Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Κωνσταντίνου Γεωργίου Αρέστη, Αρ. Αγωγής: 107/2021, 12/10/2026
print
Τίτλος:
Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ν. Κωνσταντίνου Γεωργίου Αρέστη, Αρ. Αγωγής: 107/2021, 12/10/2026

  ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

   ΕΝΩΠΙΟΝ:  Μ. Χριστοδούλου, A.Ε.Δ.

 

Αρ.  Αγωγής:  107/2021

 

Μεταξύ:

 

Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ

                                                                                                   Ενάγουσας

                                                      και

 

Κωνσταντίνου Γεωργίου Αρέστη          

                                                                        εναγόμενου                                                                                   

και

Μεταξύ:

 

Κωνσταντίνου Γεωργίου Αρέστη

                                                             ενάγοντα εξ’ ανταπαιτήσεως

 

                                                        και

 

  1. Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ
  2. Kolokasides Developers – Constructions Ltd,

                                                  εναγομένων – εξ’ ανταπαιτήσεως

 

 

Ημερομηνία: 12 Οκτωβρίου 2026

 

Εμφανίσεις

Για ενάγουσα – εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 : κ. Δ. Καλλής για Καλλής & Καλλής ΔΕΠΕ

Για εναγόμενο – εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντα : κ. Δ. Παπαδόπουλος μαζί με κ. Κ. Σπύρου για Παπαδόπουλος & Λυκούργος ΔΕΠΕ.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Εισαγωγή:

Αντικείμενο της παρούσας είναι η αξίωση της ενάγουσας εναντίον του εναγόμενου στη βάση κατ’ ισχυρισμό υπόλοιπου που προκύπτει από σύμβαση δανείου ημερομηνίας 03.07.2007.

 

Δικογραφημένοι ισχυρισμοί:

 

Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα  περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (1991) 1 AΑΔ 24. Το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Σχετική είναι η απόφαση Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη (2003) 1 ΑΑΔ 670.

Η ενάγουσα στην έκθεση απαίτησής της, αναφέρθηκε στην σειρά συγχωνεύσεων που οδηγεί στην νομιμοποίηση της. Ε Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερομηνίας 03.07.2007, δάνεισε στον εναγόμενο Λ.Κ. 85.000 ή το ισάξιο €145.231,12 και δικογράφησε τους βασικούς όρους αυτής. Δικογράφησε, επίσης, ισχυρισμούς σε σχέση με την υποθήκη που δόθηκε προς εξασφάλιση του δανείου.

Ο εναγόμενος καταχώρησε έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης, καθώς και απαίτηση κατά τρίτου, ήτοι της ενυπόθηκου οφειλέτη εταιρείας 2, Kolokasides Developers – Constructions Ltd. Αρνήθηκε τους ισχυρισμούς της ενάγουσας που σχετίζονται με την νομιμοποίηση της. Σε σχέση με την υπογραφή σύμβασης δανείου, επικαλέστηκε εξαναγκασμό και παράβαση κοινοτικών οδηγιών. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα επέβαλε χρεώσεις στην βάση καταχρηστικών ή και παράνομων συμβατικών ρητρών. Παραδέχεται την ύπαρξη της επικαλούμενης υποθήκης από την ενάγουσα, αλλά ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα δεν μπορεί να αξιώνει ποσά για την περίοδο μετά το 2015, χρονολογία που εκδόθηκε απόφαση εναντίον της ενυπόθηκου οφειλέτη. Ισχυρίστηκε ότι η υποθήκη αφορούσε το ακίνητο που ο ίδιος αγόρασε από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2. Ήταν η δικογραφημένη θέση του, ότι στις 16.05.08 συνομολογήθηκε συμφωνία ακύρωσης του εν λόγω πωλητηρίου και στην βάση αυτής της ακύρωσης, ο πρωτοφειλέτης στο δάνειο αντικαταστάθηκε. Έτσι, αντί του εναγόμενου με γνώση και συγκατάθεση της ενάγουσας, πρωτοφειλέτης του δανείου κατέστη η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2. Ισχυρίστηκε ότι η καταχώρηση της παρούσας αγωγής ήταν εκδικητική. Ανταπαιτητικώς αξίωσε αναγνωριστική απόφαση ότι ο ίδιος δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη σε σχέση με την επίδικη συμφωνία δανείου. Αξίωσε παράλληλα αποζημιώσεις από την ενάγουσα και την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2.

Η ενάγουσα καταχώρησε απάντηση στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση συνενώνοντας τα επίδικα θέματα με τον εναγόμενο. Ισχυρίστηκε ότι η ίδια δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στην ακυρωτική συμφωνίας μεταξύ εναγομένου και εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2. Αρνήθηκε τους ισχυρισμούς του εναγόμενου περί αντικατάστασης. Τέλος, επέμεινε στις αξιώσεις της ως η απαίτησή της.

Η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, δεν καταχώρησε ούτε εμφάνιση ούτε ανταπαίτηση.

Η απαίτηση τα ενάγουσας και η ανταπαίτηση του εναγομένου συνεκδικάστηκαν, αφού τα ζητήματα που ήγειραν ήταν κατάλληλα και πρόσφορα να δικαστούν μαζί. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση GDL Trading ( Famagusta) Ltd v. Φαρκόνα κ.ά (2010) 1 ΑΑΔ 63.

 

Παραδεκτά γεγονότα και γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος:

 

Αποτελεί θεμελιακή αρχή ότι στην πολιτική δίκη, απόδειξη μπορεί να προκύψει μέσω παραδοχής γεγονότων. Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις  Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) ΑΑΔ 45 και Παπαμιλτιάδους ν. Ιωάννου (2007) 1 ΑΑΔ 1320. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου μπορεί να προκύψει παραδοχή γεγονότων είναι διά της παραδοχής γεγονότων μέσω των δικογράφων και μέσω δηλώσεων των συνηγόρων. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη Tο Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 279.

 

Περαιτέρω, πέραν από τα αυστηρώς παραδεκτά γεγονότα είναι επιτρεπτή και η εξαγωγή ευρημάτων, χωρίς να αξιολογηθούν σχετικά οι μάρτυρες, επί γεγονότων που εμφανίζονται μη αμφισβητούμενα δια των χειρισμών των διαδίκων  κατά την ακρόαση. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179. Άλλωστε, η ανάγκη αξιολόγησης μαρτυρίας συνήθως υφίσταται, όπου παρουσιάζονται διιστάμενες  εκδοχές επί των επίδικων γεγονότων και το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων. Σχετική είναι η απόφαση Pissis Ltd v. La Baguette Boullangerie- Patisserie Ltd, (2015) 1 ΑΑΔ 2040. Από τις πιο πάνω αυθεντίες προκύπτει ότι δεν υπάρχει ανάγκη αξιολόγησης επί γεγονότων που αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση, κατά τη δικάσιμο, ημερομηνίας 5.3.2026, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός το ότι το ενυπόθηκο ακίνητο έχει εκποιηθεί και έχει εισπραχθεί το ποσό των € 167.500, το οποίο έχει πιστωθεί στον επίδικο λογαριασμό.

Περαιτέρω, μέσα από τους χειρισμούς των δικηγόρων προκύπτει ότι δεν αμφισβητείται η συνομολόγηση συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 23.07.07. Επίσης δεν αμφισβητείται ότι προς εξασφάλιση του εν λόγω δανείου, υποθηκεύτηκε το επίδικο ακίνητο ιδιοκτησίας της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2. Επιπλέον, δεν αμφισβητήθηκε η λήψη προειδοποιητικών επιστολών ούτε ο τερματισμός της σύμβασης δανείου.

Αυτό που αμφισβητήθηκε ήταν το οφειλόμενο ποσό. Επιπλέον προωθήθηκε η εκδοχή ότι στην επίδικη σύμβαση δανείου  ο οφειλέτης αντικαταστάθηκε και αντί του εναγόμενου πρωτοφειλέτης του χρέους κατέστη η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2.

Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ με σύνοψη της ενώπιον μου μαρτυρίας έχοντας υπόψη την αρχή ότι δεν είναι απαραίτητο να γίνεται ειδική αναφορά σε κάθε σημείο που αναφέρεται στη μαρτυρία. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Al Watani κ.ά v. Παπαδόπουλου (2000) 1(Γ) ΑΑΔ 1924, G&K Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδόπουλου κ.ά (2001) 1(Α) ΑΑΔ 88, και Paphos Stone C Estates v. Ζαβρού κ.ά (1998) 1(Γ) ΑΑΔ 1854.

Μαρτυρία

 

Πρώτη μάρτυρας για την ενάγουσα, ήταν η Στέλλα Μαρία Σεργίου, ως ΜΕ1. Κατά την κυρίως εξέτασή της υιοθέτησε  γραπτή δήλωση – κατάθεση της, η οποία σημειώθηκε ως έγγραφο Α. Επίσης κατέθεσε συνολικά δεκαπέντε  (15) τεκμήρια. Επίσης κατά τη μαρτυρία της κατατέθηκαν και δυο τεκμήρια προς αναγνώριση. Ειδικότερα, κατέθεσε ως τεκμήριο 1, δέσμη εγγράφων, αποτελούμενη από σειρά γνωστοποιήσεων και δημοσιεύσεων στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας, ως προς την σειρά συγχωνεύσεων και μεταβολών στο πρόσωπο της ενάγουσας. Ως τεκμήριο 2, κατέθεσε αντίγραφο της συμφωνία δανείου   ημερομηνίας 03.07.07. Ως τεκμήριο 3, κατέθεσε τον έγγραφο υποθήκης και ως τεκμήριο 4 το έγγραφο Σύμβασης και Δήλωσης Υποθήκης.  αντίγραφο απόδειξης έκδοσης δανείου. Ως τεκμήριο 5 κατέθεσε την δικαστική απόφαση εναντίον της εξ ανταπαιτήσεως εναγομένης 2, ημερομηνίας 24.5.20216. Επιπλέον, ως τεκμήριο 6, κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού, συνοδευόμενη από πιστοποιητικό δυνάμει του Άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου και ως τεκμήριο 7, σχετική αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού. Ως τεκμήριο 8, κατέθεσε προειδοποιητικές επιστολές και επιστολές τερματισμού. Ως τεκμήριο 9 κατέθεσε επιστολή των δικηγόρων της, ημερομηνίας 15.2.2011. Ως τεκμήριο 10 κατέθεσε την επιστολή τερματισμού, ημερομηνίας 14.6.2011. Επιπροσθέτως κατέθεσε ως τεκμήριο 11 αποδείξεις εκταμίευσης του δανείου. Περαιτέρω, κατέθεσε επιστολή του εναγόμενου, ημερομηνίας 14.7.2020, ως τεκμήριο 12, ενώ ως τεκμήριο 13 κατέθεσε πωλητήριο μεταξύ εναγόμενου και εξ ανταπαιτήσεως εναγομένης 2. Επιπλέον, κατέθεσε  την αίτηση δανείου ως τεκμήριο 14. Τέλος κατέθεσε ως τεκμήριο 15 πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου αναφορικά με την κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 7.

Κατά την κυρίως εξέτασή της, αναφέρθηκε στο περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατέθεσε και στη μεθοδολογία που ακολούθησε για την ετοιμασία τόσο της αναλυτικής κατάστασης λογαριασμού, όσο και της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού.

Κατά την αντεξέτασή της αναφέρθηκε στον χρόνο που εργάζεται στην ενάγουσα και στη σειρά συγχωνεύσεως και εξαγορών που οδήγησε στη νομιμοποίηση της ενάγουσας. Αναφέρθηκε, επίσης, στο στάδιο πριν την υπογραφή της επίδικης σύμβασης δανείου υποστηρίζοντας ότι υπήρχε δυνατότητα διαπραγμάτευσης των όρων της επίδικης σύμβασης μεταξύ του πιστωτικού ιδρύματος και του εναγόμενου. Ωστόσο, δεν είχε ίδιαν γνώση και οι αναφορές της προέκυπταν από πληροφορίες που λάμβανε. Υποστήριξε, περαιτέρω, ότι ο κάθε δανειολήπτης είχε δικαίωμα να λάβει νομική συμβουλή. Επιπλέον, απέρριψε τους ισχυρισμούς του εναγόμενου περί ύπαρξης συμφωνίας αντικατάστασης. Επιπροσθέτως, αναφέρθηκε στην ετοιμασία των καταστάσεων λογαριασμού και στο περιεχόμενο αυτών.

Επόμενη μάρτυρας ήταν η Μάρθα Γεωργίου, ως ΜΕ2. Η ΜΕ2 υιοθέτησε γραπτή δήλωση -  κατάθεση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Β. Κατά την κυρίως εξέτασή της, κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού ως τεκμήριο 16 καθώς και αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού ως τεκμήριο 17. Στην μαρτυρία της αναφέρθηκε στην διαδικασία που ακολούθησε για την ετοιμασία καταστάσεων λογαριασμού που κατέθεσε. Επίσης σε σχέση με την αναδομημένη κατάσταση, διευκρίνισε ότι έχουν διαφοροποιηθεί οι χρεώσεις σε σχέση με το επιτόκιο και ότι για τον υπολογισμό του τόκου, λήφθηκε ως διαιρέτης οι 365 μέρες.

Κατά την αντεξέτασή της, προσδιόρισε ότι στην αναδομημένη δεν γινόταν ανατοκισμός του επιτοκίου. Περαιτέρω σε σχέση με το Τεκμήριο 17, δήλωσε ότι σε σχέση με τα δημοτικά τέλη, τέλη ΕΟΑ και έξοδα Εφόρου Φορολογίας, αυτά καταγράφονται στην κατάσταση λογαριασμού, επειδή αφορούσαν το ακίνητο που εκποιήθηκε. Η ίδια δεν γνώριζε αν ο εναγόμενος είχε το ακίνητο στην κατοχή του. Αρνήθηκε την υποβολή ότι το δάνειο είχε αναλάβει η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2.

Για την πλευρά του εναγόμενου μαρτυρία έδωσε ο ίδιος και ο διευθυντής της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2.

Ο εναγόμενος υιοθέτησε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Γ. κατά την κυρίως εξέταση του αναγνώρισε το Τεκμήριο Β, το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο 18. Επίσης κατάθεσε την έκθεση απαίτησης στην αγωγή 931/21 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ως τεκμήριο 19.

Κατά την κυρίως εξέτασή του αναφέρθηκε στα γεγονότα που κατά τη θέση του θεμελιώνουν τον ισχυρισμό περί αντικατάστασής του από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2.

Κατά την αντεξέτασή του, αναφέρθηκε στην ακυρωτική συμφωνία που υπέγραψε με την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, ημερομηνίας 16.05.18. Δεν θυμόταν αν πριν την υπογραφή της διόρισε κάποιον δικηγόρο ή αν έλαβε νομική συμβουλή. Ήταν η θέση του, ότι για την εν λόγω συμφωνία είχε ενημερωθεί η ΣΠΕ Φρενάρους και η εν λόγω συμφωνία έγινε στην παρουσία του τότε διευθυντή του υποκαταστήματος, του οποίου δεν θυμόταν το όνομα του. Δεν θυμόταν, επίσης, να προσδιορίσει το πότε μετέβη για ενημερώσει το Πιστωτικό Ίδρυμα μετά την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας, για να το ενημερώσει σχετικά. Σε σχέση με την επιστολή Τεκμήριο 9, αν και υποστήριξε ότι η δικηγόρος που συνέταξε την επιστολή γνώριζε τα γεγονότα, δεν θυμόταν αν ο ίδιος τα συζήτησε μαζί της πριν την στείλει. Αναγνώρισε ότι στο Τεκμήριο 9, ουδεμία αναφορά γίνεται σε συνάντηση στην ΣΠΕ. Ωστόσο, υποστήριξε ότι η ουσία της επιστολής ήταν ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 ανέλαβε το δάνειο. Σε σχέση με το Τεκμήριο 12, αναγνώρισε και πάλι ούτε ουδεμία αναφορά έκανε σε συμφωνία μεταξύ του ίδιου του διευθυντή της ΣΠΕ και του διευθυντή της εξ ανταπαιτήσεως εναγομένης 2. Περιορίστηκε να αναφέρει ότι ήταν απλά μια επιστολή που έστειλε ο ίδιος. Παρά ταύτα, επέμεινε ότι όντως έλαβε χώρα συνάντηση στην ΣΠΕ μαζί με τον διευθυντή της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2, κατά την οποία ενημερώθηκε η ΣΠΕ για την πρόθεση τους, να αντικατασταθεί ο πρωτοφειλέτης και το αποδέχτηκε. Ερωτηθείς γιατί δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα εναντίον της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2 από το 2016, απάντησε ότι η εν λόγω Εταιρεία ήταν σε κακή οικονομική κατάσταση. Σε σχέση με το ενυπόθηκο ακίνητο, επέμεινε ότι ενοικιάζεται μέχρι σήμερα, αλλά δεν είχε οποιοδήποτε στοιχείο να στηρίξει τον ισχυρισμό του. Κληθείς να προσδιορίσει ποια πρόσωπα εννοεί ο ίδιος ως ηγεσία της ΣΠΕ Φρενάρους, δεν ήταν σε θέση να το πράξει. Δήλωσε ότι η λέξη ηγεσία, μπορεί να είναι ευρύς όρος και τελικά ανέφερε ότι εννοούσε τον υπεύθυνο της ΣΠΕ Φρενάρου. Επίσης αναγνώρισε δέσμη εγγράφων, αποτελούμενη από ειδοποίηση τύπου «Ι» σε σχέση με την εκποίηση του επίδικου ακινήτου. Η σχετική δέσμη εγγράφων, κατατέθηκε ως τεκμήριο 20. Η εν λόγω επιστολή επιδόθηκε στις 08.07.21.

Κατά την επανεξέταση του, δήλωσε ότι ο ίδιος δεν έφερε ένσταση στην εκποίηση του επίδικου ακινήτου, γιατί δεν ήταν δική του δουλειά να το πράξει.

Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Γιώργος Κολοκασίδης, διευθυντής της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2, ως ΜΥ1. Κατά την κυρίως εξέταση του, υιοθέτησε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Δ. Κατά την κυρίως εξέταση του, αναφέρθηκε στα γεγονότα που κατά την θέση του θεμελιώνουν το γεγονός της αντικατάστασης του εναγόμενου από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην αρχική πώληση του επίδικου ακινήτου στον εναγόμενο, την υποθήκευση και την επακόλουθη ακυρωτική συμφωνία μεταξύ του εναγόμενου και της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2. Ήταν η θέση του, ότι η συμφωνία ακύρωσης τέθηκε υπόψη του τότε γραμματέα της ΣΠΕ Φρενάρους, κύριου Πίγγου ο οποίος έλαβε γνώση αυτής, την αποδέχτηκε, την ενέκρινε και συμφώνησε να αντικαταστήσει τον κύριο Αρέστη από πρωτοφειλέτη με την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2. Κατόπιν τούτου, προέβη ο ίδιος σε πληρωμές έναντι του δανείου που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 23.000 ευρώ.

Κατά την αντεξέτασή του, υποστήριξε ότι η εταιρεία του ήταν μεγάλος πελάτης της ΣΠΕ Φρενάρου και ότι για το έργο που αφορούσε το επίδικο ακίνητο που αρχικά αγόρασε ο εναγόμενος, χρηματοδότης ήταν η ΣΠΕ Φρενάρου. Ωστόσο, όταν ρωτήθηκε, για το πόσους λογαριασμούς διέθετε εκείνη την εποχή, ο ίδιος δεν θυμόταν. Σε σχέση με την συμφωνία δανείου ημερομηνίας 26.05.08, ανέφερε ότι την συνέταξε κάποιος δικολάβος και δεν ήξερε αν έλαβε είτε ο ίδιος είτε ο εναγόμενος κάποια νομική συμβουλή. Ήταν η θέση του ότι ενημερώθηκε η ΣΠΕ Φρενάρου πριν την υπογραφή της συμφωνίας και την παρουσίασε ο ίδιος στον γραμματέα της ΣΠΕ. Στον γραμματέα της ΣΠΕ πήγε και μαζί με τον εναγόμενο, αλλά και πολλές φορές μόνος του, χωρίς να προσδιορίσει όμως την χρονική περίοδο. Κατά την θέση του, ο γραμματέας τον καθησύχασε ότι η συμφωνία αντικατάστασης θα γίνει γραπτώς. Όταν έλαβε την αγωγή το 2013 ενημέρωσε σχετικά τον συνήγορο του, αλλά δεν έβαλε υπεράσπιση και αποδέχτηκε απόφαση. Σε σχέση με την επιστολή, Τεκμήριο 9, δεν θυμόταν αν τη έλαβε. Θυμόταν ότι κάποτε πήρε κάποιαν επιστολή, και νόμιζε ότι έλεγε κάτι για το δάνειο, χωρίς να θυμάται οτιδήποτε άλλο. Όμως χαρακτήρισε το θέμα αυτό ως ένα ασήμαντο θέμα για την εταιρεία του εκείνη την περίοδο. Σε σχέση με τις πληρωμές που έκανε κατά την θέση του μετά την αντικατάσταση του ως πρωτοφειλέτης, δεν θυμόταν ποια ήταν η μηνιαία δόση και ότι δήλωσαν απλώς ότι θα «περαστεί» το χρέος του εναγόμενου στην εταιρεία του.

 

Εισηγήσεις των διαδίκων

 

Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω εμπεριστατωμένων αγορεύσεων υποστήριξαν ο κάθε ένας τη θέση του.

Αναφορά στα επιμέρους επιχειρήματα θα γίνει κατωτέρω όπου κριθεί αναγκαίο για την απόφαση.

Αξιολόγηση μαρτυρίας

 

Κατ’ αρχάς τονίζεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd (2009) 1 A.A.Δ. 974 και Mirza Feiz Hasan v. Μιχάλη Ανδρέου, (2015) 1 ΑΑΔ 2624.

Στη βάση των πιο πάνω, έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797.

Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας της μάρτυρος με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σχετική είναι η απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506.  Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056 και η απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ,( ανωτέρω). Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45. Διευκρινίζω, όμως, ότι η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων, που κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες και επιτρέπεται για συγκεκριμένους λόγους, οι οποίοι όμως δεν είναι δυνατόν να αναιρούν το αξιόπιστο του μάρτυρα. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Mohamed Shahin Haisan Fawzy ν. Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 266 και  Σιαμμάς ν. Στρούθου Πολιτική Έφεση 208/2016, ημερομηνίας 24.9.2026.

Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολιτική Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:A202, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας.

Περαιτέρω, αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι έκαστος μάρτυρας θα πρέπει να αντεξετάζεται επί όλων των αμφισβητούμενων γεγονότων. Σχετικές, ως προς τις συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης, είναι η αποφάσεις  Frederickou Schools Co Ltd κ.α. ν. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527, Πιριλίδη ν. Δήμου Λεμεσού, Ποινική Έφεση 331/2015, ημερομηνίας 11.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:B454, όπου επαναλήφθηκε η αρχή πως η παράλειψη αντεξέτασης γενικά θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που θέτει ο μάρτυρας.

Διευκρινίζω, επίσης, ότι οι  υποβολές των  συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλώς μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 640 και Στέγη Ευγηρίας «Αρχάγγελος Μιχαήλ» Καϊμακλίου ν. Αργυρίδου Πολιτική Έφεση 32/14, ημερομηνίας 29.9.2021, ECLI:CY:AD:2021:A430.

Με γνώμονα τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές προχωρώ με την αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας, ως προς τα ζητήματα που έμειναν επίδικα.

Αξιολόγηση ΜΕ1

Το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας της ΜΕ1 περιστρέφεται γύρω από γεγονότα που δεν αμφισβητήθηκαν και σχετιζόταν με έγγραφα το περιεχόμενο και η ύπαρξη των οποίων δεν αμφισβητήθηκαν. Έτσι, μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της δεν αμφισβητήθηκε. Ειδικότερα, δεν αμφισβητήθηκε  η μαρτυρία της ως προς τη σειρά συγχωνεύσεων και μετονομασιών που οδήγησε στη νομιμοποίηση της ενάγουσας. 

Επιπλέον, οι θέσεις ως προς την ετοιμασία των καταστάσεων λογαριασμών που κατέθεσε ήταν σαφείς και σταθερές. Πιο συγκεκριμένα, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η μάρτυρας συνέκρινε  και έλεγξε τις καταχωρίσεις που εμφαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού με τις καταχωρίσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Παράλληλα, οι θέσεις της ότι οι εκάστοτε χρεοπιστώσεις καταχωρούνταν στον επίδικο λογαριασμό που τηρείτο σε αρχείο ηλεκτρονικού υπολογιστή, παρέμεινε σταθερή και πειστική. Το ίδιο ισχύει και για το ότι οι εκάστοτε καταχωρίσεις γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή της εργασίας της ενάγουσας και ότι τόσο ο ηλεκτρονικός υπολογιστής όσο και το αρχείο που αφορούσε της επίδικη κατάσταση λογαριασμού βρίσκονταν υπό τη φύλαξη και έλεγχο της ενάγουσας. Επιπλέον δεν αμφισβητήθηκε η ύπαρξη αυτή καθαυτή των εκάστοτε χρεοπιστώσεων. Αυτό που αμφισβητήθηκε είναι η νομιμότητα των διαφόρων χρεώσεων. Επομένως  η θέση της ΜΕ1 ότι οι εκάστοτε χρεοπιστώσεις γίνονταν κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών της ενάγουσας μπορεί να γίνει δεκτή.

Επιπλέον, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η μάρτυρας συνέκρινε και έλεγξε τις καταχωρίσεις που εμφαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού με τις καταχωρίσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή.

Επομένως, η μαρτυρία της ως προς την ετοιμασία της κατάστασης λογαριασμού τεκμήριο 6, μπορεί να γίνει δεκτή.  Ομοίως δεν έχει αμφισβητηθεί η εκδοχή της ως προς τη διεργασία που ακολουθήθηκε για την ετοιμασία της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, τεκμήριο 7.

Οι θέσεις της ως προς τα επιμέρους στοιχεία του λογαριασμού όπως το ότι το επιτόκιο ανήλθε στο 5.5 % αντί του αρχικού 5%  δεν έχουν επεξηγηθεί με την απαιτούμενη σαφήνεια. Όμως, επειδή σε κατοπινό στάδιο η αξίωση περιορίστηκε, μεταξύ άλλων και με υπολογισμό του επιτοκίου στο συμβατικό, η σχετική μαρτυρία της ΜΕ1 δεν σχετίζεται πλέον με οποιοδήποτε επίδικο ζήτημα.

Επί των υπόλοιπων ζητημάτων που παρέμειναν επίδικα, όπως ο ισχυρισμός περί αντικατάστασης, η μαρτυρία της ουσιαστικά δεν μπορεί να διαφωτίσει το Δικαστήριο, αφού η ίδια δεν είχε γνώση των γεγονότων που έλαβαν χώρα την επίμαχη περίοδο. Ειδικότερα, δεν είχε γνώση των όσων τυχόν έλαβαν χώρα κατά τον χρόνο της ακυρωτικής συμφωνίας μεταξύ εναγόμενου και εξ ανταπαιτήσεως εναγομένης 2.

Τέλος, οι αναφορές της ως προς το εάν οι όροι της επίδικης συμφωνίας δανείου αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης τέθηκαν σε υποθετικό πλαίσιο χωρίς να έχει η ίδια οποιαδήποτε γνώση των γεγονότων. Επιπλέον, το εάν ο εναγόμενος είχε ή δεν είχε δικαίωμα να λάβει νομική συμβουλή δεν συνεπάγεται ότι οι όροι της επίδικης συμφωνίας κατέστησαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης.

Συνεπώς η ΜΕ1 κρίνεται αξιόπιστη μάρτυρας γενικά. Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στα σημεία της μαρτυρίας της που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Τα εν λόγω σημεία, ουσιαστικά έχουν απορριφθεί λόγω του ότι η μάρτυρας δεν είχε ίδια γνώση των γεγονότων. Επίσης, οι αναφορές της ως προς το επιτόκιο η ακρίβεια των οποίων ελέγχεται, λόγω του περιορισμού της αξίωσης, δεν είναι πλέον επίδικες. Συνεπώς, τα σημεία στα οποία δεν έγινε αποδεκτή η μαρτυρία της ΜΕ1 δεν είναι αποφασιστικής σημασίας για την εκδοχή της και δεν αναιρούν το αξιόπιστο της μαρτυρίας της. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Mohamed Shahin Haisan Fawzy ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και  Σιαμμάς ν. Στρούθου (ανωτέρω).

Επομένως, η ΜΕ1 κρίνεται αξιόπιστη μεν μάρτυρας αλλά το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί μερικώς στη μαρτυρία της για την εξαγωγή ευρημάτων. 

Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ2

Η ΜΕ2 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία της στο μεγαλύτερο μέρος της δεν έχει αμφισβητηθεί. Ουσιαστικά η μαρτυρία της αφορούσε το ύψος του κατ’ ισχυρισμόν οφειλόμενου χρέους.

Επί του εν λόγω ζητήματος, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η μάρτυρας συνέκρινε  και έλεγξε τις καταχωρίσεις που εμφαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού με τις καταχωρίσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Παράλληλα, οι θέσεις της ότι οι εκάστοτε χρεοπιστώσεις καταχωρούνταν στον επίδικο λογαριασμό που τηρείτο σε αρχείο ηλεκτρονικού υπολογιστή, παρέμεινε σταθερή και πειστική. Το ίδιο ισχύει και για το ότι οι εκάστοτε καταχωρίσεις γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή της εργασίας της ενάγουσας και ότι τόσο ο ηλεκτρονικός υπολογιστής όσο και το αρχείο που αφορούσε της επίδικη κατάσταση λογαριασμού βρίσκονταν υπό τη φύλαξη και έλεγχο της ενάγουσας. Επιπλέον, δεν αμφισβητήθηκε η ύπαρξη αυτή καθαυτή των εκάστοτε χρεοπιστώσεων. Αυτό που αμφισβητήθηκε είναι η νομιμότητα των διαφόρων χρεώσεων. Επομένως,  η θέση της ΜΕ 2 ότι οι εκάστοτε χρεοπιστώσεις γίνονταν κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών της ενάγουσας μπορεί να γίνει δεκτή.

Επιπλέον, δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η μάρτυρας συνέκρινε και έλεγξε τις καταχωρίσεις που εμφαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού με τις καταχωρίσεις στον ηλεκτρονικό υπολογιστή.

Επομένως, η μαρτυρία της ως προς την κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 16, μπορεί να γίνει δεκτή.  Ομοίως δεν έχει αμφισβητηθεί η εκδοχή της ως προς τη διεργασία που ακολουθήθηκε για την ετοιμασία της αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, τεκμήριο 17. Οι θέσεις της ως προς τη νομιμότητα συγκεκριμένων χρεώσεων δεν μπορούν να επηρεάσουν την αξιοπιστία της, αφού άπτονται των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου. Άλλωστε, ως είναι καλά νομολογημένο « Τα έσχατα συμπεράσματα (ultimate issues) επαφίενται στην αποκλειστική κρίση του Δικαστηρίου». Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 217/2010, ημερομηνίας 1.2.2022.

Συνεπώς η ΜΕ2 κρίνεται αξιόπιστη μάρτυρας και η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή για την εξαγωγή ευρημάτων.

 

Αξιολόγηση μαρτυρίας εναγομένου

Η μαρτυρία του εναγόμενου περιστράφηκε κυρίως γύρω από τον ισχυρισμό του περί αντικατάστασής του από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2. Η κύρια θέση του ήταν ότι, κατά τον χρόνο της συμφωνίας ακύρωσης του πωλητηρίου που συνήψε με την εναγόμενη 2, συμφωνήθηκε και με τη Συνεργατική να αντικατασταθεί από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2. Σύμφωνα με τον εναγόμενο, η ύπαρξη της ακυρωτικής συμφωνίας ήταν εις γνώσιν της ΣΠΕ Φρενάρους.

Η θέση αυτή του εναγόμενου καταρρίπτεται από τις επιστολές που η πλευρά του απέστειλε σε ανύποπτο χρόνο. Συγκεκριμένα, ενώ η βασική του θέση ήταν ότι αντικαταστάθηκε ως οφειλέτης από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2,  στην επιστολή, Τεκμήριο 9, η συνήγορός του επιχειρεί να εξηγήσει τον λόγο της μη αποπληρωμής των δόσεων από τον εναγόμενο. Στην εν λόγω επιστολή παραπέμπει σε επιστολή της ιδίας προς την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, στην οποία καταγράφεται ότι μέχρι την 9η.2.2011, η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 δεν είχε μεταβιβάσει επ’ ονόματί της το δάνειο. Επομένως, στις 15.2.2011 φέρεται η πλευρά του εναγομένου να ενημερώνει τη ΣΠΕ για την ύπαρξη της ακυρωτικής συμφωνίας, ημερομηνίας 16.5.2008, και στις 9.2.2011 να ζητεί από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 να προχωρήσει με τη μεταβίβαση του δανείου.

Εάν, όμως, ευσταθούσε η θέση του εναγόμενου, ότι, η ΣΠΕ Φρενάρους, ενημερώθηκε από το 2008, για τον καταρτισμό της ακυρωτικής συμφωνίας και συγκατατέθηκε στην αντικατάσταση του, ουδεμία ανάγκη θα είχε να ζητά από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, τρία χρόνια μετά, τη μεταβίβαση του δανείου. Επίσης, με το τεκμήριο 9 ο εναγόμενος ουδεμία αναφορά έκανε σε αντικατάσταση. Με την εν λόγω επιστολή απλώς ενημέρωνε τη ΣΠΕ για την ύπαρξη της ακυρωτικής συμφωνίας. Θα ανέμενε κανείς πως, εάν όντως ευσταθούσαν οι ισχυρισμοί του περί συμφωνίας αντικατάστασης ή έστω περί γνώσεως και συγκατάθεσης της ΣΠΕ στην αντικατάστασή του, να το ανέφερε. Επιπλέον, με την επιστολή του, ημερομηνίας 9.2.2011 προς την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 ζητά, τρία χρόνια μετά την ακυρωτική συμφωνία, όπως η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 αναλάβει το δάνειο. Ποιος ο λόγος όμως, εάν όντως είχε συντελεσθεί η αντικατάστασή του από το 2008, να το ζητά το 2011;

Επιπλέον, ούτε στο Τεκμήριο 12, επιστολή ημερομηνίας 14.7.2020, προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά περί συμφωνίας αντικατάστασης, η οποία να ήταν υπόψη της ΣΠΕ ή έλαβε χώρα με τη συγκατάθεσή της. Οι αναφορές του περιορίζονται στο τι συμφώνησε με την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2. Μάλιστα, με το Τεκμήριο 12 δηλώνει ότι συναινεί στην εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου και την απαλλαγή του από το χρέος. Όμως, ποιος ο λόγος να ζητά απαλλαγή, εάν όντως είχε αντικατασταθεί;

Είναι προφανές πως ο εναγόμενος σε κανένα σημείο δεν ήγειρε τον ισχυρισμό περί αντικατάστασης. Ο εν λόγω ισχυρισμός τέθηκε πρώτη φορά με το δικόγραφο και κατά την ακρόαση. Είναι προφανές ότι ο εν λόγω ισχυρισμός αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη. Η επιλογή του να προωθεί μια εκδοχή που είναι εκ των υστέρων επινόηση, η οποία συγκρούεται με την έγγραφη μαρτυρία που προήλθε από τον ίδιο, δεικνύει την πρόθεσή του να μετέλθει οποιοδήποτε μέσο για να εξυπηρετήσει την πιο βολική για τον ίδιο εκδοχή. Όμως, η πιο πάνω επιλογή του πλήττει καίρια την αξιοπιστία του.

Μάλιστα το γεγονός ότι η θέση του περί αντικατάστασης αποτέλεσε δημιούργημα προκύπτει και από το ότι δεν αμφισβήτησε το περιεχόμενο του τεκμηρίου 20. Το τεκμήριο 20 είναι ειδοποίηση τύπου «Ι», ημερομηνίας 28.6.2021 η οποία επιδόθηκε στον εναγόμενο, υπό την ιδιότητα του ως πρωτοφειλετης στις 8.7.2021 και τον ενημέρωνε σχετικά με την εκποίηση του ακίνητου. Σημειωτέον ότι η υπεράσπιση του εναγόμενου καταχωρήθηκε 11.5.2021, ήτοι πριν τη λήψη της εν λόγω επιστολής. Παρά ταύτα, ο εναγόμενος δεν αντέδρασε στην εν λόγω επιστολή στην οποία καταγράφεται ως πρωτοφειλέτης δεν αντέδρασε. Θα ανέμενε κανείς ότι έστω μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης του να ακολουθούσε το ισχυρισμό περί αντικατάστασης και να αντιδρούσε όταν του αποδιδόταν ο χαρακτηρισμός του πρωτοφειλέτη. Αντιθέτως ουδέν έπραξε. Η πιο πάνω παράλειψη επηρεάζει την πειστικότητα της εκδοχής του περί συμφωνίας αντικατάστασης, αφού εάν ειλικρινώς πίστευε ότι δεν ήταν πρωτοφειλέτης θα αντιδρούσε στον εν λόγω χαρακτηρισμό. Άλλωστε, ο εναγόμενος δεν ήταν πρόσωπο που παρέμενε άπραγο όταν λάμβανε επιστολές από την ενάγουσα.

Πέραν από το ότι η βασική του εκδοχή δεν συνάδει, αλλά αντικρούεται από την έγγραφη μαρτυρία που προήλθε από τον ίδιο, και η ίδια η εκδοχή του, ως τέθηκε στη διά ζώσης μαρτυρία του, στερείται πειστικότητας και χαρακτηρίζεται από υπεκφυγές σε καίρια σημεία. Ειδικότερα, όταν του τέθηκε πως το περιεχόμενο των επιστολών τεκμήριο 9 δεν υποστηρίζει το ισχυρισμό του περί αντικατάστασης, απάντησε ότι αυτό ήταν το νόημα. Όμως, δεν προκύπτει η επιστολή του να είχε τέτοιο νόημα, αφού, μεταξύ άλλων, ουδεμία αναφορά έγινε σε αντικατάσταση. Περαιτέρω, ερωτηθείς εάν συζήτησε τα γεγονότα με την δικηγόρο του, απάντησε ότι τα γεγονότα ήταν υπόψιν τη δικηγόρου του αλλά δεν θυμόταν αν τα συζήτησε. Είναι απορίας άξιο πως τοποθετήθηκε θετικά ότι η συνήγορός του γνώριζε τα γεγονότα αλλά δεν θυμόταν αν τα ανέφερε ο ίδιος. Το γεγονός ότι η δικηγόρος του ήταν σύζυγος του δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι είχε γνώση των όσων αφορούσαν τον εναγόμενο. Επιπλέον, πώς μπορεί να ανέφερε στη συνήγορό του ότι αντικαταστάθηκε η τελευταία να το γνώριζε, αλλά ουδεμία αναφορά να έκανε σε αυτό το γεγονός. Σαφώς, το ζήτημα θα μπορούσε να προκύπτει από αμέλεια του δικηγόρου να θέσει τα πραγματικά γεγονότα που της ανέφερε ο πελάτης της. Όμως, στην υπό κρίση υπόθεση σε επιστολή που απέστειλε ο ίδιος  ο εναγόμενος και πάλι ουδεμία αναφορά γίνεται στην αντικατάσταση. Επομένως, και πάλι δεν προκύπτει ότι σε οποιοδήποτε στάδιο ο εναγόμενός προώθησε τέτοιο ισχυρισμό. Η προσπάθεια του όμως να παρουσιάσει τα έγγραφα ότι έχουν αυτό το νόημα καταφεύγοντας και σε υπεκφυγές επιτείνει το συμπέρασμα περί αναξιοπιστίας.

Επιπροσθέτως, ο εναγόμενος δεν θυμόταν καίρια και κρίσιμα γεγονότα. Ειδικότερα, δεν θυμόταν ούτε το όνομα τoυ διευθυντή της ΣΠΕ Φρενάρους, ούτε μπορούσε να προσδιορίσει το πότε συναντήθηκε μαζί του. Επίσης δεν θυμόταν εάν έλαβε νομική συμβουλή πριν τη συνομολόγηση της ακυρωτικής συμφωνίας με την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2.  Τα πιο πάνω δεν είναι λεπτομέρειες της εκδοχής του. Αντίθετα, όταν κάποιος συμβαλλόμενος προβαίνει σε τέτοια ρύθμιση να αποδεσμευθεί από κάποια σύμβαση δάνειου αναμένεται να γνωρίζει το πρόσωπο με το οποίο συμφωνεί να τον αποδεσμεύσει. Επίσης, πρόσωπο που επιδιώκει να αποδεσμευθεί και προχωρεί με τον καταρτισμό σύβασης με άλλο πρόσωπο πέραν του δανειστή τουλάχιστον θυμάται εάν έλαβε νομική συμβουλή ή όχι. Τέλος εφόσον ο ίδιος θεωρούσε την ακυρωτική συμφωνία ως το θεμέλιο της αντικαταστάτης του θα ανέμενε να ήταν σε θέση να προσδιορίσει, όχι με ημερολογιακή ακρίβεια αλλά με αναφορά σε χρονική προοπτική, πότε ενημερώθηκε ο πιστωτής του και πότε συναντήθηκε μαζί του. Τα πιο πάνω σχετίζονταν με σημαντικά σημεία της μαρτυρίας του και δεν αποτελούν ζητήματα που η πάροδος του χρόνου και η συνακόλουθη φυσιολογική αποδυνάμωση της μνήμης να επενεργούν με τρόπο που να μην επηρεάζουν την αξιοπιστία του μάρτυρα. Αντίθετα, το γεγονός ότι η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από πολλά «δεν θυμούμαι», σε καίριες ερωτήσεις, χωρίς επαρκή εξήγηση, αποδυναμώνει την αξιόπιστα του. Σχετική είναι  η απόφαση Γεωργίου Γεώργιος Ανδρέα ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 10.

 

Συνολικά ο εναγόμενος κρίνεται μη αξιόπιστος μάρτυρας.

Αξιολόγηση ΜΥ1

Ο ΜΥ1 δεν προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ο ΜΥ1 προσπάθησε να προωθήσει την εκδοχή του ότι έγινε νέα συμφωνία και ανέλαβε η εταιρεία του το επίδικο χρέος. Όμως η μαρτυρία του στερείται λογικής και πειστικότητας. Ήταν η θέση του στην οποία επέμεινε ότι κατόπιν συμφωνίας η εταιρεία, εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, αντικατέστησε τον εναγόμενο. Ωστόσο, δεν ήταν σε θέσει να παράσχει λεπτομέρειες σχετικά με του όρους υπό τους οποίους το έπραξε ή τη συμφωνηθείσα μηνιαία δόση. Ο ΜΥ1 αρκέστηκε να αναφέρει ότι συμφωνήθηκε να περαστεί το χρέος από τον εναγόμενο στην εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2. Όμως η πιο πάνω θέση είναι αόριστη και στερείται πειστικότητας. Ο επίδικη σύμβαση δανείου περιελάβανε  συγκεκριμένους όρους. Τα χρέη δεν περνιόνται έτσι απλά από τον ένα διάδικο στον άλλο. Εάν όντως λάμβανε χώρα τέτοια συμφωνία αναπόφευκτα θα περιείχε κάποιους όρους. Τα μέρη θα έπρεπε να συμφωνήσουν σε κάτι. Σαφώς δεν αναμένετο από τον ΜΥ1 να τοποθετηθεί με λεπτομέρεια ως προς τους όρους. Τουλάχιστον όμως, εάν όντως ευσταθούσε η θέση του, θα έπρεπε να αναφέρει κάποιες βασικές παραμέτρους της συμφωνίας, όπως επί παραδείγματι τη συμφωνηθείσα δόση ή τη διάρκεια αποπληρωμής ή έστω το ότι παρέμειναν αναλλοίωτοι οι αρχικοί όροι μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενου. Η δήλωση ότι απλώς περάστηκε ένα χρέος χωρίς οτιδήποτε άλλο στερείται λογικής και πειστικότητας.

Πέραν από το πιο πάνω, η μαρτυρία του στερείται πειστικότητας και ένεκα του ότι ενώ παρουσίαζε την εταιρεία του ως μια μεγάλή εταιρεία που το επίδικο δάνειο ήταν ασήμαντο για αυτή, εντούτοις δεν θυμόταν απλά ζητήματα που να επέτρεπαν τον έλεγχο του σχετικού ισχυρισμού, όπως τον αριθμό των λογαριασμών που είχε ανοικτούς η εν λόγω εταιρεία στην ΣΠΕ Φρενάρους. Επίσης, ήταν τέτοια η ευρωστία της εταιρείας του και η σχέτη του με την ΣΠΕ Φρενάρους, που μπορούσε να λαμβάνει και πιστώσεις τηλεφωνικώς. Προφανώς ο μάρτυρας δεν ανεμένετο να δώσει ακριβή αριθμό των λογαριασμών που διατηρούσε η εταιρεία του. Όμως όταν κάποιο πρόσωπο διοικεί μια εταιρεία που παρουσιάζεται σημαντική και μπορεί να λαμβάνει πίστωση ακόμη και τηλεφωνικώς, αναμένεται τουλάχιστον να δώσει στοιχεία που αν επιτρέπουν τον έλεγχο αυτού του ισχυρισμού. Η επιμονή του να παρουσιάζει την εταιρεία του ως μια πολύ σημαντική εταιρεία που λόγω του μεγέθους της λάμβανε διευθετήσεις και χορηγήσεις ακόμα και προφορικά χωρίς οτιδήποτε που να επιτρέπει τον έλεγχο αυτού του ισχυρισμού δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να τον αποδεχθεί. Παράλληλα, η πιο πάνω επιμονή δεικνύει πρόθεση του μάρτυρα να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μια εκδοχή που βόλευε το αφήγημά του χωρίς οποιαδήποτε υποστήριξη. Η πιο πάνω επιλογή αναπόφευκτα επηρεάζει την αξιοπιστία του.

Συνακολούθα, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι ακροσφαλές να βασιστεί στη μαρτυρία του ΜΥ1 για την εξαγωγή ευρημάτων.

Ευρήματα

Στη βάση των ανωτέρω προχωρώ με τη διατύπωση των πρωτογενών γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση.

Περί το έτος 2006 ο εναγόμενος συμφώνησε να αγοράσει από την εξ αναταπαιτήσεως εναγόμενη 2 συγκεκριμένο ακίνητο. Στις 3.7.2007 υπογράφθηκε συμφωνία δανείου μεταξύ της ΣΠΕ Φρενάρους και του εναγόμενου. Σκοπός του δανείου ήταν η εξόφληση της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2. Η αγορά ακινήτων δεν εμπίπτει στην εμπορική, επιχειρηματική, βιοτεχνική ή ελεύθερη επαγγελματική δραστηριότητα του εναγομένου.

Ως εξασφάλιση του πιο πάνω δανείου παραχωρήθηκε υποθήκη εκ μέρους της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2. Στις 16.5.2008 ο εναγόμενος και η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 συμφωνήσαν όπως ακυρώσουν το μεταξύ τους πωλητήριο έγγραφο. Ακολούθως η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη κατέθεσε σε τρεις διαφορετικές ημερομηνίες το συνολικό ποσό των € 23.000 έναντι του πιο πάνω δανείου.

Η επίδικη συμφωνία δανείου τερματίστηκε στις 14.6.2011. Η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοκκινοχωρίων Λτδ καταχώρησε εναντίον του εναγόμενου και της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2 την αγωγή 901/2013 του Ε/Δ Αμμοχώστου. Η αγωγή δεν επιδόθηκε στον εναγόμενο. Στις 24.5.2016 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση στην αγωγή 901/2013 εναντίον της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2 για εκποίηση του επίδικου ακινήτου. Ο εναγόμενος στις 24.9.2021 καταχώρησε αγωγή εναντίον διαφορών προσώπων μεταξύ των οποίων και της ενάγουσας στο Ε/Δ Λευκωσίας στις οποίες απέδιδε δόλο και συμπαιγνία εναντίον του για δυσφήμιση και παραβίαση του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή.

Στις 8.7.2021η ενάγουσα επέδωσε στον εναγόμενο, υπό την ιδιότητά του ως πρωτοφειλέτη, ειδοποίηση τύπου «Ι», ημερομηνίας 28.6.2021 αναφορικά με την εκποίηση του επίδικου ακινήτου.

Το επίδικο ακίνητο εκποιήθηκε και εισπράχθηκε το πόσο των € 167.500, το οποίο έχει πιστωθεί στον επίδικο λογαριασμό. Επιπλέον, από την εκποίηση προέκυψε το ποσό  των € 15.909,82 το οποίο αφορά, δημοτικά τέλη, τέλη ΕΟΑ Αμμοχώστου, έξοδα εφόρου φορολογίας, σχετικά τέλη και φορολογία. Όλα τα πιο πάνω έξοδα αφορούν έξοδα που προέκυψαν από την εκποίηση.  Τα εν λόγω έξοδα χρεώθηκαν στον λογαριασμό του εναγόμενου. Από 31.12.2024 το ποσοστό κατέστη μηδενικό.

Η ενάγουσα συμπεριλαμβανομένων των πιο πάνω τελών περιόρισε την αξίωση της στο ποσό των € 120.770,50 με μηδενικό επιτόκιο.

Νομική Πτυχή

 

Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά. (1991) 1 ΑΑΔ 507, η  βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του.

 

Στην απόφαση  Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βασίλη Χαραλάμπους και Άλλων (2010) 1 ΑΑΔ 829, υποδείχθηκε ότι σε υποθέσεις τραπεζικού χρέους τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι τρία. Ειδικότερα υποδείχθηκε ότι χρήζουν απόδειξης, (α) η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, μαζί με τους όρους της, (β) η παράβαση όρου της σύμβασης, (γ) ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο.

 

Το επίπεδο απόδειξης των ισχυρισμών του εκάστοτε ενάγοντα βρίσκεται στο  επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής (2001) 1 ΑΑΔ 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).

 

Παράλληλα, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd  (2016) 1 Α.Α.Δ. 2786, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις King's Development Co Ltd v. Πηλέα (2001) 1 ΑΑΔ 733 και Ιακωβίδης ν. P & A Sfinakia Entertainment Ltd κ.ά, Πολιτική Έφεση 226Α /2018, ημερομηνίας 10.1.2025.

 

Επομένως, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει το κατά πόσο η ενάγουσα απέδειξε τα βασικά γεγονότα που θεμελιώνουν την απαίτησή της, στον απαιτούμενο βαθμό, ώστε να δικαιούται σε απόφαση.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση η σύναψη σύμβασης δανείου ημερομηνίας 03.07.2007 δεν αμφισβητείται. Επομένως η συνομολόγηση της επίδικης σύμβασης έχει αποδειχθεί. Δεν έχει αμφισβητηθεί επίσης ούτε η παράβαση των όρων αυτής ούτε ο τερματισμός της.

 

Το βασικό ζήτημα που ήγειρε ο εναγόμενος με την ανταπαίτηση του και έδωσε έμφαση ο ευπαίδευτος συνήγορος αυτού ήταν το ζήτημα της αντικατάστασης ( novation).

 

Ως προς την έννοια της αντικατάστασης  (novation) διαφωτιστικό είναι το σύγγραμμα Chitty on Contracts 34η  έκδοση, Μέρος 1, παρα. 22-089, σελ. 1783- 1784 όπου καταγράφονται τα ακόλουθα:

 

“Novation takes place where: that there being a contract in existence, some new contract is substituted for it, either between the same parties (for that might be) or between different parties; the consideration mutually being the discharge of the old contract.”

 

Προκύπτει από τον πιο πάνω ορισμό ότι η αντικατάσταση (novation) κάποιας σύμβασης μπορεί να επέλθει, είτε μεταξύ των ίδιων μερών, είτε μεταξύ διαφορετικών μερών με αντάλλαγμα, αμοιβαία, την εκπλήρωση της παλαιάς σύμβασης.

 

Όπως σχολιάζεται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts (ανωτέρω), σελ. 1784, πιο συχνή είναι η δεύτερη περίπτωση. Σε τέτοια περίπτωση όπως επισημαίνεται στο ίδιο σύγγραμμα, επίσης, στη σελίδα 1784, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να υφίσταται η συγκατάθεση όλων των μερών. Η συγκατάθεση μπορεί να είναι ρητή ή εξυπακουόμενη.

 

Στο κυπριακό δίκαιο θεμελιακή είναι η απόφαση Τράπεζα Κύπρου ν. Coudounaris Food Products Ltd (1995) 1 AAΔ 641, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Δύο βασικά σημεία προκύπτει ότι είναι απαραίτητα για τη δημιουργία νέας συμφωνίας:

(α) Η ύπαρξη μιας αρχικής συμφωνίας.

(β) Η διαγραφή των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών, ή του ενός, στην αρχική συμφωνία και η ανάληψη των υποχρεώσεων αυτών από ένα τρίτο μέρος στη νέα συμφωνία.

Επίσης, βασική προϋπόθεση είναι η πρόθεση των μερών για αντικατάσταση της υφιστάμενης συμφωνίας (animus novandi).

Η νέα όμως συμφωνία ή πράξη δεν συνιστά novation παρά μόνο αν εκφράζεται καθαρά η πρόθεση των μερών ότι η οφειλή από τον Άλφα προς τον Βήτα θα διαγραφεί.”

 

Περαιτέρω ως έχει τεθεί στην υπόθεση Πίγκος Εστέϊτς Λτδ ν. Καλογήρου κ.α. (2015) 1 ΑΑΔ 1953 :

 

«Η αντικατάσταση υπάρχουσας σύμβασης με νέα, ως αποτέλεσμα συμφωνίας των εμπλεκομένων μερών, είναι δυνατό να οδηγήσει σε αποδέσμευση από τις προηγούμενες συμβατικές τους υποχρεώσεις. Ο όρος «novation» εισήχθη από το ρωμαϊκό δίκαιο. Απαιτείται, ως ουσιαστικό στοιχείο, η λήψη της συγκατάθεσης όλων των μερών μιας συμφωνίας, προκειμένου αυτή να αντικατασταθεί. Συνήθως παίρνει τη μορφή αντικατάστασης ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη μιας σύμβασης από τρίτο πρόσωπο και συνεπάγεται τη μεταβίβαση τόσο των δικαιωμάτων όσο και των υποχρεώσεων που απορρέουν από την εν λόγω σύμβαση. Είναι βέβαια δυνατό η νέα σύμβαση να αφορά αντικατάσταση της προηγούμενης με τα ίδια συμβαλλόμενα μέρη. Αποτέλεσμα είναι η δημιουργία μιας νέας σύμβασης (Chitty on Contracts, 26th ed., vol. 1, para 1436, p. 902).»

 

Από τις πιο πάνω αυθεντίες προκύπτει ότι συστατικό στοιχείο της έννοιας της αντικατάστασης είναι η συγκατάθεση όλων των εμπλεκόμενων μερών. Περαιτέρω, απαιτείται όπως, η πρόθεση των μερών ότι η οφειλή από τον αρχικό οφειλέτη προς τον πιστωτή θα διαγραφεί, να έχει εκφραστεί καθαρά.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση, η πλευρά του εναγόμενου επικέντρωσε την επιχειρηματολογία της στην ύπαρξη ακυρωτικής συμφωνίας μεταξύ εναγομένου και εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2. Επίσης, υφίσταται το γεγονός ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 κατέβαλε συγκεκριμένα ποσά έναντι του χρέους. Τέλος προκύπτει ότι η ύπαρξη της εν λόγω ακυρωτικής συμφωνίας τέθηκε υπόψη της ενάγουσας στις 15.2.2011, ήτοι περίπου 3 χρόνια μετά τη συνομολόγησή της.

 

Το ερώτημα που αναδύεται είναι το κατά πόσο τα πιο πάνω στοιχεία οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπήρξε ρητή ή εξυπακουόμενη συγκατάθεση όλων των μερών στην αντικατάσταση της σύμβασης. 

 

Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να σημειώσω ότι η συγκατάθεση των μερών πέραν από γραπτή ή προφορική μπορεί να είναι και εξυπακουόμενη. 

 

Ως προς την πιο πάνω δυνατότητα και τη δικαστική μεθοδολογία που πρέπει να ακολουθείται ως προς την κατάληξη σε συμπέρασμα περί αντικατάστασης σημαντική είναι  η αγγλική απόφαση Credico Marketing Ltd & Anor v Lambert & Ors [2021] EWHC 1504 (QB) para. 215 – 216:

 

«The parties' consent to a novation need not be set out in writing. Indeed, the parties do not need to give their consent expressly, whether orally or in writing. A novation may be inferred from the circumstances. In Evans, at paragraph 181, Lightman J said:

«The proper approach to deciding whether a novation should be inferred is to decide whether that inference is necessary to give business efficacy to what actually happened (compare Miles v Clarke [1953] 1 WLR 537 at 540). The inference is necessary for this purpose if the implication is required to provide a lawful explanation or basis for the parties' conduct."

In particular, a novation may be inferred from the way that the parties behave towards each other, in that, with the consent of all concerned, the third party assumes the obligations of the original contracting party towards the other contracting party.»

 

Σχετική, επίσης, είναι και η απόφαση Evans v. SMG Television Ltd (2003) EWHC 1423 (ch), para. 181.

 

Συνάγεται, λοιπόν, ότι η αντικατάσταση (novation) κάποιας σύμβασης μπορεί να εξαχθεί από τη συμπεριφορά των μερών, όταν διαφαίνεται από τις περιστάσεις ότι όλα τα μέρη αποδέχθηκαν πως ένα τρίτο πρόσωπο αντικατέστησε τον αρχικό συμβαλλόμενο και ανέλαβε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Το σωστό κριτήριο για να διαπιστωθεί αν μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη αντικατάστασης είναι το κατά πόσον ένα τέτοιο συμπέρασμα είναι αναγκαίο για να δοθεί λογική και εμπορικά αποτελεσματική εξήγηση στα πραγματικά γεγονότα και στη συμπεριφορά των μερών.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση μέσα από την ενώπιόν μου μαρτυρία δεν προκύπτει ότι η ενάγουσα αποδέχτηκε ρητά είτε γραπτώς είτε προφορικώς την κατ’ ισχυρισμό αντικατάσταση. Όμως, το ζήτημα δεν τελειώνει στο πιο πάνω συμπέρασμα. Το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει το κατά πόσο από τη συμπεριφορά των διαδίκων μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη αντικατάστασης.

 

Σύμφωνα με την ενώπιόν μου μαρτυρία ο εναγόμενος  με την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 συνήψαν αγοραπωλητήριο συμβόλαιο για την αγορά του ενυπόθηκου ακινήτου, ιδιοκτησίας της εξ ανταπαιτήσεως εναγομένης 2. Η τελευταία υποθήκευσε το επίδικο ακίνητο υπέρ της ενάγουσας. Στις 16.5.2008 ο εναγόμενος με την ενυπόθηκη οφειλέτη συνήψαν σύμβαση με την οποία ακύρωναν την σύμβαση πώλησης. Η ενυπόθηκη οφειλέτης ανέλαβε την υποχρέωση να απαλλάξει τον εναγόμενο από το επίδικο χρέος. Η  εναγόμενη 2 μετά την υπογραφή της ακυρωτικής συμφωνίας προέβη σε τρεις πληρωμές έναντι του επίδικου χρέους. Συνολικά κατέβαλε το ποσό των € 23.000. Ο εναγόμενος με επιστολή του ημερομηνίας 15.2.2011 έθεσε υπόψη της ενάγουσας την ύπαρξη ακυρωτικής συμφωνίας.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 κατέβαλε διάφορα ποσά έναντι του χρέους μετά τη σύναψη της ακυρωτικής συμφωνίας.

 

Κατ’ αρχάς σημειώνω ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 ήταν ενυπόθηκη οφειλέτης  του εναγόμενου. Σύμφωνα με τον όρο 4 του εγγράφου υποθήκης, τεκμήριο 3, η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, ευθυνόταν ομού και/ ή ξεχωριστά με τον πρωτοφειλέτη για την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού τυχόν εμφανιζόταν ως οφειλόμενο.

 

Επομένως, το γεγονός ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 κατέβαλε κάποια ποσά έναντι του δανείου μετά τη σύμβαση ακύρωσης του πωλητηρίου με τον εναγόμενο - πρωτοφειλέτη δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ότι η τράπεζα, η οποία αποδέχθηκε τις πληρωμές, είχε συγκατατεθεί σε αντικατάσταση της σύμβασης.

 

Κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, η ενέργεια του πιστωτή να αποδεχθεί πληρωμές  από τον ενυπόθηκο  οφειλέτη ενός χρέους δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αυτό γίνεται, επειδή ο πιστωτής συμφώνησε να αντικατασταθεί ο πρωτοφειλέτης με τον ενυπόθηκο οφειλέτη. Το γεγονός ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης με τον πρωτοφειλέτη συμφώνησαν όπως ο πρώτος απαλλάξει τον δεύτερο δεν καθιστά την αποδοχή των πληρωμών, άνευ ετέρου, αποδοχή της συμφωνίας αντικατάστασης. Ούτε το πιο πάνω γεγονός οδηγεί σε συμπέρασμα ότι η συμπεριφορά των μερών μπορεί εξηγηθεί εμπορικά ως αποδοχή της συμφωνίας αντικατάστασης. Αντίθετα μπορεί να εξηγηθεί κάλλιστα και απλούστατα από το ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις του ως ενυπόθηκος οφειλέτης.

 

Επιπλέον, το γεγονός ότι κοινοποιήθηκε η ακυρωτική συμφωνία στην τράπεζα δεν μπορεί να επηρεάσει τα πράγματα. Ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ο εναγόμενός όταν κοινοποιούσε την ακυρωτική συμφωνία ουδεμία νύξη ή αναφορά έκανε σε αντικατάστασή του από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2. Το μόνο που ζήτησε ήταν χρόνος να συνεννοηθεί, ώστε η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 να τηρήσει τους όρους της συμφωνίας μεταξύ της ίδιας και του εναγόμενου. Έτσι, λοιπόν, ακόμα και η μεταγενέστερη γνώση της ενάγουσας περί της ύπαρξης της ακυρωτικής συμφωνίας δεν μπορεί να έχει σημασία.

 

Από τα ενώπιόν μου δεδομένα κρίνω πως δεν μπορώ να καταλήξω ότι υπήρχε ρητή ή εξυπακουόμενη συμφωνία αντικατάστασης του εναγόμενου από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2. Επίσης, ούτε από  τη συμπεριφορά των μερών μπορώ να συναγάγω τέτοιο συμπέρασμα. Συνακόλουθα, η υπεράσπιση της ύπαρξης αντικατάστασης και επακόλουθης απαλλαγής του εναγόμενου από τις συμβατικές του υποχρεώσεις δεν μπορεί να επιτύχει.

 

Με δεδομένο το πιο πάνω συμπέρασμα προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο έχει αποδειχθεί η αξίωση της ενάγουσας.

 

Η απάντηση στο ερώτημα του κατά πόσο η ενάγουσα απέδειξε την αξίωσή της  περνά σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο οι καταστάσεις λογαριασμού θα πρέπει να κριθούν ως αντίγραφα του τραπεζικού βιβλίου. Η αποδοχή και η αποδεικτική βαρύτητα των καταστάσεων λογαριασμών συνδέεται τόσο με την απόδειξη τυχόν οφειλόμενου πόσου όσου και με την τυχόν παράλειψη του εναγόμενου να καταβάλει τη δόση του.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση, σύμφωνα με τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 τα βιβλία και τα αρχεία της  ενάγουσας τηρούνταν κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών της ενάγουσας. Τονίζω ότι η πιο πάνω θέση ουδόλως έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση.  Είναι, λοιπόν, προφανές ότι οι χρεοπιστώσεις καταχωρούνταν στο αρχείο ηλεκτρονικού υπολογιστή που αποτελούσε μέρος του τραπεζικού βιβλίου που διατηρούσε και είχε υπό τη φύλαξη της η ενάγουσα. Οι  καταχωρίσεις στο βιβλίο γίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της ενάγουσας. Περαιτέρω, αναφορικά με τις καταστάσεις λογαριασμών που παρουσίασε η ΜΕ2 αυτές συγκρίθηκαν από την ίδια με τις αρχικές καταχωρίσεις στο τραπεζικό βιβλίο και ήταν  ορθές. Η θέση της ΜΕ2 ότι η ίδια έλεγξε τις αρχικές καταχωρίσεις στο τραπεζικό βιβλίο και τις βρήκε ορθές δεν έχει αμφισβητηθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο.

 

Τα πιο πάνω δεδομένα επαρκούν, ώστε η κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 16  να κριθεί ως αντίγραφο του Τραπεζικού Βιβλίου σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, αλλά και τη σχετική νομολογία. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Ιωαννίδης κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, (2014) 1 ΑΑΔ 1491.

 

Σύμφωνα δε με τη πάγια πλέον νομολογία, η κατάθεση λογαριασμού, ο οποίος κρίνεται ως αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου, δυνάμει του άρθρου 22 του περί αποδείξεως νόμου, συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη του περιεχομένου του. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ και Άλλων (2009) 1 ΑΑΔ 479, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Εφόρου Εταιρειών, ως προσωρινού εκκαθαριστή της εταιρείας Deme - Dairy Ltd κ.α, Πολιτική Έφεση Αρ. 246/2013, ημερομηνίας 11.12.2019, ECLI:CY:AD:2019:A523, Αργυρού κ.ά. v. B2Kapital Cyprus Ltd, Πολιτική  Έφεση 172/15, ημερομηνίας 11.6.2025 και  Τάνη κ.ά ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Πολιτική Έφεση 308/2016, ημερομηνίας 23.10.2025.

 

Περαιτέρω, ως έχει κριθεί πρόσφατα από το εφετείο, γενικές και αόριστες υποβολές κατά την ακρόαση δεν επαρκούν για την ανατροπή του πιο πάνω μαχητού τεκμηρίου. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Κόκκινου κ.ά ν. Themis Portofolio Management Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση 386/2018, ημερομηνίας 30.10.2025. Σχετικής, επίσης, είναι και η απόφαση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Ζαλούμη κ.ά, Πολιτική Έφεση 149/13, ημερομηνίας 14.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:A123.

 

Επιπλέον, στην απόφαση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργου Οικονόμου, (2014) 1 ΑΑΔ 2287, υποδείχθηκε πως, όταν ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί συγκεκριμένες χρεώσεις του λογαριασμού, δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο. Σχετική, επίσης, είναι και η απόφαση Φρουταρία το Πανέρι Λτδ κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Co Ltd, Πολιτική Έφεση 426/11, ημερομηνίας  29.11.2017.

 

Ως προς το σημερινό οφειλόμενο υπόλοιπο η ενάγουσα, ως είχε δικαίωμα, περιόρισε την αξίωσή της δια της κατάθεσης αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού, ήτοι του τεκμήριου 17 στη διαδικασία. Ως προς το δικαίωμα της ενάγουσας να περιορίσει την αξίωσή της προς όφελος του εναγομένου παραπέμπω στην απόφαση Λοφίτης v. Gordian Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση 304/2018, ημερομηνίας 19.1.2024. Άλλωστε, η κατάθεση αναδομημένων λογαριασμών αποτελεί μια νομολογιακά αναγνωρισμένη, πρακτική των τραπεζών με την οποία υποβοηθείται η προσπάθεια εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης. Σχετικά παραπέμπω στις αποφάσεις Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1238, Ματολής v. Societe Generale Bank - Cyprus Ltd Πολιτική Έφεση 362/19, ημερομηνίας 10.7.2024 και Τάνη κ.ά ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ ( ανωτέρω).

 

Στην υπό κρίση υπόθεση και η αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, τεκμήριο 17, μπορεί να κριθεί ως αντίγραφο του τραπεζικού βιβλίου, αφού η ΜΕ2 για την ετοιμασία του ακολούθησε την ίδια ακριβώς μεθοδολογία που ακολούθησε αναφορικά με το τεκμήριο 16. Επομένως, ισχύουν mutandis mutandis τα όσα κρίθηκαν για το τεκμήριο 16. Συνεπώς με το τεκμήριο 17 έχει απλώς περιοριστεί η αξίωση της ενάγουσας.

 

Σε σχέση με την απαίτηση ως έχει προσδιοριστεί έχουν αμφισβητηθεί συγκεκριμένες χρεώσεις. Συγκεκριμένα έχουν αμφισβητηθεί οι χρεώσεις αναφορικά δημοτικά τέλη, τέλη ΕΟΑ, τέλη Εφόρου Φορολογίας και άλλα τέλη τα οποία σχετίζονται με την ιδιοκτησία και κατοχή του ενυπόθηκου ακινήτου. Τα ποσά αυτά συμποσούνται στο συνολικό ποσό των € 15.909,82. Επομένως το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει σε εξέταση του ζητήματος που εγέρθηκε.

 

Όπως δέχθηκε η ΜΕ2 τα εν λόγω έξοδα αφορούσαν τη διαδικασία εκποίησης. Δεν έχει εξηγηθεί όμως στη βάση ποιου συμβατικού όρου ο εναγόμενος πρωτοφειλέτης όφειλε να τα καταβάλει. Ούτε έχει τεθεί μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο εναγόμενος ειδοποιήθηκε ότι θα επιβάλλονταν στον λογαριασμό του χρεώσεις που θα προέκυπταν από τη διαδικασία εκποίησης. Ειρήσθω εν παρόδω ότι οι εν λόγω χρεώσεις έγιναν μετά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας δανείου. Δηλαδή σε χρόνο που η σύμβαση δανείου, τεκμήριο 2, έπαυσε να αποτελεί πηγή δικαιωμάτων και υποχρεώσεων για τους συμβαλλομένους. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση  A.N. Stasis Estates Co. Ltd v. Edwards κ.ά (1995) 1 AAΔ 385.

 

Ακόμα, όμως, και εάν χρησιμοποιηθεί ως βάση για τις εν λόγω χρεώσεις ο όρος 3 (β) ή ο όρος 4 της επίδικης σύμβασης δανείου, για να μπορεί να επιβληθεί κάποια χρέωση, θα έπρεπε ο εναγόμενος  ενημερώνονταν για μια τέτοια χρέωση, κάτι που δεν προκύπτει να έγινε.

 

Ο μόνος σχετικός όρος στον οποίο θα μπορούσε να βασιστεί η έναγουσα για την χρέωση των εν λόγω ποσών  είναι ο όρος 5 της σύμβασης δανείου. Σύμφωνα με αυτόν το πιστωτικό ίδρυμα είχε δικαίωμα να αξιώνει έξοδα οποιασδήποτε φύσης μέχρι την εξόφληση. Ειδικότερα ο επίμαχος όρος διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«Μόλις το αναφερόμενο δάνειο ή οποιοδήποτε μέρος του ήθελε ζητηθεί από την Συνεργατική θα καθίσταται απαραίτητο και θα εξοφλείται αμέσως και ο χρεώστης οφείλει να καταβάλει προς την Συνεργατική κάθε οφειλόμενο ποσό, συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, του τόκου του περιθωρίου, του τόκου υπερημερίας, δικαιωμάτων, δαπανών και άλλων εξόδων. Παράλειψη του χρεώστη να προβεί σε άμεση εξόφληση, θα δίδει το δικαίωμα στην Συνεργατική να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή του χρέους πλέον τόκους, δικαστικά και άλλα έξοδα οποιασδήποτε φύσης μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης με τα οποία θα δικαιούται να χρεώσει τον λογαριασμό δανείου.»

 

Προκύπτει ότι από το λεκτικό του πιο πάνω όρου η ενάγουσα είχε δικαίωμα να χρεώσει οποιαδήποτε έξοδα οποιαδήποτε φύσης μέχρι την εξόφληση.

 

Επομένως αναδύεται το ερώτημα της εγκυρότητας του επίδικου όρου. Σημειώνω ότι ο εναγόμενος στην υπεράσπισή του ήγειρε ρητά ισχυρισμό περί ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών στην επίδικη σύμβαση δανείου. Επιπλέον ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου ρητά αμφισβήτησε την εγκυρότητα των εν λόγω χρεώσεων. Συνεπώς το ζήτημα αποτελεί επίδικο ζήτημα το οποίο συσχετίστηκε με συγκεκριμένες χρεώσεις.

 

Άλλωστε, όπως γίνεται δεκτό στη νομολογία, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, η υποχρέωση του δικαστηρίου να αποτιμά αυτεπαγγέλτως τυχόν καταχρηστικότητα συμβατικών όρων, υφίσταται νοούμενου ότι υπάρχουν τα νομικά και πραγματικά στοιχεία ενώπιόν του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Springfair Ltd κ.ά ν. Sky Cac Ltd, Πολιτική Έφεση 4/2019, ημερομηνίας 11.9.2025. Περαιτέρω το όλο ζήτημα διασυνδέεται και με το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας υπό το άρθρο 47 του Χάρτη θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής  Ένωσης. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Παπατρύφωνος v. Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Πολιτική Έφεση Ε73/2024, ημερομηνίας 27.1.2025.

 

Στην παρούσα ακόμα και εάν δεν εγειρόταν ρητά από την υπεράσπιση του εναγόμενου υφίστανται τα πραγματικά και νομικά στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου που θα επέτρεπαν και την αυτεπάγγελτη εξέταση του ζητήματος.

 

Έτσι, λοιπόν, προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο ο όρος 5 της σύμβασης, ο οποίος επιτρέπει κατά τρόπο γενικό την αξίωση δικαστικώς εξόδων οποιασδήποτε φύσης μέχρι πλήρους εξοφλήσεως, συνιστά καταχρηστική ρήτρα.

 

Ως προς το νομικό πλαίσιο που διέπει την εξέταση του εν λόγω ζητήματος, σημειώνω ότι τόσο η συνομολόγηση της επίδικης σύμβασης δανείου όσο και ο τερματισμός της έλαβαν χώρα πριν να τεθεί σε ισχύ ο Νόμος περί Προστασίας του Καταναλωτή, Ν. 112(1)/2021 και όσο ήταν σε ισχύ ο  περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος 93(1)/1996. Σύμφωνα με το άρθρο 75 του Νόμου 112(1)/2021, αυτός εφαρμόζεται και σε συμβάσεις  οποίες συνήφθησαν και/ή τερματίστηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του Νόμου αυτού. Ως περαιτέρω υποδεικνύεται στην  απόφαση Γεωργιάδης ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 195/2018, 18/12/2024, ο μεταγενέστερος Ν. 112(1)/2021, δεν έχει αλλάξει το νομικό καθεστώς σε ό,τι αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του καταναλωτή ως ίσχυαν με βάση τον Νόμο 93(1)/1996.

 

Ως προς το τι συνιστά καταχρηστική ρήτρα και το πεδίο εφαρμογής της σχετικής οδηγίας διαφωτιστική είναι η απόφαση,  Γεωργιάδης ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd, ( ανωτέρω), όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

Σύμφωνα με το άρθρο 3(1), ο Νόμος τύγχανε εφαρμογής σε κάθε ρήτρα σύμβασης που συναπτόταν μεταξύ πωλητή ή προμηθευτή και καταναλωτή και η οποία δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης. Σύμφωνα με το εδάφιο 3 του ίδιου άρθρου, ρήτρα θεωρείται ότι δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και ο καταναλωτής εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατό να επηρεάσει το περιεχόμενο της, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε προσπάθειά του για τον σκοπό αυτό. Το βάρος απόδειξης ότι υπήρξε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης το φέρει αυτός που επικαλείται κάτι τέτοιο (βλ. εδάφιο 5). Ούτε επί του σημείου αυτού υπήρξε οποιοδήποτε αμφισβήτηση. Οι επίδικες συμφωνίες ως εκ της φύσης τους, αλλά και υπό τις περιστάσεις, δεν επιδέχονταν ατομικής διαπραγμάτευσης, είτε γενικά είτε σε ό,τι αφορούσε επιμέρους όρους των συμφωνιών. Επί τούτου είναι σημαντικό να υποδειχθεί ότι μέρος των συμφωνιών ήταν και οι τυποποιημένοι «Γενικοί Οροί και Κανονισμοί» της εφεσίβλητης (τεκμήριο 4).  Σύμφωνα με το άρθρο 5(1) του Νόμου, καταχρηστική θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση. Στη Frakapor Courier Ltd κ.α. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2016) 1Β Α.Α.Δ. 1487, υποδείχθηκε ότι προς κατανόηση της φράσης «παρά την απαίτηση καλής πίστης» καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από το άρθρο 3(1) της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ στο αγγλικό κείμενο της οποίας, ο αντίστοιχος όρος συναντάται ως «contrary to the requirement of good faith". Κρίθηκε κατ' επέκταση ότι για να μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε εύρημα ότι ο όρος κάποιας συμφωνίας αποτελεί καταχρηστική ρήτρα, είναι απαραίτητο να καταρριφθεί και η ύπαρξη καλής πίστης εκ μέρους των εναγόντων (βλ. Paget's Law of Banking Malek & Odgers [14η έκδοση] σελ. 101).

 Στο εδάφιο 3 του εν λόγω άρθρου απαριθμούνται κάποια από τα δεδομένα που λαμβάνονται υπόψη για να κριθεί αν μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης. Αυτά είναι:

 

«(α) Η διαπραγµατευτική δύναµη των µερών.

 

(β) αν ο καταναλωτης δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις, για να συµφωνήσει στη ρήτρα.

 

(γ) αν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προµηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή και

 

(δ) ο βαθµός στον οποίο ο πωλητής ή προµηθευτής χειρίστηκαν δίκαια τον καταναλωτή.»Η ύπαρξη επομένως «καλής πίστης» αποτελεί νομοθετική  προϋπόθεση που εξετάζεται και αποτιμάται σφαιρικά, στη βάση κυρίως των ρητών δεδομένων που εξειδικεύονται στο προαναφερθέν εδάφιο.

Τέλος, βάσει του άρθρου 7 είναι περαιτέρω υποχρέωση του πωλητή σε γραπτές συμβάσεις να διασφαλίζει ότι οι ρήτρες διατυπώνονται με σαφή και κατανοητό τρόπο. Σε περίπτωση αμφιβολίας για την έννοια γραπτής ρήτρας, υπερισχύει η ευνοϊκότερη για τον καταναλωτή ερμηνεία.»

 

Σχετικές, επίσης, είναι και οι αποφάσεις Frakapor Courier Ltd κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2016) 1(Β) ΑΑΔ 1487 και Κωνσταντίνου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 166/2019, ημερομηνίας 12.2.2026.

 

Είναι προφανές ότι σύμφωνα με τη νομολογία για να κριθεί κάποια ρήτρα ως καταχρηστική θα πρέπει να καταρριφθεί και η ύπαρξη καλής πίστης εκ μέρους των του πιστωτικού ιδρύματος. Παράλληλα, ως η νομολογία υποδεικνύει, η ύπαρξη ή η ανυπαρξία «καλής πίστης» αποτελεί νομοθετική  προϋπόθεση που εξετάζεται και αποτιμάται σφαιρικά, στη βάση κυρίως των ρητών δεδομένων που εξειδικεύονται στον νόμο.

 

Σύμφωνα δε με το άρθρο 50(2) του Νόμου 112(I)/2021, η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιβάλλουν την εν λόγω σύμβαση, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.

 

Επομένως, οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη συνομολόγηση της σύμβασης αποτελούν κριτήριο που σύμφωνα με τον νόμο μπορεί να ληφθεί υπόψιν στο στάδιο εξέτασης του τυχόν καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιας συμβατικής ρήτρας. Υπό αυτό το πρίσμα οι περιστάσεις πριν την υπογραφή της σύμβασης μπορούν, σύμφωνα με τη νομολογία να ληφθούν υπόψιν στη σφαιρική αποτίμηση του κατά ποσό υφίσταται έλλειψη καλής πίστης από το πιστωτικό ίδρυμα.

 

Περαιτέρω, ως θέμα αρχής, θα πρέπει να υπογραμμιστεί το ότι το σύστημα προστασίας που θεσπίζει η οδηγία 93/13 στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία, τόσο ως προς τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης όσο και ως προς το επίπεδο της πληροφόρησης, και ως εκ τούτου είναι υποχρεωμένος να προσχωρεί στους όρους που έχει καταρτίσει εκ των προτέρων ο επαγγελματίας, χωρίς να μπορεί να ασκήσει επιρροή επί του περιεχομένου τους. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση   C-618/10 Banco Español de Crédito SA ν. Joaquín Calderón Camino, ημερομηνίας 14.6.2012, παράγραφος 39.

 

Σε αυτό το πλαίσιο το ΔΕΕ,  έχει υποδείξει το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να συναγάγει από τις διατάξεις της οδηγίας 93/13, εν προκειμένω από το άρθρο 4, παράγραφος 2, αυτής, τα κριτήρια που μπορεί ή πρέπει να εφαρμόζει το εθνικό δικαστήριο κατά την εξέταση συμβατικής ρήτρας με γνώμονα τις διατάξεις αυτές. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση C‑186/16, Andriciuc κ.λπ ν. Banca Românească SA, παράγραφος 22.

 

Ταυτόχρονα, όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Hans W. Micklitz, Norbert Reich, Peter Rott, Understanding EU Consumer Law, 2009, Ιntersitia, Antwerp-Oxford-Portland, σελ. 136, υποκατηγορία της αρχής της καλής πίστης και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης είναι και η αρχή της διαφάνειας που καθιερώνει η οδηγία.

 

Επιπλέον, όπως έχει επεξηγηθεί από το ΔΕΕ, η απαίτηση διαφάνειας που προβλέπεται στο άρθρο 5 της οδηγίας 93/13 έχει το ίδιο περιεχόμενο με την απαίτηση διαφάνειας που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, της υπό εξέταση οδηγίας. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση C‑26/13  Kásler & Káslerné Rábai, ημερομηνίας, 30.4.2014, παράγραφοι 67 μέχρι και  69.  Συνεπώς, για σκοπούς της παρούσας απόφασης το περιεχόμενο της αρχής της διαφάνειας ως θα προσδιοριστεί κατωτέρω αφορά και το άρθρο 5 της οδηγίας που προνοεί συμβατικές ρήτρες που συντάσσονται εγγράφως πρέπει να διατυπώνονται πάντοτε με σαφή και κατανοητό τρόπο.

 

Παράλληλα, ενδεικτική του θεμελιακού ρόλου της αρχής της διαφάνειας στο σύστημα προστασίας που καθιερώνει η οδηγία είναι η απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C- 144/1999 Commission v. Netherlands, ημερομηνίας 10.5.2001, όπου κρίθηκε πως τα κράτη μέλη οφείλουν να μεταφέρουν πλήρως στην εθνική τους νομοθεσία τα άρθρα 4.2 και 5 της οδηγίας, τα οποία καθιερώνουν την αρχή της διαφάνειας. Σχετικό, επίσης, είναι το σύγγραμμα  Understanding EU Consumer Law, (ανωτέρω) σελ.135-136.

 

Μάλιστα, όπως προκύπτει από τη νομολογία του ΔΕΕ, η πληροφόρηση πριν από τη σύναψη της σύμβασης αναφορικά με τις συνέπειες αυτής είναι ουσιώδους σημασίας για τους καταναλωτές. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση του ΔΕΕ στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C 154/15, C 307/15 και C 308/15, Francisco Gutiérrez Naranjo ν. Cajasur Banco SAU, παράγραφος 50,όπου κρίθηκαν τα ακόλουθα:

 

«η  πληροφόρηση, πριν από τη σύναψη της συμβάσεως, σχετικά με τους συμβατικούς όρους και τις συνέπειες της εν λόγω συνάψεως, είναι ουσιώδους σημασίας για τους καταναλωτές. Βάσει ιδίως της πληροφορήσεως αυτής ο καταναλωτής αποφασίζει αν επιθυμεί να δεσμεύεται από τους όρους που έχει διατυπώσει προηγουμένως ο επαγγελματίας.»

 

Προκύπτει, συνεπώς, ότι η αρχή της διαφάνειας, η οποία κατοχυρώνεται στα άρθρα 4.2 και 5 της οδηγίας είναι εκ της φύσης της θεμελιακής σημασίας στο σύστημα προστασίας που καθιερώνει η σχετική ευρωπαϊκή οδηγία και μπορεί να αποτελέσει στοιχείο για την εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιας ρήτρας. Το πιο πάνω στοιχείο ενισχύεται και από το ότι η ίδια η πληροφόρηση πριν τη σύναψη της σύμβασης θεωρείται ουσιώδους σημασίας για τους καταναλωτές.

 

Εφόσον, λοιπόν, η πληροφόρηση πριν τη σύμβαση είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τον καταναλωτή σε συνάρτηση με το ότι και η ίδια η αρχή της διαφάνεια να αποτελεί στοιχείο που πρέπει υποχρεωτικά να ενσωματώνεται στην εκάστοτε ημεδαπή νομοθεσία, προκύπτει ότι η μη συμμόρφωση με αυτή δεν μπορεί να παρά να έχει συνέπειες στην εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα κάποιας συμβατικής ρήτρας.

 

Παράλληλα, επειδή η εν λόγω αρχή, νοείται και ως υποκατηγορία της αρχής της καλής πίστης, συνάγεται ότι μη συμμόρφωση με την αρχή της διαφάνειας καταδεικνύει και έλλειψη καλής πίστης.

 

Έτσι, λοιπόν, αναδύεται η ανάγκη για εξέταση της έννοιας και του πεδίου της αρχής της διαφάνειας.

 

Στο σημείο αυτό γεννάται το ερώτημα του κατά πόσο η απαίτηση περί διαφάνειας στη διατύπωση των συμβατικών όρων περιορίζεται στην γραμματική λεκτική αποτύπωση αυτών.

 

Επί του προκειμένου σημαντική είναι η απόφαση  C‑186/16, Andriciuc κ.λπ ν. Banca Românească SA,  παράγραφοι 44 -45 όπου κρίθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Όσον αφορά την απορρέουσα εκ του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/13 απαίτηση περί διαφάνειας των συμβατικών ρητρών, το Δικαστήριο έχει υπογραμμίσει ότι η απαίτηση αυτή, η οποία υπενθυμίζεται και στο άρθρο 5 της ίδιας οδηγίας, δεν μπορεί να περιορίζεται απλώς στον κατανοητό χαρακτήρα τους από τυπικής και γραμματικής απόψεως αλλά ότι, αντιθέτως, δεδομένου ότι το σύστημα προστασίας που θεσπίζει η οδηγία 93/13 στηρίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία όσον αφορά, μεταξύ άλλων, το επίπεδο πληροφορήσεως, η απαίτηση αυτή περί σαφούς και κατανοητής διατυπώσεως των συμβατικών ρητρών και ως εκ τούτου, περί διαφάνειας, την οποία τάσσει η ίδια οδηγία, πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικώς (βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, αποφάσεις της 30ής Απριλίου 2014, Kásler και Káslerné Rábai, C‑26/13, EU:C:2014:282, σκέψεις 71 και 72, καθώς και της 9ης Ιουλίου 2015, Bucura, C‑348/14, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:447, σκέψη 52).

 

Επομένως, η απαίτηση μια συμβατική ρήτρα να είναι διατυπωμένη κατά τρόπο σαφή και κατανοητό έχει την έννοια ότι επιτάσσει επίσης να εκτίθεται στη σύμβαση κατά τρόπο εναργή η συγκεκριμένη λειτουργία του μηχανισμού τον οποίο αφορά η οικεία ρήτρα, καθώς και, ενδεχομένως, η σχέση μεταξύ του μηχανισμού αυτού και εκείνου που προβλέπουν άλλες ρήτρες, έτσι ώστε ο καταναλωτής να μπορεί να εκτιμήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις ως προς αυτόν οικονομικές συνέπειες (αποφάσεις της 30ής Απριλίου 2014, Kásler και Káslerné Rábai, C‑26/13, EU:C:2014:282, σκέψη 75, καθώς και της 23ης Απριλίου 2015, Van Hove, C‑96/14, EU:C:2015:262, σκέψη 50).»

 

Στο σύγγραμμα των Micklitz, Hans-W, and Christian Twigg-Flesner, (ed) The Transformation of Consumer Law and Policy in Europe, Oxford, Hart Publishing, 2023, σελ. 89, με παραπομπή στην πιο πάνω απόφαση υποδεικνύεται ότι:

«The transparency requirement is therefore a substantive one, which implies that the other party, the consumer, is able to understand the legal and economic consequences of those terms. »

 

Περαιτέρω, όπως επεξηγήθηκε στην απόφαση C-51/17, OTP Bank Nyrt, κ.ά ν. Teréz Ilyés κ.ά, ημερομηνίας 20.9.2018, παράγραφος 78, η υποχρέωση όπως οι συμβατικές ρήτρες πρέπει να είναι διατυπωμένες κατά τρόπο σαφή και κατανοητό υποχρεώνει τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να παρέχουν στους δανειολήπτες επαρκή πληροφόρηση, ώστε αυτοί να είναι σε θέση να λαμβάνουν συνετές και εμπεριστατωμένες αποφάσεις.

 

Οι αρχές που προκύπτουν από τη σχετική νομολογία του ΔΕΕ επί του θέματος συνοψίζονται εύστοχα στο σύγγραμμα The Transformation of Consumer Law and Policy in Europe, (ανωτέρω), σελ. 91, ως ακολούθως:

 

«the substantive requirement of transparency required service providers not only to communicate information that was formally and grammatically intelligible, but also to ensure that its content could be understood in a broad sense. »

 

Καθίσταται, λοιπόν, προφανές ότι η απαίτηση σύμφωνα με την οποία οι συμβατικές ρήτρες πρέπει να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και κατανοητό τρόπο δεν περιορίζεται απλώς στον κατανοητό χαρακτήρα τους από τυπικής και γραμματικής άποψης. Αντίθετα, τα τραπεζικά ιδρύματα υποχρεούνται να παρέχουν στους καταναλωτές επαρκείς πληροφορίες, ώστε οι καταναλωτές να αντιλαμβάνονται τις οικονομικές συνέπειες της σύμβασης και να είναι σε θέση να λαμβάνουν τις αποφάσεις τους με σύνεση και με πλήρη γνώση των συνεπειών της προσχώρησης στην εκάστοτε σύμβαση.

 

Η παράλειψη των πιστωτικών ιδρυμάτων να παράσχουν επαρκή και πληροφόρηση, ώστε οι δανειολήπτες να αντιλαμβάνονται τις οικονομικές συνέπειες της σύμβασης παραβιάζει την υποχρέωση για διατύπωση των συμβατικών όρων κατά τρόπο σαφή και κατανοητό.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση είναι σαφές ότι ο εναγόμενος προσχώρησε στη σύμβαση δανείου υπό την ιδιότητα του ως καταναλωτής. Περαιτέρω, η επίδικη σύμβαση ως εκ της φύσης της, αλλά και υπό τις περιστάσεις, δεν επιδεχόταν ατομικής διαπραγμάτευσης, είτε γενικά είτε σε ό,τι αφορούσε επιμέρους όρους της συμφωνίας (κατ’ αναλογία βλ. Γεωργιάδης ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd, ( ανωτέρω)). Εν πάση περιπτώσει η ενάγουσα δεν έχει αποσείσει το βάρος να αποδείξει ότι ο επίμαχος όρος αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης.

 

Επομένως η υπό εξέταση συμβατική σχέση εμπίπτει στο πλαίσιο της οδηγίας 93/13 και του Ν. 112(1)/2021.

 

Η ενάγουσα αξιώνει εναντίον του εναγομένου κονδύλια που αφορούν ουσιαστικά το διοικητικό κόστος της εκποίησης της ενυπόθηκής περιουσίας. Σημειωτέον, ότι ο εναγόμενος δεν είναι ο ιδιοκτήτης του ενυπόθηκου ακινήτου.

 

Η πώληση του ενυπόθηκου ακίνητου έγινε προς εξόφληση του χρέους του εναγόμενου. Επομένως, τίθεται ζήτημα εφαρμογή του όρου 5 της σύμβασης, ο οποίος επέτρεπε την χρέωση και είσπραξη εξόδων οποιασδήποτε φύσης μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης.

 

Το ερώτημα που ανακύπτει στην παρούσα είναι το κατά πόσο ο επίμαχος όρος είχε διατυπωθεί κατά τρόπο σαφή και κατανοητό και εάν παρείχε τη δυνατότητα στον εναγόμενο να αντιληφθεί πως σε περίπτωση εκποίησης της ενυπόθηκης περιουσίας ο ίδιος θα επωμιζόταν τα έξοδα εκποίησης.

 

Είναι προφανές ότι ο όρος οποιαδήποτε έξοδα είναι ιδιαίτερα ευρύς και δυνητικά μπορεί να καλύψει σχεδόν οτιδήποτε. Παράλληλα, ο υπό εξέταση όρος, ουδεμία αναφορά διαλαμβάνει ως προς το τι μπορεί δυνητικά να προσδιοριστεί ως έξοδο που θα χρεωθεί μέχρι εξοφλήσεως. Ουδεμία αναφορά γίνεται στον μηχανισμό λειτουργίας της εν λόγω ρήτρας και δεν παρέχεται οποιαδήποτε στοιχείο το οποίο να επιτρέπει στον δανειολήπτη  να εκτιμήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, τις ως προς αυτόν οικονομικές συνέπειες από την επίδικη ρήτρα.

 

Έτσι, κατά  την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου η αναφορά και μόνο σε έξοδα οποιαδήποτε φύσης δεν ήταν επαρκής, ώστε ο δανειολήπτης να αντιληφθεί και να εκτιμήσει, βάσει σαφών και κατανοητών κριτηρίων, ότι θα ήταν υπόλογος για καταβολή εξόδων που θα προέκυπταν από την εκποίηση της περιουσίας τρίτου που προσφέρθηκε προς εξασφάλιση. Συνεπώς ο επίμαχος όρος δεν πληροί τα κριτήρια ως καθορίζονται από το ΔΕΕ περί σαφήνειας στη διατύπωση.

 

Συνακόλουθα ο όρος 5 της επίδικής σύμβασης δανείου κρίνεται ως όρος καταχρηστικός, επειδή αντιβαίνει στην καθιερωμένη αρχή της διαφάνειας.

 

Επιπλέον, επειδή η ίδια η αρχή της διαφάνειας συνιστά υποκατηγορία της αρχής της καλής πίστης κρίνεται ότι η μη συμμόρφωση με αυτή καταδεικνύει την έλλειψη καλής πίστης ως η νομολογία επιτάσσει. Εν πάση περιπτώσει, επειδή οι περιστάσεις που περιβάλλουν τη υπογραφή της σύμβαση μπορούν ληφθούν υπόψιν στη σφαιρική αποτίμηση του κατά ποσό υφίσταται έλλειψη καλής πίστης από το πιστωτικό ίδρυμα, σε συνάρτηση με το ότι η πληροφόρηση  είναι θεμελιακή στο σύστημα προστασίας που καθιερώνει η σχετική οδηγία, κρίνω ότι η μη επαρκής ενημέρωση καταδεικνύει αυτοτελώς έλλειψη καλής πίστης.

 

Συνεπώς, ο επίμαχος όρος αποτελεί όρο ο οποίος παρά την απαίτηση καλή πίστης δημιουργεί ιδιαίτερη ανισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων των μερών και ως εκ τούτου καταχρηστικό.

 

Ως καταχρηστικός δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Επομένως δεν υπάρχει έγκυρος όρος στην επίδικη σύμβαση που να επιτρέπει την χρέωση του ποσού των €  15.909,82.  στον λογαριασμό του εναγόμενου. Συνακόλουθα η ενάγουσα δεν μπορεί να αξιώνει το πιο πάνω ποσό.

 

Η πιο πάνω διαπίστωση δεν καθιστά περίπλοκο τον υπολογισμό του χρέους αφού πριν τις εν λόγω χρεώσεις το επιτόκιο από τις 31.12.2024 καθορίστηκε στο 0%. Οι επίδικες χρεώσεις έλαβαν χώρα τον Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2025 και μετά από τις επίδικες χρεώσεις ουδεμία χρέωση έγινε. Συνεπώς το οφειλόμενο ποσό είναι το ποσό που φαίνεται οφειλόμενο αφαιρουμένων των χρεώσεων και τελών που κρίθηκαν ότι είναι αποτέλεσμα εφαρμογής καταχρηστικής ρήτρας.

 

Συνεπώς η ενάγουσα έχει αποδείξει ότι το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται στο ποσό των €104.860,68.

 

Πέραν των ανωτέρω ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενο ήγειρε ζήτημα ότι η παρούσα αγωγή είναι καταχρηστική κι εγείρεται με καθυστέρηση. Κατ’ αρχάς δεν έχει τεθεί μαρτυρία που να κατατείνει σε συμπέρασμα περί κατάχρησης αλλά η κατάχρηση διασυνδέθηκε με τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής.

 

Όπως σημειώνεται στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου Κατάχρηση Διαδικασίας στο Κυπριακό Δίκαιο, εκδόσεις Χρυσαφίνης Πολυβίου, 2021, σελ.33-34, όταν η κατάχρηση αφορά θέμα καθυστέρησης, τα Δικαστήρια δεν αντιμετωπίζουν το ζήτημα με απόλυτο τρόπο. Σε τέτοια περίπτωση η απόρριψη δεν έρχεται αυτόματα αλλά μόνο εκεί που συνυπάρχουν με αυτή επαρκείς λόγοι που στοιχειοθετούν κατάχρηση διαδικασίας.

 

Στην υπό κρίση υπόθεση δεν προκύπτει κάποιο στοιχείο που σε συνάρτηση με την επικαλούμενη καθυστέρηση που να οδηγεί σε συμπέρασμα κατάχρησης. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος μετά την καταχώρηση της παρούσας ήγειρε αγωγή εναντίον και της ενάγουσας υποστηρίζοντας ότι παραβιάστηκε το δικαίωμα του στην ιδιωτική του ζωή δεν μπορεί καταστήσει την παρούσα αγωγή καταχρηστική. Άλλωστε η παρούσα προηγείτο της αγωγής που καταχώρησε ο εναγόμενος.

 

Επομένως, ο ισχυρισμός περί κατάχρησης δεν μπορεί να επιτύχει.

 

Υπό το φως των πιο πάνω η αγωγή της ενάγουσας εναντίον του εναγομένου επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση για το πόσο των € €104.860,68.

 

Ανταπαίτηση

 

Στη βάση των όσων έχουν αποφασιστεί ανωτέρω, καταρρέει και το βάθρο της ανταπαίτησης εναντίον της ενάγουσας. Σε σχέση με την αξίωση εναντίον της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 δεν έχει προωθηθεί οποιοσδήποτέ ισχυρισμός ή μαρτυρία αναφορικά με ζημίες που τυχόν προέκυψαν από την συμπεριφορά αυτής.

 

Το γεγονός ότι η εξ ανταπαίτησεως εναγόμενη 2 δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις της που απέρρεαν από την ακυρωτική συμφωνία, ημερομηνίας 16.5.2008,  δεν μπορεί να οδηγήσει στην επιδίκαση αποζημιώσεων. Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τη νομολογία σκοπός των αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του αθώου μέρους, στον βαθμό που αυτό μπορεί να επιτευχθεί με χρήμα, στην ίδια θέση που θα βρισκόταν  εάν η σύμβαση  είχε εκτελεστεί κανονικά. Αυτό επιτυγχάνεται συνήθως με την επιδίκαση αποζημιώσεων οι οποίες είναι λογικά προβλεπτές κατά το χρόνο της σύναψης της συμφωνίας και ήταν πιθανό να προκύψουν από τη διάρρηξη της συμφωνίας. Η  λογική πρόβλεψη και τα φυσικά επακόλουθα των όσων  ήταν προβλεπτά, συνιστούν το μέτρο για τον προσδιορισμό των αποζημιώσεων για παράβαση σύμβασης. Ενδεικτικά παραπέμπω στις αποφάσεις Αλπάν (Αδελφοί Τάκη) Λτδ κ.ά v. Τρυφωνίδου (1996) 1 AAΔ 679, George Charalambous Ltd ν. Kalos Kafes Ltd κ.α (1997) 1 ΑΑΔ 199, Μούρτζινος ν. Πλοίου "Galaxias" κ.ά (1997) 1 ΑΑΔ 80  Share Link Securities Ltd ν. Γεώργιου Σωτηρίου (2012) 1 ΑΑΔ 1265 και  Men Mar Ltd v. CLP Catering Ltd, Πολιτικές Εφέσεις 27 και 28/2012, ημερομηνίας  23.1.2018.

 

Συνεπώς η ανταπαίτηση απορρίπτεται στο σύνολο της. Ενόψει του ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 δεν εκπροσωπήθηκε στη διαδικασία δεν επιδικάζονται έξοδα υπέρ της.

 

Κατάληξη

Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου για το πόσο των €104.860,68. μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

Η ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου. Ενόψει του γεγονότος ότι απαίτηση και ανταπαίτηση δικάστηκαν μαζί ένα σετ εξόδων να επιδικαστεί.

 

Η απαίτηση εναντίον της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2 απορρίπτεται χωρίς έξοδα.

 

…………………………………….
Μ. Χριστοδούλου,  Α.Ε.Δ.

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 

 

 

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο