
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. ΠΕΤΑΣΗ-ΚΟΡΦΙΩΤΗ, Π.Ε.Δ.
Αίτηση Αρ.: 8/24 (Έντυπο 33)
Μεταξύ:
SAAD HUSSEIN
Αιτητή
και
1. V.K.C.A QUALITY LTD
2. M.C.S. QUALITY HOLDINGS LTD
Καθ΄ων η αίτηση
Αίτηση ημερομηνίας 30.8.2024 για έκδοση προσωρινού διατάγματος
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10.9.2024
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Αιτητή: κ. Γ. Ιωάννου με κ. Ν. Βιλτάκη
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την παρούσα αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε την 30.8.2024, ο Αιτητής ζητά την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων:
«Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην Καθ΄ης η αίτηση να πωλήσει, μεταβιβάσει, επιβαρύνει, δωρίσει, εκχωρήσει ή και καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αποξενώσει 45.000 μετοχές Τάξης Γ που κατέχει ως απόλυτος ιδιοκτήτης στο μετοχικό κεφαλαίο της ιδιωτικής εταιρείας PRINCESS HOTELS DEVELOPMENT LIMITED (HE 13756).
B. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάζει την Καθ΄ης η αίτηση 2 ή και την Καθ΄ης η αίτηση 1 όπως μεταβιβάσουν στον Αιτητή 45.000 μετοχές Τάξης Γ που κατέχει η Καθ΄ης η αίτηση 2 ως απόλυτος ιδιοκτήτης στο μετοχικό κεφαλαίο της ιδιωτικής εταιρείας PRINCES HOTELS DEVELOPMENT LIMITED (HE 13756) ή/και όπως λάβουν όλα τα δέοντα μέτρα ή/και ενέργειες στο Γραφείο του Εφόρου Εταιρειών στην δια τη μεταβίβαση ή και εγγραφή των εν λόγω μετοχών τους άμεσα ή/και εντός τέτοιου χρονικού διαστήματος ήθελε διατάξει το Σεβαστό Δικαστήριο.»
Η αίτηση καταχωρήθηκε δια του Εντύπου 33, ήτοι πριν από την έγερση της απαίτησης, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους 23.2.2 και χωρίς να επιδοθεί αντίγραφό της στους Καθ΄ων η αίτηση καθότι, ως αναφέρεται, «τα συμφέρονται του αιτητή θα επηρεαστούν δυσμενώς από τυχόν περαιτέρω καθυστέρηση της παρούσας. Περαιτέρω, η παρούσα υποβάλλεται χωρίς να επιδοθεί αντίγραφο της στην Καθ΄ης η αίτηση 1 και 2 αφού ο πρωταρχικός σκοπός της, θα προαχθεί καλύτερα με τον τρόπο αυτόν. Η παρούσα κατάσταση προκαλεί ανεπανόρθωτες ζημιές που δεν θα μπορούν να αποκατασταθούν στο μέλλον. Είναι ξεκάθαρο ότι οι Καθ΄ων η αίτηση ή/και αξιωματούχοι ή/και υπηρέτες αυτών προτίθενται να συνεχίσουν τη παράβαση ή/και αυθαίρετη παράβαση γραπτών συμφωνιών και υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων των οποίων ζητείται η δέσμευση ή και μεταβίβαση με την παρούσα αίτηση.».
Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου ο οποίος ενεργεί ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Αιτητή και είναι εξουσιοδοτημένος απ΄ αυτόν να προβεί στην ένορκη δήλωση. Περαιτέρω, δηλώνει πως γνωρίζει τα γεγονότα που αφορούν στην αίτηση, τόσο από ενημέρωση που είχε από τον Αιτητή όσο και από προσωπική του γνώση ως δικηγόρος του. Στην ένορκη δήλωση γίνεται αναφορά στα γεγονότα που αφορούν στην απαίτηση του Αιτητή και στις επίδικες συμφωνίες, επισυνάπτοντας αντίγραφα αυτών ως Τεκμήρια Α, Β και Γ. Στη συνέχεια κάνει αναφορά στη μη συμμόρφωση των Καθ’ ων η αίτηση με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και στην, συνεπεία τούτου, επίδοση στους Καθ’ ων η αίτηση Ειδοποίησης Απαίτησης ημερομηνίας 24.7.2024 σύμφωνα με το Μέρος 3 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. Τεκμήριο Ε). Σε απάντηση της εν λόγω ειδοποίησης, οι δικηγόροι των Καθ’ ων η αίτηση 1 απέστειλαν επιστολή ζητώντας χρόνο μέχρι την 15.9.2024 ώστε να συλλέξουν τα απαραίτητα στοιχεία και να είναι σε θέση να τοποθετηθούν (βλ. Τεκμήριο Στ).
Στην ένορκη δήλωση αναφέρεται επίσης πως κατόπιν των πιο πάνω, οι δικηγόροι του Αιτητή προέβηκαν σε έρευνα στο Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών και διαπίστωσαν πως η μεν περιουσία της Καθ’ ης η αίτηση 1 είναι υποθηκευμένη για τεράστια χρηματικά ποσά σε τραπεζικά ιδρύματα και εταιρείες εξαγοράς δανείων (βλ. Τεκμήριο Ζ), οι δε μετοχές της Καθ΄ης η αίτηση 2 είναι ενεχυριασμένες σε τραπεζικό ίδρυμα στο εξωτερικό. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι οι Καθ’ ων η αίτηση αποφεύγουν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, ενώ πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι αναγκαία, αφενός λόγω της μεγάλης ζημιάς που προκαλείται στον Αιτητή, αφετέρου γιατί σε μελλοντικό στάδιο οι Καθ’ ων η αίτηση δεν θα είναι σε θέση να αποζημιώσουν τον Αιτητή σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ του. Το όλο ζήτημα έχει καταστεί κατεπείγον εφόσον, ως προκύπτει από την επιστολή των δικηγόρων των Καθ’ ων η αίτηση, αυτοί επιδιώκουν την καθυστέρηση και όχι τη συμμόρφωση τους με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις.
Η αίτηση στηρίζεται ουσιαστικά στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας και στα άρθρα 4-9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.
Επαναλαμβάνεται πως η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στη βάση των προνοιών του Μέρους 25.2 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (στο εξής οι «νέοι Κανονισμοι»), ήτοι πριν την έγερση απαίτησης.
Στις 6.9.2024, οπότε και ήταν ορισμένη η αίτηση, το Δικαστήριο κάλεσε τον συνήγορο του Αιτητή να αγορεύσει σε σχέση με τις δικονομικές προϋποθέσεις που καθορίζονται στο Μέρος 25.2(2), αλλά και τους λόγους που η καταχώρηση του Εντύπου Απαίτησης δεν κατέστη εφικτή.
Από την πλευρά του ο κ. Ιωάννου υποστήριξε ότι τα γεγονότα που τυγχάνουν καταγραφής στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση τεκμηριώνουν το στοιχείο του κατεπείγοντος, ενώ ως προς την μη καταχώρηση του Εντύπου Απαίτησης παρέπεμψε το Δικαστήριο στην επίδοση επιστολής απαίτησης με βάση το Μέρος 3 των νέων Κανονισμών και στο γεγονός ότι ο Αιτητής είναι αλλοδαπός και κάτοικος εξωτερικού.
Το Μέρος 25.2 επί του οποίου στηρίζεται η αίτηση προβλέπει τα ακόλουθα:
« 25.2. Χρόνος έκδοσης διατάγματος για ενδιάμεση θεραπεία
(1) Διάταγμα για ενδιάμεση θεραπεία μπορεί να εκδοθεί σε οποιοδήποτε χρόνο περιλαμβανομένου του χρόνου:
(α) πριν από την καταχώριση απαίτησης· και
(β) μετά την έκδοση απόφασης.
(2) Ωστόσο:
(α) η παράγραφος (1) τελεί υπό την επιφύλαξη οποιασδήποτε άλλης πρόνοιας σε κανονισμό ή νομοθεσία η οποία προνοεί διαφορετικά·
(β) το δικαστήριο δύναται να χορηγήσει ενδιάμεση θεραπεία πριν από την καταχώριση απαίτησης μόνο αν:
(i) το θέμα είναι επείγον· ή
(ii) υφίστανται άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις.»
H συγκεκριμένη πρόνοια αποτελεί μια από τις αλλαγές που επέφεραν οι νέοι Κανονισμοί αφού η χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας πριν από την έγερση της αγωγής στη βάση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν ήταν δυνατή. Τούτο, βεβαίως, κατέστη εφικτό σε συνδυασμό με την τροποποίηση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60 με το Ν. 107(Ι)/2024.
Ενόψει της πρόσφατης προσθήκης της πιο πάνω πρόνοιας, δεν υπάρχει νομολογία ως προς το τι συνιστά «επείγον θέμα» ή «άλλη ιδιαίτερη περίσταση» ως καθορίζεται στο Μέρος 25.2 (2) (β). Καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τη νομολογία ως εξελίχθηκε μέχρι σήμερα στο πλαίσιο εξέτασης των προϋποθέσεων που καθορίζει το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου κατά την εξέταση αιτήματος για χορήγηση θεραπείας μονομερώς αλλά και από αγγλικά συγγράμματα και νομολογία αφού το Μέρος 25.2(2) αντιστοιχεί στο αγγλικό Part 25.2. όπου αντί της αναφοράς σε ύπαρξη ιδιαίτερων περιστάσεων, προβλέπεται πως τέτοιο διάταγμα μπορεί να εκδοθεί όταν είναι επιθυμητό για το συμφέρον της δικαιοσύνης.
Στη σελίδα 889 του White Book 2021 αναφέρονται τα εξής σχετικά:
«Interim Remedy granted before claim made – urgency and the interests of justice r. 25.2.(2)(b)
The general rule is that an order for an interim remedy may be made at any time; but the court may grant an interim remedy before proceedings have been started only if (i) the matter is urgent, or (ii) it is otherwise desirable to do so in the interests of justice (r.25.2(2)(b)). The court should not entertain an application of which no notice has been given unless either giving notice would enable the defendant to take steps to defeat the purpose of the application or there has been literally no time to give notice before the remedy is required (National Commercial Bank Jamaica Ltd v Olint Corp Ltd (Practice Note) [2009] UKPC 16; [2009] 1 W.L.R. 1405, PC). Some interim remedies have been designed specifically for use before a claim has been made.
Some interim remedies have been designed specifically for use before a claim has been made (cf. “before proceedings are started” in r. 25.2(1)(a)). A good example is an interim remedy in the form of an order under the Senior Courts Act 1981 s.33(1) or the County Courts Act 1984 s. 52(1) (Order to inspect, etc., and to take samples, etc., of property before claim made) (see r.25.1(1)(i). Former rules of court did not suggest the orders granting such remedies could only be made on a showing that the matter was “urgent”. It may be said that they could not be granted unless “necessary to do so in the interests of justice”. To that extent the former practice and r. 25.2(2)(b) are in accord.
Strictly speaking, timing and urgency are quite separate matters (and both are separate from the question, whether application should be made on notice or not). However, it is not surprising that, at least in relation to some interim remedies, they should be mixed. Circumstances can arise when it is in interests of justice that a person should be able to obtain an order for an interim remedy before beginning their claim, even though that remedy is not specifically designed for use before a claim has been made. “
Μελέτη των προνοιών του Μέρους 25.2 σε συνδυασμό με το πιο πάνω απόσπασμα από το White Book, δεικνύει, κατά την κρίση μου, πως η δυνατότητα παροχής ενδιάμεσης θεραπείας πριν την έγερση απαίτησης αποτελεί την εξαίρεση και όχι τον κανόνα.
Στο πλαίσιο εξέτασης των προϋποθέσεων που καθορίζει το Μέρος 25.2(2)(α), παρατηρείται καταρχήν πως δεν έχω διαπιστώσει να υφίσταται άλλη πρόνοια σε κανονισμό ή νομοθεσία που να προβλέπει διαφορετικά ή να εμποδίζει την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
Παραμένει, λοιπόν, να εξεταστεί κατά πόσον, στη βάση της μαρτυρίας που προσκόμισε ο Αιτητής, διαπιστώνεται η ύπαρξη επείγοντος θέματος ή άλλων ιδιαίτερων περιστάσεων.
Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. ενδεικτικά Βγενόπουλους κ.ά. ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. Ε141/2014, απόφαση ημερομηνίας 13.9.2024 και Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd (2004) 1 A.A.Δ.203), κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δεύτερου να ακουστεί. Σε αριθμό αποφάσεων το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε πως λόγοι συνυφασμένοι με την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλουν την παροχή ευκαιρίας ακρόασης στον αντίδικο, πριν το δικαστήριο επιληφθεί θέματος που επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα κατά νόμο συμφέροντά του. Η παροχή θεραπείας ερήμην του αντιδίκου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο μπορεί να αναζητηθεί μόνον, εφόσον εξ αντικειμένου δεν παρέχεται άλλο μέσο προστασίας των δικαιωμάτων του αιτούντος.
Οι πιο πάνω αρχές αποτελούν καθοδήγηση ως προς την ερμηνεία του όρου «επείγον» και «ιδιαίτερες περιστάσεις», ενώ κρίνεται ορθό να λεχθεί πως στην περίπτωση εξέτασης της δυνατότητας χορήγησης ενδιάμεσης θεραπείας πριν την έγερση απαίτησης, στοιχεία που επιπροσθέτως λαμβάνονται υπόψη αποτελούν η φύση της διαφοράς αλλά και η φύση της θεραπείας που ζητείται, και τούτο σε συνάρτηση με την ύπαρξη κάποιας αντικειμενικής αδυναμίας αναφορικά με την μη καταχώρηση εντύπου απαίτησης στις περιπτώσεις όπου δεν επιδιώκεται η έκδοση διατάγματος για επιθεώρηση εγγράφων, περιουσίας, αποκάλυψη εγγράφων ή πληροφοριών που είναι αναγκαίες ώστε να καταστεί εφικτή η καταχώρηση της απαίτησης.
Εξετάζοντας τους ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον Αιτητή, παρατηρώ ότι ουδείς ισχυρισμός τέθηκε που να είναι ικανός να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχει οποιαδήποτε επείγουσα κατάσταση για να εξεταστεί η δυνατότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος στο παρόν στάδιο ή ότι συντρέχουν άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις. Η μη συμμόρφωση των Καθ’ ων η αίτηση με τις υποχρεώσεις τους ήταν γνωστή στον Αιτητή εδώ και μήνες, η δε διαπίστωση από μέρους του της δέσμευσης της περιουσίας και ενεχυρίασης των μετοχών πρόσφατα δεν τεκμηριώνει το επείγον του θέματος αφού η διενέργεια έρευνας σε προγενέστερο στάδιο θα αποκάλυπτε αυτά τα δεδομένα. Το όλο ζήτημα, και αναφέρομαι ειδικά στο θέμα του επείγοντος, τέθηκε με αοριστία και περιστράφηκε αποκλειστικά γύρω από τη μη συμμόρφωση των Καθ΄ων η αίτηση με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και την πρόκληση ζημιάς στον Αιτητή. Τα στοιχεία αυτά ουδόλως μπορούν να καταστήσουν το θέμα επείγον, όπως ούτε και η γενική αναφορά επί τω ότι «ο πρωταρχικός σκοπός της, θα προαχθεί καλύτερα με τον τρόπο αυτόν.»
Παρομοίως, από την πλευρά του Αιτητή δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία στη βάση των οποίων μπορεί να δικαιολογηθεί πως ήταν πρακτικά αδύνατο να καταχωρηθεί το έντυπο απαίτησης. Από μόνο του το γεγονός ότι ο Αιτητής είναι αλλοδαπός δεν μπορεί, χωρίς άλλο, να ενταχθεί στο πλαίσιο αυτό, ενώ η επίκληση του Μέρους 3 και της από μέρους του Αιτητή συμμόρφωσης με τις πρόνοιες αυτού και την προδικαστηριακή συμπεριφορά αναιρεί, παρά ενισχύει, το ζήτημα του επείγοντος αφού σύμφωνα με το Μέρος 3.11 στην περίπτωση επείγουσων απαιτήσεων δεν απαιτείται συμμόρφωση με το Μέρος 3.
Τέλος, εξετάζοντας τη φύση των αιτούμενων διαταγμάτων διαπιστώνω ότι τυχόν χορήγηση τους δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας αφού με την αίτηση δεν επιζητείται η έκδοση διατάγματος για επιθεώρηση εγγράφων, περιουσίας ή αποκάλυψης εγγράφων ή πληροφοριών που είναι αναγκαία ώστε να είναι δυνατή η καταχώρηση της απαίτησης, ούτε η παρούσα περίπτωση είναι τέτοια που δεν παρέχεται χρόνος να δοθεί ειδοποίηση πριν τη χορήγηση θεραπείας.
Σε γενικότερο πλαίσιο δεν έχει διαπιστωθεί ότι συντρέχει κάποια κατεπείγουσα περίσταση που να μπορούσε να δικαιολογήσει την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά. Ούτε έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε ιδιαίτερη περίσταση.
Επομένως, η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Υπό τις περιστάσεις που έχουν εξηγηθεί αμέσως πιο πάνω, δεν ενδείκνυται η έκδοση οδηγιών για επίδοση της αίτησης στην άλλη πλευρά. Κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο με το πνεύμα του Μέρους 25.2(2) των νέων Κανονισμών.
Υπό το φως όλων των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται χωρίς καμία διαταγή ως προς τα έξοδα.
(Υπ.)……………………………………………..
Γ. Πετάση Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο