ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Ενώπιον: Λ. Χαβιαρά Ε.Δ.
Αρ. Αγ. 408/2023
Μεταξύ:
ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΑΝΤΙΚΟΣ
Ενάγοντας
-και-
ΓΑΒΑΛΑ ΔΗΜΗΤΡΑ
Εναγόμενη
Ημερομηνία: 19.12.2025
Εμφανίσεις:
Για τον Ενάγοντα: κα. Σιήκκη
Για την Εναγόμενη: κ. Γεωργίου
ΑΠΟΦΑΣΗ
Εισαγωγικά
Με την πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή, ο Ενάγων αιτείται έκδοση απόφασης υπέρ του για ποσό €500 ως υπόλοιπο εκτελεσθείσων εργασιών για επισκευές στο όχημα της Εναγόμενης ή/και τιμολογίων πλέον τόκο προς 9% επί του πιο πάνω ποσού μέχρι εξόφλησης πλέον τα έξοδα της διαδικασίας.
Συνοπτικά αναφέρω ότι σύμφωνα με την εκδοχή του Ενάγοντα, ο ίδιος είναι ηλεκτρολόγος μηχανικός αυτοκινήτων και διεξάγει εργασίες κάτω από την επωνυμία «Autobest». Ο Ενάγων προέβη σε εργασίες στο όχημα της Εναγόμενης, την χρέωσε ποσό €1.190 από το οποίο η Εναγόμενη πλήρωσε μέρος αφήνοντας υπόλοιπο €500 το οποίο η Εναγόμενη αναγνώρισε εγγράφως ότι οφείλει και δεν κατέβαλε στον Ενάγοντα.
Η Εναγόμενη προβάλλει τους δικούς της ισχυρισμούς. Μεταξύ άλλων εγείρει και ζήτημα παραγραφής του οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντα εναντίον της καθώς επίσης και ζήτημα μη νομιμοποίησης του Ενάγοντα να εγείρει αγωγή εναντίον της.
Παρεμβάλλω εδώ ότι με ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 22.10.2025 στα πλαίσια αίτησης της Εναγόμενης με την οποία ζητούσε να εξεταστεί προδικαστικά το ζήτημα της παραγραφής, είχα αποφασίσει να απορρίψω την εν λόγω αίτηση λόγω του ότι η έγγραφη μαρτυρία των μερών είχε ήδη καταχωρηθεί συνεπώς δεν τίθετο ζήτημα εξέτασης προδικαστικού σημείου εφόσον η διαδικασία είχε ήδη τελειώσει και θα ήμουν σε θέση να αποφασίσω επί όλων των θεμάτων στα πλαίσια έκδοσης τελικής απόφασης με προτεραιότητα στο ζήτημα της παραγραφής.
Η ακρόαση της υπόθεσης, έγινε στη βάση της γραπτής ένορκης μαρτυρίας που κατατέθηκε από αμφότερες τις πλευρές και ουδείς ζήτησε να αντεξετάσει. Πρόκειται για διαδικασία η οποία είχε εισαχθεί αρχικά από την Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που ίσχυαν κατά τον επίδικο χρόνο.
Και οι δυο πλευρές αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις θέσεις τους με γραπτά κείμενα που παραθέσαν στο Δικαστήριο καθώς και προφορικά. Το περιεχόμενο και οι εισηγήσεις των διαδίκων έχουν μελετηθεί προσεκτικά από το Δικαστήριο στα πλαίσια μελέτης της υπόθεσης για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης έστω και αν δεν γίνεται αναλυτική αναφορά και επανάληψη στο περιεχόμενο των αγορεύσεων τους.
Μαρτυρία Ενάγοντα
Περί την 11.3.2016 κατόπιν εντολών της Εναγόμενης διεκπεραίωσε εργασίες στο όχημα της Εναγόμενης και χρέωσε την Εναγόμενη ποσό €1.190 εκδίδοντας στις 23.5.2016 σχετικό τιμολόγιο το οποίο παράδωσε στην Εναγόμενη και η Εναγόμενή το υπόγραψε. Η Εναγόμενη πλήρωσε στον Ενάγοντα το ποσό των €690 αφήνοντας υπόλοιπο €500.
Είναι θέση του Ενάγοντα ότι έχοντας δικαίωμα επίσχεσης εναντίον της Εναγόμενης ανάφερε στην Εναγόμενη ότι θα κρατήσει το όχημα μέχρι να τον εξοφλήσει. Η Εναγόμενη τον επισκέφθηκε με αστυνομικό και στην παρουσία του αστυνομικού, η Εναγόμενη δεσμεύτηκε εγγράφως να εξοφλήσει το πιο πάνω ποσό μέχρι 18.7.2016 και παράλαβε το όχημα της. Εκ παραδρομής γράφτηκε στο έγγραφο που υπόγραψε ότι οφείλει στην εταιρεία Autobest Ltd το ποσό αλλά η πραγματικότητα είναι πως το οφείλει στον Ενάγοντα. Ενώ δεσμεύθηκε εγγράφως να πληρώσει δεν πλήρωσε και έδιδε υποσχέσεις στον Ενάγοντα ότι θα πλήρωνε το ποσό.
Το 2021 ο Ενάγων έδωσε εντολή σε δικηγόρους να κινήσουν αγωγή εναντίον της Εναγόμενης οι οποίοι καταχώρησαν την αγωγή 1184/21 του Ε.Δ. Λάρνακας, η οποία αποσύρθηκε πριν να επιδοθεί στην Εναγόμενη λόγω υπόσχεσης της να πληρώσει το ποσό στον Ενάγοντα με τον τελευταίο να δίδει οδηγίες όπως η πιο πάνω αγωγή μην προωθηθεί εναντίον της Εναγόμενης.
Παρά τα πιο πάνω ουδέν ποσό κατέβαλε στον Ενάγοντα, και Εναγόμενη μέχρι σήμερα αρνείται ή παραλείπει να καταβάλει το πιο πάνω ποσό.
Μαρτυρία Εναγόμενης
Η Εναγόμενη παραδέχεται ότι είναι η ιδιοκτήτρια του επίδικου οχήματος. Μετάφερε το όχημα σε συνεργείο όπου εργαζόταν ο Ενάγων. Στο όχημα της εκτελέστηκαν εργασίες για τις οποίες δεν είχε ενημερωθεί και δεν είχε συναινέσει. Μετά που ειδοποιήθηκε ότι επιδιορθώθηκε το όχημα της, πλήρωσε το χρεωθέν ποσό και το παράλαβε. Μετά την παραλαβή παρουσιάστηκε εκ νέου το πρόβλημα το οποίο υποτίθεται ότι είχε επιδιορθωθεί και το επέστρεψε στο ίδιο συνεργείο.
Παρά τα πιο πάνω το πρόβλημα δεν επιδιορθώθηκε και η Εναγόμενη ζήτησε το όχημα της πίσω. Το συνεργείο και/ή οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι και/ή υπάλληλοι του συνεργείου, αρνήθηκαν να της το επιστρέψουν εάν δεν υπόγραφε σχετικό έγγραφο, έτσι εξαναγκάστηκε και/ή της ασκήθηκε ψυχική πίεση για να το υπογράψει. Ισχυρίζεται επιπρόσθετα ότι δεν νομιμοποιείται ο Ενάγων να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή.
Βάρος Απόδειξης
Όντας πολιτική υπόθεση το βάρος βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα να αποδείξει την υπόθεση του, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έστω και αν η διαδικασία διεξάγεται στη βάση έγγραφης μαρτυρίας A.G. Lithotechnic Ltd v Πρίνος Λαχαναγορά Λιμιτεδ Πολ. Εφ. 359/19).
Επισημαίνω ότι, οι βασικοί κανόνες απόδειξης, δεν ατονούν επειδή η διαδικασία έχει διεξαχθεί στη βάση έγγραφης μαρτυρίας. Για παράδειγμα, σε περιπτώσεις όπου μια θέση είναι ότι τα γεγονότα που η άλλη πλευρά έχει ισχυριστεί δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή για να καταδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου ή να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες (βλ. Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1527, Θεοδώρου ν. Karageordiades Trading Ltd, Πολ. Εφ. 267/18, ημερ. 19.12.2023) καθότι η παράλειψη να αντεξεταστεί μάρτυρας, χωρίς ικανοποιητική εξήγηση, σε ουσιώδη μέρη ή μέρος της μαρτυρίας του, ισοδυναμεί με αποδοχή της μαρτυρίας. Εκτός εάν πρόκειται για σημείο που είναι έκδηλα ανυπόστατο. Δεν αναμένεται επίσης κάποιος να επιζητήσει αντεξέταση σε σημεία που είναι παραδεκτά από τα δικόγραφα ή έχουν δηλωθεί ως παραδεκτά από τους διαδίκους.
Η διαδικασία εκδίκασης στη βάση γραπτής ένορκης μαρτυρίας αφορά καθαρά στην ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης. Η αποδεικτική αξία της προσκομισθείσας μαρτυρίας θα πρέπει να εξεταστεί υπό το φως των συνήθων κανόνων απόδειξης, με γνώμονα το σχετικό βάρος απόδειξης που ο κάθε διάδικος φέρει στους ώμους του. Το βάρος να αποδειχθεί ένας ισχυρισμός, βρίσκεται στους ώμους της πλευράς που προβάλλει τον ισχυρισμό και δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο θα αποδεχθεί κάποιον ισχυρισμό επειδή δεν έγινε αντεξέταση εάν από το σύνολο της μαρτυρίας προκύπτει ότι κάτι τέτοιο δεν ενδείκνυται (βλ. Σκορδή ν. Α. Λάντου κ.α. Πολ. Εφ. 429/12, ημερ. 22.4.2020, ECLI:CY:AD:2020:A127).
Παραγραφή
Αποτέλεσε κοινή συνισταμένη μεταξύ των μερών και δεν αμφισβητείται ότι, η Εναγόμενη είναι ιδιοκτήτρια του επίδικου οχήματος, ότι εκτελέσθηκαν εργασίες στο όχημα της, ότι παράλαβε τιμολόγιο από τον Ενάγοντα, ότι κατέβαλε το ποσό των €690, ότι υπόγραψε έγγραφο με το οποίο δηλώνει ότι οφείλει στην Autobest Ltd το ποσό των €500 και ότι όλα αυτά έλαβαν χώρα μεταξύ 11.3.2016 και 8.7.2016 οπότε και παράλαβε το όχημα της.
Για τα πιο πάνω, τα οποία κρίνω ταυτόχρονα ότι αποτελούν τα απαραίτητη για εξέταση του ζητήματος της παραγραφής, προβαίνω σε ευρήματα.
Ένεκα της φύσης του ζητήματος της παραγραφής και των συνεπειών που ενδεχομένως να επιφέρει, θα εξεταστεί κατά προτεραιότητα. Στην υπόθεση Xατζηστυλλής Αλέκος ν. Μaude C Papadema και Άλλου (2000) 1 ΑΑΔ 551 αναφέρεται ότι:
«Το ζήτημα της παραγραφής άπτεται αυτής τούτης της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου να επιληφθεί μιας υπόθεσης…Η αναφορά έγινε για να καταδειχθεί η σπουδαιότητα του ζητήματος της παραγραφής. Η πολιτική δικαιοδοσία διέπεται από τους δικούς της κανόνες. Σε σχέση δε με το ζήτημα που μας απασχολεί αυτό εξετάζεται εφόσον εγερθεί στα δικόγραφα (Βλ. Φεσσά κ.ά. ν. Κασάπη (1994) 1 Α.Α.Δ. 337, 347, στην οποία υποδεικνύεται πως "αν ο διάδικος υπέρ του οποίου λειτουργεί η παραγραφή, δεν την εγείρει στο δικόγραφο του, τότε η υπόθεση προχωρεί στην εκδίκαση". Στην ίδια υπόθεση υποδεικνύεται, επίσης, πως επιτυχία της ένστασης οδηγεί στην αναστολή της διαδικασίας.»
Και στην υπόθεση Νεοφύτου ν. 1. ΜΑLAK κ.α. Πολ. Εφ. 118/12, ημερ. 21.6.2018, ECLI:CY:AD:2018:A297 τα εξής:
«Εξετάζοντας τα εγερθέντα θέματα, πρωτίστως να λεχθεί ότι δεν προκύπτει οποιοδήποτε πρόβλημα με την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου όσον αφορά την εκ μέρους του υπόδειξη στους διαδίκους ότι εγειρόταν ζήτημα παραγραφής και άρα το θέμα θα έπρεπε να εκδικαστεί κατά προτεραιότητα χωρίς δηλαδή να αναμένεται η έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας με την παρέλαση μαρτύρων και συνακόλουθης απώλειας δικαστικού χρόνου και εξόδων, εάν στο τέλος της ημέρας όντως κρινόταν ότι βάσιμα τέθηκε η υπεράσπιση της παραγραφής. Η Δ.27 θ.1, δίδει το στίγμα ότι το Δικαστήριο μπορεί να εγείρει και αυτεπάγγελτα το ζήτημα ενός νομικού σημείου που εγείρεται στη δικογραφία ούτως ώστε κατά το θεσμό 2 της ιδίας Διαταγής, η αγωγή να οδηγηθεί σε εκ προοιμίου απόρριψη εάν διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει καλό αγώγιμο δικαίωμα. Το ζήτημα είναι δικαιοδοτικό και ορθό είναι να εξετάζεται κατά προτεραιότητα και να αποφασίζεται αναλόγως. Παρόλο που ο διάδικος που το εγείρει δύναται να υποβάλει σχετική αίτηση για προεκδίκαση, το Δικαστήριο δεν αποκλείεται, έχοντας υπόψη του τη δικογραφία, να το εγείρει αυτεπαγγέλτως προς εξέταση. Αυτή η δυνατότητα παρέχεται ενόψει της σοβαρότητας του θέματος. Κατά αντιδιαστολή, αίτηση χρειάζεται από το διάδικο κατά τη θ.3 της Δ.27, σε συνδυασμό με τη Δ.48 θ.9(ο), όπου επιδιώκεται διάταγμα διαγραφής οποιουδήποτε δικογράφου λόγω του ότι δεν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία αγωγής ή υπεράσπιση ή όπου θεωρείται ότι η αγωγή ή η υπεράσπιση είναι επιπόλαιη και καταχρηστική οπότε το Δικαστήριο επί αιτήσει αποφασίζει το ζήτημα.
Το ζήτημα ενδεχομένως να έχει τώρα διαφοροποιηθεί με τον περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμο αρ. 66(Ι)/2012, που δημοσιεύθηκε μεταγενέστερα των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης και της εκδοθείσας απόφασης ο οποίος με το άρθρο 20 έχει προνοήσει ότι το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη αυτεπάγγελτα την παραγραφή δικαιώματος έγερσης αγωγής. Οι αποφάσεις στην Φεσά ν. Κασάπη (1998) 1 Α.Α.Δ. 341 και Χατζηστυλλή ν. Παπαδήμα (2000) 1 Α.Α.Δ. 551, δίδουν το στίγμα ότι με βάση την πρώτη απόφαση το ζήτημα της παραγραφής πρέπει να εγείρεται στο δικόγραφο από το διάδικο που επιθυμεί να το εγείρει και με τη δεύτερη, το θέμα της παραγραφής είναι, για πολλούς λόγους που δεν είναι του παρόντος να καταγραφούν, καταλυτικό εφόσον άπτεται της ίδιας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί στην ουσία την υπόθεση. Εφόσον είναι δικαιοδοτικό μπορεί να εγερθεί και αυτοβούλως από το Δικαστήριο.»
Για να αποφασιστεί το ζήτημα το Δικαστήριο θα πρέπει να ανατρέξει στο εφαρμοστέο δίκαιο κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής.
Το Άρθρο 26 του Νόμου 66(Ι)/2012 με τον Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2014, Νόμος 190(Ι)/2014 διαλάμβανε τα εξής:
«Καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την 31η Δεκεμβρίου 2015, αν η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, εκτός αν ο χρόνος μεταξύ της ημέρας κατά την οποία είχε συμπληρωθεί η βάση της αγωγής μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2015 είναι μικρότερος από τον δυνάμει του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για το συγκεκριμένο δικαίωμα αγωγής, οπότε ο χρόνος παραγραφής ίναι ο καθοριζόμενος από τον παρόντα Νόμο χρόνος.».
Το πιο πάνω καταργήθηκε δια του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, Νόμος 207(Ι)/2015, από 01/01/2016. Με τον ίδιο Νόμο 207(Ι)/2015, προστέθηκε, δια τροποποίησης του Άρθρου 3 του Νόμου 66(Ι)/2012, που προνοεί ότι, ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής, επιφύλαξης ως προς το ότι, «Νοείται ότι, χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των άρθρων 24 και 29, ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρείται από την 1η Ιανουαρίου 2016.».
Η θέση που προωθήθηκε από πλευράς της συνηγόρου του Ενάγοντα είναι ότι, η περίοδος παραγραφής δεν έχει παρέλθει καθότι η Εναγόμενη είχε αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλής της και μεσολάβησε το η καταχώρηση της αγωγής 1184/21 εναντίον της.
Αντιθέτως, ο συνήγορος της Εναγόμενης πρόβαλε την θέση ότι, έχει παραγραφεί η οποιαδήποτε αξίωση εναντίον της Εναγόμενης είτε αυτή αφορά στο χρόνο που ολοκληρώθηκαν οι εργασίες στο όχημα της είτε ακόμη κατά την ισχυριζόμενη καταχώρηση της αγωγής 1184/21. Πρόσθεσε δε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αγνοήσει το Τεκμήριο 4 της μαρτυρίας του Ενάγοντα το οποίο είναι αντίγραφο κλητήριου εντάλματος της 1184/21 καθότι αυτό δεν φέρει σφραγίδα του Πρωτοκολλητή, δεν έχει τεθεί μαρτυρία πότε αποσύρθηκε και είναι έγγραφο που δεν είχε αποκαλύψει ο Ενάγων.
Σημειώνω ότι, «το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος» (βλ. Δημητρίου ν. Δημητρίου (2012) 1(Α) ΑΑΔ 834) και είναι «με αναφορά στο χρόνο καταχώρησης της αγωγής (που) εξετάζεται κατά πόσο η απαίτηση έχει εκ τούτου παραγραφεί » (βλ. Όμηρος Χριστοδουλίδης ν Global Capital Securities and Financial Services Ltd (2012) 1 Α.Α.Δ. 636).
Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 16.3.2023 και η βάση της αφορά σε οφειλόμενο υπόλοιπο που προέκυψε μετά από εργασίες που εκτέλεσε ο Ενάγων στο όχημα της Εναγόμενης.
Σύμφωνα με το άρθρο 7(2) του Νόμου 66(Ι)/2012 «καμιά αγωγή που αφορά σύμβαση ή οιονεί σύμβαση σε σχέση με συμφωνηθείσα ή εύλογη αμοιβή δικηγόρου, ιατρού, οδοντίατρου, αρχιτέκτονα, πολιτικού μηχανικού, εργολάβου, άλλου ανεξάρτητου επαγγελματία δεν εγείρεται μετά πάροδο τριών ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.»
Ο χρόνος παραγραφής όμως εκτός των περιπτώσεων που αναφέρονται στα άρθρα 24 και 29 του ίδιου Νόμου αρχίζει να προσμετράται συμφώνως των διατάξεων του άρθρου 3 του ίδιου πάντα Νόμου από την 1.1.2016.
Υπάρχει ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη έχει υπογράψει έγγραφο με το οποίο αναγνώριζε την οφειλή της και η υπογραφή τούτου του εγγράφου, έστω κάτω από ποιες συνθήκες, είναι παραδεκτή από την Εναγόμενη. Σύμφωνα με το άρθρο 17 του πιο πάνω Νόμου:
«17. Ο χρόνος παραγραφής διακόπτεται και θεωρείται ότι αρχίζει να τρέχει εκ νέου εξ υπαρχής στις ακόλουθες περιπτώσεις:
(α) όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει εγγράφως το σε βάρος του δικαίωμα αγωγής,
(β) σε περίπτωση χρηματικής οφειλής, αν ο υπόχρεος συμπληρώσει πληρωμή μέρους της οφειλής που υπερβαίνει το 50% του συνόλου της, περιλαμβανομένου του τυχόν πληρωτέου τόκου,
(γ) με την έγερση αγωγής∙ αν η αγωγή αποσυρθεί κατά τρόπο που δεν δημιουργεί δεδικασμένο ή απορριφθεί για λόγους μη ουσιαστικούς ή απορριφθεί δυνάμει διατάξεων διαδικαστικού κανονισμού που αφορά καταχώριση δικογράφων και κλήση για οδηγίες, ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από της εγέρσεως της αγωγής, θεωρείται χρόνος αναστολής του χρόνου παραγραφής και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 15 και σε περίπτωση που ο δικαιούχος εγείρει ταυτόσημη αγωγή μέσα σε έξι μήνες, ο χρόνος παραγραφής θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή,
…»
Με δεδομένο το ότι η ισχυριζόμενη οφειλή έχει προκύψει από την ημερομηνία που χρεώθηκε το ποσό των €1.190 η Εναγόμενη, δηλαδή στις 23.5.2016 ο χρόνος που είχε στη διάθεση του ο Ενάγων να καταχωρήσει αγωγή ήταν εντός 3 ετών, δηλαδή μέχρι τις 23.5.2019.
Η Εναγόμενη ακολούθως αναγνώρισε εγγράφως την οφειλή της οπότε και ο χρόνος παραγραφής άρχισε να τρέχει εκ νέου εξ υπαρχής την ημερομηνία εκείνη, δηλαδή από τις 8.7.2016 και είχε στη διάθεση του ο Ενάγων χρόνο μέχρι 8.7.2019.
Επομένως η αξίωση προκύπτει να έχει παραγραφεί από το 2019 με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται κενό χρονικό διάστημα μεταξύ του έτους 2019 και του 2021 κατά το οποίο ισχυρίζεται ο Ενάγων ότι καταχώρησε αγωγή και υποσχέθηκε η Εναγόμενη να πληρώσει οπότε και την απέσυρε πριν της επιδοθεί.
Στο σημείο αυτό, ως προς την θέση της υπεράσπισης ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να λάβει υπόψιν το κλητήριο της αγωγής 1184/21 καθότι αποτελεί έγγραφο το οποίο δεν έχει αποκαλυφθεί, περιορίζομαι στο να αναφέρω ότι εφόσον γίνεται αναφορά στο δικόγραφο του Ενάγοντα στην αγωγή 1184/21 προκύπτει ότι έχει ήδη αποκαλυφθεί.
Σύμφωνα με την Δ.28 Θ6. –
«Where any party to a cause or matter has in his pleadings particulars or affidavits referred to any document he may be required by any other party thereto by notice in writing to produce such document for the inspection of the party giving such notice or of his advocate and to permit him or them to take copies thereof. Any party failing to comply with such notice shall not afterwards be at liberty to put any such document in evidence on his behalf in such cause or matter, unless he shall satisfy the Court that such document relates only to his own title, he being a defendant to the cause or matter, or that he had some other cause or excuse which the Court shall deem sufficient for not complying with the notice, in which case the Court may allow the same to be put in evidence on such terms as to costs and otherwise as the Court shall think just.»
(Υπογράμμιση δική μου)
Οι πιο πάνω πρόνοιες είναι πανομοιότυπες με τις πρόνοιες της Δ.31 των Αγγλικών Θεσμών που ίσχυαν πριν την τροποποίηση του 1962 (βλ. GAP Navigation Ltd. ν. Merzario Marrittima SRL (1998) 1 ΑΑΔ 1624). Η Δ.31 Κ. 15 των τότε Αγγλικών Θεσμών αναφερόταν σε διαδικασία και εξουσία του Δικαστήριου να εκδώσει διάταγμα αποκάλυψης και επιθεώρησης εγγράφων, εάν τούτα τα έγγραφα φαίνονταν να είχαν ήδη αποκαλυφθεί μέσω δικογράφου ή ένορκης δήλωσης («whose pleadings or affidavits reference is made to any document»), που συμπίπτει ακριβώς με τις πρόνοιες τις Δ.28 Θ.6 πιο πάνω. Συνεπώς η θέση της υπεράσπισης στο βαθμό που αφορά την μη αποκάλυψη του εν λόγω εγγράφου δεν ευσταθεί.
Αναφορικά με το δεύτερο σκέλος που στην ουσία αφορά στην βαρύτητα που το Δικαστήριο θα προσδώσει στο εν λόγω έγγραφο, θα πρέπει να αναφερθεί ότι όντως δεν υπάρχει σφραγίδα ή έστω σφράγιση Πρωτοκολλητή ως πιστό αντίγραφο οι οποίες θα μπορούσαν υπό τις περιστάσεις να δικαιολογήσουν καταχώρηση του σχετικού κλητήριου. Το γεγονός ότι έχει τεθεί αριθμός στο εν λόγω κλητήριο ένταλμα δεν συνιστά από μόνο του απόδειξη ότι έχει καταχωρηθεί. Επομένως δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτό.
Ακόμη και στην περίπτωση όμως που το κλητήριο όντως είχε καταχωρηθεί στις 22.10.2021 και δεν είχε παραγραφεί προηγουμένως η οποιαδήποτε αξίωση του Ενάγοντα και ότι το κλητήριο είχε αποσυρθεί υπό συνθήκες που δεν δημιουργούσαν δεδικασμένο και πάλι θα είχε παραγραφεί η αξίωση, καθότι δεν εγέρθηκε νέα ταυτόσημη διαδικασία μετά πάροδο έξι μηνών ως προνοείται στο άρθρο 17(γ) ανωτέρω.
Κατά συνέπεια, σφραγίζεται η τύχη της παρούσας και η ενασχόληση του Δικαστηρίου με οτιδήποτε περαιτέρω καθίσταται αχρείαστη.
Κατάληξη
Εν όψει όλων των πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται λόγω παραγραφής.
Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντα ως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) .....................................
Λ. Χαβιαράς,Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφον
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο