ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 168/24
Μεταξύ:
Konstantin Anatolievich Ponomarev
Ενάγοντας
v.
1. Pavel Kazarez,
2. Sedentric Ltd
3. Dramneel Ltd
4. Kieron Ltd
5. Truwiser Services Ltd
6. Βασίλης Καζάκος
7. C.C.L Services Ltd
Εναγόμενοι
---------------------------------
Αίτηση ημερομηνίας 23/12/2025
για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29 Σεπτεμβρίου, 2026
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Ενάγοντα – Αιτητή: κ. Νεοφύτου για Αγαθοκλέους, Νεοφύτου & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 - Καθ’ ων η αίτηση 1, 2, 3 και 4: κ. Ποσνακίδης για Γ. Βασιλείου Δ.Ε.Π.Ε.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Ο Ενάγοντας καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή με την οποία αξιώνει, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις πέραν των €27 εκατομμυρίων, αναγνωριστικές αποφάσεις ή/και δηλώσεις του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 1 – 7 παράνομα ή/και αδικαιολόγητα κατακρατούν ή/και οικειοποιούνται περιουσιακά στοιχεία τα οποία ανήκουν στον ίδιο, διατάγματα αποκάλυψης με τα οποία οι Εναγόμενοι 1 –7 να αποκαλύπτουν κατά πόσο υπέγραψαν συμβόλαια με συγκεκριμένες ρωσικές εταιρείες καθώς επίσης και αποζημιώσεις για τις ζημιές που ο ίδιος υπέστη λόγω των πράξεων και παραλήψεων των Εναγομένων.
Ο Ενάγοντας προώθησε στο Δικαστήριο, μονομερώς, για δεύτερη φορά, αίτηση μέσω της οποίας αξιώνει την έκδοση αριθμού προσωρινών διαταγμάτων, είκοσι (20) στο σύνολο. Συγκεκριμένα, ζήτησε την έκδοση διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1, 2, 3, και 4 - Καθ΄ ων η Αίτηση ή/και στους υπαλλήλους τους ή/και στους αντιπροσώπους τους από του να αποξενώσουν ή/και επιβαρύνουν ή/και μεταφέρουν ή/και διαθέσουν οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο τους ανήκει, είτε στην Κύπρο ή στο εξωτερικό, μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής. Διάταγμα που να δεσμεύει τα περιουσιακά στοιχεία των Εναγόμενων 1, 2, 3 και 4 – Καθ΄ ων η αίτηση ή/και θυγατρικών εταιρειών τους από του να επιβαρύνουν ή/και να μεταφέρουν ή/και να διαθέσουν οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο το οποίο τους ανήκει στην Κύπρο ή στο εξωτερικό μέχρι του ποσού των €27.253.346 μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής. Διάταγμα που να δεσμεύει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία του Εναγόμενου – Καθ΄ου η αίτηση 1 ή/και που να του απαγορεύσει την, με οποιοδήποτε τρόπο, αποξένωσή τους μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Διάταγμα που να διατηρεί την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων μεταξύ των Εναγόμενων 1, 2, 3, και 4 ή/και που να εξαναγκάζει τον Εναγόμενο – Καθ΄ου η αίτηση 1 να διατηρήσει την εταιρική δομή των Εναγομένων – Καθ΄ ων η αίτηση 2, 3 και 4 ως έχει μέχρι την ολοκλήρωση της αγωγής. Διάταγμα που να απαγορεύει στον Εναγόμενο – Καθ΄ ου η αίτηση 1 ή/και στους αντιπροσώπους του ή/και στους υπηρέτες του από του να προβούν άμεσα ή/και έμμεσα σε οποιαδήποτε αλλαγή ή/και μεταβολή στην εταιρική δομή των Εναγόμενων – Καθ΄ ων η αίτηση 2, 3 και 4 ή/και των θυγατρικών τους εταιρειών μέχρι την ολοκλήρωση της αγωγής. Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην μητέρα του Εναγόμενου 1, Irina Vladimirovna Krarchenko ή/και στην εταιρεία IMPULS LLC ή/και στους αντιπροσώπους τους από του να αποξενώσουν τα μερίδια της εταιρείας PNN LLC που κατέχουν από την 26/11/2025. Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην PNN LLC ή/και στους αντιπροσώπους ή/και στους υπαλλήλους της από του να αποξενώσουν οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο ή/και ακίνητα ή/και χρηματικά ποσά από την εταιρεία. Διάταγμα που να απαγορεύει στον Εναγόμενο 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1 ή/και στους αξιωματούχους ή/και στους υπαλλήλους ή/και στους αντιπροσώπους του από του να εκχωρήσουν, μεταβιβάσουν, πωλήσουν ή/και με οποιοδήποτε τρόπο αποξενώσουν ακίνητα ή/και τις μετοχές ή/και τα μερίδια των Εναγομένων 2 ή/και 3 ή/και 4 και των θυγατρικών τους εταιρειών ή/και άλλα περιουσιακά στοιχεία ή/και δικαιώματα που κατέχονται σήμερα. Διάταγμα που να υποχρεώνει τον Εναγόμενο 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1 να αποκαλύψει οποιεσδήποτε συμφωνίες έχει καταρτίσει ή/και έχει υπογράψει ή/και έχει συμφωνήσει με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο για πώληση ή/ και μεταβίβαση οποιασδήποτε ακίνητης περιουσίας ή μεταβίβαση μετοχών ή μεριδίων που κατέχονται στις Εναγόμενες 2 ή/και 3 ή/και 4 και στις θυγατρικές τους εταιρείες. Διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στις Εναγόμενες 2 ή/και 3 ή/και 4 και στις θυγατρικές τους εταιρείες οποιαδήποτε καταχώριση και/ή κοινοποίηση και/ή αίτηση στον Έφορο Εταιρειών. Παράλληλα ζητήθηκε και προστακτικό διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Εναγόμενος 1- Καθ΄ου η αίτηση να αποκαλύψει τους λόγους που οδήγησαν στην εκκαθάριση της εταιρείας Vestcom Enterprises Ltd, η οποία ήταν εγγεγραμμένη στο Ηνωμένο Βασίλειο καθώς και ποιος έδωσε τις οδηγίες για εκκαθάριση αφού γνώριζε ότι η εταιρεία χρωστούσε στον Ενάγοντα – Αιτητή.
Επικουρικά ζητήθηκαν διατάγματα χρήσης των οποιονδήποτε ληφθέντων εγγράφων, διάταγμα φίμωσης των Εναγόμενων 1 – 4 – Καθ΄ων η αίτηση, διάταγμα Norwich Pharmacal σε σχέση με τον Εναγόμενο 1 αναφορικά με σωρεία θεμάτων, 11 στο σύνολο. Διάταγμα Norwich Pharmacal σε σχέση με την μητέρα του Εναγόμενου 1, Irena Vladimirova Kharchenko καθώς και του Polyakov Maxim Vladimirovich όπως αποκαλύψουν όλες τις πληροφορίες και τα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή τους και αφορούν οδηγίες και εντολές που δόθηκαν για την μεταβίβαση μετοχών – μεριδίων της εταιρείας PNN LLC καθώς και τα δάνεια που έχουν χορηγηθεί ή ληφθεί και αφορούν τις εταιρείες PNN LLC, IMPULS και ATRIUM LLC.
Ταυτόχρονα ζητήθηκε και ο διορισμός προσωρινού διαχειριστή στις Καθ΄ων η αίτηση 2 ή/και 3 ή/και 4 – Εναγόμενες 2 ή/και 3 ή/και 4 ή/και στις θυγατρικές τους εταιρείες και κατονομάστηκε ο διαχειριστής που έχει την αποδοχή του Ενάγοντα - Αιτητή.
Ως νομική βάση της αίτησης καταγράφηκαν τα άρθρα 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, τα Μέρη 7, 20, 23, 25, 32 και 53 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, τα άρθρα 126 και 202 του περί Εταιρειών Νόμου, ο Πίνακας Α του Πρώτου Παραρτήματος του Κεφ.113, η Νομολογία, οι αρχές που σχετίζονται με τα διατάγματα τύπου Mareva, Quia Timet, Norwich Pharmacal και Chabra, οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων, οι αρχές του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας και η διακριτική ευχέρεια και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.
Τα γεγονότα προς υποστήριξη των αιτημάτων παρατέθηκαν σε ένορκες δηλώσεις της Ραφαέλλας Παύλου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή ‑ Ενάγοντα. Στην πρώτη ένορκη δήλωσή της καταγράφει ότι η υπό εξέταση αίτηση σκοπεί στην έκδοση προσωρινών διαταγμάτων λόγω της αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων, η οποία έγινε με δόλο, από τους Καθ' ων η αίτηση, συγκεκριμένα τον Καθ' ου η αίτηση 1, ενώ εκκρεμούσε πανομοιότυπη αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Καταγράφει ότι στις 25/11/2024 είχε καταχωρηθεί αίτηση, στην οποία συμπεριλαμβανόταν αίτημα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων των Καθ' ων η αίτηση 1 μέχρι 4, της οποίας διατάχθηκε η επίδοση από το Δικαστήριο. Οι Καθ' ων η αίτηση 5 μέχρι 7 συμφώνησαν στην έκδοση διαταγμάτων εναντίον τους και αποκάλυψαν ότι από τις πληροφορίες που τους παραχώρησε ο Εναγόμενος 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1 ο ίδιος είναι ο πραγματικός δικαιούχος των μετοχών των Εναγόμενων 2 – 4 – Καθ΄ων η αίτηση. Στις 26/11/2025 υπέπεσαν στην αντίληψη των συνηγόρων του Αιτητή, ενώ εκκρεμούσε η πρώτη αίτηση για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, νέα γεγονότα και συγκεκριμένα ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 – Καθ΄ων η αίτηση αποξένωσαν περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 3 – Καθ΄ης η αίτηση και δόθηκαν οδηγίες στην Ρωσία για να συγκεντρωθούν όλα τα στοιχεία αποξένωσης. Σχετική γνωμάτευση τους διαβιβάστηκε στις 09/12/2025 από την οποία προέκυψε ότι: Ποσοστό 10% της εταιρείας Bitex LLC ανήκει στην μητέρα του Εναγόμενου 1 και 90% ανήκει στην κυπριακή εταιρεία Dramneel Ltd, Εναγόμενη 3. Η Bitex LLC έχει συνδεδεμένες εταιρείες και φυσικά πρόσωπα ήτοι την PNN LLC, την IMPULS LLC, την ATRIUM LLC, την Irena Vlamirova Kharchenko και τον Maxim Vladimirovich Polyakov. Στις 26/11/2025 η PNN LLC άλλαξε κάτοχο μεριδίων και πλέον κάτοχος των μεριδίων της είναι η εταιρεία IMPULS LLC. Οι εισπράξεις της PNN LLC μειώθηκαν κατά 96% μετά την καταχώριση της Αγωγής Αρ.87/23 καθώς και της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Προκύπτει ότι είχε απώλεια κεφαλαίων και ρευστότητας αφού στις οικονομικές της καταστάσεις, με ημερομηνία 08/11/2025, καταγράφονται δάνεια σε τρίτα πρόσωπα τα οποία παραχωρήθηκαν το 2024. Το συνολικό ποσό των δανείων που παραχωρήθηκε σε τρίτα πρόσωπα ανέρχεται στο €1.900.000. Από τις οικονομικές καταστάσεις της IMPULS LLC, ημερομηνίας 08/11/2025, προκύπτει ότι της παραχωρήθηκε δάνειο ύψους €1.660.000 από την PNN LLC. Όσον αφορά την εταιρεία ATRIUM LLC προκύπτει από τις οικονομικές καταστάσεις ημερομηνίας 30/11/2025 ότι της παραχωρήθηκε δάνειο ύψους €244.000. Εισηγείται ότι όταν προστεθούν τα ποσά των δανείων που χορηγήθηκαν στις IMPULS LLC και ATRIUM LLC συμποσούνται στο ποσό που δηλώθηκε από την PNN ως δάνεια. Σημειώνει, η Ομνύουσα, τη σύνδεση των συγκεκριμένων τριών εταιρειών καθώς και το γεγονός ότι οι δύο από αυτές έχουν δηλωμένη την ίδια διεύθυνση εγγεγραμμένου γραφείου. Ισχυρίζεται ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι γίνεται συνεχώς απομείωση των περιουσιακών στοιχείων της PNN, έτσι ώστε τα περιουσιακά της στοιχεία να μεταφέρονται προς συγγενικά και συνδεδεμένα πρόσωπα του Εναγόμενου 1 - Καθ' ου η αίτηση 1. Το γεγονός ότι η ιδιοκτήτρια της εταιρείας IMPULS LLC είναι η μητέρα του Εναγόμενου 1 - Καθ' ου η αίτηση 1 προκύπτει και από το περιεχόμενο του φακέλου.
Υποστηρίζει ότι στις 30/01/2025 είχαν εκδοθεί εκ συμφώνου διατάγματα εναντίον των Εναγόμενων 5, 6 και 7 με τα οποία απαγορεύτηκε η εκχώρηση, η μεταβίβαση, η πώληση ή/και με οποιοδήποτε τρόπο αποξένωση ακινήτων ή/και μετοχών των Εναγόμενων 2 ή/και 3 ή/και 4 ή/και άλλων περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων τα οποία κατέχονται από αυτούς. Στην ένορκη δήλωση που κατέθεσε ο Εναγόμενος 6, συμμορφούμενος με το διάταγμα για αποκάλυψη πληροφοριών, κατέγραψε ότι είχαν τερματιστεί όλα τα πληρεξούσια που είχαν εκδοθεί από τον διευθυντή των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 και ότι δεν υπήρχαν οποιαδήποτε πληρεξούσια σε ισχύ. Μοναδικός διευθυντής των Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 ήταν η Εναγόμενη 5 της οποίας διευθυντής ήταν ο Εναγόμενος 6, ο οποίος δήλωσε ενόρκως ότι είχε ακυρώσει οποιαδήποτε πληρεξούσια υπήρχαν. Παράλληλα ο Εναγόμενος 6 αποδέχτηκε διάταγμα το οποίο του απαγόρευε να προβεί σε οποιεσδήποτε ενέργειες που να αφορούν τη δομή ή/και την αποξένωση περιουσιακών στοιχείων των Καθ' ών η αίτηση 2 και 3. Η Ομνύουσα θέτει το ερώτημα πως ενώ υπήρχαν διατάγματα σε ισχύ, που απαγόρευαν την αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων των Καθ' ών η αίτηση 2 και 3, έγινε μεταβίβαση των μεριδίων ‑ μετόχων της εταιρείας PNN LLC από την εταιρεία BITEX LLC στην εταιρεία IMPULS LLC. Εισηγείται ότι υπάρχει ξεκάθαρη παρανομία και παραβίαση των διαταγμάτων του Δικαστηρίου χωρίς την έγκριση του Αιτητή ή/και οποιασδήποτε νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Εισηγείται ότι τα γεγονότα καταδεικνύουν ότι οι Καθ' ών η αίτηση και οι συνεργάτες τους είναι αδίστακτοι και προβαίνουν σε διάφορες κινήσεις και αποξενώσεις περιουσιακών στοιχείων κατά παράβαση των εκδοθέντων διαταγμάτων.
Προωθεί τη θέση ότι υπάρχει μεγάλο ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής αφού υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση που αποκαλύπτεται από τις ενέργειες των Καθ' ων η αίτηση 1 και 3, οι οποίοι έσπευσαν να μεταβιβάσουν τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 3 μετά την καταχώριση των συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια της Αίτησης ημερ. 25/11/2024. Όσον αφορά την καθυστέρηση υποστήριξε ότι από την καταχώριση της αγωγής ο Καθ' ου η αίτηση 1 – Εναγόμενος 1 προέβηκε σε μεταφορές και αναλήψεις μεγάλων χρηματικών ποσών για να μην ανακτηθούν στη συνέχεια από τον Αιτητή - Ενάγοντα. Υποστηρίζει ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση αφού τα γεγονότα έλαβαν χώρα στις 26/11/2025, ήτοι ο Καθ΄ου η αίτηση 1 προέβαινε σε αποξένωση περιουσίας της Εναγόμενης 3 η οποία έγινε αντιληπτή κάποιες μέρες μετά. Προωθεί τη θέση ότι η έκδοση των διαταγμάτων δεν θα προκαλέσει οποιοδήποτε πρόβλημα στην άλλη πλευρά, η οποία προβαίνει σε ενέργειες που συνιστούν από μόνες τους ποινικά αδικήματα και ότι αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα δεν θα μπορούν να ανακτηθούν τα επίδικα περιουσιακά στοιχεία. Επιπρόσθετα προωθεί τη θέση ότι θα πρέπει να διοριστεί διαχειριστής για να περισυλλέξει ή/και ανακτήσει τα περιουσιακά στοιχεία. Δηλώνει ότι ο προτιθέμενος διαχειριστής είναι άτομο ακεραίου χαρακτήρα και με γνώσεις σε θέματα διαχείρισης εταιρειών.
Καταχωρίστηκε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία η Ραφαέλα Παύλου κατέγραψε ότι η υπό κρίση αίτηση έχει καταχωρηθεί επειδή προέκυψαν νέα γεγονότα μετά την καταχώριση των ένορκων δηλώσεων στην πρώτη Αίτηση ημερ. 25/11/2024. Ισχυρίστηκε, ότι η καταχώριση της αίτησης δεν είναι καταχρηστική αφού συνιστά τη μόνη επιλογή του Αιτητή. Όσον αφορά τα αιτητικά που επαναλαμβάνονται υποστήριξε ότι αυτά στηρίζονται σε νέα γεγονότα επιπρόσθετα με τα παλαιά. Σε σχέση με τα νέα αιτητικά υποστήριξε ότι στρέφονται εναντίον μη διαδίκων και ως εκ τούτου πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των συγκεκριμένων διαταγμάτων. Προώθησε τη θέση ότι στην ένορκη δήλωση ημερ. 30/01/2025 που καταχώρισε ο Καθ' ου η αίτηση 6 προς συμμόρφωση με το εκδοθέν διάταγμα, καταγράφεται ότι ο Καθ' ου η αίτηση 1 είναι ο δικαιούχος των Εναγόμενων 2, 3 και 4 και είναι και ο τελικός ιδιοκτήτης τους. Προώθησε τη θέση ότι ο ίδιος ο Καθ' ου η αίτηση 1 δεν έχει σχολιάσει, με οποιοδήποτε τρόπο, το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης αποκάλυψης του Καθ' ου η αίτηση 6 ούτε και έχει σχολιάσει τα τεκμήρια τα οποία έχουν επισυναφθεί, τα οποία φέρουν την υπογραφή του. Αυτό επιβεβαιώνει τα γεγονότα που περιέχουν και τα καθιστά παραδεκτό γεγονός.
Επαναλαμβάνει ότι ο Καθ' ου η αίτηση 1 είχε παραλάβει όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας Vestcom στα πλαίσια διαχείρισης της αποπληρωμής του χρέους προς τον Αιτητή - Ενάγοντα. Συνακόλουθα, η εκκαθάριση της Vestcom, χωρίς την αποπληρωμή του χρέους και η μεταβίβαση όλων των περιουσιακών της στοιχείων σε κυπριακή εταιρεία αποτελεί αστική απάτη. Σχολιάζει το γεγονός ότι ο Καθ' ου η αίτηση 1 δεν επεξηγεί πώς βρέθηκαν τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία εγγεγραμμένα στη μητέρα του. Κατά τη δική της άποψη οι ισχυρισμοί που δεν απαντήθηκαν γίνονται αποδεκτοί. Σχολιάζει το τι διαμείφθηκε μεταξύ των Μερών στο Δικαστήριο όσον αφορά την αίτηση ημερ.25/11/2024.
Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με Ένσταση στην οποία παρατέθηκαν εικοσιέξι (26) λόγοι ένστασης, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι η αίτηση είναι καταχρηστική ή/και κακόβουλη ή/και ενοχλητική. Ότι το πρόσωπο που ορκίζεται προς υποστήριξη της αίτησης δεν είναι εξουσιοδοτημένο από τον Αιτητή - Ενάγοντα. Ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίου Νόμου. Ότι η αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά αφού ο Αιτητής είχε καταχωρίσει μονομερώς την αίτηση ημερ. 25/11/2024 με τις ίδιες ή/και πανομοιότυπες αιτούμενες θεραπείες. Ότι δεν έρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Ότι κωλύεται ή/και εμποδίζεται να διεκδικεί τα αιτούμενα διατάγματα λόγω κωλύματος συμπεριφοράς. Ότι με την υπό κρίση αίτηση ζητούνται διατάγματα που στρέφονται κατά μη διαδίκων χωρίς να σημειώνεται το σχετικό αίτημα στο πρόσωπο της αίτησης. Ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις και οι νομολογιακές αρχές για την έκδοση των διαταγμάτων που ζητούνται με τα αιτητικά 6, 7, 15 και 16. Ότι δεν αποδείχθηκε ότι υπάρχουν καλές πιθανότητες επιτυχίας της Απαίτησης και ότι αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα ο Αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Ότι η αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας λόγω της ύπαρξης δεδικασμένου. Ότι οι αξιώσεις έχουν παραγραφεί. Ότι τα κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας στην εκδίκαση της απαίτησης. Ότι αρμόδιο Δικαστήριο για την εκδίκαση της απαίτησης είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Ότι τα έγγραφα που συνοδεύουν την ένορκη δήλωση στην αίτηση είναι παράτυπα ή/και μη αποδεκτά γιατί η μετάφρασή τους από τα Ελληνικά στα Ρωσικά είναι αποσπασματική. Ότι η αίτηση καταχωρίστηκε με μεγάλη καθυστέρηση. Ότι δεν αποκαλύπτεται σοβαρό θέμα προς εκδίκαση, πιθανότητα επιτυχίας και στοιχείο επείγοντος. Ότι το συμφέρον της Δικαιοσύνης κλίνει προς την απόρριψη της αίτησης.
Νομική βάση της Ένστασης αποτελούν το Μέρος 7, 20, 23 Κανονισμοί 1, 2, 4, 5, 7, 8-16, 25, 32 Κανονισμοί 14 και 15 και 53 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών του 2023, τα άρθρα 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίου Νόμου, τα άρθρα 2, 4, 5, 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, τα άρθρα 126 και 202 του περί Εταιρειών Νόμου, ο περί Αποδείξεως Νόμος, η Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ρωσίας για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Αστικές και Ποινικές Υποθέσεις, Ν.172/86, η Σύμβαση της Χάγης, οι αρχές του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας, η νομολογία, οι αρχές που αφορούν τα διατάγματα τύπου Mareva, Quia Timet, Norwich Pharmacal και Chabra καθώς και οι συμφυείς εξουσίες και η πρακτική του Δικαστηρίου.
Τα γεγονότα προς υποστήριξη της Ένστασης παρατίθενται σε ένορκη δήλωση του Καθ' ου η αίτηση 1 – Εναγόμενου 1, ο οποίος καταγράφει ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί λόγω του ότι το πρόσωπο που ορκίζεται προς υποστήριξή της δεν συνιστά εξουσιοδοτημένο πρόσωπο από τον Ενάγοντα στην κατάρτιση της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης. Ισχυρίζεται ότι η Αίτηση καταχωρίστηκε καταχρηστικά γιατί ο Αιτητής, στα πλαίσια της υπό κρίση Απαίτησης, καταχώρισε την αίτηση ημερ. 25/11/2024 με, ως επί των πλείστων, πανομοιότυπες θεραπείες, γεγονός που είναι αποδεκτό και από την Ομνύουσα στην αίτηση. Υποστηρίζει ότι πολλά από τα αιτητικά της υπό κρίση Αίτησης είναι πανομοιότυπα και ταυτόσημα με τα αιτητικά που περιλαμβάνονται στην αίτηση ημερ. 25/11/2024. Όσον αφορά τα αιτητικά που δεν καλύπτονται με την αίτηση ημερομηνίας 25/11/2024, δηλαδή τα αιτητικά 6, 17, 15Ι, 15ΧΙ(i-vii) και 16, αυτά αφορούν την εταιρεία PNN LLC. Είναι η δική του θέση ότι το συγκεκριμένο νομικό πρόσωπο δεν ενάγεται από τον Αιτητή και δεν είναι μέρος της υπό κρίση διαδικασίας ενώ ο ίδιος καθώς και οι Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 δεν είναι οι πραγματικοί δικαιούχοι και κανένα από τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται από τα τρίτα πρόσωπα δεν κατέχεται ως καταπίστευμα και ως εκ των γεγονότων δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των συγκεκριμένων διαταγμάτων. Καταγράφει ότι το Ρωσικό δίκαιο δεν διέπεται από το αγγλοσαξονικό και ως εκ τούτου δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι αρχές που αφορούν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων. Ισχυρίζεται ότι η αίτηση ημερομηνίας 25/11/2024 δεν του έχει επιδοθεί προσωπικά, ούτε και του έχει επιδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα που έχει εκδοθεί στη συγκεκριμένη αίτηση.
Προωθεί τη θέση ότι κανένας από τους Καθ' ων η αίτηση δεν εκποίησε ή/και αποξένωσε οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία και ότι κανένας από τους Καθ' ων η αίτηση δεν κατείχε ποτέ μερίδια ή/και μετοχές στη ρωσική εταιρεία PNN LLC. Όσον αφορά τη ρωσική εταιρεία Bitex ούτε και αυτή είναι μέρος της υπό κρίση διαδικασίας. Επεξηγεί ότι η διαφορά, που αφορά την έκδοση διαταγμάτων που αφορούν δικαιώματα του Αιτητή σε περιουσιακά στοιχεία της Bitex, έχει εξεταστεί από ρωσικό Δικαστήριο το 2017 και η αγωγή έχει απορριφθεί. Εισηγείται ότι η γνωμάτευση της δικηγόρου κας Vunder δεν αποκαλύπτει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση – Εναγόμενοι διέθεσαν τα περιουσιακά τους στοιχεία. Κατά την δική του άποψη οι δικηγόροι του Αιτητή δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε έγγραφα που να αποδεικνύουν ότι η κα Vunder είναι δικηγόρος του Αιτητή, έτσι ώστε να δικαιολογείται η οποιαδήποτε έκδοση γνωμάτευσης εκ μέρους της. Δηλώνει ότι σε επικοινωνία που είχε με την ίδια τον ενημέρωσε ότι δεν έχει δικαίωμα να αναλαμβάνει και να χειρίζεται υποθέσεις στην Κυπριακή Δημοκρατία και ότι τα καθήκοντά της περιορίζονται στην παροχή συμβουλών σε σχέση με το ρωσικό δίκαιο και την δικαστική πρακτική.
Προωθεί τη θέση ότι δεν υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας της Απαίτησης, αφού οι αξιώσεις του Αιτητή που αφορούν κατ΄ισχυρισμό δικαιώματά του στην εταιρεία PNN LLC έχουν εξεταστεί από το Ρωσικό Δικαστήριο και έχουν απορριφθεί. Εξηγεί ότι η αναγκαστική εκτέλεση ή/και κατάσχεση επί των μεριδίων της εταιρείας PNN LLC είναι αδύνατη αφού αυτό αντιβαίνει στο άρθρο 35 του Συντάγματος της Ρωσικής Ομοσπονδίας, το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το άρθρο 24 της Συνθήκης περί Νομικής Συνδρομής σε Αστικές και Ποινικές Υποθέσεις μεταξύ Ρωσίας και Κύπρου. Κατά τη δική του άποψη οι δικηγόροι του Αιτητή δεν αντέκρουσαν τις δηλώσεις και τις θέσεις του περί πλαστογράφησης του αποδεικτικού στοιχείου με το οποίο ο Αιτητής προωθεί τους ισχυρισμούς του, δεν αντέκρουσαν τη θέση του ότι ο Αιτητής δεν είχε ποτέ δικαίωμα επί των περιουσιακών στοιχείων αλλά ούτε και προσκόμισαν αποδείξεις ότι αυτός υπέστη ζημιά λόγω της, κατ' ισχυρισμό, μη εκτέλεσης συμφωνιών που είχε συνάψει. Υποστηρίζει ότι η διαφορά εκφεύγει της δικαιοδοσίας των κυπριακών δικαστηρίων και συνεπώς δεν μπορεί να εκδικαστεί επί της ουσίας της ενώ τυχόν εκδοθείσα απόφαση δεν θα αναγνωρίζεται στη Ρωσία. Είναι η θέση του ότι η διαφορά δεν συνδέεται με την Κύπρο, γιατί δεν υπάρχει οποιαδήποτε εταιρική διαφορά αλλά η οποιαδήποτε διαφορά αφορά τα αποκλειστικά δικαιώματα επι ακινήτων τα οποία είναι καταχωρημένα σε κρατικό μητρώο στη Ρωσία και μερίδια σε Ρωσικές εταιρείες. Οποιεσδήποτε δικαιοπραξίες επί των συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων διέπονται από το Ρωσικό δίκαιο και οι διαφορές σε σχέση με τα συγκεκριμένα δικαιώματα υπάγονται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των Ρωσικών Δικαστηρίων. Ο Ομνύοντας, προς υποστήριξη των θέσεων του, παραπέμπει στα άρθρα 301 και 302 του Αστικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας καθώς και στην απόφαση 10 της Ολομέλειας του Ανώτατου Δικαστηρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας και την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Διαιτητικού Δικαστηρίου με αρ.22.
Υποστηρίζει ότι οι δικηγόροι του Αιτητή παραπλανούν το Δικαστήριο ισχυριζόμενοι ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι η μόνη λύση διασφάλισης των συμφερόντων του, υποστηρίζοντας τη συγκεκριμένη θέση με παραπομπή σε απόφαση της Ολομέλειας του Ανώτατου Δικαστηρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας ημερ.27/06/2017, στα άρθρα 141 και 154 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας και το άρθρο 99 του Κώδικα Διαιτητικής Δικονομίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Όσον αφορά τις πληροφορίες που αφορούν τους κατόχους μεριδίων σε ρωσικές εταιρείες ισχυρίζεται ότι είναι δημόσιες και μπορούν να ανακτηθούν από ιστοσελίδες. Καταλήγει, ότι ο ίδιος δεν παραβιάζει το νόμο και ότι αιτιολογεί κάθε ενέργεια του σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου ενώ αντίθετα οι δικηγόροι του Αιτητή προβαίνουν σε συναισθηματικές δηλώσεις μη υποστηριζόμενες από τον νόμο με μοναδικό σκοπό να προσβάλλουν τους συναδέλφους τους. Περαιτέρω καταγράφει ότι αυτοσκοπός της Απαίτησης και της υπό κρίση αίτησης είναι η αποστέρηση της περιουσίας των Καθ' ων η αίτηση με αλλότριους και καταχρηστικούς τρόπους.
Σε συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του παραθέτει ότι οι Κύπριοι δικηγόροι του Αιτητή δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε έγγραφα που να επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι έχουν εξουσιοδότηση για καταχώριση της υπό κρίση υπόθεσης. Εισηγείται ότι η κα Παύλου δεν είναι πρόσωπο το οποίο να μπορεί να ορκιστεί θετικά αφού δεν είναι μάρτυρας γεγονότων και ούτε και ο κος Νεοφύτου είναι μάρτυρας γεγονότων. Όσον αφορά δε τη δικηγόρο κα Vunder, η ίδια είχε δηλώσει ότι της ανατέθηκε η παροχή διευκρινίσεων επί θεμάτων Ρωσικού δικαίου. Υποστηρίζει ότι και οι δύο δηλώσεις της κας Vunder που σχετίζονται με τα πραγματικά περιστατικά υπερβαίνουν τα όρια της εντολής της, έχουν δοθεί με ακατάλληλη μορφή ενώ δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε περιστάσεις που να την εμποδίζουν να παρέχει μαρτυρία με τη δέουσα μορφή. Προκύπτει από τα γεγονότα ότι όλες οι δηλώσεις των δικηγόρων στην υπό κρίση υπόθεση προέρχονται από τους ίδιους προσωπικά και όχι από τον Αιτητή.
Προβάλλει την άποψη ότι οι δικηγόροι του Αιτητή ουδέποτε προέβαλαν αξιώσεις επί κυπριακών εταιρειών και ως εκ τούτου οι κυπριακές εταιρείες δεν αποτελούν αντικείμενο της διαφοράς. Επιπρόσθετα, καταγράφει ότι το Ρωσικό Δικαστήριο δεν είχε επιβεβαιώσει τη νομιμότητα των αξιώσεων του Αιτητή για αποζημίωση από την Vestocom. Αντίθετα, επιβεβαίωσε την ύπαρξη συμβατικής δικαιοδοσίας για διαφορές που προκύπτουν από δανειακές συμβάσεις, παρείχε πληροφορίες για τους κατάλληλους Εναγόμενους στις συγκεκριμένες διαφορές και επιβεβαίωσε ότι ο Αιτητής δεν έχει δικαίωμα να απαιτήσει τη μεταβίβαση των μεριδίων της εταιρείας PNN. Ως εκ των γεγονότων η αξίωση του Αιτητή στην υπό κρίση υπόθεση, για αναγνώριση του δικαιώματος επί μεριδίων στην εταιρεία PNN, έχει ήδη εξεταστεί. Επαναλαμβάνει τις θέσεις του ότι οι αξιώσεις που προβάλλει ο Αιτητής και η κατ' ισχυρισμόν αποξένωση και εκποίηση των περιουσιακών του στοιχείων δεν του αφαιρεί το δικαίωμα να προσφύγει στο αρμόδιο Δικαστήριο με αγωγή διεκδίκησης της κατ' ισχυρισμό ιδιοκτησίας του από καλόπιστο αποκτώντα. Επιπρόσθετα, είναι η θέση του ότι η πλευρά του Αιτητή δεν προσδιορίζει ποιες είναι οι υποψίες που του προκαλούν οι ενέργειες τρίτων προσώπων και με ποιο τρόπο παραβιάζουν τα δικαιώματα του. Αν πράγματι οι ενέργειες τρίτων προσώπων παραβιάζουν τα δικαιώματα του Αιτητή αυτό τον νομιμοποιεί να προσφύγει στο αρμόδιο Δικαστήριο για την προστασία του. Σχολιάζει τα όσα διαμείφθηκαν στην διαδικασία που αφορούσε την αίτηση ημερ. 25/11/2024 και καταλήγει ότι το Ρωσικό Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση με την οποία είχε διαπιστώσει ότι ο Αιτητής υπεξαίρεσε από την εταιρεία ΙΚΕΑ και νομιμοποίησε 25 δισ. εκατομμύρια ρούβλια. Καταλήγει ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.
Και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις για να προωθήσουν τις θέσεις τους. Παράλληλα προέβησαν και σε δια ζώσης διευκρινήσεις σε σχέση με τα θέματα στα οποία επιθυμούσαν να επισύρουν την προσοχή του Δικαστηρίου. Ο κ. Νεοφύτου στην γραπτή του αγόρευση περιορίστηκε στην παράθεση των προϋποθέσεων του αρθρου 32 του Ν.14/60 και εξήγησε πως κατά την δική του άποψη αυτές πληρούνται με αναφορά στα γεγονότα. Δια ζώσης ανέφερε ότι όλες οι μεταβιβάσεις έγιναν μετά την καταχώριση της συμπληρωματικής αγόρευσης στην προηγούμενη διαδικασία και ότι αυτό προκαλεί υποψίες.
Ο κ. Ποσνακίδης στην γραπτή του αγόρευση επεκτάθηκε στο θέμα της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων και ότι τα διατάγματα Chabra δεν μπορούν να εκδοθούν γιατί θα πρέπει πρώτα να συνενωθεί, το τρίτο πρόσωπο στο οποίο απευθύνονται, ως διάδικος στην διαδικασία. Το γεγονός ότι δεν έχουν συνενωθεί σφραγίζουν την τύχη τους. Αναφορικά με την πιθανότητα επιτυχίας παρέπεμψε στην απόφαση του Ρωσικού Δικαστηρίου του 2017, η οποία αφορά τον καθορισμό των δικαιωμάτων του Αιτητή στην εταιρεία PNN LLC με την οποία απορρίφθηκαν οι αξιώσεις του. Εισηγείται ότι δεν υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας με αναφορά στον Αστικό Κώδικα της Ρωσίας. Παράλληλα σχολιάζει εκτεταμένα την μαρτυρία της Ομνύουσας στην αίτηση.
Το Δικαστήριο έχει κατά νου τόσο τα όσα καταγράφηκαν στις γραπτές αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων καθώς και τα όσα λέχθηκαν στις προφορικές τους διευκρινήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφορά στο περιεχόμενο τόσο των γραπτών αλλά και των προφορικών αγορεύσεων θα γίνει από το Δικαστήριο όπου τούτο κριθεί απαραίτητο.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Είναι αποδεκτό από όλους τους εμπλεκόμενους ότι ο Αιτητής – Ενάγοντας είχε δανείσει στον Grigoriev, την περίοδο 2010 – 2015, δυνάμει συμφωνιών δανεισμού περίπου το ποσό του 1 δισεκατομμυρίου ρουβλιών. Για να διευθετήσει το συγκεκριμένο χρέος ο Grigoriev είχε συμφωνήσει με τον Αιτητή – Ενάγοντα όπως του παραχωρήσει περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας Vestcom Enterprises Ltd. Ο Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενος 1 είχε καθοριστεί ως το άτομο το οποίο θα ενεργούσε έτσι ώστε να εισπραχθεί το ποσό του χρέους του Grigoriev προς τον Αιτητή – Ενάγοντα. Ο Αιτητής και ο Καθ΄ου η αίτηση ήταν στενοί φίλοι και παράλληλα ο Καθ΄ου η αίτηση 1 ήταν και δικηγόρος του. Είναι ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι αντί τα περιουσιακά στοιχεία να καταλήξουν στον ίδιο έγιναν μεταβιβάσεις μεριδίων από θυγατρικές εταιρείες της Vestocom σε τρίτες εταιρείες συμφερόντων της μητέρας του Καθ΄ου η αίτηση 1 καθώς και ενός φίλου του. Βέβαια αυτό είναι το επίδικο θέμα το οποίο θα αποφασιστεί κατά την ακρόαση.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι αριθμός λόγων ενστάσεως δεν προωθήθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Καθ΄ων η αίτηση 1 – 4 – Εναγόμενων 1 - 4 και ως εκ τούτου αυτοί θεωρούνται ότι εγκαταλείφθηκαν. Επίσης πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή – Ενάγοντα για παρακοή του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 30/03/2026 αφορά σε άλλη διαδικασία και δεν μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας.
Αρχίζοντας από τα διαδικαστικά θέματα ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ΄ων η αίτηση 1, 2 και 3 προωθεί τη θέση ότι η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπα και λανθασμένα συμπληρωμένη γιατί τόσο η μητέρα του Καθ΄ου η αίτηση όσο και οι εταιρείες εναντίον των οποίων ζητούνται τα διατάγματα Chabra δεν είναι διάδικοι στην διαδικασία. Παραπέμπει προς υποστήριξη της εισήγησης του στο ίδιο το Έντυπο 34.
Στα πλαίσια εξυπηρέτησης του Πρωταρχικού Σκοπού, ο οποίος αποτυπώνεται στον Κανονισμό 1.2(2) και για σκοπούς διαχείρισης της υπόθεσης με αναλογικό κόστος το γεγονός ότι δεν σημειώθηκε το κουτί που αφορά το γεγονός ότι η αίτηση στρέφεται κατά μη διαδίκου στην Απαίτηση δεν είναι μοιραίο για την αίτηση και δεν συνιστά λόγο για απόρριψη της αίτησης. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι θα πρέπει πρώτα να συνενωθούν ως διάδικοι στην διαδικασία τα τρίτα πρόσωπα και μετά να εκδοθούν τα διατάγματα Chabra με όλο το σεβασμό το Δικαστήριο έχει αντίθετη άποψη. Η νομολογία αναγνωρίζει τη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος εναντίον μη διαδίκων (βλ. SCF Finance Co. Ltd v. Mazri (1985)2 All E.R. 747 και Global Cruises S.A. κ.ά. ν. Μetro Shipping & Travel Ltd (1989)1E A.A.Δ.607 και Peter Kraviez v. Grady Properties Corporation S.A. κ.α. Πολ. Εφ. Ε111/20 ημερ. 31/05/2024). Στην αγγλική υπόθεση T.S.B. Private Bank International S.A. v. Chabra and Another [1992] 1 W.L.R. 231 αναγνωρίστηκε η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εκδίδει διατάγματα κατά προσώπου, εναντίον του οποίου δεν υπάρχει απαίτηση ή αγώγιμο δικαίωμα, εάν το πρόσωπο αυτό κατέχει και ελέγχει περιουσία εναγομένου, εναντίον του οποίου δικαιολογείται η έκδοση διαταγμάτων. Τα λεχθέντα στην Perlata Ltd v. Nestoras Hotels Ltd, Πολ. Eφ. Ε184/17, 06/06/2019 είναι σχετικά:
«Διατάγματα τύπου Chabra μπορούν να εκδοθούν εφόσον καταδειχθεί - ενόρκως βεβαίως - πως πρωταρχικά ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής εναντίον του πρώτου εναγομένου. Περαιτέρω, για να είναι δυνατή η έκδοση διατάγματος εις βάρος της περιουσίας άλλου εναγομένου, εναντίον του οποίου ο ενάγων δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα, θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η έκδοση του διατάγματος αυτού είναι βοηθητική στο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του πρώτου εναγομένου ο οποίος στερείται περιουσιακών στοιχείων, ώστε να εξασφαλιστεί η απαίτηση του ενάγοντα, κυρίως όταν πρόκειται στην ουσία για περιουσία του πρώτου εναγομένου, η οποία κατέχεται από το δεύτερο.».
Ο ισχυρισμός του ευπαίδευτου συνηγόρου των Καθ΄ων η αίτηση δεν βρίσκει έρεισμα στην νομολογία και απορρίπτεται.
Το δεύτερο θέμα που προωθήθηκε αφορά την, κατ΄ ισχυρισμό των Καθ΄ων η αίτηση, αναρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου να εκδικάσει την υπόθεση. Το Μέρος 12 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023 αφορά τον τρόπο αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στο Σημείωμα Εμφάνισης που καταχωρίστηκε από τους Καθ΄ων η αίτηση σημειώθηκε η πρόθεση αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ως προβλέπεται από το Μέρος 12 Κ.1(2). Ο Κ.1(3) όμως επιβάλλει την καταχώρηση αίτησης εντός 14 ημερών από την καταχώριση του Σημειώματος Εμφάνισης με την οποία να αμφισβητείται η δικαιοδοσία. Το Σημείωμα Εμφάνισης καταχωρίστηκε στις 19/12/2024 και η μόνη αίτηση που καταχωρίστηκε, στις 28/01/2025, αφορούσε τον παραμερισμό της επίδοσης στην σύζυγο του Καθ΄ου η αίτηση 1 ενώ το δεύτερο διάταγμα που ζητήθηκε στην συγκεκριμένη αίτηση αφορούσε το γεγονός ότι το Κλητήριο Ένταλμα έπασχε από ακυρότητα λόγω του ότι ο Καθ΄ου η αίτηση 1 είναι Ρώσσος με διεύθυνση στην Ρωσία. Η συγκεκριμένη αίτηση εκδικάσθηκε και εκδόθηκε απόφαση στις 08/07/2025 η οποία εφεσιβλήθηκε. Ως εκ τούτου δεν επιτρέπεται στο Δικαστήριο με την παρούσα σύνθεση η οποιαδήποτε έκφραση γνώμης ή διαφορετικής άποψης σε σχέση με την δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου αφού το Δικαστήριο δεσμεύεται με την απόφαση ημερ. 08/07/2025. Συνακόλουθα, με πλήρη σεβασμό προς τις εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των Καθ΄ων η αίτηση 1 – 4 - Εναγόμενων 1 – 4, που αφορούν το θέμα της δικαιοδοσίας, το Δικαστήριο δεν θα πραγματευτεί το θέμα της δικαιοδοσίας βλ. μεταξύ άλλων Αναφορικά με την Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (2012) Α.Α.Δ. 115 και Τράπεζα Κύπρου Ltd v. Κρίνου Μακρίδη κ. α. (2012) 1 Α.Α.Δ. 1918.
Εξετάζοντας το θέμα της κατάχρησης της διαδικασίας προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου στην αίτηση ημερ.25/11/2024 ότι εκδόθηκαν διατάγματα πανομοιότυπα με αυτά που ζητούνται. Και εξηγώ: Σε σχέση με το αιτητικό 1 της υπό κρίση αίτησης εκδόθηκε πανομοιότυπο διάταγμα στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 30/03/2026. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και σε σχέση με τα αιτητικά 2, 3, 4, 5, 8, 9, 10, 11,12, 13 και 17. Εκδόθηκαν διατάγματα. Όσον αφορά τα αιτητικά 14, 16 και 19 αυτά απορρίφθηκαν. Σημειώνεται, ότι η απόφαση του Δικαστηρίου έχει εφεσιβληθεί και ως εκ τούτου δεν μπορεί το Δικαστήριο να εξετάσει εκ νέου αιτήματα για έκδοση διαταγμάτων τα οποία έχει απορρίψει δηλαδή να ενεργήσει ως εφετείο του εαυτού του. Το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων τα οποία δεν ζητήθηκαν στην πρώτη αίτηση. Δηλαδή τα υπό παραγράφους 6, 7, 10,12, 13, 14, 18 και 19.
Προτού το Δικαστήριο προχωρήσει να εξετάσει τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εμπλεκομένων μερών έχουν αναφερθεί με βοηθητικό τρόπο, τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους, το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι το κατάλληλο στάδιο για να παρατεθεί η νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα. Η νομική βάση που διέπει αιτήσεις για έκδοση τέτοιου είδους διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς. Το άρθρο 32 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν, για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα, είναι οι εξής: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά, καθώς επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
Σύμφωνα με την νομολογία το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό είναι κάτι που θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης βλ., μεταξύ άλλων, Jonitexo Ltd v. Adidas (1983) 1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248 και πιο πρόσφατα στην Morea Investments Limited v. VTB DC LLC κ.α. Πολ. Εφ. Ε19/2019 ημερ. 23/03/2026. Αυτό που διαπιστώνεται από την νομολογία είναι ότι το Δικαστήριο έχει καθήκον να συνεκτιμήσει με προσοχή όλα τα γεγονότα και να διακριβώσει κατά πόσο ένα τέτοιου τύπου διάταγμα είναι απαραίτητο για τον αιτητή για να αιτηθεί θεραπείας αλλά και κατάλληλο υπό τις περιστάσεις λόγω της δραστικότητάς του.
Όσον αφορά τις προϋποθέσεις για την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος και κατά πόσο αυτές ικανοποιούνται, καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις παλαιότερες υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others (1982) 1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas (ανωτέρω), A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2) (1994) 1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός.
Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco (1996) 1(B) A.A.Δ. 788, Mitsingas v. Timberland (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express (1998) 1(A) A.A.Δ. 149). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Recnex Trading Limited, Ιωάννη Μιχαηλίδη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ (2014) 1 Α.Α.Δ. 866:
«Βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια ώστε δεν κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να παραπέμψουμε στις ΑΒΡ Holdings v. Κιταλίδη (1994) 1 Α.Α.Δ. 694, 699, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ (2001) 1 Α.Α.Δ. 785 και στην Πολιτική Έφεση 52/10 Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. E. Σιακατίδου, ημερ. 19.3.2014. Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.».
Στην απόφαση T. A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1802, ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής :
«Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou (1978) 1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others (1982) 1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». (Βλ. επίσης Hazelwood Investment & Finance Ltd v. XXX Manuel κ.α. Πολ. Εφ. Ε14/17 και Ε209/17 ημερ. 16/07/19).».
Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και της διακρίβωσης κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Ο αιτητής είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής τους. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων, στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση, τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα καθώς και τις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις με δεδομένη πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από το Μέρος 23.11.1(γ) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023.
Αναφορικά με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, οι οποίες είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες αφού η πρώτη έχει άμεση σχέση με την νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη επεκτείνεται στην θεώρηση της προσφερόμενης μαρτυρίας και την τυχόν θεμελίωση της απαίτησης, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην απόφαση Boris Mints κ.α. v. Pavel Shiskin Πολ. Εφ. 69, 70 και 71/20 ημερ. 10/01/2024:
«Αποτυγχάνουν της πρώτης προϋπόθεσης, αγωγές στηριζόμενες σε βάσεις άγνωστες στον Νόμο και ή τη Νομολογία όπου η συνέχιση τους θα απολήξει να είναι ανούσια και ενοχλητική (frivolous and vexatious), αλλά και απαιτήσεις όπου επιδιώκεται η απόδοση θεραπείας παράλογης ή απαράδεκτης. Στην προκειμένη περίπτωση - όπως ορθά παρατηρεί το πρωτόδικο Δικαστήριο στις σελ.16 -17 της απόφασης του - αναδεικνύονται σοβαρά ζητήματα για εκδίκαση στα δικόγραφα και έτσι πληρείται η πρώτη προϋπόθεση.
Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, απαιτείται η κατάδειξη μιας ορατής πιθανότητας, μιας προοπτικής επιτυχίας της αγωγής. Το βάρος απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα υψηλό και εν πάση περιπτώσει υπολείπεται ακόμα και του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd (2013) 1Β Α.Α.Δ. 1235). Κατά την εξέταση της προϋπόθεσης αυτής γίνεται συσχέτιση της νομικής βάσης της αγωγής με την προσκομισθείσα, από πλευράς αιτητή, μαρτυρίας. Σταθμίζεται βέβαια και η αντίθετη εκδοχή του καθ' ου η αίτηση. Η υποκειμενική και εξαντλητική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά και η επιλογή εκδοχών και η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων θα πρέπει να αποφεύγεται. Αυτά είναι αξιώματα που ανήκουν στην κυρίως δίκη. Αυτού λεχθέντος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία, κάποια αποτίμηση της αποδεικτικής δύναμης της μαρτυρίας εκείνου που ζητά τη θεραπεία, θα πρέπει να γίνεται από το Δικαστήριο (βλ. Λόρδος κ.α. v. Σιακόλα κ.α. Πολ. Έφεση Ε143/15, ημερ. 23.3.2017).».
Στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, «Διατάγματα», έκδοση 2016, στη σελίδα 123 του συγγράμματος, κάτω από τον τίτλο «Σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση - η πρώτη προϋπόθεση» αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Το πρώτο ζήτημα στο οποίο το Δικαστήριο θα στρέψει την προσοχή του, είναι αναφορικά με την νομική πτυχή της υπόθεσης. Αναμένεται να εξετάσει κατά πόσο ο ενάγων έδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. Στα πλαίσια της εξέτασης του, θα ερευνήσει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα. Θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα του δεν είναι "επιπόλαιο και ενοχλητικό" και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των πράξεων του εναγομένου».
Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε σχέση με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις, των οποίων η αλληλουχία επιτρέπει την από κοινού εξέταση, είναι αν έχουν καταδειχθεί τέτοιες σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων εκ μέρους του Αιτητή - Ενάγοντα ώστε σε συσχετισμό με το περιεχόμενο της αίτησης να οδηγούν στη διαπίστωση σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου (1996) 1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). Υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Αιτητή – Εναγόμενου.
Στην παρούσα υπόθεση προκύπτει από το περιεχόμενο τόσο της Έκθεσης Απαίτησης, της ένορκης δήλωσης καθώς και της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ότι ο Αιτητής – Ενάγοντας επικαλείται παράβαση των εκ του νόμου απορρέοντων καθηκόντων του Εναγόμενου 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1, απάτη και οικειοποίηση δικών του περιουσιακών στοιχείων από τους Καθ΄ων η αίτηση – Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4. Διαφαίνεται ότι η αξίωση του Αιτητή – Ενάγοντα στηρίζεται, κατά ένα μέρος, στην παράβαση καθήκοντος του Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενου 1 η οποία οδήγησε στην υφαρπαγή περιουσιακών στοιχείων τα οποία ανήκαν σε εταιρεία η οποία τα είχε παραχωρήσει στον Αιτητή – Ενάγοντα προς εξόφληση του χρέους της προς τον ίδιο. Προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 πληρούνται και γ΄αυτό είχαν, εν πάση περιπτώσει, εκδοθεί αρκετά από τα διατάγματα που ζητούνται κατά την εκδίκαση της πρώτης αίτησης. Όσον αφορά τα υπόλοιπα διατάγματα θα εξεταστούν στην συνέχεια.
Αυτό που μπορεί να εξαχθεί, στο σημείο που επιτρέπεται σε μια αίτηση του συγκεκριμένου είδους, από τα γεγονότα, ως έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, είναι ότι ο Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενος 1 φαίνεται να χρησιμοποίησε την θέση του, όπως αυτή καθορίζεται στην παράγραφο 5 της συμφωνίας ημερομηνίας 31/03/2015 και να μετέφερε περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας Vestcom Enterprises Ltd προς τις Καθ’ ων η αίτηση 2, 3 και 4 – Εναγόμενες 2, 3 και 4 οι οποίες ελέγχονται από αυτόν. Μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων της Vestcom Enterprises Ltd είναι και η εταιρεία BITEX LLC, η οποία μεταβιβάστηκε στην Εναγόμενη 3 – Καθ΄ης η αίτηση 3 κατά 90%. Η BITEX LLC είναι η ιδιοκτήτρια της εταιρείας PNN LLC, της οποίας τα μερίδια μεταφέρθηκαν στις 26/11/2025 στην IMPULS LLC. Η IMPULS LLC ανήκει στην μητέρα του Εναγόμενου 1 – Καθ΄ου η αίτηση 1, Vladimirova Kharchenko, κατά 88% ενώ το υπόλοιπο 12% ανήκει στον Maxim Vladimirovich Polyakov, διευθυντή της PNN LLC. Στην συγκεκριμένη εταιρεία παραχωρήθηκε δάνειο ύψους €1.660.000, ως προκύπτει από τις οικονομικές καταστάσεις της PNN LLC ημερ. 08/11/2025. Η BITEX LLC είναι επίσης ιδιοκτήτρια της IMPULS και της ATRIUM LLC ενώ έχει ως συνδεδεμένα με αυτήν πρόσωπα την Irina Vladimirova Kharchenko και Maxim Vladimirovich Polyakov. Δηλαδή οι μετοχές της θυγατρικής PNN LLC πωλήθηκαν στην άλλη θυγατρική την ATRIUM.
Υπενθυμίζεται ότι πλείστα από τα αιτούμενα διατάγματα έχουν αποδοθεί στην βάση της αίτησης ημερ. 25/11/2024. Το Δικαστήριο θα εξετάσει τα αιτήματα που δεν προωθήθηκαν στην προηγούμενη αίτηση αρχίζοντας από τα υπό παραγράφους 6 και 7 της αίτησης που αφορούν στην έκδοση διαταγμάτων Chabra. Με το αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου 6 της Αίτησης, ο Αιτητής ζητά την έκδοση διατάγματος που να εμποδίζει την μητέρα του Καθ΄ου η αίτηση 1, Irina Vladimirova Krarchenko ή/και την εταιρεία Impuls LLC ή/και των αντιπροσώπων τους από του να αποξενώσουν τα μερίδια που κατέχουν στην εταιρεία PNN LLC από τις 26/11/2025 και μετά μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας αγωγής.
H δικαιοδοσία τύπου Chabra μπορεί να ασκηθεί νοουμένου ότι αποδεικνύεται μέσα από τη μαρτυρία που προσφέρεται στο Δικαστήριο ότι περιουσία που βρίσκεται στα χέρια τρίτου προσώπου κατέχεται από αυτό το πρόσωπο ως καταπιστευματοδόχος για τον εναγόμενο ενώ πραγματικός ιδιοκτήτης είναι ο εναγόμενος ή ακόμη ότι ο τελευταίος είναι εκείνος ο οποίος διατηρεί τον ουσιώδη έλεγχο επί αυτής.
Στο White Book 2016, τόμος 2, παρ. 15-63 η δικαιοδοσία τύπου Chabra συνοψίζεται με αναφορά και σε μεταγενέστερη νομολογία ως ακολούθως:
«In Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd [2011] EWHC 2339 (Comm), September 14, 2011, unrep., Flaux J. examined the authorities on the Chabra jurisdiction and stated that it arises when: (1) a third party against whom there was no cause of action is in possession of assets beneficially owned by the defendant (against whom there is a cause of action); (2) the latter can be shown to control or have a power of disposition over the former's assets; and (3) it can be seen that there is, or may be, a process ultimately available to cause the beneficial owner to disgorge the assets held by the third party ([147] to [150]). The relevant authorities were also examined and explained in Parbulk II SA v. PT Humpuss Intermoda Transportasi TBK [2011] EWHC 3143 (Comm), November 30, 2011, unrep. (Gloster J.) and summarised by Popplewell J. in PJSC Vseukrainskyi Aktsionernyi Bank v. Maksimov [2013] EWHC 422 (Comm) at para.[7]. Where the court exercises the Chabra jurisdiction and restrains a third party, in effect the court is granting ancillary relief in aid of, and as part of, the freezing relief granted against the defendant. ».
(ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου)
Με δεδομένο ότι δεν έχει τεθεί μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία να υποστηρίζει ότι οι μετοχές που κατέχονται στην εταιρεία PNN LLC, IMPULS LLC και ATRIUM LLC από την μητέρα του Καθ΄ου η αίτηση 1 ή/και από τον Maxim Vladimirovich Polyakov κατέχονται προς όφελος των Καθ΄ων η αίτηση 1 και 3 ή/και ότι ελέγχονται από τον Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενο 1 το Δικαστήριο δεν δύναται να εκδώσει τα αιτούμενα Διατάγματα Παγοποίησης αναφορικά με τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία. Από μόνο του το γεγονός ότι η μητέρα του Καθ΄ου η αίτηση – Εναγόμενου 1 και ο φίλος του κατέχουν μετοχές στην εταιρεία IMPULS δεν τεκμηριώνει την κατοχή των μετοχών εκ μέρους του Καθ΄ου η αίτηση 1 ως καταπιστευματοδόχων. Σημειώνεται δε ότι όλες αυτές οι εταιρείες είναι θυγατρικές της BITEX και συνιστούν ξεχωριστές νομικές οντότητες.
Norwich Pharmacal orders.
Ο Αιτητής επικαλείται τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου η οποία προκύπτει από την απόφαση Norwich Pharmacal και στη βάση αυτής ζητά την έκδοση διαταγμάτων που να διατάζουν την Irina Vladimirova Krarchenko, μητέρα του Καθ΄ου η αίτηση 1 – Εναγόμενου 1 και μετόχου κατά 88% στην εταιρεία IMPULS LLC και 10% στην εταιρεία BITEX LLC καθώς και τον Maxim Vladimirovich Polyakov, Γενικό Διευθυντή των εταιρειών PNN LLC, IMPULS LLC και ATRIUM LLC να αποκαλύψουν ενόρκως σχετικά έγγραφα και πληροφορίες που βρίσκονται στην κατοχή τους και αφορούν τις οδηγίες και εντολές που είχαν δοθεί για μεταβίβαση των μετοχών - μεριδίων της εταιρείας PNN LLC καθώς και σε σχέση με τα δάνεια που χορηγήθηκαν ή/και λήφθηκαν από τις συγκεκριμένες εταιρείες. Πρόκειται για τα αιτούμενα διατάγματα της παραγράφου 16 της Αίτησης.
Όπως υποδείχθηκε στην Avila Management & Services Ltd κα. v. Stepanek κ.α. (2012) 1(Β) Α.Α.Δ. 1403:
«Το κοινοδίκαιο, εύπλαστο και εύκαμπτο, βοηθούμενο πάντοτε από τις αρχές της επιείκειας, δεν σταμάτησε ποτέ να εξελίσσεται, να αναδιπλώνεται και να προσαρμόζεται στις εκάστοτε απαιτήσεις του οικονομικού και κοινωνικού γίγνεσθαι της Αγγλικής κοινωνίας. Μέσα από αποφάσεις εξέχοντων νομικών, διαμορφωνόταν πάντοτε, αργά, προσεκτικά και σταθερά, το υπόβαθρο εκείνο που παρείχε ανάλογα το οπλοστάσιο ή την ασπίδα στην αντιμετώπιση των ραγδαία εξελισσομένων καταστάσεων, τοπικών και παγκόσμιων. Τα διατάγματα τύπου Nowrich Pharmacal εμπίπτουν σε αυτή τη διάπλαση του δικαίου, επηρεάζοντας όσες χώρες που εφαρμόζουν τη φιλοσοφία του Αγγλοσαξωνικού δικαίου».
Οι προϋποθέσεις για ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που αφορούν την έκδοση διατάγματος Norwich Pharmacal έχουν αναπτυχθεί μέσω της νομολογίας. Οι προϋποθέσεις διατυπώθηκαν ξανά, σχετικά πρόσφατα, στην Αγγλική υπόθεση Collier v Bennett [2020] EWHC 1884 (QB) ως εξής:
«Based principally on the above case law (and specifically upon the way in which more recent cases have refined and explained the original tests), I suggested to the parties, and they accepted, a broad formulation of a workable and practical test under CPR r 31.18 as follows:
(i) The applicant has to demonstrate a good arguable case that a form of legally recognisable wrong has been committed against them by a person ("the Arguable Wrong Condition").
(ii) The respondent to the application must be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing ("the Mixed Up In Condition").
(iii) The respondent to the application must be able, or likely to be able, to provide the information or documents necessary to enable the ultimate wrongdoer to be pursued ("the Possession Condition").
(iv) Requiring disclosure from the respondent is an appropriate and proportionate response in all the circumstances of the case, bearing in mind the exceptional nature of the jurisdiction ("the Overall Justice Condition")».
Οι ίδιες αρχές φαίνεται να επαναλαμβάνονται στην απόφαση Linda May Green v. CT Group Holdings Limited [2023] EWCH 3168 (Comm) και στην Stanford Asset Holdings Ltd v Afrasia Bank Ltd (Mauritius) [2023] UKPC 35.
Στο σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, Διατάγματα - Injunctions, εκδ. 2016, στο Κεφάλαιο 9, υπό τον τίτλο «Διατάγματα Αποκάλυψης», αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με το περιεχόμενο του Διατάγματος Αποκάλυψης (Norwich Pharmacal) και του διατάγματος φίμωσης (Gagging Order):
« Το διάταγμα αποκάλυψης, το οποίο συνήθως είναι προστακτικό, θα πρέπει να είναι σαφές ως προς το τι αναμένεται από τον καθ' ου η αίτηση. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στον καθορισμό του εύλογου χρόνου μέσα στον οποίο θα πρέπει να υπάρξει συμμόρφωση. Αν οι περιστάσεις το επιτάσσουν, το διάταγμα μπορεί επίσης να περιέχει όρο ώστε ο καθ' ου η αίτηση για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα να μην πληροφορήσει οποιοδήποτε για την ύπαρξη του διατάγματος, ώστε να δοθεί η ευκαιρία στον ενάγοντα να εξετάσει το υλικό που του δόθηκε. Ο όρος αυτός στο αγγλικό δίκαιο είναι γνωστός ως "Gagging Order", ενώ στα ελληνικά έχει καθιερωθεί ο όρος "διάταγμα φίμωσης".
Τα διατάγματα φίμωσης συνήθως εκδίδονται ταυτόχρονα με διατάγματα αποκάλυψης ή έρευνας και αποσκοπούν, όπως έχουμε αναφέρει, στο να δώσουν χρόνο στον ενάγοντα να εξετάσει τις πληροφορίες ή τα έγγραφα που θα του αποκαλυφθούν, προτού αυτός κινηθεί για την έκδοση διαταγμάτων παγοποίησης εναντίον των εις βάρος του αδικοπραγούντων. Αν δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος θα πρέπει να θεωρείται μάταιο να εκδοθεί διάταγμα φίμωσης εναντίον προσώπου χωρίς να έχει προηγηθεί η έκδοση κάποιο άλλου διατάγματος είτε αποκάλυψης, είτε έρευνας. »
Στις υποθέσεις British Steel Corp. v. Granada Television Ltd (1981) 1 All E.R. 417 και Harrington v. North Polytechnic (1984) 3 All E.R. 666, έχει αναγνωριστεί η αρχή ότι αγωγή για διατάγματα αποκάλυψης δύναται να εγερθεί εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση παράνομης πράξης, έστω και αν οι ίδιοι δεν έχουν προσωπική ευθύνη. Σύμφωνα με την υπόθεση Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd (2002) UKHL 29, η δικαιοδοσία έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal δεν εξαρτάται από το κατά πόσο το διάταγμα στρέφεται εναντίον του αδικοπραγούντος ή παραβάτη των συμβατικών του υποχρεώσεων. Είναι ικανοποιητικό να αποδειχθεί ότι πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται το διάταγμα έλαβε μέρος ή αναμείχθηκε στην παράνομη πράξη η οποία συνιστά τη βάση της αίτησης για αποκάλυψη.
Στο σύγγραμμα Disclosure of Information, Norwich Pharmacal and Related Principles, Bushell και Moore, έκδ. 2013, σελ. 97-101, παρ. 8.1-8.2, γίνεται μια διαφωτιστική ανάλυση των υποθέσεων Norwich Pharmacal και Ashworth καθώς και άλλων υποθέσεων, με ιδιαίτερη έμφαση στην Ashworth ως την αυθεντία αναφορικά με το θέμα της ανάμειξης («involvement»). Η τελική κατάληξη είναι πως αποδίδεται ευρεία ερμηνεία στον όρο «ανάμειξη», ο οποίος δεν περιορίζεται μόνο σε ανάμειξη στην ίδια την αδικοπραξία αλλά και σε μια αλυσίδα γεγονότων τα οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την αδικοπραξία.
Όμως σημαντικό είναι και το απόσπασμα από την απόφαση Romilos Trading Ltd v. Valentin Mikhaylovich Buyanovsky [2016] EWCH 3175 (Comm) στην οποία διαβάζονται τα ακόλουθα:
« ...is an illuminating analysis of the scope of the jurisdiction by Lord Mance JSC in the Privy Council in Singularis Holdings Ltd v PricewaterhouseCoopers [2014] UKPC 36; [2015] AC 1675 at [139]-[140]. Although his was a dissenting judgment on the particular issue as to whether the relevant common law power (not the Norwich Pharmacal jurisdiction) existed, this part of his judgment does not seem controversial and, in my judgment, is entirely correct:
"139. It is notable that, even in the context of wrongdoing, the courts have been at pains to emphasise the narrow scope of the Norwich Pharmacal jurisdiction. It is "an exceptional one": Ashworth Hospital Authority v MGN Ltd [2002] 1 WLR 2033, para 57, per Lord Woolf CJ. It depends upon the existence of wrongdoing. The person with information must have been mixed up, however innocently in wrongdoing: R (Omar) v Secretary of State for Foreign and Commonwealth Affairs [2013] EWCA Civ 118, [2014] QB 112. Originally the jurisdiction was confined to discovery of the identity of the wrongdoer: Ashworth Hospital Authority, para 26, per Lord Woolf CJ; Arab Monetary Fund v Hashim (No 5) [1992] 2 All ER 911, 914, per Hoffmann J, emphasising that it was "no authority for imposing upon 'mixed up' third parties a general obligation to give discovery or information when the identity of the defendant is already known."
140. More recently, the Divisional Court has said that Norwich Pharmacal may extend beyond the discovery of the identity of a wrongdoer or of a "missing piece of the jigsaw", but under the strict caveat that "the action cannot be used for wide-ranging discovery or the gathering of evidence and is strictly confined to necessary information": R (Mohamed) v Secretary of State for Foreign and Commonwealth Affairs (No 1) [2009] 1 WLR 2579, para 133, cited by the Court of Appeal in R (Omar) v Secretary of State for Foreign and Commonwealth Affairs [2011] EWCA Civ 1587, paras 4 and 18.»
(η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου)
Αυτό που προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία είναι πως ο Αιτητής - Ενάγοντας δεν αναζητεί μαρτυρία που να είναι αναγκαία για να ενάγει τους αδικοπραγούντες. Αναζητεί μαρτυρία σε σχέση με άλλες τρείς εταιρείες οι οποίες είναι θυγατρικές της BITEX, στην οποία η Εναγόμενη 3 έχει μερίδιο 90%. Σημειώνεται ότι έχει καταχωρηθεί Έκθεση Απαίτησης από τον Ενάγοντα – Αιτητή με πλήρεις λεπτομέρειες των αξιώσεων του και των γεγονότων στα οποία τις στηρίζει και δεν συμπεριλαμβάνεται οποιαδήποτε λεπτομέρεια που να αφορά την εταιρεία PNN LLC, η οποία προφανώς ήταν θυγατρική της BITEX και πωλήθηκε. Άρα οι πληροφορίες που ζητά να αποκαλυφθούν δεν κρίνονται αναγκαίες και απαραίτητες για έγερση αγωγής ή για προώθηση της παρούσας υπόθεσης. Αυτό που ο Αιτητής – Ενάγοντας φαίνεται να επιδιώκει είναι να λάβει γενική και ευρύτερη πληροφόρηση για την περιουσία και εργασίες των εταιρειών PNN LLC, IMPULS LLC και ATRIUM LLC. Αυτή όμως η επιδίωξη είναι εκτός του πλαισίου της δικαιοδοσίας Norwich Pharmacal.
Η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες, όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμό αδικοπραγούντος (Interbrew S.A. v. Financial Times Ltd, The Times 04/01/2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη.
Το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για ενεργοποίηση αυτής της δικαιοδοσίας στην παρούσα περίπτωση αφού έχει καταλήξει ότι δεν είναι κατάλληλη περίπτωση για ενεργοποίηση της εξαιρετικής δικαιοδοσίας Norwich Pharmacal, η οποία συνιστά μια δικαιοδοσία εξαιρετικής φύσης για συγκεκριμένο σκοπό. Δεν τέθηκαν στοιχεία από τον Αιτητή – Ενάγοντα ότι υπήρχε εμπλοκή ή σύμπραξη των τρίτων προσώπων για την πώληση της PNN LLC .
Έχει ζητηθεί από τον Αιτητή - Ενάγοντα η έκδοση διατάγματος με το οποίο ο ίδιος να μπορεί να διορίσει δικό του προσωρινό διαχειριστή στις Καθ΄ων η αίτηση 2 και 3 εταιρείες. Εγείρεται το εύλογο ερώτημα γιατί να διοριστεί προσωρινός διαχειριστής σε δύο εταιρείες στις οποίες τα δικαιώματα το Αιτητή – Ενάγοντα δεν έχουν ακόμη καθοριστεί και είναι υπό αμφισβήτηση. Η εξουσία του Δικαστηρίου να παρεμβαίνει στις υποθέσεις μιας εταιρείας δεν είναι απεριόριστη και πρέπει να έχει νομικό έρεισμα. Στην υπό εξέταση υπόθεση δεν έχει τεθεί οποιοσδήποτε λόγος που να δίδει στο Δικαστήριο το δικαίωμα να παρέμβει στις εργασίες των συγκεκριμένων εταιρειών με τόσο δραστικό τρόπο. Εν πάση περιπτώσει το άρθρο 202 του Κεφ. 113 επιτρέπει σε «μέλος της εταιρείας» να αιτηθεί τον διορισμό προσωρινού διαχειριστή. Δεν προκύπτει από τα όσα τέθηκαν ότι ο Αιτητής – Ενάγοντας είναι μέλος των συγκεκριμένων εταιρειών.
Ως καθορίζεται από το ίδιο το άρθρο 202 του Κεφ. 113 για να τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιές του θα πρέπει να υπάρχει καταπίεση της μειοψηφίας αφού το συγκεκριμένο άρθρο σκοπεί στην προστασία των μετόχων της μειοψηφίας μιας εταιρείας. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Πιρίλλης κ.α. ν. Κουή (2004) 1 Α.Α.Δ. 136:
«Το άρθρο 202 αναφέρεται στις περιπτώσεις όπου υπάρχει καταπίεση της μειοψηφίας από την εταιρεία η οποία ενεργεί μέσω της πλειοψηφίας. Δεν αναφέρεται στις περιπτώσεις, όπως η επίδικη, όπου παραπονούμενη δεν είναι η μειοψηφία, τα δικαιώματα της οποίας κατ' ισχυρισμό καταπιέζονται από την εταιρεία, αλλά αυτή τούτη η εταιρεία η οποία, κατ' ισχυρισμό, αποστερήθηκε παράνομα της περιουσίας της. Είναι γι' αυτό, άλλωστε, το λόγο που η διαδικασία του άρθρου 202 στρέφεται εναντίον της εταιρείας, εφόσον είναι αυτή η οποία, μέσω της πλειοψηφίας, καταπιέζει τη μειοψηφία, και όχι υπέρ αυτής, με σκοπό να προστατευθεί από τις, κατ' ισχυρισμό, παράνομες σε βάρος της πράξεις εκείνων οι οποίοι ασκούν τον έλεγχό της. Εξάλλου, σε αίτηση βάσει του άρθρου 202, αλλά και του άρθρου 211, δεν θα μπορούσε να περιληφθεί, ως καθ' ου η αίτηση, τρίτο πρόσωπο, ήτοι η εφεσείουσα 2, ως όχημα απάτης (fraud vehicle).».
Τα πρόσωπα που μπορούν να αιτηθούν την έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 202 του Κεφ. 113 καθορίζονται από το ίδιο το άρθρο και ο Αιτητής – Ενάγοντας στην παρούσα δεν συμπεριλαμβάνεται σ΄αυτά. Δεν έχει τεκμηριωθεί οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί την έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 202 του Κεφ.113. Ως εκ τούτου τα συγκεκριμένα διατάγματα δεν μπορούν να εκδοθούν.
Όσον αφορά το «Gagging Order» που ζητείται στην παράγραφο 14 της Αίτησης, συνήθως τα διατάγματα Gagging συνοδεύουν την έκδοση των διαταγμάτων Norwich Pharmacal και κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε σκοπό αφού οι συγκεκριμένες διαδικασίες μεταξύ των μερών εκκρεμούν και συνεχίζονται εδώ και 2 χρόνια.
Η δυνατότητα παροχής ενδιάμεσης θεραπείας έχει συγκεκριμένο σκοπό. Πρόκειται για παρέμβαση στα δικαιώματα και περιουσία των εμπλεκομένων χωρίς να έχει προηγηθεί δίκη και χωρίς να έχουν αποφασιστεί τα εκατέρωθεν δικαιώματα. Η έκδοση τέτοιων διαταγμάτων γίνεται με φειδώ. Βασικά κριτήρια για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων είναι να υπάρχει άμεση συνάρτηση των αξιώσεων της αγωγής με τα ενδιάμεσα διατάγματα και η παροχή της ενδιάμεσης θεραπείας να εξυπηρετεί τους σκοπούς της αγωγής.
Ως εκ των ανωτέρω δεν εντοπίζεται έρεισμα στα γεγονότα και στις αξιώσεις για έκδοση των πιο πάνω διαταγμάτων (αιτούμενα διατάγματα της Αίτησης). Δεν εξηγείται γιατί η έκδοση τους είναι αναγκαία προς διαφύλαξη της ακεραιότητας της κυρίως δίκης. Ποιο είναι το έρεισμα, νομικό ή πραγματικό, για να εμποδιστεί BITEX να απολαμβάνει, διαχειρίζεται κτλ. μετοχές που κατέχει στην PNN LLC δεν αποκαλύφθηκε.
Για τους λόγους που το Δικαστήριο έχει εξηγήσει πιο πάνω η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ων η αίτηση 1 – 4 - Εναγόμενων 1 – 4 και εναντίον του Ενάγοντα – Αιτητή.
Σε σχέση με το ύψος των εξόδων, δεν έχουν αναρτηθεί προτεινόμενοι κατάλογοι εξόδων. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως έχουν υπολογιστεί με συνοπτικό υπολογισμό από το Δικαστήριο σύμφωνα με το Μέρος 39.7 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, ανέρχονται στο ποσό των €4.500, πλέον ΦΠΑ πλέον €345 πραγματικά έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1, 2 και 3 - Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή - Ενάγοντα. Θα είναι άμεσα καταβλητέα.
(Υπ.) ………………….…………………
Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο