ALAMBRA FRESH MILK LTD ν. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ Γ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ (ΑΧΝΑΓΑΛ) ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 195/25, 10/9/2026
print
Τίτλος:
ALAMBRA FRESH MILK LTD ν. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ Γ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ (ΑΧΝΑΓΑΛ) ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 195/25, 10/9/2026

 

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 195/25

 

Μεταξύ:

                              ALAMBRA FRESH MILK LTD,

Ενάγουσα

v.

           

            ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ Γ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ (ΑΧΝΑΓΑΛ) ΛΙΜΙΤΕΔ

Εναγόμενη

---------------------------------

Αίτηση ημερομηνίας 16/04/2026

για διαγραφή και/ή παραμερισμό παραγράφων της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10 Σεπτεμβρίου, 2026

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για Ενάγουσα Εταιρεία – Αιτήτρια : κ. Α. Αρτεμίου για ΑΡΤΕΜΙΟΥ, ΠΙΕΡΗ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενη Εταιρεία - Καθ’ ης η αίτηση: κος Σ. Θεοδούλου για Δρ. Χρίστος Α. Θεοδούλου Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

          Με την αίτηση της η Ενάγουσα Εταιρεία - Αιτήτρια ζήτησε την διαγραφή και/ή ακύρωση και/ή παραμερισμό παραγράφων της Υπεράσπισης που θεωρεί ότι είναι αχρείαστες και/ή επιπόλαιες και/ή σκανδαλώδεις και/ή άσχετες και/ή ενοχλητικές και/ή προκαλούσες αμηχανία και/ή αχρείαστα έξοδα. Επιπρόσθετα ζητήθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διαγράφεται η Ανταπαίτηση της Εναγόμενης – Καθ΄ης η αίτηση λόγω μη πραγματικής προοπτικής επιτυχίας.

 

          Νομική βάση για την αίτηση αποτελούν τα Μέρη 1, 2, 3, 16, 17, 23 και 24 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών του 2023, ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, ο περί Δικαστηρίων Νόμος, η σύμφυτη εξουσία, η γενική πρακτική, η νομολογία και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, οι αρχές του Κοινοδικαίου, οι αρχές της Επιείκειας, το Άρθρο 30 του Συντάγματος και το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

 

          Τα γεγονότα προς υποστήριξη της αίτησης παρατέθηκαν αρχικά σε ένορκη δήλωση της Κωνσταντίνας Χρυσάνθου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα - Αιτήτρια καθώς και σε συμπληρωματική ένορκη δήλωσή της. Δηλώνει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και είναι εξουσιοδοτημένη στην κατάρτιση της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης.  Καταγράφει ότι από την ανάγνωση και μελέτη της Υπεράσπισης η ίδια διέκρινε ότι προβάλλονται ισχυρισμοί οι οποίοι είναι αχρείαστοι, επιπόλαιοι, σκανδαλώδης, άσχετοι, προσβλητικοί, ενοχλητικοί, μη επιτρεπτοί οι οποίοι προκαλούν αμηχανία και αχρείαστα έξοδα και προκαταβάλλουν δυσμενώς αλλά περιπλέκουν και καθυστερούν τη δίκαια διεξαγωγή της διαδικασίας. Όσον αφορά την Ανταπαίτηση η ίδια διαπίστωσε ότι δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας και ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για τον οποίο το ζήτημα που εγείρεται σε αυτήν να πρέπει να αποφασιστεί στην υπό κρίση αγωγή.

 

          Προωθεί τη θέση ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης.  Εξηγεί ότι είχαν παρεισφρήσει οι διακοπές του Πάσχα ενώ υπήρξε προβληματισμός κατά πόσο ήταν προτιμητέο να ζητηθεί η διαγραφή του δικογράφου προφορικά από το Δικαστήριο.  Κατά τη δική της άποψη δεν υπήρξε οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων της Εναγομένης – Καθ΄ης η αίτηση. 

 

          Υποστηρίζει ότι τα αποσπάσματα της Υπεράσπισης, των οποίων ζητείται η διαγραφή, δεν βοηθούν στην οριοθέτηση των επίδικων θεμάτων αλλά επιχειρούν να προδικάσουν ζητήματα που ανήκουν στην μαρτυρία.  Όσον αφορά το περιεχόμενο της Υπεράσπισης, κατά τη δική της άποψη, εκτρέπεται σε επιχειρηματολογία, αξιολογικούς χαρακτηρισμούς και σχολιασμό τεκμηρίων εγχείρημα που συνιστά μέρος της επιχειρηματολογίας των αγορεύσεων. Είναι ο ισχυρισμός της ότι αποσπάσματα της Υπεράσπισης είναι ελαττωματικά γιατί είναι αποδεικτικά και όχι δικογραφικά, γιατί γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένα τεκμήρια, εμπορικές εκτιμήσεις και συγκριτική αξιολόγηση προϊόντων με αποτέλεσμα να καθίσταται το δικόγραφο αγόρευση αφού παράλληλα με τις θέσεις που προβάλλονται υπάρχει εκτεταμένος σχολιασμός. Προωθεί τη θέση ότι ολόκληρη η Υπεράσπιση περιέχει ρητορικές τοποθετήσεις αντί για ουσιώδη περιστατικά καθώς και εκφράσεις και χαρακτηρισμούς οι οποίοι δεν μπορούν να θεωρηθούν πραγματικά γεγονότα. Όλα αυτά τα αποσπάσματα, κατά την δική της άποψη, αποτελούν πλεονασμό που δυσχεραίνει αντί να οριοθετεί τα επίδικα ζητήματα. Εισηγείται ότι το δικόγραφο αποτελεί ένα συνδυασμό υπεράσπισης, γραπτής δήλωσης μάρτυρα και περιγράμματος αγόρευσης, αφού δεν περιορίζεται σε απάντηση των ισχυρισμών που ενσωματώνονται στην Έκθεση Απαίτησης αλλά αναπτύσσει ολόκληρη θεωρία σε σχέση με την υπόθεση με επιχειρήματα αγοράς, εμπορικής πρακτικής και αξιολόγησης σημάτων.  Υποστηρίζει ότι τα συγκεκριμένα αποσπάσματα μπορούν να προωθηθούν μέσω της μαρτυρίας της Καθ΄ ης η αίτηση ή/και της επιχειρηματολογίας του δικηγόρου της. 

 

          Σε σχέση με την Ανταπαίτηση της Καθ΄ ης η αίτηση υποστηρίζει ότι δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας και δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο το ζήτημα που εγείρεται να πρέπει να αποφασιστεί στην υπό κρίση αγωγή. Επιπλέον, είναι δικονομικά ελαττωματική και  υπόκειται σε διαγραφή γιατί δεν ανταποκρίνεται στους κανόνες που διέπουν το περιεχόμενο του δικογράφου της ανταπαίτησης.  Αντίθετα, δικογραφεί αυτοτελώς και με επάρκεια ουσιώδη περιστατικά που συγκροτούν μία αναγνωρίσιμη αιτία αγωγής με γενική και αόριστη επίκληση νομοθετημάτων. Η συγκεκριμένη προσέγγιση δημιουργεί ασάφεια ως προς τα ποια ακριβώς περιστατικά αποτελούν τη βάση της Ανταπαίτησης.  Συγχέει ουσιώδη πραγματικά περιστατικά με αποδεικτική ύλη, νομικούς χαρακτηρισμούς, επιχειρηματολογία και διαδικαστικό ιστορικό. Ουσιαστικά το περιεχόμενό της συνιστά αφήγηση της διαδικαστικής εξέλιξης της υπόθεσης και δεν περιορίζεται στην παράθεση των ουσιωδών γεγονότων που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση της αξίωσης. 

 

Όσον αφορά τις αιτούμενες αποζημιώσεις η αξίωση είναι αόριστη αφού ζητούνται Γενικές Αποζημιώσεις για ζημιά στη φήμη, υπόληψη και επιχειρηματική εικόνα καθώς και για απώλεια κερδών και περαιτέρω ζητούνται Ειδικές Αποζημιώσεις για απώλεια πωλήσεων και οποιαδήποτε άλλη οικονομική ζημιά. Οι ζημιές δεν συγκεκριμενοποιούνται. Κατά τη δική της αντίληψη η Ανταπαίτηση αποτυγχάνει να διατυπώσει με τoν αναγκαίο βαθμό σαφήνειας, συνοχής και ειδικότητας την αιτία αγωγής, τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τον αιτιώδη σύνδεσμο και τα κεφάλαια των αιτούμενων θεραπειών και αποζημιώσεων.  Η ίδια πιστεύει ότι δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα και γι΄ αυτό εισηγείται ότι είναι υποκείμενη σε διαγραφή. 

 

          Σε συμπληρωματική της ένορκη δήλωση προωθεί τη θέση ότι η Ένσταση που καταχωρίστηκε δεν απαντά το ουσιώδες ζήτημα του κατά πόσο τα προσβαλλόμενα μέρη της Υπεράσπισης ή/και της Ανταπαίτησης αποτελούν το ορθό, αναγκαίο και επιτρεπτό περιεχόμενο δικογράφου. Υποβάλλει ότι η «Δήλωση Αλήθειας» που συνοδεύει την Ένσταση παρουσιάζει ουσιώδες δικονομικό ελάττωμα αφού δεν φαίνεται να έχει υπογραφτεί από το πρόσωπο το οποίο δηλώνεται ότι την υπογράφει.    Όσον αφορά την προδικαστική ένσταση υποστηρίζει ότι δεν εγείρει πραγματικό, αυτοτελές ή παραδεκτό προδικαστικό ζήτημα.  Εισηγείται ότι η Καθ΄ ης η αίτηση επιχειρεί, κατά δικονομικά απαράδεκτο τρόπο, να προωθήσει αιτητικά στην Ένσταση τα οποία υπερβαίνουν το επιτρεπτό πλαίσιο σε έγγραφο ένστασης. 

 

          Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με Ένσταση στην οποία καταγράφησαν 9 λόγοι ενστάσεως καθώς και προδικαστική ένσταση. Η προδικαστική ένσταση αφορά το γεγονός ότι το Μέρος 16, Κανονισμός 17 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών του 2023 δεν επιτρέπει την καταχώριση αίτησης που να αφορά στην παράβαση τύπου. Όσον αφορά τους λόγους ενστάσεως μπορούν να συνοψιστούν σε συντομία ως ακολούθως: Ότι η ολόκληρη η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη ή/και αχρείαστη ή/και επιπόλαιη ή/και άσχετη ή/και ενοχλητική ή/και μη επιτρεπτή. Ότι δεν απαντά στην προδικαστική ένσταση της Υπεράσπισης. Ότι είναι αναγκαίο να παραμείνουν στην Υπεράσπιση οι παράγραφοι των οποίων ζητείται η διαγραφή γιατί απαντούν σε σημεία ή/και επιχειρήματα ή/και ισχυρισμούς της Αιτήτριας.  Ότι η παραμονή των συγκεκριμένων παραγράφων είναι αναγκαία γιατί απαντούν στην μακροσκελή Έκθεση Απαίτησης της Αιτήτριας, η οποία δεν επιτελεί τη λειτουργία δικογράφου. Ότι τυχόν διαγραφή ή/και παραμερισμός των παραγράφων ή μέρους αυτών θα οδηγήσει στο να ακρωτηριαστεί ή/και να μην έχει νόημα η Υπεράσπιση με αποτέλεσμα η Καθ΄ ης η αίτηση να μην μπορεί να στηριχθεί σε αυτήν για να προωθήσει τα δικαιώματα της ενώπιον του Δικαστηρίου. Ότι δεν χρειάζεται η διαγραφή των συγκεκριμένων παραγράφων αφού αυτές θα μπορούσαν να απαντηθούν στην απάντηση της Αιτήτριας. Ότι ουσιαστικά ζητείται η διαγραφή ή/και ο παραμερισμός ολόκληρης της Υπεράσπισης και ότι η Ανταπαίτηση έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας αφού εγείρεται σε αυτήν ζήτημα που πρέπει να αποφασιστεί μέσα στα πλαίσια της συγκεκριμένης υπόθεσης. 

 

          Η νομική βάση της Ένστασης είναι πανομοιότυπη με αυτήν της Αίτησης και το Δικαστήριο δεν προτίθεται να την επαναλάβει.

 

          Τα γεγονότα προς υποστήριξη της Ένστασης παρατίθενται σε ένορκη δήλωση της Κωνσταντίνας Κυριάκου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Καθ΄ ης η αίτηση. Καταγράφει ότι έχει  προσωπική γνώση των γεγονότων. Δηλώνει ότι από την μελέτη της Αίτησης διαπιστώνει ότι προβάλλονται ισχυρισμοί οι οποίοι είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμοι κα προκαλούν αδικαιολόγητη ταλαιπωρία στην Καθ΄ ης αίτηση. Υποστηρίζει ότι η Απαίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας και γ΄ αυτό η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της.  Προωθεί τη θέση ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης και ότι οι λόγοι που προωθούνται για να δικαιολογήσουν το χρόνο καταχώρισης δεν ευσταθούν. 

 

          Είναι η δική της θέση ότι οι παράγραφοι των οποίων η διαγραφή και ο παραμερισμός επιζητείται από την Αιτήτρια είναι απαραίτητοι γιατί απαντούν σε όλα τα σημεία, επιχειρήματα και ισχυρισμούς της Αιτήτριας που προβάλλονται στην μακροσκελή Έκθεση Απαίτησης της αλλά και για τη συμπλήρωση της εικόνας της υπόθεσης και ότι δεν καθυστερούν τη δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας. Εισηγείται ότι η διαδικασία θα καθυστερήσει λόγω της υπό κρίση αίτησης ενώ παράλληλα θα αυξηθεί η ζημιά της Καθ΄ ης η αίτηση από τη συνέχιση της ισχύος του απαγορευτικού διατάγματος που εκδόθηκε στις 07/10/2025. Ισχυρίζεται ότι η μακροσκελής Έκθεση Απαίτηση της Αιτήτριας δεν οριοθετεί τα επίδικα θέματα με τη συνοπτική παράθεση των πραγματικών γεγονότων αλλά επιχειρεί να προδικάσει αποδεικτικά και αξιολογικά ζητήματα που ανήκουν στην μαρτυρία και στην τελική αγόρευση.  Κατά τη δική της άποψη με την αίτηση ζητείται η διαγραφή ή/και ο περιορισμός ενός πολύ μεγάλου μέρους της Υπεράσπισης σε σημείο που ουσιαστικά να διαγράφεται ή/και παραμερίζεται ολόκληρη η Υπεράσπιση.   

 

          Όσον αφορά την προδικαστική ένσταση παραπέμπει στο Μέρος 16, Κανονισμό 17 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών 2023 και εισηγείται ότι η συγκεκριμένη προδικαστική ένσταση προωθείται στο κατάλληλο στάδιο. Εισηγείται ότι οι αιτούμενες στην Αίτηση θεραπείες είναι επιπόλαιες, σκανδαλώδεις και ενοχλητικές. 

 

          Σε σχέση με την Ανταπαίτηση υποστηρίζει ότι συνδέεται με το απαγορευτικό διάταγμα ημερ. 07/10/2025 και φέρει όλα τα στοιχεία της χωριστής απαίτησης. Εισηγείται ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας και θα πρέπει να αποφασιστεί το ζήτημα το οποίο εγείρεται στην υπό κρίση διαδικασία. Υποστηρίζει ότι είναι δικονομικά ορθή και ανταποκρίνεται στους κανόνες που διέπουν το περιεχόμενο δικογράφου αφού ενέχει θέση αυτοτελούς απαίτησης και περιέχει με σαφήνεια, αυτάρκεια και συνοχή τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τη συγκεκριμένη αξίωση.  Προωθεί τη θέση ότι η κλίμακα της κυρίως αγωγής είναι  υπερβολική ή/και εξωπραγματική ή/και φανταστική και δεν υποστηρίζεται από τα δικόγραφα. Κατά τη δική της άποψη η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. 

 

          Σε συμπληρωματική ένορκη δήλωσή της κατέγραψε ότι τα προσβαλλόμενα μέρη της Υπεράσπισης ή/και της Ανταπαίτησης αποτελούν ορθό, αναγκαίο και επιτρεπτό περιεχόμενο δικογράφου.  Όσον αφορά την προδικαστική ένσταση προώθησε τη θέση ότι αυτή εγείρει πραγματικό, αυτοτελές ή παραδεκτό προδικαστικό ζήτημα. Ισχυρίζεται ότι   η Καθ΄ ης η αίτηση με την Ένσταση της δεν προωθεί αιτητικά τα οποία  υπερβαίνουν το νόμιμο και επιτρεπτό πλαίσιο ένστασης σε αίτηση. Κατά τη δική της άποψη ο λόγος καταχώρισης της υπό κρίση αίτησης αφορά το γεγονός ότι η Αιτήτρια απώλεσε την προθεσμία καταχώρισης Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση.      

 

          Και οι δύο πλευρές προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις τόσο με την διαβίβαση γραπτών αγορεύσεων όσο και με δια ζώσης διευκρινήσεις επί των θεμάτων που εγέρθηκαν στις αγορεύσεις. Το Δικαστήριο έχει κατά νου τις εισηγήσεις στις οποίες θα κάνει αναφορά εκεί και όπου χρειάζεται. Όμως επιβάλλεται ο σχολιασμός της συνοπτικής αγόρευσης του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Καθ΄ης η αίτηση. Το Δικαστήριο έχει την άποψη ότι ο σχολιασμός ξέφυγε του αποδεκτού και καλό είναι οι συνήγοροι να αποφεύγουν τέτοιου είδους σχολιασμών.         

 

            Θα πρέπει ν αναφερθεί ευθύς εξ αρχής ότι ο τρόπος με τον οποίο έχει συνταχθεί η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, θα μπορούσε να ήταν καλύτερος. Δεν υπάρχει σαφής δομή ούτε διακριτές και ξεκάθαρες ενότητες. Στο κείμενο προβάλλονται διάφορες θέσεις και γίνονται εκτενείς αναφορές και σχόλια σε γεγονότα και έγγραφα χωρίς όμως να είναι σαφές ποια γραμμή υπεράσπισης αφορούν. Αυτό ως γενικό σχόλιο, όμως θα εστιάσω μόνο στις παραγράφους της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που αποτελούν το αντικείμενο αυτής της Αίτησης.

 

          Πριν την εξέταση της ουσίας της Αίτησης θα πρέπει να εξεταστεί ο ισχυρισμός της Καθ΄ης η αίτηση – Εναγόμενης ότι η αίτηση καταχωρίστηκε καθυστερημένα. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός απαντάται με αναφορά στις ημερομηνίες. Η Υπεράσπιση καταχωρίστηκε στις 31/03/2026 και η υπό κρίση αίτηση στις 16/04/2026, δηλαδή 15 ημέρες μετά. Δεν μπορούν οι δύο βδομάδες να θεωρηθούν ως καθυστέρηση αλλά ως εύλογος χρόνος. 

 

          Τούτων λεχθέντων, η Αίτηση εδράζεται στο Μέρος 3.3 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«3.3. Εξουσία διαγραφής δικογράφου

 

(1) Στον παρόντα κανονισμό και στον κανονισμό 3.4, αναφορά σε δικόγραφο περιλαμβάνει αναφορά και σε μέρος δικογράφου.

 

(2) Το δικαστήριο δύναται να διαγράψει δικόγραφο αν διαπιστώσει ότι:

 

(α) το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης ή υπεράσπισης·

 

(β) το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας ή διαφορετικά ενδέχεται να παρεμποδίσει τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας ή

 

(γ) υπήρξε παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα.»

 

Ενόψει της σχετικά πρόσφατης υιοθέτησης των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας το Δικαστήριο δεν έχει εντοπίσει Κυπριακή νομολογία σε σχέση με την πιο πάνω διάταξη όμως η αντίστοιχη διάταξη των Αγγλικών Civil Procedure Rules, Part 3.4 είναι ταυτόσημη. Συνεπώς, η Αγγλική νομολογία παρέχει καθοδήγηση. Το Δικαστήριο δεν θα σχολιάσει την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Καθ΄ης η αίτηση – Εναγόμενης «περί μη αποδοχής της ξενόφερτης αγγλικής νομολογίας» αφού έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση από την αγγλική νομολογία , ιδιαίτερα εκεί που δεν υπάρχει Κυπριακή.  

 

Σημειώνεται ότι διαγραφή δικογράφου ή μέρος αυτού στη βάση του Μέρους 3.3 των Κανονισμών του 2023 μπορεί να γίνει και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο σε περιπτώσεις που το κρίνει επιθυμητό. Εντάσσεται στις ευρύτερες εξουσίες του Δικαστηρίου σε σχέση με τη διαχείριση υποθέσεων.

 

Το Μέρος 16 των Κανονισμών του 2023 ασχολείται με το περιεχόμενο και ορθή σύνταξη των δικογράφων μιας αγωγής. Οι αρχές και κανόνες ορθής δικογράφησης δεν έχουν αλλάξει επί της ουσίας, παρά την υιοθέτηση των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι κανόνες που ίσχυαν, όπως αναπτύχθηκαν από την πρακτική και νομολογία υπό τους παλαιούς Θεσμούς, συνεχίζουν να εφαρμόζονται.

 

Η Ενάγουσα – Αιτήτρια με την υπό κρίση αίτηση δεν ζητά τη διαγραφή ολόκληρου του δικογράφου αλλά μέρους αυτού, συγκεκριμένα περιεχομένου κάποιων φράσεων από παραγράφους. Η εξουσία του Δικαστηρίου για διαγραφή δικογράφου σαφώς περιλαμβάνει την εξουσία για διαγραφή μέρους δικογράφου, όπως ρητά προβλέπεται στο Μέρος 3.3(1) των Κανονισμών 2023. Οι λόγοι που προβάλλει η Αιτήτρια – Ενάγουσα είναι ότι οι παράγραφοι για τις οποίες παραπονείται περιλαμβάνουν άσχετες, ενοχλητικές, επιπόλαιες κτλ αναφορές που θα περιπλέξουν και θα καθυστερήσουν την εκδίκαση της αγωγής. Δηλαδή, εντάσσει το αίτημά της στους λόγους του Μέρους 3.3(2)(α) και (β) των Κανονισμών 2023.

 

Η ακόλουθη ανάλυση του Αγγλικού Court of Appeal, στην πολύ πρόσφατη απόφαση The Persons Identifies in Schedule 1 of the Re-Amended Particulars of Claim v Standard Chartered Plc [2024] EWCA Civ 674 στην οποία έχει παραπέμψει το Δικαστήριο ο ευπαίδευτος συνήγορος της Αιτήτριας είναι διαφωτιστική:

 

«21. The White Book explains at 3.4.1 that CPR 3.4(2)(a) and (b) "cover statements of case which are unreasonably vague, incoherent, vexatious, scurrilous or obviously ill-founded and other cases which do not amount to a legally recognisable claim or defence" and that CPR 3.4(2)(c) "covers cases where the abuse lies not in the statement of case itself but in the way the claim or defence (as the case may be) has been conducted". Paragraph 1.2 of Practice Direction 3A gives examples of particulars of claim which could fall within CPR 3.4(2)(a). These include particulars of claim which are "incoherent and make no sense" and those which "contain a coherent set of facts but those facts, even if true, do not disclose any legally recognisable claim against the defendant". Paragraph 1.3 explains that a claim may fall within CPR 3.4(2)(b) where it is "vexatious, scurrilous or obviously ill-founded”. »

 

Ο Κανονισμός 3.3(2)(β) παρέχει τη δυνατότητα διαγραφής σε περιπτώσεις που το δικόγραφο συνιστά «κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας ή διαφορετικά ενδέχεται να παρεμποδίσει τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας». Η Αγγλική νομολογία αποκαλύπτει ότι η κατάχρηση για σκοπούς αυτής της διάταξης μπορεί να πάρει πολλές μορφές. Στο White Book 2021, σελίδες 128-144 υπάρχουν πολλά παραδείγματα υποθέσεων όπου δικόγραφα διαγράφηκαν στη βάση του r.3.3(2)(b) CPR, ως καταχρηστικά. Στην υπόθεση Jameel v. Dow Jones and Co [2005] EWCA Civ 75, ο Lord Phillips MR αναφέρει τα εξής σε σχέση με την εν λόγω διάταξη:

 

«[54] An abuse of process is of concern not merely to the parties but to the court. It is no longer the role of the court simply to provide a level playing field and to referee whatever game the parties chose to play upon it. The court is concerned to ensure that judicial and court resources are appropriately and proportionately used in accordance with the requirements of justice».

 

(ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου)

 

Η περίπτωση του Μέρους 3.3(2)(γ) αφορά υποθέσεις όπου διαπιστώνεται παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό ή διάταγμα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως αναφέρεται στο White Book 2021, σελίδα 144, αυτός ο κανονισμός:

 

«gives the court an unqualified discretion to strike out a claim or defence where the party has failed to comply with a rule, practice direction or court order».

 

Στην παρούσα υπόθεση, οι αξιώσεις όπως αποτυπώνονται στην Απαίτηση αφορούν παραβίαση εμπορικών σημάτων και της εμπορικής εικόνας συγκεκριμένου προϊόντος που παράγεται και προωθείται από την Αιτήτρια. Η Υπεράσπιση θα πρέπει να απαντά σ’ αυτά τα θέματα που προβάλλονται στην Απαίτηση. Το Δικαστήριο κρίνει ότι τα παράπονα της Αιτήτριας – Ενάγουσας είναι εν μέρη δικαιολογημένα και στην συνέχεια θα ασχοληθεί με κάθε μια από τις παραγράφους της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της οποίας ζητείται η διαγραφή μέσω της Αίτησης και θα δοθούν οι οδηγίες που το Δικαστήριο κρίνει κατάλληλες:

 

Προδικαστική Ένσταση: Στην εν λόγω παράγραφο διατυπώνεται ένσταση αναφορικά με την εκπρόθεσμη καταχώριση της  Έκθεσης Απαίτησης. Υποστηρίζεται με αναφορά στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας 2023. Δεν διαπιστώνεται οτιδήποτε διαδικαστικά μεμπτό αναφορικά με την διατύπωση της προδικαστικής ένστασης ή με το περιεχόμενό της.   

 

Παράγραφος 5 της Υπεράσπισης: Είναι καλά γνωστό ότι το δικόγραφο περιλαμβάνει ισχυρισμούς αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα και όχι μαρτυρία. Συνεπώς το μέρος της παραγράφου 5, που καταγράφει «ως εύκολα διαπιστώνεται από τη βάση δεδομένων του Εφόρου Διανοητικής Ιδιοκτησίας για τα εμπορικά σήματα» να διαγραφεί αφού συνιστά μαρτυρία η οποία θα πρέπει να προσκομιστεί στο Δικαστήριο και δεν συνιστά «εύκολη» διαπίστωση.

 

Παράγραφος 7 της Υπεράσπισης: Σίγουρα η λέξη «απαιτώντας» είναι δυνατή όμως αυτό που ουσιαστικά καταγράφεται στην συγκεκριμένη φράση είναι η αμφισβήτηση του περιεχομένου της παραγράφου 12 της Έκθεσης Απαίτησης. Η συγκεκριμένη παράγραφος μπορεί να παραμείνει ως έχει με την διαγραφή όμως της λέξης «απαιτώντας».   

 

 

Παράγραφος 8 της Υπεράσπισης: Ισχύουν όσα αναφέρθηκαν από το Δικαστήριο για την παράγραφο 7. Ουσιαστικά αμφισβητείται το περιεχόμενο της παραγράφου 13 της Έκθεσης Απαίτησης.

 

Παράγραφος 9 της Υπεράσπισης: Είναι καλά γνωστό ότι το δικόγραφο περιλαμβάνει ισχυρισμούς αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα και όχι εισηγήσεις σε σχέση με μαρτυρία που δεν έχει προσκομιστεί στο Δικαστήριο.  Συνεπώς το μέρος της παραγράφου 9, «Κανένα στοιχείο δεν προσκόμισε η Ενάγουσα που να αποδεικνύει και να τεκμηριώνει ότι η επιτυχία στις πωλήσεις του προϊόντος της όπως ισχυρίζεται οφείλεται αποκλειστικά ή κυρίως στην ονομασία τους, ούτε ασφαλώς έχει προσκομίσει κάποια έρευνα που να αποδεικνύει ότι το καταναλωτικό κοινό επέλεξε το προϊόν της αποκλειστικά λόγω της ονομασίας του. Η Εναγόμενη απαιτεί αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της Ενάγουσας, αφού η τελευταία αυθαίρετα προσπαθεί να δημιουργήσει εντυπώσεις υπέρ της.». Το συγκεκριμένο απόσπασμα να αφαιρεθεί και να παραμείνουν οι υπόλοιποι ισχυρισμοί. Η συγκεκριμένη εισήγηση αφορά εγχείρημα το οποίο μπορεί να προωθηθεί μετά την προσκόμιση της μαρτυρίας στην γραπτή αγόρευση της Καθ΄ης η αίτηση. 

 

Παράγραφος 11 της Υπεράσπισης: Αυτή η παράγραφος αντί να περιλαμβάνει ισχυρισμούς για τα ουσιώδη γεγονότα, περιλαμβάνει διαπίστωση της Εναγόμενης καθώς και το πως ερμηνεύει την λέξη «ΜΟΟ». Παρά το γεγονός ότι η σύνταξη θα μπορούσε να ήταν καλύτερη, το Δικαστήριο θεωρεί ότι θέτει υπόψη της Ενάγουσας τη θέση της Εναγόμενης, ότι δηλαδή δεν θεωρεί ότι το «ΜΟΟ» δημιουργεί διακριτική και προσωπική σύνδεση με τον καταναλωτή έτσι ώστε να ανήκει στην Ενάγουσα. Συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί να παραμείνει ως έχει.

 

Παράγραφος 13 της Υπεράσπισης: Αυτή η παράγραφος περιλαμβάνει τις θέσεις της Εναγόμενης σε σχέση με την λέξη «ΜΟΟ». Παρότι η σύνταξη θα μπορούσε να ήταν καλύτερη, κρίνω ότι θέτει υπόψη της Ενάγουσας τη θέση της Εναγόμενης και συνεπώς κρίνεται ότι μπορεί να παραμείνει ως έχει.

 

Παράγραφος 14 της Υπεράσπισης: Ισχύουν τα όσα αναφέρθηκαν από το Δικαστήριο σε σχέση με τις παραγράφους 11 και 13. Συνεπώς παραμένει.

 

Παράγραφος 15 της Υπεράσπισης: Ισχύουν τα όσα αναφέρθηκαν από το Δικαστήριο σε σχέση με τις παραγράφους 11, 13 και 14. Συνεπώς παραμένει. Σημειώνεται ότι η σύνταξη θα μπορούσε να ήταν καλύτερη αποφεύγοντας την καταγραφή σχολίων.

 

Παράγραφος 16 της Υπεράσπισης: Αυτή η παράγραφος αντί να περιλαμβάνει ισχυρισμούς για τα ουσιώδη γεγονότα, περιλαμβάνει σχολιασμό αναφορικά με οικονομικά στοιχεία που προσκομίστηκαν από την  Ενάγουσα και αυτοπροβάλλει την ισχύ των δικών της στοιχείων. Η φράση « Εξάλλου τα οικονομικά στοιχεία που έχει προσκομίσει η Εναγόμενη (σε αντίθεση με την Ενάγουσα) αποδεικνύουν ότι ουδέν όφελος αποκόμισε η Εναγόμενη λόγω των επίδικων ετικετών. Προφανώς, ούτε η Ενάγουσα υπέστη οιανδήποτε ζημιά. Η Εναγόμενη θεωρεί τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας ως ανυπόστατους και λανθασμένους και καλεί την Ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της.» εκτός από το ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καταγραφή γεγονότος καταλήγει σε ευρήματα τα οποία άπτονται της απόφασης του Δικαστηρίου. Το συγκεκριμένο απόσπασμα να αφαιρεθεί και να παραμείνουν οι υπόλοιποι ισχυρισμοί. Η συγκεκριμένη εισήγηση μπορεί να καταγραφεί μετά την προσκόμιση της μαρτυρίας στην γραπτή αγόρευση της Καθ΄ης η αίτηση. 

 

Παράγραφος 17 της Υπεράσπισης: Το πως βλέπει το προϊόν ο καταναλωτής και το πως διαβάζει την ετικέτα του προϊόντος είναι θέμα μαρτυρίας. Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί συνιστούν επιχειρηματολογία η οποία μπορεί να προωθηθεί μετά την προσκόμιση μαρτυρίας. Ως εκ τούτου να αφαιρεθεί το απόσπασμα «Όταν το βλέπει ο καταναλωτής θα το διαβάσει στα ελληνικά» μέχρι «στις παραγράφους 17 μέχρι 20.».      

 

Παράγραφος 18 της Υπεράσπισης: Το δεύτερο μέρος της που ξεκινά «Παράλληλα» και μέχρι το τέλος είναι καθόλα ανεπίτρεπτο. Αναφέρεται σε περιεχόμενο επιστολής δικηγόρου το οποίο και σχολιάζει. Είναι ανεπίτρεπτο να τίθεται μαρτυρία στο δικόγραφο και να σχολιάζεται από την άλλη πλευρά με αποτέλεσμα να καθίσταται το δικόγραφο ατέρμονο και αρένα δίκης.  Το συγκεκριμένο μέρος της παραγράφου 18 να διαγραφεί από το «Παράλληλα» μέχρι την λέξη «ενημέρωσε». 

 

Παράγραφος 19 της Υπεράσπισης: Ισχύουν τα όσα αναφέρθηκαν από το Δικαστήριο σε σχέση με τις παραγράφους 11, 13, 14 και 15. Συνεπώς παραμένει. Σημειώνεται ότι η σύνταξη θα μπορούσε να ήταν καλύτερη αποφεύγοντας την καταγραφή σχολίων.

 

Παράγραφος 20 της Υπεράσπισης: Ισχύουν τα όσα αναφέρθηκαν από το Δικαστήριο σε σχέση με τις παραγράφους 11, 13, 14, 15 και 19.  Η Εναγόμενη προσπαθεί να προωθήσει την υπεράσπιση ότι τα δύο προϊόντα δεν ομοιάζουν στην συσκευασία και ότι η προέλευσή τους είναι ευδιάκριτη, ήτοι ο παραγωγός, στον καταναλωτή. Συνεπώς παραμένει. Σημειώνεται ότι η σύνταξη θα μπορούσε να ήταν καλύτερη αποφεύγοντας την καταγραφή σχολίων.

 

Παράγραφος 21 της Υπεράσπισης: Ισχύουν τα όσα αναφέρθηκαν από το Δικαστήριο σε σχέση με τις παραγράφους 11, 13, 14, 15, 19 και 20. Συνεπώς παραμένει. Σημειώνεται ότι η σύνταξη θα μπορούσε να ήταν καλύτερη αποφεύγοντας την καταγραφή σχολίων.

 

Παράγραφος 22 της Υπεράσπισης: Τα όσα καταγράφονται στο μέρος της συγκεκριμένης παραγράφου που ξεκινά από την πρόταση «Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά παράβαση της νομοθεσίας και της πρακτικής στον τομέα των εμπορικών σημάτων η Ενάγουσα δεν έχει αναφερθεί σε συγκεκριμένους αριθμούς εγγραφής επικαλούμενων εμπορικών της σημάτων, με αποτέλεσμα η Εναγόμενη να μην γνωρίζει ποίων σημάτων επικαλείτο η δήθεν παραβίαση δικαιώματος (πρβλ.Παρ.22Ε/Δ Αρτεμίου).» είναι ανεπίτρεπτα για δύο λόγους: Πρώτον, γιατί δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα αφού στην παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης καταγράφονται τα εμπορικά σήματα και προσδιορίζονται οι αριθμοί τους και δεύτερον, συνιστά εισήγηση και όχι υπεράσπιση. Συνεπώς να διαγραφεί.

 

Παράγραφος 23 της Υπεράσπισης: Η συγκεκριμένη παράγραφος περιέχει εκτεταμένο σχολιασμό ανεπίτρεπτο σε δικόγραφο. Η παράγραφος μπορεί να παραμείνει από την αρχή της, ήτοι από το «Η Εναγόμενη αρνείται» μέχρι «το δικό μου Φρέσκο Γαλατούι». Η υπόλοιπη παράγραφος μέχρι το τέλος να διαγραφεί αφού αφορά την θέση της Ενάγουσας και δεν συνιστά υπεράσπιση της Εναγόμενης ή γεγονός στο οποίο να βασιστεί οποιαδήποτε υπεράσπιση. 

 

Παράγραφος 24 της Υπεράσπισης: Ισχύουν τα όσα αναφέρθηκαν από το Δικαστήριο σε σχέση με τις παραγράφους 11, 13, 14, 15, 19, 20 και 21. Η Εναγόμενη προσπαθεί να εξηγήσει την θέση της γιατί τα δύο προϊόντα δεν ομοιάζουν, συνεπώς παραμένει.

 

Παράγραφοι 25, 26 και 27 της Υπεράσπισης: Παρά την κακή διατύπωση των θέσεων της Εναγόμενης δεν παύουν να είναι οι θέσεις της, τις οποίες θα προωθήσει προφανώς με μαρτυρία. Ως εκ τούτου παραμένουν.

 

Παράγραφος 29 της Υπεράσπισης: Η συγκεκριμένη παράγραφος περιέχει εκτεταμένο σχολιασμό ανεπίτρεπτο σε δικόγραφο. Η συγκεκριμένη παράγραφος μπορεί να παραμείνει από την αρχή της, ήτοι «Η Εναγόμενη αρνείται»  μέχρι «37 της Έκθεσης Απαίτησης». Η υπόλοιπη παράγραφος μέχρι το τέλος να διαγραφεί αφού αφορά σχολιασμό των θέσεων που προβλήθηκαν από την Ενάγουσα και δεν συνιστά ή καταγράφει οποιαδήποτε υπερασπιστική γραμμή της Εναγόμενης ή γεγονότα που να την υποστηρίζουν.

 

Παράγραφος 30 της Υπεράσπισης: Η συγκεκριμένη παράγραφος περιέχει σχολιασμό ανεπίτρεπτο σε δικόγραφο. Η συγκεκριμένη παράγραφος μπορεί να παραμείνει από την αρχή της, ήτοι «Η Εναγόμενη αρνείται»  μέχρι «44 της Έκθεσης Απαίτησης». Η υπόλοιπη παράγραφος μέχρι το τέλος να διαγραφεί αφού δεν καταγράφει οποιαδήποτε  υπεράσπιση της Εναγόμενης ή γεγονός που να προωθεί οποιαδήποτε υπεράσπιση αλλά άποψη για το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας.    

 

Παράγραφοι 31, 32, 33, 34 και 35 της Υπεράσπισης: Οι συγκεκριμένες  παράγραφοι περιέχουν εκτεταμένο σχολιασμό ανεπίτρεπτο σε δικόγραφο. Οι συγκεκριμένες παράγραφοι να διαγραφούν στην ολότητά τους. Η σύνταξη τους είναι ανορθόδοξη. Η διατύπωση – σύνταξη τους  είναι ασυνήθιστη αφού αφήνεται σε κάποιον η εντύπωση ότι διαβάζει αγόρευση και όχι υπεράσπιση στην αξίωση.

 

Παράγραφος 36 της Υπεράσπισης: Ισχύουν τα όσα αναφέρθηκαν από το Δικαστήριο σε σχέση με τις παραγράφους 31, 32, 33, 34 και 35. Συνακόλουθα η παράγραφος να διαγραφεί στην ολότητά της.

 

Παράγραφος 38 της Υπεράσπισης: Συνιστά κακογραμμένο τρόπο προώθησης της Υπεράσπισης ότι η Εναγόμενη ακολουθεί την ίδια πρακτική με την Ενάγουσα, η οποία επίσης χρησιμοποιεί δύο συσκευασίες για το σοκολατούχο γάλα της. Ως εκ τούτου παραμένει.  

 

Ανταπαίτηση: Η Ενάγουσα μέσω της Αίτησης ζητά τη διαγραφή όλης  της Ανταπαίτησης γιατί δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι το δικόγραφο της Ανταπαίτησης αναφέρει ότι «Η Εναγόμενη ενώνει επίδικα θέματα, επαναλαμβάνει τους πιο πάνω ισχυρισμούς που περιέχονται στις παραγράφους 1- 38 της Έκθεσης Υπεράσπισης της και προβάλλει την πιο κάτω ανταπαίτηση:». Το Δικαστήριο οφείλει να αναφέρει ότι ο τρόπος που έχουν συνταχθεί οι αξιώσεις στην Ανταπαίτηση καθιστά δύσκολο να γίνει συνάρτηση μεταξύ αγώγιμων δικαιωμάτων και των αξιώσεων που αντιστοιχούν σε κάθε ένα εξ αυτών. Με την παράγραφο Α ζητείται η ακύρωση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος του οποίου η ισχύ εκτείνεται μέχρι την ολοκλήρωση της αγωγής. Δέον να σημειωθεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία κατέστη απόλυτο δεν έχει εφεσιβληθεί. Εν πάση περιπτώσει δεν είναι θέμα ανταπαίτησης αλλά είναι η ουσία της Απαίτησης.   

 

Ιδιαίτερη σύγχυση προκαλείται με τον τρόπο που είναι συνταγμένες οι αξιώσεις με αριθμούς Β2, 3 και 4. Επιπρόσθετα το ποσό των ειδικών αποζημιώσεων δεν καθορίζεται. Έχει νομολογηθεί ότι οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να δικογραφούνται με ακρίβεια και λεπτομέρεια βλ. Γιαννακού ν. Ευριπίδου Πολ. Εφ. 464/19 ημερ. 16/07/2025. Ως εκ τούτου η μόνη αξίωση που μπορεί να παραμείνει προς εκδίκαση είναι αυτή που αφορά τις Γενικές Αποζημιώσεις. Οι υπόλοιπες αξιώσεις συνακόλουθα να διαγραφούν στην ολότητά τους.

 

       Έχουν μεν γίνει οι πιο πάνω επεμβάσεις στο δικόγραφο όμως αυτό δεν σημαίνει ότι το δικόγραφο που παραμένει ή που θα προκύψει, δεν θα δημιουργήσει προβλήματα και περιορισμούς στην Εναγόμενη σε κατοπινό στάδιο (της διαχείρισης και καθορισμού των επίδικων ζητημάτων αλλά και της ακρόασης). Από την άλλη, και έχοντας κάνει αυτές τις επισημάνσεις, πρέπει να προστεθεί ότι ελαττώματα και αδυναμίες διαπιστώνονται και στη δικογράφηση της Έκθεσης Απαίτησης, με τα οποία και η Ενάγουσα  ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη στο μέλλον. Το Δικαστήριο δεν προτίθεται να επεκταθεί περαιτέρω.

 

Η Αίτηση επιτυγχάνει μερικώς, ως καθορίζεται πιο πάνω. Σύμφωνα με το Μέρος 3.3(3) των Κανονισμών 2023:

 

«(3) Όταν το δικαστήριο διαγράφει δικόγραφο, δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε παρεπόμενο διάταγμα θεωρεί κατάλληλο.»

 

Συνεπώς, δίδονται οδηγίες όπως η Εναγόμενη, εντός 15 ημερών από σήμερα, καταχωρήσει τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση ώστε το τροποποιημένο δικόγραφο να συνάδει με τις πιο πάνω οδηγίες. Νοείται ότι κατά την τροποποίηση επιτρέπονται λεκτικές διαφοροποιήσεις και τυπικές αλλαγές ώστε να διαφυλαχθεί η συνοχή του κειμένου.

 

Η Απάντηση στην Υπεράσπιση  και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 14 ημέρων από την καταχώρηση της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης.

 

Παραμένει το θέμα των εξόδων της Αίτησης. Θεωρώ ότι τα έξοδα πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας – Αιτήτριας  και εναντίον της Εναγόμενης - Καθ’ης η αίτηση. Έχουν καταχωρηθεί προτεινόμενοι κατάλογοι εξόδων και λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και πορεία εκδίκασης της αίτησης κρίνω εύλογο και επιδικάζω ποσό €4.000 πλέον ΦΠΑ.

 

 

Υπ.)………………………

Ε. Γεωργίου – Αντωνίου,  Π.Ε.Δ.

 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο