
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 1176/2016
Μεταξύ:
SAFIEH HEDAYAT PAYRAVI
Ενάγουσας
-και-
ROXANA PARS ESTATE LTD
Εναγομένης
Αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης
και Ανταπαίτησης ημερ. 6.8.2024
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23 Ιανουαρίου 2025
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Εναγόμενη-Αιτήτρια: κα Α. Φωτιάδου για Α. Κ. Καρά Δ.Ε.Π.Ε
Για Ενάγουσα-Καθ΄ης η αίτηση: κ. Γ. Γεωργίου για Σάββα & Γεωργίου Δ.Ε.Π.Ε.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Οι δικογραφημένες θέσεις των δυο πλευρών
Με την παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε στις 7.7.2016 δια ειδικά οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, η Ενάγουσα αξιώνει από την Εναγόμενη το ποσό των €166.000 ως ποσό αχρεωστήτως καταβληθέν και/ή λόγω ολικής αποτυχίας του ανταλλάγματος και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή συνεπεία παράβασης σύμβασης.
Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, δυνάμει έγγραφης συμφωνίας και/ή συμφωνίας κράτησης ημερ. 10.6.2014 για το ποσό των €262,500 για την κράτηση οικίας στην Ορόκλινη, η Ενάγουσα κατέβαλε στην Εναγόμενη το συνολικό ποσό των €166,000. Ήταν ρητός όρος της συμφωνίας των μερών πως με την καταβολή ανταλλάγματος και του ήμισυ του ποσού της τιμής πώλησης από την Ενάγουσα, θα υπογραφόταν πωλητήριο έγγραφο αναφορικά με την εν λόγω κατοικία. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται πως κατά παράβαση των συμφωνηθέντων και παρά το ότι κατέβαλε πέραν του ήμισυ του ποσού που προνοούσε η μεταξύ τους συμφωνία, η Εναγόμενη ουδέποτε παρουσίασε οποιοδήποτε πωλητήριο έγγραφο για υπογραφή. Εξ΄ου και η καταχώρηση της παρούσας αγωγής.
Η Εναγόμενη καταχώρησε Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση όπου προβάλλει πως περί την 10.6.2014 η Ενάγουσα συμφώνησε όπως προβεί σε κράτηση για αγορά από την Εναγόμενη ενός ακινήτου και προς το σκοπό αυτό καταβλήθηκε το ποσό των €14,000. Η εν λόγω συμφωνία κράτησης ακυρώθηκε κοινή συναινέσει και αντικαταστάθηκε από συμφωνία πώλησης ημερ. 19.10.2014 με βάση την οποία η Ενάγουσα συμφώνησε να αγοράσει από την Εναγόμενη κάποιο ακίνητο για το ποσό των €330,000. Το δε ποσό των €14,000 που είχε δοθεί για την κράτηση συμφωνήθηκε όπως θεωρηθεί ως προκαταβολή στο πλαίσιο της συμφωνίας ημερ. 19.10.2014. Η Ενάγουσα δεν κατέβαλε στην Εναγόμενη τα ποσά που προβλέπονταν στη συμφωνία, σε αντίθεση με την Εναγόμενη η οποία έχει συμμορφωθεί πλήρως με όλους τους όρους της συμφωνίας. Ουδεμία παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας υπήρξε από την Εναγόμενη, η οποία ανταπαιτεί αποζημιώσεις για παράβαση της συμφωνίας από την Ενάγουσα.
Η υπό κρίση αίτηση
Την 6.8.2024 και ενώ η υπόθεση ορίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες για ακρόαση η οποία δεν έχει ακόμα ξεκινήσει, η Εναγόμενη - Αιτήτρια καταχώρισε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου για την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ως ακολούθως:
«1.Με την προσθήκη της ακόλουθης παραγράφους, ως η παράγραφος 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης:
«Οι Εναγόμενοι εγείρουν προδικαστική ένσταση και λέγουν ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα Αγωγή και/ή ότι δεν βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι απαραίτητοι διάδικοι, γεγονός που θέτει την Απαίτησή της Ενάγουσας έκθετη σε απόρριψη. Οι Εναγόμενοι επιφυλάσσουν το δικαίωμά τους να αναφερθούν επί τούτου κατά τη δικάσιμο»
2.Με την αναρίθμηση των παραγράφων 2 μέχρι 8 σε 3 μέχρι 9 αντίστοιχα, και
3. Με την προσθήκη της ακόλουθης παραγράφου, ως η παράγραφος 40 (κατόπιν της νέας αρίθμησης), και
«Άνευ επηρεασμού των ως άνω, είναι η θέση των Εναγόμενων ότι η αξία του διαμερίσματος, του οποίου αποδέχτηκαν την εγγραφή επ΄ ονόματί τους ως έναντι του τιμήματος της συμφωνίας πώλησης, δεν ανταποκρινόταν στο ποσό των €152.000,00 το οποίο η Ενάγουσα ψευδώς παρουσίασε ως τέτοιο στους Εναγόμενους. Ως εκ τούτου, ακόμη κι αν ήθελε φανεί ότι οι Εναγόμενοι οφείλουν να επιστρέψουν οποιοδήποτε ποσό προς την Ενάγουσα αναφορικά με την απόκτηση του διαμερίσματος, το ποσό αυτό θα πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των IRR 5.900.000.000 ήτοι €129,431.08 ποσό το οποίο οι Εναγόμενοι έχουν επωφεληθεί από το ακίνητο αυτό. Οι Εναγόμενοι επιφυλάσσουν το δικαίωμά τους να αναφερθούν επί τούτου κατά τη δικάσιμο»
4. Με την προσθήκη της ακόλουθης παραγράφου, ως η παράγραφος 10 της Έκθεσης Υπεράσπισης:
«Περαιτέρω, είναι η θέση των Εναγομένων ότι για σκοπούς εκτέλεσης των επίδικων συμφωνιών μεταξύ αυτών και της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι κλήθηκαν να καταβάλουν έξοδα και/ή ποσά δια λογαριασμό και/ή προς όφελος της Ενάγουσας τα οποία ανταπαιτητικώς αξιούν ως κατωτέρω».
5. Με την προσθήκη των ακόλουθων παραγράφων, ως οι παράγραφοι Α και B της Ανταπαίτησης των Εναγόμενων και ακολούθως την αναρίθμηση των παραγράφων της Έκθεσης Ανταπαίτησης από Α - Ε σε Γ - Η.
« Α. Ειδικές Αποζημιώσεις για τα ποσά που οι Εναγόμενοι κλήθηκαν να καταβάλουν για λογαριασμό της Ενάγουσας και/ή κατέβαλαν σε αυτήν και/ή προς όφελος αυτής για σκοπούς εκτέλεσης της συμφωνίας ημερομηνίας 9.10.2024 ή/και 10.6.2024 και/ή ως ποσά που κατέβαλαν για παρεχόμενες υπηρεσίες προς την Ενάγουσα και/ ή δυνάμει της συμφωνίας των διαδίκων και/ ή ως χρέος και/ή δυνάμει των αρχών περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, ως κατωτέρω περιγράφονται:
I. Ποσό ύψους €5.550, το οποίο οι Εναγόμενοι δάνεισαν στην Ενάγουσα και/ή σε αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτής, στα πλαίσια και/ή κατά τον χρόνο εκπλήρωσης της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, κατόπιν παρακλήσεως της Ενάγουσας προς τους Εναγόμενους.
ΙΙ. Ποσό ύψους €19.800, το οποίο οι Εναγόμενοι κλήθηκαν να καταβάλουν σε ατζέντη/πράκτορα που έφερε σε επαφή την Ενάγουσα με τους Εναγόμενους για σκοπούς αγοραπωλησίας του διαμερίσματος.
ΙΙΙ. Ποσό ύψους €13.200, το οποίο αντιστοιχεί σε οφειλόμενα ποσά για την κατοχή/ενοικίαση διαμερίσματος επ' ονόματι των Εναγομένων από την Ενάγουσα, διαμέρισμα το οποίο η Ενάγουσα και η οικογένειά της χρησιμοποιούσαν την περίοδο που βρίσκονταν στην Κύπρο - μέχρι και την εκπλήρωση των όρων των επίδικων συμφωνιών.
IV. Ποσό ύψους €2.915, το οποίο αντιστοιχεί σε οφειλόμενα ποσά για τη χρήση/ενοικίαση αυτοκινήτου επ' ονόματι των Εναγόμενων από την Ενάγουσα και/ή αντιπροσώπους της, αυτοκίνητο το οποίο η Ενάγουσα και η οικογένειά της χρησιμοποιούσαν ενόσω βρίσκονταν στην Κύπρο - μέχρι και την εκπλήρωση των όρων των επίδικων συμφωνιών.
V. Ποσό ίσο με το 1/10 του συνολικού ποσού που ήθελε φανεί ότι η Ενάγουσα κατέβαλε προς τους Εναγόμενους για σκοπούς αγοραπωλησίας του επίδικου διαμερίσματος και το οποίο, σύμφωνα με τους όρους των επίδικων συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων, οι Εναγόμενοι δύνανται να κατακρατήσουν λόγω της διάρρηξης της συμφωνίας εξ υπαιτιότητας της Ενάγουσας.
Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι επίδικες συμφωνίες δεν ολοκληρώθηκαν εξ υπαιτιότητας της Ενάγουσας, διότι δεν συμμορφώθηκε με τις συμβατικές ειλημμένες υποχρεώσεις της.»
Την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του διευθυντή της Αιτήτριας ο οποίος αναφέρει πως αρχικά την Εναγόμενη εκπροσωπούσε άλλος δικηγόρος, ο οποίος καταχώρισε την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση στις 10.2.2017 και ακολούθως τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση (ένεκα καλόπιστου λάθους στην αναφερόμενη ημερομηνία της επίδικης σύμβασης), στις 3.10.2017. Ωστόσο, στις 24.1.2024 έγινε αντικατάσταση δικηγόρου και διορίστηκαν οι νέοι δικηγόροι της. Κατά την ανάληψη της υπόθεσης από τους νέους δικηγόρους, μετά από ενημέρωση για τα γεγονότα που περιβάλλουν τη σχέση της Εναγόμενης με την Ενάγουσα, η Εναγόμενη έλαβε συμβουλή για την αναγκαιότητα υποβολής αίτησης τροποποίησης, η οποία, ωστόσο, δεν καταχωρήθηκε εξ’ αρχής καθώς είχε υποβληθεί πρόταση για εξώδικη διευθέτηση.
Εν τέλει, λόγω της αποτυχίας των προσπαθειών εξώδικης διευθέτησης, κρίθηκε αναγκαία η τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, καθώς η υπάρχουσα εμπεριέχει πολύ γενικούς ισχυρισμούς και δεν περιλαμβάνει όλα τα γεγονότα που έχουν διαδραματιστεί μεταξύ των διαδίκων και τις αξιώσεις της Εναγόμενης εναντίον της Ενάγουσας. Συνεπώς, οι εν λόγω τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και τυχόν μη συμπερίληψη τους δεν θα συμβάλει στη σωστή απονομή της δικαιοσύνης. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, η τροποποίηση είναι αναγκαία για τη δίκαιη παράθεση όλων των γεγονότων της υπόθεσης και υποβλήθηκε χωρίς καθυστέρηση και ειδικότερα προτού ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία. Περαιτέρω, σημειώνεται πως η αίτηση υποβάλλεται σε χρόνο που η Ενάγουσα δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Τυχόν απόρριψη του αιτήματος θα αποστερήσει από την Ενάγουσα τη δυνατότητα να παρουσιάσει καλή και βάσιμη υπεράσπιση έναντι της αξίωσης της Ενάγουσας αλλά και να διεκδικήσει τις δικές της αξιώσεις. Υποδεικνύεται, τέλος, πως τα όσα επιχειρείται να ενταχθούν στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση ήταν υπόψη του προηγούμενου δικηγόρου της και δεν συμπεριλήφθηκαν στο αρχικό δικόγραφο για λόγους που δεν γνωρίζει η Αιτήτρια.
Η ένσταση της Ενάγουσας – Καθ΄ης η αίτηση
Η Καθ΄ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
1. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομοθεσία και η νομολογία για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
2. H αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και ανυπόστατη και/ή τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα και στοιχεία δεν συνηγορούν στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
3. H όλη συμπεριφορά της Αιτήτριας δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, η δε αίτηση είναι καταχρηστική και/ή αυθαίρετη.
4. H υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης προσλαμβάνει την μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας και θα εκτροχιάσει τη δίκη.
5. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν θα συμβάλουν στην αποτελεσματικότερη απονομή της δικαιοσύνης καθ' ότι σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης, στο νέο τροποποιημένο δικόγραφο θα περιέχονται νέες βάσεις και/ή αιτίες ανταπαίτησης και υπεράσπισης που αντί να απλοποιούν και συγκεκριμενοποιούν τα επίδικα θέματα θα τα περιπλέξουν και/ή γενικεύσουν σε βαθμό που δεν θα είναι δυνατή η επίλυση των επίδικων θεμάτων σε σύντομο χρόνο και η πραγματική βάση της υπόθεσης θα διευρυνθεί και θα περιπλέκει.
6. Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται ριζική μετατροπή της υπεράσπισης και ανταπαίτηση και/ή η εισαγωγή αγώγιμων δικαιωμάτων εναντίον της Ενάγουσας και/ή νέων βάσεων και/ή αιτιών ανταπαίτησης και υπεράσπισης για τα αστικά αδικήματα του δόλου και/ή της απάτης και/ή τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, τα οποία έχουν παραγραφεί, αφού αφορούν κατ΄ ισχυρισμό πράξεις και/ή παραλείψεις της Ενάγουσας που έλαβαν χώρα σε διάφορες ημερομηνίες από το 2014.
7. H αιτούμενη τροποποίηση δεν αφορά γεγονότα ή στοιχεία που προέκυψαν πρόσφατα αλλά αντιθέτως ήταν σε πλήρη γνώση της Αιτήτριας εξαρχής, πλην, όμως, δεν συμπεριλήφθηκαν στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση.
8. H αιτούμενη τροποποίηση θα προκαλέσει κατάφωρη αδικία, δυσμενή επηρεασμό στα δικαιώματα της Ενάγουσας -Καθ' ης η αίτηση καθώς και ταλαιπωρία η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα.
9. Το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση είναι ελλιπές και ανεπαρκές και δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
10. Στη βάση των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης δεν είναι εύλογο και/ή δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και ως εκ τούτου η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.
Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Η.Π., συνεργάτη στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί την Καθ' ης η Αίτηση. Αν και είναι παραδεκτό πως η Αιτήτρια εκπροσωπείτο από άλλο δικηγόρο ο οποίος κατέθεσε την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στις 10.2.2017 και ακολούθως την τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στις 3.10.2017, σημειώνεται πως το πρόσωπο που προβαίνει στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης ήταν παρών σε διάφορες ημερομηνίες όπου η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση ή οδηγίες ενώπιον του Δικαστηρίου και γνώριζε για τις θέσεις της υπεράσπισης. Επομένως, δεν μπορεί να επικαλείται άγνοια. Περαιτέρω, αφού υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης, τονίζεται η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης και πως σε περίπτωση έγκρισής της, η Καθ’ ης η αίτηση θα υποστεί ζημιά η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα εφόσον, στην ουσία, τα επίδικα θέματα θα περιπλακούν και διευρυνθούν. Τέλος, επισημαίνεται πως τα γεγονότα τα οποία η Αιτήτρια επιθυμεί να εισάξει στο δικόγραφό της πέραν του ότι είναι ψευδή, ήταν γνωστά και/ή εύλογα μπορούσαν να εντοπισθούν εξαρχής.
Ακροαματική Διαδικασία
Κατά την ακροαματική διαδικασία οι δύο πλευρές αγόρευσαν στο Δικαστήριο προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους και ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε.
Νομική Πτυχή και εξέταση της αίτησης
Ως έχει ήδη αναφερθεί, η παρούσα αγωγή έχει καταχωρηθεί στις 7.7.2016 και ως εκ τούτου τυγχάνει εφαρμογής η Δ.25 όπως αυτή ίσχυε κατά την έκδοση του Διαδικαστικού Κανονισμού 2/2015. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη Δ.25 Θ.1(3), μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες, ως προνοείται από τη Δ.30, καμία τροποποίηση επιτρέπεται, με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή καταχώρησης του κλητήριου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.
Καθίσταται αντιληπτό πως η παλαιότερη νομολογία, που αφορούσε την καταργηθείσα Δ.25 μπορεί να έχει μόνο περιορισμένη χρησιμότητα σε σχέση με την ερμηνεία και εφαρμογή της νέας Δ.25 καθότι η ευρεία διακριτική ευχέρεια και η φιλελεύθερη προσέγγιση που υιοθετείτο στο παρελθόν έχει πλέον αναπόφευκτα περιοριστεί ουσιαστικώς. Αντίθετη ερμηνεία θα εξουδετέρωνε το σκοπό του Διαδικαστικού Κανονισμού 2/2015 αλλά και προσφάτων μεταρρυθμίσεων ώστε να υπάρχει ορθή διαχείριση και προώθηση των υποθέσεων κατά την προδικασία και σύντομη εκδίκαση των πολιτικών αγωγών.
Εξετάζοντας την υπό κρίση αίτηση, διαπιστώνεται πως η πλευρά της Αιτήτριας δεν επικαλείται την ύπαρξη νέων δεδομένων. Ό,τι προβάλλεται είναι πως η τροποποίηση κρίνεται αναγκαία ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα ορθά και πλήρη στοιχεία, τα οποία δεν τέθηκαν εξαρχής για λόγους που η Αιτήτρια δεν γνωρίζει, αλλά αφορούν τον προηγούμενο δικηγόρο της. Σχετική η παράγραφος 10 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση την οποία παραθέτω αυτούσια προς το σκοπό ευχερέστερης κατανόησης της θέσης της Αιτήτριας:
«10. Αναφέρω περαιτέρω ότι τα όσα προσπαθούν νa ενταχθούν με την παρούσα αίτηση ήταν υπόψη του προηγούμενου δικηγόρου μας, και δεν γνωρίζω το λόγο που δεν έχουν συμπεριληφθεί στο αρχικό δικόγραφο. Το γεγονός ότι τα όσα προσπαθούμε τώρα να προσθέσουμε στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση μας δεν συμπεριλήφθηκαν εξ΄ αρχής στα δικόγραφα, ήρθε εις γνώσης μου μόλις κατά την ανάληψη της αγωγής από τους νέους δικηγόρους των Εναγομένων. Η παρούσα αίτηση γίνεται εντελώς καλόπιστα σε μια προσπάθεια των Εναγόμενων να προβάλουν επαρκώς και ξεκάθαρα τις θέσεις και την Υπεράσπισή τους.»
Για τους λόγους που θα επεξηγήσω πιο κάτω, κρίνω πως η Εναγόμενη – Αιτήτρια δεν έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο περί της ύπαρξης καλόπιστου λάθους στην μη εισαγωγή των σχετικών ισχυρισμών σε ενωρίτερο στάδιο.
Και εξηγώ:
Από το φάκελο της υπόθεσης στον οποίο έχω ανατρέξει προκύπτουν τα ακόλουθα δεδομένα:
(α) Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 7.7.2016.
(β) Η Εναγόμενη καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης στις 25.7.2016 και ακολούθως στις 10.2.2016 Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση.
(γ) Μετά την καταχώρηση Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση καταχωρήθηκε Κλήση για Οδηγίες στις 24.2.2017.
(δ) Στις 14.9.2017 εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης με τη σύμφωνη γνώμη της Ενάγουσας στο πλαίσιο της αίτησης ημερ. 5.7.2017.
(ε) Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση καταχωρήθηκε την 3.10.2017.
(στ) Στη συνέχεια καταχωρήθηκαν ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων και καταλόγοι μαρτύρων και σύνοψη μαρτυρίας και από τις δυο πλευρές.
(ζ) Την 19.1.2024 καταχωρήθηκε Ειδοποίηση Αλλαγής Δικηγόρου εκ μέρους της Εναγόμενης.
(η) Την 6.8.2024 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση, ενώ η υπόθεση ορίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες τόσο για οδηγίες όσο και για ακρόαση.
Μελετώντας τη Δ.25 και ειδικότερα τον Θ. 1(3), προκύπτει πως δεν αφήνονται περιθώρια στο Δικαστήριο να ερμηνεύσει το καλόπιστο λάθος ώστε να επιτρέπει προσθήκη ισχυρισμών γνωστών στο μέρος που επιδιώκει την τροποποίηση και μάλιστα σε μεγάλη έκταση. Υπάρχει πληθώρα πρωτόδικων αποφάσεων, οι οποίες δεν είναι μεν δεσμευτικές για το παρόν Δικαστήριο, αλλά ακολουθούν ουσιαστικά την ίδια γραμμή, ότι το καλόπιστο λάθος δεν περιλαμβάνει την προσθήκη νέων ισχυρισμών και δη όταν αυτοί ήταν γνωστοί εξαρχής ή αρκετό χρονικό διάστημα προηγουμένως. Καλόπιστο λάθος διαπιστώνεται εάν με την τροποποίηση επιδιώκεται η διόρθωση μίας μικρής παράλειψης ή ασάφειας. Ειδικά μετά την Κλήση για Οδηγίες με βάση τη Δ.30, οι συνήγοροι πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί με τα ζητήματα καταχώρησης αιτήσεων τροποποίησης, πόσω δε μάλλον όταν έχουν καταχωρηθεί και οι ονομαστικοί κατάλογοι μαρτύρων και οι συνόψεις μαρτυρίας, όπως έγινε και στην προκειμένη περίπτωση.
Αναφορά γίνεται στην απόφαση της Λιμνατίτου, Π.Ε.Δ. στην αγωγή με αρ. 911/2016, Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ ν. Χλόης Ιωάννου Νεοφύτου κ.α., απόφαση ημερομηνίας 28.7.2017. Στην εν λόγω υπόθεση ο αιτητής επικαλέστηκε το καλόπιστο λάθος και/ή την αβλεψία λόγω αλλαγής του δικηγόρου του, όπως και στη βάση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα όπου κρίθηκε πως το εν λόγω γεγονός δεν μπορούσε να αποτελέσει λόγο για έγκριση του αιτήματος:
«Τόσο το περιεχόμενο της προτεινόμενης Έκθεσης Υπεράσπισης όσο και της Ανταπαίτησης δεν μπορεί να αφορούν καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της Έκθεσης Υπεράσπισης αφού με την αίτηση επιζητείται μια ριζική τροποποίηση. Καλόπιστο λάθος θα ήταν μια μικρή παράλειψη ή ασάφεια και όχι προσθήκη ισχυρισμών σε τέτοια έκταση.
Ούτε όμως και ως νέα γεγονότα μπορεί να χαρακτηριστούν τα όσα ζητείται να προστεθούν αφού οι εναγόμενοι ανέφεραν όπως ο ίδιος ο ενόρκως δηλών αναφέρει, τα γεγονότα στον πρώτο δικηγόρο τους όταν τον επισκέφθηκαν και του παρέδωσαν όλα τα σχετικά έγγραφα.
Η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε όπως φαίνεται μέσα από την ένορκη δήλωση μετά που ο νέος δικηγόρος των εναγομένων ανέλαβε την υπόθεση και εισηγήθηκε την τροποποίηση με τον τρόπο που περιλαμβάνεται στην αίτηση και όπως ο ίδιος την επιθυμεί. Είναι η κρίση μου ότι τα πιο πάνω δεν μπορεί να ερμηνευθούν ως οι προϋποθέσεις της Δ.25 θ. 1(3). Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία εκτός από την αυστηρή ερμηνεία της Διαταγής όπως αναφέρω πιο πάνω, θα ήταν αντίθετη τόσο με το γράμμα όσο και με το πνεύμα και τον σκοπό της Δ.25 και ιδιαίτερα το θ.1(3) που αφορά την παρούσα υπόθεση.
Ως εκ τούτου και για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω, κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται».
Σχετική είναι και η απόφαση του Παπαμιχαήλ Π.Ε.Δ., στην αγωγή με αρ. 1688/16, Αstrobank Limited πρώην (Τράπεζα Πειραιώς Κύπρου Λτδ) ν. Νικόλας Χρυσοστόμου, απόφαση ημερομηνίας 8.2.2018, όπου η στάση του αιτητή κρίθηκε καταχρηστική σε ανάλογο αίτημα τροποποίησης όπου το αίτημα στηρίχθηκε στην αβλεψία του στην έγκαιρη προώθηση των ισχυρισμών του, αφού είχε ολοκληρωθεί το στάδιο της αποκάλυψης εγγράφων και της σύνοψης μαρτυρίας. Ενδεικτικό το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση:
«Καλόπιστο λάθος θα μπορούσε να διαπιστωθεί εάν με την τροποποίηση επιδιωκόταν η διόρθωση μιας μικρής παράλειψης ή ασάφειας. Ο Αιτητής στην παρούσα περίπτωση δεν επιδιώκει να διορθώσει μια μικρή παράλειψη ή ασάφεια αλλά επιδιώκει να εισάξει ανταπαίτηση μετά την πάροδο μεγάλου χρονικό διαστήματος, αφού καταχώρησε ένορκη δήλωση αποκάλυψης, σύνοψη μαρτυρίας και ονομαστικό κατάλογο μαρτύρων, εντελώς καταχρηστικά και προς εξυπηρέτηση προφανώς αλλότριων σκοπών.
Σε περίπτωση που εκ παραδρομής και/ή αβλεψίας και/ή λάθους δεν συμπεριλήφθηκε κατά τη σύνταξη της υπεράσπισης η ανταπαίτηση του Εναγόμενου αυτό προφανώς θα εγίνετο άμεσα αντιληπτό όταν ο εναγόμενος και/ή οι δικηγόροι του έλαβαν οδηγίες από το Δικαστήριο να καταχωρήσουν ένορκη δήλωση αποκάλυψης, πολύ δε περισσότερο όταν εκλήθησαν να καταθέσουν στο Δικαστήριο ονομαστικό κατάλογο μαρτύρων και σύνοψη της μαρτυρίας προς απόδειξη των ισχυρισμών τους που περιλαμβάνονται στην υπεράσπιση.
Στην προκειμένη περίπτωση δεν διαπιστώνεται κατά συνέπεια καλόπιστο λάθος όταν τουλάχιστον σε 3 περιπτώσεις ο ίδιος ο Εναγόμενος αποσαφηνίζει στο Δικαστήριο ποια είναι η υπόθεση του και πού στηρίζει την υπεράσπιση του χωρίς να κάνει μνεία για την ύπαρξη ανταπαίτησης.
Στην προκείμενη περίπτωση η Εναγόμενη δεν έχει καταδείξει την ύπαρξη καλόπιστου λάθους στην μη εισαγωγή των υπό κρίση ισχυρισμών είτε στην αρχική Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης είτε με την τροποποίηση αυτής σε ενωρίτερο στάδιο. Από μόνο του το γεγονός της μη συμπερίληψης των εν λόγω ισχυρισμών αν και ο πρώτος δικηγόρος τους είχε ενημερωθεί δεόντως δεν τεκμηριώνει το στοιχείο αυτό. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι ιδιαίτερα εκτεταμένες, με ανάλογη επίδραση στον επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Τα δεδομένα αυτά σε συνάρτηση με το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται η αίτηση και τις αναφορές της Εναγόμενης προς υποστήριξη του αιτήματος δεν αφήνουν περιθώρια έγκρισης της αίτησης.
Με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου εκλείπει η ανάγκη ενασχόλησης με τους λοιπούς προβαλλόμενους λόγους ένστασης.
Ως εκ τούτου, για τους λόγους που έχω επεξηγήσει, η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και συνακόλουθα απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Eνάγουσας – Καθ’ ης η αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης – Αιτήτριας, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
[Υπ.] Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Π.Ε.Δ
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής