσίας του Συνεταιρισμού. Τον Αύγουστο 2025 εκδόθηκε σχετική φορολογική απόφαση.

            Είναι ο ισχυρισμός του Ομνύοντα ότι στις 08/10/2025 περιήλθαν στην αντίληψη της Αιτήτριας σημαίνοντα στοιχεία που είχαν σημασία για την αξία των διαμερισμάτων καθώς και το κατά πόσο αυτά ήταν απούλητα τα οποία είχα αποκρυφθεί από τους Καθ΄ων η  αίτηση. Συγκεκριμένα οι Καθ΄ων η αίτηση εξαπάτησαν την Αιτήτρια σε σχέση με τα Διαμ. 501 και 601 αφού στις 23/08/2023 πώλησαν δόλια τα δύο διαμερίσματα στην δική τους εταιρεία, την Καθ΄ης η αίτηση 4, με ετεροβαρείς όρους για τον Συνεταιρισμό αλλά επωφελείς προς την Καθ΄ης η αίτηση 2. Στις 07/08/2024 μεταπώλησαν το Διαμ. 501 στην τιμή των €765.000, τιμή ψηλότερη από τις €550.000 που το είχαν πωλήσει στην Καθ΄ης η αίτηση 4 και ενώ δήλωναν ως αξία του το ποσό των €690.000 τόσο στην Αιτήτρια καθώς και στις Φορολογικές Αρχές. Τα συγκεκριμένα γεγονότα απεκρύβησαν από την Αιτήτρια, τα Δικαστήρια και τις Φορολογικές Αρχές της Δημοκρατίας και οδήγησαν την Αιτήτρια στο να εγκρίνει το Σχέδιο Διακανονισμού με αναληθή γεγονότα και στο να συμμετέχει στην υποβολή Σχεδίου Αναδιοργάνωσης με λανθασμένες αξίες και πληροφορίες εκθέτοντας την ίδια σε φορολογική και άλλη ευθύνη.  

 

            Υποστηρίζει ότι στις 08/07/2019 ο Καθ΄ου η αίτηση 1 είχε εξουσιοδοτηθεί από την Αιτήτρια όπως ενεργεί για λογαριασμό της και σχετικό πληρεξούσιο είχε καταχωριστεί στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας λαμβάνοντας αριθμό ΠΛΕ195/2019. Προωθεί τη θέση ότι δεν του δόθηκε ποτέ λευκή επιταγή να κάνει ότι επιθυμεί σε σχέση με την περιουσία του Συνεταιρισμού και ο Aleskerov τηρείτο ενήμερος για την κίνηση του μήνα με monitoring reports από την Καθ΄ης η αίτηση 2. Το 2023 υπήρξε ένταση μεταξύ των μερών αφού ο Aleskerov ήταν δυσαρεστημένος με τον τρόπο που η Καθ΄ης η αίτηση 2 χειριζόταν τις πωλήσεις. Παρά τις διαμαρτυρίες του προς τον Καθ΄ου η αίτηση 1, οι Καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 συνέχιζαν να πωλούν τα διαμερίσματα του Συνεταιρισμού σε αυθαίρετες και εμπορικά παράλογες τιμές. Στις 09/08/2023 ο Aleskerov διαβίβασε ηλεκτρονικό μήνυμα στο οποίο εξέφραζε την δυσαρέσκεια και την διαφωνία του γενικά και παρέθετε σχόλια που αφορούσαν στο περιεχόμενο ηλεκτρονικού μηνύματος του Καθ΄ου η αίτηση 1 ημερομηνίας 08/08/2023. Στο συγκεκριμένο ηλεκτρονικό μήνυμα τόνιζε την επιθυμία του να ανακαλέσει το πληρεξούσιο που είχε παραχωρηθεί προς τον Καθ΄ου η αίτηση 1 και καθιστούσε σαφές ότι η εμπιστοσύνη του προς το πρόσωπό του είχε κλονιστεί. Στις 07/09/2023 η Αιτήτρια με επιστολή της ενημέρωσε επίσημα τους Καθ΄ων η αίτηση  1 και 2 ότι ανακαλεί και αποσύρει, με άμεση ισχύ, όλα τα πληρεξούσια τα οποία είχαν δοθεί. Η συγκεκριμένη επιστολή παραδόθηκε στα γραφεία της Καθ΄ης η αίτηση 2, στις κύριες κτιριακές εγκαταστάσεις του ομίλου Karma, στις 12/09/2023 με υπηρεσία ταχυμεταφορών. Διαφάνηκε ότι στις 16/05/2024 ο Καθ΄ου η αίτηση 1 πώλησε, εκ μέρους του Συνεταιρισμού, το Διαμ.201 χωρίς την έγκριση ή την γνώση ή την εξουσιοδότηση της Αιτήτριας. Κατέστη αντιληπτό στις 10/06/2024, όταν παραλήφθηκε το monitoring report του Μαΐου,  ότι ο Καθ΄ου η αίτηση 1 είχε χρησιμοποιήσει παράνομα το πληρεξούσιο, αφού αυτό είχε ανακληθεί, και η Αιτήτρια ενημέρωσε το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου για την ανάκληση του πληρεξουσίου με άμεση ισχύ. Στις 25/06/2024 οι δικηγόροι των Καθ΄ων η αίτηση 1 και 3 με επιστολή που διαβίβασαν ισχυρίστηκαν ότι δεν είχαν ενημερωθεί για την ανάκληση του πληρεξουσίου και ότι η Αιτήτρια γνώριζε για την πώληση του Διαμ.201.

 

            Είναι η θέση του Ομνύοντα ότι στις 07/10/2025 διαπιστώθηκε ότι παρά την ανάκληση του πληρεξουσίου οι Καθ΄ων η αίτηση είχαν καταχωρήσει στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου, σε σχέση με τα Διαμ.501 και 601, στις 14/09/2023, πωλητήρια έγγραφα χρησιμοποιώντας το ανακληθέν πληρεξούσιο έγγραφο. Τα δόλια πωλητήρια έγγραφα κατατέθηκαν και υπογράφτηκαν χωρίς η Αιτήτρια να ενημερωθεί. Δηλαδή μία μέρα μετά την παράδοση της επιστολής ανάκλησης του πληρεξουσίου, στις 13/09/2023, χαρτοσήμαναν τα πωλητήρια έγγραφα τα οποία στην συνέχεια κατέθεσαν στις 14/09/2023. Το Διαμ.501 πωλήθηκε στην Karma - Famacampo για το ποσό των €550.000 και μεταπωλήθηκε σε τρίτους στην τιμή των €765.000. Η πραγματική αξία του ακινήτου ήταν πάντα γύρω στις €700.000. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα οι Καθ΄ων η αίτηση έκλεψαν από τον Συνεταιρισμό αφού αρχικά πώλησαν το Διαμ.501 σε δική τους εταιρεία σε υποτιμημένη αξία και ακολούθως η δική τους εταιρεία εισέπραξε μεγαλύτερο ποσό πωλώντας το σε τρίτους. Το ίδιο συνέβη με την πώληση του Διαμ.601 του οποίου η πώληση ήταν ετεροβαρής για τον Συνεταιρισμό αφού ούτε καν η προκαταβολή των €10.000 είχε καταβληθεί και κατατέθηκε το πωλητήριο έγγραφο. Περαιτέρω οι όροι πώλησης των δύο διαμερισμάτων δεν ήταν ούτε λογικοί ούτε εμπορικά δικαιολογημένοι.

 

            Όσον αφορά την πώληση του Διαμ.201 ισχυρίζεται ότι ο ίδιος είχε συμφωνήσει προφορικά, στις 16/07/2024, με τον Καθ΄ου η αίτηση 1 ότι δεν θα προχωρούσαν σε άλλη πώληση πριν την επίλυση των διαφορών τους. Παρά το γεγονός αυτό, στις 27/06/2024, οι δικηγόροι των Καθ΄ων η αίτηση διαβίβασαν επιστολή με την οποία ενημέρωναν ότι η πώληση του Διαμ.201 είχε γίνει σύμφωνα με το πληρεξούσιο, επιβεβαίωναν την ανάκλησή του αλλά αμφισβητούσαν τον χρόνο ανάκλησης. Στην συγκεκριμένη επιστολή ζητείτο από την Αιτήτρια όπως υπογράψει τα έγγραφα για να ολοκληρωθεί η πώληση του Διαμ.501. 

 

            Καταγράφει ότι το «διαζύγιο» ανατέθηκε σε κοινούς δικηγόρους, στους οποίους δόθηκαν οδηγίες όπως ετοιμάσουν τα έγγραφα για διάλυση του Συνεταιρισμού με τον διαμερισμό των περιουσιακών στοιχείων να αντικατοπτρίζει το ποσοστό συμμετοχής, ήτοι 75% με 25%. Συμφωνήθηκε ότι η Αιτήτρια θα λάμβανε εισπρακτέα, ήτοι καταθέσεις συγκεκριμένου ύψους και τέσσερα (4) διαμερίσματα στα οποία περιλαμβανόταν και το Διαμ.601. Η συνολική αξία του μεριδίου της Αιτήτριας εκτιμήθηκε στα €3.441.309,00. Η Καθ΄ης η αίτηση 3 θα λάμβανε το Διαμ.501 και καταθέσεις ύψους €1.147.103,00. Η Καθ΄ης η αίτηση 2 ουδέποτε είχε αναφέρει οτιδήποτε για τα δόλια πωλητήρια έγγραφα των Διαμ. 501 και 601 και μέχρι τις 07/10/2025 συμπεριφερόταν ως αυτά να μην υπήρχαν και στα έγγραφα διάλυσης του Συνεταιρισμού, μέχρι 29/05/2025, τα δύο διαμερίσματα δηλώνονταν ως απούλητα. Κατά τη δική του άποψη η καταγραφή του Διαμ.601 ως απούλητο και το Δικαίωμα Αγοράς είναι ασύμβατα με την ύπαρξη του δόλιου πωλητηρίου εγγράφου του συγκεκριμένου διαμερίσματος.  

 

            Είναι η θέση του Ομνύοντα ότι τα δόλια πωλητήρια έγγραφα καθώς και άλλα γεγονότα αποκρύφθηκαν σκόπιμα. Η ύπαρξη τους ή και τα εισπρακτέα ποσά που προέκυψαν από τα δύο πωλητήρια έγγραφα δεν καταγράφηκε πουθενά από τους λογιστές ή ελεγκτές του Συνεταιρισμού, οι οποίοι σημειωτέο είναι οι ίδιοι με αυτούς των Καθ΄ων η αίτηση 3 και 4. Παράλληλα τα αιτήματα της Καθ΄ης η αίτηση 2, για παράταση του χρόνου άσκησης του Δικαιώματος Αγοράς του Διαμ.601, είναι ασύμβατα με την ύπαρξη του δόλιου πωλητηρίου εγγράφου που αφορά το συγκεκριμένο διαμέρισμα. Το συγκεκριμένο Δικαίωμα Αγοράς έληξε στις 13/10/2025. Όσον αφορά το Διαμ.501 στις 26/07/2024 οι Καθ΄ων η αίτηση ζήτησαν από την Αιτήτρια να υπογράψει πωλητήριο έγγραφο για την πώλησή του ενώ, σύμφωνα με τα δόλια πωλητήρια έγγραφα, αυτό είχε πωληθεί στην Καθ΄ης η αίτηση 4 από το 2023. Λόγω του ότι η Αιτήτρια ζήτησε λεπτομέρειες για τον αγοραστή οι Καθ΄ων η αίτηση προχώρησαν από μόνοι τους. Στις μηνιαίες εκθέσεις – monitoring reports – που διαβιβάζονταν στον Aleskerov τα συγκεκριμένα δύο διαμερίσματα φαίνονταν απούλητα.

 

            Προωθείται η θέση ότι από τις 04/08/2025 είχε αρχίσει η συζήτηση μεταξύ των Μερών για τον τρόπο υλοποίησης του Διατάγματος Διακανονισμού στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Στις 24/09/2025 η Ανώτερη Νομική Σύμβουλος της Καθ΄ης η αίτηση 2 είχε διαβιβάσει Συμφωνία Διανομής η οποία προνοούσε ότι το Διαμ.601 θα παραχωρείτο στην Καθ΄ης η αίτηση 2 αντί στην Αιτήτρια, ήτοι αντίθετα με τις πρόνοιες του Διατάγματος του Δικαστηρίου. Προκύπτει ότι οι Καθ΄ων η αίτηση είχαν προσπαθήσει να εξασφαλίσουν το Διαμ.601 δωρεάν και προτού ενεργοποιηθεί το Δικαίωμα Αγοράς από την Καθ΄ης η αίτηση 3 και πριν γίνει πλήρης πληρωμή. Στο κείμενο που διαβιβάστηκε για υπογραφή το Διαμ.601 φαινόταν να ανήκει στην Καθ΄ης η αίτηση 3. Η συγκεκριμένη πρόνοια αφαιρέθηκε από τους κοινούς δικηγόρους αφού ανέτρεπε τα συμφωνηθέντα και διαβιβάστηκε αναθεωρημένη έκδοση της Συμφωνίας Διανομής. Η Καθ΄ης η αίτηση 2 ισχυρίστηκε ότι η τροποποίηση αποσκοπούσε στην εξοικονόμηση χρόνου και διαδικασιών. Μέχρι και τις 03/10/2025 που κυκλοφόρησε το τελικό κείμενο της Συμφωνίας Διανομής δεν είχε γίνει οποιαδήποτε αναφορά σε πουλημένα Διαμ.501 και 601. Στην δε συμφωνία τα Μέρη αναγνωρίζουν ότι το Διαμ.601 ανήκει στην Αιτήτρια. Στις 06/10/2025 επιχειρήθηκε η μεταβίβαση των ακινήτων σύμφωνα με την Συμφωνία πλην όμως η Αιτήτρια ενημερώθηκε ότι απαιτείτο κάποια τροποποίηση για τυπικούς λόγους. Στις 07/10/2025 που θα κατατίθετο η τροποποιημένη Συμφωνία ζητήθηκε από την Αιτήτρια να παρακάμψει το Διάταγμα και το Σχέδιο Αναδιοργάνωσης και να υπογράψει έντυπο με το οποίο να συναινεί όπως το Διαμ.501 μεταβιβαστεί σε εταιρεία συνδεδεμένη με την Καθ΄ης η αίτηση 3, η οποία στην συνέχεια φάνηκε ότι ήταν η Καθ΄ης η αίτηση 4. Όταν η Αιτήτρια αρνήθηκε τότε ο Καθ΄ου η αίτηση 1 ισχυρίστηκε ότι το Διαμ.501 ήταν πουλημένο και ότι η Αιτήτρια το γνώριζε από το 2024.

            Προωθεί τη θέση ότι η Καθ΄ης η αίτηση 2 παγίδευσε την Αιτήτρια αφού  στις 15/05/2024 της είχε ζητήσει από αυτήν να διενεργήσει έρευνα στο Κτηματολόγιο εκ μέρους της, της Καθ΄ης η αίτηση 2, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι δεν λειτουργούσαν τα συστήματά της και την χρειαζόταν επειγόντως. Ήταν η πρώτη και μοναδική φορά που είχε ζητηθεί από την Αιτήτρια η διενέργεια έρευνας στο Κτηματολόγιο. Δεν δόθηκε οποιαδήποτε σημασία στο γεγονός μέχρι τις 07/10/2025 που η συγκεκριμένη έρευνα διαβιβάστηκε από τον Καθ΄ου η αίτηση 1. Προφανώς σκόπιμα και μεθοδευμένα είχε ζητηθεί για να παγιδευτεί η Αιτήτρια ενώ αποκαλύπτει και το μηχανευόμενο των πράξεων των Καθ΄ων η αίτηση 1 – 4.  Όταν ζητήθηκε η συνδρομή των κοινών δικηγόρων σε σχέση με την κατ΄ ισχυρισμό γνώση του πωλητηρίου εγγράφου του Διαμ.501 ο δικηγόρος, κ. Καραολής, ενημέρωσε ότι η συγκεκριμένη έρευνα δεν είχε τεθεί στους δικηγόρους, ότι όλες οι συζητήσεις γίνονταν στην βάση του ότι το Διαμ.501 ήταν απούλητο και ελεύθερο και ότι μελετώντας το αποτέλεσμα της έρευνας φάνηκε ότι     υπήρχε κατατεθειμένο πωλητήριο έγγραφο και για το Διαμ.601.                 

 

            Υποστηρίζει ότι η Καθ΄ης η αίτηση 2 έχει εξαπατήσει τον Συνεταιρισμό αφού δηλώθηκε ως αξία του Διαμ.501 στα έγγραφα του Διακανονισμού το ποσό των €690.000 ενώ πωλήθηκε, στην Καθ΄ης η αίτηση 4, στο ποσό των €550.000 ενώ στην πραγματικότητα είχε ήδη πωληθεί στην τιμή των €765.000. Αποτέλεσμα αυτού ήταν η Αιτήτρια να απωλέσει €56.250. Περαιτέρω η φορολογική ευθύνη του Συνεταιρισμού, λόγο των ενεργειών και της απόκρυψης της Καθ΄ης η αίτηση 2, ανέρχεται στο ποσό των €325.627,46 για Φ.Π.Α. και στο ποσό των €106.210 για άμεση φορολογία, ποσά τα οποία ποσά τοκίζονται και αυξάνονται καθημερινά. Προωθεί τη θέση ότι υπάρχει ενδεχόμενο να υπάρξει πλήρης ανάκληση της φορολογικής απόφασης με αποτέλεσμα να αυξηθεί η ζημιά της Αιτήτριας. Δηλώνει, ότι σε σχέση με το Διαμ.601 είναι παραδεκτό ότι υπήρχε Δικαίωμα Αγοράς προς όφελος της Καθ΄ης η αίτηση 2, το οποίο μπορούσε να ασκηθεί  μόνο με την ταυτόχρονη καταβολή όλου του τιμήματος. Το τίμημα δεν καταβλήθηκε και η σημερινή αξία του διαμερίσματος ξεπερνά το €1.000.000,00. Αποτέλεσμα είναι η Αιτήτρια να υπόκειται σε ζημία ύψους €150.000.  

 

            Επαναλαμβάνει ότι οι Καθ΄ων η αίτηση 3 και 4 είναι εταιρείες ειδικού σκοπού χωρίς οποιαδήποτε οικονομική έκταση. Κατά την άποψη του Ομνύοντα ενόψει του δόλιου τρόπου με τον οποίο ενήργησαν οι Καθ’ ων η αίτηση 1 – 4 είναι ορατός ο κίνδυνος η Καθ΄ης η αίτηση 4 να μεταπωλήσει ή/και εκχωρήσει τα δικαιώματά της από το δόλιο πωλητήριο έγγραφο που αφορά το Διαμ.601 όπως είχε γίνει και με το Διαμ.501 για το οποίο δεν καταβλήθηκε ούτε σεντ στο Συνεταιρισμό. Όσον αφορά τον κοινό λογαριασμό στην Eurobank υπάρχει κίνδυνος η Τράπεζα να απελευθερώσει το ποσό που αναλογεί σε κάθε συνεταίρο. Δηλώνει ότι τα συγκεκριμένα διατάγματα ζητούνται μόνο εναντίον των Καθ΄ων η αίτηση 3 και 4. Δηλώνει ότι η Αιτήτρια είναι έτοιμη να υπογράψει δέσμευση και ότι τα περιουσιακά της στοιχεία ξεπερνούν τα €5 εκατομμύρια, τα οποία είναι ελεύθερα από επιβαρύνσεις και ότι από αυτά τα €2.8 εκατομμύρια είναι μετρητά και συνακόλουθα μπορεί να καλύψει οποιαδήποτε τυχόν ζημιά προκληθεί από την έκδοση των διαταγμάτων στις Καθ΄ων η αίτηση 3 και 4.        

 

            Εκδόθηκε μονομερώς διάταγμα με το οποίο απαγορεύθηκε στην Καθ΄ης η αίτηση 4 η αποξένωση του Διαμ.601, διάταγμα εναντίον των Καθ΄ων η αίτηση 3 και 4 για διατήρηση περιουσιακών τους στοιχείων μέχρι του ποσού των €461.534,46 καθώς επίσης και διάταγμα για την παροχή πληροφοριών αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων εταιρειών 3 και 4 – Καθ΄ων η αίτηση 3 και 4.

 

            Με την επίδοση των διαταγμάτων στα εμπλεκόμενα μέρη αυτά καταχώρησαν ένσταση. Στην ένστασή τους κατέγραψαν οκτώ (8) λόγους για τους οποίους τα συγκεκριμένα διατάγματα θα πρέπει ν΄ ακυρωθούν. Μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν γέρνει προς την έκδοση των ζητηθέντων διαταγμάτων, ότι υπήρξε μεγάλη και υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης χωρίς να παραχωρείται λόγος για την καθυστέρηση, ότι δεν υπήρχαν λόγοι κατ’ επείγοντος ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση των διαταγμάτων μονομερώς ή/και ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 9 του Κεφ.6, ότι δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία που να στοιχειοθετεί την θέση ότι οι Καθ’ ων η αίτηση 3 και 4 προτίθενται ή σκοπεύουν να αποξενώσουν περιουσιακά στοιχεία ή ότι θα αποξενωθεί το αντάλλαγμα από την πώληση του Διαμ.601, ότι δεν υπήρξε πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, ήτοι ότι η Αιτήτρια γνώριζε για την πώληση του Διαμ.601 καθώς και για τα πωλητήρια έγγραφα που αφορούσαν τα διαμερίσματα 501 και 601, ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αφού αλλοίωσε το πραγματικό υπόβαθρο ή/και τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση και ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι παράτυπη ή/και εσκεμμένα συντάχθηκε με τέτοιο τρόπο που να μην αποκαλύπτει τα πραγματικά γεγονότα ενώ περιέχει αποσπασματικές ή/και επιλεκτικές ή/και παραπλανητικές αναφορές στα γεγονότα.

 

            Η νομική βάση της ένστασης είναι πανομοιότυπη με αυτήν της αίτησης και το Δικαστήριο δεν προτίθεται να την επαναλάβει.  

 

            Τα γεγονότα προς υποστήριξη της Ένστασης παρατέθηκαν από τον Εναγόμενο 1 - Καθ΄ου η αίτηση 1, διευθυντή των Εναγομένων 2, 3 και 4 – Καθ΄ων η αίτηση 2, 3 και 4. Προωθεί την θέση ότι τα όσα παρατίθενται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι αναληθή, ότι σκοπούν στο να δημιουργήσουν εντυπώσεις και ότι καταγράφονται για να παραπλανηθεί το Δικαστήριο. Ισχυρίζεται ότι το κίνητρο της Αιτήτριας είναι να ασκήσει πίεση έτσι ώστε να λάβει μεγαλύτερο κέρδος από τη διανομή των διαμερισμάτων και των χρημάτων του Συνεταιρισμού. Παραδέχεται την ύπαρξη της Συμφωνίας Συνεταιρισμού αλλά παραπέμπει στον όρο 20 αυτής, ο οποίος διαλαμβάνει ότι το τίμημα πώλησης εκάστου ακινήτου θα είναι αυτό που αναγράφεται στον τιμοκατάλογο ο οποίος συνοδεύει την Συμφωνία Συνεταιρισμού και ότι οι συγκεκριμένες τιμές δύνανται να αλλαχθούν μετά από συμφωνία των Μερών και στον όρο 23, ο οποίος  προέβλεπε ότι η Καθ΄ης η αίτηση 3 θα έχει την εξουσία να συνάπτει συμβάσεις πώλησης νοουμένου ότι οι τιμές πώλησης δεν θα χαμηλότερες από αυτές που καθορίζονται στον τιμοκατάλογο. Κατά τη δική του άποψη η Καθ΄ης η αίτηση 3 είχε την εξουσιοδότηση να πωλεί τα ακίνητα στις τιμές που είχαν συμφωνηθεί ενώ οποιαδήποτε μεταβολή των τιμών μπορούσε να γίνει μόνο κατόπιν συμφωνίας και των δύο Μερών. Είναι η δική του θέση ότι δεν συνέτρεχε οποιοσδήποτε λόγος παρέμβασης της Αιτήτριας στην περίπτωση πώλησης των ακινήτων σε ψηλότερη τιμή από την συμφωνηθείσα. Υποστηρίζει ότι κανένα ακίνητο δεν πωλήθηκε σε χαμηλότερη τιμή πλην των ακινήτων 602 και 303 τα οποία είχαν αγοραστεί από το Aleskerov και τoν Πασχάλη Γιαννή αντίστοιχα. Ισχυρίζεται ότι είχε συμφωνηθεί όπως το Διαμ.601 αγοραστεί από τους Καθ΄ων η αίτηση στην ίδια τιμή που είχε αγοραστεί το Διαμ.602.

 

            Κατά την άποψη του Ομνύοντα οι διαφωνίες και η δυσλειτουργία του Συνεταιρισμού οφείλονταν πρωτίστως στις ενέργειες και στα προσωπικά συμφέροντα του ίδιου του Κώστα Γεωργίου, ο οποίος ενεργούσε κατά τρόπο που δεν εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του Συνεταιρισμού. Συγκεκριμένα, κατά καιρούς παρείχε παραπλανητική και ελλιπή πληροφόρηση στον Aleskerov με αποτέλεσμα τις αδικαιολόγητες παρεμβάσεις του στην λειτουργία του Συνεταιρισμού με την αλλαγή συμφωνημένων τιμών πώλησης και την αναστολή πωλήσεων. Ισχυρίστηκε ότι ο Συνεταιρισμός δεν χρειαζόταν να διαλυθεί μέσω Δικαστηρίου αφού μια τέτοια ενέργεια θα δημιουργούσε διαδικαστικά προβλήματα και άλλες νομικές δυσχέρειες σε μεταγενέστερο στάδιο ενώ ταυτόχρονα δεν υπήρχε λόγος να χρησιμοποιηθεί μια χρονοβόρα και ιδιαίτερα δαπανηρή διαδικασία αφού με μια απλή συμφωνία διανομής των ακινήτων και διαμερισμό των διαθέσιμων κεφαλαίων στους συνεταίρους μπορούσε να ολοκληρωθεί η συμφωνία και να ακυρωθεί ο Συνεταιρισμός. Όμως ο Κώστας Γεωργίου και ο Aleskerov προωθούσαν έντονα την συγκεκριμένη επιλογή καθώς και τον διορισμό του  ελεγκτικού οίκου ΕΥ για να διεκπεραιώσει την εργασία.

 

            Δηλώνει ότι ο ίδιος σύμφωνα με το πληρεξούσιο έγγραφο που του είχε παραχωρηθεί είχε το δικαίωμα να πωλεί σε τρίτους, σε οποιαδήποτε τιμή και με οποιονδήποτε τρόπο πληρωμής, νοουμένου ότι η τιμή πώλησης δεν ήταν χαμηλότερη από αυτήν του τιμοκαταλόγου ή/και των συμφωνηθέντων. Υποστηρίζει ότι εν πάση περιπτώσει η Καθ΄ης η αίτηση 3 δικαιούτο να πωλήσει από το δικό της μερίδιο ως συνιδιοκτήτρια. Παραδέχεται ότι υπήρχε συστηματική επικοινωνία με τον Aleskerov και τους αντιπροσώπους του και ότι αποστέλλονταν μηνιαίες εκθέσεις - monitoring reports – τα οποία κατέγραφαν το κατασκευαστικό κόστος, τις τιμές πώλησης και την κερδοφορία του Συνεταιρισμού και συνακόλουθα υπήρχε γραπτή και προφορική ενημέρωση. Προωθεί την θέση ότι ο Aleskerov προέβαινε σε αδικαιολόγητες και επαναλαμβανόμενες καθυστερήσεις σε σχέση με την έγκριση των πληρωμών προς την κατασκευαστική εταιρεία, οι οποίες επηρέασαν αρνητικά την ομαλή εξέλιξη και πρόοδο του έργου. Επίσης   επιδίωκε συστηματικά την περαιτέρω αύξηση των τιμών πώλησης των ακινήτων, παρά το γεγονός ότι τα ακίνητα πωλούνταν σε ψηλότερες τιμές ανά τετραγωνικό μέτρο από τις τιμές που ίσχυαν στην περιοχή. Ισχυρίζεται ότι οι συνεχείς παρεμβάσεις του Aleskerov για  αναπροσαρμογή των τιμών είχαν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική παρεμπόδιση της ομαλής εξέλιξης και εμπορικής αξιοποίησης του έργου.

 

            Είναι η δική του θέση ότι ο τρόπος που εκτίθενται τα γεγονότα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παραπλανητικός και οι δηλώσεις που περιέχει είναι ψευδείς και ανακριβείς. Ισχυρίζεται ότι ο Aleskerov συμπεριφερόταν ως να ήταν ο μοναδικός μέτοχος του Συνεταιρισμού και απαιτούσε από την ομάδα της Καθ΄ης η αίτηση 2 να εργάζεται ακόμη και σε αργίες προς ολοκλήρωση της πώλησης και προωθεί τη θέση ότι ο Aleskerov δεν γνώριζε τη διαδικασία ολοκλήρωσης μιας πράξης πώλησης. Επιπρόσθετα προωθεί την θέση ότι το συγκεκριμένο έργο δεν ήταν ζημιογόνο αλλά, ως προκύπτει από σχετική ηλεκτρονική αλληλογραφία ημερ. 14/08/2019, η κερδοφορία της Αιτήτριας θα ανερχόταν σε ποσοστό 40% επί των κεφαλαίων που είχαν καταβληθεί στον Συνεταιρισμό ως επένδυση. Κατά τη δική του άποψη η πραγματική κερδοφορία του Συνεταιρισμού ανερχόταν στο 48%. Υποστηρίζει ότι οι επανειλημμένες αλλαγές τιμών, οι διάφορες απαιτήσεις και οι αδικαιολόγητες ενέργειες του Aleskerov δημιουργούσαν διαρκώς σοβαρά προβλήματα στην ομαλή λειτουργία του έργου καθώς και στην ομάδα της Καθ΄ης η αίτηση 2, οδηγώντας την στα όρια της επιχειρησιακής της αντοχής. Παρά το γεγονός αυτό η ομάδα λειτουργούσε πάντοτε εντός των πλαισίων επαγγελματισμού καταβάλλοντας προσπάθειες εξεύρεσης λύσεων.

 

            Όσον αφορά την ανάκληση του πληρεξουσίου είναι η δική του θέση ότι θα έπρεπε να του αποσταλεί προσωπικά απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Αιτήτριας σε σχέση με την ανάκληση και όχι απλή δήλωση ή πρόθεση του Aleskerov, υπό την ιδιότητα του ως μετόχου της Αιτήτριας. Παραδέχεται ότι ο Aleskerov πρόβαλλε είτε προφορικές είτε γραπτές απαιτήσεις όμως υποστηρίζει ότι οι, κατά διαστήματα, απαιτήσεις του και οι όποιες διαφωνίες επιλύονταν μετά από συζήτηση και η συνεργασία συνεχιζόταν ομαλά. Αρνείται την λήψη της επιστολής ημερ. 07/09/2023 και προωθεί τη θέση ότι ουδέποτε εργοδότησε οποιονδήποτε πρόσωπο με το όνομα Παυλίνα Κωσταντίνου η οποία, σύμφωνα με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας είχε παραλάβει την συγκεκριμένη επιστολή εκ μέρους του.  Όσον αφορά το Διαμ.201 είναι η δική του θέση ότι η Αιτήτρια γνώριζε εξ’ αρχής για την πώληση του αφού ο ίδιος είχε προσωπική και άμεση επικοινωνία με τον Aleskerov, ο οποίος είχε προφορική και ουσιαστική ενημέρωση για όλες τις ενέργειες που αφορούσαν το συγκεκριμένο διαμέρισμα και γνώριζε ότι υπήρχε ενδιαφέρον αγοράς του από την οικογένεια που είχε αγοράσει το Διαμ.103. Προωθεί τη θέση ότι η Καθ΄ης η αίτηση 3 ήταν ιδιοκτήτρια των επίδικων ακινήτων και μπορούσε, αλλά και δικαιούτο, να πωλήσει από το δικό της μερίδιο. Το Διαμ.201 πωλήθηκε σε τιμή ελαφρώς χαμηλότερη της συμφωνηθείσας γιατί ο αγοραστής δεν επιθυμούσε να λάβει τα έπιπλα και ως εκ τούτου αφαιρέθηκε η αξία των επίπλων από την τιμή. Η διαφορά στην τιμή πιστώθηκε στον κοινό λογαριασμό του Συνεταιρισμού, αφού η Καθ΄ης η αίτηση 2 δεν χρέωσε έξοδα διαχείρισης.   

 

            Σε σχέση με τα πωλητήρια έγγραφα που αφορούν τα Διαμ.501 και 601 δηλώνει ότι αυτά υπογράφτηκαν στις 23/08/2023, χαρτοσημάνθηκαν στις 13/09/2023 και κατατέθηκαν στο Κτηματολόγιο στις 14/09/2023. Κατά τη δική του άποψη η Καθ΄ης η αίτηση 4 ως αγοραστής μπορούσε να καταθέσει τα πωλητήρια έγγραφα εντός 6 μηνών από την ημερομηνία υπογραφής τους σύμφωνα με τον Ν.81(Ι)/2011. Αρνείται την θέση ότι οι συγκεκριμένες συμβάσεις προχρονολογήθηκαν. Ισχυρίζεται ότι είχε το δικαίωμα να αγοράσει τα Διαμ.501 και 601 στις συγκεκριμένες τιμές, αφού αυτές αντιστοιχούσαν στη κατώτατη επιτρεπόμενη τιμή και ότι η Αιτήτρια δεν είχε υποστεί οποιαδήποτε ζημιά. Σύμφωνα με το Σχέδιο Διακανονισμού υπήρχε πρόθεση όπως το Διαμ.501 περιέλθει στην κυριότητα της Καθ΄ης η αίτηση 3 στην τιμή των €690.000, η οποία τιμή είχε καθοριστεί από την εκτίμηση που διενεργήθηκε με σκοπό των επιμερισμό των ακινήτων. Ως εκ τούτου η τιμή πώλησης του δεν αφορούσε την Αιτήτρια. Υποστηρίζει ότι τα Διαμ.602 και 303 είχαν αποκτηθεί σε τιμή χαμηλότερη από την κατώτατη καθορισθείσα τιμή από τον Aleskerov και τον Πασχάλη και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός για κλοπή ή ζημία σε βάρος του Συνεταιρισμού, κατά την δική του άποψη, είναι ανυπόστατος. Ήταν κοινή πρόθεση των μερών, από το 2022, όπως το Διαμ.601 αγοραστεί από την Καθ΄ης η αίτηση 3 με την πληρωμή του να διενεργείται κατά την ολοκλήρωση του Συνεταιρισμού. Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε ενημέρωση σε σχέση με την αγορά του είναι ψευδής.

 

            Προωθεί την θέση ότι η Αιτήτρια γνώριζε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την κατάθεση των πωλητηρίων εγγράφων που αφορούν τα Διαμ.501 και 601 αφού είχε κοινοποιηθεί στον Κώστα Γεωργίου η έρευνα του Κτηματολογίου ενώ είχε διαβιβαστεί με ηλεκτρονικό μήνυμα στον Aleskerov το πωλητήριο του Διαμ.201 και μαζί με αυτό του είχε προωθηθεί σχετική έρευνα του Κτηματολογίου στην οποία αποτυπωνόταν η κατάθεση των πωλητηρίων εγγράφων. Υποστηρίζει ότι το Διαμ.601 είχε συμφωνηθεί όπως αγοραστεί από τον ίδιο και ότι η Αιτήτρια δόλια προσπαθεί να το κατακρατήσει. Υποστηρίζει ότι ενώ έπρεπε να καταχωριστεί έγκαιρα η Συμφωνία Διανομής που υπογράφτηκε για να μπορεί ασκηθεί το Δικαίωμα Αγοράς η Αιτήτρια δεν συνεργαζόταν με σκοπό να καταδολιευθούν οι Καθ΄ων η αίτηση. Παραθέτει, τα κατά την δική του άποψη, ορθά γεγονότα σε σχέση με την διαδικασία γνωστοποίησης του Διατάγματος στο Κτηματολόγιο, όπως του είχαν μεταφερθεί από την Κορίνα Χαραλάμπους – Οικονόμου, Ανώτερη Νομική Σύμβουλο της Καθ’ ης η αίτηση 2. 

 

            Υποστηρίζει ότι σύμφωνα με το Σχέδιο Διακανονισμού το Διαμ.601 θα αποτελούσε περιουσιακό στοιχείο της Αιτήτριας με Δικαίωμα Αγοράς εντός 4 εβδομάδων από τις 04/08/2025. Το συγκεκριμένο Δικαίωμα ανανεώθηκε έτσι ώστε να ισχύει μέχρι τις 13/10/2025. Το Δικαίωμα Αγοράς για το Διαμ.601 εξασκήθηκε και αποστάλθηκαν, σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις, σχετικές συμφωνίες για υπογραφή χωρίς όμως να υπάρξει οποιαδήποτε απάντηση. Ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε πρόθεση παγίδευσης όσον αφορά την έρευνα στο Κτηματολόγιο αφού η σχετική έρευνα ζητήθηκε από την Αιτήτρια αποκλειστικά για διαχειριστικούς και πρακτικούς λόγους, ήτοι γιατί η Καθ΄ης η αίτηση 3 δεν θα μπορούσε να διενεργήσει έρευνα σε σχέση με το μερίδιο της Αιτήτριας παρά μόνο για το δικό της εγγεγραμμένο μερίδιο.    

 

            Ο Ομνύοντας αρνείται την οποιαδήποτε εξαπάτηση του Συνεταιρισμού και την πρόκληση ζημίας στην Αιτήτρια σε σχέση με το Διαμ.501. Επεξηγεί ότι το συγκεκριμένο διαμέρισμα πωλήθηκε στην Καθ΄ης η αίτηση 3  στις 23/08/2023 για το ποσό των €550.000 πλέον Φ.Π.Α. και η συμφωνία πώλησης καταχωρήθηκε στο Κτηματολόγιο στις 14/09/2023. Η Καθ΄ης η αίτηση 3, με επιστολή, ενημέρωσε την Αιτήτρια, στις 26/07/2024, ότι είχε βρει πελάτη για να το πωλήσει στην τιμή των €765.000 πλέον Φ.Π.Α. και την καλούσε όπως υπογράψει το σχετικό πωλητήριο έγγραφο. Προωθεί τη θέση ότι εάν υπήρχε πρόθεση εξαπάτησης του Συνεταιρισμού δεν θα καλείτο η Αιτήτρια να συμμετάσχει στην πώληση του συγκεκριμένου διαμερίσματος με την υπογραφή των πωλητηρίων εγγράφων αλλά θα προχωρούσαν με απευθείας εκχώρηση ή μεταπώληση του ήδη καταχωρημένου πωλητηρίου εγγράφου που κατείχε η Καθ΄ης η αίτηση 3 χωρίς οποιαδήποτε ενημέρωση ή εμπλοκή του Συνεταιρισμού. Η ίδια η Αιτήτρια δεν υπέγραψε τα συμβόλαια οπόταν δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημιά.  

 

            Ισχυρίζεται ότι ο μόνος λόγος που δεν ενεργοποιήθηκε το Δικαίωμα Αγοράς του Διαμ.601 ήταν επειδή προϋπόθετε την κατάθεση της Συμφωνίας Διανομής, η οποία δεν κατατέθηκε εξ υπαιτιότητας της Αιτήτριας αφού ο Κώστας Γεωργίου αρνήθηκε να υπογράψει την νέα συμφωνία διανομής και το συμβόλαιο αγοράς του Διαμ.601. Παραδέχεται ότι τα μετρητά του Συνεταιρισμού κατατίθενται στον επίδικο λογαριασμό της Eurobank και ότι απαιτούνται οι υπογραφές και των δύο μερών για τις συναλλαγές.  Σε σχέση με την οικονομική ευρωστία της Καθ΄ης η αίτηση 4 δηλώνει ότι έχει περιουσιακά στοιχεία εγγεγραμμένα στο όνομά της για τα οποία έχει προγραμματισμένα έργα. 

 

            Είναι η θέση του ότι η Αιτήτρια όφειλε να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση άμεσα και χωρίς χρονοτριβή όταν έλαβε γνώση για τα επίδικα πωλητήρια έγραφα των Διαμ.501 και 601, ήτοι στις 15/05/2024 και στις 12/06/2024. Υποστηρίζει ότι δεν υπήρχαν λόγοι κατεπείγοντος ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση των διαταγμάτων μονομερώς και ότι η αργοπορία δεν δικαιολογήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο. Οι όποιες ενέργειες είχαν γίνει ήταν προς υλοποίηση του Σχεδίου Διακανονισμού και για να ασκηθεί το Δικαίωμα Αγοράς του Διαμ.601 πλην όμως η Αιτήτρια δεν συνεργαζόταν.

 

            Υποστηρίζει ότι ο ισχυρισμός για απογύμνωση της Καθ΄ης η αίτηση 4 από τα περιουσιακά της στοιχεία είναι ανυπόστατος αφού υπάρχουν ήδη προγραμματισμένα έργα, τα οποία βρίσκονται στο στάδιο ανάπτυξης. Κατά την δική του άποψη δεν προκύπτει η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση αφού δεν έχει καταχωριστεί η Έκθεση Απαίτησης από την οποία να μπορεί να διαπιστωθεί αν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα ή η πιθανότητας επιτυχίας της αξίωσης της Αιτήτριας ενώ δεν αποκαλύπτεται η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Εισηγείται, ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων είναι αρκετή για την κατοχύρωση των όποιων δικαιωμάτων της Αιτήτριας και προωθεί τη θέση ότι τόσο ο ίδιος όσο και οι Καθ΄ων η αίτηση 2, 3 και 4 είναι σε θέση να ικανοποιήσουν την όποια απόφαση εκδοθεί λόγω της περιουσίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομά τους.  

 

            Καταχωρίστηκε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση από τον Κώστα Γεωργίου εκ μέρους της Αιτήτριας στην οποία θέτει το ερώτημα κατά πόσο η Καθ΄ης η αίτηση 2 δήλωσε ψευδώς στο Δικαστήριο και στις φορολογικές αρχές ότι τα δύο διαμερίσματα ήταν απούλητα. Επαναλαμβάνει τη θέση ότι ο Καθ΄ου η αίτηση 1 συμπεριφερόταν ως ο μοναδικός μέτοχος του Συνεταιρισμού αφού διαχειριζόταν μόνος του τις καθημερινές δραστηριότητές του. Η όποια ενημέρωση που παρείχε στην Αιτήτρια ήταν επιλεκτική και αναληθής αφού απέκρυπτε τις δόλιες πωλήσεις προς την Καθ΄ ης η αίτηση 4 και προχώρησε στην πώληση των Διαμ.501 και 601 στην δική του εταιρεία με ετεροβαρείς όρους χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με την Αιτήτρια. Και ενώ κατατέθηκαν τα πωλητήρια έγγραφα που αφορούσαν τα διαμερίσματα που πωλήθηκαν στην Καθ΄ης η αίτηση 4 το πωλητήριο έγγραφο που αφορούσε το Διαμ.602, το οποίο ανήκει στον Alekserov δεν κατατέθηκε. Ο Alekserov δεν καλέστηκε στα εγκαίνια του κτιρίου παρά το γεγονός ότι είχε προσκληθεί πλήθος κόσμου. Ο λόγος ήταν ότι το έργο, στα εγκαίνια, είχε παρουσιαστεί ως έργο της Καθ΄ης η αίτηση 2.

 

            Όσον αφορά την παραπλάνηση καταγράφει ότι οι εκπτώσεις στα Διαμ. 303 και 602 είχαν χρεωθεί εξ ολοκλήρου στην Αιτήτρια αγνοώντας την αναλογία του 75% με 25%. Σε σχέση με το Διαμ.303 εφαρμόστηκε μόνο το 75% της έκπτωσης ενώ η Καθ΄ης η αίτηση 2 έλαβε το 100% του μεριδίου της επί του κέρδους. Οι προμήθειες που καταβλήθηκαν σε τρίτους κτηματομεσίτες έχουν εξαιρεθεί από τα έξοδα και εμφανίζονται λανθασμένα ως μέρος των καθαρών κερδών, δημιουργώντας μια λανθασμένη εικόνα υψηλών αποδόσεων.  Υποστηρίζει ότι δεν υπήρχε οποτεδήποτε καθυστέρηση εκ μέρους της Αιτήτριας αφού οι Καθ΄ων η αίτηση 2 και 3 είχαν την αποκλειστική ευθύνη για τη λογιστική διαχείριση, την τήρηση των βιβλίων και την προετοιμασία των πληρωμών του Συνεταιρισμού. Οι οποιεσδήποτε καθυστερήσεις στην πληρωμή του εργολάβου οφείλονταν αποκλειστικά  στην κακή διαχείριση των Καθ΄ων η αίτηση ή στην καθυστέρηση διαβίβασης των επιταγών προς την Αιτήτρια.

 

            Σε σχέση με την ανάκληση του πληρεξουσίου επαναλαμβάνει ότι η επιστολή ανάκλησης είχε παραδοθεί στα γραφεία της Καθ΄ης η αίτηση 2 στις 12/09/2023 με την υπηρεσία Travel Express και παραλήφθηκε από κάποια κυρία που εργαζόταν εκεί. Την ίδια μέρα που παραδόθηκε η ανάκληση οι Καθ΄ων η αίτηση χαρτοσήμανα τα δόλια πωλητήρια έγγραφα τα οποία και κατέθεσαν την επόμενη μέρα ενώ ισχυρίζονται ότι υπογράφτηκαν τον Αύγουστο. Επαναλαμβάνει την θέση του ότι μέχρι τον Μάϊο 2025 οι Καθ’ ων η αίτηση δήλωναν τα Διαμ.501 και 601, τόσο στο Δικαστήριο καθώς καις τις Φορολογικές Αρχές, ως απούλητα. Δηλώνει ότι η Αιτήτρια είναι έτοιμη να υλοποιήσει όλα τα συμφωνηθέντα για την διανομή και έχει διαβιβάσει και σχετικό αντίγραφο της Συμφωνίας Διανομής υπογεγραμμένο στους Καθ΄ων η αίτηση. Καταλήγει, ότι το διάταγμα είναι απαραίτητο για την πλήρη διασφάλιση των δικαιωμάτων της Αιτήτριας, ιδιαίτερα ενόψει του ότι έχει περιοριστεί στην δέσμευση και διασφάλιση του Διαμ.601, το οποίο ανήκει στην Αιτήτρια και σε ποσό όχι μεγαλύτερο της φορολογικής έκθεσης – ζημιάς της Αιτήτριας από τις ψευδείς φορολογικές δηλώσεις των Καθ΄ων η αίτηση. 

 

            Καταχωρίστηκε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους των Καθ΄ων η αίτηση στην οποία επαναλαμβάνονται σε μεγάλη έκταση οι ισχυρισμοί που καταγράφηκαν στην αρχική ένορκη δήλωση του Νικόλα Κάρουλλα.     

 

            Οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις ενώ προέβησαν και σε δια ζώσης διευκρινήσεις. Το περιεχόμενο των αγορεύσεων είναι υπόψη του Δικαστηρίου και θα αναφερθεί σ΄αυτό όπου κρίνει τούτο απαραίτητο. 

       

               ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

            Το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εμπλεκομένων μερών έχουν αναφερθεί με βοηθητικό τρόπο, τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους. Τέθηκε, από τους Καθ΄ων η αίτηση 1 – 4, θέμα έλλειψης του κατ΄επείγοντος έκδοσης των διαταγμάτων μονομερώς το οποίο βασίστηκε στο γεγονός ότι η Αιτήτρια είχε γνώση για την αγορά του Διαμ.601 από το 2022 κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των Μερών καθώς και των πωλητηρίων εγγράφων που αφορούν τα Διαμ. 501 και 601 από τις 15/05/2024 και τις 12/06/2024 αλλά παρέμεινε αδρανής. Ως έχει κατ' επανάληψη υποδειχθεί από τη νομολογία η ύπαρξη του κατεπείγοντος αποτελεί δικαιοδοτικής φύσης προϋπόθεση. Το ζήτημα εξετάζεται κατά προτεραιότητα, αυτοτελώς και ανεξάρτητα από την ικανοποίηση των υπόλοιπων, ουσιαστικών προϋποθέσεων, για την έκδοση ή μη ενός προσωρινού διατάγματος βλ. Stavros Hotel Apartments Ltd κ.α. (Αρ.2) (1994) 1 Α.Α.Δ. 836 και Αμβροσιάδου v. Coward (2013) 1(Α) Α.Α.Δ. 78. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να το εξετάσει κατά προτεραιότητα.

 

            Το Δικαστήριο κατά την έκδοση των μονομερών διαταγμάτων είχε ενώπιον του γεγονότα όπως την Συμφωνία Διανομής, Τεκμήριο 25 στην οποία δηλωνόταν ότι τα Διαμ. 501 και 601 ήταν απούλητα, παράγραφος 5.3 της Συμφωνίας Διανομής η οποία είχε εγκριθεί με διάταγμα Δικαστηρίου ημερ. 19/06/2025 καθώς και ηλεκτρονικό μήνυμα από τον ίδιο τον Καθ΄ου η αίτηση 1 προς τον Κώστα Γεωργίου ημερ. 07/10/2025, Τεκμήριο 27, στο οποίο επισυνάπτετο Κτηματολογική Έρευνα από την οποία πρόκυπτε ότι τα συγκεκριμένα διαμερίσματα είχαν πωληθεί. Διαφάνηκε από τα Τεκμήρια 17 και 18 της ένορκης δήλωσης του Κώστα Γεωργίου, ότι επιτεύχθηκε η κατάθεση της συμφωνίας πώλησης του Διαμ.601, το οποίο στα χαρτιά ανήκε στην Αιτήτρια, δύο μέρες μετά την παράδοση της επιστολής ανάκλησης του πληρεξουσίου που είχε διαβιβαστεί από την Αιτήτρια στον Καθ΄ου η αίτηση 1, συγκεκριμένα στις 14/09/2025. Όλα αυτά ενώ εκκρεμούσε η άσκηση του Δικαιώματος Αγοράς του Διαμ. 601, όπως είχε αποτυπωθεί στην Συμφωνία Διανομής και η οποία είχε παραταθεί μέχρι τις 13/10/2025. Από τα γεγονότα που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο προέκυψε ότι η Αιτήτρια έλαβε γνώση της πώλησης του Διαμ. 601, το οποίο σύμφωνα με την Συμφωνία Διανομής της ανήκε, σε τρίτο πρόσωπο στις 07/10/2025.

 

            Το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

   «9.-(1) Κάθε Διάταγμα το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει, δύναται να εκδοθεί με αίτηση ενός από τους διαδίκους, χωρίς ειδοποίηση στον άλλο, όπως αυτό προβλέπεται στις πρόνοιες των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023.».

 

            Το Μέρος 23 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών 2023, το οποίο καθορίζει τις περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί να υποβληθεί αίτηση χωρίς ειδοποίηση και συγκεκριμένα ο Κανονισμός 6.1 προνοεί ότι : 

 

«(1) Αίτηση μπορεί να υποβληθεί χωρίς να επιδοθεί αντίγραφο αυτής στον καθ’ ου η αίτηση σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) όταν υπάρχει κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις·»

 

          Από το περιεχόμενο των δύο αρχικών ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση γίνεται αντιληπτό ότι η αίτηση προωθήθηκε μονομερώς επειδή θεωρήθηκε κατ' επείγουσας φύσεως στη βάση ιδιαίτερων περιστάσεων, συγκεκριμένα, ως προαναφέρθηκε, λόγω της ύπαρξης κατ΄ ισχυρισμό δόλιων πωλητηρίων εγγράφων και την διαπίστωση της απάτης, πάντοτε σύμφωνα με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας, μετά την σύναψη της Συμφωνίας Διακανονισμού ημερ. 29/05/2025. Στις ένορκες δηλώσεις του Κώστα Γεωργίου, ο οποίος προωθεί τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, εντοπίζονται γεγονότα που υποστηρίζουν, στην όψη τους κρινόμενα πάντοτε, τις θέσεις του για απάτη έτσι ώστε να δικαιολογείται το «κατεπείγον». Η πρώτη ένορκη δήλωση καταγράφει σωρεία γεγονότων και εμπεριέχει ξεχωριστή ενότητα που επικεντρώνεται στη καταγραφή συγκεκριμένων στοιχείων που δικαιολογούσαν την εξέταση των αιτημάτων της Αιτήτριας μονομερώς. Στην γραπτή νομική επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Αιτήτριας, κατά το αρχικό στάδιο της έκδοσης των διαταγμάτων, συνοψίζονται τα γεγονότα που κατ' επίκληση της Αιτήτριας, καταδεικνύουν την ύπαρξη του «κατεπείγοντος». Στην βάση των συγκεκριμένων γεγονότων το Δικαστήριο θεώρησε ότι ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος εξέτασης της υπό κρίση αίτησης μονομερώς συνέτρεχε.

 

          Το  μόνο στοιχείο που τέθηκε από τους Καθ΄ ων η αίτηση για να ανατρέψει το κατεπείγον ήταν το γεγονός ότι η Αιτήτρια γνώριζε για τις συγκεκριμένες συμφωνίες πώλησης των Διαμ. 501 και 601 από το γεγονός ότι η ίδια είχε προβεί σε έρευνα στο Κτηματολόγιο στις 15/05/2024. Όμως υπάρχει εξήγηση για την συγκεκριμένη έρευνα στην αρχική ένορκη δήλωση του Κώστα Γεωργίου στις παραγράφους 102 και επέκεινα. Δεν τέθηκε κάποιο άλλο γεγονός που να μην ήταν υπόψη του Δικαστηρίου το οποίο ν’ ανέτρεπε την κρίση του ότι δικαιολογείτο η εξέταση της αίτησης μονομερώς. Ως προς το ποια είναι η πραγματική ημερομηνία γνώσης θα φανεί στην ακρόαση.         

 

            Προωθείται επίσης ισχυρισμός από τους Καθ΄ων η αίτηση για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και εγγράφων. Ο ισχυρισμός επικεντρώνεται στο ότι η Αιτήτρια δεν επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στους όρους 20 και 23 της Συμφωνίας Συνεταιρισμού που αφορούν τις τιμές πώλησης των διαμερισμάτων, ότι απέκρυψε την εκ των προτέρων γνώση της για την πώληση του Διαμ.601 και ότι απέκρυψε το δικό της ρόλο στην δημιουργία της επίδικης κατάστασης.

 

  Η υποχρέωση κάθε διαδίκου, που ζητά μονομερώς διάταγμα, να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων. Στην Sobolev κ.ά. ν. Weitzer, Πολ. Έφ. Ε177/18 ημερ. 21/05/2019, συνοψίζεται η προηγούμενη σχετική νομολογία, και διαβάζονται τα ακόλουθα:

 

«Στην υπόθεση Δήμος Πάφου ν. Βοσκού (2001) 1 Α.Α.Δ. 1168 τίθεται με  συμπυκνωμένο λόγο, από το Δικαστή Νικήτα,  το περιεχόμενο του καθήκοντος και η συνέπεια εκ της παραβίασης του.

 

«Πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, που είναι σε γνώση του αιτητή, απαιτείται πάντοτε σε αιτήσεις εξ - πάρτε. Διαφορετικά το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης. Είναι δε άσχετο αν η παράλειψη τέτοιας αποκάλυψης ήταν εσκεμμένη ή όχι. Ο κανόνας αναπτύχθηκε σε σχέση με τη χορήγηση διαταγμάτων του τύπου mareva, αλλά είναι καθολικής ισχύος σε υποθέσεις προσωρινής δικαστικής προστασίας. Η πρώτη υπόθεση που κωδικοποίησε τις αρχές για τη χορήγηση διαταγμάτων mareva ήταν η Third Chandris Shipping Corporation ν. Unimarine S.A. [197 9] 1 Q.B. 645 (εφετειακή απόφαση). Η υποχρέωση αποκάλυψης ήταν η πρώτη προϋπόθεση που έθεσε. Και εναπόκειται στο δικαστή, κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, να εκτιμήσει τη σημασία τέτοιων στοιχείων.

 

Είναι χρήσιμη, στο σημείο αυτό, η αναφορά σε σύντομο απόσπασμα από το βιβλίο του Mark S. W. Hoyle "The Mareva Injunction and Related Orders" (1997) 3η έκδοση, στη σελ. 71 υπό τον τίτλο "Lack of full disclosure":

 

"There is a powerful argument in the view that if full and frank disclosure has not been made in the ex parte application, the order will be discharged because of the seriousness of the omission. This is because it is up to the judge to consider the importance of the relevant facts, so that he can exercise his discretion in the light of as much information as possible. Consequently, a lack of full and frank disclosure need not be deliberate before the injunction is discharged for that reason, but merely has to be pertinent to the issues involved, even if it does not affect the merits of the claim.

 

At the ex parte stage the only evidence before the court is that provided by the applicant for the injunction. It is an established part of the practice in applications for exparte orders that the applicant gives as fair a description of the case as possible. The judge should be alerted to any particular defences or problems so that his assessment of the situation is as objective as it can be at the early stage of the matter."

 

Έχουμε στην Κύπρο ανάλογη θεώρηση, όπως δείχνει η πλούσια περιπτωσιολογία, που εφαρμόστηκε ο κανόνας. Σχετικές είναι οι παρακάτω αποφάσεις στις οποίες επέσυρε την προσοχή μας η δικηγόρος του εφεσιβλήτου: Demstar Ltd. v. Zim Israel Navigation Co. Ltd. κ.α. (1996) 1 Α.Α.Δ. 597 και M & CH Mitsingas Trading Ltd. κ.α. ν. The Timberland Co. (1997) 1 Α.Α.Δ. 1791, 1797.

  

Η μη αποκάλυψη θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο αρνείται πλέον να ακούσει αυτόν που το εξαπατά, είτε υπάρχει πρόθεση εξαπάτησης ή όχι.  (βλ. Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά. (1995)1 ΑΑΔ 248, Fedossova Larissa (Αρ.2) (1997)1Γ ΑΑΔ 1333, Εlectromatic Constructions Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2009)1A ΑΑΔ 258, Global Cruises S.A. κ.ά. v. Μetro Shipping & Τravel Ltd (1989) 1E ΑΑΔ 607, United Perlite Industries Ltd v. Sayakhat Air Co (2002)1Β ΑΑΔ 938, Rybolovlev v. Rybolovleva (2010) ΑΑΔ 82, Interpartemental Concern "Uralmetrom" v. Besuno ltd (2004) 1A AAΔ 557 και Σύγγραμμα Γ. Ερωτοκρίτου & Π.Αρτέμη Διατάγματα Injunctions)».  

 

Όσον αφορά το θέμα της υποχρέωσης αποκάλυψης και την έκτασή του, όταν ένας διάδικος απευθύνεται στο Δικαστήριο μονομερώς, σχετική είναι η απόφαση του Εφετείου στην INVESTAR SPC LTD ν. INVESTAR INVESTMENTS LTD Πολ. Εφ. Ε50/21 ημερ. 15/02/2024 στην οποία διαβάζονται τ ακόλουθα:

 

«Υπενθυμίζεται πως στις Zein και Demstar  αποφασίστηκε ότι  σε υποθέσεις όπου εξετάζεται το κατά πόσον θα παραμεριστεί διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς, το κριτήριο είναι κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Η πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Όπως, όμως, θα αναλύσουμε πιο κάτω, όπου γίνεται επίδοση της μονομερούς αίτησης  το στοιχείο της μη αποκάλυψης εξετάζεται με διαφορετικά κριτήρια.».

(η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου)

 

Η προκαταρκτική εξέταση του συγκεκριμένου λόγου ενστάσεως επιβάλλεται από αυτή την ίδια τη φύση του, καθότι επηρεάζει καθοριστικά την εγκυρότητα και βιωσιμότητα της αίτησης, έτσι ώστε σε περίπτωση που αυτός ο λόγος γίνει δεκτός, τότε να µην παρίσταται ανάγκη να εξεταστεί η ουσία της.

 

Στην απόφαση του Εφετείου, στην υπόθεση Crolantaco Limited κ.α. ν. N. Anastasiou Investments Limited Πολ. Εφ. Ε162/18 ημερ. 17/06/2024 διαβάζονται τα ακόλουθα:

 

«Όπως μάλιστα λέχθηκε στην Bloczek Limited v. Vianova Holding Limited (2013) 1 Α.Α.Δ. 1460: «…Παράλειψη παρουσίασης ουσιωδών γεγονότων ενώπιον του δικαστηρίου, σε μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του δικαστηρίου και το δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να ακυρώσει ένα, μονομερώς εκδοθέν, παρεμπίπτον διάταγμα, για το λόγο της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, χωρίς καν να εξετάσει την ουσία της αίτησης. Επομένως, τέτοιο θέμα, όταν εγείρεται, εξετάζεται κατά προτεραιότητα. Το τι συνιστά ουσιώδες θέμα είναι αντικειμενικό…». (έμφαση δοθείσα)

……………………………………………………………………………………………………… Παραθέτουμε απόσπασμα από την απόφαση Commerzbank Auslandsbanken Holdings A.G. v. Adeona Holding Ltd (2015) 1 Α.Α.Δ.386 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που αποκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim) (1985) F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Tράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος».

 

Στην πιο πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Πανεπιστήμιο Κύπρου ν. Δήμος Δημοσθένους Πολ. Εφ. Ε85/18 ημερ. 20/09/2024 διαβάζονται τα ακόλουθα επί του θέματος:

 

«Όταν κάποιος αιτητής προσέλθει ενώπιον του Δικαστηρίου και στην απουσία του αντιδίκου του και κατά παρέκκλιση της αρχής «audi alteram partem» ζητά θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, τότε έχει υποχρέωση προς το Δικαστήριο να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που ενδεχομένως να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση μονομερώς προσωρινού διατάγματος.  Ο αιτητής σε τέτοιες περιπτώσεις έχει υποχρέωση να επιδείξει καλή πίστη και η μη αποκάλυψη θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου να ακούσει αυτόν που τον εξαπατά, δηλαδή σε περίπτωση που κριθεί ότι ευσταθεί κάτι τέτοιο, θα συνεπάγεται την άνευ ετέρου ακύρωση του προσωρινού διατάγματος χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέλθει στην ουσία του (βλ. μεταξύ άλλων, Σύγγραμμα «ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ, INJUNCTIONS», των Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη Έκδοση 2016 σελ. 163 και επόμενες, Μιχαήλ (Αρ. 3) (2012) 1(Γ) Α.Α.Δ 1943, Bloczek Ltd v. Vianova Holdings Ltd (2013) 1(Β) ΑΑΔ 1410, Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. ν. Adeona Holdings Ltd (2014) 1(A) Α.Α.Δ. 386, Brink's Mat Ltd v. Elcombe [1988] 1 W.L.R. 1350, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου [1995] 1 Α.Α.Δ. 248, Rybolovlev v. Rybolovleva (2010) 1(Α) Α.Α.Δ. 82 και DEMSTAR LIMITED (ανωτέρω)).

        

            Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τις λεπτομερείς θέσεις των Καθ΄ων η αίτηση 1 - 4 σε συνδυασμό με την μαρτυρία που έχουν προσκομίσει καθώς και το γεγονός ότι δεν είναι κάθε παράλειψη αναφοράς γεγονότος που συνιστά απόκρυψη. Εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι από την μαρτυρία του Νικόλα Κάρουλλα δεν αναφύονται νέα γεγονότα που να ανατρέπουν την βάση στην οποία το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς τα διατάγματα σε σχέση με το ζήτημα του επείγοντος ή άλλων ιδιαίτερων περιστάσεων, πέραν από την αναφορά ότι δεν έχουν πρόθεση να αποξενώσουν οποιαδήποτε περιουσία λόγω του ότι έχουν προγραμματισμένα έργα. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι εκείνο που προσμετρά δεν είναι κατ' ανάγκη η πρόθεση των Καθ΄ων η αίτηση για αποξένωση των περιουσιακών τους στοιχείων, αλλά η πιθανή επίδραση που αυτή θα έχει, εφόσον γίνει, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδέχεται να εκδοθεί (βλ. Χαράλαμπου Ανδρέα Κούππα v. 1. Πούλλας Τσαδιώτης Λιμιτεδ κ.α. (2014) 1 Α.Α.Δ. 1665  και C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιϊα «ΛΕΩΝΙΚ» (2001) 1 Α.Α.Δ. 785). Σημειώνεται ότι οι Καθ΄ων η αίτηση δηλώνουν ότι δεν προκαλείται οποιαδήποτε δυσκολία στην εύρυθμη λειτουργία τως Καθ΄ων η αίτηση 3 και 4 από την έκδοση των διαταγμάτων αλλά ταυτόχρονα επικαλούνται ζημιά την οποία δεν επεξηγούν.

 

            Παρατηρείται ταυτόχρονα ότι δεν έχουν παρατεθεί οποιαδήποτε γεγονότα ή ουσιαστικά γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να ανατρέψουν την κρίση του Δικαστηρίου για το ζήτημα του επείγοντος, κάτι το οποίο απαιτείται σε τέτοιες περιπτώσεις ούτε και διαπιστώνεται οποιαδήποτε απόκρυψη γεγονότων. Ακόμη και να κατευθυνόταν η προσοχή του Δικαστηρίου στους όρους 20 και 23 της Συμφωνίας Συνεταιρισμού δεν θα άλλαζε η απόφασή του ως προς την έκδοση των διαταγμάτων. Και εξηγώ: Η Αιτήτρια, ως προκύπτει και από το Έντυπο Απαίτησης που καταχώρισε, απαιτεί το ποσό που θα προκύψει ως φορολογία και το ποσό που θα καθορισθεί ως καταβλητέο ΦΠΑ από τις κατ΄ισχυρισμό ψευδείς δηλώσεις που αφορούν τα Διαμ.501 και 601 καθώς και την ζημιά για την διαφορά μεταξύ της τιμής πώλησης και μεταπώλησης του Διαμ.501. Με δεδομένο ότι η Αιτήτρια ισχυρίζεται δόλο ο όρος 20 της Συμφωνίας Συνεταιρισμού, ο οποίος παραπέμπει σε συμφωνηθέν Τιμοκατάλογο, δεν θα τροποποιούσε με οποιονδήποτε τρόπο την απόφαση του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η Αιτήτρια απέκρυψε ότι γνώριζε για την πώληση του Διαμ.601 προκύπτει ότι η Αιτήτρια κάνει αναφορά στις συνθήκες διενέργειας συγκεκριμένης Κτηματολογικής έρευνας τον Μάϊο 2024, παράγραφοι 102  - 111 της αρχικής ένορκης δήλωσης του Κώστα Γεωργίου. Συνακόλουθα δεν απέκρυψε την διενέργεια της συγκεκριμένης έρευνας πλην όμως επεξήγησε πως οδηγήθηκε στην συγκεκριμένη ενέργεια. Εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο έχοντας ενώπιόν του τις θέσεις του Καθ΄ου η αίτηση 1 εύλογα θέτει το ερώτημα γιατί δεν διαβιβάστηκε το συμβόλαιο πώλησης του Διαμ.601 στην Αιτήτρια προς έγκριση αφού, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, ο Aleskerov απαιτούσε να έχει ενημέρωση και να εγκρίνει τα πάντα μέσω του Κώστα Γεωργίου. Αυτή η πρακτική είχε ακολουθηθεί αναφορικά με την πώληση του Διαμ.202 σύμφωνα με τον Νικόλα Κάρουλλα.      

 

            Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης κρίνονται ανυπόστατοι και δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. 

 

Το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι το κατάλληλο στάδιο για να παρατεθεί η νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα. Η νομική βάση που διέπει αιτήσεις για έκδοση τέτοιου είδους διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς. Το άρθρο 32 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν, για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα, είναι οι εξής: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά, καθώς επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.

 

Σύμφωνα με την νομολογία το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό είναι κάτι που θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης βλ., μεταξύ άλλων, Jonitexo Ltd v. Adidas (1983) 1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248 και πιο πρόσφατα στην Morea Investments Limited v. VTB DC LLC κ.α. Πολ. Εφ. Ε19/2019 ημερ. 23/03/2026. Αυτό που διαπιστώνεται από την νομολογία είναι ότι το Δικαστήριο έχει καθήκον να συνεκτιμήσει με προσοχή όλα τα γεγονότα και να διακριβώσει κατά πόσο ένα τέτοιου τύπου διάταγμα είναι απαραίτητο για τον αιτητή για να αιτηθεί θεραπείας αλλά και κατάλληλο υπό τις περιστάσεις λόγω της δραστικότητάς του.

 

Όσον αφορά τις προϋποθέσεις για την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος και κατά πόσο αυτές ικανοποιούνται, καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις παλαιότερες υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others (1982) 1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas (ανωτέρω), A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2) (1994) 1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός.

 

Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco (1996) 1(B) A.A.Δ. 788, Mitsingas v. Timberland (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express (1998) 1(A) A.A.Δ. 149). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Recnex Trading Limited, Ιωάννη Μιχαηλίδη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ (2014) 1 Α.Α.Δ. 866:

 

«Βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια ώστε δεν κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να παραπέμψουμε στις ΑΒΡ Holdings v. Κιταλίδη (1994) 1 Α.Α.Δ. 694, 699, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ (2001) 1 Α.Α.Δ. 785 και στην Πολιτική Έφεση 52/10 Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. E. Σιακατίδου, ημερ. 19.3.2014. Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.».

 

Στην απόφαση T. A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1802, ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής :

 

«Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou (1978) 1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others (1982) 1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». (Βλ. επίσης Hazelwood Investment & Finance Ltd v. XXX Manuel κ.α. Πολ. Εφ. Ε14/17 και Ε209/17 ημερ. 16/07/19).».

 

Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και της διακρίβωσης κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Ο αιτητής είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής τους. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων, στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση, τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα καθώς και τις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις με δεδομένη πάντα την δυνατότητα αντεξέτασης που προνοείται από το Μέρος 23.11.1(γ) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023.

 

Αναφορικά με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, οι οποίες είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες αφού η πρώτη έχει άμεση σχέση με την νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη επεκτείνεται στην θεώρηση της προσφερόμενης μαρτυρίας και την τυχόν θεμελίωση της απαίτησης, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην απόφαση Boris Mints κ.α. v. Pavel Shiskin Πολ. Εφ. 69, 70 και 71/20 ημερ. 10/01/2024:

 

«Αποτυγχάνουν της πρώτης προϋπόθεσης, αγωγές στηριζόμενες σε βάσεις άγνωστες στον Νόμο και ή τη Νομολογία όπου η συνέχιση τους θα απολήξει να είναι ανούσια και ενοχλητική (frivolous and vexatious), αλλά και απαιτήσεις όπου επιδιώκεται η απόδοση θεραπείας παράλογης ή απαράδεκτης. Στην προκειμένη περίπτωση - όπως ορθά παρατηρεί το πρωτόδικο Δικαστήριο στις σελ.16 -17 της απόφασης του - αναδεικνύονται σοβαρά ζητήματα για εκδίκαση στα δικόγραφα και έτσι πληρείται η πρώτη προϋπόθεση.

Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, απαιτείται η κατάδειξη μιας ορατής πιθανότητας, μιας προοπτικής επιτυχίας της αγωγής. Το βάρος απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα υψηλό και εν πάση περιπτώσει υπολείπεται ακόμα και του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd (2013) 1Β Α.Α.Δ. 1235). Κατά την εξέταση της προϋπόθεσης αυτής γίνεται συσχέτιση της νομικής βάσης της αγωγής με την προσκομισθείσα, από πλευράς αιτητή, μαρτυρίας. Σταθμίζεται βέβαια και η αντίθετη εκδοχή του καθ' ου η αίτηση. Η υποκειμενική και εξαντλητική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά και η επιλογή εκδοχών και η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων θα πρέπει να αποφεύγεται. Αυτά είναι αξιώματα που ανήκουν στην κυρίως δίκη. Αυτού λεχθέντος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία, κάποια αποτίμηση της αποδεικτικής δύναμης της μαρτυρίας εκείνου που ζητά τη θεραπεία, θα πρέπει να γίνεται από το Δικαστήριο (βλ. Λόρδος κ.α. v. Σιακόλα κ.α. Πολ. Έφεση Ε143/15, ημερ. 23.3.2017).».

 

Στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, «Διατάγματα», έκδοση 2016, στη σελίδα 123 του συγγράμματος, κάτω από τον τίτλο «Σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση - η πρώτη προϋπόθεση» αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

     «Το πρώτο ζήτημα στο οποίο το Δικαστήριο θα στρέψει την προσοχή του, είναι αναφορικά με την νομική πτυχή της υπόθεσης. Αναμένεται να εξετάσει κατά πόσο ο ενάγων έδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. Στα πλαίσια της εξέτασης του, θα ερευνήσει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα. Θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα του δεν είναι "επιπόλαιο και ενοχλητικό" και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των πράξεων του εναγομένου».

 

Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε σχέση με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις, των οποίων η αλληλουχία επιτρέπει την από κοινού εξέταση, είναι αν έχουν καταδειχθεί τέτοιες σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων εκ μέρους της  Αιτήτριας – Ενάγουσας ώστε σε συσχετισμό με το περιεχόμενο της αίτησης να οδηγούν στη διαπίστωση σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου (1996) 1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). Υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης της Αιτήτριας – Εναγόμενης.

 

Στην παρούσα υπόθεση προκύπτει από το περιεχόμενο του Εντύπου Απαίτησης, των ενόρκων δηλώσεων καθώς και των συμπληρωματικών ένορκων  δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση ότι η Αιτήτρια  – Ενάγουσα επικαλείται εξαπάτηση της ίδιας και των Φορολογικών Αρχών από τους Καθ΄ων η αίτηση – Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4, κυρίως από τον Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενο 1 αφού ενώ δηλώθηκε στο Δικαστήριο τον Μάϊο 2025, στην Συμφωνία Διακανονισμού, ότι τα Διαμ. 501 και 601 δεν ήταν πωλημένα, ενώ υποβλήθηκαν σχετικές φορολογικές δηλώσεις του Συνεταιρισμού χωρίς να ληφθεί υπόψη το οποιοδήποτε ποσό από την πώλησή των συγκεκριμένων διαμερισμάτων τελικά παρουσιάστηκαν πωλητήρια έγγραφα που συνάφθηκαν τον Αύγουστο του 2023, τα οποία είχαν κατατεθεί στο Κτηματολόγιο τον Σεπτέμβριο 2023. Διαφαίνεται ότι η αξίωση της Αιτήτριας – Ενάγουσας συνιστά μια προσπάθεια διόρθωσης των αδικοπραξιών που προέκυψαν στα πλαίσια συνεργασίας της με την Καθ΄ης η αίτηση 3 - Εναγόμενη 3 της οποίας εκτελεστικός διευθυντής και γραμματέας είναι ο Καθ΄ ου η αίτηση 1 - Εναγόμενος 1. Οι συγκεκριμένες αδικοπραξίες φαίνεται να αφήνουν εκτεθειμένη φορολογικά και να προκαλούν οικονομική ζημιά στην Αιτήτρια – Ενάγουσα. 

 

Αυτό που μπορεί να εξαχθεί, στο σημείο που επιτρέπεται σε μια αίτηση του συγκεκριμένου είδους, από τα γεγονότα, ως έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, είναι ότι ο Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενος 1 φαίνεται να χρησιμοποίησε την θέση του και το πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμήριο 9 στην Αίτηση, το οποίο του είχε παραχωρηθεί από την Αιτήτρια - Ενάγουσα σε σχέση με τον Συνεταιρισμό προς ιδίων όφελος και να μετέφερε περιουσιακά της στοιχεία του Συνεταιρισμού στις Καθ’ ων η αίτηση 3 και 4 – Εναγόμενες 3 και 4, οι οποίες ελέγχονται από τον Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενο 1 ή και να τα πώλησε χωρίς να εντάξει το ποσό πώλησης στους λογαριασμούς του Συνεταιρισμού. Στις μηνιαίες δηλώσεις – monitoring reports – Τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, που διαβίβαζε προς την Αιτήτρια – Ενάγουσα δήλωνε τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία ως απούλητα, ήτοι τα Διαμ. 501 και 601, με αποτέλεσμα να καταγραφούν ως απούλητα στο Σχέδιο Διακανονισμού, Τεκμήρια 24 και 25, το οποίο παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Παραπομπή γίνεται στην παράγραφο 5.3 του Τεκμηρίου 25 στην οποία τα δύο διαμερίσματα καταγράφονται ως απούλητα. Η συγκεκριμένη δήλωση – καταγραφή είχε αντίκτυπο στην φορολογική μεταχείριση του Συνεταιρισμού καθώς και στην καταστρατήγηση του Σχεδίου Διακανονισμού που θα διέλυε τον Συνεταιρισμό ως είχε εγκριθεί από το Δικαστήριο. 

 

Ως έχει νομολογηθεί κατά το στάδιο εκδίκασης αίτησης για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση και κατάληξη σε ευρήματα επί της ουσίας, πέραν του ότι είναι αναγκαίο για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας, στη διαπίστωση δηλαδή του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 και οι σχετικές αρχές της νομολογίας. Η πλήρης εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος κάθε υπόθεσης και η κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα και ευρήματα εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Ανοίγεται εδώ μια παρένθεση για να καταγραφεί ότι τα όσα ισχυρίζεται ο Καθ΄ου η αίτηση – Εναγόμενος 1στην ένορκη δήλωσή του και αφορούν την εγκυρότητα των συμφωνιών πώλησης των δύο διαμερισμάτων δεν μπορούν να εξεταστούν και να αποφασιστούν από το Δικαστήριο σ΄αυτό το στάδιο της διαδικασίας.  

 

Με βάση τα όσα έχουν καταγραφεί πιο πάνω το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι το Έντυπο Απαίτησης περιέχει αναγνωρισμένες αιτίες αγωγής και κατ' επέκταση, αποκαλύπτει μια συζητήσιμη υπόθεση. 

 

Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι είναι αρκετό ο ενάγων να το πείσει ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίησή του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σε αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και τα δικόγραφα. Όπως υπεδείχθη στην Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολ. Έφ. Ε143/2015, ημερ. 23/03/2017 «τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία.». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού (2002) 1 Α.Α.Δ. 1980, λέχθηκε συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.».

 

Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, με τα όσα η Αιτήτρια – Ενάγουσα έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου και λαμβανομένων υπόψη των θέσεων της άλλης πλευράς, στοιχειοθετείται ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Πιθανότητα τέτοια που να μην είναι μια απλή πιθανότητα, αλλά με τον πήχη να βρίσκεται πιο χαμηλά από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων».

 

Από τη μαρτυρία που η Αιτήτρια – Ενάγουσα έχει προσκομίσει αναφορικά με τα γεγονότα το Δικαστήριο μπορεί να πειστεί ότι υπάρχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση της συγκεκριμένης προϋπόθεσης εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σ΄ αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις. Το Δικαστήριο, ως έχει προλεχθεί, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης ή να καταλήξει σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά εκεί όπου επιτρέπεται η διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας.

 

Σύμφωνα και με τον Δικαστή Slade στην Re Lord Cable (Deceased) Garatt and Others v. Waters and Others (1976) 3 All E.R. 417, στη σελ. 430, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας:

 

«Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law.». 

 

Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάγει οποιοδήποτε θετικό ή/και δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω, απλώς να διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 ικανοποιούνται. Είναι αρκετό δε ο ενάγων - αιτητής, για στοιχειοθέτηση και των τριών προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32(1) του Ν.14/60, να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας, η οποία θα χρειασθεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Τα όσα έχει επικαλεστεί η πλευρά της Αιτήτριας – Ενάγουσας στις ένορκες δηλώσεις που κατατέθηκαν προς υποστήριξη της υπό εξέταση αίτησης, με το περιορισμένο βάρος που έχουν για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας,  αποκαλύπτουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας αφού οι Καθ΄ων η αίτηση 1 - 4  – Εναγόμενοι 1 – 4 δεν απάντησαν γιατί τα συγκεκριμένα δύο διαμερίσματα δηλώνονταν ως απούλητα στις οικονομικές καταστάσεις και σε άλλα έγγραφα που αφορούν τον Συνεταιρισμό. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Ελεγκτής του Συνεταιρισμού ήταν ο ίδιος με τον Ελεγκτή των Καθ’ ων η αίτηση 2, 3 και 4.  Βεβαίως ο Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενος 1 πρόβαλλε τους δικούς του ισχυρισμούς προς επεξήγηση των γεγονότων ενώ επέμενε εμφαντικά ότι η Αιτήτρια – Ενάγουσα γνώριζε για τα πωλητήρια έγγραφα που αφορούσαν τα δύο διαμερίσματα. Αν έτσι είχαν τα πράγματα παραμένει το ερώτημα γιατί να υπάρχει δικαίωμα αγοράς προς όφελος της Καθ΄ης η αίτηση 3 – Εναγόμενης 3 σε σχέση με το Διαμ.601 και γιατί δηλώθηκαν ως απούλητα σε έγγραφα τα οποία διαβιβάστηκαν προς τις φορολογικές αρχές και το Δικαστήριο. Ανοίγεται εδώ μια παρένθεση για να υπενθυμιστεί ότι οι Καθ΄ων η αίτηση 3 και 4 – Εναγόμενες 3 και 4, εναντίον των οποίων έχει περιοριστεί η υπό κρίση αίτηση, είναι εταιρεία περιορισμένου σκοπού.

      

Το Δικαστήριο νοιώθει την ανάγκη, εκ του περισσού ίσως, να επαναλάβει το γεγονός πως κατά το στάδιο της ακρόασης αίτησης όπως η υπό συζήτηση, θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα για ουσιαστικά ζητήματα της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης. Και οι δύο πλευρές ανάλωσαν μεγάλο μέρος των ενόρκων δηλώσεων τους να πραγματεύονται αντικρουόμενους ισχυρισμούς, τους οποίους το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει σ’ αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Η πλήρης εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης και η κατάληξη σε συμπεράσματα, εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. 

 

Στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση A. J. Georgiades v. N. Haddad Ltd Πολ. Εφ. Ε100/21 ημερ. 23/10/2023 καταγράφονται τα ακόλουθα σημαντικά αναφορικά με την έκταση της ενασχόλησης του Δικαστηρίου με τις αντικρουόμενες θέσεις που προβάλλονται από τις δύο πλευρές:

 

«Στο στάδιο της ακρόασης της αίτησης θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα. Οι νομολογιακά καθιερωμένες προϋποθέσεις έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος, θα πρέπει να εκπηγάζουν από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της συγκεκριμένης διαδικασίας. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά στο σημείο που επιτρέπει τη διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Όπως τονίστηκε στην Jonitexo v. Adidas, (1984) 1 Α.Α.Δ. 263, το Δικαστήριο δεν κάνει αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (βλ. επίσης, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D., (1999) 1 ΑΑΔ 225). Το τι, φυσικά, θα πρέπει να διαχωριστεί είναι ακριβώς η αναγκαιότητα εξέτασης από το Δικαστήριο κατά πόσο τα ενώπιον του στοιχεία ικανοποιούν τις σχετικές προϋποθέσεις που αναφέρονται ανωτέρω.».

 

Έχοντας καταλήξει ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις θα πρέπει να διερευνηθεί κατά πόσο πληρείται η τρίτη προϋπόθεση. Εξετάζοντας την τρίτη προϋπόθεση, ότι χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και ότι εάν δεν εκδοθούν τα διατάγματα η Αιτήτρια – Ενάγουσα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, σύμφωνα και με πρόσφατη νομολογία του Εφετείου, η συγκεκριμένη προϋπόθεση περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Αδελφοί Ττινιόζου (Εργολάβοι Οικοδομών) Λίμιτεδ ν. Alpha Bank Cyprus Ltd Πολ. Εφ. Ε202/2016 ημερ. 17/10/2023). Οι νομολογιακές αρχές διαβάζονται και στην πιο παλαιά απόφαση την Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφ. Ε203/2013, ημερ. 11/09/2019, από την οποία και το ακόλουθο απόσπασμα:

 

«Η τρίτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, για να δικαιολογείται η έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, αφορά στο κατά πόσο, χωρίς την έκδοση του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, στον αιτητή, σε μεταγενέστερο στάδιο, στην περίπτωση όπου αυτή, επιτύχει στις αξιώσεις του.

 

Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη (2001) 1 ΑΑΔ 1245 αναφέρθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». (Βλ. επίσης Παπαστράτης ν. Πιερίδης (1979) 1 C.L.R. 231). Η πιο πάνω αντίκριση επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd (2011) 1 A.A.Δ. 1848.

 

Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά. (2009) 1(Α) Α.Α.Δ. 317, «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια».

 

Η πιο πάνω νομολογία σαφώς προσδιορίζει ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την υποκατάσταση της υλικής ζημιάς. Θα πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, περιλαμβανομένης της προστασίας των δικαιωμάτων των αιτητών. Το θέμα αυτό, βεβαίως, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου και συμπεριλαμβάνονται μέσα στην ένορκη δήλωση, επί του προκειμένου, των εφεσειόντων.».

 

Όπως είναι πάγια νομολογημένο, η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία, αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που, ενδεχομένως, ληφθεί εναντίον του. Προκύπτει από τη σχετική νομολογία ότι η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης. Αφορά δε την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων προς ικανοποίηση τυχόν μελλοντικής απόφασης υπέρ του ενάγοντα. Στην υπόθεση Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδης (Αρ. 1) (1992) 1 Α.Α.Δ. 14 αποσαφηνίστηκε η δυνατότητα έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60. Το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της μαρτυρίας, υφίσταται βάσιμος κίνδυνος η απόφαση υπέρ του ενάγοντα να παραμείνει ανικανοποίητη.

 

Αυτό που επιζητεί η Αιτήτρια - Ενάγουσα είναι να εμποδιστούν οι Καθ΄ων η αίτηση 3 και 4 - Εναγόμενοι 3 και 4 από το να προχωρήσουν στην αποξένωση του διαφιλονικούμενου Δια.601 αλλά και οποιονδήποτε περιουσιακών στοιχείων είναι εγγεγραμμένα επ ονόματί τους, μέχρι του ποσού των €461.534,46, μέχρι την ολοκλήρωση της ακρόασης της Απαίτησης. Εκείνο που εξετάζεται σε αυτό το πλαίσιο είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση της περιουσίας στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η όποια απόφαση ήθελε εκδοθεί, αν αποξενωθεί η περιουσία.  Εκεί βεβαίως που αποδεικνύεται πρόθεση αποξένωσης αυτό συνιστά άλλον έναν παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην υπό κρίση υπόθεση υπάρχουν ενδείξεις για δοσοληψίες μεταξύ των Καθ΄ων η αίτηση 3 και 4, συμφερόντων του Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενου 1, στις οποίες έχουν μεταβιβαστεί περιουσιακά στοιχεία τα οποία πιθανών ν’ ανήκουν και στην Αιτήτρια – Ενάγουσα. Υπενθυμίζεται ότι η εγκυρότητα του πωλητηρίου εγγράφου που αφορά το Διαμ.601 αμφισβητείται από την Αιτήτρια – Ενάγουσα. Οι Καθ΄ων η αίτηση 3 και 4 είναι οχήματα ειδικού σκοπού. Το Δικαστήριο οφείλει να συνεκτιμήσει τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του στην απόφασή του. Τα όσα έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου ενισχύουν την θέση της Αιτήτριας – Ενάγουσας ή/και υποδηλώνουν ότι η αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων των Εναγόμενων 3 και 4 – Καθ΄ων η αίτηση 3 και 4 είναι πολύ πιθανή. Στη βάση όλων των παρατεθέντων είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι πληρείται εν προκειμένω και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32.

 

Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει τα διατάγματα. Σε περίπτωση που τηρούνται τα πιο πάνω, σύμφωνα με τη νομολογία μας, το Δικαστήριο προχωρεί στην την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, «balance of convenience». Βλ. Halsbury's Laws of England 4th ed. (Reissue), τόμος 24, παράγραφος 856 και American Cynamid Co. v. Ethicon Ltd [1975] A.C. 396 στην οποία τέθηκαν σχετικές αρχές οι οποίες υιοθετήθηκαν σε σειρά Κυπριακών αποφάσεων (βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. 1. Muskita - Aluminium Co Limited 2. Muskita Aluminium Industries Ltd. (2002) 1 (Δ) Α.Α.Δ. 2015).

 

Όπως συνοψίζεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου Πολ. Εφ. 7/18 ημερ. 21/03/2019:

 

«Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32(1), υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, ήτοι, η ευρεία διακριτική εξουσία που δίδεται στο Δικαστήριο από το πιο πάνω άρθρο να εκδίδει διατάγματα στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι κάτι τέτοιο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον».».

 

Υπό το σύνολο των περιστατικών που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση ως έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, χωρίς επουδενί το Δικαστήριο να προβαίνει σε τελικά ευρήματα και συμπεράσματα επί αυτών, κρίνεται ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας σαφώς κλίνει υπέρ της Αιτήτριας – Ενάγουσας. Η διατήρηση του status quo όσο αφορά το Διαμ.601 στο επίδικο έργο καθώς και η διαφύλαξη του ποσού που έχει δεσμευτεί σε σχέση με τις Καθ΄ων η αίτηση 3 και 4 – Εναγόμενες 3 και 4, οι οποίες δεν φαίνεται να ασχολούνται με οτιδήποτε, μέχρι το ξεκαθάρισμα των φορολογικών υποχρεώσεων και του καταβλητέου Φ.Π.Α. που αφορούν τον Συνεταιρισμό δεν θα τις επηρεάσει με οποιονδήποτε τρόπο. Ούτε και έχει προσκομιστεί από τον Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενο 1 οποιαδήποτε μαρτυρία ότι θα επηρεαστεί οποιοσδήποτε εκ των Καθ΄ων η αίτηση – Εναγόμενων με οποιονδήποτε τρόπο αν παραμείνουν ως έχουν τα πράγματα στις εταιρείες Καθ΄ων η αίτηση 3 και 4 – Εναγόμενες  3 και 4.  Το μόνο που καταγράφηκε είναι ότι υπάρχουν έργα σε εξέλιξη. Δεν αναφέρθηκε πως τα εκδοθέντα διατάγματα θα επηρεάσουν τα συγκεκριμένα έργα. Ως εκ των συμπερασμάτων του Δικαστηρίου το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της Αιτήτριας – Ενάγουσας.   

 

         Δεν προωθήθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός σε σχέση με το διάταγμα αποκάλυψης πληροφοριών και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν προτίθεται να ασχοληθεί περαιτέρω.  

 

          Ειρήσθω εν παρόδω τα όσα πραγματεύεται ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ΄ων η αίτηση 1- 4 και αφορούν το γεγονός ότι τα περιουσιακά στοιχεία που δεσμεύθηκαν με τα διατάγματα είναι δυσανάλογα γιατί συνιστούν διπλή εξασφάλιση της απαίτησης δεν μπορούν να εξεταστούν αφού δεν προωθήθηκαν με οποιοδήποτε λόγο ένστασης ή με οποιαδήποτε γεγονότα στις δύο ένορκες δηλώσεις του Νίκου Κάρουλλα. Είναι γνωστή η νομολογία ότι η αγόρευση του συνηγόρου δεν συνιστά μέσο προώθησης ισχυρισμών βλ. El Fath Co For International S.A.E. v. E.D.T. Shipping Ltd κ.α. (1992) 1 ΑΑΔ 1255.    

 

Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει αποτελεί κατάληξή του ότι συντρέχουν οι περιστάσεις εκείνες που επιτρέπουν την συνέχιση των εκδοθέντων διαταγμάτων μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης επί της απαίτησης ή την έκδοση νέας διαταγής του Δικαστηρίου.

 

Τα έξοδα της Αίτησης, όπως έχουν υπολογιστεί με συνοπτικό υπολογισμό από το Δικαστήριο σύμφωνα με το Μέρος 39.7 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, ανέρχονται στο ποσό των €5.000, πλέον Φ.Π.Α. πλέον €345 πραγματικά έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας – Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1, 2, 3  και 4 - Καθ' ων η Αίτηση. Θα είναι άμεσα καταβλητέα.

 

 

 

 

 

(Υπ.) ………………….…………………

                                                 Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ.

 

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ     


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο