ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ, Αρ. Ειδοποίησης Πτώχευσης: 2/2024, 15/11/2024
print
Τίτλος:
ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ, Αρ. Ειδοποίησης Πτώχευσης: 2/2024, 15/11/2024
Ημερομηνία:
15 Νοεμβρίου 2024

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.

                                                                      Αρ. Ειδοποίησης Πτώχευσης:   2/2024

ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ εκ Λάρνακας

________________________________________________________________________________

Αίτηση ημερομηνίας 1.7.2024

για παραμερισμό και/ή αναστολή της διαδικασίας ειδοποίησης πτώχευσης

Ημερομηνία:  15 Νοεμβρίου 2024

Εμφανίσεις:

Για Αιτητή/Οφειλέτη: κ. Αναστασιάδης για Ανδρέας Θ. Μαθηκολώνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε.

Για Καθ' ων η Αίτηση/Πιστωτές: κ. Στεφάνου για Σκορδής & Στεφάνου ΔΕΠΕ

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Στις 27.2.2024, κατόπιν σχετικής αίτησης των Πιστωτών (Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα), o Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας εξέδωσε εναντίον του Οφειλέτη (Αιτητή στην παρούσα) την υπό τον άνω αριθμό και τίτλο ειδοποίηση πτώχευσης η οποία επιδόθηκε προσωπικά στον Οφειλέτη στις 4.3.2024.  H Ειδοποίηση Πτώχευσης στηρίζεται στην απόφαση του Ε.Δ. Λάρνακας ημερομηνίας 9.9.2022 στην αγωγή με αρ. 1442/2014.

 

Στις 11.3.2024 ο Οφειλέτης καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητούσε διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται ή ακυρώνεται η Ειδοποίηση Πτώχευσης και/ή διάταγμα αναστολής της Ειδοποίησης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης της αγωγής με αρ. 1442/2014 ημερομηνίας 21.10.2022.  Η αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς, ακολούθως επιδόθηκε στους Πιστωτές και αφού παρεμβλήθηκε η καταχώρηση τροποποιημένης αίτησης στις 27.6.2024, ακολούθως στις 1.7.2024, η αίτηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης του δικαιώματος καταχώρησης νέας.

 

Την ίδια ημέρα, καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση με την οποία ζητείται:

 

A.   Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και να ακυρώνεται η ειδοποίηση πτώχευσης υπ΄ αριθμόν 2/24 ή/και

B.  Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο αναστέλλεται η ειδοποίηση πτώχευσης υπ΄ αριθμόν 2/24 μέχρι την εκδίκαση της Πολιτικής Εφεσης της Αγωγής 1442/14, ημερομηνίας 21.10.2022.

 

Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 2-6, 9, 87-90, 93, 97, 102, 108 και 113 του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5, στους Κανονισμούς 2, 4, 7, 16-19, 38-43, 50, 126 και 188 του περί Πτωχεύσεως Διαδικαστικού Κανονισμού, στους Δ. 48 Κ. 1-4, 7, 8 και Δ. 64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 14 του Κεφ. 6, στο Δίκαιο της επιείκειας καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου

 

Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ιδίου του Οφειλέτη. Έχω μελετήσει με τη δέουσα προσοχή το περιεχόμενο της ένορκης αυτής δήλωσης και τα έγγραφα τα οποία επισυνάπτονται ως τεκμήρια. Δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω τα όσα αναφέρονται σε αυτή για λόγους που θα διαφανούν στην πορεία.

 

Οι Πιστωτές καταχώρησαν ένσταση στην παρούσα αίτηση στις 6.6.2014 η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση προσώπου που είναι στην υπηρεσία τους και χειρίζεται τους λογαριασμούς του Αιτητή.

 

Αξίζει δε να σημειωθεί πως ενώ με την αίτηση επιδιώκετο πρωτίστως η ακύρωση και ο παραμερισμός της Ειδοποίησης  Πτώχευσης για τους λόγους που προσδιορίζονται στις υπό - παραγράφους Α-ΙΓ της παραγράφου 1 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση, εν τέλει, το υπό κρίση αίτημα προωθήθηκε στη βάση του στην προκειμένη περίπτωση, κατά παράβαση του άρθρου 5(1) του Κεφ. 5, στην αίτηση πτώχευσης δεν αναγράφονται: (1) ο αριθμός εγγραφής των Πιστωτών, (2) η διεύθυνση των Πιστωτών, (3) το αντικείμενο εργασίας των Πιστωτών και το επάγγελμα τους.  Επίσης, σύμφωνα με τον Οφειλέτη, δεν υπάρχει συμμόρφωση με τις πρόνοιες του άρθρου 5(2) του Κεφ. 5 σε σχέση με την εξασφάλιση που κατέχουν οι Πιστωτές.

 

Σε σχέση με το θέμα αυτό δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά μιας και οι πρόνοιες του άρθρου 5(1)(ε) και 5(2) που επικαλείται η πλευρά του Οφειλέτη τυγχάνουν εφαρμογής στο πλαίσιο αίτησης πτώχευσης και όχι ειδοποίησης, όπως η προκειμένη περίπτωση.

 

Επομένως, το αίτημα για ακύρωση και παραμερισμό της Ειδοποίησης δεν μπορεί να επιτύχει.

 

Ερχόμενη στην εξέταση του αιτήματος για αναστολή της πτωχευτικής διαδικασίας επί τω ότι εκκρεμεί έφεση κατά της απόφασης που εκδόθηκε στην αγωγή με αρ. 1442/2014 στη βάση της οποίας εκδόθηκε η Ειδοποίηση Πτώχευσης, θεωρώ ορθό όπως πρωτίστως εξεταστεί εάν η νομική βάση της αίτησης παρέχει στον Οφειλέτη το δικαιοδοτικό υπόβαθρο που θα επέτρεπε την έκδοση του διατάγματος που επιδιώκει. Εάν η απάντηση είναι αρνητική, τότε δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος το Δικαστήριο να εξετάσει περαιτέρω τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο Οφειλέτης προς υποστήριξη της αίτησης ή τους λοιπούς λόγους ένστασης των Πιστωτών.

 

Στρέφομαι επομένως στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης.

 

Ο Οφειλέτης επικαλείται τα άρθρα 6, 87-90, 93, 97, 102, 108 και 113 του περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5.  Το άρθρο 87 αφορά τη δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων σε υποθέσεις πτωχεύσεων και το άρθρο 88 την κατά τόπο αρμοδιότητα Επαρχιακών Δικαστηρίων σε τέτοιες υποθέσεις και επομένως κανένα από αυτά δεν μπορεί να αποτελέσει υπόβαθρο για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.  To άρθρο 89 αφορά τη διαδικασία παραπομπής νομικού σημείου για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο, ενώ το άρθρο 90 καθορίζει την εξουσία του Δικαστηρίου να αποφασίζει για όλα τα ζητήματα προτεραιότητας και για όλα τα άλλα ζητήματα, οποιασδήποτε φύσης, είτε νομικά είτε πραγματικά, τα οποία δυνατό να εγερθούν σε οποιαδήποτε υπόθεση πτώχευσης που περιέρχονται σε γνώση του Δικαστηρίου, ή τα οποία το Δικαστήριο δυνατό να θεωρήσει σκόπιμο ή αναγκαίο να αποφασίσει ώστε να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη ή να διενεργηθεί ολοκληρωμένη διανομή της περιουσίας σε οποιαδήποτε τέτοια περίπτωση.  Το άρθρο 93 του Κεφ. 5 αφορά τη δυνατότητα που παρέχεται στο Δικαστήριο να αναβάλει διαδικασία που βρίσκεται ενώπιον του, όμως με την υπό κρίση αίτηση, ο Οφειλέτης δεν επιδιώκει την αναβολή της διαδικασίας. Άσχετα είναι επίσης και τα άρθρα 102, 108 και 113 του Κεφ. 5.

 

Το άρθρο 6(4) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, στη βάση του οποίου στήριξε, μεταξύ άλλων, το αίτημα του ο κ. Αναστασιάδης, προνοεί τα ακόλουθα:

 

«6.-(4)        Όταν η πράξη πτώχευσης στην οποία στηρίζεται η αίτηση είναι η μη συμμόρφωση προς ειδοποίηση πτώχευσης για πληρωμή, παροχή ασφάλειας ή συμβιβασμό του εξ αποφάσεως χρέους ή ποσού που διατάχθηκε να πληρωθεί, το Δικαστήριο δύναται, αν το θεωρεί ορθό, να αναστείλει ή απορρίψει την αίτηση με τη δικαιολογία ότι εκκρεμεί έφεση εναντίον της απόφασης ή του διατάγματος.»

 

Στο σύγγραμμα Halsbury?s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 2, αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 310:

 

«If the appeal appears to be bona fide, the hearing of the petition ought to be adjourned; if evidently frivolous, a receiving order ought to be made (Re Rhodes, Ex parte Heyworth (1884) 14 Q.B. D. 49, C.A.; Re Flatau, Ex parte Scotch Whisky Distillers, Ltd. (1888) 22 Q.B.D. 83, C.A.).”

 

Στη σελίδα 75 του συγγράμματος Williams’ Law and Practice on Bankruptcy (18η έκδοση) αναφέρονται τα εξής σε σχέση με το άρθρο 5(4) του Αγγλικού Bankruptcy Act του 1914 οι πρόνοιες του οποίου είναι πανομοιότυπες με αυτές του άρθρου 6(4) του Κεφ. 5:

 

«Subsection (4) provides for the stay or dismissal of the petition where the act of bankruptcy is non-compliance with a bankruptcy notice, and there is an appeal pending from the judgment or order on which the notice is founded.  Nothing is said as to security being required, when a petition is stayed on this ground,(as distinct from security pending the trial of a disputed debt, vide infra), perhaps on the ground that to require security from a person who had committed an act of bankruptcy, independently of the establishment of the debt alleged to be due to the petitioning creditor, was a very different thing from requiring security from a person who has committed no act of bankruptcy unless such a debt was established.”

 

Τόσο από το λεκτικό του άρθρου 6(4) όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες προκύπτει πως η εξουσία για αναστολή  αφορά τη διαδικασία της αίτησης και όχι της ειδοποίησης πτώχευσης.  Το ίδιο, βεβαίως, αφορά και τα εδάφια (6) και (7) του άρθρου 6 του Κεφ. 5, που, επίσης, επικαλέστηκε ο κ. Αναστασιάδης.

 

Επομένως, σε αυτή τη βάση κρίνεται πως το άρθρο 6 του Κεφ. 5 δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.

 

Στέκομαι στο άρθρο 97 του Κεφ. 5 που προνοεί ότι:

 

«Το Δικαστήριο δύναται οποτεδήποτε, για επαρκή λόγο να εκδώσει διάταγμα αναστολής των διαδικασιών της αίτησης πτώχευσης είτε εντελώς είτε για περιορισμένο χρόνο, με τέτοιους όρους και τηρουμένων τέτοιων προϋποθέσεων ως το Δικαστήριο θεωρεί δίκαιο.»

 

Αποτελεί κρίση μου πως ούτε το άρθρο 97 τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση αίτηση.

 

Οι πρόνοιες του άρθρου 97 είναι πανομοιότυπες με τις πρόνοιες του άρθρου 113 του Αγγλικού Bankruptcy Act του 1914 και όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα William’s Law and Practice on Bankruptcy  (19η έκδοση) στη σελίδα 470, η διάταξη αυτή αφορά την αναστολή των διαδικασιών της αίτησης πτώχευσης μετά την έκδοση Διατάγματος Παραλαβής σε αντίθεση με το άρθρο 5 (4) του Bankruptcy Act 1914 (το αντίστοιχο άρθρο 6(4) του Κεφ. 5) που αφορά την αναστολή της πτωχευτικής διαδικασίας πριν την έκδοση Διατάγματος Παραλαβής. 

 

Διαφαίνεται από το λεκτικό ότι η συγκεκριμένη πρόνοια παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να αναστείλει τη διαδικασία αίτησης πτώχευσης και όχι της ειδοποίησης πτώχευσης, όπως είναι το αίτημα του Οφειλέτη στην παρούσα περίπτωση.

 

Καταλήγω ότι η όποια διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αναστείλει τη διαδικασία αίτησης πτώχευσης που παρέχεται από το Κεφ. 5 ενυπάρχει μόνο αφού έχει καταχωρηθεί η αίτηση πτώχευσης και όχι προηγουμένως. Το Κεφ. 5 δεν παρέχει καμία δυνατότητα αναστολής της ειδοποίησης πτώχευσης. Οι Πτωχευτικοί Κανονισμοί επίσης δεν παρέχουν καμία τέτοια δυνατότητα ή εξουσία στο Δικαστήριο.

 

Με έχει απασχολήσει το κατά πόσο το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία (inherent jurisdiction) να ικανοποιήσει το αίτημα του Οφειλέτη. Καταλήγω όμως ότι τέτοια εξουσία δεν υπάρχει. Όπως επεξηγήθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση Evand Promotions κ.α. (1998)1 Α.Α.Δ. 736:

 

«.η λεγόμενη εγγενής ή, άλλως, σύμφυτη εξουσία (inherent power) του δικαστηρίου, η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισης της με το Δικαστήριο και τις ανάγκες της ύπαρξης της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου, δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξής της ούτε, κατά κανόνα, αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς. Με άλλα λόγια, η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, εκεί όπου δεν υπάρχει ειδική πρόνοια, είτε στο νόμο είτε στους θεσμούς, δεν μπορεί, κατά κανόνα, να αποτελέσει από μόνη της, με την απλή επίκληση της, αυτοδύναμη δικαιοδοτική βάση για ένα συγκεκριμένο διάβημα. Κατ' εξαίρεση, απλή επίκληση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διάδικου.»

 

Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται εναντίον του Οφειλέτη/Αιτητή και υπέρ των Πιστωτών/Καθ΄ων η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

                                                                        (Υπ.).…………………………………………….

                                                                                   Γ. Πετάση Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο