
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. ΠΕΤΑΣΗ-ΚΟΡΦΙΩΤΗ, Π.Ε.Δ.
ΠΣΑ Αρ.: 4/24
Αναφορικά με τον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμο του 2015
Αναφορικά με την αίτηση της Ιρίνας Αθανασιάδου (χρεώστιδα)
Χρεώστιδα
Αίτηση της Χρεώστιδας ημερ. 13.12.2024 για έκδοση διατάγματος επιβολής ΠΣΑ
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 16 Ιανουαρίου, 2025
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Χρεώστιδα-Αιτήτρια: κα Αργυρώ Χαραλάμπους
ΑΠΟΦΑΣΗ
Κατόπιν αίτησης της Υπηρεσίας Αφερεγγυότητας ημερομηνίας 8.5.2024, στις 9.5.2024 εκδόθηκε Προστατευτικό Διάταγμα αναφορικά με την πιο πάνω αναφερόμενη Χρεώστιδα ώστε να ολοκληρωθεί το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής (στο εξής «ΠΣΑ») με τους πιστωτές Themis Portfolio (H3) Management Limited (στο εξής οι «Πιστωτές»). Την 8.8.2024 η ισχύς του Προστατευτικού Διατάγματος παρατάθηκε για περίοδο 40 ημερών. Ακολούθως, την 13.12.2024 καταχωρήθηκαν δυο αιτήσεις, ήτοι αίτηση με την οποία ζητήθηκε η επιβολή του ΠΣΑ στους Πιστωτές και αίτηση για παράταση της ισχύος του Προστατευτικού Διατάγματος μέχρι την αποπεράτωση της αίτησης επιβολής. Επιλαμβανόμενο των δυο αιτήσεων στις 20.12.2024, το Δικαστήριο εξέδωσε το αιτούμενο διάταγμα παράτασης.
Με την υπό κρίση αίτηση η Χρεώστιδα επιζητεί την έκδοση διατάγματος επιβολής στους Πιστωτές του ΠΣΑ που απορρίφθηκε την 20.9.2024.
H αίτηση βασίζεται στα άρθρα 11, 43, 51 μέχρι 56, 72-77 του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων Νόμου (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Ν.65(1)/15 ως έχει τροποποιηθεί, στον Διαδικαστικό Κανονισμό του 2016 Καν. 10, 22, στους Νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας 2023, Μέρη 1-4, 23, 32, 38 και 39, στους κανόνες της επιείκειας (Equity) και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.
Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Χρεώστιδας όπου γίνεται αναφορά στην έκδοση και παράταση της ισχύος του Προστατευτικού Διατάγματος και στον διορισμό του Συμβούλου Αφερεγγυότητας με σκοπό να ετοιμάσει και υποβάλει πρόταση ή προτάσεις για ΠΣΑ. Ως, επίσης, σημειώνεται πως με επιστολή του ημερ. 10.5.2024 ο Σύμβουλος ενημέρωσε τους Πιστωτές ότι έχει εκδοθεί Προστατευτικό Διάταγμα στις 9.5.2024 καθώς επίσης ότι έχει διοριστεί ως Σύμβουλος Αφερεγγυότητας για την υποβολή μιας ή περισσοτέρων προτάσεων για ΠΣΑ και κάλεσε τους Πιστωτές όπως επαληθεύσουν τα οφειλόμενα προς αυτούς χρέη το αργότερο εντός τριανταπέντε (35) ημερών, και τους κάλεσε όπως υποβάλουν εντός είκοσι (20) ημερών εκτίμηση της αγοραίας αξίας της περιουσίας που υπόκειται σε εξασφάλιση. Επιπρόσθετα, ο Σύμβουλος με την επιστολή του ημερ.10.5.2024 κάλεσε τους Πιστωτές όπως υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο η Χρεώστιδα θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τα χρέη της σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 45 του Ν. 65(Ι)/2015 (βλ. Τεκμήριο 2).
Ανταποκρινόμενοι στην επιστολή του Συμβούλου, οι Πιστωτές απέστειλαν ένορκη δήλωση επαλήθευσης χρέους ημερ. 27.6.2024 (βλ. Τεκμήριο 3) καθώς απέστειλαν Έκθεση Εκτίμησης ημερ. 3.9.2019 της περιουσίας που υπόκειται σε εξασφάλιση (βλ. Τεκμήριο 4).
Επειδή η ίδια δεν συμφώνησε με την Έκθεση Εκτίμηση ημερ. 3.9.2019, o Σύμβουλος με επιστολή του ημερ. 24.5.2024 ενημέρωσε τους Πιστωτές για τον διορισμό ανεξάρτητου εκτιμητή από το Τμήμα Αφερεγγυότητας, ο οποίος ετοίμασε νέα Έκθεση Εκτίμησης ημερ.5.6.2024 της περιουσίας που υπόκειται σε εξασφάλιση, ήτοι της κύριας κατοικίας της, η αγοραία αξία της οποίας ανέρχεται στο ποσό των €207,000 (βλ. Τεκμήρια 5 και 6).
Λαμβάνοντας υπόψη τα εισοδήματα και έξοδα της, ο Σύμβουλος ετοίμασε Πρόταση προς τους Πιστωτές επισυνάπτοντας Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων (βλ. Τεκμήρια 8 και 9).
Αφού ακολούθησαν όλες οι ενέργειες ως προνοούνται από τον Νόμο, με επιστολή του ημερ. 6.9.2024 (βλ. Τεκμήριο 10), ο Σύμβουλος κάλεσε τους Πιστωτές σε Συνέλευση την 20.9.2024 και ώρα 10:00 π.μ. στο γραφείο του, καθώς με την ίδια επιστολή, απέστειλε στους Πιστωτές την πρόταση ΠΣΑ που ετοίμασε μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας ημερ.20.9.2024 (βλ. Τεκμήρια 11 και 12). Οι Πιστωτές απέρριψαν την πρόταση.
Κατά το έτος 2008 τα συνολικά ετήσια εισοδήματα της ανέρχονταν στο ποσό των €10.335, τα έτος 2009 στο ποσό των €10.291, το έτος 2010 στα ποσό των €10.338 και το έτος 2011 στο ποσό των €8.619. Τα έτη 2012 μέχρι 2015 τα συνολικά ετήσια εισοδήματα της ήταν μηδενικά, παρουσιάζοντας μείωση πέραν του 25% σε σύγκριση με τα εισοδήματα της τα προηγούμενα έτη. Περαιτέρω, παρόλο που τα έτη 2016 μέχρι 2021 είχε εισοδήματα, αυτά παρέμειναν χαμηλά, με αποτέλεσμα να παρουσιάζουν μείωση πέραν του 25% σε σύγκριση με τα εισοδήματα της τα έτη 2008 μέχρι 2011. Η μείωση των εισοδημάτων της την έχει φέρει σε πραγματικά δυσμενή οικονομική κατάσταση και τέθηκε εκτός προγράμματος αποπληρωμής με αποτέλεσμα να είναι σήμερα αφερέγγυα (βλ. Τεκμήριο 13).
Στην ένορκη δήλωση σημειώνεται περαιτέρω πως η συνολική αξία των περιουσιακών της στοιχείων δεν υπερβαίνει τις €500.000 και η κινητή περιουσία που κατέχει δεν ξεπερνά τις €50.000, ενώ έχει εξασφαλίσει δήλωση από τον Σύμβουλο ως προνοείται στο άρθρο 72(1)(στ) του Νόμου (βλ. Τεκμήριο 14).
Αποτελεί θέση της Χρεώστιδας πως εάν επιβληθεί το ΠΣΑ στους Πιστωτές, θα έχει ως αποτέλεσμα να θέσει τους Πιστωτές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν εάν η περιουσία της διατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόμου. Ως εκ τούτου, ζητά την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
Προτού προχωρήσω στην ουσία της αίτησης, κρίνω ορθό να αναφερθώ συνοπτικά στο Νόμο 65(Ι)/2015 και στο σκοπό πίσω από τη θέσπισή του. Όπως αναφέρεται και στο προοίμιο του Νόμου, η θέσπιση του Νόμου κρίθηκε αναγκαία λόγω της οικονομικής κρίσης που έπληξε την Κύπρο το 2012 και εντάχθηκε στο πλαίσιο των διαφόρων μέτρων που λήφθηκαν για να αποφευχθεί η κατάρρευση της οικονομίας, να προφυλαχτεί η σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος και να εξασφαλιστεί η προστασία του δημόσιου συμφέροντος. Παράλληλα, εκτός από την προστασία του χρηματοπιστωτικού τομέα, έπρεπε να αποτραπεί ταυτόχρονα και η μετακύλιση των επιπτώσεων της κρίσης στην ευρύτερη οικονομία και κοινωνία και να προφυλαχθούν τα δικαιώματα του κοινωνικού συνόλου.
Εν όψει των πιο πάνω και των όσων υπολοίπων αναφέρονται στο προοίμιο του εν λόγω Νόμου, κρίθηκε αναγκαία η θέσπιση ειδικής διαδικασίας που να περιλαμβάνει πρόνοιες με βάση τις οποίες να παρεχόταν η δυνατότητα σε αφερέγγυους χρεώστες να αντιμετωπίσουν τις οφειλές τους και τις έκτακτες δυσκολίες που αντιμετώπιζαν, έτσι ώστε να αποφευχθεί η πτώχευση από τη μια και από την άλλη να διασφαλίζονται τα δικαιώματα των πιστωτών επί των οφειλόμενων από αφερέγγυους χρεώστες με λογικό και οργανωμένο τρόπο και με γνώμονα ότι δεν θα βρίσκονται σε χειρότερη θέση από αυτή στην οποία θα βρίσκονταν αν η περιουσία του χρεώστη διατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Πτώχευσης Νόμου.
Με τη συγκεκριμένη νομοθεσία επιδιώχτηκε, στην ουσία, η εισαγωγή ενός μηχανισμού που να επιτρέπει σε ένα αφερέγγυο χρεώστη, εφόσον πληροί συγκεκριμένα κριτήρια, να πετύχει, υπό προϋποθέσεις, αναδιάρθρωση του χρέους του, ενώ την ίδια στιγμή να διασφαλίζονται τα δικαιώματα των πιστωτών με τον τρόπο που εξηγήθηκε πιο πάνω. Το ΠΣΑ ετοιμάζεται κατά κανόνα από σύμβουλο αφερεγγυότητας και παρουσιάζεται στη Συνέλευση Πιστωτών, όπου είτε εγκρίνεται είτε απορρίπτεται από τους πιστωτές. Εάν το ΠΣΑ εγκριθεί από τους πιστωτές τότε τίθεται σε ισχύ εφόσον πρώτα επικυρωθεί από το Δικαστήριο (σχετικό το άρθρο 61).
Σε περίπτωση που το ΠΣΑ δεν εγκριθεί από τους Πιστωτές στην Συνέλευση, όπως και στην υπό εξέταση περίπτωση, τότε εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 72(1) ο Χρεώστης δύναται να αιτηθεί μονομερώς στο Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος με το οποίο να επιβάλλεται σε όλους τους πιστωτές το ΠΣΑ που απορρίφθηκε στη συνέλευση. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 73(1), το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει το διάταγμα µόνο στις περιπτώσεις που το ΠΣΑ το οποίο απορρίφθηκε από τους πιστωτές, θα είχε ως αποτέλεσμα να θέσει τους πιστωτές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία τέτοιοι πιστωτές θα ευρίσκονταν εάν η περιουσία του χρεώστη διατίθετο σύμφωνα µε τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόμου, εξαιρουμένων των περιουσιακών στοιχείων που δεν διατίθενται και τηρουμένης της σειράς προτεραιότητας των χρεών. Ακόμη, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα μόνο στις περιπτώσεις όπου το ΠΣΑ το οποίο απορρίφθηκε από τους πιστωτές δεν προνοεί ότι ο χρεώστης θα απωλέσει την ιδιοκτησία της κύριας κατοικίας του (βλ. άρθρο 73(4)). Η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος σε Πιστωτές θα έχει το ίδιο αποτέλεσμα που προνοείται στο άρθρο 61 ή θα περιλαμβάνει τέτοιους όρους που το Δικαστήριο κρίνει κατάλληλους να επιβάλει (άρθρο 73(5)).
Κρίνεται εξ αρχής απαραίτητη η ενασχόληση του Δικαστηρίου με το κατά πόσον το επίδικο ΠΣΑ παραβιάζει τις πρόνοιες των άρθρων 72(1)(v) και 73(4) του Ν. 65(Ι)/2015.
Στο πλαίσιο εξέτασης του ζητήματος, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τις πρόνοιες του ΠΣΑ σύμφωνα με τις οποίες:
- Το συνολικό ποσό του χρέους της Χρεώστιδας ανέρχεται σε €424.106,79, το οποίο αφορά εξασφαλισμένο χρέος εκ €207.000 και μη εξασφαλισμένο χρέος εκ €217.106,79.
- Το εξασφαλισμένο ποσό θα πληρωθεί από την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με αρ. εγγραφής 2/1886 από την Χρεώστιδα για ποσό που δεν θα είναι κάτω από την αγοραία του αξία, ήτοι €207.000. Μέχρι την πώληση, η Χρεώστιδα θα καταβάλλει μηνιαίες δόσεις ύψους €345 ώστε να καλύπτονται οι τόκοι του εξασφαλισμένου χρέους. Το ενυπόθηκο ακίνητο αποτελεί την κύρια κατοικία της Χρεώστιδας.
- Κατά τη λήξη του ΠΣΑ και εφόσον η Χρεώστιδα συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της με βάση το ΠΣΑ, θα απαλλάξει από το υπόλοιπο μέρος του μη εξασφαλισμένου χρέους πλέον τόκους και έξοδα.
Τα κριτήρια επιλεξιμότητας για μη συναινετικό ΠΣΑ καθορίζονται στο άρθρο 72 και έχουν ως ακολούθως:
«72.-(1) Σε περίπτωση που Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής απορρίφθηκε από τη συνέλευση των πιστωτών, σύμφωνα με τις διατάξεις μη συναινετικό του Τίτλου ΙΙ του παρόντος Κεφαλαίου και πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις-
(α) [Διαγράφηκε]·
(β) τουλάχιστον ένας από τους πιστωτές του είναι εξασφαλισμένος πιστωτής, ο οποίος έχει εξασφάλιση επί της κύριας κατοικίας του χρεώστη η οποία βρίσκεται στη Δημοκρατία, η αγοραία αξία της οποίας δεν υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ (€350.000)· και
(γ) η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων του χρεώστη, εξαιρουμένης της κύριας κατοικίας του, δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (€500.000)· και
(δ) [Διαγράφηκε]·
(ε) ο χρεώστης αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του λόγω χειροτέρευσης της οικονομικής του κατάστασης ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου του, τα οποία έχουν επισυμβεί από το 2009 και εντεύθεν και πριν από την αίτηση για έκδοση προστατευτικού διατάγματος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39, και είχαν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση του εισοδήματός του κατά τουλάχιστον είκοσι πέντε τοις εκατόν (25%) ή περισσότερο· και
(στ) ο σύμβουλος αφερεγγυότητας έχει υπογράψει δήλωση με την οποία επιβεβαιώνει ότι, έχει την άποψη ότι-
(i) οι πληροφορίες που περιέχονται στην Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων που ετοιμάστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28, εξ όσων ο ίδιος γνωρίζει ή οφείλει να γνωρίζει, είναι πλήρεις και ακριβείς· και
(ii) χρεώστης πληροί τα κριτήρια επιλεξιμότητας των άρθρων 35 και του παρόντος άρθρου για να αιτηθεί στο δικαστήριο για την έκδοση διατάγματος σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Τίτλου II παρόντος Τίτλου· και
(iii) ο χρεώστης έχει επιδείξει καλή πίστη ως προς την έγκριση συναινετικού Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής δυνάμει των διατάξεων του Τίτλου ΙΙ του παρόντος Κεφαλαίου, αλλά αυτή δεν κατέστη δυνατή· και
(iv) το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής που απορρίφθηκε από τους πιστωτές έχει ως αποτέλεσμα να θέσει τους πιστωτές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν οι εν λόγω πιστωτές, εάν η περιουσία του χρεώστη εδιατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόμου, εξαιρουμένων των περιουσιακών στοιχειών που δεν διατίθενται και τηρουμένης της σειράς προτεραιότητας των χρεών· και
(v) τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 74, το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής προβλέπει ότι τα περιουσιακά στοιχεία του χρεώστη, εξαιρουμένης της κύριας κατοικίας του και ποσού για την κάλυψη των λογικών εξόδων διαβίωσης του ιδίου και των εξαρτώμενων μελών της οικογένειάς του, χρησιμοποιούνται για την εξυπηρέτηση των χρέων του,
ο χρεώστης δύναται να αιτείται μονομερώς στο δικαστήριο την έκδοση διατάγματος, με το οποίο να επιβάλλεται σε όλους τους πιστωτές το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής που απέρριψαν σε συνέλευσή τους σύμφωνα με τις διάταξεις του Τίτλου ΙΙ του παρόντος Κεφαλαίου:
Νοείται ότι, ο χρεώστης δύναται να υποβάλει αίτηση δυνάμει του παρόντος άρθρου στο δικαστήριο, μόνο ενόσω βρίσκεται σε ισχύ προστατευτικό διάταγμα το οποίο εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 75:
Νοείται περαιτέρω ότι, ο χρεώστης οφείλει όπως υποβάλει την αίτησή του αυτή στο δικαστήριο, καλή τη πίστει.
(2) Για τους σκοπούς της παραγράφου (ε) του εδαφίου (1), τεκμαίρεται ότι οποιαδήποτε μείωση στα εισοδήματα την οποία υπέστη ο χρεώστης από το έτος 2012 και μέχρι την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου οφείλεται σε γεγονότα ή καταστάσεις εκτός του ελέγχου του χρεώστη και πιο συγκεκριμένα στην οικονομική κρίση, εκτός εάν ο πιστωτής μπορεί να αποδείξει, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ο λόγος για τον οποίο ο χρεώστης αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του είναι άλλος από την οικονομική κρίση.
(3) Για τον καθορισμό της αγοραίας αξίας της κύριας κατοικίας για τους σκοπούς της παραγράφου (β) του εδαφίου (1), ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 44.»
(4) Ο χρεώστης μετά την έκδοση διατάγματος δυνάμει του παρόντος άρθρου δίδει ειδοποίηση στους καθορισμένους πιστωτές, τους εγγυητές, τον σύμβουλο αφερεγγυότητας και την Υπηρεσία Αφερεγγυότητας.
(5) Οποιοδήποτε πρόσωπο αναφέρεται στο εδάφιο (4) δύναται να προσφύγει στο δικαστήριο για ακύρωση του διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει του παρόντος άρθρου εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ημερομηνία που ειδοποιήθηκε για την έκδοσή του.»
Σχετικές και οι πρόνοιες του άρθρου 73 του Ν. 65(Ι)/2015 που έχουν ως εξής:
«73.-(1) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται δυνάμει του άρθρου 72 του παρόντος Νόμου μόνο στις περιπτώσεις που το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής που απορρίφθηκε από τους πιστωτές, θα είχε ως αποτέλεσμα να θέσει τους πιστωτές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία τέτοιοι πιστωτές θα ευρίσκονταν εάν η περιουσία του χρεώστη εδιατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόμου, εξαιρουμένων των περιουσιακών στοιχειών που δεν διατίθενται και τηρουμένης της σειράς προτεραιότητας των χρεών:
(2) Για σκοπούς αξιολόγησης ως προς το κατά πόσο το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής, το οποίο οι πιστωτές έχουν απορρίψει σε συνέλευσή τους σύμφωνα με τις διατάξεις του Τίτλου ΙΙ του παρόντος Κεφαλαίου, έχει ως αποτέλεσμα να θέσει τους πιστωτές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία αυτοί θα ευρίσκονταν, εάν η περιουσία του χρεώστη εδιατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόμου, το δικαστήριο δύναται να λαμβάνει υπόψη την έκθεση την οποία εκδίδει ο σύμβουλος αφερεγγυότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 52, καθώς και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα ή στοιχεία που το δικαστήριο κρίνει σχετικά.
(3) Κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου λαμβάνονται υπόψη όλα τα περιουσιακά στοιχεία του χρεώστη για σκοπούς ενίσχυσης της δυνατότητας αποπληρωμής των χρεών του σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 74.
(4) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα κατόπιν αίτησης που υποβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 72 του παρόντος Νόμου μόνο στις περιπτώσεις όπου το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής το οποίο απορρίφθηκε από τους πιστωτές δεν προνοεί ότι ο χρεώστης θα απωλέσει την ιδιοκτησία της κύριας κατοικίας του.
(5) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα για την επιβολή του Προσωπικού Σχεδίου Αποπληρωμής σε πιστωτές σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, το αποτέλεσμα του οποίου θα είναι αυτό που προνοείται στο άρθρο 61 ή άλλο τέτοιο αποτέλεσμα, το οποίο το δικαστήριο διατάζει και υπό τέτοιους όρους ως το δικαστήριο κρίνει κατάλληλους να επιβάλει.»
Το άρθρο 73 το οποίο εμπίπτει κάτω από το μέρος του Νόμου που αφορά στα Μη Συναινετικά Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής, όπως το επίδικο, καθορίζει ως επιτακτική προϋπόθεση, για την έκδοση διατάγματος επιβολής, ότι το ΠΣΑ, το οποίο απορρίφθηκε από τους πιστωτές, δεν προνοεί ότι ο χρεώστης θα απωλέσει την ιδιοκτησία της κύριας κατοικίας του.
Σαφώς η προϋπόθεση αυτή δεν ικανοποιείται στην προκειμένη περίπτωση, με τρόπο ώστε ένα από τα κριτήρια επιλεξιμότητας να μην πληρείται.
Την ίδια στιγμή επισημαίνεται πως ούτε οι πρόνοιες του άρθρου 72(1)(στ)(ν) του Νόμου ικανοποιούνται. Ως προκύπτει από την σχετική πρόνοια, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση όπως στη δήλωση του συμβούλου αφερεγγυότητας περιλαμβάνεται δήλωση πως από το ΠΣΑ εξαιρείται η κύρια κατοικία του χρεώστη.
Στην υπό εξέταση περίπτωση, τέτοια επιβεβαίωση δεν υπάρχει, ούτε θα μπορούσε άλλωστε ενόψει των όρων του ΠΣΑ.
Επομένως, ούτε και αυτή η προϋπόθεση ικανοποιείται.
Κληθείσα η συνήγορος της Χρεώστιδας να τοποθετηθεί σχετικά με το υπό κρίση ζήτημα, περιορίστηκε να παραπέμψει το Δικαστήριο στο περιεχόμενο της αίτησης και της συνοδεύουσας αυτήν ένορκης δήλωσης.
Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου ως προς την μη ικανοποίηση των απαιτούμενων υπό τα άρθρα 72(1)(στ)(v) και 73(4) προϋποθέσεων, το ΠΣΑ δεν δύναται να επιβληθεί στους Πιστωτές της Χρεώστιδας.
Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται.
Καμία διαταγή για έξοδα.
(Υπ.) ……………………………………………………………….
Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Π.Ε.Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο