Kazakhstan Kaazi PLC κ.α. ν. Sholpan Arip κ.α., Αρ. Αίτησης: 1/20, 18/7/2023
print
Τίτλος:
Kazakhstan Kaazi PLC κ.α. ν. Sholpan Arip κ.α., Αρ. Αίτησης: 1/20, 18/7/2023

Αρ. Αίτησης: 1/20

 

Αναφορικά με τον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 44/2001 του Συμβουλίου, της 22/12/2000 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.

Και

Αναφορικά με την απόφαση του Βρετανικού «High Court of Justice of Αίτ and Walter» ημερομηνίας 08/10/2019, που εκδόθηκε από τον MRB Justice MRB στην υπόθεση CL-2013-000683, μεταξύ των (1) KAZAKHSTAN KAGAZY PLC, (2) KAZAKHSTAN KAGAZY JSC, (3) PRIME ESTATE ACTIVITIES KAZAKHSTAN LLP, (4) PEAK AKZHAL LLP, (5) PEAK AKSENGER LLP, (6) ASTANA-CONTRACT JSC, (7) PARAGON DEVELOPMENT LLP, ως Ενάγουσες, και (1) BAGLAN ABDULLAYEVICH ZHUNUS (αλλιώς BAGLAN ABDULLAYEVICH ZHUNUSSOV), (2) MAKSAT ASKARULY ARIP, (3) SHYNAR DIKHANBAYEVA, (4) SHOLPAN ARIP, (5) LARISSA ASILBEKOVA ως Εναγομένων, και HARBOUR FUND III LLP ως Επιπρόσθετο Μέρος

και

Αναφορικά με την διάταγμα του Βρετανικού «High Court of Justice of Αίτ and Walter» ημερομηνίας 17/10/2019, που εκδόθηκε από τον MRB Justice MRB στην υπόθεση CL-2013-000683, μεταξύ των (1) KAZAKHSTAN KAGAZY PLC, (2) KAZAKHSTAN KAGAZY JSC, (3) PRIME ESTATE ACTIVITIES KAZAKHSTAN LLP, (4) PEAK AKZHAL LLP, (5) PEAK AKSENGER LLP, (6) ASTANA-CONTRACT JSC, (7) PARAGON DEVELOPMENT LLP, ως Ενάγουσες, και (1) BAGLAN ABDULLAYEVICH ZHUNUS (αλλιώς BAGLAN ABDULLAYEVICH ZHUNUSSOV), (2) MAKSAT ASKARULY ARIP, (3) SHYNAR DIKHANBAYEVA, (4) SHOLPAN ARIP, (5) LARISSA ASILBEKOVA ως Εναγομένων, και HARBOUR FUND III LLP ως Επιπρόσθετο Μέρος

 

 

 

Μεταξύ:

1.    Kazakhstan Kaazi PLC, από τη Νήσο Μαν (Isle of Man)

2.    Kazakhstan Kaazi JSC, από το Καζακστάν

3.    Prime Estate Activities Kazakhstan LLP, από το Καζακστάν

4.    Apak LLP, από το Καζακστάν

Αιτητριών

και

1.    Sholpan Arip

2.    Larissa Asilbekova

Καθ’ ων η Αίτηση

 

και

 

Eurobank Cyprus Ltd

Μεσεγγυούχοι

 

Αίτηση ημερ. 06/07/2022 υπό (1) Kazakhstan Kaazi PLC, (2) Kazakhstan Kaazi JSC, (3) Prime Estate Activities Kazakhstan LLP, και (4) Peak Akzhal LLP, - αιτητριών για έκδοση Διατάγματος Μεσεγγύησης

 

Ημερομηνία:  18 Ιουλίου, 2023

Για αιτήτριες: Chrysses Demetriades & Co LLC

Για καθ’ ης η αίτηση: Ηλίας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε

Για Μεσεγγυούχο: Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε.

Για ενδιαφερόμενο μέρος: Μιχάλης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε

               

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Σύμφωνα με το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, τα γεγονότα που προηγήθηκαν της παρούσας αίτησης, συνοψίζονται ως ακολούθως:

Το Βρετανικό Δικαστήριο High Court of Justice of England and Wales στις 08/10/2019 εξέδωσε απόφαση υπέρ των αιτητριών και εναντίον των καθ’ ων η αίτηση με την οποία αποφασίστηκε ότι οι εναγόμενες 4 και 5 στην Αγγλική Διαδικασία (οι καθ’ ων η στην παρούσα) θα πρέπει να καταβάλουν τα έξοδα της Αγγλικής Διαδικασίας στις ενάγουσες 1-4 (οι αιτήτριες στην παρούσα).

Ακολούθως, στις 17/10/2019  εκδόθηκε διάταγμα με βάση τα ευρήματα της απόφασης, το οποίο προνοούσε όπως οι καθ’ ων η αίτηση πληρώσουν στις αιτήτριες μέχρι την 31 Οκτωβρίου 2019:

·         Το ποσό των £8,000,000 ως ενδιάμεση πληρωμή (η ενδιάμεση πληρωμή)

·         Τόκο πάνω στην ενδιάμεση πληρωμή προς 7.14% ετησίως, εκ ποσού £934,264 από 14/3/2019 μέχρι 31/10/2019 και στη συνέχεια μέχρι πλήρους εξόφλησης της ενδιάμεσης πληρωμής προς £1,564.93 ημερησίως.

Στις 29/01/2020 εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, διάταγμα για την αναγνώριση και εκτέλεση των πιο πάνω αγγλικών αποφάσεων. Σημειώνεται ότι στις 03/08/2020 καταχωρήθηκε αίτηση παραμερισμού σε σχέση με το εν λόγω διάταγμα, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερομηνίας 31/01/2022. Εναντίον της εν λόγω απόφασης εκκρεμεί έφεση. Ωστόσο κατά τον ομνύοντα, η εκτέλεση της απόφασης για απόρριψη του αιτήματος παραμερισμού δεν έχει ανασταλεί. Συνεπώς, οι αιτητές δικαιούνται να προχωρήσουν με μέτρα εκτέλεσης εναντίον των περιουσιακών στοιχείων των καθ’ ων η αίτηση στην Κύπρο.

Σύμφωνα με τις αιτήτριες, οι καθ΄ ων η αίτηση δεν έχουν καταβάλει οποιοδήποτε πόσο έναντι του εξ’ αποφάσεως χρέους μέχρι σήμερα. Σημειώνεται για σκοπούς πληρότητας ότι οι καθ’ ων η αίτηση κατέχουν περιουσιακά στοιχεία και σε άλλες δικαιοδοσίες και συνεπώς οι αιτητές λαμβάνουν μέτρα εκτέλεσης και σε άλλες χώρες. Ωστόσο μέχρι σήμερα δεν έχουν εισπράξει οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ’ αποφάσεως χρέους. Ενόψει των μέτρων εκτέλεσης που λαμβάνονται σε άλλες δικαιοδοσίες πιθανόν να μειωθεί το εξ’ αποφάσεως χρέους μέχρι την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης, αλλά σε κάθε περίπτωση δεν θα εξοφληθεί το εξ’ αποφάσεως χρέος από τα εν λόγω μέτρα εκτέλεσης, εφόσον η εκτιμώμενη αξία του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων των καθ’ ων η αίτηση, είναι σημαντικά μικρότερη από την αξία του εξ’ αποφάσεως χρέους. 

Η παρούσα αίτηση

Ακολούθησε στις 06/07/2022 η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία οι μεσεγγυούχοι καλούνταν, μεταξύ άλλων, να εξεταστούν κατά πόσο η καθ' ης η αίτηση 1 διατηρεί οποιοδήποτε ποσό σε αυτούς. Παράλληλα εκδόθηκε μονομερώς διάταγμα που απαγόρευε στους μεσεγγυούχους  όπως αποξενώσουν ποσά για τα οποία η καθ' ης η αίτηση 1 ενδιαφέρεται για σκοπούς  εκτέλεσης της πιο πάνω απόφασης. Πρόκειται για δύο εγγυήσεις €200.000 και €100.000 αντίστοιχα που οι καθ’ ων η αίτηση κατέθεσαν στα πλαίσια των εναρκτήριων αιτήσεων του Ε.Δ Λάρνακας 5/2018 και 20/2018 κατά την διαδικασία έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων που έχουν όμως στην συνέχεια ακυρωθεί.

Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, είναι η εξέταση του κατά πόσον δικαιολογείται η έκδοση τελικού διατάγματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου των πιο πάνω ποσών προς τον σκοπό εκτέλεσης της υπό κρίση απόφασης. Συγκεκριμένα με την παρούσα Γενική Αίτηση τους, οι αιτήτριες ζητούν τις πιο κάτω θεραπείες:

Α.  Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον τους Μεσεγγυούχους  όπως πληρώσουν στους Αιτητές από το ποσό που οφείλουν προς την Καθ’ ης η Αίτηση 1,  τα ποσά τα οποία η Καθ’ ης η Αίτηση 1 οφείλει στους Αιτητές δυνάμει απόφασης και/ή διατάγματος στην με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αίτηση,  ήτοι το ποσό των £8,000,000 ή το ισόποσο σε Ευρώ πλέον 7.14% ετησίως, εκ ποσού £934,264 ή το ισόποσο σε ευρώ από 14/3/2019 μέχρι 31/10/2019 και στη συνέχεια μέχρι πλήρους εξόφλησης προς £1,564.93 ή το ισόποσο σε ευρώ ημερησίως και/ή οποιονδήποτε μικρότερο ποσό, το οποίο κατέχουν και/ή κατακρατούν και/ή οφείλουν οι Μεσεγγυούχοι προς την Καθ’ ης η Αίτηση 1.

Β. Διάταγμα κατασχέσεως το οποίο να καλεί τους Μεσεγγυούχους να εξετασθούν ως προς το ποσό το οποίο οφείλουν στην Καθ’ ης η Αίτηση 1 και/ή ως προς οποιονδήποτε ποσό το οποίο η Καθ’ ης η Αίτηση 1 έχει να λαμβάνει και/ή στο οποίο δικαιούται παρά των ρηθέντων Μεσεγγυούχων.

Γ.  Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάσσον τους Μεσεγγυούχους όπως μη αποξενωθούν της κατοχής των χρημάτων στα οποία η Καθ’ ης η Αίτηση 1 οικονομικώς ενδιαφέρεται και/ή δικαιούται και/ή όπως μη πληρωθεί στην Καθ’ ης η Αίτηση 1 οποιονδήποτε ποσό μέχρι πλήρους και τελείας εκδίκασης της παρούσας αίτησης ή οιασδήποτε διαταγής.

Δ.  Τα έξοδα της παρούσας αίτησης και Φ.Π.Α. (Αρ. Μητρώου 10242111Q).

Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της αίτησης, τα γεγονότα της υπόθεσης συνοψίζονται ως εξής:

Η παρούσα αίτηση προωθείται ως αποτέλεσμα της γνώσης των αιτητριών για την ύπαρξη δυο τραπεζικών εγγυήσεων (letters of guarantee), οι οποίες είχαν καταχωρηθεί στα πλαίσια άλλων διαδικασιών που αφορούσαν προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν προς όφελος της καθ’ ης η αίτηση 1 και επηρέαζαν τις αιτήτριες στην παρούσα και στη συνέχεια ακυρώθηκαν. Πρόκειται συγκεκριμένα για τις δύο πιο κάτω αιτήσεις:

1.    Εγγύηση που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της Εναρκτήριας Κλήσης Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας αρ. 5/2018.

Συγκεκριμένα στις 23/01/2018, η καθ’ ης η αίτηση 1 καταχώρησε μονομερή αίτηση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας στα πλαίσια της Εναρκτήριας Κλήσης αρ. 5/2018 (στο εξής «η αίτηση ημερομηνίας 23/01/2018»). Ως αποτέλεσμα στις 24/01/2018 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας εξέδωσε απαγορευτικό διάταγμα σε μονομερή βάση κατόπιν κατάθεσης Τραπεζικής Εγγύησης (letter of guarantee) των μεσεγγυούχων ημερομηνίας 31/01/2018 για το ποσό των €200.000. Σημειώνεται ότι η εν λόγω τραπεζική εγγύηση θα ανανεωνόταν αυτόματα κάθε έξι μήνες μέχρι να επιστραφεί στους μεσεγγυούχους (τεκμ.2).

Το εν λόγω διάταγμα ημερομηνίας 24/1/2018 παραμερίστηκε με βάση διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 24/10/2018, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται (τεκμ. 3).

2.    Εγγύηση που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της Εναρκτήριας Κλήσης αρ. 20/2018 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας

Περαιτέρω στις 22/01/2018 η καθ’ ης η αίτηση 1 καταχώρησε μονομερώς αίτηση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στα πλαίσια της Εναρκτήριας Κλήσης αρ. 20/2018 («η αίτηση ημερομηνίας 22/01/2018»). Ως αποτέλεσμα στις 24/01/2018 εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας μονομερώς απαγορευτικό διάταγμα αφού κατατέθηκε τραπεζική εγγύηση ύψους €100.000 στο Δικαστήριο (τεκμ.4).  Επιπλέον στις 5/3/2018 εκδόθηκαν επιπρόσθετα διατάγματα βάσει της ίδιας αίτησης τα οποία φαίνονται στο διάταγμα ημερομηνίας 5/3/2018 (τεκμ. 5).

Στις 7/5/2019, η αίτηση ημερομηνίας 22/01/2018 αποσύρθηκε από την καθ’ ης η Αίτηση 1 ανεπιφύλακτα και το Διάταγμα ημερομηνίας 24/01/2018 και τα πρόσθετα διατάγματα που εκδόθηκαν στις 5/3/2018 ακυρώθηκαν (τεκμ.7).

Είναι η θέση των αιτητών ότι σύμφωνα με τα πιο πάνω, προκύπτει ότι η καθ’ ης η αίτηση 1 είναι δικαιούχος  ποσού τουλάχιστον €300.000 το οποίο είναι κατατεθειμένο σε λογαριασμούς που διατηρούνται από τους Μεσεγγυούχους και θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν προς ικανοποίηση του εξ’ αποφάσεως χρέους των καθ’ ων η αίτηση προς τις αιτήτριες. Κατά τις αιτήτριες, οι πιο πάνω τραπεζικές εγγυήσεις συνεχίζουν να βρίσκονται σε ισχύ, με αποτέλεσμα το ίδιο να ισχύει και για τους σχετικούς τραπεζικούς λογαριασμούς.

Σημειώνεται ότι οι αιτήτριες είναι τα μόνα μέρη που καταχώρησαν ένσταση τόσο στην αίτηση ημερομηνίας 22/01/2018 όσο και στην αίτηση ημερομηνίας 23/01/2018 που καταχωρήθηκαν στα πλαίσια των διαδικασιών των Εναρκτήριων Κλήσεων με αρ. 20/2018 του Ε.Δ. Λευκωσίας και 5/2018 του Ε.Δ. Λάρνακας αντίστοιχα στα πλαίσια των οποίων διατάχθηκε η κατάθεση των επίδικων τραπεζικών εγγυήσεων. Είναι η θέση των αιτητριών ότι αυτές μόνο θα μπορούσαν δυνητικά να επωφεληθούν από τις εν λόγω τραπεζικές εγγυήσεις για τυχόν δαπάνες και βλάβη που υπέστηκαν από την εκτέλεση των διαταγμάτων.

Συνεπώς οι αιτήτριες αιτούνται να εκδοθεί διάταγμα με βάση το οποίο θα καλούνται οι μεσεγγυούχοι να εξετασθούν ως προς το ποσόν το οποίο έχει συμφέρον η καθ’ ης η αίτηση 1 και/ή ως προς οιονδήποτε ποσόν το οποίο η καθ’ ης η αίτηση 1 έχει να λαμβάνει και/ή στο οποίο δικαιούται η καθ’ ης η αίτηση 1 καθώς και διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι μεσεγγυούχοι όπως μην αποξενωθούν της κατοχής των χρημάτων στα οποία η καθ’ ης η αίτηση 1 οικονομικώς ενδιαφέρεται και/ή δικαιούται και/ή να διασφαλίσουν ότι δεν θα καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό προς την καθ’ ης η αίτηση 1 μέχρι πλήρους και τελείας εκδικάσεως της παρούσης αιτήσεως.

Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της αίτησης, η παρούσα υπόθεση είναι καλή και κατάλληλη υπόθεση για να δοθεί άδεια προς έκδοση διατάγματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου για το ποσό των £8,000,000 ή το ισόποσο σε ευρώ πλέον 7.14% ετησίως, εκ ποσού £934,264 ή το ισόποσο σε ευρώ από 14/3/2019 μέχρι 31/10/2019 και στη συνέχεια μέχρι πλήρους εξόφλησης προς £1,564.93 ή το ισόποσο σε ευρώ ημερησίως ή οποιονδήποτε μικρότερο ποσό, το οποίο κατέχουν και/ή κατακρατούν και/ή οφείλουν οι μεσεγγυούχοι προς την καθ’ ης η αίτηση 1 και όπως το ποσό αυτό πληρωθεί τις αιτήτριες προς εξόφληση και/ή έναντι του εξ αποφάσεως χρέους των καθ’ ων η αίτηση στην προς τις αιτήτριες.

Σημειώνεται ότι η καθ’ ης η αίτηση 2 δεν διατηρεί λογαριασμό με τους μεσεγγυούχους, συνεπώς η αίτηση περιορίστηκε σύμφωνα με τις αιτήτριες μόνο για την καθ’ ης η αίτηση 1 και το ποσό των €300.000 που κατέχουν οι μεσεγγυούχοι εκ μέρους της.

Οι ειδοποιήσεις ένστασης

Το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς διάταγμα μη αποξένωσης των αιτούμενων ποσών. Με την επίδοση της αίτησης και του μονομερούς διατάγματος, τόσον οι καθ’ ων η αίτηση όσον και η μεσεγγυούχος,  καταχώρησαν ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων τελικών διαταγμάτων κατάσχεσης.

Οι λόγοι ένστασης των καθ’ ων η αίτηση είναι οι πιο κάτω:

1.     Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή αίτηση είναι κατ' ουσία αβάσιμη.

2.     οι εγγυητικές επιστολές δεν δύναται να χρησιμοποιηθούν για άλλο σκοπό πέραν αυτού που αναφέρει ρητά το κείμενο τους.

3.     Το συμφέρον της Καθ' ης η Αίτηση 1 στους Μεσεγγυούχου και/ή είναι έμμεσο και/ή τα όποια υφιστάμενα ποσά δεν εκτέλεση και/ή είναι ανεπίδεκτα εκτέλεσης.

4.     Εάν η υπό κρίση αίτηση επιτύχει, ελλοχεύει ο κίνδυνος για τον μεσεγγυούχο να καταβάλει εις διπλούν το εγγυημένο ποσό.

5.     Οι Αιτήτριες δεν παρουσίασαν καμία και/ή επαρκή μαρτυρία η οποία να υποστηρίζει ότι η εγγυητική επιστολή σε σχέση με την Εναρκτήρια κλήση αρ. 20/2018 εκδόθηκε και ισχύει μέχρι σήμερα.

Οι λόγοι ένστασης της μεσεγγυούχου είναι οι πιο κάτω:

1.     Το ποσό των €300.000 που είναι κατατεθειμένο σε προθεσμιακές καταθέσεις του δικηγορικού γραφείου Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. είναι δεσμευμένο προς όφελος της Μεσεγγυούχου Τράπεζας δυνάμει των σχετικών συμφωνιών και εγγράφων που έχουν υπογραφεί προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή των ποσών που η Μεσεγγυούχος Τράπεζα δυνατόν να κληθεί να καταβάλει δυνάμει των Εγγυητικών Επιστολών.

2.     Δεν δύναται να εκδοθεί ένταλμα κατάσχεσης χρημάτων τα οποία επιβαρύνθηκαν, δεσμεύτηκαν και/ή υπόκεινται σε δικαίωμα επίσχεσης, συνένωσης και συμψηφισμού προς όφελος της Μεσεγγυούχου, δεδομένου ότι τα προαναφερόμενα δικαιώματα της Μεσεγγυούχου προϋπήρχαν και έγιναν καλόπιστα.

3.     Επιπλέον και επιπρόσθετα των συμβατικών δικαιωμάτων της, η Μεσεγγυούχος κατέχει το τραπεζικό δικαίωμα επίσχεσης και συμψηφισμού το οποίο ισχύει στην Κυπριακή Δημοκρατία στην απουσία οποιασδήποτε αντίθετης ρητής ή εξυπακουόμενης συμφωνίας.

4.     Δεν είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί διάταγμα κατάσχεσης χρημάτων τα οποία υπόκεινται στο συμβατικό αλλά και στο τραπεζικό δικαίωμα επίσχεσης και συμψηφισμού και εξασφαλίζουν τις υποχρεώσεις του Ενδιαφερόμενου Μέρους δυνάμει των Εγγυητικών Επιστολών που παραμένουν σε ισχύ.

5.     Η έκδοση του διατάγματος κατάσχεσης προς όφελος των Αιτητριών επηρεάζει δυσμενώς την Μεσεγγυούχο, καθότι οι Εγγυητικές Επιστολές παραμένουν σε ισχύ και δύναται να κληθεί να καταβάλει τα ποσά των €200.000 και €100.000 αντίστοιχα στους Πρωτοκολλητές των Επαρχιακών Δικαστηρίων Λάρνακας και Λευκωσίας.

Τις ενστάσεις των καθ’ ων η αίτηση και της μεσεγγυούχου, συνοδεύουν αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, στις οποίες επαναλαμβάνονται και αναλύονται οι πιο πάνω λόγοι ένστασης.

Διευκρινίζεται ότι το ποσό αυτό των €300.000 είναι κατατεθειμένο στην μεσεγγυούχο τράπεζα Eurobank σε «λογαριασμό πελάτη» (clients account) των δικηγόρων Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ, συγκεκριμένα στο λογαριασμό HARRIS KYRIAKIDES LLC CLIENT’S ACCOUNT (SHOLPAN ARIP).

Οι Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ ως ενδιαφερόμενο μέρος ενίστανται επίσης στην παρούσα αίτηση. Η ειδοποίηση ένστασης που καταχώρησε το ενδιαφερόμενο μέρος Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε, στηρίζεται στους πιο κάτω λόγους:

1.     Η αίτηση είναι αβάσιμη ή/και παράτυπη ή/και αντικανονική ή/και δικονομικά απαράδεκτη ή/και στηρίζεται σε νομική βάση ή/και είναι αντίθετη στις σχετικές πρόνοιες που καθορίζονται υπό τους δικονομικούς θεσμούς και εφαρμοστέους Νόμους.

2.     Τα χρήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, ήτοι το ποσό των €300.000, και βρίσκονται υπό τη φύλαξη της Eurobank Cyprus Ltd (η Μεσεγγυούχος), δεν ανήκουν κατ’ ιδιοκτησία στις καθ' ων η αίτηση αλλά στο Ενδιαφερόμενο Μέρος.

3.     Οι Καθ' ων η αίτηση δεν έχουν συμφέρον (beneficial interest) στα χρήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, ήτοι το ποσό των €300.000, ή/και σε χρήματα που βρίσκονται υπό τη φύλαξη της Μεσεγγυούχου εκ μέρους τους ή/και τα εν λόγω χρήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση δεν τελούν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο της μεσεγγυούχου εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση αλλά, αντιθέτως, κατέχονται από την Μεσεγγυούχο προς όφελος ή/και για λογαριασμό ή/και εκ μέρους του Ενδιαφερόμενου Μέρους.

4.     Τα χρήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, ήτοι το ποσόν των €300.000, και βρίσκονται υπό τη φύλαξη  της Μεσεγγυούχου, είναι δεσμευμένα σε σχέση με ή/και εξασφαλίζουν τις εγγυητικές επιστολές υπ' αριθμόν LG/TE/18/6071 και LG/TE/18/6072 (οι  Εγγυητικές Επιστολές), οι οποίες εκδόθηκαν από τη   Μεσεγγυούχο στο πλαίσιο των εναρκτήριων κλήσεων υπ’ αρ. 5/18 και 20/18 αντίστοιχα και η δέσμευσή τους αφορά εξασφάλιση για υποχρέωση (undertaking) που δόθηκε προς τον αρμόδιο πρωτοκολλητή του αντίστοιχου Επαρχιακού Δικαστηρίου, αναφορικά με πρόσωπα που ενδεχομένως να έχουν υποστεί ζημιά ως αποτέλεσμα της έκδοσης ενδιάμεσων διαταγμάτων στις εν λόγω διαδικασίες (τα Ενδιάμεσα Διατάγματα). Ως αποτέλεσμα τούτου, δεν νοείται η χρήση ή/και η εκτέλεση εναντίον χρημάτων που έχουν δεσμευθεί για σκοπούς εκπλήρωσης δικαστικής διαταγής εκτός και μέχρι να εκδοθεί δικαστική διαταγή επιστροφής των εν λόγω Εγγυητικών Επιστολών ή/και ακύρωσής   τους, δε η Αίτηση πριν από την έκδοση σχετικής διαταγής είναι πρόωρη και αβάσιμη.

5.     Τα χρήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, ήτοι το ποσό των €300.000. και βρίσκονται υπό τη φύλαξη της Μεσεγγυούχου, είναι δεσμευμένα προς όφελος της Μεσεγγυούχου δυνάμει  σχετικών συμφωνιών και εγγράφων που έχουν υπογραφεί προς εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων ή/και ποσών που η Μεσεγγυούχος δύναται να κληθεί να  καταβάλει δυνάμει των Εγγυητικών Επιστολών. Επιπλέον, η Μεσεγγυούχος κατέχει  δικαίωμα επίσχεσης ή/και  ή/και συνένωσης αναφορικά με τα εν λόγω χρήματα. Ως εκ τούτου, δεν δύναται να λάβει χώρα εκτέλεση αναφορικά με χρήματα που επιβαρύνθηκαν ή/και δεσμεύτηκαν ή/και υπόκεινται σε δικαίωμα συμψηφισμού, επίσχεσης ή/και συνένωσης προς όφελος της Μεσεγγυούχου και τα οποία δικαιώματα της Μεσεγγυούχου προϋπήρχαν και δημιουργήθηκαν καλόπιστα.

6.     Άνευ βλάβης ή/και διαζευκτικά με τα ανωτέρω ή/και σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι οιαδήποτε εκ των Καθ' ων η Αίτηση έχει συμφέρον σε χρήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση ήτοι στο ποσό των €300.000, και τα οποία βρίσκονται υπό τη φύλαξη της Μεσεγγυούχου, τα εν λόγω χρήματα:

6.1. είναι δεσμευμένα προς όφελος του Ενδιαφερόμενου Μέρους δυνάμει σχετικών συμφωνιών και εγγράφων που έχουν υπογραφεί αναφορικά με υπηρεσίες που το Ενδιαφερόμενο Μέρος προσέφερε στις Καθ' η αίτηση ή/και οιαδήποτε προς αυτές ή/και έξοδα που το Ενδιαφερόμενο Μέρος υποβλήθηκε αναφορικά με τις Εγγυητικές Επιστολές.

6.2. είναι δεσμευμένα προς όφελος του Ενδιαφερόμενου Μέρους δυνάμει  δικηγορικού   επίσχεσης ή/και συμβατικού δικαιώματος επίσχεσης (lien) ή/και άλλως πως.

Ως εκ τούτου, δεν δύναται να λάβει χώρα εκτέλεσης αναφορικά με χρήματα που είναι δεσμευμένα ή/και επιβαρύνθηκαν ή/και καλύπτονται ή/και υπόκεινται σε δικαιώματα προς όφελος του Ενδιαφερόμενου Μέρους και τα οποία δικαιώματα του Ενδιαφερόμενου Μέρους προϋπήρχαν και δημιουργή0ηκαν καλόπιστα.

7.     Η Αίτηση είναι αντικανονική και η διαδικασία που ακολουθήθηκε είναι παράτυπη καθότι θα έπρεπε προηγη0εί στο πλαίσιο των εναρκτήριων κλήσεων 5/2Ο18 του Ε.Δ. Λάρνακας και 20/2018 του Ε.Δ. Λευκωσίας αναφορικά με την επιστροφή ή/και ακύρωση των Εγγυητικών Επιστολών. Ενόσω οι Εγγυητικές Επιστολές παραμένουν σε ισχύ και δεν έχουν δοθεί οδηγίες από το Δικαστήριο για την επιστροφή τους, τα χρήματα που εξασφαλίζονται από αυτές δεν είναι δεκτικά ή/και υποκείμενα σε εκτέλεση. 

8.     Δεν συντρέχουν ή/και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτουν οι σχετικές επί του ζητήματος νομοθετικές και νομολογιακές αρχές που εφαρμόζονται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ή/και δεν είναι και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.

Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ειδοποίηση ένστασης του ενδιαφερόμενου μέρους, επαναλαμβάνονται και αναλύονται όλοι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης. 

Ειδικότερης αναφορά γίνεται στην θέση ότι η παρούσα αίτηση κατάσχεσης είναι προδήλως αβάσιμη, καθότι οι εγγυητικές επιστολές που εκδόθηκαν από την μεσεγγυούχο Eurobank στο πλαίσιο των εναρκτήριων κλήσεων 5/2018 και 20/2018 προορίζονται για  συγκεκριμένο σκοπό, ήτοι για να εξασφαλιστεί η υποχρέωση για αποζημίωση των προσώπων εναντίον τ ων οποίων εκδόθηκαν τα ενδιάμεσα διατάγματα με αποτέλεσμα να μην δύναται να χρησιμοποιηθούν για οποιοδήποτε άλλο σκοπό εκτός αυτού για τον οποίον εκδοθήκαν και που ρητά αναφέρεται στα σχετικά ενδιάμεσα διατάγματα.

Αναφέρεται επίσης ότι κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2018 η καθ’ ης η αίτηση 1 όφειλε συνολικά €300.000  στο ενδιαφερόμενο μέρος ως δικηγορικά  έξοδα. Επιπλέον, όφειλε να καταθέσει το ποσόν των  €300.000 ως εγγύηση για την έκδοση των πιο πάνω προσωρινών διαταγμάτων.

Η καθ' ης η αίτηση 1 ενημέρωσε το ενδιαφερόμενο μέρος ότι δεν είχε την οικονομική ευχέρεια να διαθέσει συνολικά €600.000 για την κάλυψη πιο πάνω ποσών. Ανέφερε στο ενδιαφερόμενο μέρος ότι ήταν διατεθειμένη να καλύψει τα απλήρωτα τιμολόγια αλλά δεν μπορούσε να καταβάλει οποιοδήποτε επιπρόσθετο ποσό για σκοπούς έκδοσης των ενδιάμεσων διαταγμάτων.

Ενόψει των πιο πάνω δεδομένων και για να διευκολυνθεί η κατάσταση προκειμένου να εξασφαλιστεί η έκδοση και ισχύς των ενδιάμεσων διαταγμάτων που ήταν επείγουσας φύσης, το ενδιαφερόμενο μέρος συμφώνησε να λάβει από  την καθ' ης η αίτηση το ποσό των €300.000 προς εξόφληση της δικηγορικής αμοιβής και όπως στην συνέχεια, καταστήσει διαθέσιμο το εν λόγω ποσόν προς εξασφάλιση των εγγυητικών επιστολών.

Στη βάση των πιο πάνω, η καθ' ης η αίτηση 1 προέβηκε σε μεταφορά τού ποσού των €300.000             σε τραπεζικό λογαριασμό που υπέδειξε το  ενδιαφερόμενο μέρος και το οποίο διατηρούσε με την μεσεγγυούχο.

Συμπληρωματική ένορκη δήλωση αιτητριών.

Οι αιτήτριες με άδεια του Δικαστηρίου καταχώρησαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης. Σε αυτή γίνεται αναφορά σε διάταγμα του Αγγλικού Δικαστηρίου ημ. 12/10/2018 που παγοποιεί περιουσιακά στοιχεία της καθ’ ης η αίτηση 1 (τεκμ. 1). Τέτοια περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνουν και αυτά που ελέγχονται ή κρατούνται από τρίτο πρόσωπο σύμφωνα με άμεσες ή έμμεσες οδηγίες της καθ’ ης η αίτηση 1 (βλ. παράγραφο 4 του Αγγλικού Διατάγματος). Στην παράγραφο 5 του Αγγλικού Διατάγματος απαριθμείται αριθμός περιουσιακών στοιχείων που απαγορεύεται να διαθέσει η καθ’ ης η αίτηση 1. Μεταξύ αυτών, αναφέρεται και το ποσό των €300.000 που διατηρείται σε λογαριασμό πελάτη (client account) του ενδιαφερόμενου μέρους (βλ. παρ. 5 (xvii)). Το συγκεκριμένο ποσό είναι το αντικείμενο της παρούσας αίτησης.

Κατά την ομνύουσα, πως είναι πρόδηλο από το Αγγλικό Διάταγμα (τεκμ.1), ο ισχυρισμός του ενδιαφερόμενου μέρους ότι η καθ’ ης η αίτηση 1 δεν έχει συμφέρον στα χρήματα που αφορά η αίτηση μεσεγγυούχου, φαίνεται να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, καθότι το Αγγλικό Διάταγμα αναφέρεται στο εν λόγω ποσό ως μέρος των περιουσιακών στοιχείων της καθ’ ης η αίτηση 1.

Γίνεται επίσης αναφορά στους ισχυρισμούς του ενδιαφερόμενου μέρους ότι το ποσόν των €300.000 ανήκει στους ιδίους ως η δικηγορική τους αμοιβή για δικηγορικές υπηρεσίες προς τους καθ’ ων η αίτηση. Ο ομνύων αρνείται τον ισχυρισμό αυτό καθώς και το ότι οι καθ’ ων η αίτηση δεν ήταν σε θέση να καταθέσουν την εγγύηση και ως εκ τούτου, αυτή κατατέθηκε από το ποσόν της αμοιβής του ενδιαφερόμενου μέρους.  

Ως πληροφορούν τις αιτήτριες οι Άγγλοι Δικηγόροι τους, στις καταστάσεις λογαριασμού που αποκαλύφθηκαν από την καθ’ ης η αίτηση 1 στην Αγγλική Διαδικασία δυνάμει διατάγματος του Αγγλικού Δικαστηρίου, φαίνονται πληρωμές πολλών εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ από 2 λογαριασμούς της καθ’ ης η αίτηση 1 στο Λιχτενστάιν και στην Ελβετία προς το γραφείο του ενδιαφερόμενου μέρους Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ. Και αυτό, ανεξάρτητα από την πληρωμή του ποσού των €300.000 στον λογαριασμό (client account) του ενδιαφερόμενου μέρους, κατά την επίμαχη περίοδο και τους επόμενους μήνες εντός του έτους 2018 (βλ. τεκμ. 2 & 3 της ΣΕΔ)

Είναι η θέση της ομνύουσας ότι με βάση τις πιο πάνω πληρωμές, που υπερβαίνουν το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ, και οι οποίες έγιναν προς το γραφείο Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. εντός του έτους 2018, καθίσταται σαφές ότι η καθ’ ης η αίτηση 1, είχε τη δυνατότητα να καταβάλει κατά την κρίσιμη περίοδο, το ποσό των €600.000.

Η ομνύουσα αναφέρει στην συνέχεια ότι πέραν του εν λόγω ποσού των €300.000, που καταβλήθηκε στις 29/01/2018, καταβλήθηκε και το ποσό των €100.000 στις 15/01/2018 (βλ. τεκμ. 2). Προφανώς κατά την ομνύουσα, το ποσό των €100.000 καταβλήθηκε προς εξόφληση του τιμολογίου (information invoice) του ενδιαφερόμενου μέρους ημερομηνίας 29/12/2017 και η εν λόγω πληρωμή καταδεικνύει ότι η καθ’ ης η αίτηση 1, είχε τη δυνατότητα να καταβάλει στο ενδιαφερόμενο μέρος, ποσό πέραν των €300.000.

Είναι η θέση της ομνύουσας ότι από όλα τα πιο πάνω, εξάγεται το συμπέρασμα ότι το ποσό των €300.000 το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας, ανήκει στην καθ’ ης η αίτηση 1 και όχι στο ενδιαφερόμενο μέρος. Η ομνύουσα υποδεικνύει την απουσία οιουδήποτε τιμολογίου ή αλληλογραφίας με την οποία το ενδιαφερόμενο μέρος να απαιτεί το ποσό των €300.000 ή που να καταδεικνύει ότι κατάστησε την δικηγορική αμοιβή διαθέσιμη για την έκδοση των εγγυητικών επιστολών.

Αγορεύσεις

Οι συνήγοροι καταχώρησαν με εντολή του Δικαστηρίου, γραπτές αγορεύσεις, αναπτύσσοντας με παραπομπή και σε σχετική νομολογία, τις θέσεις τους όπως προκύπτουν από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις της αίτησης και των ενστάσεων.

Δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ με λεπτομέρεια στην επιχειρηματολογία των συνηγόρων όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αγορεύσεις. Ειδική αναφορά θα γίνει όπου χρειάζεται στο στάδιο των τελικών συμπερασμάτων του Δικαστηρίου.

Νομική πτυχή

Η διαδικασία μεσεγγύησης αποτελεί μέθοδο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης που προβλέπεται στο άρθρο 14.1(δ) του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 (βλ. F. Hoffman-La Roche and Co A.G. v. Inter-Continental Pharmaceuticals (Bletchley) Limited κ.α.  (1969) 1CLR 106). Η διαδικασία με την οποία επιτυγχάνεται η κατάσχεση κινητής περιουσίας εις χείρας τρίτου, καθορίζεται στα άρθρα 73-81 του Κεφ.6.

Το άρθρο 73 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 έχει ως εξής:

«73.      Όταν ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον (is beneficially interested) σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, ασφάλειες για ποσό χρημάτων, αγαθά ή άλλη κινητή ιδιοκτησία που τελούν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία ή όταν το τρίτο αυτό πρόσωπο είναι οφειλέτης του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους δύναται να εκδοθεί σε οποιοδήποτε χρόνο μετά τη δικαστική απόφαση με αίτηση του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, ένταλμα κατάσχεσης στα χέρια τρίτου με το οποίο το τρίτο αυτό πρόσωπο να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και εξεταστεί σχετικά με την ιδιοκτησία που έχει στα χέρια του και η οποία αναφέρεται στο ένταλμα, και με το οποίο διατάσσεται να μην παραιτηθεί εν τω μεταξύ από τη φύλαξη αυτής. Το ένταλμα δεσμεύει την ιδιοκτησία του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη  χρέους η οποία είναι στα χέρια του άλλου αυτού προσώπου για την ικανοποίηση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους κατά τον τρόπο που αναφέρεται πιο κάτω.»

Σύμφωνα δε με το άρθρο 78 του Κεφ. 6, το Δικαστήριο δύναται αφού ακούσει όλα τα πρόσωπα που δυνατόν να θεωρήσει ως ενδιαφερόμενα, να διατάξει όπως οποιαδήποτε περιουσία που κατασχέθηκε πληρωθεί στον εξ’ αποφάσεως πιστωτή προς ικανοποίηση της απόφασης ή να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ήθελε κρίνει δίκαιο.

Το Άρθρο 73 του Κεφ. 6, διαφοροποιείται από τη σχετική Αγγλική Νομοθεσία αφού δεν περιορίζεται σε έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης σε χρέη όπως συμβαίνει στην Αγγλία. Επεκτείνει τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα σε σχέση και με άλλες μορφές δικαιωμάτων, σε αγαθά, σε χρήματα και εγγυήσεις για χρηματικά ποσά (securities). Σχετική επί του θέματος είναι η υπόθεση Carna Plants Ltd v. Masalcha Brothers Ltd κ.α.  (1990) 1 ΑΑΔ 28, 32.

Στην υπόθεση Re Γενικός Εισαγγελέας (αρ.2), (1999) 1(Α) Α.Α.Δ. 711, έγινε αναφορά στην φύση της διαδικασίας για έκδοση διαταγμάτων μεσεγγύησης. Παραθέτω το πιο κάτω σχετικό απόσπασμα από τις σελ. 715 & 716 της απόφασης:

«Επισημαίνω εν πρώτοις ότι επρόκειτο περί εναρκτήριας διαδικασίας και όχι ενδιάμεσης παρ’ όλον που άρχισε με μονομερή αίτηση: (βλ. την ανάλογη περίπτωση στην Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investment, Inc, Πολ. Έφεση 9423 ημερ. 28.1.1999). Η αίτηση είχε ως αντικείμενο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 73, την ίδια την έκδοση του εντάλματος κατάσχεσης και όχι παρεμπίπτοντος διατάγματος. Το ότι θα ακολουθούσε του εντάλματος Δικαστική διεργασία πριν από την οριστικοποίηση, που σημαίνει ότι επρόκειτο για ένταλμα nisi, δεν μεταβάλλει τη φυσιογνωμία της διαδικασίας.»

Η ακολουθητέα διαδικασία όπως καθορίζεται στο μέρος VII του Κεφ. 6, καθορίστηκε στην υπόθεση F. Hoffman (ανωτέρω). Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από τη σελίδα 113 της απόφασης:

«Sections 73 to 81 Part VII of the Civil Procedure Law, Cap. 6 provide that, if an application for the issue of a writ of attachment is granted by the Court, a writ goes out to the third party (the garnishee) calling on him to appear before the Court and be examined regarding the money or other movable property in his hands which is alleged to be the property of, or be due to, the judgment debtor. Under the provisions of section 74, that property becomes security in the hands of the garnishee, for the satisfaction of the claim of the judgment creditor.  Finally under section 78, the court after hearing all interested persons, may order that any part of the money attached shall be paid over to the judgment creditor in satisfaction of his judgment.»

Στην υπόθεση Carna Plants (ανωτέρω) επαναλήφθηκε ότι το διάταγμα μεσεγγύησης αποτελεί μέτρο εκτέλεσης Δικαστικής απόφασης. Προϋπόθεση έκδοσης του διατάγματος, είναι η ύπαρξη συμφέροντος του εξ αποφάσεως χρεώστη στο αντικείμενο της μεσεγγύησης. Η φύση του συμφέροντος καθορίζεται στην πιο πάνω απόφαση ως ακολούθως:

«Η πρώτη προϋπόθεση που πρέπει να ικανοποιηθεί για την έκδοση διατάγματος αφορά το συμφέρον του εξ αποφάσεως χρεώστη στο αντικείμενο της μεσεγγύησης. Ο Νόμος ορίζει (άρθρο 73) ότι πρέπει να είναι ο δικαιούχος του αντικειμένου “beneficially interested. Ο Αγγλικός όρος “beneficially interested” είναι ευρύτερος από τον αντίστοιχο Ελληνικό “δικαιούχος”.

 Ο κ. Κληρίδης εισηγήθηκε ότι το συμφέρον το οποίο προβλέπει το Άρθρο 73, ενυπάρχει και όταν ο εξ αποφάσεως χρεώστης έλαβε το δικαίωμα του από τις αρχές τις επιείκειας (equity).

 Ανεξάρτητα από την επακριβή σημασία στο πλαίσιο του Άρθρου 73 του όρου “beneficially interested” και τη φύση των δικαιωμάτων και συμφερόντων τα οποία περιλαμβάνει, το συμφέρον του εξ αποφάσεως χρεώστη  πρέπει να είναι άμεσο και όχι έμμεσο ή η άσκηση του να τελεί υπό όρους.»

Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Impregilo Spa ν. Του Πλοίου “Marwa M”(αρ.2) (2002 ) 1 Α.Α.Δ. 382. Στην υπόθεση αυτή απορρίφθηκε αίτηση για κατάσχεση εις χείρας τρίτου αφού δεν αποδείχθηκε η προϋπόθεση της ύπαρξης εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους που να έχει συμφέρον (is beneficially interested) σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων που τελεί υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου.

Δεδομένου δε ότι το άρθρο 78 του Κεφ.6 δίδει ευρεία εξουσία για έκδοση οιουδήποτε διατάγματος προς εκτέλεση της απόφασης, καθίσταται ως δεύτερη προϋπόθεση, η δυνατότητα ευχέρειας να εκτελεστεί η υπό κρίση απόφαση. Σε αντίθετη περίπτωση δεν εκδίδεται διάταγμα μεσεγγύησης. Σχετική είναι η υπόθεση Carna Plants (ανωτέρω) όπου η μεσεγγύηση αφορούσε τραπεζική πίστωση του εξωτερικού, εκτός δηλαδή δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Υποδείχθηκε ότι τα μέσα εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων, περιορίζονται κατά κανόνα σε στοιχεία ενεργητικού (assets) που ευρίσκονται εντός και όχι εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου.

Η επίδοση του διατάγματος (order nissi) στον μεσεγγυούχο, δεσμεύει το ποσόν που βρίσκεται στα χέρια του, εμποδίζοντας τον να το πληρώσει στον εξ’ αποφάσεως χρεώστη. Δεν δίνει όμως η επίδοση, προτεραιότητα έναντι άλλων πιστωτών που κατέχουν προηγούμενες επιβαρύνσεις. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury’s 3rd ed. vol.16 par.128, p.87:

« … the order only binds that part of the dept with which the judgment debtor can deal honestly, properly and without violation of the rights of third persons at the time when the order is served.»

Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Αγγλική υπόθεση Bibby Ltd v. Wood (1949) 2 All ER 1, στην οποία υποδείχθηκε ότι το αρχικό διάταγμα κατάσχεσης (order nissi), διατηρεί σε αναστολή την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων αναφορικά με το χρέος και τα χρήματα δεν μπορούν να διαμοιραστούν (dealt) αφού με το αρχικό διάταγμα δεν καθορίζεται ποιος τα δικαιούται. Το ζήτημα αυτό αποφασίζεται σε δεύτερο στάδιο κατά την εξέταση του κατά πόσον το διάταγμα θα καταστεί απόλυτο (absolute). Το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσον θα εκδώσει τελικό διάταγμα πληρωμής του κατασχεθέντος ποσού έναντι του εξ’ αποφάσεως χρέους αφού ακούσει τις απόψεις όλων των ενδιαφερομένων, συμπεριλαμβανομένου του μεσεγγυούχου και του εξ’ αποφάσεως χρεώστη.

Με δεδομένο ότι η παρούσα διαδικασία συνιστά μέτρο εκτέλεσης εξ’ αποφάσεως χρέους, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στο κατά πόσον θα εκδώσει τελικό διάταγμα, όλους τους σχετικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων και τυχόν προηγούμενων επιβαρύνσεων επί του κατασχεθέντος ποσού. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Bibby (ανωτέρω):

«…. Is one form of execution and it not infrequently happens that where there are or may be several claims against money the person who gets in first gets the fruits of his diligence»

Στην παράγραφο 132 του συγγράμματος Halsbury’s 3rd ed. vol.16 (ανωτέρω), επεξηγείται ότι το τελικό διάταγμα πληρωμής δεν θα πρέπει να δοθεί, στην περίπτωση που ο μεσεγγυούχος δυνατόν να βρεθεί στον κίνδυνο να πληρώσει το χρέος ξανά, δεδομένου ότι ο κίνδυνος αυτός είναι πραγματικά ορατός και όχι θεωρητικός. Στα πλαίσια της εξισορρόπησης των εκατέρωθεν συμφερόντων των ενδιαφερομένων αλλά και των ευρύτερων αναγκών της δικαιοσύνης, το Δικαστήριο έχει δυνάμει του άρθρου 78 του Κεφ. 6, ευρεία διακριτική ευχέρεια να εκδώσει πέραν του διατάγματος μεσεγγύησης και οιονδήποτε άλλο διάταγμα θεωρήσει δίκαιο υπό τας περιστάσεις.

Παράδειγμα άσκησης της πιο πάνω διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, αποτελεί η πρωτόδικη απόφαση Christou v. Hadjipandela (1981) 2 J.S.C 283. Το Δικαστήριο στην πιο πάνω υπόθεση, διατήρησε με σχετική διαταγή, σε εκκρεμότητα το ένταλμα μεσεγγύησης μέχρι να εκδικαστεί σε άλλη αγωγή, το κατά πόσον ο μεσεγγυούχος θα πιστωνόταν με κάποιο χρηματικό ποσό. Έγινε επίσης παραπομπή στην αγγλική υπόθεση George Lee & Sons (Builders) Ltd v. Olink (1972) 1 All E.R. 360, υποδεικνύοντας ότι στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο εξέδωσε ένα περίπλοκο διάταγμα (Collateral Order) προκειμένου να απονεμηθεί στο τέλος δικαιοσύνη. 

Συμπεράσματα

Από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, καταδεικνύεται ότι οι αιτητές κατέστησαν εξ’ αποφάσεως πιστωτές, αμέσως μετά την έκδοση στις  29/01/2020 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, του διατάγματος για την αναγνώριση και εκτέλεση στην Κύπρο των πιο πάνω αγγλικών αποφάσεων. Έχω επίσης ικανοποιηθεί ότι τα ποσά των επίδικων εγγυητικών, βρίσκονται στην κατοχή και τελούν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία ήτοι της μεσεγγυούχου τράπεζας.

Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων, το επόμενο ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί, είναι το κατά πόσον οι καθ’ ων η αίτηση έχουν συμφέρον ή είναι δικαιούχοι (beneficially interested) στα ποσά των επίδικων εγγυητικών. Σημειώνεται ότι το ενδιαφερόμενο μέρος υποστηρίζει ότι το ποσό των €300.000, που αφορά τις επίδικες εγγυητικές και που είναι κατατεθειμένο σε δικό του «λογαριασμό πελάτη» (clients account), το οποίο διατηρεί με τους μεσεγγυούχους, ανήκει στο ίδιο το ενδιαφερόμενο μέρος ή διαζευκτικά, τελεί κάτω από δικαίωμα επίσχεσης (lien) του ενδιαφερόμενου μέρους και δεν μπορεί να κατασχεθεί από τις αιτήτριες.

Το ενδιαφερόμενο μέρος στηρίζει την πιο πάνω θέση λέγοντας ότι οι €300.000 στάλθηκαν με για πληρωμή δικηγορικής αμοιβής, χρησιμοποιήθηκαν όμως για την έκδοση των εγγυητικών, αφού οι καθ’ ης η αίτηση 1, αδυνατούσε να πληρώσει και το ποσό της εγγυητικής.

Από προσεκτική μελέτη όλου του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου, προκύπτει ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν ευσταθεί. Ο λογαριασμός πελάτη (clients account), έχει την έννοια ότι τα χρήματα αυτά ανήκουν στον πελάτη και το ενδιαφερόμενο μέρος απλά τα διαχειρίζεται. Όπως ακριβώς όταν αποστέλλονται χρήματα από τον πελάτη για ένα συγκεκριμένο σκοπό πχ για την έκδοση εγγυητικών στο όνομα του, όπως συνέβη στην παρούσα περίπτωση. Αν όντως τα χρήματα αυτά ήταν ιδιοκτησίας του ενδιαφερόμενου μέρους δεν υπήρχε κανένας λόγος να δημιουργηθεί «λογαριασμός πελατών» από το ενδιαφερόμενο μέρος στο όνομα του καθ’ ης η αίτηση 1, προκειμένου να δημιουργηθούν οι εγγυητικές, ακόμα και την περίπτωση που τα χρήματα προήλθαν από είσπραξη δικηγορικής αμοιβής. Αντιθέτως, η μη πληρωμή των εγγυητικών κατευθείαν από λογαριασμό του ενδιαφερόμενου μέρους και η αποστολή των χρημάτων από «λογαριασμό πελατών» για να κατατεθούν οι εγγυητικές, καταδεικνύει ότι τα χρήματα αυτά ανήκουν στην καθ’ ης η αίτηση 1 και απεστάλησαν στο ενδιαφερόμενο μέρος αποκλειστικά τον σκοπό δημιουργίας των εγγυητικών.

Επιπλέον από την συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης, προκύπτει ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι η καθ’ ης η αίτηση 1 δεν ήταν οικονομικά σε θέση να καταθέσει την εγγύηση και ως εκ τούτου, αυτή κατατέθηκε από το ποσόν της αμοιβής του ενδιαφερόμενου μέρους. Σύμφωνα με την πιο πάνω συμπληρωματική ένορκη δήλωση, στις καταστάσεις λογαριασμού που αποκαλύφθηκαν από την καθ’ ης η αίτηση 1 στην Αγγλική Διαδικασία, φαίνονται πληρωμές πέραν του ενός εκατομμυρίου ευρώ από δύο λογαριασμούς της καθ’ ης η αίτηση 1 στο Λιχτενστάιν και στην Ελβετία προς το γραφείο του ενδιαφερόμενου μέρους. Και αυτό, ανεξάρτητα από την πληρωμή του ποσού των €300.000 στον λογαριασμό (clients account) του ενδιαφερόμενου μέρους, κατά την επίμαχη περίοδο και τους επόμενους μήνες εντός του έτους 2018 (βλ. τεκμ. 2 & 3 της ΣΕΔ).

Είναι επιπλέον ορθή η θέση των αιτητριών ότι δεν έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει με σαφήνεια ότι το ενδιαφερόμενο μέρος κατέστησε την δικηγορική αμοιβή διαθέσιμη για την έκδοση των εγγυητικών επιστολών. Η αναφορά του ενδιαφερομένου μέρους σε consultancy fees δεν είναι ικανή να ανατρέψει τις πιο πάνω διαπιστώσεις αφού όπως προκύπτει, είχαν εμβαστεί διάφορα ποσά σε πολλές διαφορετικές περιπτώσεις από την καθ’ ης η αίτηση 1 στο ενδιαφερόμενο μέρος.

Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, γεγονός παραμένει ότι από την στιγμή που τα ποσά των εγγυητικών προέρχονται από «λογαριασμό πελατών» στο όνομα της καθ’ ης αίτηση 2, αυτά δικαιωματικά ανήκουν στην καθ’ ης η αίτηση 2 και όχι στο ενδιαφερόμενο μέρος.

Από όλα τα πιο πάνω, εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι το ποσό των €300.000 το οποίο αποτελεί το αντικείμενο των εγγυητικών της παρούσας, ανήκει στην καθ’ ης η αίτηση 1 και όχι στο ενδιαφερόμενο μέρος, η δε καθ’ ης η αίτηση 1 είναι η μόνη που έχει συμφέρον ή είναι δικαιούχος (beneficially interested) στα ποσά των επίδικων εγγυητικών.

Αλλά ούτε η θέση του ενδιαφερόμενου μέρους για δικαίωμα επίσχεσης επί του εν λόγω ποσού, έχει αποδειχθεί με οποιαδήποτε μαρτυρία στις ένορκες δηλώσεις των ενστάσεων. Εξ’ άλλου όπως πολύ σωστά υποδείχθηκε, ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, το ενδιαφερόμενο μέρος δεν έχει προτεραιότητα έναντι άλλων πιστωτών, πόσο μάλλον εξ αποφάσεως πιστωτών όπως είναι οι αιτήτριες στην παρούσα.

Το επόμενο ζήτημα που θα με απασχολήσει είναι η θέση για δικαίωμα επίσχεσης, συνένωσης και συμψηφισμού προς όφελος της μεσεγγυούχου τράπεζας.

Μια βασική πτυχή των ενστάσεων τόσον της καθ’ ης η αίτηση όσο και της μεσεγγυούχου αλλά και του ενδιαφερόμενου μέρους, είναι ότι τα ποσά των εγγυητικών δεν μπορούν να είναι αντικείμενο κατάσχεσης γιατί υπόκεινται σε δικαίωμα επίσχεσης, συνένωσης και συμψηφισμού προς όφελος της μεσεγγυούχου τράπεζας. Υποστηρίχθηκε επιπλέον ότι δεν είναι δίκαιο να εκδοθεί διάταγμα κατάσχεσης χρημάτων, τα οποία υπόκεινται στο συμβατικό αλλά και στο τραπεζικό δικαίωμα επίσχεσης και συμψηφισμού και εξασφαλίζουν τις υποχρεώσεις του ενδιαφερόμενου μέρους, δυνάμει των εγγυητικών επιστολών που παραμένουν σε ισχύ.

Η θέση ότι δεν μπορεί να διαταχθεί κατάσχεση ενόσω ισχύουν οι εγγυητικές είναι ορθή. Από την στιγμή που οι εγγυητικές έχουν εκδοθεί για συγκεκριμένο σκοπό και υπόκεινται σε συμβατικά δικαιώματα επίσχεσης και συμψηφισμού εκ μέρους της μεσεγγυούχου τράπεζας, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς κατάσχεσης για σκοπούς εκτέλεσης του εξ’ αποφάσεως χρέους. Τα χρήματα αυτά, έχουν δεσμευθεί για συγκεκριμένο σκοπό, ήτοι για σκοπούς κάλυψης των αιτητών στις πιο πάνω εναρκτήριες αιτήσεις 5/18 & 20/18, στην περίπτωση  που κληθούν να πληρώσουν τυχόν ζημιές από την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων.

Όπως όμως έχει προαναφερθεί, το διάταγμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου μπορεί να εκδοθεί  υπό όρους, συμπεριλαμβανομένης και της αναστολής της κατάσχεσης υπό την αίρεση συγκεκριμένου γεγονότος, όπως είναι στην παρούσα περίπτωση η ακύρωση των εγγυητικών (βλ. Christou v. Hadjipandela ανωτέρω). Σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, το Δικαστήριο στα πλαίσια αιτήματος έκδοσης διατάγματος μεσεγγύησης, αφού λάβει υπόψη τα συμφέροντα όλων των ενδιαφερομένων αλλά και των ευρύτερων αναγκών της δικαιοσύνης, έχει δυνάμει του άρθρου 78 του Κεφ. 6, ευρεία διακριτική ευχέρεια να εκδώσει πέραν του διατάγματος μεσεγγύησης και οιονδήποτε άλλο διάταγμα θεωρήσει δίκαιο υπό τας περιστάσεις.

Συμφωνώ επί του προκειμένου ότι με την θέση των συνηγόρων για τις αιτήτριες ότι ο περιορισμός έκδοσης διατάγματος μεσεγγύησης λόγω των δικαιωμάτων επίσχεσης των εγγυητικών, μπορεί να ξεπεραστεί με την ταυτόχρονη έκδοση διατάγματος αναστολής της μεσεγγύησης μέχρι την ημερομηνία ακύρωσης των εγγυητικών με διάταγμα του Δικαστηρίου. Με την ακύρωση των εγγυητικών θα εκλείψουν και οι προαναφερθέντες περιορισμοί στην  έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης αφού δεν θα υπάρχει πλέον δικαίωμα επίσχεσης ούτε και υποχρέωση κάλυψης από τον μεσεγγυούχο οιασδήποτε ζημιάς απαιτηθεί λόγω της έκδοσης των προσωρινών διαταγμάτων, τα δε χρήματα των εγγυητικών θα πρέπει να επιστραφούν στον δικαιούχο, στην παρούσα περίπτωση στην καθ’ ης η αίτηση 1.

Τελική κατάληξη

Έχω ενόψει όλων των πιο πάνω, προβληματιστεί κατά ποσόν θα ήταν ορθό, δεδομένης της ευρύτατης εξουσίας που μου παρέχεται από το άρθρο 78 του Κεφ. 6, να εκδώσω διάταγμα πληρωμής του δεσμευμένου στην μεσεγγυούχο τράπεζα ποσού, θέτοντας όρους ως προς τον χρόνο πληρωμής που να σχετίζονται με την διάρκεια ισχύος των δύο επίδικων εγγυητικών.

Έχω καταλήξει ότι στην παρούσα υπόθεση, ενδείκνυται η έκδοση τελικού διατάγματος κατάσχεσης και πληρωμής στις αιτήτριες, του κατασχεθέντος με το αρχικό διάταγμα ποσού υπό τον όρο ότι η πληρωμή θα γίνει μετά την ακύρωση ή με οιονδήποτε άλλο τρόπο τερματισμό με διάταγμα του Δικαστηρίου, της ισχύος των δύο επίδικων εγγυητικών.

Με αυτόν τον τρόπο δεν θα επηρεαστούν τα δικαιώματα της μεσεγγυούχου τράπεζας αφού οι εγγυητικές θα ακυρωθούν και δεν θα υπόκεινται σε οιαδήποτε  απαιτήσεις επίσχεσης και συμψηφισμού.

Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, εκδίδω τελικό διάταγμα κατάσχεσης και πληρωμής στις αιτήτριες, των ποσών €200.000 και €100.000 αντίστοιχα που αφορούν τις δύο επίδικες τραπεζικές εγγυήσεις (letters of guarantee) και που βρίσκονται κατατεθειμένα στην μεσεγγυούχο τράπεζα Eurobank Cyprus Ltd, υπό τον όρο ότι η πληρωμή θα γίνει μετά την ακύρωση ή με οιονδήποτε άλλο τρόπο τερματισμό της ισχύος με διάταγμα του Δικαστηρίου, των υπό κρίση τραπεζικών εγγυήσεων.

Επιδικάζονται επίσης έξοδα υπέρ των αιτητριών και εναντίον της καθ’ ης η αίτηση 1, της μεσεγγυούχου και του ενδιαφερόμενου μέρους, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. 

 

 

 

 

                                  …………………………………………………….

                                                                         Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου

                                                                                             Π.Ε.Δ.

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο