DAIVA PAVLOU κ.α. ν. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Τ. ΠΑΥΛΟΥ κ.α., Απαίτηση Αρ: 103/24, 20/10/2026
print
Τίτλος:
DAIVA PAVLOU κ.α. ν. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Τ. ΠΑΥΛΟΥ κ.α., Απαίτηση Αρ: 103/24, 20/10/2026

 

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ.

Απαίτηση Αρ: 103/24

Μεταξύ:

                                       DAIVA PAVLOU

                                       ΒΟΛΧΑ ΜΠΟΥΡΙΛΑ                  

Ενάγουσες

v.

   1. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ Τ. ΠΑΥΛΟΥ

2. ΑΝΤΙΓΟΝΗ Τ. ΠΑΥΛΟΥ

                                    3. ΑΔΑΜΟΣ Τ. ΠΑΥΛΟΥ

Εναγόμενοι

---------------------------------

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20  Οκτωβρίου, 2026

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για Ενάγουσες: κ. Κάσινος για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενους 1, 2 και 3: κ. Β. Σωτηρίου για Αντωνάκης Σωτηρίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

          Οι Ενάγουσες αξίωσαν από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι ολόκληρη η περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του αποβιώσαντα Κυριάκου Παύλου, η οποία  βρίσκεται στην Κύπρο, συνιστά περιουσία η οποία μπορεί να διανεμηθεί σύμφωνα με το Νόμο. Ταυτόχρονα, ζήτησαν διάταγμα με το οποίο να επιτρέπεται στις Διαχειρίστριες της περιουσίας του αποβιώσαντα να αγνοήσουν το έγγραφο εμπιστεύματος και να προβούν στα δέοντα για σκοπούς διανομής της περιουσίας του. 

 

          Όσον αφορά τα γεγονότα προώθησαν ότι στις 29/03/2024 το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα με το οποίο χορηγήθηκαν στις Ενάγουσες έγγραφα διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα, Κυριάκου Παύλου.  Ο αποβιώσαντας είχε αφήσει διαθήκη η οποία αφορούσε μόνο τα περιουσιακά του στοιχεία που βρίσκονται στο Ηνωμένο Βασίλειο.  Άφησε ως μόνους και νόμιμους κληρονόμους του τη σύζυγο του και τα ανήλικα τέκνα του, Χριστάκη και Αιμιλία Παύλου. Κατά τη διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντα στην Κύπρο διαφάνηκε ότι υπάρχει πρόβλημα το οποίο επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των κληροδόχων. Συγκεκριμένα, μετά  το θάνατο του αποβιώσαντα περιήλθε στην αντίληψη των Διαχειριστριών έγγραφο ημερ. 18/10/2023 το οποίο φέρεται να δημιουργήθηκε από τον αποβιώσαντα προς όφελος των κληρονόμων, το «Εμπίστευμα», το οποίο φέρει την υπογραφή του. Σύμφωνα με το έγγραφο Εμπιστεύματος ως Επίτροποί του κατονομάστηκαν η Αναστασία Παύλου Γεωργίου, η Αντιγόνη Νεκταρία Ειρήνη Παύλου και ο Αδάμος Παύλος Παύλου. Διαφάνηκε ότι η περιουσία η οποία συνιστά το αντικείμενο του Εμπιστεύματος, ουδέποτε είχε μεταβιβαστεί στους Επιτρόπους του Εμπιστεύματος και ουδέποτε έχει περιέλθει στον έλεγχο ή την κατοχή τους αλλά παραμένει εγγεγραμμένη στο όνομα του αποβιώσαντα. Ήταν ρητός ο όρος του εγγράφου Εμπιστεύματος ότι ο αποβιώσαντας θα μεταβίβαζε ή παρέδιδε ή άλλως πως έθετε υπό τον έλεγχο των Επιτρόπων την περιουσία που αναφέρεται στο Schedule του Μέρους 2 του εγγράφου Εμπιστεύματος.  Λόγω του ότι ο συγκεκριμένος όρος δεν τηρήθηκε το Εμπίστευμα δεν είναι εκτελεστό ή/και δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να εκτελεστεί. Επιπλέον, το έγγραφο του Εμπιστεύματος δεν ενεγράφη στο Κτηματολογικό Μητρώο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 65ΙΕ του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου και γι΄ αυτό δεν μπορεί να θεωρείται έγκυρο ή/και δεσμευτικό ή/και εκτελεστό. Τα πρόσωπα τα οποία κατονομάζονται ως Επίτροποι του Εμπιστεύματος δεν έχουν επιδείξει κανένα ενδιαφέρον τόσο για την ευημερία της Ενάγουσας όσο και των τέκνων της που κατονομάζονται ως δικαιούχοι του Εμπιστεύματος. 

 

          Ενόψει του ότι το έντυπο Απαίτησης καταχωρίστηκε σύμφωνα με το Μέρος 8, Κανονισμός 2(1) των Νέων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας 2023 συνοδεύτηκε με ένορκη δήλωση στην οποία περιλήφθηκε η μαρτυρία της Ενάγουσας 1.  Στην ένορκη δήλωση καταγράφει ότι είναι η σύζυγος του αποβιώσαντα Κυριάκου Παύλου, ο οποίος απεβίωσε στις 28/10/2023. Στις 29/03/2024 η ίδια μαζί με την Ενάγουσα 2 διορίστηκαν ως Διαχειρίστριες της περιουσίας του αποβιώσαντα. Κληρονόμοι του αποβιώσαντα είναι η ίδια και τα ανήλικα τέκνα του, Χριστάκης και Αιμιλία Παύλου. Μετά το θάνατο του συζύγου της περιήλθε στην αντίληψη της έγγραφο με τίτλο «Living Trust Deed of Kyriakos Pavlou, the Trust», με ημερ. 18/10/2023, το οποίο φέρει την υπογραφή του αποβιώσαντα και δημιουργήθηκε προς όφελος της ίδιας και των τέκνων του αποβιώσαντα. Δηλώνει ότι  δεν αποδέχεται και δεν μπορεί να επιβεβαιώσει την εγκυρότητα του συγκεκριμένου εγγράφου Εμπιστεύματος. Προωθεί τη θέση ότι το Εμπίστευμα δεν είναι εκτελεστό ή/και δεν μπορεί να επηρεάσει τη διαδοχή της περιουσίας του αποβιώσαντα. Στο συγκεκριμένο έγγραφο κατονομάστηκαν ως Επίτροποι του εμπιστεύματος τα αδέρφια του αποβιώσαντα.

 

Καταγράφει ότι μετά από έρευνα που διενεργήθηκε από τις Διαχειρίστριες διαφάνηκε ότι η περιουσία που αποτελεί το αντικείμενο του Εμπιστεύματος ουδέποτε έχει μεταβιβαστεί στους Επιτρόπους και ότι ουδέποτε έχει περιέλθει στον έλεγχο ή την κατοχή τους αλλά παραμένει εγγεγραμμένη στο όνομα του αποβιώσαντα. Η έρευνα που διενεργήθηκε στο Μητρώο του Κτηματολογίου αποκαλύπτει ότι υπάρχουν 12 ακίνητα εγγεγραμμένα επ΄ ονόματι του αποβιώσαντα. Σύμφωνα δε με τον Έφορο Εταιρειών ο αποβιώσαντας είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των ακόλουθων μετοχών: 2.500 εξαγοράσιμες συσσωρευτικές προνομιούχες μετοχές και 57.416 συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας €1.71 έκαστη στην εταιρεία Cavo Maris Beach Hotel Limited 10.000 συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας €1,71 έκαστη στην εταιρεία Τάκης Παύλου Λίμιτεδ και 374.000 συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας €1,71 έκαστη στην εταιρεία Bella Napa Hotels Limited. Επιπρόσθετα διατηρούσε τραπεζικούς λογαριασμούς τόσο στην Ελληνική Τράπεζα καθώς και στην Τράπεζα Κύπρου, έχει δύο ασφαλιστήρια συμβόλαια ενώ είναι ιδιοκτήτης 6 οχημάτων. 

 

          Σύμφωνα με τους όρους του εγγράφου Εμπιστεύματος η περιουσία του αποβιώσαντα έπρεπε να είχε μεταβιβαστεί ή παραδοθεί στους Επιτρόπους πριν το θάνατό του.  Ο συγκεκριμένος όρος δεν τηρήθηκε με αποτέλεσμα το Εμπίστευμα να μην είναι εκτελεστό και να μην μπορεί, εκ των πραγμάτων, να εκτελεστεί. Είναι η θέση της ότι η δημιουργία έγκυρου Εμπιστεύματος προνοεί ότι αυτό έχει δεόντως συσταθεί και τα ημιτελώς συσταθέντα Εμπιστεύματα δεν είναι εκτελεστά. Υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη περιουσία δεν αποτελεί περιουσία Εμπιστεύματος αφού δεν έχει περιέλθει ή/και μεταβιβαστεί στους Επιτρόπους και εξακολουθεί να συνιστά περιουσία του αποβιώσαντα η οποία δύναται να διανεμηθεί στους κληρονόμους του σύμφωνα με το Νόμο.

 

          Ισχυρίζεται ότι ακόμα και αν το έγγραφο Εμπιστεύματος κριθεί έγκυρο, λόγω της μη συμμόρφωσης με το άρθρο 65ΙΕ του Κεφ. 224, δεν τίθεται θέμα δέσμευσης της περιουσίας για σκοπούς του εμπιστεύματος.  Σημειώνει, ότι οι κληρονόμοι του αποβιώσαντα είναι τα ίδια πρόσωπα με τους δικαιούχους του Εμπιστεύματος. Λόγω των συγκεκριμένων προβλημάτων ζητά τη βοήθεια του Δικαστηρίου. 

 

          Η Απαίτηση αντιμετωπίστηκε με Ένσταση στην οποία απαριθμούνται οι λόγοι ένστασης και συγχρόνως ζητείται αριθμός διαταγμάτων. Συγκεκριμένα ζητείται διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται η ισχύς και η εγκυρότητα του Εμπιστεύματος και διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η χορήγηση πρόσβασης στους Εναγόμενους ή/και τους αντιπροσώπους τους στην περιουσία του αποβιώσαντα που βρίσκεται στην κατοχή των Εναγουσών.  Επίσης ζητούνται διατάγματα με τα οποία οι Ενάγουσες να διατάσσονται όπως αποκαλύψουν όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του αποβιώσαντα καθώς και διάταγμα με το οποίο να εμποδίζονται από του να διαθέσουν ή/και πωλήσουν ή/και αποξενώσουν την περιουσία ή/και οποιοδήποτε συμφέρον του αποβιώσαντα.   

 

          Καταγράφεται προδικαστική ένσταση που αφορά το γεγονός ότι δεν κλήθηκαν όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη ή/και οι δικαιούχοι του εμπιστεύματος στην διαδικασία, ήτοι οι ανήλικοι Χριστάκης και Αιμιλία Παύλου. Ως λόγοι ενστάσεως παρατίθενται τα ακόλουθα: Ότι τα διατάγματα τα οποία ζητούνται από τις Ενάγουσες δεν μπορούν να εκδοθούν γιατί δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης αφού με την έκδοσή τους θα παραβιαστεί ρητά το γράμμα του Εμπιστεύματος και οι προθέσεις και η βούληση του αποβιώσαντα. Ότι η αίτηση είναι νομικά αστήρικτη και ανεδαφική. Ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για την έκδοση των διαταγμάτων που ζητούνται με την Απαίτηση. Ότι δεν συντρέχει έγκυρος λόγος που να δικαιολογεί την έγκριση της αίτησης και ότι τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται στην ένορκη δήλωση είναι άσχετα ή/και δεν υποστηρίζουν την αίτηση.

 

Προς υποστήριξη της Ένστασης καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση από τον Νεκτάριο Λαζάρου, δικηγόρο στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους 1 - 3.  Καταγράφει ότι ο αποβιώσαντας διέθεσε και μεταβίβασε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του δυνάμει εμπιστεύματος ημερ. 18/10/2022. Υποστηρίζει ότι ο αποβιώσαντας ήταν καρκινοπαθής και το καλοκαίρι του 2023, όταν αντιλήφθηκε ότι η κατάσταση της υγείας του δεν θα βελτιωνόταν, έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του στο Ηνωμένο Βασίλειο για την ετοιμασία διαθήκης η οποία θα συμπεριλάμβανε Εμπίστευμα. Οι οδηγίες του, στο δικηγόρο του στο Ηνωμένο Βασίλειο, ήταν όπως η περιουσία του στο Ηνωμένο Βασίλειο να τύγχανε διαχείρισης από τις Εναγόμενες 1 και 2 λόγω του ότι γνώριζαν τα περιουσιακά του στοιχεία αλλά και επειδή οι ίδιες ήταν μέτοχοι μαζί του σε διάφορες εταιρείες. Επιπρόσθετα, έδωσε οδηγίες όπως η σύζυγος του, κατά τη διάρκεια της ζωής της ή/και μέχρι να παντρευτεί εκ νέου, λαμβάνει το 1/3 των εισοδημάτων του από την περιουσία του στο Ηνωμένο Βασίλειο.   Παράλληλα ζήτησε όπως το μερίδιο που θα περιέλθει στην διαχείριση των παιδιών του γίνει μετά την ενηλικίωση και συγκεκριμένα μετά την ηλικία των 25 ετών. Ο αποβιώσαντας ζήτησε από τους δικηγόρους του όπως προχωρήσουν με την ετοιμασία αντίστοιχου εγγράφου σε σχέση με την περιουσία που διατηρούσε στην Κύπρο. Οι οδηγίες του ήταν όπως δοθεί δικαίωμα στη σύζυγο του να διαμένει εφ΄ όρου ζωής στην κατοικία και όπως τα δύο συλλεκτικά αυτοκίνητα παραμείνουν έτσι ώστε στο μέλλον να μεταβιβαστούν στα παιδιά του.  Το τελικό κείμενο του Εμπιστεύματος ετοιμάστηκε στις 18/10/2024 και καθορίστηκαν ως Επίτροποι τα αδέρφια του αποβιώσαντα με τα οποία ήταν πολύ αγαπημένοι και λειτουργούσαν τις οικογενειακές επιχειρήσεις λαμβάνοντας συλλογικές αποφάσεις.  Λόγω του ότι οι επιχειρήσεις είναι οικογενειακές επιθυμία του ήταν η διαφύλαξη των συμφερόντων της οικογένειας και επιβεβαίωση ότι οι μετοχές και η διαχείριση των επιχειρήσεων δεν θα μπορούσαν να τύχουν δυσμενούς διαχείρισης ή/και να κληρονομηθούν από τρίτα πρόσωπα. Η Ενάγουσα 1 γνώριζε για τις επιθυμίες του αποβιώσαντα ενώ ήταν παρούσα σε αρκετές συναντήσεις που είχαν λάβει χώρα στην κατοικία του αποβιώσαντα και αφορούσαν το Εμπίστευμα. Πριν το θάνατο του κ. Παύλου, στις 20/10/2023, μετά την υπογραφή και χαρτοσήμανση του εγγράφου, το Εμπίστευμα  κοινοποιήθηκε στους Επιτρόπους για να ξεκινήσουν οι απαιτούμενες διαδικασίες και η διαχείριση της περιουσίας του Εμπιστεύματος.  Όμως ο Κυριάκος Παύλου απεβίωσε στις 28/10/2023 και οι Εναγόμενοι, λόγω πένθους, δεν προχώρησαν άμεσα στη λήψη διατάγματος διαχείρισης.  Μετά παρέλευση κάποιου χρόνου οι Εναγόμενοι ενημέρωσαν την Ενάγουσα 1 ότι  θα προχωρούσαν με τη διαχείριση της περιουσίας του αδερφού τους και με έκπληξη τους διαπίστωσαν ότι η Ενάγουσα 1 αντιδρούσε αναφέροντας ότι η ίδια δεν συμφωνεί με το έγγραφο Εμπιστεύματος. Ακολούθησαν εκτεταμένες συζητήσεις και αλληλογραφία μεταξύ των δικηγόρων των Μερών και στην συνέχεια οι Εναγόμενοι ενημερώθηκαν ότι η Ενάγουσα 1 προσπαθούσε να προσβάλει το Εμπίστευμα στη βάση του ότι ο αποβιώσαντας δεν είχε σώας τα φρένας κατά την ημερομηνία σύναψης του Εμπιστεύματος.  

 

Σύμφωνα με τον Ομνύοντα το Εμπίστευμα συστάθηκε σύμφωνα με τις απαιτούμενες προϋποθέσεις και είναι έγκυρο λόγω της υπογραφής του. Κατά τη δική του άποψη δεν απαιτείται οποιαδήποτε μεταβίβαση για να είναι έγκυρο το Εμπίστευμα. Υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα 1 δεν διαβάζει ελληνικά ούτε και είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά προς τα όσα δηλώνει. Προωθεί τη θέση ότι η Ενάγουσα 1 παραγνωρίζει ότι το Εμπίστευμα εξασφαλίζει ότι θα καταστούν ιδιοκτήτες, μελλοντικά, όλης της περιουσίας του αποβιώσαντα τα ανήλικα παιδιά του.

 

Ισχυρίζεται ότι όλα τα περιουσιακά στοιχεία επ΄ ονόματι του αποβιώσαντα, τα οποία περιγράφει η Ενάγουσα 1, είναι μέρος του Εμπιστεύματος. Προωθεί τη θέση ότι η Ενάγουσα 1 παρέλειψε να καταγράψει ότι εντός της κατοικίας υπάρχουν οικογενειακά κειμήλια, ρολόγια μεγάλης αξίας αλλά και χρήματα γι΄ αυτό και οι Εναγόμενοι ζητούν τη βοήθεια του Δικαστηρίου. 

 

Ζητήθηκε η αντεξέταση της Ενάγουσας 1, η οποία αντεξετάστηκε με την βοήθεια διερμηνέα. Ερωτηθείσα υποστήριξε ότι γνωρίζει ελληνικά αλλά ζήτησε όπως αντεξεταστεί με την βοήθεια της διερμηνέως. Σ΄ερώτηση που της τέθηκε απάντησε ότι δεν γνώριζε ότι ο σύζυγός της είχε δημιουργήσει το Εμπίστευμα. Όμως στην συνέχεια ισχυρίστηκε ότι περιήλθε σε γνώση της, ενώ ο σύζυγός της βρισκόταν εν ζωή, μια με δύο μέρες μετά που το υπέγραψε. Προώθησε τη θέση ότι ο σύζυγός της δεν μπορούσε να το αντιληφθεί λόγω της ασθένειάς του. Αναγνώρισε ότι το Εμπίστευμα είναι υπογραμμένο από δύο μάρτυρες και παραδέχθηκε ότι η ίδια ελέγχει όλη την περιουσία του συζύγου της.

 

Επανεξεταζόμενη ισχυρίστηκε ότι χρησιμοποιεί την περιουσία του συζύγου της.  Όσον αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες είχε βρει το έγγραφο του Εμπιστεύματος ισχυρίστηκε ότι το είχε βρει τυχαία όταν ο σύζυγός της βρισκόταν στο Νοσοκομείο.               

 

Και οι δύο συνήγοροι προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με την διαβίβαση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγουσών 1 και 2 προώθησε τη θέση ότι λόγω της μη μεταβίβασης της περιουσίας στους Επιτρόπους, ως ο όρος του Εμπιστεύματος, το Εμπίστευμα δεν έχει δεόντως συσταθεί και ως εκ τούτου δεν είναι εκτελεστό. Αναφέρθηκε εκτενώς στις νομικές αρχές που αφορούν ατελώς συσταθέντα εμπιστεύματα. Κατέληξε, ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να τελειοποιήσει ένα εμπίστευμα το οποίο ο ιδρυτής δεν ολοκλήρωσε.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόμενων εισηγήθηκε ότι το ίδιο το Εμπίστευμα μετεβίβασε την περιουσία στους Επιτρόπους. Κατά την δική του άποψη δεν απαιτείται η μεταβίβαση της περιουσίας αλλά, όπως προβλέπεται και στο άρθρο 65ΙΕ του Κεφ.224, η σύσταση έγκυρου γραπτού εμπιστεύματος είναι αρκετή. Προώθησε τη θέση ότι η ισχύς του εμπιστεύματος και η μετατόπιση του νόμιμου συμφέροντος επέρχονται από την ημερομηνία υπογραφής του εγγράφου και όχι από την ολοκλήρωση των μεταβιβάσεων στο Κτηματολόγιο. Εισηγήθηκε ότι πρόκειται περί ρητού εμπιστεύματος και ως εκ τούτου δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι κανόνες που εφαρμόζονται σε εξ’ υπαγωγής ή καταληκτικά εμπιστεύματα. Παρέπεμψε εκτενώς σε αγγλική και κυπριακή νομολογία για να υποστηρίξει τις θέσεις του.

 

Το Δικαστήριο έχει υπόψη του τις θέσεις και εισηγήσεις και των δύο ευπαιδεύτων συνηγόρων και θα αναφερθεί σ’ αυτές όπου κρίνει τούτο αναγκαίο.   

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ

 

Θα πρέπει να σημειωθεί η θέση της Ενάγουσας 1 κατά την αντεξέταση ότι η ίδια είχε ανακαλύψει το περιεχόμενο του εμπιστεύματος 1 – 2 μέρες μετά που το υπέγραψε ο αποβιώσαντας, δηλαδή περί τις 20/10/2023. Στην παράγραφο 7 της Ένορκης Δήλωσής της που συνοδεύει την Απαίτηση καταγράφει ότι το έγγραφο περιήλθε σε γνώση της μετά τον θάνατο του συζύγου της, ο οποίος απεβίωσε στις 28/10/2023. Διαπιστώνεται ανακολουθία στην θέση την οποία προώθησε.

 

Ενώ παραδέχθηκε ότι το Εμπίστευμα είναι υπογεγραμμένο από τον αποβιώσαντα και ότι καταρτίστηκε προς όφελος των ανήλικων τέκνων του και της ίδιας, παράλληλα ισχυρίστηκε ότι δεν μπορεί να επιβεβαιώσει την εγκυρότητά του και ότι επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα των κληρονόμων. Πως επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα των κληρονόμων δεν το διευκρίνισε. Όσον αφορά την εγκυρότητά του Εμπιστεύματος καθώς και για το κατά πόσο είναι εκτελεστό εκφράζει νομικές θέσεις για τις οποίες η ίδια δεν έχει προσωπική γνώση.  Ανάγνωση του εγγράφου με τίτλο « Living Trust Deed of Kyriakos Pavlou the ‘Trust’» αποκαλύπτει ότι η περιουσία του αποβιώσαντα διαμοιράζεται σε τρία μερίδια προς όφελος της Ενάγουσας 1 και των δύο παιδιών του. Η διαχείριση της συγκεκριμένης περιουσίας αφήνεται στα αδέλφια του μέχρι τα παιδιά του να γίνουν 25 ετών και η σύζυγός του, Εναγόμενη 1, να παντρευτεί εκ νέου. Προνοεί για την συντήρηση και των τριών στο επίπεδο που είναι συνηθισμένοι μέχρι να περιέλθει η περιουσία στην κατοχή τους.

 

Ερωτηματικά γεννά και η σιωπή της Ενάγουσας 1 στην ένορκη δήλωσή της για να της παραχωρηθούν έγγραφα διαχείρισης. Δεν ανέφερε την ύπαρξη του εμπιστεύματος αλλά αντίθετα δήλωσε ότι ο αποβιώσαντας δεν άφησε διαθήκη.   

 

Η αποδεικτική μαρτυρία προς υποστήριξη των θέσεων που προωθούν οι Ενάγουσες 1 και 2 είναι στην πραγματικότητα η μαρτυρία της Ενάγουσας 1 και υπάρχουν περίεργες πτυχές στην ιστορία της οι οποίες αποδυναμώνουν τις θέσεις της.     

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ 

 

Πριν το Δικαστήριο πραγματευτεί το νομικό θέμα που απασχολεί στην παρούσα θα εξετάσει την ικανότητα της Ενάγουσας 1 να αντιλαμβάνεται την ελληνική γλώσσα. Η ίδια δήλωσε, αντεξεταζόμενη, ότι γνωρίζει να γράφει και να διαβάζει την ελληνική γλώσσα. Το περίεργο όμως είναι ότι χρειαζόταν μεταφράστρια για να απαντήσει τις ερωτήσεις, γεγονός που καταδείκνυε ότι δεν μιλούσε την ελληνική γλώσσα και, ακόμη και μεταφρασμένες, κάποιες ερωτήσεις δεν μπορούσε να τις αντιληφθεί. Εγείρεται το εύλογο ερώτημα πως σύνταξε την ένορκη δήλωσή της που συνοδεύει την Απαίτηση στην ελληνική γλώσσα. Θεωρώ απαραίτητο να παραπέμψω στην πρόσφατη νομολογία του Εφετείου επί του θέματος στην οποία δίδεται καθοδήγηση ως προς το πώς δίδεται μαρτυρία από πρόσωπα που δεν γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα. Στην απόφαση Ε.Κ v. D.K. Έφεση 10/2022 ημερ. 26/02/2024 διαβάζονται τα ακόλουθα:  

 

«Είναι αυτονόητο ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα και, κατ' επέκταση, η ένορκη δήλωση, η οποία συνιστά μαρτυρία, θα πρέπει να δίνεται σε γλώσσα κατανοητή στον συγκεκριμένο μάρτυρα. Ως προς μαρτυρία μέσω ένορκης δήλωσης, σαφής είναι η νομολογία. Ως εξηγείται στην GANNA MAKOVETSKA - GRYNEVYCH v. SERGII GRYNEVYCH, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε57/2017, ημερομηνίας 4.10.2023:

 

«Είναι ορθή η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου για την Εφεσείουσα ότι, με βάση τη σχετική νομολογία, μία ένορκη δήλωση προσώπου θα πρέπει να γίνεται σε γλώσσα κατανοητή από τον ομνύοντα και αυτή να συνοδεύεται από μετάφραση στην ελληνική καθώς, επίσης, και από σχετική ένορκη δήλωση του μεταφραστή δια της οποίας να βεβαιώνεται το πιστό και αληθές της μετάφρασης. Κατά συνέπεια η ενδεδειγμένη και ορθή διαδικασία σε τέτοια περίπτωση περιλαμβάνει ουσιαστικά την κατάθεση τριών ενόρκων δηλώσεων (βλ. Annual Practice 1995, σελ. 683).

 

Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Saab Abbas Nazar (2003) 1 Α.Α.Δ. 772:

 

«Η ένορκη δήλωση συνιστά μαρτυρία και συνεπώς θα πρέπει να είναι συνταγμένη σε γλώσσα κατανοητή στον ενόρκως δηλούντα. Η ένορκη δήλωση θα έπρεπε να γίνεται στη γλώσσα του και να συνοδεύεται με μετάφρασή της, καθώς και από ένορκη δήλωση του μεταφραστή που να βεβαιώνει τη μετάφραση και να ενσωματώνει ως τεκμήριο, τόσο την πρωτότυπη ένορκη δήλωση, όσο και τη μετάφρασή της (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, παραγρ. 321).»

 

(Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)

 

Λίγο μετά την υπόθεση Nazar (ανωτέρω) ακολούθησε και η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Μάριου Φωτίου και της Bianca Bos (2003) 1 Α.Α.Δ. 782, η οποία αφορούσε ένορκη δήλωση που συνόδευε αίτηση για άδεια για καταχώριση αίτησης για έκδοση Certiorari, η οποία είχε συνταχθεί στα ελληνικά από μέρους Ολλανδής υπηκόου η οποία δεν γνώριζε ελληνικά. Και σ' εκείνη την υπόθεση το Δικαστήριο έκρινε ότι η συγκεκριμένη ένορκη δήλωση δε συνιστούσε ένορκη δήλωση εντός της εννοίας του νόμου, επαναλαμβάνοντας τα εξής:

 

«Η ένορκη δήλωση θα πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφρασή της στα ελληνικά από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης. Ένορκες δηλώσεις που είναι συντεταγμένες στα ελληνικά από πρόσωπα που δεν γνωρίζουν τη γλώσσα, δεν συνιστούν, κατά τη γνώμη μου, μαρτυρία και δεν θα πρέπει να λαμβάνονται υπ' όψιν (Αναφορικά με τον Saab Abbas Nazar (2003) 1 Α.Α.Δ. 772).»

 

Το ότι η ένορκη δήλωση πρέπει να γίνεται στη γλώσσα που αντιλαμβάνεται ο ενόρκως δηλών και να συνοδεύεται από μετάφραση της στα ελληνικά από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τη συγκεκριμένη γλώσσα και το οποίο με τη δική του ένορκη δήλωση επιβεβαιώνει την ακρίβεια της μετάφρασης, επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Sangaralingam Krishnakanthan (2011) 1 Α.Α.Δ. 7 .. »

 

   Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν τηρήθηκαν τα πιο πάνω. Ο εφεσίβλητος αναγνώρισε μη καλή αντίληψη της γλώσσας στην οποία συντάχθηκε η ένορκη δήλωση της μαρτυρίας του, μάλιστα δεν μπορούσε να καταλάβει τι αναφερόταν σε τυχαίο απόσπασμα της ένορκης του δήλωσης. Ο ίδιος, προφανώς αμυνόμενος στις σχετικές ερωτήσεις, παρέπεμψε σε συνομιλίες του, στο παρελθόν, στη ρωσική γλώσσα. Η αναφορά ότι αντιλαμβάνεται αγγλικά σε απλή μορφή δεν απαντά το ζητούμενο, το οποίο πάντοτε είναι η επιβεβαίωση ότι η ένορκη δήλωση/μαρτυρία είναι σε γλώσσα κατανοητή στον μάρτυρα, ώστε τα αναφερόμενα στη μαρτυρία αυτή να είναι προϊόν του μάρτυρα. Κι αυτό, δηλαδή η κατανόηση από τον εφεσίβλητο των όσων καταγράφονται στην ένορκη δήλωση του, με κάθε σεβασμό προς το πρωτόδικο Δικαστήριο, υπό τας περιστάσεις, δεν μπορούσε να διαπιστωθεί. Ενώ, υπήρχαν οι δικονομικοί μηχανισμοί, κατά την επανεξέταση, να διαπιστωθεί τέτοια αντίληψη, εφόσον υφίστατο.».

 

            Ενόψει των προαναφερθέντων διαπιστώσεων η μαρτυρία της θα προσεγγιστεί με επιφύλαξη αφού δεν φαίνεται να γνώριζε τι κατέγραφε και αυτό διαπιστώθηκε κατά την αντεξέτασή της, στην οποία ανέτρεψε την θέση που είχε προβάλλει στην ένορκη δήλωσή της σε σχέση με την γνώση της για το έγγραφο του Εμπιστεύματος.  

 

Όσον αφορά την προδικαστική ένσταση που επικεντρώνεται στο γεγονός ότι δεν έχουν κληθεί όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και/ή δικαιούχοι του Εμπιστεύματος απάντηση δίδεται στην παράγραφο 537 του Συγγράμματος Halsbury’s Laws of England, 4th edt., (2000 Reissue), σελ.367 η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«Parties to administration claim. All the trustees of the trust to which an administration claim, or a claim for the determination of a question without administration, relates must be parties to the claim. All the persons having a beneficial interest under the trust to which such a claim relates need not be parties to the claim….».

 

Προκύπτει ότι στην διαδικασία δεν έχουν κληθεί τα παιδιά του Εμπιστευματοπαρόχου, οι οποίοι είναι δικαιούχοι του Εμπιστεύματος, και χαρακτηρίζονται ως να έχουν «beneficial interest». Με βάση τα όσα καταγράφονται στο απόσπασμα του Halsbury’s η προδικαστική ένσταση είναι ανεδαφική και απορρίπτεται.           

 

Εξετάζοντας την νομική πτυχή της υπόθεσης είναι η θέση των συνηγόρων των Εναγουσών ότι για να συσταθεί ένα έγκυρο και εκτελεστό εμπίστευμα έπρεπε να μεταβιβαστεί η περιουσία στους Επιτρόπους. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει ασχοληθεί με το θέμα της δημιουργίας εμπιστευμάτων σε σωρεία αποφάσεών του. Στην απόφαση Crestar Overseas Ltd v. Τατιάνα Βισσόσκαγια (2008) 1 Α.Α.Δ. 942 στην σελ. 949 κ.ε. καταγράφηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το πότε δημιουργείται ένα εμπίστευμα:

 

«Όπως σημειώνεται στην απόφαση Κληρίδης ν. Σταυρίδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 521, τα εμπιστεύματα (ή καταπιστεύματα) είναι ή Δεδηλωμένα (Express) (όταν δημιουργούνται από τα ίδια τα μέρη) ή Εξυπακουόμενα (Implied) (όταν είναι αποτέλεσμα της εφαρμογής του Νόμου (trusts arising by operation of the Law). Τα Εξυπακουόμενα εμπιστεύματα είναι τα εξ Επαγωγής (Constructive) ή Καταληκτικά (Resulting). Τόσο τα εξ επαγωγής εμπιστεύματα (implied) όσο και τα καταληκτικά (resulting trusts) βασίζονται πάνω στη μη εκφρασθείσα αλλά εξυπακουόμενη πρόθεση του προσώπου που προβαίνει στη μεταβίβαση. Τα εμπιστεύματα αυτά καλούνται καταληκτικά (resulting trusts) γιατί το δικαίωμα εκμετάλλευσης του (beneficial interest) επανέρχεται (results) στο πρόσωπο που είχε προβεί στη μεταβίβαση. Όταν εξετάζεται η ύπαρξη του εξ επαγωγής εμπιστεύματος, οι πράξεις και οι δηλώσεις των ενδιαφερομένων πριν, κατά τη διάρκεια της δημιουργίας του και ευθύς μετά τη δημιουργία του εμπιστεύματος  συνιστούν μέρος της συναλλαγής και μπορεί να γίνουν αποδεκτές. Όμως συνακόλουθες πράξεις και δηλώσεις είναι αποδεκτές μόνο όταν στρέφονται εναντίον των συμφερόντων του δηλούντος και όχι όταν γίνονται προς όφελός του. (Βλ. Snell's "Principles of Equity", 25η έκδοση, 162). ».

 

Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές στα γεγονότα που απασχολούν στην παρούσα διαπιστώνεται ότι η πρόθεση του Κυριάκου Παύλου, Εμπιστευματοδόχου, αποτυπώνεται με καθαρότητα και σαφήνεια στο Εμπίστευμα και έχει σφραγιστεί με την υπογραφή του. Ως εκ τούτου το συγκεκριμένο Εμπίστευμα δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί εξ υπαγωγής εμπίστευμα. Σχετικές είναι οι παράγραφοι 10.1 – 10.13 του Συγγράμματος  Underhill and Hayton Law of Trusts and Trustees, 20 εκδ. σελ.101 και επέκεινα.

 

Τίθεται το εύλογο ερώτημα τι είδους εμπίστευμα είναι το υπό συζήτηση. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης Aroso v. Coutts & C0 [2001] All E.R. (Com) 241:  

 

«The starting point is that where a person transfers property, or directs a trustee for him to transfer property, otherwise than for valuable consideration, and where the presumption of advancement does not apply, it is a question of the intention of the transferor in making the transfer whether the transferee was to take beneficially or on trust, and if on trust, what trusts (Vandervell v IRC [1967] 1 All ER 1 at 8, [1967] 2 AC 291 at 312 per Lord Hodson). If, as a matter of construction of the document making or directing the transfer, it is possible to discern the intentions of the transferor, that is an end of the matter and no extraneous evidence is admissible to correct and qualify his intentions so ascertained, but if the document is silent, then a resulting trust arises in favour of the transferor, but this is only a presumption and is easily rebutted. All the relevant facts and circumstances can be considered in order to ascertain the intentions of the transferor with a view to rebutting the presumption. See also Westdeutsche Landesbank Girozentrale v Islington London BC [1996] 2 All ER 961 at 990, [1996] AC 669 at 708:

'It is important to stress that this is only a presumption, which presumption is easily rebutted either by the counter-presumption of advancement or by direct evidence of intention to make an outright transfer.'».

 

Ανάγνωση του εγγράφου με τίτλο « Living Trust Deed of Kyriakos Pavlou the ‘Trust’» φανερώνει ότι ο εμπιστευματοδόχος ήταν σαφής στο τι ήθελε να πράξει. Ήθελε να διασφαλίσει ότι κατά την διάρκεια της δικής του ζωής θα λάμβανε την απαιτούμενη ιατρική φροντίδα, ότι θα αποφεύγετο ο διορισμός διαχειριστή της περιουσίας του λόγω τυχόν δικής του ανικανότητας να διαχειριστεί την περιουσία του ενώ παράλληλα ήθελε  να διασφαλίσει ότι μετά τον θάνατό του η περιουσία του θα μεταβιβαζόταν χωρίς δικαστική παρέμβαση, παράγραφος 2 του Εμπιστεύματος. 

  

Όσον αφορά τον τρόπο διαχείρισης της περιουσίας του και πάλι ήταν πολύ ξεκάθαρος. Οι Επίτροποι θα διαχειρίζονταν το Εμπίστευμα προς όφελος των παιδιών του και της συζύγου του και ο τρόπος διαχείρισης καθορίστηκε από τον ίδιο στην παράγραφο 5.4 του Εμπιστεύματος.  Προνόησε ακόμη και για τα αυτοκίνητά του, παράγραφος 5.5(β). Ο τρόπος που είναι συνταγμένο το συγκεκριμένο Εμπίστευμα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πρόκειται περί ρητού εμπιστεύματος – express trust.

 

Στο Σύγγραμμα Halsbury’s Laws of England, 4th ed, volume 48,  στην παράγραφο 544 διαβάζονται τα ακόλουθα:

 

«…..The trust need not be constituted by the writing; the writing is only required as evidence of the declaration of trust and accordingly it is sufficient that at some later stage there is writing which is evidence of the fact of the trust. The writing need not be in any particular form; but must contain all material terms of the trust. ».      

 

Η παράγραφος 545 του πιο πάνω Συγγράμματος αφορά ακριβώς το υπό συζήτηση θέμα και απαντά τις ανησυχίες των Εναγουσών. Διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«Declaration of trust without transfer of property. A person or corporation capable of disposing of property or of an interest in it by way of a trust may at any time create a trust by declaration made in the proper legal mode to the effect that specific property is henceforth to be held by him or in trust for a specified person or object. ».

 

Στην απόφαση Williams v. Central Bank of Nigeria [2013] EWCA Civ. 785 διαβάζονται τα ακόλουθα σε σχέση με δεδηλωμένα εμπιστεύματα:

 

« In English law an express trust is created when a person (the settlor) directs that certain identified property (the trust property) will be held either by him or by others (as a trustee) under legal obligation which binds the trustees to deal with that property, which is owned by them as a separate fund, for the benefit of another (the beneficiary) who has an equitable proprietary interest in the trust property and its fruits from the moment its created. »

 

Βλ. Underhill and Hayton Law of Trusts and Trustees, 20 εκδ. σελ.56 παράγραφο 3.4.

 

Οι όροι και το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, όπως ήδη ανέφερα,  δεν επιδέχονται κατά την κρίση μου οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία. Το έγγραφο αυτό κατ΄εμέ αποτελεί ρητό καταπίστευμα ή και  express trust, ως προανέφερα, εφόσον από μια απλή ανάγνωση του είναι φανερό ότι πληρούνται όλες οι σχετικές προϋποθέσεις για τη δημιουργία του, παράγραφος 10.1 του Συγγράμματος Underhill and Hayton Law of Trusts and Trustees (ανωτέρω). Σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας, το οποίο ισχύει στην Αγγλία και εφαρμόζεται στην Κύπρο, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 29(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, δεν χρειάζεται η χρήση τεχνικών όρων για τη δημιουργία ρητού εμπιστεύματος. Για εμπιστεύματα που αφορούν ακίνητη περιουσία υπάρχει ρητή πρόνοια στο Κεφ.224 και στο Κεφ.193. Ερχόμενη στην παρούσα υπόθεση είναι αρκετό αν ο δημιουργός του καταδείχνει με εύλογη βεβαιότητα (α) πρόθεση δημιουργίας εμπιστεύματος (β) την περιουσία αντικείμενο του εμπιστεύματος (γ) τα πρόσωπα που σκοπείται να είναι δικαιούχοι (δ) τον σκοπό του εμπιστεύματος έτσι ώστε το εμπίστευμα να είναι διοικητικά λειτουργήσιμο και όχι πολύπλοκο. Το κατά πόσο η πρόθεση για δημιουργία εμπιστεύματος καταδεικνύεται επαρκώς είναι θέμα ερμηνείας στην κάθε περίπτωση και μπορεί να συναχθεί από το περιεχόμενο (βλ. Underhill´s Law Relating to Trusts and Trustees, 13η έκδ., σελ 31, Snell's principles on Equity, 20η έκδοση, σελ.75-79). 

 

Προκύπτει από το περιεχόμενου του Εμπιστεύματος, εμμέσως πλην σαφώς, ότι πρόθεση του Κυριάκου Παύλου ήταν να αφήσει την περιουσία του στα παιδιά του και την σύζυγό του πλην όμως η περιουσία θα τύγχανε διαχείρισης από τα αδέλφια του, με τα οποία φαίνεται ότι είχαν κοινές επιχειρήσεις, έτσι ώστε να διασφαλιστεί η συνέχιση των συγκεκριμένων επιχειρήσεων μέχρι τα παιδιά του γίνουν 25 ετών.    

 

Έχοντας καταλήξει ότι πρόκειται περί ρητού εμπιστεύματος το επόμενο ερώτημα που τίθεται αφορά την εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 65 ΙΕ του Κεφ.224. Το συγκεκριμένο άρθρο προνοεί τα ακόλουθα:

«(1) Κανένα εμπίστευμα το οποίο αφορά ακίνητη ιδιοκτησία δεν θεωρείται έγκυρο εκτός αν αυτό ιδρύεται με έγγραφο (trust deed) υπογραμμένο από το πρόσωπο που δικαιούται σε αυτό ή με διαθήκη.

(2) Το ιδρυτικό έγγραφο του εμπιστεύματος (trust deed) ή η διαθήκη ανάλογα με την περίπτωση, καταχωρίζονται στο Μητρώο Εγγραφής του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου.».

 

Το έγγραφο του εμπιστεύματος, Τεκμήριο ΝΛ1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, φέρει την υπογραφή του εμπιστευματοπαρόχου ενώ έχει υπογραφτεί και από δύο μάρτυρες. Συνακόλουθα η πρώτη προϋπόθεση που τίθεται από το άρθρο 65ΙΕ του Κεφ.224 έχει ικανοποιηθεί.  Όσον αφορά το εδάφιο (2) του άρθρου 65ΙΕ του Κεφ.224 το σκεπτικό της απόφασης στην Πίριλλος ν. Κονναρή (2000) 1(Β) Α.Α.Δ. 1153, στο οποίο έχει παραπέμψει το Δικαστήριο ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγουσών, στην σελίδα 1179 διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

 

«Στην Κύπρο το θέμα της δημιουργίας έγκυρου εμπιστεύματος  διέπεται από ειδική νομοθετική διάταξη - το άρθρο 65ΙΕ του Κεφ. 224, το οποίο προβλέπει για ίδρυση εμπιστεύματος με ιδρυτικό έγγραφο (trust deed) και για κατάθεση του στο μητρώο εγγραφής του αρμοδίου Κτηματολογικού  Γραφείου.  Στην Χαραλαμπίδης ν. Κωνσταντίνου κ.α. (1996) 1 Α.Α.Δ 709, υποδεικνύεται ότι το άρθρο 65 ΙΕ προβλέπει "τη σύσταση εμπιστεύματος δια εγγράφου και την εγγραφή του στο Κτηματολογικό Μητρώο για τη δέσμευση της περιουσίας και για τους σκοπούς του εμπιστεύματος». Υποδεικνύεται, επίσης, ότι «μόνο εμπιστεύματα τα οποία καταρτίζονται με τον τρόπο που προβλέπει το άρθρο 65ΙΕ θεωρούνται έγκυρα και μπορεί να αποτελέσουν το αντικείμενο εγγραφής».».

 

Όμως στην μεταγενέστερη απόφαση Ηλιάδης ν. Παπακυριακού Πολ. Εφ. 220/18 ημερ. 27/11/2018 αποφασίστηκε ότι:

 

«Θεωρούμε, ότι οι πρόνοιες του εν λόγω άρθρου είναι σαφείς. Βασική προϋπόθεση, για να κριθεί έγκυρο έγγραφο εμπιστεύματος, που αφορά σε ακίνητη ιδιοκτησία, συνιστά η ύπαρξη ιδρυτικού εγγράφου ή διαθήκης που φέρει την υπογραφή του ιδρυτή ή του διαθέτη, αναλόγως της περίπτωσης.  Η καταχώριση του ιδρυτικού εγγράφου στο Κτηματολογικό Γραφείο, δεν συνιστά συστατικό στοιχείο ή προϋπόθεση της εγκυρότητας του εμπιστεύματος ώστε να μην επιφέρει τις έννομες συνέπειες που ηθέλησε ο ιδρυτής του ή ακυρότητα της δικαιοπραξίας. 

Δυνάμει του εδ. (2) του άρθρου 65ΙΕ, παρέχεται μόνο η δυνατότητα καταχώρισης του εγγράφου στο Μητρώο Εγγραφής του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου για τους όποιους σκοπούς κρίνει ως αναγκαίους ο ιδρυτής του: για τους σκοπούς του εμπιστεύματος και/ή για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης.».

(ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου)

 

Επομένως καταλήγω ότι στην υπό εξέταση υπόθεση δημιουργήθηκε εμπίστευμα, του οποίου η εγγραφή δεν ήταν απαραίτητη στο Μητρώο του Κτηματολογίου για να είναι έγκυρο. Εν πάση περιπτώσει είχαν ακολουθήσει προσπάθειες εγγραφής του στο Κτηματολόγιο, των οποίων το αποτέλεσμα είναι άγνωστο.

    

Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγουσών εισηγείται ότι τυγχάνουν εφαρμογής τα όσα αποφασίστηκαν στην Αγγλική υπόθεση Milroy v. Lord (1862) 4 De G.F. & J. 264 προβάλλοντας ότι δεν υφίσταται αποτελεσματικό και/ή έγκυρο εμπίστευμα. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαφέρουν από αυτά της Milroy αφού στη Milroy ό,τι αποφασίστηκε ως ουσιαστικό, ήταν ότι δεν είχε συσταθεί έγκυρο καταπίστευμα επειδή δεν ήταν η πρόθεση του «settlor to constitute himself a trustee of the shares, but to vest the trust in S.L., there was no valid trust of the shares created in the settlor.» Τόσο στη Milroy όσο και σε άλλες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπως την Κληρίδης ν. Σταυρίδη (ανωτέρω) ό,τι απετέλεσε επίδικο ζήτημα και έφερνε στο προσκήνιο του ερώτημα της εφαρμογής ή μη του δικαίου της επιείκειας ήταν η ανυπαρξία συστατικού εγγράφου, γεγονός που δεν συντρέχει στην υπό κρίση υπόθεση.

 

Έγινε από τις Ενάγουσες επίκληση του ακόλουθου όρου του εμπιστεύματος για να εισηγηθούν ότι λόγω του γεγονότος ότι δεν μεταβιβάστηκε η περιουσία στους Επιτρόπους το εμπίστευμα είναι ατέλειωτο. Ο συγκεκριμένος όρος διαλαμβάνει:

 

«(Α) The settlor wishes to make this Trust and has transferred or delivered to the Trustees or otherwise placed under their control the property specified in the Schedule……….» .

 

Όμως ο συγκεκριμένος όρος δεν μπορεί να ιδωθεί σε απομόνωση από τους υπόλοιπους όρους του εμπιστεύματος. Προκύπτει από το περιεχόμενο της παραγράφου 2 του κειμένου του Εμπιστεύματος ότι σκοπός του Διαθέτη ήταν η φροντίδα του ίδιου και η αποφυγή διορισμού διαχειριστή ανικάνου προσώπου και η μεταβίβαση της περιουσίας μετά θάνατο. Για αυτό και υπάρχουν πρόνοιες που αφορούν την περίοδο που ο διαθέτης θα βρίσκεται εν ζωή, παράγραφος 5.3 του εγγράφου Εμπιστεύματος καθώς και ευδιάκριτες διατάξεις αναφορικά με το πως θα κατανέμεται η περιουσία του μέχρι την τελική μεταβίβασή της στα ανήλικα τέκνα του.  Όσον αφορά την σύζυγό του, Ενάγουσα 1, σχετική είναι η παράγραφος 5.5(α) με την οποία της αφήνει το σπίτι στην Σωτήρα. Καταγράφει τα ακόλουθα:

 

«The house shall remain and be used by Daiva Pavlou, for life for free. For the avoidance of any doubt, it is hereby noted that no beneficiary or trustees shall claim any amounts and/or interrupt the stay enjoyment of the house during Daiva Pavlou’s lifetime. ».          

 

Το Δικαστήριο αισθάνεται το ιδιαίτερο βάρος στη ρύθμιση του ζητήματος κατά τρόπο που να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα του εμπιστεύματος προς ευόδωση των σκοπών και προσδοκιών του εμπιστευματοπαρόχου. Σκοπός του ήταν η διατήρηση της περιουσίας για να  επωφεληθούν τα παιδιά του όταν ενηλικιωθούν και η διατήρηση της ζωής της Ενάγουσας 1 και των παιδιών του σε ένα αξιοπρεπές επίπεδο. Επαναλαμβάνεται ότι σύμφωνα με την παράγραφο 5.5.(α) το σπίτι με αριθμό 16 στο συγκρότημα Αγία Θέκλα, στην Σωτήρα, παραχωρήθηκε στην Ενάγουσα 1 εφ’ όρου ζωής με ρητό όρο απρόσκοπτης χρήσης. Παράλληλα σύμφωνα με την παράγραφο 5.4.1 (b) η Εναγόμενη 1 δικαιούται να απολαμβάνει to 1/3 των εσόδων του «Trust Fund».  

      

Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων η Απαίτηση των Εναγουσών 1 και 2 είναι καταδικασμένη σε αποτυχία και συνακόλουθα η Απαίτηση απορρίπτεται.

Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο αναγνωρίζεται η ισχύς του Εμπιστεύματος του Κυριάκου Παύλου.

 

Όσον αφορά το διάταγμα που ζητείται από τους Εναγόμενους και αφορά την είσοδό τους στην οικία αρ. 16, καθώς και την παραλαβή των  περιουσιακών στοιχείων εντός αυτής διαπιστώνεται ότι ο αποβιώσαντας δεν προέβη σε  οποιαδήποτε ρύθμιση. Το PART 2 – SHEDULE του Εμπιστεύματος μιλά για κινητή περιουσία. Όμως για τα  αυτοκίνητα γίνεται πρόνοια. Για το περιεχόμενο της κατοικίας δεν γίνεται οποιαδήποτε μέριμνα. Αν όντως ήθελε να τα συμπεριλάβει στο Εμπίστευμα, ήτοι τα ρολόγια, τους πίνακες κτλ., ως ο ισχυρισμός των Εναγόμενων, θα κατέγραφε την επιθυμία του. Αντίθετα διαφαίνεται ότι ο Εμπιστευματοπάροχος επιθυμούσε όπως η Ενάγουσα 1 παραμείνει στην συγκεκριμένη κατοικία, στην κατάσταση που είναι, για πάντα.

 

Η περιουσία η οποία τελεί υπό τις πρόνοιες του Εμπιστεύματος ημερ. 18/10/2023, ως αυτή περιγράφεται στο συγκεκριμένο εμπίστευμα, δεν δύναται να πωληθεί ή να τύχει χειρισμού με οποιοδήποτε άλλο τρόπο από τις Ενάγουσες 1 και 2.     

 

Όσον αφορά την Διαχείριση με αριθμό 27/2024 αυτή δεν μπορεί να συνεχίσει αφού η περιουσία του Κυριάκου Παύλου τυγχάνει διαχείρισης μέσω του Εμπιστεύματος. Αν οι Ενάγουσες 1 και 2 δήλωναν την ύπαρξη του Εμπιστεύματος δεν θα τους χορηγούνταν τα έγγραφα διαχείρισης. Οι ίδιες επέλεξαν να μην αποκαλύψουν την ύπαρξη του Εμπιστεύματος για λόγους που μόνο οι ίδιες γνωρίζουν. Βεβαίως η συμπεριφορά τους αυτή, ως έχει προλεχθεί, αφήνει ερωτηματικά.  

 

Ενόψει όλων των πιο πάνω η Απαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόμενων ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

 (Υπ.) ………………………………………

 Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ.

 

Πιστόν Αντίγραφον

 

Πρωτοκολλητής

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο