Αδάμος Μανώλη κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 191/26, 29/10/2026
print
Τίτλος:
Αδάμος Μανώλη κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 191/26, 29/10/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 191/26

Μεταξύ:

1.  Αδάμος Μανώλη,

2.  Θεογνωσία Αδάμου

3.  Φώτης Λάμπρου

4.  Σκεύη Λάμπρου

5. ADAMOS G. MANOLI & SON PROPERTIES AND DEVELOPMENT LTD

Ενάγοντες

v.

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΠΕΡΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΛΤΔ

Εναγόμενη

---------------------------------

Αίτηση ημερομηνίας 21/09/2026

για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων

 

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29 Οκτωβρίου, 2026

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για Ενάγοντες 1 - 5 – Αιτητές: κ. Κ. Μουτσουρής για Κωστάκης Μουτσουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενη - Καθ’ ης η αίτηση: κα Θεοχάρη για Αντώνης Καράς και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Οι Ενάγοντες – Αιτητές, με την αίτηση τους, ζήτησαν, μονομερώς,   την έκδοση διατάγματος που να αναστέλλει την διαδικασία πλειστηριασμού δύο ακινήτων ιδιοκτησίας των Εναγόντων 1 και 2, τα οποία βαρύνονται με την Υποθήκη 3/Υ/1139/1992, ο οποίος είναι ορισμένος στις 04/11/2026.  Ταυτόχρονα, ζήτησαν διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται η πώληση ή/και η αποξένωση ή/και η επιβάρυνση των συγκεκριμένων ακινήτων μέχρι την εκδίκαση της αγωγής.

 

Νομική βάση της αίτησης αποτέλεσαν τα άρθρα 4 – 9, 21, 23, 29, 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, το άρθρο 23 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, τα άρθρα 27, 33 – 42, 44, 44Α – 44ΙΣΤ και 62 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, οι περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Κανονισμοί του 2015, οι  Δ.48 θ.θ. 1-9, Δ.41, Δ.42 και Δ.64 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, τα Άρθρα 23, 26, 28 και 30.2 του Συντάγματος, το άρθρο 5 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012, ο περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμος του 2015, ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996, ο περί Τόκου Νόμος, οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας του 2023 καθώς και σωρεία άλλοι Νόμοι.

 

Τα γεγονότα προς υποστήριξη της αίτησης παρατέθηκαν από τον Αδάμο Μανώλη Γεωργίου, Ενάγοντα 1 – Αιτητή, ο οποίος έχει προσωπική γνώση αυτών. Καταγράφει ότι το 1992 ο ίδιος και η σύζυγος του, η Ενάγουσα 2, είχαν εγγράψει την Υποθήκη με αρ. 3/Υ/1193/1992 επί των ακινήτων με αρ. εγγραφής 0/[ ], 0/[ ] και 0/[ ] προς όφελος της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λιοπετρίου, σήμερα ΚΕΔΙΠΕΣ, για την εξασφάλιση δανείου ύψους Λ.Κ.20.000 που τους παραχωρήθηκε. Για τη συγκεκριμένη υποχρέωση είχε εκδοθεί απόφαση στην Αγωγή Αρ. 674/01 στις 20/02/2002.  Στις 23/02/2023 τους είχαν επιδοθεί Ειδοποιήσεις Τύπου Ι. Υποστηρίζει ότι το ποσό των συγκεκριμένων Ειδοποιήσεων δεν είναι ορθό γιατί σε σχέση με τη συγκεκριμένη Υποθήκη ίσχυε ο περί Τόκου Νόμος και η Καθ΄ ης η αίτηση δεν μπορούσε να αξιώσει ποσό πέραν του αρχικού ποσού της Υποθήκης ως τόκους.  Οι Ενάγοντες αμφισβήτησαν το συγκεκριμένο ποσό και ζήτησαν από την Εναγόμενη όπως αποδεχθεί την καταβολή του ορθού ποσού, εισήγηση η οποία απορρίφθηκε. 

 

Ο Ενάγοντας 1 – Αιτητής παραδέχεται ότι υπάρχουν μεταξύ των μερών διάφορες αγωγές και ότι είχαν διενεργηθεί συναντήσεις και συζητήσεις για εξώδικη διευθέτηση όλων των αγωγών πλην όμως είχαν απορριφθεί όλες οι υποβληθείσες προτάσεις από την Εναγόμενη – Καθ΄ης η αίτηση.  Στις 04/04/2024 επιδόθηκε στους Ενάγοντες 1 – 5 – Αιτητές Ειδοποίηση Τύπος ΙΑ με την οποία ενημερώνονταν για την πρόθεση της Καθ΄ης η αίτηση να προχωρήσει στην πώληση των συγκεκριμένων ακινήτων στις 04/06/2024. Το ποσό που απαιτείτο από την Εναγόμενη – Καθ΄ης η αίτησης ανέρχονταν στις €389.023,10 πλέον τόκους €4.214,42.  Ακολούθησε η καταχώριση της Αίτησης - Έφεσης 31/2024, στις 17/05/2024, στην οποία εκδόθηκε, στις 29/10/2024, προσωρινό διάταγμα με το οποίο ακυρώθηκε ο πλειστηριασμός ημερ. 30/10/2024 των συγκεκριμένων ενυπόθηκων ακινήτων. Στις 30/04/2025 το συγκεκριμένο προσωρινό διάταγμα ακυρώθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου. Ακολούθησε νέα επίδοση Ειδοποιήσεων Τύπου ΙΑ στις 03/08/2026, οι οποίες Ειδοποιήσεις κατέγραφαν λανθασμένα και παράνομα ποσά που η Καθ΄ης η αίτηση δεν δικαιούται, αφού ίσχυε ο περί Τόκου Νόμος σε σχέση με την Σύμβαση Υποθήκης και τα ποσά που μπορεί να εισπράξει η Καθ΄ης η αίτηση ανέρχονται μέχρι του ποσού της αρχικής υποθήκης ήτοι €34.167 ως τόκους, πλέον το κεφάλαιο της υποθήκης που ανέρχεται στις €34.167. 

 

Κατά τη δική του άποψη η επίδικη συμφωνία υποθήκης είναι ξεχωριστή συμφωνία, με δικούς της όρους και ποσά και εξασφαλίζει μόνο το ποσό της υποθήκης πλέον τους τόκους που αναγράφονται στα έγγραφα της υποθήκης, οι οποίοι όροι ουδέποτε τροποποιήθηκαν.  Προωθεί τη θέση ότι τα ποσά των Ειδοποιήσεων Τύπου Ι και Τύπου ΙΑ δεν σχετίζονται με το ποσό της επίδικης υποθήκης ή με το επιτόκιο της σύμφωνα με το Ν. 2/77.  Υποστηρίζει ότι η Καθ΄ης η αίτηση στις επίδικες Ειδοποιήσεις Τύπου ΙΑ μετέφερε ποσό ύψους €446.676,41 πλέον τόκους €9.068,14 για την Υποθήκη 3/Υ/1139/1992 από την Ειδοποίηση Τύπου Ι γιατί θεώρησε ότι το ποσό των €365.279,91 με τόκο 6,50% ήταν το υπόλοιπο του δανείου, το οποίο όμως είναι παράνομο και λανθασμένο.  Στην απόφαση για το δάνειο, ήτοι στην Αγωγή Αρ.674/01, το επιτόκιο ανέρχεται στο 9% ενώ στην Ειδοποίηση Τύπου Ι καταγράφεται ως επιτόκιο το 6,50%. 

 

Είναι η θέση του ότι η Υποθήκη υφίστατο πριν την υιοθέτηση του Ν.160(Ι)/99 και επομένως οι υποθήκες διέπονται από τον περί Τόκου Νόμο. Το γεγονός ότι οι διάδικοι μετά την ισχύ του Ν.160(Ι)/99 έκαναν νέες συμφωνίες ή τροποποίησαν τις υφιστάμενες, κατά τη δική του άποψη, δεν έχει οποιαδήποτε σημασία αφού αυτές είναι ξεχωριστές συμφωνίες, με τους δικούς τους όρους, δεδομένα και ποσά. Υποστηρίζει ότι η Εναγόμενη – Καθ΄ης η αίτηση υπολόγισε παράνομα τους τόκους και ότι απαιτεί περισσότερους τόκους από αυτούς που δικαιούται σύμφωνα με το άρθρο 6 του Ν. 2/77 και τις δικαστικές αποφάσεις.

Με αναφορά στον περί Άρσεως Αμφιβολιών περί την Λήξιν της Ισχύος των Νόμων Νόμος, Ν.42/62 υποστηρίζει ότι οι επίδικες Ειδοποιήσεις είναι παράνομες και αντικανονικές αφού θα έπρεπε να απαιτείται από την Εναγόμενη – Καθ΄ης η αίτηση, το χαμηλότερο ποσό μεταξύ του ποσού της Υποθήκης και του δανείου το οποίο ανέρχεται στο ποσό των €68.334, το οποίο αφορά την Υποθήκη συμπεριλαμβανομένων και των τόκων.  Υποστηρίζει ότι τα απαιτούμενα με την Ειδοποίηση Τύπου Ι ποσά είναι προϊόν απάτης, δόλου και ψευδών παραστάσεων από την Εναγόμενη - Καθ΄ ης η αίτηση. Κατά την δική του άποψη η χρήση άλλου επιτοκίου από αυτό που διέταξε και αποφάσισε το Δικαστήριο συνιστά δόλο, απάτη και ψευδή παράσταση καθώς και κακοπιστία και κατάχρηση της διαδικασίας από μέρους της Εναγόμενης – Καθ΄ης η αίτηση.  Εισηγείται ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να καταστείλει τη συγκεκριμένη κατάχρηση και κακοπιστία.

 

Είναι η θέση του ότι μετά την παραλαβή της Ειδοποίησης Τύπου Ι διαβιβάστηκε επιστολή από τον δικηγόρο των Εναγόντων - Αιτητών στην Εναγόμενη – Καθ΄ης η αίτηση με την οποία γινόταν εισήγηση καταβολής του ποσού που αφορούσε την Υποθήκη. Το αίτημα αντιμετωπίστηκε με άρνηση και οι Ενάγοντες – Αιτητές αποτάθηκαν στο Δικαστήριο καταχωρώντας την Γενική Αίτηση 84/2024 για την εξάλειψη της Υποθήκης 3/Υ/1339/1992 με την καταβολή του ποσού των €68.344.  Υποστηρίζει ότι ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να προχωρήσει γιατί η συνολική αξία των τριών ακινήτων υπερβαίνει το €1.200.000 ενώ το χρέος είναι μόνο €68.000 και αυτό θα συνιστούσε κατάφορη αδικία. Καταγράφει ότι η Γενική Αίτηση 84/2024 αποσύρθηκε στις 21/09/2026, αφού είχε καταχωριστεί η υπό κρίση αγωγή λόγω της πρόθεσης της Εναγόμενης – Καθ΄ης η αίτηση να προχωρήσει με τη διαδικασία του πλειστηριασμού, η οποία πρόθεση διαπιστώθηκε με την επίδοση της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ στις 03/08/2026. Υπάρχει, σε εκκρεμότητα, αίτηση εγκλωβισμένου αγοραστή από την Εναγόμενη 5 - Αιτήτρια, η οποία αφορά το τεμάχιο με αρ. εγγραφής 30/3472 και αυτό συνιστά ένα πρόσθετο λόγο για αναστολή του πλειστηριασμού. 

 

Σύμφωνα με τον Ομνύοντα υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας και κατάχρηση του Μέρους VIA του Ν. 9/1965 αφού η διαδικασία προχωρεί εκδικητικά, κακόβουλα και καταχρηστικά στην βάση λανθασμένων ποσών, τα οποία εν γνώση της Εναγόμενης – Καθ΄ης η αίτηση δεν εξασφαλίζονται από την επίδικη Υποθήκη. Σε ένα από τα ακίνητα βρίσκεται το σπίτι των Εναγόντων 1 και 2 - Αιτητών και ο ίδιος δηλώνει προθυμία να καταθέσει το ποσό, που κατά τη δική του άποψη, οφείλεται για τη συγκεκριμένη Υποθήκη στο Δικαστήριο. Ζητά όπως του επιτραπεί να ασκήσει το δικαίωμά του στην εξάλειψη της Υποθήκης πληρώνοντας το νόμιμο χρέος που την αφορά. Δηλώνει ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα τότε οι Ενάγοντες – Αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη, αφού θα απωλέσουν την κατοικία τους που είναι κτισμένη πάνω στο συγκεκριμένο ακίνητο, του οποίου η αξία είναι ανεκτίμητη αφού διαμένουν με τα παιδιά τους και τις οικογένειες τους.

 

Δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο για επίδοση της συγκεκριμένης αίτησης η οποία, με την επίδοσή της, αντιμετωπίστηκε με ένσταση στην οποία καταγράφηκαν δεκατέσσερεις (14) λόγοι ενστάσεως, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι η αίτηση είναι τυπικά ή/και ουσιαστικά λανθασμένη ή/και παράτυπη. Ότι αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας αφού είναι το τρίτο κατά σειρά ένδικο μέσο που προωθείται από τους Ενάγοντες - Αιτητές από το Μάϊο του 2024 με απώτερο σκοπό την ανατροπή της πώλησης των ίδιων ενυπόθηκων ακινήτων για το ίδιο χρέος. Ότι η Απαίτηση καταχωρίστηκε ενώ εκκρεμούσε ακόμη η Απαίτηση 84/2024, η οποία είχε το ίδιο αντικείμενο και αποσύρθηκε στις 24/09/2026 στο στάδιο της ακρόασης. Ότι οι Αιτητές κωλύονται λόγω δεδικασμένου ή/και cause of action estoppel ή/και issue estoppel ή/και λόγω της αρχής της Henderson v. Henderson να εγείρουν τα επίδικα θέματα αφού για το συγκεκριμένο δάνειο έχει εκδοθεί εκ συμφώνου απόφαση στις 20/02/2002 στην Αγωγή Αρ.674/2001, στην οποία καθορίστηκε τόσο το οφειλόμενο κεφάλαιο καθώς και ο τόκος χωρίς η απόφαση να εφεσιβληθεί. Ότι η αίτηση στερείται ουσιαστικού και νομικού ερείσματος και δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960.  Ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 αφού η επιδίκαση αποζημιώσεων θα καλύψει οποιαδήποτε ζημιά.  Ότι η Καθ΄ ης η αίτηση αποτελεί φερέγγυο οργανισμό και έχει την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει στους Ενάγοντες – Αιτητές  οποιεσδήποτε αποζημιώσεις επιδικαστούν στην περίπτωση που αποφασιστεί ότι κακώς προχώρησε ο πλειστηριασμός.  Ότι οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.  Ότι το άρθρο 22Γ του περί Δικαστηρίων Νόμου δεν τυγχάνει εφαρμογής αφού δεν έχει αποδειχθεί ότι οποιοδήποτε από τα επίδικα ακίνητα αποτελεί την «κύρια κατοικία» των Εναγόντων - Αιτητών σύμφωνα με την έννοια που ο ίδιος ο Νόμος αποδίδει στον συγκεκριμένο όρο. Ότι η επίκληση της αίτησης εγκλωβισμένου αγοραστή σε σχέση με το ακίνητο 0/3472 δεν δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αφού η αίτηση υποβλήθηκε από την εταιρεία του Ενάγοντα 1 - Αιτητή, την Εναγόμενη 5 – Αιτήτρια. Ότι το απαιτούμενο ποσό είναι νόμιμο και πηγάζει από το εξ΄ αποφάσεως χρέος, ως αυτό καθορίστηκε στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 20/02/2002.  Ότι οι Νόμοι και οι Κανονισμοί που αναφέρουν οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν εφαρμόζονται στην υπό κρίση αίτηση αλλά αφορούν την ουσία της διαφοράς. Ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν έχουν καταβάλει ούτε και έχουν καταθέσει οποιοδήποτε ποσό στο Δικαστήριο, ούτε καν τις €68.344 που ισχυρίζονται ότι οφείλουν. Και ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα ανατρέψει το υφιστάμενο status quo.

 

Νομική βάση για την ένσταση αποτέλεσαν πανομοιότυποι Νόμοι και Κανονισμοί με αυτούς που επικαλούνται οι Ενάγοντες - Αιτητές και για αυτό το λόγο το Δικαστήριο δεν προτίθεται να τους επαναλάβει. 

 

Τα γεγονότα προς στοιχειοθέτηση της ένστασης παρατέθηκαν σε ένορκη δήλωση της Στέλας Μαρίας Σεργίου, η οποία υπηρετεί στη εταιρεία DOVALUE CYPRUS LIMITED που ενεργεί για λογαριασμό της Εναγόμενης – Καθ΄ης η αίτηση δυνάμει σχετική συμφωνίας. Γνωρίζει τα γεγονότα είτε από προσωπική γνώση είτε από όσα προκύπτουν από τα έγγραφα τα οποία έχει στην κατοχή της ή/και τους φακέλους των δικαστικών διαδικασιών που υπάρχουν μεταξύ των εμπλεκομένων μερών. 

 

Παραθέτει το ιστορικό των διαδικασιών μεταξύ των εμπλεκομένων μερών και ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας 1 - Αιτητής παρουσιάζει μία επιλεκτική εικόνα της πραγματικότητας. Καταγράφει ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές έχουν σωρεία δανείων τα οποία οφείλουν μέχρι και σήμερα. Κατά την δική της άποψη δεν έχουν κληθεί όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη αφού η έρευνα του Κτηματολογίου αποκαλύπτει ότι τα ακίνητα είναι επιβαρυμένα με σωρεία υποθηκών. Ισχυρίζεται ότι η Υποθήκη Υ1139/1992 εξασφαλίζει δάνειο που λήφθηκε από τους Ενάγοντες 1, 2, 3  και 4 και καλύπτει το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/1452, ιδιοκτησίας του Ενάγοντα 1 – Αιτητή και τα ακίνητα με αριθμούς 0/3472 και 0/3473 ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 2 - Αιτήτριας. Λόγω του ότι το δάνειο των Εναγόντων 1 – 4 Αιτητών δεν αποπληρωνόταν οδηγήθηκε στο Δικαστήριο όπου εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση στα πλαίσια της Αγωγής Αρ. 674/2001, στην οποία οι Ενάγοντες – Αιτητές εκπροσωπήθηκαν από δικηγόρο. Οι Εναγόμενοι σ΄εκείνη την υπόθεση, οι οποίοι είναι Ενάγοντες στην παρούσα, διατάχθηκαν να πληρώσουν το ποσό των €67.089,60 με τόκο προς 9% ετησίως από 01/01/2001 μέχρι εξοφλήσεως πλέον τα έξοδα της διαδικασίας. Τους χορηγήθηκε αναστολή εκτέλεσης της απόφασης με την προϋπόθεση ότι θα καταβαλλόταν από τον Ενάγοντα 1 – Αιτητή το ποσό των Λ.Κ.250 μηνιαίως από 01/05/2002 και μέχρι εξόφλησης του εξ’ αποφάσεως χρέους. Διενεργήθηκαν μεμονωμένες πληρωμές κατά καιρούς και από το 2000 μέχρι και σήμερα καταβλήθηκε το συνολικό ποσό των €18.000 ενώ εδώ και 17 χρόνια δεν έχει καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό. Λόγω του συγκεκριμένου γεγονότος η Εναγόμενη – Καθ΄ης η αίτηση προχώρησε τη διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων σύμφωνα με το Μέρος VIA του Ν. 9/1965 και στις 23/02/2023 επιδόθηκαν οι Ειδοποιήσεις Τύπου Ι και στις 04/04/2024 οι Ειδοποιήσεις Τύπου ΙΑ, στις οποίες καθοριζόταν ως ημερομηνία πλειστηριασμού η 04/06/2024. Οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν υπέβαλαν οποιοδήποτε παράπονο αναφορικά με το ποσό της Ειδοποίησης Τύπου Ι αντίθετα, στις 17/05/2024, καταχώρησαν καταχρηστικά, την Αίτηση - Έφεση 31/2024 επικαλούμενοι την υποβολή αίτησης για ένταξη στο Σχέδιο Ενοίκιο έναντι Δόσης για τα ενυπόθηκα ακίνητα με αρ. 0/1452 και 0/3472.  Δόθηκαν οδηγίες στους δικηγόρους της Εναγόμενης – Καθ΄ης η αίτηση όπως εκδοθεί εκ συμφώνου διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η ημερομηνία του προγραμματισμένου πλειστηριασμού μέχρι τις 30/10/2024, έτσι ώστε να εξεταστούν οι δύο αιτήσεις στο Σχέδιο έναντι Δόσης. Δηλώθηκε, στη συγκεκριμένη διαδικασία, ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές είχαν λάβει γνώση των Ειδοποιήσεων Τύπου Θ, Ι, ΙΑ και ΙΒ και συμφώνησαν ότι ο πλειστηριασμός θα διεξαγόταν χωρίς να αποσταλούν εκ νέου οι Ειδοποιήσεις.  Κατά την εξέταση των αιτημάτων για ένταξη στο Σχέδιο Ενοίκιο έναντι Δόσης διαπιστώθηκε ότι ο Ενάγοντας 1 – Αιτητής είχε υποβάλει αίτηση για ένταξη στο Σχέδιο Ενοίκιο έναντι Δόσης δηλώνοντας άλλο ακίνητο ως κύρια κατοικία του και η αίτηση του απορρίφθηκε. Ακολούθως υπέβαλε νέα αίτηση δηλώνοντας ως κύρια κατοικία του το ακίνητο με αριθμό 0/1452 και ενώ είχε δώσει τα δικά του στοιχεία επικοινωνίας απέφευγε τον εκτιμητή της Εναγόμενης - Καθ΄ ης η αίτηση. Όταν τελικά επήλθε επικοινωνία ο Ενάγοντας 1 - Αιτητής ζήτησε από τον εμπειρογνώμονα χρόνο για να συλλέξει τα απαραίτητα έγγραφα και δεσμεύτηκε να επικοινωνήσει ο ίδιος μαζί του για να καθορίσουν ραντεβού χωρίς όμως ποτέ να επανέλθει. Μετά από έρευνα διαπιστώθηκε ότι στο συγκεκριμένο ακίνητο δεν υπάρχει κατοικία αλλά τσίγκοι και πρόχειρες κατασκευές. Η σύζυγος του Ενάγοντα 1 - Αιτητή, Ενάγουσα 2 – Αιτήτρια, είχε  υποβάλει άλλη αίτηση για ένταξη στο Σχέδιο Ενοίκιο έναντι Δόσης δηλώνοντας ως κύρια κατοικία το ακίνητο με αρ. 0/1205 το οποίο εξασφαλίζει την υποθήκη άλλου τραπεζικού οργανισμού δηλώνοντας, ως στοιχεία επικοινωνίας, τα στοιχεία του Ενάγοντα 1 – Αιτητή. Σε επικοινωνία που είχαν οι λειτουργοί της Εναγόμενης – Καθ΄ης η αίτηση κατά την εξέταση των αιτημάτων ο ίδιος ο Ενάγοντας 1 – Αιτητής  και ο δικηγόρος του δεν μπορούσαν να δώσουν απαντήσεις σε ερωτήματα που τους τέθηκαν. Τα αιτήματα τελικά απορρίφθηκαν και ενημερώθηκαν προς τούτο οι Ενάγοντες 1 και 2 - Αιτητές.  Έγινε προσπάθεια από το δικηγόρο του Ενάγοντα 1 – Αιτητή, τον Οκτώβριο του 2024, για περαιτέρω αναστολή της ημερομηνίας του πλειστηριασμού όμως, λόγω των διαπιστώσεων της Εναγόμενης - Καθ΄ ης η αίτηση, η απάντηση ήταν αρνητική. Ακολούθησε στις 29/10/2024, μία μέρα πριν τον πλειστηριασμό, η εξασφάλιση μονομερούς διατάγματος αναστολής του πλειστηριασμού.  Στις 30/04/2025 στο εκδοθέν διάταγμα ακυρώθηκε μετά που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το πραγματικό υπόβαθρο αφού κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι οι Ενάγοντες – Αιτητές, σε εκείνη την αίτηση, είχαν αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν αποφασιστικής σημασίας.

 

Είναι η θέση της ότι ενώ εκκρεμούσε η Αίτηση – Έφεση 31/2024 καταχωρίστηκε η Απαίτηση Αρ.84/2024 με την οποία ζητείτο ακριβώς ότι ζητείται με την υπό κρίση Απαίτηση. Η Απαίτηση 84/2024 εκκρεμούσε για δύο χρόνια και στις 24/09/2026 αποσύρθηκε και απορρίφθηκε με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης - Καθ΄ ης η αίτηση και καταχωρίστηκε η υπό κρίση Απαίτηση, 8 μέρες πριν αποσυρθεί η Απαίτηση 84/2024. Η υπό εκδίκαση διαδικασία είναι η τρίτη, η οποία αφορά την επίδοση των νέων Ειδοποιήσεων Τύπου ΙΑ, στις 03/08/2026, με τις οποίες καθορίζεται ως ημερομηνία νέου πλειστηριασμού η 04/11/2026. Οι επιφυλασσόμενες τιμές πώλησης για τα ακίνητα είναι: €38.800 για το ακίνητο 0/1452, €666.000 για το ακίνητο 0/3472 και €4.400 για το ακίνητο 0/3473. 

 

Είναι η θέση της Ομνύουσας ότι η υπό κρίση Απαίτηση βασίζεται στο άρθρο 6(1) του περί Τόκου Νόμου Ν.2/77 αφού προωθείται η θέση ότι η Εναγόμενη - Καθ΄ ης η αίτηση δεν δικαιούται τόκους πέραν του αρχικού ποσού της υποθήκης, δηλαδή οι Ενάγοντες 1 – 5 – Αιτητές ισχυρίζονται ότι οφείλουν μόνο το ποσό των €68.344. Κατά την δική της άποψη το οφειλόμενο ποσό, σε σχέση με το επίδικο δάνειο, καθορίστηκε δικαστικά με την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης στην Αγωγή Αρ.674/2001 στις Λ.Κ.39.265,80 το οποίο φέρει τόκο 9% ετησίως από 01/01/2001. Η συγκεκριμένη απόφαση δεν εφεσιβλήθηκε. Κατά τη δική της κρίση αν εφαρμοζόταν το άρθρο 6(1) του Ν.2/77 ο συγκεκριμένος ισχυρισμός έπρεπε να προβληθεί κατά την έκδοση της απόφασης στην Αγωγή Αρ.674/2001. Εισηγείται ότι το δεδικασμένο καλύπτει τα όσα αποφασίστηκαν αλλά και κάθε ζήτημα το οποίο θα μπορούσε να εγερθεί στην προηγούμενη διαδικασία και δεν ηγέρθηκε. Προωθεί την άποψη ότι με την υπό κρίση Απαίτηση επιχειρείται το επανάνοιγμα της Αγωγής Αρ. 674/2001, 24 χρόνια μετά την έκδοση της  απόφασης του Δικαστηρίου. Τονίζει ότι ο Ν.2/77 καταργήθηκε από το Ν.160(Ι)/99 και ότι η απόφαση εκδόθηκε μετά την κατάργηση του συγκεκριμένου Νόμου. Επαναλαμβάνει ότι το κεφάλαιο που καθορίστηκε από το Δικαστήριο ανέρχεται σε €67.089,60 που είναι ίσο με ολόκληρο το ποσό που οι Ενάγοντες 1 – 5 - Αιτητές προσφέρονται να πληρώσουν.  Συνακόλουθα, είναι η θέση της ότι ο υπολογισμός των Εναγόντων – Αιτητών αγνοεί πλήρως την απόφαση ημερ. 20/02/2002. 

 

Προωθεί την θέση ότι οι Ενάγοντες 1 – 5 - Αιτητές έχουν καταχραστεί τη διαδικασία αφού από τον Μάιο του 2024 προωθούν δικαστικές διαδικασίες με διαφορετική νομική ετικέτα όμως με τον ίδιο σκοπό, ήτοι να εμποδιστεί η πώληση των ίδιων τριών ακινήτων για το ίδιο εξ΄ αποφάσεως χρέος. Υποστηρίζει ότι από τη στιγμή που οι συγκεκριμένες υποθήκες υπογράφτηκαν νομότυπα, κανονικά και με ελεύθερη βούληση των ενυπόθηκων οφειλετών ενώ έχει εκδοθεί και δικαστική απόφαση, στην οποία καθορίζεται το οφειλόμενο χρέος, με τη σύμφωνη γνώμη των Εναγόντων 1 – 5 - Αιτητών οι Αιτητές έχουν αποδεχθεί την νομιμότητα της διαδικασίας. Ως εκ τούτου οι συγκεκριμένοι Ενάγοντες – Αιτητές, με την καταχώρηση της υπό κρίσης αίτησης, καταχρώνται τον δικαστικό χρόνο και τις διαδικασίες με σκοπό να αποφύγουν επ’  αόριστο τις οφειλές τους.

 

Εισηγείται ότι οι Ενάγοντες 1 – 5 – Αιτητές δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα και συγκεκριμένα δεν αναφέρθηκαν στις αιτήσεις που υπέβαλαν στο Σχέδιο Ενοίκιο έναντι Δόσης για τα δύο από τα τρία ακίνητα οι οποίες απορρίφθηκαν, στο εκ συμφώνου εκδοθέν διάταγμα ημερ. 27/05/2024 στο οποίο αποδέχθηκαν την παραλαβή των Ειδοποιήσεων Τύπου Ι και ΙΑ και συμφώνησαν στην διεξαγωγή του πλειστηριασμού χωρίς νέες Ειδοποιήσεις, στην απόσυρση της Απαίτησης 84/2024, στο γεγονός ότι η τελευταία καταβολή πληρωμής είχε γίνει το 2009 καθώς και στο γεγονός ότι η κατασκευή στο ακίνητο 0/1452 είναι ευτελής κατασκευή από τσίγκους και όχι κατοικία. Επίσης ο Ενάγοντας 1 - Αιτητής προβαίνει σε ανακριβείς αναφορές ότι η Απαίτηση 84/2024 είχε αποσυρθεί ενώ στην πραγματικότητα υφίστατο κατά τον ίδιο χρόνο μαζί με την παρούσα. Ταυτόχρονα δηλώνει ότι η διεύθυνση των Εναγόντων 1 και 2 - Αιτητών είναι στο Λιοπέτρι και συγκεκριμένα στην οδό Κυριάκου Μάτση, ενώ στην παρούσα δηλώνεται ως διεύθυνσή τους η οδός Αποστόλου Βαρνάβα 16 στο Λιοπέτρι. Καταλήγει, ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα και πιθανότητα επιτυχία της Απαίτησης και ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης.

 

Προς απάντηση των ισχυρισμών που τέθηκαν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση καταχωρίστηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση από τον Ενάγοντα 1 – Αιτητή ο οποίος προώθησε τη θέση ότι οι θεραπείες που καταγράφονται στην υπό κρίση Απαίτηση δεν είναι οι ίδιες με αυτές που αποτυπώνονται στην Γενική Αίτηση 84/024. Καταγράφει σε έκταση γεγονότα που αφορούν την Γενική Αίτηση 84/2024, τα οποία στην ουσία συνιστούν εξ΄ ακοής μαρτυρία για να προωθήσει τελικά τη θέση ότι η καταχώριση της υπό κρίση Απαίτησης δεν μπορούσε να περιμένει γιατί υπήρχε το θέμα της παρέλευσης των 45 ημερών από την επίδοση της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ. Ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε κατάχρηση και ότι τα όσα παραθέτει η Εναγόμενη – Καθ΄ης η αίτηση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Υποστηρίζει ότι ο Ν. 9/1965 και ο Κανονισμός Κ.Δ.Π. 185/15 δεν εναποθέτουν οποιαδήποτε υποχρέωση σε ενδιαφερόμενο πρόσωπο να επιδίδει σε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο την οποιαδήποτε διαδικασία που αφορά την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου.  Επαναλαμβάνει ότι η συμφωνία Υποθήκης είναι ξεχωριστή συμφωνία με δικούς της όρους και ποσά και εξασφαλίζει μόνο το ποσό της υποθήκης πλέον τους τόκους. Ισχυρίζεται, ότι παρά το γεγονός ότι εκδόθηκε δικαστική απόφαση οι τόκοι δεν θα μπορούσαν να ξεπεράσουν το αρχικό κεφάλαιο γιατί σε τέτοια περίπτωση θα υπήρχε έκδηλη παρανομία. 

 

Επαναλαμβάνει ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε κατάχρηση αφού οι Ενάγοντες – Αιτητές ξεκίνησαν ένα αγώνα καταχωρώντας αιτήσεις για ένταξη στο Σχέδιο Ενοίκιο έναντι Δόσης, διόρισαν οικονομικό σύμβουλο και υπέβαλαν προτάσεις προς την Εναγόμενη – Καθ΄ης η αίτηση.  Εισηγείται ότι οι ισχυρισμοί για υποβολή αίτησης για ένταξη στο Σχέδιο Ενοίκιο έναντι Δόσης δηλώνοντας διαφορετικό ακίνητο ως κύρια κατοικία του είναι ψευδείς και ατεκμηρίωτοι. 

 

Όσον αφορά την υποβολή της υπό κρίση αίτησης σε μονομερή βάση ισχυρίστηκε ότι λόγω των οδηγιών του Δικαστηρίου να την καταστήσει δια κλήσεως δεν μπορούν να εξεταστούν θέματα απόκρυψης.  Υποστηρίζει ότι στο ακίνητο με αρ. 0/1452 υπάρχει κατοικία και αυλή, την οποία ο ίδιος κληρονόμησε από τον παππού του και η οποία για τον ίδιο έχει μεγάλη συναισθηματική αξία και επιθυμεί να την κρατήσει. Ο παππούς του διατηρούσε την κατοικία του στην συγκεκριμένη μορφή, η οποία παραμένει η ίδια μέχρι και σήμερα.  Καταλήγει, ότι το ποσό που μπορεί σήμερα να εισπραχθεί ανέρχεται στις €68.344. Είναι η πεποίθησή του ότι έχει δικαίωμα να προστατέψει την πρώτη κατοικία του και ότι για ένα δάνειο ύψους Λ.Κ20.000 απαιτείται από τους Ενάγοντες 1 – 5 – Αιτητές να καταβάλουν το ποσό των €365.279,90 που είναι παράνομο και ανεπίτρεπτο.

 

Και οι δύο πλευρές προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με την διαβίβαση γραπτών αγορεύσεων ενώ παράλληλα προχώρησαν σε διευκρινήσεις δια ζώσης. Το Δικαστήριο έχει υπόψη του τις θέσεις και των δύο συνηγόρων και θα αναφερθεί σ αυτές όπου κρίνει τούτο απαραίτητο.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

         Προκύπτει από το περιεχόμενο των δύο ενόρκων δηλώσεων ότι υπάρχουν διάφορες διαδικασίες που αφορούν την παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης για τις οποίες έχουν καταφύγει στα Δικαστήρια. Όσον αφορά την υπό εκδίκαση Απαίτηση  είναι από κοινού αποδεκτό ότι οι Ενάγοντες 1 – 4 – Αιτητές είχαν λάβει δάνειο, το 1992, ύψους Λ.Κ.20.000 για το οποίο είχαν υποθηκεύσει τα ακίνητα 0/1452, 0/3472 και 0/3473 με την υποθήκη Υ1139/1992. Σε σχέση με το συγκεκριμένο δάνειο είχε εκδοθεί εκ συμφώνου απόφαση στην Αγωγή Αρ. 674/2001, στις 20/02/2002, για το ποσό των Λ.Κ.39.265,80 με τόκο 9% ετησίως από 01/01/2001 μέχρι εξοφλήσεως. Είναι επίσης αποδεκτό ότι είχαν αποσταλεί από την Εναγόμενη – Καθ΄ης η αίτηση και είχαν παραληφθεί από τους Ενάγοντες 1 – 5 – Αιτητές οι Ειδοποιήσεις Τύπου Ι και ΙΑ και ότι σε σχέση με τις συγκεκριμένες καταχωρίστηκε η Αίτηση – Έφεση 31/24 και σε μεταγενέστερο χρόνο η Γενική Αίτηση 84/24. Δεν φαίνεται να εγέρθηκε το θέμα του λανθασμένου αξιωμένου ποσού στην Ειδοποίηση Τύπου Ι σε οποιαδήποτε από αυτές. Επίσης ουδέποτε προωθήθηκε οποιαδήποτε διαδικασία που να αφορά απάτη, δόλο ή ψευδείς παραστάσεις και αυτό καταγράφεται λόγω των ισχυρισμών που προβάλλονται από τον Ενάγοντα 1- Αιτητή στην ένορκη δήλωσή του παράγραφος 19.  

 

           Όσον αφορά το τι ακολούθησε φαίνεται από το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού φακέλου. Η Εναγόμενη – Καθ΄ης η αίτηση ενεργοποίησε το 2023, λόγω της μη εκπλήρωσης των όρων αναστολής της απόφασης στην Αγωγή Αρ.647/2001, τις πρόνοιες του Μέρoυς VIA του Ν.9/1965 και επέδωσε, στις 23/02/2023, τις Ειδοποιήσεις Τύπου Ι  στους Ενάγοντες – Αιτητές για να ακολουθήσει, στις 04/04/2024, η επίδοση των Ειδοποιήσεων Τύπου ΙΑ. Οι Ενάγοντες – Αιτητές καταχώρησαν την Αίτηση – Έφεση 31/24 στην οποία εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα αναστολής του πλειστηριασμού, λόγω του ότι είχαν υποβληθεί δύο αιτήσεις στο Σχέδιο Ενοίκιο έναντι Δόσης, μέχρι να εξεταστούν οι αιτήσεις. Με την απόρριψη των αιτημάτων των Εναγόντων 1 και 2 – Αιτητών αυτοί καταχώρησαν την Γενική Αίτηση 84/2024. Στην Αίτηση – Έφεση 31/24 ζήτησαν και έλαβαν μονομερώς προστατευτικό διάταγμα το οποίο στην συνέχεια ακυρώθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου. Ενώ εκκρεμούσε η συγκεκριμένη αίτηση, λόγω της επίδοσης της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ στις 03/08/2026, καταχωρίστηκε η υπό κρίση Απαίτηση και ακολούθως αποσύρθηκε η Γενική Αίτηση 84/2024 στις 24/09/2026.

 

         Θα πρέπει να λεχθεί ότι στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1- Αιτητή δεν καταγράφεται σε ποιο ακίνητο ευρίσκεται η κατοικία του, ήτοι στην παράγραφο 28 της πρώτης ένορκης δήλωσής του δεν καταγράφεται ο αριθμός εγγραφής του ακινήτου και διαπιστώνεται ένα κενό. Πρέπει επίσης να καταγραφεί ότι η συγκεκριμένη ένορκη δήλωση εμπεριέχει, σε μεγάλο βαθμό, τοποθετήσεις  επι νομικών θεμάτων τα οποία ακόμη και με την συμβουλή του δικηγόρου δεν μπορούν να προωθηθούν σε ένορκη δήλωση στην οποία καταγράφονται τα γεγονότα που είναι σε γνώση του ίδιου του ομνύοντα.  

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

Προτού το Δικαστήριο προχωρήσει να εξετάσει τα ζητήματα που έχουν εγερθεί και για τα οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εμπλεκομένων μερών έχουν αναφερθεί, τόσο στις γραπτές όσο και προφορικές αγορεύσεις τους, το Δικαστήριο θεωρεί ότι είναι το κατάλληλο στάδιο για να παρατεθεί η νομική πτυχή που διέπει αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα. Η νομική βάση που διέπει αιτήσεις για έκδοση τέτοιου είδους διαταγμάτων παρέχεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς. Το άρθρο 32 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν, για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα, είναι οι εξής: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά, καθώς επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.

Σύμφωνα με την νομολογία το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό είναι κάτι που θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo Ltd v. Adidas (1983) 1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 Α.Α.Δ. 248. Αυτό που διαπιστώνεται από την νομολογία είναι ότι το Δικαστήριο έχει καθήκον να συνεκτιμήσει με προσοχή όλα τα γεγονότα και να διακριβώσει κατά πόσο ένα τέτοιου τύπου διάταγμα είναι απαραίτητο για τον αιτητή για να αιτηθεί θεραπείας αλλά και κατάλληλο υπό τις περιστάσεις λόγω της δραστικότητάς του.

 

Όσον αφορά τις προϋποθέσεις για την έκδοση ενός απαγορευτικού διατάγματος και κατά πόσο αυτές ικανοποιούνται, καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις παλαιότερες υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others (1982) 1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas (ανωτέρω), A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά. (Αρ. 2) (1994) 1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιωνδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός.

 

Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco (1996) 1(B) A.A.Δ. 788, Mitsingas v. Timberland (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express (1998) 1(A) A.A.Δ. 149). Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Recnex Trading Limited, Ιωάννη Μιχαηλίδη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ (2014) 1 Α.Α.Δ. 866:

 

«Βρίσκουμε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης είναι τέτοια ώστε δεν κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να παραπέμψουμε στις ΑΒΡ Holdings v. Κιταλίδη (1994) 1 Α.Α.Δ. 694, 699, C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ (2001) 1 Α.Α.Δ. 785 και στην Πολιτική Έφεση 52/10 Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. E. Σιακατίδου, ημερ. 19.3.2014. Αποδίδεται ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό, προστακτικό διάταγμα όταν κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό.».

 

Στην απόφαση T. A. Micrologic Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1802, ο έντιμος Δικαστής κ. Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής :

 

«Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις υποθέσεις Constantinides v. Makriyiorghou (1978) 1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates & Others (1982) 1 C.L.R. 557 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά». (Βλ. επίσης Hazelwood Investment & Finance Ltd v. XXX Manuel κ.α. Πολ. Εφ. Ε14/17 και Ε209/17 ημερ. 16/07/19).».

 

Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Ο αιτητής είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής του και της διατήρησής του σε ισχύ. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων, στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση, τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, δεδομένης πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.

 

Αναφορικά με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, οι οποίες είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες αφού η πρώτη έχει άμεση σχέση με την νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη επεκτείνεται στην θεώρηση της προσφερόμενης μαρτυρίας και την τυχόν θεμελίωση της απαίτησης, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην απόφαση Boris Mints κ.α. v. Pavel Shiskin Πολ. Εφ. 69, 70 και 71/20 ημερ. 10/01/2024:

 

«Αποτυγχάνουν της πρώτης προϋπόθεσης, αγωγές στηριζόμενες σε βάσεις άγνωστες στον Νόμο και ή τη Νομολογία όπου η συνέχιση τους θα απολήξει να είναι ανούσια και ενοχλητική (frivolous and vexatious), αλλά και απαιτήσεις όπου επιδιώκεται η απόδοση θεραπείας παράλογης ή απαράδεκτης. Στην προκειμένη περίπτωση - όπως ορθά παρατηρεί το πρωτόδικο Δικαστήριο στις σελ.16 -17 της απόφασης του - αναδεικνύονται σοβαρά ζητήματα για εκδίκαση στα δικόγραφα και έτσι πληρείται η πρώτη προϋπόθεση.

Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, απαιτείται η κατάδειξη μιας ορατής πιθανότητας, μιας προοπτικής επιτυχίας της αγωγής. Το βάρος απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα υψηλό και εν πάση περιπτώσει υπολείπεται ακόμα και του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd (2013) 1Β Α.Α.Δ. 1235). Κατά την εξέταση της προϋπόθεσης αυτής γίνεται συσχέτιση της νομικής βάσης της αγωγής με την προσκομισθείσα, από πλευράς αιτητή, μαρτυρίας. Σταθμίζεται βέβαια και η αντίθετη εκδοχή του καθ' ου η αίτηση. Η υποκειμενική και εξαντλητική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά και η επιλογή εκδοχών και η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων θα πρέπει να αποφεύγεται. Αυτά είναι αξιώματα που ανήκουν στην κυρίως δίκη. Αυτού λεχθέντος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία, κάποια αποτίμηση της αποδεικτικής δύναμης της μαρτυρίας εκείνου που ζητά τη θεραπεία, θα πρέπει να γίνεται από το Δικαστήριο (βλ. Λόρδος κ.α. v. Σιακόλα κ.α. Πολ. Έφεση Ε143/15, ημερ. 23.3.2017).».

 

Στο σύγγραμμα των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, «Διατάγματα», έκδοση 2016, στη σελίδα 123 του συγγράμματος, κάτω από τον τίτλο «Σοβαρό Ζήτημα προς εκδίκαση - η πρώτη προϋπόθεση» αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

     «Το πρώτο ζήτημα στο οποίο το Δικαστήριο θα στρέψει την προσοχή του, είναι αναφορικά με την νομική πτυχή της υπόθεσης. Αναμένεται να εξετάσει κατά πόσο ο ενάγων έδειξε ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. Στα πλαίσια της εξέτασης του, θα ερευνήσει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα. Θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι το κατ' ισχυρισμό αγώγιμο δικαίωμα του δεν είναι "επιπόλαιο και ενοχλητικό" και ότι θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα των πράξεων του εναγομένου».

 

Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί σε σχέση με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις, των οποίων η αλληλουχία επιτρέπει την από κοινού εξέταση, είναι αν έχουν καταδειχθεί τέτοιες σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων εκ μέρους των Εναγόντων 1 – 5 – Αιτητών ώστε σε συσχετισμό με το περιεχόμενο της αίτησης να οδηγούν στη διαπίστωση σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου (1996) 1 Α.Α.Δ. 253, 257-8). Υπενθυμίζεται ότι, με βάση τη νομολογία, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης των Εναγόντων 1- 5 – Αιτητών.

 

 Διαφαίνεται από τα αιτητικά στην υπό κρίση αίτηση ότι μοναδικός σκοπός της είναι η ακύρωση του πλειστηριασμού ο οποίος είναι ορισμένος στις 04/11/2026. Παραπέμπω σε σχετική Νομολογία, όπου το ζήτημα φαίνεται να έχει επιλυθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού σε παρόμοιες περιπτώσεις είχε κριθεί ότι το μόνο πρόσφορο μέτρο για ακύρωση ενός πλειστηριασμού είναι η καταχώρηση έφεσης μέσω της διαδικασίας του άρθρου 44Γ(3) του  Ν.9(Ι)/65. Σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση ΜΥΛΩΝΑΣ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Πολ. Εφ. Ε176/2019 ημερ. 10/12/2019 στην οποία πρωτόδικα ο εφεσείοντας αιτήθηκε προσωρινό διάταγμα που να αναστέλλει τον ορισμένο πλειστηριασμό αλλά και την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, όπως ζητείται και στην παρούσα υπόθεση με το αιτητικό Α της αίτησης.  Στην απόφαση του Εφετείου διαβάζονται τα ακόλουθα:

 

«Σημειώνουμε, εκ προοιμίου, ότι η αναστολή του πλειστηριασμού που ορίστηκε την 11.12.2019 και η αναστολή της  ισχύος της ειδοποίησης κατά τον τύπο «ΙΑ» ημερ. 15.7.2018 δεν ήταν θεραπείες που θα μπορούσαν να χορηγηθούν στην αγωγή ή στην αίτηση που καταχωρίστηκε στα πλαίσια της.  Η διαδικασία μέσω της οποίας μπορεί να ακυρωθεί ο πλειστηριασμός  είναι με την προσβολή της διαδικασίας στη βάση της οποίας ορίστηκε και προς τούτο ο Εφεσείοντας, όπως μας έχει πληροφορήσει, καταχώρησε έφεση στο Ε.Δ. Λάρνακας.  Στην αίτηση στα πλαίσια της αγωγής ό,τι μπορούσε να εκδοθεί, νοουμένου ότι πληρούνταν οι σχετικές προϋποθέσεις, ήταν διάταγμα που να απαγορεύει την εκποίηση της υποθήκης που η αγωγή αφορά.».

 

Διαπιστώνεται ότι με την υπό κρίση αίτηση δεν ζητείται διάταγμα που να απαγορεύει την εκποίηση της υποθήκης. Συνακόλουθα δύναται να λεχθεί ότι χρησιμοποιήθηκε η λανθασμένη διαδικασία για την επίτευξη της αναστολής της διαδικασίας του πλειστηριασμού.

 

Παρά την πιο πάνω κατάληξη, για σκοπούς πληρότητας, το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Στην παρούσα υπόθεση προκύπτει από το περιεχόμενο τόσο της Έκθεσης Απαίτησης καθώς και της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ότι οι Ενάγοντες 1 - 5 – Αιτητές βασίζουν τις αξιώσεις τους για την έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων στο γεγονός ότι η συμφωνία υποθήκης είναι ξεχωριστή συμφωνία με δικούς της όρους και ποσά και εξασφαλίζει μόνο το ποσό της υποθήκης και τους τόκους. Η ουσία της θέσης των Εναγόντων - Αιτητών είναι ότι με δεδομένη την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης υποθήκης, Υ1139/1992 στις 07/12/1992, ήτοι κατά το χρόνο που ίσχυε το άρθρο 6 του Ν.2/77,  η Εναγόμενη – Καθ΄ης η αίτηση δεν δικαιούται να απαιτεί να ανακτήσει, μέσω της εκποίησης της υποθήκης, ποσό τόκων μεγαλύτερο από το κεφάλαιο που εξασφάλιζε η υποθήκη, ήτοι ΛΚ20.000, ως φαίνεται να είναι και η πρόθεση που εξέφρασε η τελευταία μέσω των Ειδοποιήσεων Ι και ΙΑ. Θέτω ενώπιον μου το μαρτυρικό υλικό, το οποίο όμως προσεγγίζω μόνο για σκοπούς έκδοσης ή όχι των αιτούμενων διαταγμάτων. Εδώ ανοίγεται μια παρένθεση για να σημειωθεί ότι η δανειακή σύμβαση στην οποία τέθηκε ως εξασφάλιση η συγκεκριμένη υποθήκη δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Όμως υπάρχει η εκ συμφώνου εκδοθείσα απόφαση ημερομηνίας 20/02/2002 στα πλαίσια της Αγωγής Αρ. 674/2001, Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1 - Αιτητή. Στην συγκεκριμένη διαδικασία δεν προβλήθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός σε σχέση με την συγκεκριμένη υποθήκη, για την οποία τέθηκε σ’ εφαρμογή το Μέρος VIA του Ν.9/65 ούτε και επιφυλάχθηκε οποιοδήποτε δικαίωμα από τους Ενάγοντες – Αιτητές κατά την έκδοση της εξ συμφώνου απόφασης. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι Ενάγοντες – Αιτητές δεν αμφισβήτησαν τον ισχυρισμό ότι δεν κατέβαλλαν οποιαδήποτε ποσά εδώ και 17 χρόνια σε σχέση με το συγκεκριμένο χρέος.

 

Σύμφωνα με την νομολογία όπως αυτή αποτυπώνεται στις αποφάσεις Αγγελίδης ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παλλουριώτισσας (1997) 1 Α.Α.Δ. 1771 και Ελένη Κωνσταντίνου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολ. Εφ. 223/17 ημερ. 26/10/2026 η σύμβαση εγγύησης είναι ξεχωριστή συμφωνία η οποία όμως δεν μπορεί να ιδωθεί απομονωμένα από την δανειακή σύμβαση. Έχοντας ενώπιον μου την Απαίτηση και το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, την οποία προσεγγίζω μόνο για σκοπούς έκδοσης προσωρινού διατάγματος, βρίσκω ότι οι Ενάγοντες – Αιτητές δεν έχουν ικανοποιήσει την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, αφού από την προσαχθείσα μαρτυρία βρίσκω ότι δεν έχουν προσκομίσει μαρτυρία από την οποία προκύπτει ότι έχουν συζητήσιμη υπόθεση. Κατά την έκδοση της απόφασης στην Αγωγή Αρ. 674/2001 είχαν εκπροσωπηθεί από συνήγορο ο οποίος αποδέχθηκε το αξιούμενο από την τράπεζα ποσό χωρίς οποιαδήποτε επιφύλαξη για το οφειλόμενο ποσό ενώ επιπρόσθετα δεν αμφισβητείται η νομιμότητα της υποθήκης η οποία, ερείσθω εν παρόδο, δεν μπορεί να διαπιστωθεί πώς συνδέεται με την δανειακή σύμβαση αφού η δανειακή σύμβαση δεν αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο.  

 

Ως έχει νομολογηθεί κατά το στάδιο εκδίκασης αίτησης για έκδοση ή οριστικοποίηση ενδιάμεσου διατάγματος, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση και κατάληξη σε ευρήματα επί της ουσίας, πέραν του ότι είναι αναγκαίο για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας, στη διαπίστωση δηλαδή του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και οι σχετικές αρχές της νομολογίας. Η πλήρης εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος κάθε υπόθεσης και η κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα και ευρήματα εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης.

 

Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι είναι αρκετό ο ενάγων να το πείσει ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίησή του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σε αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και τα δικόγραφα. Όπως υπεδείχθη στην Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολ. Έφ. Ε143/2015, ημερ. 23/03/2017 «τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία.». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού (2002) 1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.».

 

Εξετάζοντας τα δεδομένα ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μπορεί να καθοριστεί κατά πόσο είχαν γίνει οποιεσδήποτε άλλες συμφωνίες με τους Ενάγοντες – Αιτητές έτσι ώστε να καθοριστεί ποιος νόμος διέπει την μεταξύ τους σχέση. Σύμφωνα με το άρθρο 33(1) του Ν.14/60, ως ίσχυε κατά την σύναψη της δανειακής σύμβασης για την οποία παραχωρήθηκε η υποθήκη, επιτρεπόταν η επιδίκαση τόκου όπως προνοούσε η συμφωνία των διαδίκων ή σύμφωνα με το δια νόμου επιτόκιο. Δεν παρουσιάστηκε η συμφωνία των διαδίκων ενώ η ίδια σύμβαση της υποθήκης προνοεί τόκο 9%, βλ. CH. K. MOULD MANUFACTURERS LTD v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Πολ. Εφ.20/20 ημερ. 28/09/2026.  Ως εκ των γεγονότων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου φαίνεται να εκδόθηκε η εκ συμφώνου απόφαση σύμφωνα με τα έγγραφα που είχαν τότε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου.  Ενόψει των προαναφερθέντων δεν αποκαλύπτεται από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. 

 

Παρέμεινε προς εξέταση η τρίτη προϋπόθεση. Όπως είναι νομολογημένο, το βασικό κριτήριο για να κριθεί ότι η έκδοση του διατάγματος είναι απαραίτητη για να καταστεί δυνατή ή να διευκολυνθεί η απονομή της δικαιοσύνης, είναι το κατά πόσο αν τελικά οι Ενάγοντες επιτύχουν στην αγωγή τους, θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους με επιδίκαση αποζημιώσεων. Αν η απάντηση είναι καταφατική, τότε η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Η επιδίκαση αποζημιώσεων κρίνεται ότι αποτελεί επαρκή θεραπεία όταν η φύση της υπόθεσης επιτρέπει δίκαιο υπολογισμό της ζημιάς. Αν ο υπολογισμός είναι δύσκολος ή αδύνατος, τότε θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Πρέπει επίσης εδώ να αναφερθεί ότι το τρίτο κριτήριο, της ανεπανόρθωτης ζημιάς, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, πέραν της δυνατότητας αποζημίωσης, όπως υπεδείχθη και στην υπόθεση Melouskia Commercial Ltd κ.ά ν. Chumachenko Alisa κ.ά, (2014) 1 Α.Α.Δ. 2110. Στην Highgate Primary School Ltd ν. Φυλακτίδη (2009) 1 Α.Α.Δ. 317, λέχθηκε ότι η έννοια της πλήρους δικαιοσύνης δεν συναρτάται μόνο με την αποκατάσταση της υλικής ζημιάς αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Η υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.α. v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Εφ. Ε203/2013 ημερ. 11/09/2019 υπέμνησε ότι το θέμα αυτό δεν εξετάζεται αορίστως αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και συμπεριλαμβάνονται μέσα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση.

 

Στην ένορκη δήλωσή του ο Ενάγοντας 1 – Αιτητής ισχυρίζεται ότι η ζημία η οποία θα προκύψει αν αφεθεί η Εναγόμενη – Καθ΄ης η αίτηση να προβεί σε πώληση της επίδικης περιουσίας του είναι ανεπανόρθωτη και δεν δύναται υπό τις περιστάσεις να αποζημιωθεί σε κατοπινό στάδιο. Ειδικότερα, προβάλλει ότι θα αποστερηθεί μόνιμα περιουσιακό του στοιχείο που του δόθηκε από τον παππού του και στο οποίο διαμένει ο ίδιος και τα παιδιά του με τις οικογένειές τους. Ταυτόχρονα αναφέρει ότι η συγκεκριμένη κατοικία έχει συναισθηματική αξία για τον ίδιο και θέλει να την κρατήσει, παράγραφος 16 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής του. Επιπρόσθετα προωθεί τη θέση ότι είναι η πρώτη του κατοικία. Σε σχέση με την αξία των ακινήτων, ως αναφέρει, αυτά ξεπερνούν το €1.200.000.  Όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί προβάλλονται γενικά και αόριστα χωρίς οποιαδήποτε τεκμηρίωση.

 

Δεν έχει προβληθεί από τους Ενάγοντες 1 – 5 - Αιτητές ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση είναι αφερέγγυα ή ότι δεν είναι σε θέση να τους αποζημιώσει για οποιαδήποτε ζημιά ήθελε υποστούν από την απώλεια του επίδικου ακινήτου (βλ. Ιπποδρομική Αρχή v. Χατζηβασίλη (1989) 1 Α.Α.Δ. 152, 155 και Ανδρέου Αντώνης v. Colossos Signs Ltd (Αρ.2) (2008) 1 Α.Α.Δ. 626). Αντίθετα η Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται, παράγραφος 46 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, ότι αποτελεί ένα εύρωστο οικονομικά οργανισμό  ο οποίος έχει την οικονομική δυνατότητα να αποζημιώσει τους Ενάγοντες – Αιτητές, στην περίπτωση που θα εκδοθεί οποιαδήποτε απόφαση προς όφελος τους.

 

 Όσον αφορά τον ισχυρισμό των Εναγόντων 1 - 5 - Αιτητών ότι θα  απωλέσουν την κατοικία τους και θα υποστούν ταλαιπωρία και έξοδα, θα πρέπει να επισημάνω ότι παρόμοιο ζήτημα εξετάστηκε στην υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd (ανωτέρω). Το Ανώτατο Δικαστήριο σχολιάζοντας τον συγκεκριμένο ισχυρισμό, ανέφερε επί λέξη τα ακόλουθα:

 

«Είναι έκδηλο από το περιεχόμενο της πιο πάνω παραγράφου ότι η επίκληση της «παραμονής της ιδιοκτησίας» στους εφεσείοντες, ως παράγοντας έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος, είναι ασαφής, αόριστη και ελλιπής. Δεν επεκτείνεται, με οποιοδήποτε τρόπο, και δεν ικανοποιείται η αναγκαία βάση για την «ζημιά» την οποία θα υποστούν οι εφεσείοντες σε περίπτωση μη έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος. Η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους εφεσείοντες με δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι οι εφεσείοντες έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης.»

 

(Η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου)

 

Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση ΑΔΕΛΦΟΙ ΤΤΙΝΙΟΖΟΥ (ΕΡΓΟΛΑΒΟΙ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ) ΛΙΜΙΤΕΔ v. ALPHA BANK CYPRUS LTD, Πολ. Έφ. Ε202/2018, ημερ.17/10/2023, κρίθηκε  ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ικανοποιείτο η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 εφόσον λανθασμένα επικεντρώθηκε στην ενδεχόμενη πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων τα οποία δεν μπορούσαν να αντικατασταθούν, ενώ δέχθηκε ότι τυχόν ζημιά μπορεί να υπολογισθεί σε χρήμα.

 

Διαπιστώνεται ότι οι Ενάγοντες 1- 5 - Αιτητές δεν συμμορφώθηκαν με τους όρους αναστολής της εκδοθείσας απόφασης. Προκύπτει επίσης, με βάση τα όσα τέθηκαν και από τις δύο πλευρές, ότι οι ίδιοι οι Ενάγοντες 1 – 5 - Αιτητές συναίνεσαν στην ενδεχόμενη πώληση των ακινήτων τους μέσω της υποθήκευσης τους απεμπολώντας την δική τους απόλυτη ιδιοκτησία. Η απώλεια των Εναγόντων 1 – 5 – Αιτητών φαίνεται να μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα αφού αφορά ουσιαστικά την αξία των ακινήτων και η Εναγόμενη – Καθ’ ης η αίτηση είναι σε θέση να τους αποζημιώσει αν η αγωγή αποφασιστεί υπέρ τους.       

 

Με βάση τα όσα έχω παραθέσει πιο πάνω καταλήγω ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές απέτυχαν να ικανοποιήσουν και την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32.  Καθίσταται, επομένως περιττή η εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας.

 

Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου σαφώς καθορίζουν και την πορεία της αίτησης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης και τα άλλα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα.

 

Υπό το φως των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται. Δεν υπάρχει λόγος απόκλισης από τον καθιερωμένο κανόνα όπως τα έξοδα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Επιδικάζονται  έξοδα  υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον των Αιτητών, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι άμεσα πληρωτέα.

 

            (Υπ.).……………………………

Ε. Γεωργίου -Αντωνίου , Π.Ε.Δ.

 

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

                        


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο