ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Ενώπιον: Ε. Χατζήπαπα-Αβραάμ, Α.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 841/2023(i)
Μεταξύ:
THEMIS PORTFOLIO (S1) MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED
Ενάγοντες
- και –
1. ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Μ. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
2. ΚΑΤΙΑ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
3. ΝΙΚΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
Εναγόμενοι
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 18/12/2025
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Αιτήτρια-Εναγόμενη 2: Ανδρέας Μαθηκολώνης & ΣΙΑ ΔΕΠΕ
Για Καθ’ ης η αίτηση- Ενάγουσα: Ανδρέας Κουκούνης & ΣΙΑ ΔΕΠΕ
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Η Ενάγουσα στις 20/12/2024 πέτυχε απόφαση εναντίον όλων των Εναγόμενων στην απουσία τους καθώς δεν είχαν καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης. Η απόφαση διαλαμβάνει, ότι οι Εναγόμενοι οφείλουν να πληρώσουν στους Ενάγοντες το ποσό των €376.294,72 με τόκο 8.786% ετησίως από 1/7/23 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου στις 30/06 και 31/12 εκάστου έτους, πλέον έξοδα €4.151,50 με τόκο προς 2.5% ετησίως επί του ποσού των €4.046,50 από 24/7/23 μέχρι 31/12/23 και με τόκο προς 5.5% ετησίως από 1/1/24 μέχρι εξοφλήσεως πλέον Φ.Π.Α. επί του ποσού των €3.404. Πρόσθετα εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο διατασσόταν η εκποίηση της Υποθήκης Υ6632/09 που αφορούσε ένα ακίνητο της Εναγόμενης 2.
Από την Έκθεση Απαίτησης, προκύπτει ότι οι αξιώσεις της Ενάγουσας βασίζονταν στη συμφωνία δανείου ημερομηνίας 9/11/2009 με την οποία χορήγησαν στον Εναγόμενο 1 δάνειο ύψους €290.000 και τα εγγυητήρια έγγραφα της ίδιας ημερομηνίας με τα οποία οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 μέχρι το πιο πάνω ποσό, πλέον τόκους. Περαιτέρω, η Εναγόμενη 2 παρείχε περαιτέρω εξασφάλιση του εν λόγω δανείου με τη προαναφερόμενη υποθήκη.
Στις 31/3/2025 καταχωρήθηκε από την Εναγόμενη 2 (στο εξής η «Αιτήτρια»), η υπό κρίση αίτηση με την οποία αξιώνει την έκδοση διατάγματος για την ακύρωση /και ή παραμερισμό της πιο πάνω απόφασης.
Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας η οποία αναφέρει, ότι είναι ηλικίας 74 ετών και είναι συνταξιούχα. Το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της επιδόθηκε στις 09/01/2024 και ουδέποτε έλαβε γνώση της έκθεσης απαίτησης, αφού δεν της επιδόθηκε. Ο λόγος που όταν της επιδόθηκε η αγωγή, δεν καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης προσωπικά και δεν διόρισε δικηγόρο, ήταν η άσχημη ψυχολογική της κατάστασης και η σκληρή καθημερινότητα που είχε βρεθεί αντιμέτωπη να χειριστεί μόνη της, χωρίς καμία απολύτως βοήθεια, λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας του συζύγου της και τη φροντίδα του. Συγκεκριμένα, στις 3/7/2017 ο σύζυγος της υπέστη εγκεφαλική αιμορραγία και υποβλήθηκε σε εγχείρηση (τεκμήριο 3). Έκτοτε παρέμεινε καθηλωμένος και μεταφέρθηκε σε ίδρυμα (τεκμήριο 4). Έχρηζε στενής παρακολούθησης και θεραπείας και η ίδια επωμίστηκε το κύριο βάρος μη έχοντας άλλη βοήθεια και στήριξη. Αρκετές φορές χρειάστηκε να μεταφερθεί σε κλινική για την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας που παρουσίαζε. Λόγω των ιδιαίτερα σοβαρών προβλημάτων υγείας του συζύγου της και χωρίς να αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα του περιεχομένου του ανωτέρω δικογράφου, καθότι βρισκόταν σε ιδιαίτερα επιβαρυμένη ψυχολογική και συναισθηματική κατάσταση, δεν είχε τον απαιτούμενο χρόνο ούτε τη διανοητική διαύγεια να του δώσει την πρέπουσα σημασία. Ως εκ τούτου παρέλειψε να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια, καθώς εκείνο που προείχε κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν η προσπάθεια να διατηρηθεί στη ζωή ο σύζυγός της. Ένεκα αυτής της κατάστασης της διέφυγε εντελώς η αγωγή και ξέχασε να προβεί σε οποιαδήποτε διαδικασία, καθότι στο μεσοδιάστημα και συγκεκριμένα στις 19/04/2024 είχε αποβιώσει ο σύζυγος της (Τεκμήριο 1). Στη βάση των πιο πάνω, η μη εμφάνιση της στη διαδικασία δεν θα πρέπει να της καταλογιστεί ως αδιαφορία ή ασέβεια προς τη δικαστική διαδικασία.
Αναφέρει, επίσης, ότι μετά το θάνατο του συζύγου της και ενώ απομάκρυνε τα προσωπικά του αντικείμενα, εντόπισε την αγωγή και την Ειδοποίηση τύπος «ΙΑ» ημερ. 23/07/2024 με την οποία της γνωστοποιείτο ο πλειστηριασμός της οικίας της στις 4/11/24 (τεκμήριο 2). Πανικόβλητη μόλις το διάβασε, αμέσως, στις 07/03/2025, επισκέφθηκε τον δικηγόρο της για να την συμβουλεύσει και προχώρησε αμέσως στον διορισμό του.
Όπως της εξήγησε ο δικηγόρος της, έχει πολύ καλή υπεράσπιση και πως θα πρέπει να ζητήσει τον παραμερισμό της απόφασης, διότι τα επίπονα και σοβαρότατα προβλήματα υγείας του συζύγου της και η απώλεια του, δεν της επέτρεψαν να έχει την προσοχή της στη παρούσα δικαστική διαδικασία.
Συγκεκριμένα, της εξήγησε ότι η επίδικη υποθήκη είναι παράνομη και άκυρη, διότι, δεν καταρτίστηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.9/65 άρθρα 5, 8, 21(1)(γ) και 21(2) και/ή διότι οι όροι της δεν είναι σύμφωνοι με τους όρους των επίδικων συμφωνιών δανείων και/ή διότι ο τόκος δεν καθορίζεται ούτε υπολογίζεται και/ή δεν μπορεί να υπολογισθεί, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου και/ή το χρηματικό πόσο που υπέχει υποχρέωση να καταβάλλει ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν είναι καθορισμένο ή δεν μπορεί να καθοριστεί, ως επιβάλλουν οι πιο πάνω πρόνοιες του Νόμου, αφού ο ενυπόθηκος οφειλέτης αναλαμβάνει την υποχρέωση να πληρώσει το ποσό της υποθήκης πλέον τόκους, προμήθειες και άλλα τραπεζικά δικαιώματα και δικηγορικά και δικαστικά έξοδα που δεν καθορίζονται και δεν είναι δυνατόν να υπολογισθούν, με αποτέλεσμα ο ενυπόθηκος οφειλέτης να καλείται να καταβάλει ποσά πέραν του ποσού της υποθήκης. Επίσης, η σύμβαση Υποθήκης περιέχει παράνομους, καταχρηστικούς και άκυρους όρους, διότι καλύπτει ποσά ή και άλλα έξοδα, όπως μερίσματα, ασφάλιστρα, προμήθειες, έξοδα προς τη συντήρηση ή και τη διατήρηση σε καλή κατάσταση των ενυπόθηκων ακινήτων ή και άλλα τραπεζικά δικαιώματα και δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και ή άλλα έξοδα και δαπάνες, τα οποία η Τράπεζα δεν δικαιούται με βάση τις πιο πάνω πρόνοιες του Νόμου. Επίσης, κατά παράβαση των πιο πάνω άρθρων του Νόμου, η υποθήκη καλύπτει ποσά ή και άλλα έξοδα που δεν δικαιούται η Τράπεζα να χρεώνει και να τοκίζει, ήτοι μερίσματα, ασφάλιστρα, προμήθειες, έξοδα προς την συντήρηση ή και την διατήρηση σε καλή κατάσταση των ενυπόθηκων ακινήτων ή και άλλα τραπεζικά δικαιώματα και δικηγορικά και δικαστικά έξοδα και ή άλλα έξοδα και δαπάνες, γεγονός που καθιστά τους εν λόγω όρους παράνομους, καταχρηστικούς και άκυρους.
Η αίτηση συνάντησε την ένσταση της Ενάγουσας, στην οποία εγείρει τους ακόλουθους λόγους ένστασης.
«1. Η νομική βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η αίτηση της εναγόμενης 2-αιτήτριας ημερομηνίας 31/3/2025 είναι λανθασμένη και δεν είναι επαρκής, σχετική και ικανή για να στηρίξει την αίτηση παραμερισμού της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20/12/2024 και ως εκ τούτου η αίτηση της εναγόμενης 2-αιτήτριας θα πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη και νόμω αβάσιμη.
2. Η εναγόμενη 2-αιτήτρια δεν δικαιολογεί επαρκώς ή/και καθόλου την καθυστέρηση ή/και την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους της εναγόμενης 2-αιτήτριας ούτε και την καθυστέρηση στην λήψη μέτρων εναντίον της απόφασης ημερομηνίας 20/12/2024 και προβάλλει ψευδείς, ανυπόστατους και αντιφατικούς ισχυρισμούς και δεν αποκαλύπτει πλήρως όλα τα ουσιώδη γεγονότα και ως εκ τούτου η αίτηση της πρέπει να απορριφθεί ενόψει της αδικαιολόγητης υπέρμετρης καθυστέρησης στην υποβολή της υπό εξέτασης αίτησης παραμερισμού.
3. Η παρούσα αγωγή επιδόθηκε προσωπικά με ιδιώτη επιδότη στις 9/1/2024 στην εναγόμενη 2-αιτήτρια, γεγονός που είναι παραδεκτό από την εναγόμενη 2, και η ίδια παραμέλησε για περίοδο πέραν των 14 μηνών να καταχωρήσει εμφάνιση στην παρούσα αγωγή και αίτηση για παραμερισμό απόφασης.
4. Η εναγόμενη 2-αιτήτρια πριν και μετά την επίδοση της παρούσας αγωγής στις 9/1/2024, παρέλαβε η ίδια προσωπικά από το ταχυδρομείο πολλές συστημένες ειδοποιήσεις πλειστηριασμού ενυπόθηκου ακινήτου από τους ενάγοντες/καθ’ών η αίτηση σε διάφορα χρονικά διαστήματα, ήτοι στις 19/12/2023 τις Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» ημερ. 6/12/2023, ήτοι στις 4/6/2024 τις Ειδοποιήσεις Τύπου «ιΒ» ημερ. 4/6/2024 και ήτοι στις 28/8/2024 της Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» ημερ. 23/7/2024 και στις 1/11/2024, μόλις λίγες μέρες πριν τον προγραμματισμένο πλειστηριασμό στις 4/11/2024, είχε τηλεφωνική επικοινωνία με λειτουργό των εναγόντων/καθ’ών η αίτηση και ζητούσε να μην προχωρήσει ο πλειστηριασμός γιατί δήθεν θα ελάμβανε χρήματα από μια δικαστική διαμάχη για ένα χωράφι στη Βαβατσινιά και ενημερώθηκε ότι δεν μπορούσε να σταματήσει ο πλειστηριασμός. Συνεπώς, η εναγόμενη 2-αιτήτρια, είχε πολλές γραπτές υπενθυμίσεις για το επίδικο χρέος και την διαδικασία πλειστηριασμού ενυπόθηκου ακινήτου και σε κάθε περίπτωση μπορούσε τουλάχιστον από τον Αύγουστο του 2024 που παράλαβε τις Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» ή και τον Νοέμβριο του 2024 που μίλησε με λειτουργό των εναγόντων, να ενδιαφερθεί περαιτέρω για την παρούσα αγωγή και να διορίσει δικηγόρο και να προχωρήσει στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης παραμερισμού.
5. Η εναγόμενη 2-αιτήτρια, παρόλο που παραδέχεται ότι έλαβε ειδοποιήσεις πλειστηριασμού τύπου «ΙΑ» με ημερομηνία πλειστηριασμού 4/11/2024, αποκρύβει από το Δικαστήριο και παραλείπει να αναφέρει ότι δεν είναι μόλις πρόσφατα αλλά είναι από την 1/11/2024 που βρήκε τις εν λόγω ειδοποιήσεις πλειστηριασμού Τύπου «ΙΑ» με ημερομηνία πλειστηριασμού 4/11/2024 και ότι ενεργοποιήθηκε από τότε και είχε τηλεφωνική επικοινωνία την 1/11/2024 με λειτουργό των εναγόντων/καθ’ών η αίτηση και ζητούσε να μην προχωρήσει ο πλειστηριασμός γιατί δήθεν θα ελάμβανε χρήματα από μια δικαστική διαμάχη για ένα χωράφι στη Βαβατσινιά και ενημερώθηκε ότι δεν μπορούσε να σταματήσει ο πλειστηριασμός. Συνεπώς, ανεξαρτήτως των ανυπόστατων λόγων που αναφέρει η εναγόμενη 2-αιτήτρια για να επεξηγήσει την αδικαιολόγητη και υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της υπό εξέτασης αίτησης παραμερισμού, μπορούσε κάλλιστα και σε κάθε περίπτωση, από την 1/11/2024 που ενεργοποιήθηκε και μίλησε με λειτουργό των εναγόντων, να ενδιαφερθεί περαιτέρω για την παρούσα αγωγή και να διορίσει δικηγόρο και να διορίσει δικηγόρο από τις 1/11/2024 και να αποφύγει ακόμα και την έκδοση της μεταγενέστερης απόφασης ημερομηνίας 20/12/2024 ή να προχωρήσει πολύ γρηγορότερα στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης παραμερισμού.
6. Είναι εντελώς ανυπόστατος και ψευδής ο ισχυρισμός της εναγόμενης 2-αιτήτριας ότι δήθεν ανακάλυψε τον Μάρτιο του 2025 τις ειδοποιήσεις πλειστηριασμού τύπου ΙΑ με ημερομηνία πλειστηριασμού στις 4/11/2024 και ειδοποίησε αμέσως το δικηγόρο της, τις οποίες η αλήθεια είναι ότι τις ανακάλυψε από την 1/11/2024 που ενεργοποιήθηκε και είχε την τηλεφωνική επικοινωνία με λειτουργό των εναγόντων, και αυτός ο ανυπόστατος και ψευδής ισχυρισμός τίθεται επί σκοπώ και παραπλανητικά από την εναγόμενη 2-αιτήτρια για να αποκρύψει την αδικαιολόγητη κωλυσιεργία της από τον Νοέμβριο του 2014 τουλάχιστον. Συνεπώς, η εναγόμενη 2-αιτήτρια παρουσιάζει συμπεριφορά περιφρονητική προς το Δικαστήριο και τις δικαστικές διαδικασίες με τους εντελώς ψευδείς ισχυρισμούς της για να αποκρύψει την αδικαιολόγητη κωλυσιεργία της να καταχωρήσει εμφάνιση στην παρούσα αγωγή και αίτηση παραμερισμού.
7. Η εναγόμενη 2-αιτήτρια δεν έχει εκ πρώτης όψεως καλή ή/και συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, δεν έχει καθόλου υπεράσπιση στην αγωγή, ενώ τα όσα προβάλλει στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση της είναι ψευδή, ανυπόστατα, γενικά, αόριστα, ατεκμηρίωτα, αντιφατικά και είναι προϊόν υστέρας σκέψης και δεν μπορούν να αποτελέσουν υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή.
8. Η εναγόμενη 2-αιτήτρια κωλύεται (she is estopped) στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης παραμερισμού από την συμπεριφορά της και τις παραστάσεις της προς τους ενάγοντες να αναφέρει την εντελώς ανυπόστατη υπεράσπιση της ως αναφέρεται στη ένορκη δήλωση της που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση.
9. Τυχόν ακύρωση της απόφασης ημερομηνίας 20/12/2024 δεν θα συμβάλει στην ορθή, δίκαιη, αποτελεσματική και ταχεία απονομή της δικαιοσύνης καθώς θα έπληττε το θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα των εναγόντων-καθ’ών η αίτηση που καθιερώνεται στο άρθρο 30.2 του Κυπριακού Συντάγματος για την διάγνωση των αστικών τους δικαιωμάτων εντός εύλογου χρόνου και θα τους στερούσε την απόλαυση των καρπών της επιτυχίας τους.
10. Η αίτηση της εναγόμενης 2-αιτήτριας ημερομηνίας 31/3/2025 δεν πληροί τις προϋποθέσεις για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 20/12/2024 και θα πρέπει να απορριφθεί.
11. Η απόφαση ημερομηνίας 31/3/2025 είναι καθόλα νομότυπη και δεν είναι αντικανονική ως εμφαίνεται στη διαδικασία».
Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. Γ. Σιεκκερή, υπαλλήλου στη THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT LIMITED, η οποία δυνάμει σχετικής συμφωνίας με την Καθ’ ης η αίτηση ενεργεί για λογαριασμό της τελευταίας αναλαμβάνοντας τη διαχείριση αριθμού πιστωτικών διευκολύνσεων, περιλαμβανομένης και της επίδικης και των εξασφαλίσεων της.
Αρνείται τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, εκτός από αυτούς που ρητά παραδέχεται και υιοθετεί τους πιο πάνω λόγους ένστασης καθώς και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του ημερ. 20/12/2024 για απόδειξη της υπόθεσης εναντίον των εναγόμενων.
Προς υποστήριξη του 5ου Λόγου Ένστασης, επισύναψε τα έγγραφα που απέστειλαν στην Αιτήτρια και συγκεκριμένα την Ειδοποίηση Τύπου «Ι» ημερ. 6/12/2023 με συνημμένη την κατάσταση λογαριασμού και τα αποδεικτικά επίδοσης της με συστημένο ταχυδρομείο (Τεκμήρια 1 και 2, αντίστοιχα), την Ειδοποίηση Τύπου «ΙΒ» ημερ. 13/5/2024 και τα αποδεικτικά επίδοσης της με συστημένο ταχυδρομείο στις 4/6/2024 (Τεκμήριο 3 και 4, αντίστοιχα) και την Ειδοποίηση Τύπου «ΙA» ημερ. 23/7/2024 και τα αποδεικτικά επίδοσης της με συστημένο ταχυδρομείο στις 28/8/2024 (Τεκμήριο 5 και 6, αντίστοιχα).
Είναι περαιτέρω η θέση του, ότι η αναφορά της Αιτήτριας στην λειτουργό της Καθ’ ης η αίτηση, ότι θα λάμβανε χρήματα από μια δικαστική διαμάχη για ένα ακίνητο της, καταδεικνύει ότι έχει γνώση από δικαστικές διαδικασίες και μπορούσε κάλλιστα να ενδιαφερόταν και για την παρούσα αγωγή και να διορίσει δικηγόρο όπως έκανε και στην πιο πάνω διαδικασία. Αναφέρει, επίσης, ότι η Αιτήτρια δεν προβάλλει στην ένορκη δήλωση της κανένα βάσιμο λόγο γιατί δεν προχώρησε στην καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης εντός της προθεσμίας που προβλέπουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Από τη στιγμή που έλαβε γνώση της παρούσας αγωγής από τις 9/1/2024, μπορούσε να καταχωρήσει αυτοπροσώπως σημείωμα εμφάνισης χωρίς την μεσολάβηση κάποιου δικηγόρου ή να λάβει αμέσως νομική συμβουλή και να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης δια μέσου δικηγόρου, πράγμα το οποίο αμέλησε να πράξει. Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί της για να δικαιολογήσει την παράλειψη εμφάνισης της είναι πλήρως ανυπόστατοι και εκ των υστέρων σκέψεις και δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να είναι επαρκείς και βάσιμοι για να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση ή/και την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης της. Αυτό διότι, δεν αναφέρει δικά της προβλήματα υγείας που να την εμπόδιζαν να καταχωρήσει αυτοπροσώπως σημείωμα εμφάνισης χωρίς τη μεσολάβηση κάποιου δικηγόρου ή να λάβει αμέσως νομική συμβουλή και να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης δια μέσου δικηγόρου, διότι είχε πολλές γραπτές υπενθυμίσεις για το επίδικο χρέος και τη διαδικασία πλειστηριασμού του ενυπόθηκου ακινήτου σε διάφορες ημερομηνίες πριν και μετά την επίδοση της αγωγής και διότι την 1/11/2024, είχε την πιο πάνω τηλεφωνική επικοινωνία με λειτουργό της Καθ’ ης η αίτηση κατά την οποία της ζήτησε να μην προχωρήσει ο πλειστηριασμός καθώς θα λάμβανε χρήματα από τη προαναφερόμενη δικαστική διαμάχη.
Όπως, περαιτέρω, αναφέρει οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας σχετικά με τη Σύμβαση Υποθήκης Υ6632/2009 είναι ανυπόστατοι, γενικοί, αόριστοι, ατεκμηρίωτοι και αντιφατικοί και δεν μπορούν να αποτελέσουν υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή, αφού από μια απλή ανάγνωση της διαπιστώνεται ότι τόσο το ποσό που εξασφαλίζει η υποθήκη όσο και ο τόκος και τα έξοδα καθορίζονται και υπολογίζονται ξεκάθαρα. Επιπλέον, εκείνο που παραλείπει να αναφέρει η Αιτήτρια, είναι ότι εκτός της επίδικης υποθήκης παρείχε και προσωπική εγγύηση με την υπογραφή εγγυητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 9/11/2009 (Τεκμήριο 2 στην πιο πάνω ένορκη δήλωση του) και ότι το επίδικο δάνειο αναδιαρθρώθηκε 2 φορές, το 2012 και το 2015 με την υπογραφή τροποποιητικών συμφωνιών και των επιστολών παραχώρησης πιστωτικής διευκόλυνσης/αναδιάρθρωσης (Τεκμήρια 3, 4 και 5 στην προαναφερόμενη ένορκη δήλωση του). Η Αιτήτρια, συνεπώς, είχε πλήρη και συνεχή γνώση των όρων της επίδικης δανειοδότησης και ένεκα της συμπεριφοράς της και των παραστάσεων της προς την Καθ’ ης η αίτηση κωλύεται (she is estopped) στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης παραμερισμού να αναφέρει την εντελώς ανυπόστατη υπεράσπιση της.
Νομική πτυχή
Η υπό κρίση αίτηση εδράζεται επί της Δ.17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just».
Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Σκάρος v. Χριστοδούλου κ.ά. (1998) 1(Α) Α.Α.Δ. 291, «Οι αρχές που διέπουν τον παραμερισμό μιας απόφασης που εκδόθηκε από ένα πρωτόδικο Δικαστήριο έχουν καθορισθεί στην Αγγλική απόφαση Evans v. Bartlam [1937] 2 All E.R. 646 και έχουν υιοθετηθεί στις Κυπριακές Αποφάσεις Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company (1961) C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli (1963) 2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael (1982) 1 C.L.R. 204, Mine and Quarry Services Ltd. v. Α. Γεωργίου (Μαύρου) (1993) 1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ. v. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ. (1997) 1(Α) Α.Α.Δ. 28 και Milouca Motor Trading Ltd. v. Κούρτης (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 941».
Στην υπόθεση Παναγιώτης Ανδρέου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (2003) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1596 ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Μ. Πικής συμπύκνωσε τις αρχές που διέπουν αιτήσεις παραμερισμού στις ακόλουθες προτάσεις:-
«(α) Η παράλειψη εμφάνισης ή υποβολής Υπεράσπισης πρέπει να εξηγηθεί
όπως και η όποια καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για παραμερισμό
της εκδοθείσας απόφασης.
(β) Προϋπόθεση για τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης αποτελεί η
αποκάλυψη συζητήσιμης Υπεράσπισης.
(γ) Και όπου αποκαλύπτεται Υπεράσπιση η αίτηση δυνατόν να απορριφθεί,
όταν η καθυστέρηση, στην κίνηση του μηχανισμού για παραμερισμό της
εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που να καταδεικνύει καταφρόνηση της
δικαστικής διαδικασίας.»
Με βάση τις πρόνοιες της Δ.17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το ζήτημα του παραμερισμού απόφασης ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλ. Φραντζής v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις Λτδ) (1996) 1(Α) Α.Α.Δ. 1094 και Χρύσω Πετεινάρη κ.ά v. B2CAPITAL CYPRUS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 113/2019, ημερ. 3/10/24).
Το βάρος απόδειξης σε τέτοιους είδους αίτηση, το φέρει ο αιτητής. Στην υπόθεση Φρανζής (ανωτέρω) λέχθηκε πως, «Για να ακυρωθεί εκδοθείσα απόφαση ο αιτητής οφείλει να πείσει πως διαθέτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην προβαλλόμενη εναντίον του απαίτηση. Θα πρέπει να προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, χωρίς το δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού».
Το πιο πάνω αποδεικτικό βάρος που έχει ο αιτητής για να αποκαλύψει τα στοιχεία που θα συνιστούσαν την υπεράσπιση του εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών στοιχείων για την εκ πρώτης όψεως υπόθεση έστω και αν αυτή αμφισβητείται με την ένσταση. Η μαρτυρία που πρέπει να προσκομιστεί για το σκοπό αυτό από τον αιτητή πρέπει να είναι υπό μορφή ένορκης δήλωσης ή άλλης έγγραφης μαρτυρίας που να επισυνάπτεται σε αυτήν, χωρίς προφορική μαρτυρία αλλά βεβαίως με δικαίωμα αντεξέτασης με βάση τη Δ.39 Θ.1 (βλ. Evans (ανωτέρω) και Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd (1994) 1 A.A.Δ. 736).
Το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει υπόψη και το χρόνο που διέρρευσε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού, καθώς και την αιτιολόγηση που προσφέρεται για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Το Δικαστήριο έχει κάθε εξουσία να αρνηθεί το επανάνοιγμα υπόθεσης, εάν η συμπεριφορά ενός διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση MILOUCA (ανωτέρω), αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά:
«Η νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί αίτηση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης εφόσον διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντίδικου».
Οι ίδιες αρχές έχουν υιοθετηθεί και στη Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου (Μαύρου) (1993) 1 Α.Α.Δ. 26, στην οποία έχει αναφερθεί ότι, «Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του.»
Έχοντας υπόψη τις αρχές που τίθενται στη νομολογία και μετά από μελέτη της αίτησης και της ένστασης με τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν, καθώς και των τεκμηρίων που επισυνάφθηκαν σε αυτές, όπως και των τεκμηρίων που ο Ενόρκως Δηλών επισύναψε στην ένορκη δήλωσή του, ημερ. 20/12/2024 για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης εναντίον των Εναγομένων (βλ. Γεωργίου ν. Οργ. Χρημ. Τραπ. Κύπρου Λτδ (Αρ. 2) (1999) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1938), καθώς και τις αγορεύσεις των συνηγόρων, θα προχωρήσω στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης, ξεκινώντας από το ζήτημα κατά πόσο η Αιτήτρια έχει καταδείξει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση.
Παρόλο που στο στάδιο αυτό η Αιτήτρια δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει την υπεράσπιση της ούτε αξιολογούνται οι ισχυρισμοί τους (βλ. Μαρία Λευκίδου v. Άριστος Κανναουρίδης (1999) 1Α Α.Α.Δ. 528 και Φραντζής (ανωτέρω)), εντούτοις θα πρέπει να προβάλει κάποιους ισχυρισμούς οι οποίοι εκ πρώτης όψεως να τεκμηριώνονται και να καταδεικνύουν μια αληθοφανή και λογική υπεράσπιση. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω), το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια έχει πρωταρχικό καθήκον να διακρίνει κατά πόσον αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits), ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας προς υποστήριξη της θέσης της ότι η υποθήκη είναι άκυρη ή/και παράνομη διακρίνονται από γενικότητα και αοριστία, χωρίς να προβάλλεται οποιοδήποτε θετικό γεγονός που να στοιχειοθετεί υπεράσπιση. Η Αιτήτρια δεν προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένα και θετικά στοιχεία ικανά να καταδείξουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, ώστε να δικαιολογείται ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης.
Ενδεικτικά, οι ισχυρισμοί της ότι οι όροι της υποθήκης δεν συνάδουν με τους όρους των επίδικων δανειακών συμφωνιών δεν συνοδεύονται από αναφορά σε ποιους όρους της υποθήκης και των επίδικων συμφωνιών επικαλείται. Αντίστοιχα, υποστηρίζει ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης καλείται να καταβάλει επιπρόσθετα ποσά πέραν του ποσού της υποθήκης, χωρίς όμως να προσκομίζει οποιοδήποτε στοιχείο που να τεκμηριώνει ότι πράγματι υπήρξε χρέωση τέτοιων ποσών. Στο σημείο αυτό, επισημαίνεται ότι σε κανένα σημείο της ένορκης δήλωσής της δεν υποστηρίζει ότι το μαρτυρικό υλικό που προσκόμισε η Καθ’ ης η αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου για την απόδειξη της απαίτησής της δεν τεκμηριώνει την οφειλή ή ότι στο εξ’ αποφάσεως χρέος περιλήφθηκαν χρεώσεις κατά παράβαση των όρων της υποθήκης.
Επιπλέον, η Αιτήτρια, κατά γενικό και αόριστο τρόπο, ισχυρίζεται ότι στη σύμβαση υποθήκης περιέχονται παράνομοι, καταχρηστικοί και άκυροι όροι, χωρίς και πάλι να προσδιορίζει σε ποιους όρους αναφέρεται.
Είναι νομολογημένο ότι η ύπαρξη καλής υπεράσπισης δεν καταδεικνύεται με την παράθεση γενικόλογων ισχυρισμών αλλά με την προβολή θετικών ισχυρισμών που να την καταδεικνύουν. Πρέπει να προσκομιστούν κάποια αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία εξυπακούεται ότι θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα αποδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σε αυτούς κάποια βαρύτητα, όπως συνέβη στην παρούσα περίπτωση, θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών (βλ. Καλλής ν. Alpha Bank Ltd (2002) 1 Α.Α.Δ. 793 και Hellenic Bank Ltd (2001) 1Γ Α.Α.Δ. 2118).
Στην υπόθεση Kameneva v. Τραπεζα Κυπρου Δημοσια Εταιρεια Λτδ (Πρωην) Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (Πρώην) Marfin Popular Bank Public Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ Ε102/2015, ημερ. 29/3/2021, με την ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση προβαλλόταν ένας μεγάλος αριθμός διαζευκτικών υπερασπίσεων, που έπλητταν την εγκυρότητα τραπεζικών συμβάσεων, χωρίς την ιδιαίτερη ενασχόληση με την κάθε υπεράσπιση. Επικυρώθηκε η απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι δεν καταδείχθηκε με εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση.
Στην υπόθεση, επίσης, Φελλάς ν. Emboriki Bank Cyprus Ltd (Πολ. Εφ. 17/13, ημερ. 07/04/2020), ECLI:CY:AD:2020:A111, πανομοιότυποι ισχυρισμοί με εκείνους που προέβαλαν οι Εφεσείοντες προς υπεράσπισή τους — ότι δηλαδή η επίδικη υποθήκη θα έπρεπε να ακυρωθεί, επειδή εγγράφηκε κατά παράβαση των άρθρων 4, 5, 6 και 21(1)(γ) και (δ) του Νόμου 9/65— κρίθηκαν από το πρωτόδικο δικαστήριο, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, ότι δεν επέφεραν την ακυρότητά της.
Στη βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι η Αιτήτρια δεν κατέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης ή συζητήσιμου θέματος προς εκδίκαση.
Αν και η πιο πάνω κατάληξη σφραγίζει την τύχη της αίτησης θα εξετάσω και τη δεύτερη σωρευτική προϋπόθεση αν, δηλαδή, καταδείχθηκε σοβαρός λόγος για τη μη εμφάνιση της Αιτήτριας στη διαδικασία. Στην υπόθεση Jurgen κ.α. V. Σταυρινου, Πολιτική Έφεση Αρ. 80/2014, ημερ. 1/6/2020 λέχθηκε ότι:
«Η νομολογία αποκαλύπτει ότι για την παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης πρέπει να δίδονται ικανοποιητικοί λόγοι, όπως, για παράδειγμα, ότι η αγωγή δεν περιήλθε σε γνώση των εναγομένων δίδοντας προς τούτο συγκεκριμένες και εύλογες εξηγήσεις, (Iason Travel & Tours Ltd n. L. Pashias Travel Ltd (2013) 1 Α.Α.Δ. 402). Επίσης, όμως, ότι η άνευ επαρκών εξηγήσεων παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης αποτελεί καλό λόγο για μη παραμερισμό.»
Στην προκείμενη περίπτωση, υπενθυμίζεται ότι η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση στις 31/03/2025, δηλαδή, περίπου 14 μήνες μετά την επίδοση της αγωγής στις 09/01/2024. Ο λόγος που επικαλείται για τη μη εμφάνισή της ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν, ουσιαστικά, η δύσκολη κατάσταση στην οποία βρέθηκε λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε ο σύζυγός της, τόσο πριν όσο και κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής, καθώς και μετά τον θάνατό του, που έλαβε χώρα στις 19/04/2024.
Δεν παραβλέπω τη θέση της Αιτήτριας σχετικά με τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε ο σύζυγός της, όπως αυτά περιγράφονται στο τεκμήριο 3, ούτε το γεγονός ότι του παρείχε φροντίδα. Ο ισχυρισμός της, ωστόσο, ότι η απαιτητική καθημερινότητα και η ανάγκη να φροντίζει μόνη της και χωρίς καμία απολύτως βοήθεια τον σύζυγό της, αποτελούσαν τον λόγο για τον οποίο παρέλειψε να λάβει οποιοδήποτε μέτρο, δεν φαίνεται να υποστηρίζεται από τη Βεβαίωση ημερομηνίας 29/8/2018, από την οποία προκύπτει ότι ο σύζυγός της διέμενε από την 1/11/2017 σε Κοινοτική Στέγη, όπου του παρέχονταν υπηρεσίες φροντίδας σε 24ωρη βάση (βλ. τεκμήριο 4). Δεν παραγνωρίζω ότι, σύμφωνα με το Τεκμήριο 3, ο σύζυγος της έχρηζε καθημερινής στενής παρακολούθησης και θεραπείας. Ωστόσο, ως προς την αναφορά στο εν λόγω τεκμήριο ότι η Αιτήτρια επωμίστηκε το κύριο βάρος της παρακολούθησης και της θεραπείας του, δεν προσδιορίζεται με την απαιτούμενη σαφήνεια ο τρόπος με τον οποίο η ίδια φέρεται να ανέλαβε τα καθήκοντα αυτά, ούτε προσκομίζεται οποιαδήποτε μαρτυρία ή άλλο τεκμήριο που να τεκμηριώνει την ικανότητά της να παρακολουθεί ή να διαχειρίζεται τη θεραπευτική του αγωγή. Περαιτέρω, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η απαιτητική καθημερινότητα στην οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, περιήλθε λόγω της κατάστασης της υγείας του συζύγου της, δεν φαίνεται να την εμπόδιζε από το να παραλαμβάνει προσωπικά από το ταχυδρομείο τις Ειδοποιήσεις που της αποστέλλονταν από την Καθ’ ης η αίτηση (βλ. τεκμήρια1 έως 6 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση).
Επιπρόσθετα των πιο πάνω επισημαίνω, πως η ανάθεση της υπόθεσης στον δικηγόρο της μόλις στις 07/03/2025, τέσσερις μήνες μετά τον φερόμενο εντοπισμό της αγωγής και της Ειδοποίησης ΙΑ, με την οποία της γνωστοποιείτο ότι θα πραγματοποιείτο ο πλειστηριασμός της οικίας της στις 04/11/2024, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον ισχυρισμό της περί «άμεσης» αντίδρασης της, όταν εντόπισε τα πιο πάνω έγγραφα. Πέραν αυτού σημειώνω πως ενώ, σύμφωνα με τη μη αμφισβητούμενη εκδοχή της Καθ’ ης η αίτησης, η Αιτήτρια επικοινώνησε τηλεφωνικά με λειτουργό της την 01/11/2024, ζητώντας της να μην προχωρήσει ο πλειστηριασμός, γεγονός που καθιστά εμφανή την δυνατότητα της για άμεση αντίδραση, εντούτοις ουδεμία εξήγηση δίνει ως προς το λόγο που απευθύνθηκε στον δικηγόρο της τέσσερις μήνες αργότερα.
Η σωρευτική αποτίμηση όλων των πιο πάνω δεικνύει, κατά την κρίση μου, ότι η Αιτήτρια επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται.
Όσον αφορά τα έξοδα δεν βλέπω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Κατά συνέπεια, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η αίτηση – Ενάγουσας και σε βάρος της Αιτήτριας-Εναγόμενης 2, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο.
(Υπ.) ……….........................................
Ε. Χατζήπαπα-Αβραάμ, Α.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο