ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Α. Ε. Δ
Αρ. Απαίτησης 46/2026
Μεταξύ:
Νίκη Νικολάου Γιάννη
Ενάγουσα - αιτήτρια
και
Themis Portfolio (H3) Management Holdings Limited
Εναγόμενη - καθ’ ης η αίτηση
Αίτηση ημερομηνίας 04.3.2026 για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων
Ημερομηνία: 6.8.2026
Εμφανίσεις:
Για ενάγουσα αιτήτρια: κα Φ. Γέρου
Για εναγόμενη - καθ’ ης η αίτηση: κα Ο. Χαραλάμπους για Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ
ENΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Εισαγωγή
Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αίτηση ημερομηνίας 04.03.26, με την οποία η ενάγουσα ζητεί διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην εναγόμενη να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη διάθεσης ή μεταβίβασης αναφορικά με το επίδικο ακίνητο. Επίσης ζητείται διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην εναγόμενη να λάβει μέτρα ως προς την έξωση της αιτήτριας και της οικογένειας της από το επίδικο ακίνητο.
Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/60) και ειδικότερα και όχι εξαντλητικά στα Άρθρα 29, 30, 31, 32 και 43 αυτού, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και ειδικότερα και όχι εξαντλητικά στα Άρθρα 9, 16, 26, 28 και 30 αυτού, στον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο Ν.112(Ι)/2021 ως εκάστοτε ισχύει και τροποποιείται ειδικότερα και όχι εξαντλητικά τα Άρθρα 48, 49, 50, 51, 52, 53, 54, 55, 56, 57, 58, 59, 60, 61, 62, 62(ΙΑ), 63 και Παράρτημα αυτού, στην αυτεπάγγελτη υποχρέωση του σεβαστού Δικαστηρίου να εξετάζει ζητήματα καταχρηστικών ρητρών και να δίδει προσωρινά μέτρα προστασίας, στην Οδηγία 93/13/ΕΟΚ σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές ως εκάστοτε ισχύει και τροποποιείται, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο 6 ειδικότερα και όχι εξαντλητικά τα Άρθρα 4, 5 και 9, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν.9/1965) ως εκάστοτε ισχύει και τροποποιείται και ειδικότερα επί των Άρθρων 5, 21, 27, 44, 44Α(1), 44(2), 44Α(3), 44Α(4), 44Β(1), 44Β(2), 44Β(3), 44Γ(1), 44Γ(2), 44Γ(3), 44Δ(1), 44Δ(2), 44Δ(3), 44Δ(4), 44Δ(5), 44Δ(6), 44Θ(1), 44Θ(2) και 44ΙΕ και γενικά στα Άρθρα 44Α – 44ΙΑΑ και γενικότερα στο Μέρος VIA και στα Παραρτήματα αυτού, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2015 – Κ.Δ.Π. 185/2015, στο Άρθρο 2 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφάλαιο 224 ως έχει τροποποιηθεί, στα Άρθρα 23 και 24 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφάλαιο 149, στο Άρθρο 42 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφάλαιο 1, στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023 Κανονισμούς 1, 2, 3, 4, 5, 7, 23, 25 και 60, στους Νόμους, στις αρχές της επιείκειας, στην αρχή Equity of Redemption, προς τις αρχές του κοινοδικαίου, στην ημεδαπή και ευρωπαϊκή Νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στην σχετική Νομολογία.
Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της αιτήτριας. Η ένορκη δήλωση της αιτήτριας είναι ογκώδης και περιέχει 107 παραγράφους. Σε αυτήν συμπλέκονται ισχυρισμοί γεγονότων μαζί με νομικά επιχειρήματα εν είδει αγόρευσης. Επιπλέον, στην ένορκη δήλωση γίνεται και παραπομπή σε σωρεία αποφάσεων. Είναι βασική αρχή ότι η ένορκη δήλωση μπορεί να περιέχει μόνο ισχυρισμούς γεγονότων. Παρά τα πιο πάνω, μέσα από την μελέτη της ογκώδους ένορκης δήλωσης της αιτήτριας, μπορούν να εξαχθούν οι βασικοί της ισχυρισμοί. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα αποδέχεται στην παράγραφο 61 της ένορκής της δήλωσης ότι στις 12.11.09, εκδόθηκε απόφαση από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στην αγωγή 1904/09. Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση διατασσόταν η εκποίηση της επίδικης υποθήκης και ταυτόχρονα εκδίδετο απόφαση αναφορικά με το ποσό της σύμβασης δανείου που αυτή εξασφάλιζε. Η ομνύουσα κατέθεσε σχετικά ως Τεκμήριο Στ, την εν λόγω απόφαση. Παρά το πιο πάνω γεγονός, η ομνύουσα αναφέρθηκε σε έκταση σε ισχυρισμούς και επιχειρηματολογία, η οποία συναρτάται με την εγκυρότητα των όρων των συμβάσεων που αποτέλεσαν αντικείμενο της αγωγής, Τεκμήριο Στ. Προέβαλε τη θέση, με παραπομπή μάλιστα σε Νομολογία, ότι στις επίδικες συμβάσεις υπήρχαν καταχρηστικές ρήτρες, παράνομες χρεώσεις και παράνομοι και ανεφάρμοστοι όροι στη σύμβαση και δήλωση υποθήκης. Περαιτέρω, δέχθηκε ότι στις 23.12.24 διεξήχθη πλειστηριασμός του ενυπόθηκου ακινήτου. Κατέθεσε σχετικά ως Τεκμήριο ΙΒ, αντίγραφο από την επίσημη πλατφόρμα πλειστηριασμών. Παρά το πιο πάνω δεδομένο, προέβαλε σειρά ισχυρισμών ως προς την νομιμότητα του πιο πάνω πλειστηριασμού. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι η εναγόμενη ενήργησε αμελώς έναντί της, καθότι καθυστέρησε να προχωρήσει στην εκποίηση του ακινήτου, με αποτέλεσμα η ίδια να υποστεί ζημιά. Ήταν η θέση της ότι η εναγόμενη είχε απέναντι της καθήκον πίστης και επιμέλειας, το οποίο με την πιο πάνω καθυστέρηση παρέβη. Τέλος στην παράγραφο 75 δήλωσε ότι το επίδικο ακίνητο, αποτελεί σήμερα την πρώτη και κύρια κατοικία της θυγατέρας της, και των δύο ανήλικων τέκνων αυτής.
Η εναγόμενη καταχώρησε ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης, στην οποία καταγράφονται 19 λόγοι ένστασης. Οι λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψιστούν στο ότι, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, ότι η παρούσα αίτηση είναι αλυσιτελής και ότι αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας.
Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Χ. Παπαλαμπριανού, υπαλλήλου της εναγόμενης. Ο ομνύων στην ένορκη του δήλωση, αναπτύσσει τους λόγους ένστασης. Επίσης επισυνάπτει ως Τεκμήριο 5, τη δικαστική απόφαση ημερομηνίας 12.11.09. Ήταν η θέση του, ότι η καθ΄ ης η αίτηση προώθησε διαδικασία ιδιωτικού πλειστηριασμού οποίος δεν τελεσφόρησε. Ακολούθως σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου η εναγόμενη απέκτησε το επίδικο ακίνητο και αυτό μεταβιβάστηκε επ’ ονόματί της. Κατέθεσε σχετικά ως Τεκμήριο 7, τον σχετικό τίτλο ιδιοκτησίας. Ακολούθως, δήλωσε ότι καθ’ ης η αίτηση στις 16/09/25 απέστειλε τις νενομισμένες ειδοποιήσεις διάθεσης του εκπλειστηριάσματος. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 και 8(α) τις σχετικές επιστολές. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 13, την επιστολή ημερομηνίας 20.10.25, περί επικύρωσης της διανομής του εκπλειστηριάσματος.
Διαδικασία Γεγονότα
Στην υπό κρίση υπόθεση οι διάδικες πλευρές δεν ζήτησαν αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Έτσι, κατά την ακρόαση και οι δύο πλευρές προώθησαν τις θέσεις τους μέσω ιδιαίτερα εμπεριστατωμένων αγορεύσεων, το περιεχόμενο των οποίων το Δικαστήριο έχει κατά νου. Σημειώνω, όμως, ότι σύμφωνα με τη νομολογία δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 ΑΑΔ 490).
Συνεπώς, για όσα γεγονότα δεν εμφαίνονται από τον φάκελο της διαδικασίας, το Δικαστήριο θα βασισθεί στις κατατεθειμένες ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης εκάστης πλευράς και της παράλειψης αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ (1992) 1(Β) Α.Α.Δ 1453, Iacovou brothers (constructions) Ltd v Fashionwise ltd (2000) 1Β ΑΑΔ 1377, Thinking Steel International BV ν. Caramondani Bros Public Co Ltd, (2012) 1 ΑΑΔ 1460, Α. Messios & Sons Ltd κ.ά v. Ανδρέας Λεωνίδα (2010) 1 ΑΑΔ 195 και η πιο πρόσφατη απόφαση Χ. Χατζηκυριάκου κ.ά ν. M.L Property Solution Ltd, Πολιτική Έφεση Ε36/17, ημερομηνίας 30.11.2021.
Στην υπό κρίση υπόθεση αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων ότι στις 12.11.2009 εκδόθηκε απόφαση στο πλαίσιο της αγωγής 1904/2009 στην οποία εναγόμενη 3 ήταν η αίτητρια και διατάχθηκε η εκποίηση της επίδικης υποθήκης προς εξόφληση του χρέους που αυτή εξασφάλιζε.
Ταυτόχρονα δεν αμφισβητείται το ότι η εναγόμενη προώθησε διαδικασία εκποίησης του επίδικου ακίνητου ορίζοντας πλειστηριασμό στις 23.12.2024. Ο πλειστηριασμός δεν τελεσφόρησε και η εναγόμενη προέβη σε απόκτηση του επίδικου ακινήτου. Επίσης δεν έχουν αμφισβητηθεί οι αναφορές του ομνύοντος για τη καθ΄ ης η αίτηση ότι η τελευταία στις 16.09.25 απέστειλε τις νενομισμένες ειδοποιήσεις διάθεσης του εκπλειστηριάσματος.
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω τη νομική πτυχή του θέματος.
Νομική πτυχή
Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα πηγάζει από το Δίκαιο της Επιείκειας και η δικαιοδοσία για έκδοσή τους υπό το Κυπριακό Δίκαιο παρέχεται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960.
Στο σύγγραμμα των David Bean, Isabel Parry, Andrew Burns, Injunctions, 14η έκδοση, Swet & Maxwell, 2022 σελ.3 παράγραφος 1-01 καταγράφονται τα ακόλουθα ως προς την έννοια του όρου διάταγμα (injunction) :
«An injunction is an order of a court requiring a party either to do a specific act or acts (a mandatory or positive injunction) or to refrain from doing a specific act or acts (a prohibitory or negative injunction).»
Όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Seamark Consultancy Services Limited v. Joseph P. Lasala κ.ά., (2007) 1 A.A.Δ. 162, η εμβέλεια του άρθρου 32(1) του Ν. 14/60 είναι πολύ ευρεία και τα δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία έχουν εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σ' όλες τις περιπτώσεις στις οποίες κρίνουν ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο. Τα δε Δικαστήρια έχουν τη δυνατότητα τέτοιου χειρισμού των προσωρινών διαταγμάτων, ώστε αυτά να καθίστανται πρόσφορα και αποτελεσματικά, λαμβανομένων υπόψη των σύγχρονων εξελίξεων και μεταβολών στους τρόπους συναλλαγών ( Βλ. ΑBP Holdings Ltd κ.ά. ν. Ανδρέα Κιταλίδη (Αρ.2) (1994) 1 ΑΑΔ 694).
Η έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων διέπεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, σύμφωνα με το οποίο ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι :
α) υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση
β) ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία
γ) είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
Οι πιο πάνω προϋποθέσεις έχουν καταστεί αντικείμενο ενδελεχούς νομολογιακής ανάλυσης από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ενδεικτικά παραπέμπω στις Οδυσσέως v. Pieris Estates 1982 1 Α.Α.Δ (557) και Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 CLR 263.
Στη θεμελιακή απόφαση στην υπόθεση Οδυσσέως v. Pieris Estates (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο αναλύοντας τις προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του 14/1960 έκρινε τα ακόλουθα σχετικά:
1. Η προϋπόθεση για σοβαρό ζήτημα προς ακρόαση δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων.
2. Η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.
3. Η Τρίτη προϋπόθεση σχετίζεται με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων υπό το φως των γεγονότων της κάθε υπόθεσης.»
Η συνδρομή των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, αλλά το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. Σχετική είναι η απόφαση Ιπποδρομιακή Αρχή v. Χατζηβασίλη (1989) 1 ΑΑΔ 152.
Η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 32 στην παρούσα.
1η προϋπόθεση - σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση
Η προϋπόθεση για κατάδειξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Στην απόφαση Αθανάσιος Κυριάκου κ.ά ν. Πραξούλλα Αντωνιάδου Κυριάκου Πολιτική Έφεση Ε301/16, ημερομηνίας 26.9.2017, με αναφορά στο σύγγραμμα Διατάγματα (ανωτέρω) υποδείχθηκε ότι :
«με την πρώτη προϋπόθεση εισάγεται η υποχρέωση στο Δικαστήριο να βεβαιωθεί ότι υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα αναγνωρισμένο από τον Νόμο ή το Δίκαιο της Επιείκειας, προτού προχωρήσει στην έκδοση απαγορευτικού διατάγματος.»
Σχετική, επίσης, είναι και η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Cypra Limited, Πολιτική Έφεση Ε153/14, ημερομηνίας. 12.10.2022, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Βασικά, η εν λόγω προϋπόθεση, αφορά στην ανάγκη ύπαρξης απαίτησης, η οποία να είναι δυνατό, κατά το δίκαιο, να αποτελέσει αντικείμενο διεκδίκησης ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου».
Τέλος ως έχει προσδιοριστεί στην υπόθεση Mints v. Shishkin, Πολιτική Έφεση Ε69/2020, Ε70/2020, ημερομηνίας 10.1.2024:
«Αποτυγχάνουν της πρώτης προϋπόθεσης, αγωγές στηριζόμενες σε βάσεις άγνωστες στον Νόμο και ή τη Νομολογία όπου η συνέχιση τους θα απολήξει να είναι ανούσια και ενοχλητική (frivolous and vexatious), αλλά και απαιτήσεις όπου επιδιώκεται η απόδοση θεραπείας παράλογης ή απαράδεκτης.»
Ο όρος δικόγραφα δεν χρησιμοποιείται υπό την τεχνική του έννοια αλλά χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια. Σχετική είναι η απόφαση Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (1998) 1(Β) ΑΑ. 598.
Στην υπό κρίση υπόθεση επίκεντρο του όλου ζητήματος είναι οι ισχυρισμοί περί εγκυρότητας των όρων της επίδικης υποθήκης, της ύπαρξης χρεώσεων που επήλθαν ως αποτέλεσμα εφαρμογής καταχρηστικών ρητρών, ισχυρισμοί περί παρανομίας στη διαδικασία εκποίησης και ισχυρισμοί περί αμέλειας της εναγομένης να προχωρήσει έγκαιρα με τη λήψη μέτρων προς εκποίηση του επίδικου ακινήτου.
Είναι σαφές. ότι όλες οι πιο πάνω βάσεις αγωγής αποτελούν αναγνωρισμένα από τον νόμο αγώγιμα δικαιώματα. Επομένως, πληρούται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32.
Η 2η προϋπόθεση του άρθρου 32.
Η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του εκάστοτε αιτητή.
Η αξιολόγηση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με αναφορά στις ένορκες δηλώσεις, όπου αναμένεται η εκεί μαρτυρία να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Γενικές αναφορές εν είδει κατάληξης δεν επαρκούν για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Ανδρέας Σάββα Κυτάλα (ανωτέρω) και Lawford Ltd κ.ά ν. Χατζηγαβριήλ κ.ά, (2004) 1 Α.Α.Δ.818.
Ασφαλώς, όπως έχει κριθεί επανειλημμένα σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις T. A. Micrologic Computer Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation (2002) 1 ΑΑΔ 1802, Molvi Estates Ltd v. Λ. Κίμωνος, Πολιτική Έφεση Ε193/12, ημερομηνίας 9.5.2023 καθώς και το σύγγραμμα των Ερωτοκρίτου & Αρτέμη Διατάγματα, (ανωτέρω) σελ. 127-128.
Παράλληλα, ως έχει τεθεί στην απόφαση Proquaserv Accountants Ltd κ.α ν. Κυριακίδη, Πολιτική Έφεση Ε49/2018, ημερομηνίας 17.11.2023: «Απαιτείται δε όπως περιγραφούν τέτοια γεγονότα που να καταστήσουν τις προβαλλόμενες θέσεις να έχουν προοπτική επιτυχίας.»
Για την κρίση επί των πιο πάνω το Δικαστήριο προβαίνει σε κάποια πρωταρχική αξιολόγηση της μαρτυρίας, ώστε να μπορέσει να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Σχετική είναι η απόφαση Σεβαστού Μαίρη Νίκου ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού (2002) 1 ΑΑΔ 1980. Όπως δε έχει εξηγηθεί στην απόφαση Λόρδος κ.α. ν. Σιακόλα κ.α., Πολιτική Έφεση Ε143/2015, ημερομηνίας 23.3.2017, δεν αρκεί η υιοθέτηση της εκδοχής της μιας πλευράς μόνο, αλλά απαιτείται κάποια αξιολόγηση για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας. Σχετική επίσης είναι η απόφαση Αθανάσιος Κυριάκου κ.ά (ανωτέρω). Όμως μια τέτοια πρωταρχική αξιολόγηση δεν επιτρέπεται να υπερβεί την κρίση περί του κατά πόσο τα προτεινόμενα από την ενιστάμενη πλευρά ανατρέπουν εξ αντικειμένου τα δεδομένα που η πλευρά του αιτητή παρουσίασε. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Hazlewood Investment & Finance v. Manuel κ.ά. Πολιτική Έφεση Ε14/2017 και Ε 209/2017, ημερομηνίας 16.7.2019. Άλλωστε, αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι κατά το πιο πάνω στάδιο δεν πρέπει να αφήνεται καν σκιά ότι τo Δικαστήριο υπεισήλθε στην ουσία της υπόθεσης. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Milton Investment Company Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd (2014) 1(Α) ΑΑΔ 731 και στην απόφαση Ιορδάνους ν. Ps Seamless Gutters Ldt κ.α., Πολιτική Έφεση 4/2022, ημερομηνίας, 8.11.2022.
Το απαύγασμα της σχετικής νομολογίας κατατείνει στο συμπέρασμα ότι για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας θα πρέπει να προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του εκάστοτε αιτητή συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία να παρέχουν ενδείξεις περί της ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος. Η έρευνα, όμως, του Δικαστηρίου αναφορικά με τη διακρίβωση της συνδρομής της δεύτερης προϋπόθεσης, θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου επιτρέπεται η διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας της ορατής πιθανότητας επιτυχίας, για τους περιορισμένους πάντα σκοπούς της παρούσας διαδικασίας.
Στην υπό κρίση υπόθεση, το όλο ζήτημα περιστρέφεται γύρω από την εγκυρότητα των όρων της επίδικης υποθήκης και τη νομιμότητα της διαδικασίας πλειστηριασμού. Επιπλέον, η αιτήτρια προέβαλε ισχυρισμούς περί αμέλειας της καθ’ ης η αίτηση να προβεί έγκαιρα στην εκποίηση και ως εκ τούτου παρέβη τις υποχρεώσεις πίστης που είχε έναντι της αιτήτριας.
Παρά το γεγονός ότι στην ένορκη της δήλωση η αιτήτρια προβάλλει τη θέση ότι η βάση της αγωγής δεν είναι η προσβολή της απόφασης στην αγωγή 1904/2009, εντούτοις μεγάλο μέρος της ένορκης δήλωσης και της αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου της αιτήτριας αναλώθηκε στη προβολή ισχυρισμών και επιχειρημάτων περί της εγκυρότητας των όρων της επίδικης υποθήκης.
Στον αντίποδα, η θέση της καθ’ ης η αίτηση ήταν ότι όλα τα πιο πάνω καλύπτονται από το δεδικασμένο στην αγωγή 1904/2009 του Ε.Δ Λάρνακος.
Αφ’ ης στιγμής η ύπαρξη και το περιεχόμενο της πιο πάνω απόφασης αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων, αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι η επίδρασή της στο ζήτημα της ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα περνά μέσα από την διερεύνηση της έννοιας του δεδικασμένου και την έκτασή του. Το καίριο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι το κατά πόσο μπορεί να κριθεί ότι η ενάγουσα διατηρεί πιθανότητες επιτυχίας αναφορικά με ισχυρισμούς που καλύπτονται από το δεδικασμένο προηγούμενης δικαστικής απόφασης.
Το ζήτημα δεν τίθεται προς κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα. Αναπόφευκτα όμως η ύπαρξη προηγούμενης δικαστικής απόφασης αναφορικά με ζητήματα που πραγματεύεται η παρούσα δεν μπορεί να είναι άσχετη με το κατά πόσο συντρέχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, θα ήταν νομικά και λόγικα άτοπο να κριθεί ότι κάποιος διάδικος διατηρεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας ή όχι χωρίς να αξιολογηθεί η σημασία προηγούμενης δικαστικής απόφασης που έκρινε το ίδιο ζήτημα. Το όλο θέμα του δεδικασμένου υπό την πιο πάνω έννοια συναρτάται και με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να προχωρήσει να εκδώσει διάταγμα που δυνατόν να αντιστρατεύεται ή να ακυρώνει άλλη δικαστική απόφαση ομόβαθμου Δικαστηρίου. Ως έχει κριθεί τα ζητήματα δικαιοδοσίας δυνατόν να επηρεάζουν τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Mints v. Shishkin ( ανωτέρω).
Όπως υποδεικνύεται στη νομολογία, το δόγμα του δεδικασμένου συναρτάται με την αρχή της τελεσιδικίας που είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις K.S.R. Commercio S.A. κ.α. v. Bluecoral Navigation Ltd. (1995) 1 Α.Α.Δ. 309, Χαραλάμπους v. Χαραλάμπους (2008) 1(Β) Α.Α.Δ. 1298, Alpha Panareti Public Ltd v. Α. Αράπη κ.ά Πολιτική Έφεση Ε125/2019, ημερομηνίας 15.11.2024 και Χρήστος Χατζηγεωργίου & Υιοί Λτδ ν. Ονούφριου Παπασάββα, Πολιτική Έφεση Ε83/19, ημερομηνίας 14.1.2025.
Οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν, ώστε να εγείρεται ζήτημα δεδικασμένου έχουν αποκρυσταλλωθεί από τη νομολογία. Όπως υποδεικνύεται στη νομολογία, ο κανόνας του δεδικασμένου περιλαμβάνει τέσσερα στοιχεία, ήτοι (α) τελεσίδικη απόφαση, (β) ταύτιση διαδίκων, (γ) ταύτιση ιδιότητας διαδίκων και (δ) ταύτιση επιδίκων θεμάτων. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Μιχαήλ ν. Σκουτέλλα (2008) 1 ΑΑΔ 1125, Χριστοφίδης κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (2011) 1Γ ΑΑΔ, Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών, Πολιτική έφεση 225/2012, ημερομηνίας 6.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:D442, ECLI:CY:AD:2017:D442, Αργυρού ν. Ιανακίεβα Πολιτική Έφεση Ε47/2021, ημερομηνίας 21.3.2025 και Κωνσταντινίδη ν. Κωμοδρόμου, Πολιτική Έφεση 283/2015, ημερομηνίας 17.11.2025.
Αποτελεί δε θεμελιακή αρχή ότι απόφαση η οποία εκδίδεται μετά από ακρόαση δημιουργεί δεδικασμένο, το οποίο αποσβένει το αγώγιμο δικαίωμα και συναρτά πλέον τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων με την εκδοθείσα δικαστική απόφαση. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Εταιρεία ο Φιλελεύθερος Λτδ κ.α. ν. Ανδρέα Σοφοκλέους (2003) 1 Α.Α.Δ. 549 και Επίσημος Παραλήπτης ως Διαχειριστής της Περιουσίας του Πτωχεύσαντα Παπαγεωργίου άλλως Παπαγιώργη ν. Alpha Bank Ltd, Πολιτική Έφεση 488/2012, ημερομηνίας 18.3.2019, ECLI:CY:AD:2019:A92, ECLI:CY:AD:2019:A92.
Το κώλυμα του δεδικασμένου όμως δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις που παρήχθη δεδικασμένο από μια απόφαση, αλλά έχει ευρύτερη έννοια και καλύπτει τις περιπτώσεις όπου σε μεταγενέστερη διαδικασία εγείρονται ζητήματα τα οποία έπρεπε να εγερθούν σε προηγούμενες διαδικασίες. Henderson v Henderson (1843) 3 Hare 100, 67 ER 31, Spire Healthcare Ltd v. Brooke (2016) EWHC 2828 (QB), Τheori and Another v. Djoni and Another (1984) 1 CLR 296.
Το απαύγασμα των πιο πάνω αποφάσεων αποτυπώθηκε στην υπόθεση K.S.R. Commercio S.A.κ.α. v. Bluecoral Navigation Ltd (1995) 1 ΑΑΔ 309, 312, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ΄ επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα».
Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί στην απόφαση, Παπαδόπουλος ν. Οργανισμού Χρηματοδότησης Στέγης (1998) 3 Α.Α.Δ. 608, το δεδικασμένο συναρτάται με την αλήθεια των νομικών καταστάσεων. Συγκεκριμένα λέχθηκαν τα ακόλουθα :
"Σύμφωνα με την αρχή αυτή κάθε απόφαση άσχετα αν είναι δίκαια ή όχι, θεωρείται ότι περιέχει την αλήθεια και ο καθένας πρέπει να αποδεχθεί την απόφαση και την εκτέλεση της ....... Το πλάσμα αλήθειας που εισάγεται με την προαναφερόμενη αρχή είναι σαφώς προτιμότερο από τη διαιώνιση της αβεβαιότητας που θα κυριαρχούσε σε διαφορετική περίπτωση στη δίκαιη κρίση.....»
Σύμφωνα με τη νομολογία, λοιπόν, η απόφαση στην αγωγή 1904/09, η οποία διέτασσε την εκποίηση της υποθήκης προς εξόφληση του χρέους που εξασφάλιζε περιέχει την αλήθεια ως προς τη νομική και πραγματική κατάσταση της επίδικης υποθήκης και του ύψους του χρέους που αυτή εξασφάλιζε. Επομένως, δεν μπορεί να συζητείται σε άλλη διαδικασία η εγκυρότητα των όρων είτε της επίδικης υποθήκης είτε της σύμβασης από την οποία ανέκυψε το εξασφαλιζόμενο χρέος. Εφόσον, δεν είναι επιτρεπτή η συζήτηση του θέματος και η υφιστάμενη απόφαση περιέχει την αλήθεια ως προς τα ζήτημα που αποφασίστηκαν ή μπορούσαν να αποφασιστούν, δεν μπορεί να κριθεί ότι η ενάγουσα έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή στον βαθμό που επιδιώκει θεραπεία που καλύπτεται από το πιο πάνω δεδικασμένο.
Συνακόλουθα, ως προς τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, οι οποίοι άπτονται των όρων της επίδικης υποθήκης ή των ισχυρισμών περί καταχρηστικών χρεώσεων δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ορατή πιθανότητα επιτυχίας για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας.
Το ίδιο ισχύει και για τους ισχυρισμούς που αφορούν τη διαδικασία πλειστηριασμού και που απέληξε στην εγγραφή του ακινήτου επ’ ονόματι της εναγόμενης. Ως έχει τεθεί με καθαρότητα στην υπόθεση Πασιουρτίδη ν. Bank of Cyprus Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση Ε95/2021, ημερομηνίας 8.2.2024:
«ισχυρισμοί που προβάλλονται και που αφορούν στην διαδικασία εκποίησης της Υποθήκης (που απέληξε σε εγγραφή του ακινήτου στο όνομα της Εφεσίβλητης) ή στην εγκυρότητα των Ειδοποιήσεων Τύπου Ι και ΙΑ μπορούν να εξεταστούν μόνο στο πλαίσιο Αίτησης - Έφεσης που υποβάλλεται βάσει του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/1965.»
Επομένως, οι ισχυρισμοί περί παρανομίας στη διαδικασία εκποίησης δεν μπορούν να έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας.
Επιπλέον, ούτε οι ισχυρισμοί της ενάγουσας στο βαθμό που βάλλουν κατά της διάθεσης του προϊόντος της πώλησης μπορούν να έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Σύμφωνα με τις ρητές πρόνοιες των άρθρων 44.Ι (1)(2)(3) του περί Μεταβιβάσεως & Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965 με την πάραδο της νενονισμένης προθεσμίας, νοουμένου ότι δεν έχει εκδοθεί οποιοδήποτε σχετικό απαγορευτικό διάταγμα Δικαστηρίου το οποίο εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ, ο ενυπόθηκος δανειστής επικυρώνει την προτεινόμενη διάθεση, η οποία καθίσταται τελική και αποστέλλει την επικύρωση αυτή σε όλα τα μέρη εντός πέντε (5) ημερών από την ημερομηνία της επικύρωσης. Στην υπό κρίση υπόθεση υφίσταται ισχυρισμός που δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η εναγόμενη στις 16.09.25 απέστειλε τις νενομισμένες ειδοποιήσεις διάθεσης του εκπλειστηριάσματος στις 20.10.25. Η αιτήτρια ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι άσκησε οποιδήποτε ένδικο μέσο εντός της καθορισμένης προθεσμίας απέστειλε την επιστολή περί επικύρωσης της διανομής του εκπλειστηριάσματος. Συνεπώς, ούτε οι αιτιάσεις περί παρανομίας στη διαδικασία διάθεσης του εκπλειστηριάσματος μπορούν να έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας.
Η αιτήτρια προέβαλε επίσης προβάλει ισχυρισμούς περί αμέλειας της καθ’ ης η αίτηση και παράβαση υποχρέωσης πίστης και καθήκοντος επιμέλειας. Οι πιο πάνω θέσεις προβάλλονται στην ένορκη δήλωση διαζευκτικά. Όμως οι ένορκες δηλώσεις δεν αποτελούν δικόγραφα και δεν είναι επιτρεπτή η προβολή διαζευκτικών θέσεων. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση El Fath Co ν. EDT Shipping και άλλος (1992) 1 ΑΑΔ 1255.
Ωστόσο, στην υπό κρίση υπόθεση η αιτήτρια στην παράγραφο 62 της ένορκης της δήλωση επεξηγεί ότι η βάση της αγωγής δεν είναι η προσβολή της απόφασης στην αγωγή 1904/2009 αλλά στρέφεται κατά της διαχείρισης που έτυχε η εν λόγω εξασφάλιση. Περαιτέρω η αναφορά της σε διαζευκτική θέση είναι κυρίως λεκτική, αφού οι ισχυρισμοί που προβάλλει δεν είναι διαζευκτικοί με τους προηγούμενους, αλλά συγκροτούν ξεχωριστό ζήτημα. Επομένως, κρίνω ότι μπορεί να εξεταστεί το εν λόγω ζήτημα,
Ουσιαστικά λοιπόν η αιτήτρια προβάλλει ισχυρισμούς περί επέλευσης οικονομικής ζημίας στο πρόσωπο της από την άδράνεια της εναγόμενης να προωθήσει έγκαιρα την εκποίηση της υποθήκης. Όντως η εναγόμενη είχε εξασφαλίσει απόφαση ήδη απο το 2009. Παρά ταύτα δρομολόγησε τη διαδικασία εκποίσηης στο έτος 2024. Για τα πιο πάνω η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημία παραπέμποντας στην εκτιμένη αξία της επίδικης περιουσίας τότε και σήμερα.
Τα πιο πάνω επιτρέπουν στο Δικαστήριο να κρίνει ότι για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας αναδύονται ενδέιξεις περί της ύπαρξης του αγώγιμου δικαιώματος που άπτεται του πιο πάνω ζητήματος και μόνο.
Συνεπώς για το πιο πάνω συγκεκριμένο ζήτημα συντρέχει η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32.
Η 3η προϋπόθεση
Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου συνδέεται με την επάρκεια των αποζημιώσεων, χωρίς όμως οι αποζημιώσεις να αποτελούν τη μοναδική παράμετρο κρίσης του Δικαστηρίου. Σχετική είναι η απόφαση Όξυνου Iωάννης Kυριάκου και Άλλη ν. Mαρίας Pόλη Λου, (2011) 1 ΑΑΔ 1066. Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση η έννοια της ζημίας δεν συναρτάται με την υλική ζημία αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του προσώπου που αιτείται την ενδιάμεση θεραπεία.
Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Papastratis v. Pierides (1979) 1 C.L.R. 231, M & CH Mitsingas Trading Ltd v. The Timberland Co (1997) 1 AAΔ 1791 και Κώστας Κυρίσαββας κ.ά ν. Χάρη Κύζη (2001) 1Β ΑΑΔ 1245.
Σημειώνεται ότι για την ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 δεν αρκούν γενικοί ισχυρισμοί, αλλά όπως έχει εξηγηθεί στην απόφαση Aνδρέου Aντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Aρ. 2), (2008) 1 ΑΑΔ 626, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση πρέπει να παρέχονται λεπτομέρειες που να υποστηρίζουν και να αιτιολογούν τον ισχυρισμό περί ανεπανόρθωτης βλάβης.
Στην υπό κρίση υπόθεση η ενάγουσα δεν διαμένει στην επίδικη οικία αλλά σε αυτή διαμένει η θυγατέρα της. Η ενάγουσα είναι απλώς η προηγούμενη εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια. Συνακόλουθα ουδεμία ανεπανόρθωτη ζημία θα υποστεί εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Το πιο πάνω συμπέρασμα ισχύει ακόμα και εάν κρινόταν πιο πάνω πως υφίστατο ορατή πιθανότητα επιτυχίας σε σχέση με το σύνολο των ισχυρισμών της ενάγουσας.
Επομένως, δεν πληρούται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και ως εκ τούτου η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.
Το ισοζύγιο της δικαιοσύνης
Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θα εξετάσω για σκοπούς πληρότητας και το ζήτημα του ισοζυγίου της δικαιοσύνης.
Επαναλαμβάνω τη βασική αρχή ότι το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει το κατά πόσο η οριστικοποίηση του διατάγματος ή έκδοση των υπόλοιπων διαταγμάτων είναι δίκαιη και πρόσφορη. Στην υπόθεση Metaquotes Software Ltd κ.ά. ν. Dababou, Πολιτική Έφεση Ε324/2016, ημερομηνίας 14.11.2018, υποδείχθηκε ότι πιο δόκιμος όρος για τον ισοζυγισμό των επιπτώσεων από την έκδοση ή μη ενδιάμεσου διατάγματος είναι ο όρος ισοζύγιο της δικαιοσύνης.
Η μεθοδολογία για τον ισοζυγισμό των επιπτώσεων από την έκδοση ή μη του εκάστοτε διατάγματος εξετάστηκε σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Εφετείου. Στην απόφαση Κοινοτικό Συμβούλιο ν. Σουλή, Πολ. ΄Έφεση Ε75/2015, ημερομηνίας 7.12.2018, λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά :
«Κατά την άσκηση που το δικαστήριο διενεργεί, στο πλαίσιο εφαρμογής της αρχής του ισοζυγίου της ευχέρειας, η προσοχή του εστιάζεται, όλως ιδιαιτέρως, στο «να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη».
Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση Ευστρατίου ν. Ouzounian and Company Ltd, Εμπορευόμενη με την επωνυμία Lexus Cyprus, (2014) 1 ΑΑΔ 212, όπου υποδείχθηκαν τα ακόλουθα :
«Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1(B) A.A.Δ. 788, η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στην Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd[1987] 1 W.L.R. 670).»
Περαιτέρω, όπως υποδείχθηκε στη θεμελιακή απόφαση Bacardi & co v. Vinco Ltd 1996 1 ΑΑΔ 788, ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo.
Όπως επισημάνθηκε στην απόφαση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. xxx Λοϊζίδου, Π.Ε. 7/2018, ημερομηνίας 21.3.2019 στη στάθμιση των πιο πάνω κρίσιμοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.
Στην υπό κρίση υπόθεση η ενάγουσα είναι η προηγούμενη εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου. Η εναγόμενη είναι η υφιστάμενη εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου.
Με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων η εναγόμενη θα στερηθεί της δυνατότητας να διαχειριστεί την περιουσία της ή να προσφύγει στη δικαιοσύνη προς διεκδίκηση των δικαιωμάτων που της αναγνώριζει ο Νόμος ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου συμπεριλαμβανομένης της λήψης μέτρων έξωσης κατά του κατόχου του ακίνητου.
Αντιθέτως με τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων η ενάγουσα δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημία.
Συνεπώς το ισοζύγιο της δικαιοσύνης θα έγερνε υπέρ της απόρριψης της αίτησης.
Υπό το φως των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση κρίνεται απορριπτέα και απορρίπτεται.
Κατάληξη
Συνεπακόλουθα, της πιο πάνω κατάληξής μου η αίτηση απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα αυτά επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης και εναντίον της ενάγουσας.
Οι διάδικοι δεν καταχώρησαν σύμφωνα με το Μέρος 39 των ΝΚΠΔ καταλόγους εξόδων προς συνοπτικό υπολογισμό. Έχοντας υπόψη τις τις πρόνοιες του Μέρους 39.4 των ΝΚΠΔ και τις πρόνοιες του παραρτήματος Β αυτών, Δικαστήριο θα προχωρήσει με συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, τα έξοδα υπολογίζονται συνοπτικά υπέρ της εναγόμενης και εναντίον της ενάγουσας στο ποσό των € 2.500, πλέον Φ.Π.Α.
…………………………
Μ. Χριστοδούλου Α.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο