ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (πρώην Marfin Popular Bank Public Co. Ltd) ν. KΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ κ.α., Αρ. Αγ. 647/2012, 31/12/2025
print
Τίτλος:
ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (πρώην Marfin Popular Bank Public Co. Ltd) ν. KΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ κ.α., Αρ. Αγ. 647/2012, 31/12/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

Ενώπιον: Λ. Χαβιαρά Ε.Δ.

Αρ. Αγ. 647/2012

Μεταξύ:

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (πρώην Marfin Popular Bank Public Co. Ltd)                                                         

                                                    Ενάγουσα

                                                        -και-

                                    1.KΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ

                                    2.ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

                                    3.ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΖΙΝΤΙΛΗ

                                    4.ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ

Εναγόμενοι

 

Ημερομηνία: 31.12.2025  

 

Εμφανίσεις:   

Για Αιτητή: κ. Aριστοτέλους

Για Καθ’ ων η Αίτηση: κ. Σάββα

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 5.6.2025

 

Εισαγωγικά

Με αίτηση του ημερομηνίας 5.6.2025, ο Εναγόμενος 4 – Αιτητής αιτείται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να ακυρώνεται και/ή αναθεωρείται το πιστοποιητικό ψήφισης καταλόγου εξόδων το οποίο εκδόθηκε στις 3.6.2025 από Αν. Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Λάρνακας κατόπιν αίτησης ψήφισης εξόδων που καταχωρήθηκε από τους δικηγόρους του Εναγόμενου 4 – Αιτητή λόγω σφάλματος αρχής και/ή καταφανούς σφάλματος, αφού το αγώγιμο δικαίωμα των δικηγόρων του Εναγόμενου 4 – Αιτητή για καταχώρηση αίτησης ψήφισης εξόδων για δικηγορική αμοιβή έχει παραγραφεί από τις 24.4.2024 και για τον λόγο ότι τα δικηγορικά έξοδα είχαν εξοφληθεί από τις 23.4.2021.

Ως διαφαίνεται από το περιεχόμενο του φακέλου της πιο πάνω αγωγής, σε σχέση με τον Εναγόμενο 4 – Αιτητή, η αγωγή απορρίφθηκε με έξοδα υπέρ του στις 23.4.2021. Ως καταγράφεται στο σχετικό πρακτικό από το Δικαστήριο υπό προηγούμενη σύνθεση:

«Η Αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου 4. Τυχόν προηγούμενες διαταγές για έξοδα παραμένουν ως έχουν. Δίνονται οδηγίες όπως και οι δύο πλευρές προχωρήσουν εντός 60 ημερών από σήμερα με καταλόγους εξόδων για υπολογισμό των εξόδων τους, Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αφού υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, διατάσσεται όπως το ποσό του καταλόγου εξόδων με το χαμηλότερο εγκριθέν ποσό, συμψηφιστεί με ισάξιο ποσό του καταλόγου εξόδων της άλλης πλευράς. Το δε ποσό που θα απομείνει μετά τον συμψηφισμό θα είναι κάτι το ποσό εξόδων που θα δικαιούται η άλλη πλευρά που πέτυχε το μεγαλύτερο ποσό εξόδων.»

Σημειώνω για σκοπούς πληρότητας ότι, εναντίον των υπόλοιπων Εναγόμενων είχε ήδη εκδοθεί απόφαση στις 14.6.2021.

Η πλευρά των εδώ Καθ’ ων η Αίτηση είχε προχωρήσει να αιτηθεί όπως ψηφιστούν τα δικηγορικά έξοδα μεταξύ αυτών και του Εναγόμενου 4 – Αιτητή. Στις 31.3.2025, καταχωρήθηκε αίτηση για υποκατάστατη επίδοση του καταλόγου εξόδων ημερομηνίας 12.2.2025 που είχε καταχωρηθεί προς ψήφιση από τον Πρωτοκολλητή αναφορικά με τα έξοδα μεταξύ του Εναγόμενου 4 – Αιτητή και τον τότε δικηγόρων του, εδώ Καθ’ ων η Αίτηση και εκδόθηκε σχετικά διάταγμα στις 5.5.2025.

Η διαδικασία ψήφισης των εξόδων έλαβε χώρα στις 3.6.2025 οπότε και ο Εναγόμενος 4 παρουσιάστηκε με δικηγόρο. Η Αν. Πρωτοκολλητής μετά που άκουσε τις δυο πλευρές κατάληξε ότι δικαιούνταν προς όφελος τους οι εδώ Καθ’ ων η Αίτηση από τον πελάτη τους, Εναγόμενο 4 – Αιτητή, το ποσό των €2.250 πλέον Φ.Π.Α. επί ποσού €2.227. Τα πρακτικά της διαδικασίας βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου και θα γίνει αναφορά όπου και όταν χρειαστεί.

Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση, επομένως η υπό κρίση αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Αμφότεροι οι συνήγοροι παράδωσαν στο Δικαστήριο γραπτώς τις θέσεις τους, τις οποίες υιοθέτησαν.

Αναφέρω ευθύς εξ’ αρχής ότι το περιεχόμενο τους έχει εξεταστεί από το Δικαστήριο και είναι υπόψιν μου έστω και αν δεν γίνεται ρητή αναφορά στο κείμενο της παρούσας.

 

Αίτηση και Ένσταση

Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.1 θ.2, Δ.39, Δ.48, θ.1-4, 8 και 9, Δ.59 θ.17, Δ.64 στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στον Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο 66(Ι)/12 στο δίκαιο της επιείκειας, στα άρθρο 30 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.

Συνοπτικά αναφέρω για σκοπούς της παρούσας ότι, ο Εναγόμενος 4 – Αιτητής στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του αναφέρεται στο πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23.4.2021 (ανωτέρω). Επισημαίνει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση ως δικηγόροι του ουδέποτε τον είχαν ενημερώσει εάν έγινε συμψηφισμός παρά τις πολλές διαμαρτυρίες του και κατά το τέλος του 2024 του απέστειλαν επιστολή απαίτησης. Τότε ενημερώθηκε από τον δικηγόρο του ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση είχαν εισπράξει το ποσό των €1.096 από τους δικηγόρους των Εναγόντων και το κατακράτησαν. Αναφέρει επίσης ότι κατέβαλε στους Καθ’ ων η Αίτηση το ποσό των €2.000 συνολικά προς εξόφληση των εξόδων τους, εξ’ ου και ο δικηγόρος του ήγειρε ένσταση ενώπιον της Αν. Πρωτοκολλητή.

Προχωρεί δε να ισχυριστεί ότι, η Αν. Πρωτοκολλητής υπέπεσε σε σφάλμα  καθότι δεν αποδέχθηκε τις θέσεις του συνηγόρου του, ότι δηλαδή εξοφλήθηκαν τα δικηγορικά έξοδα, ότι έχει παραγραφεί το δικαίωμα των Καθ’ ων η Αίτηση να αξιώσουν έξοδα από τον Εναγόμενο 4 – Αιτητή και δεν έλαβε υπόψιν της την από μέρους του έγερση αγωγής στο Ε.Δ. Λευκωσίας με την οποία διεκδικεί την επιστροφή του ποσού των €1.096. Καταλήγει ο Εναγόμενος 4 – Αιτητής στο ότι, η Αν. Πρωτοκολλητής «υπέπεσε σε καταφανές σφάλμα και σφάλμα αρχής και δεν αποδέχθηκε την ένσταση...ότι δεν μπορεί να εξετάσει την αίτηση ψήφισης εξόδων που καταχωρήθηκε...» λόγω παραγραφής.

Οι Καθ’ ων η Αίτηση,  εγείρουν 7 λόγους ένστασης μέσω των οποίων προβάλλουν την θέση ότι η παρούσα θα πρέπει να αποτύχει. Δεν χρειάζεται κατά την κρίση μου να τους παραθέσω όλους στο κείμενο της παρούσας. Η ουσία της ένστασης έγκειται στο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για ακύρωση και/ή αναθεώρηση του πιστοποιητικού ημερομηνίας 3.6.2025, ότι με την αίτηση εγείρονται ζητήματα τα οποία δεν μπορούν να εξεταστούν από το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, ότι η Αν. Πρωτοκολλητής εξέδωσε το επίμαχο πιστοποιητικό σύμφωνα με την νομοθεσία και/ή τους σχετικούς κανονισμούς και δεν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την επέμβαση του Δικαστηρίου.

Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου στο γραφείο των Καθ’ ων η Αίτηση στην οποία αναπτύσσει τους λόγους ένστασης. Αναφορά δε γίνεται στο γεγονός ότι το δικαίωμα αναθεώρησης δυνάμει της Δ.59 περιορίζεται σε ό,τι αφορά κονδύλια που είχαν αμφισβητηθεί κατά την διαδικασία της ψήφισης και ότι ο Εναγόμενος 4 – Αιτητής σε κανένα σημείο της αίτησης του ή της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει δεν αναφέρει σε ποιο σημείο έσφαλε (κατ’ εκείνον) η Πρωτοκολλητής. Υποστηρίζει επίσης ότι η παρούσα αίτηση εγείρεται καταχρηστικά και ότι μέσω της ο Αιτητής εγείρει ζητήματα τα οποία το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, ούτε η Αν. Πρωτοκολλητής είχε δικαιοδοσία να αποφασίσει επί των ζητημάτων αυτών κατά την διαδικασία της ψήφισης των εξόδων.

Καταληκτικά, αναφέρεται ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει την αρμοδιότητα και την εξουσία να εξετάσει ζητήματα παραγραφής (στα πλαίσια της παρούσας αίτησης).

Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι, κατά την ακρόαση της αίτησης, αγορεύοντας προφορικά ο κ. Σάββα ανάφερε ότι πέραν των πιο πάνω, το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα.

Νομική Πτυχή

Η διαδικασία ψήφισης εξόδων διέπεται από την Δ.59 Θ.17, η οποία προνοεί τα εξής:

«Any party who may be dissatisfied with the certificate of the taxing officer, as to any item which may have been objected to, may within seven days from the date of the certificate, apply for review of the taxation as to such item or part of an item, and the Court may thereupon make such order as it may think just; but the certificate of the taxing officer shall be final and conclusive as to all matters which shall not have been objected to».

Στην υπόθεση Παπακοκκίνου ν. Δήμου Πάφου (2000) 1 ΑΑΔ 297 διευκρινίζεται το όριο αναθεωρητικού ελέγχου του Δικαστηρίου με το Ανώτατο Δικαστήριο να επισημαίνει τα εξής:

«... περιορίζεται, όπως ρητά προβλέπεται, στο μέρος της απόφασης του Πρωτοκολλητή, που αφορά κονδύλια του καταλόγου τα οποία αμφισβητήθηκαν». Σε άλλο σημείο της απόφασης, διαπιστώνεται ότι το αίτημα για αναθεώρηση συναρτάται με την αμφισβήτηση συγκεκριμένων κονδυλίων του καταλόγου εξόδων. Δεν παρέχεται, όπως υπογραμμίζεται στην ίδια απόφαση, άνευ όρων δικαίωμα αναθεώρησης απόφασης του πρωτοκολλητή, που εκδίδεται στο πλαίσιο επιψήφισης του καταλόγου, γενικά, ή, ειδικά, σε σχέση με το εγκριθέν ποσό εξόδων, ανεξάρτητα από αμφισβητήσεις των κονδυλίων που διεκδικούνται σ' αυτό - (βλ., επίσης, Γρηγορίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ. (1996) 1( Β) Α.Α.Δ. 1111, Κουδουνάρη ν. Δήμου Λεμεσού Υπόθεση Αρ. 1048/95 (Προσφυγή), 17/11/98).

 

Απόφαση δικαστηρίου, που εκδίδεται στο πλαίσιο αναθεώρησης του πιστοποιητικού του πρωτοκολλητή, απολήγει, εφόσον το παράπονο για κονδύλιο ή κονδύλια του καταλόγου κρίνεται παραδεκτό, στον επανακαθορισμό του ποσού, το οποίο κρίνεται δίκαιο να καταβληθεί. Το ποσό που καθορίζεται στο πιστοποιητικό του πρωτοκολλητή εξομοιούται, για σκοπούς εκτέλεσης, με δικαστική απόφαση (Δ.59 θ.35).  Τις ίδιες συνέπειες ενέχει και οποιαδήποτε τροποποίηση του εγκριθέντος ποσού, που διατάσσεται στο πλαίσιο της αναθεώρησης.»

 

Στην υπόθεση Γεωργιάδης ν. Υπουργικού Συμβουλίου της Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 35 η Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου εξετάζοντας την σχετική διάταξη των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είχε αναφέρει τα εξής:

 

«Eίναι φανερό από το παραπάνω κείμενο ότι η προβολή συγκεκριμένων ενστάσεων, κατά την ψήφιση των εξόδων, αποτελεί προϋπόθεση για την αίτηση αναθεώρησης. Διαφορετικά το πιστοποιητικό του Πρωτοκολλητή είναι τελικό, δεν υπόκειται σε αμφισβήτηση και η υπό εξέταση αίτηση για αναθεώρηση εν ευσταθεί ως στερούμενη νομικού ερείσματος: Παπακόκκινου κ.ά. ν. Δήμου Πάφου (1998) 1 Α.Α.Δ. 2255 και απόφαση Κραμβή Δ. στην προσφυγή αρ. 1048/95, Ρωξάνη Κουδουνάρη ν. Δήμου Λεμεσού, ημερ. 17/11/98. Ας σημειωθεί ότι το πιστοποιητικό του Πρωτοκολλητή δεν είναι αναθεωρήσιμο αναφορικά με το ύψος των κονδυλιών που εγκρίνονται,  εκτός σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπως, για παράδειγμα, για υπέρμετρη χρέωση:  βλέπε Smith v. Buller [1875] LR 19 EQ, σελ. 473. Για τα κριτήρια αναθεώρησης ευρύτερα παραπέμπουμε στην αγγλική διαταγή Δ.65 , θ. 27 Καν. 41 (βλέπε Annual Practice 1960, σελ. 1949-1950) που είναι ουσιαστικά η ίδια με τη δική μας. »

 

Καθότι ο Πρωτοκολλητής είναι ο επιτετραμμένος για την ψήφιση των εξόδων ασκώντας οιονεί δικαστική εξουσία, το Δικαστήριο σπανίως παρεμβαίνει στην διακριτική ευχέρεια του Πρωτοκολλητή εκτός εάν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις (βλ. PAVLOS VARELLAS TRADING CO. LTD κ.α. ν. Δημοκρατίας (2003) 3 ΑΑΔ 398,  Λ. ΠΑΠΑΦΙΛΙΠΠΟΥ &  ΣΙΑ ν. LIBERTY  LIFE  INSURANCE  PUBLIC  COMPANY  LTD (2013) 1 ΑΑΔ 1917).

 

 

Εφαρμογή – Συμπεράσματα

Στην υπό εξέταση περίπτωση, ο Αιτητής αιτείται ακύρωση και/ή αναθεώρηση του πιστοποιητικού ψήφισης των εξόδων.

Είναι φανερή κατά την κρίση μου η αντιφατικότητα μεταξύ των δυο αιτητικών καθότι, τα δυο, πέραν των διαφορετικών συνεπειών που μπορεί να επιφέρουν, συνεπάγονται δυο τελείως διαφορετικές θέσεις.

Πρώτον, εάν αυτό που επιζητείται είναι η ακύρωση, τούτο έχοντας κατά νου τα όσα ισχυρίζεται ο Αιτητής περί εξόφλησης των εξόδων, παραγραφής και έγερσης άλλης διαδικασίας στο Ε.Δ. Λευκωσίας, σημαίνει ότι ο Αιτητής δεν θα έπρεπε να επωμιστεί οποιαδήποτε έξοδα και δεν θα έπρεπε να επιτραπεί στους Καθ’ ων η Αίτηση να διεκδικήσουν έξοδα.

Δεύτερον, εάν αυτό που επιζητείται είναι αναθεώρηση των εξόδων, τότε σημαίνει ότι ο Αιτητής αποδέχεται την επιδίκαση εξόδων προς όφελος των προηγούμενων του δικηγόρων αλλά διαφωνεί με το ποσό στο οποίο κατάληξε η Αν. Πρωτοκολλητής ότι οι τελευταίοι δικαιούνταν.

Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ο Αιτητής δεν προβαίνει σε καμία αναφορά σχετικά με συγκεκριμένα κονδύλια ή σε ισχυριζόμενο λάθος στον υπολογισμό του ποσού των εξόδων.

Ανατρέχοντας στα πρακτικά της διαδικασίας ψήφισης οι θέσεις που είχαν προωθηθεί από τον συνήγορο του Αιτητή είναι ότι, τα έξοδα έχουν εξοφληθεί, ότι το δικαίωμα των Καθ’ ων η Αίτηση να απαιτήσουν έξοδα είχε παραγραφεί καθώς και ότι έχει εγερθεί διαδικασία στο Ε.Δ. Λευκωσίας που αφορά σε διεκδίκηση ποσού αναφορικά με τα έξοδα της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής η οποία είναι σε εκκρεμότητα. Παραθέτω τα χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

«…Είναι η θέση μας ότι τα έξοδα στην παρούσα έχουν εξοφληθεί αό τον Εναγόμενο 4, δυνάμει του συμψηφισμού που έγινε, βάσει της Δ.59. Παρουσιάζω τέλος, βεβαίωση είσπραξης 2000 ευρώ από μήνυμα των Εναγόμενων και απόδειξη εξόφλησης των εξοδων για 1096 ευρώ ημερ. 9/6/23».

Και

«Ως πρώτο λόγο ένστασης αναφέρω την εξόφληση της αγωγής. Ως δεύτερο λόγο αναφέρω την παραγραφή του δικαιώματος διεκδίκησης εξόδων…»

Δεν έχει διαλάθει της προσοχής μου ότι ηγέρθηκαν ενστάσεις που αφορούσαν στο ζήτημα του τόκου, στην χρέωση αριθμού επιστολών, στα έξοδα συγκεκριμένης αίτησης καθώς και έξοδα οδηγιών σε μια περίπτωση οι οποίες θα μπορούσαν να ενεργοποιήσουν υπό προϋποθέσεις την δικαιοδοσία αναθεώρησης που μου παρέχεται δυνάμει της Δ.59 ανωτέρω.

Επαναλαμβάνω και επισημαίνω όμως ότι, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση δεν γίνεται καμία αναφορά στα πιο πάνω. Ούτε έχει ζητηθεί από το Δικαστήριο έστω κατά το στάδιο των αγορεύσεων να στρέψει την προσοχή του σε συγκεκριμένα κονδύλια. Ο ίδιος ο Αιτητής στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης του αναφέρει ότι:

«Κατά την αίτηση για ψήφιση των εξόδων εναντίον μου υπήρξε καταφανές σφάλμα και σφάλμα αρχής από την Ανώτερη Πρωτοκολλητή που δεν αποδέχθηκε το τεκμήριο  1 και προχώρησε στην ψήφιση των εξόδων…»

Και στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης του ως λόγο για τον οποίο το επίμαχο πιστοποιητικό θα πρέπει:

«…να ακυρωθεί και/ή αναθεωρηθεί καθώς το αγώγιμο δικαίωμα των Καθ’ ων η Αίτηση να καταχωρήσουν αίτηση ψήφισης εξόδων εναντίον μου για απαίτηση για την δικηγορική τους αμοιβή στην παρούσα υπόθεση έχει παραγραφεί την 24/04/2024, αφού έχουν παρέλθει 3 έτη από την 23/04/2021 που ήταν και η τελευταία ημερομηνία που παρείχαν υπηρεσίες για μένα στην πιο πάνω αγωγή…και η Ανώτερη Πρωτοκολλητής…υπέπεσε σε καταφανές σφάλμα και σφάλμα αρχής και δεν αποδέχθηκε την ένσταση του Δικηγόρου μου ότι δεν μπορεί να εξετάσει την αίτηση ψήφισης των εξόδων…»

Καθίσταται πρόδηλο από τα πιο πάνω καθώς και από τα όσα ο Αιτητής προβάλλει μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση του ότι, τα παράπονα του εδράζονται στο ότι, υπό τις πιο πάνω περιστάσεις η Αν. Πρωτοκολλητής αποφάσισε να προχωρήσει με την διαδικασία ψήφισης εξόδων και όχι γιατί απέδωσε / επιδίκασε στους Καθ’ ων η Αίτηση συγκεκριμένα ποσά ενώ δεν έπρεπε ή έπρεπε να τους αποδώσει / επιδικάσει μικρότερο ποσό ή ποσά.

Εκείνο που στην πραγματικότητα επομένως επιζητεί ο Αιτητής, είναι η ακύρωση του πιστοποιητικού ψήφισης των εξόδων και όχι η αναθεώρηση του. Δεν έχει κάνει οποιαδήποτε αναφορά σε συγκεκριμένα κονδύλια ή λάθος στον τρόπο υπολογισμού των εξόδων από πλευράς της Αν. Πρωτοκολλητή.

Δικαιοδοσία

Εν όψει των πιο πάνω, το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι κατά πόσο το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να ακυρώσει την απόφαση της Αν. Πρωτοκολλητή εφόσον αυτό είναι που ουσιαστικά αξιώνεται από τον Αιτητή.

Στην αίτηση ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ ΣΩΚΡΑΤΗΣ Ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ (2016) 1 ΑΑΔ 2388 αν και απόφαση πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι εντούτοις πειστικής αξίας (persuasive value) λέχθηκε ότι:

«Κατ' αρχάς να επισημάνω ότι παρά το ότι στον τίτλο της υπόθεσης και αλλού η ψήφιση του καταλόγου εξόδων παρουσιάζεται ως εγκριθέντα, υπό του Δικαστηρίου, έξοδα, αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού η ψήφιση με βάση τη Δ.59 και δη τη Δ.59 θ.17 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι οιονεί δικαστική πράξη του ιδίου του πρωτοκολλητή και θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο διαδικασίας προνομιακού εντάλματος.  Εν αντιθέσει, ο υποκείμενος σε έγκριση του Δικαστηρίου, υπολογισμός είναι προπαρασκευαστική πράξη της έγκρισης του Δικαστηρίου με δικαίωμα έφεσης σύμφωνα με τους θεσμούς (βλ. Pugachev (2006) 1 Α.Α.Δ. 35, Παναγίδου (2006) 1 Α.Α.Δ. 165, Καλαβάς κ.ά. (1999) 1 Α.Α.Δ. 697 και Χαραλάμπους (2011) 1 Α.Α.Δ. 743).»

(Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)

Στην αίτηση 3/99 Αναφορικά με την αίτηση του Καλαβά κ.α. απόφαση ημερ. 5.2.99 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: 

 

«Στο ζήτημα ψήφισης εξόδων από τον Πρωτοκολλητή, παρέχεται στο Επαρχιακό Δικαστήριο η δυνατότητα επέμβασης μόνο κατόπιν αίτησης για αναθεώρηση  απόφασης του Πρωτοκολλητή να επιτρέψει συγκεκριμένα κονδύλια σε σχέση με τα οποία είχε υποβληθεί ένσταση: βλ. Δ.59 θ. 18. Ούτε και χωρεί έφεση εναντίον πράξης του Πρωτοκολλητή αφού η έφεση προϋποθέτει τη διατύπωση διατάγματος, ως την απόληξη καθαρά δικαστικής λειτουργίας. Απομένουν λοιπόν για τη διενέργεια ελέγχου μόνο τα προνομιακά εντάλματα.»

 

(Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)

Στην Παναγίδου (2006) 1 Α.Α.Δ. 165, η εκεί αιτήτρια αξίωσε την ακύρωση μέρους της ψήφισης εξόδων που αφορούσε τόκους, μέσω προνομιακού εντάλματος certiorari. Κατά την ακρόαση της αίτησης προβλήθηκε από την μια πλευρά το επιχείρημα ότι υπήρχε εναλλακτική διαδικασία μέσω της οποίας μπορούσαν να αμφισβητηθούν τα έξοδα. Ήταν όμως εισήγηση της άλλης πλευράς πως τέτοια αμφισβήτηση μέσω άλλης διαδικασίας, περιορίζεται μόνο σε αμφισβήτηση συγκεκριμένων κονδυλίων. Το Ανώτατο Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα και εξέδωσε ένταλμα ακύρωσης του μέρους των εξόδων που αφορούσε σε τόκους. Παραπέμποντας στην υπόθεση Καλαβά κ.ά (ανωτέρω), ανέφερε τα εξής:

 

«Το κατά πόσο η λειτουργία του Πρωτοκολλητή σε θέμα όπως το επίδικο εμπίπτει στην δικαιοδοσία του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων υπήρξε, μεταξύ άλλων, αντικείμενο εξέτασης στην Γιάννης Καλαβάς κ.ά., Αίτηση Αρ. 3/99, ημερ. 5.2.99, όπου ο Νικολάου, Δ., ανέφερε τα ακόλουθα:

 

«Οι αιτητές ζητούν τώρα όπως τους χορηγηθεί άδεια για την καταχώριση αίτησης προς έκδοση ενταλμάτων certiorari και mandamus. Σημειώνω κατ' αρχήν ότι το τεθέν ζήτημα εμπίπτει εντός της δικαιοδοσίας την οποία παρέχει το άρθρο 155.4 του Συντάγματος για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων αφού προδήλως αφορά σε οιονεί δικαστική λειτουργία του Πρωτοκολλητή. Παρόμοια πτυχή της λειτουργίας Πρωτοκολλητή απασχόλησε στην Evand Promotions Ltd κ.ά. Αίτηση Αρ. 62/98, ημερ. 15. Ιουλίου 1998, όπου ο Αρτεμίδης Δ. θεώρησε δεδομένη τη δικαιοδοσία.»

 

Κατάληξη

 

Στην βάση όλων των ανωτέρω και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, κρίνω ότι, τυχόν έγκριση της Αίτησης θα ισοδυναμούσε με ακύρωση της απόφασης της Αν. Πρωτοκολλητή. Τέτοια δικαιοδοσία έχει μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο με έκδοση προνομιακού εντάλματος και όχι το παρόν Δικαστήριο.

 

Συνεπώς, η αίτηση απορρίπτεται.

 

Επιδικάζονται τα έξοδα της αίτησης εναντίον του Εναγόμενου 4 – Αιτητή και υπέρ των Καθ’ ων η Αίτηση ως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

                                                         

                                                                (Υπ.)  .....................................

                                                                               Λ. Χαβιαράς,Ε.Δ.

Πιστόν Αντίγραφον

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο