ΣΩΤΗΡΙΟΥ YIAROSLAVSTEVA ΟΛΕΝΑ ν. CNP ASFALISTIKI LTD, Αρ. Αγωγής: 292/2018, 8/9/2025
print
Τίτλος:
ΣΩΤΗΡΙΟΥ YIAROSLAVSTEVA ΟΛΕΝΑ ν. CNP ASFALISTIKI LTD, Αρ. Αγωγής: 292/2018, 8/9/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ                                               Αρ. Αγωγής: 292/2018

Ενώπιον:  Μ.Π. Μιχαήλ, Ε.Δ.

 

Μεταξύ:

ΣΩΤΗΡΙΟΥ YIAROSLAVSTEVA ΟΛΕΝΑ

Ενάγουσα

-και-

 

CNP ASFALISTIKI LTD, Ακροπόλεως 17,2006 Στρόβολος

Εναγομένη

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Ημερομηνία: 08/09/25

Εμφανίσεις:

Για Ενάγουσα: κ. K. Κότροφος για Δρ. Α. Ποιητής & Σια ΔΕΠΕ

Για Εναγόμενη: κα Θ. Θεοδώρου για Τάσσος Παπαδόπουλος ΔΕΠΕ

 

  1. Εισαγωγή:

 

Στις 19/07/2017  περί η ώρα 0830 π.μ η Ενάγουσα ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο της μάρκας Nissan Juke με αριθμό εγγραφής [ ] ενεπλάκη σε ατύχημα, αφού σε κάποιο σημείο του δρόμου την οδό Τουζχάνε στην Λάρνακα, το αυτοκίνητο κινήθηκε δεξιότερα, ανέβηκε σε χωμάτινο ανάχωμα που βρισκόταν εκτός του δρόμου και ανετράπη. Ως αποτέλεσμα το αυτοκίνητο της Ενάγουσας υπέστη ζημιές. Η Ενάγουσα διατηρούσε ασφαλιστική κάλυψη του αυτοκινήτου της με την Εναγόμενη, ασφαλιστική εταιρεία. Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει όπως η Εναγόμενη, την αποζημιώσει για τις ζημιές του αυτοκινήτου της που ανέρχονται σε €8,000, σύμφωνα με την ασφαλιστική συμφωνία που διατηρούσε με την Εναγόμενη.

 

Η Εναγόμενη με τη σειρά της ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα ενεπλάκη στο ατύχημα ενώ βρισκόταν κάτω από την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών. Ως ισχυρίζεται, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας ασφαλιστικής κάλυψης που διατηρούσε με την Ενάγουσα, δεν είναι υπόχρεη να καλύψει οποιοδήποτε πρόσωπο που εμπλέκεται σε ατύχημα ενώ βρίσκεται κάτω από την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών.

 

Σημειώνεται ότι οι διάδικοι δια των συνηγόρων τους συμφώνησαν ρητά σε παραδεκτά γεγονότα, τα οποία κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο Α. Τα γεγονότα αυτά έχουν ως εξής:

 

  1. Η Ενάγουσα ήταν, κατά τον επίδικο χρόνο η ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής [ ] ( Nissan Juke)
  2. Η Εναγόμενη είναι ασφαλιστική εταιρεία, νομοτύπως εγγεγραμμένη στην Κύπρο.
  3. Κατά τον επίδικο χρόνο, η Εναγόμενη παρείχε πλήρη και περιεκτική ασφαλιστική κάλυψη του αυτοκινήτου, υπό τους όρους και προϋποθέσεις που αναφέρονται στην σύμβαση ασφάλισης των διαδίκων. Η σύμβαση ασφάλισης αποτελείται από τους Γενικούς Όρους, τον Πίνακα Ασφάλισης, το Πιστοποιητικό Ασφάλισης και Πρόσθετες Πράξεις, τα οποία είναι αναπόσπαστα μέρη αυτής και επισυνάπτονται ως Έγγραφο Α επί του Τεκμηρίου Α.
  4. Στις 19/07/2017 και περί 0830 πμ η Ενάγουσα ενεπλάκη σε ατύχημα με το αυτοκίνητο της.
  5. Το όχημα με αριθμό εγγραφής [ ] έχει εκτιμηθεί και έχει διαφανεί ότι είναι ασύμφορο προς επιδιόρθωση. Έτσι το όχημα είναι total loss, με αξία προ του ατυχήματος (pre-accident value) €11.000,00 και με απομένουσα αξία €3.000,00 (salvage). Κατά συνέπεια, το ποσό της αποζημίωσης ανέρχεται σε €8.000,00. Η σχετική εκτίμηση επισυνάπτεται επίσης ως Έγγραφο Β επί του Τεκμηρίου Α.

 

Συνεπώς το μοναδικό επίδικο γεγονός που φαίνεται να εγείρεται με την παρούσα υπόθεση είναι το κατά πόσο η Ενάγουσα οδηγούσε κάτω υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών όταν ενεπλάκη στο επίδικο ατύχημα.

 

 

  1. Μαρτυρία: 

 

Στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης κλήθηκαν να δώσουν μαρτυρία 4 πρόσωπα. Από πλευράς Ενάγουσας προσφέρθηκε μαρτυρία από την ίδια την Ενάγουσα, (στο εξής αναφερόμενης ως Μ. Ε 1). Από πλευράς Εναγομένης προσφέρθηκε μαρτυρία από τον Αστυφύλακα 2933 κ. Γιώργος Γεωργίου ( στο εξής Μ.Υ 1), από τον Αστυφύλακα 3733 κ. Κυριάκο Παπακυριακού ( στο εξής Μ.Υ 2) και από την Δρ. Ελένη Χατζηκυπριανού ( στο εξής Μ.Υ 3). Ακολουθεί συνοπτική παράθεση της μαρτυρίας:

Η M. Ε 1 :

H M.E 1 κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Σύμφωνα με τη θέση της ενώ οδηγούσε το όχημα της, με αριθμούς εγγραφής ΜΕΡ 425, στις 19/07/2017 ώρα 0830 π.μ, σε κάποιο σημείο ένιωσε ξαφνική ζάλη και έχασε τις αισθήσεις της, την ώρα που οδηγούσε, με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο του οχήματος της. Το όχημα κινήθηκε δεξιότερα του δρόμου, ανέβηκε σε χωμάτινο ανάχωμα και ανατράπηκε. Η ίδια ξύπνησε μέσα σε ασθενοφόρο με κολάρο στο λαιμό και μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο. Το όχημα της υπέστη ζημιές. Κατά τον επίδικο χρόνο είχε ανανεωμένο πιστοποιητικό ασφάλισης με την Εναγόμενη, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 Επισυνάπτει επίσης ως Τεκμήριο 2 την αλληλογραφία των δικηγόρων της με την Εναγόμενη, από την οποία φαίνεται η άρνηση της τελευταίας να καλύψει τις ζημιές που προέκυψαν από το εν λόγω ατύχημα,  ισχυριζόμενη ότι  η Ενάγουσα οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ.

Αντεξέταση:

Κατά την αντεξέταση της, υποδείχθηκε στην μάρτυρα η κατάθεση της στην Αστυνομία στις 14/08/2017, από την οποία αναγνώρισε την υπογραφή της και κατατέθηκε ως τεκμήριο 3. Η μετάφραση της εν λόγω κατάθεσης σημειώθηκε ως τεκμήριο 4.  Η μάρτυρας ανέφερε ότι τη στιγμή του επίδικου ατυχήματος κατευθυνόταν από το σπίτι της προς την Λάρνακα για να πάει να συναντήσει κάποια φίλη της σε καφετέρια. Το προηγούμενο βράδυ ανέφερε ότι ήταν σπίτι της και είχε καταναλώσει, γύρω στις 11 το βράδυ, 100 ml ουίσκι και συγκεκριμένα δύο μινιατούρες των 50 ml η κάθε μια. Το πρωί που ξύπνησε ήπιε τα χάπια που της συνταγογράφησε ο ψυχίατρος της και συγκεκριμένα τα Zoloft και τα Anafranil. Διαφώνησε όμως με την αναφορά που γίνεται στην κατάθεση της ότι το πρωί της μέρας του ατυχήματος ήπιε τα χάπια Fluxil και Lorans. Το Fluxil όπως ανέφερε δεν το θυμάται να το έπαιρνε ποτέ. Το Lorans όταν πρέπει να το πάρει το παίρνει το βράδυ.

Μετά το ατύχημα παραλήφθηκε από ασθενοφόρο και κατέληξε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Εκεί όπως αναφέρει ήταν παρόντες δύο αστυνομικοί. Συγκεκριμένα, μία γυναίκα και ένας μελαχρινός άντρας. Η γυναίκα δεν την πλησίασε και δεν της μίλησε. Ο άνδρας αστυνομικός ήταν αυτός που της ζήτησε να φυσήσει σε συσκευή για αλκοτέστ.  Όσες φορές της ζητήθηκε να φυσήσει, δηλαδή δύο φορές, η Μ.Ε 1 ισχυρίζεται ότι το έπραξε. Μετά που φύσησε την πρώτη φορά, ο άνδρας έφυγε, ξαναήρθε και της ζήτησε να ξαναφυσήξει. Δεν γνωρίζει αν ήταν στην ίδια συσκευή που φύσησε και τις δύο φορές ή αν ήταν σε διαφορετική.

Ο Μ.Υ 1:

O M.Y 1 ανέφερε ότι σήμερα υπηρετεί στην Λιμενική αστυνομία. Κατά το χρόνο όμως του επίδικου ατυχήματος, ήτοι το 2017 ήταν στο κλάδο διερεύνησης οδικών και τροχαίων ατυχημάτων της τροχαίας Λάρνακας. Μάλιστα, μέχρι τότε είχε 15 χρόνια εμπειρίας, ενώ μέρος των καθηκόντων του ήταν και ο έλεγχος αλκοόλης. Την ημέρα του ατυχήματος ήταν σε υπηρεσία. Όπως αναφέρει γύρω στις 0835 π.μ στις 19/07/2017 επικοινώνησε με την τροχαία Λάρνακας και του αναφέρθηκε το επίδικο τροχαίο ατύχημα. Ανέλαβε καθήκοντα ως ανακριτής του ατυχήματος.

Ο Μ.Υ 1 μετέβη στην σκηνή του ατυχήματος προκειμένου να προβεί σε  εξετάσεις. Στο σημείο εκείνο οι  παρευρισκόμενοι τον ενημέρωσαν ότι η οδηγός του οχήματος παραλήφθηκε από ασθενοφόρο όχημα. Εξ’ όσων του αναφέρθηκε δεν υπήρχε κάποιος αυτόπτης μάρτυρας του ατυχήματος. Στη συνέχεια ενημέρωσε συναδέλφους του με σκοπό να μεταβούν στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, προκειμένου να εντοπίσουν την οδηγό και να ενημερωθούν για την κατάσταση της υγείας της, τα στοιχεία της και το κατά πόσο οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης. Όπως ανέφερε αυτή η διαδικασία είναι κάτι που συνηθίζεται σε όλα τα ατυχήματα. Ακολούθως μαζί με τον συνάδελφο του ετοίμασε πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος, στο οποίο τοποθέτησε τα διάφορα ευρήματα του και τις αναγκαίες μετρήσεις που έκανε. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του κατέθεσε έντυπο με τις αναγραφόμενες ζημιές του εμπλεκόμενου οχήματος ως Τεκμήριο 5. Επίσης αναγνώρισε την κατάθεση του η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 6.

Ο μάρτυρας αναφέρει ότι ετοίμασε πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής του ατυχήματος το οποίο και κατέθεσε ως Τεκμήριο 7.

Ο μάρτυρας ανέφερε ότι έλαβε κατάθεση από την Ενάγουσα όσο και από την διερμηνέα της στις 14/08/2017. Η κατάθεση της διερμηνέως αναγνωρίστηκε από μέρους του και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 8. Η γραπτή κατηγορία προς την Ενάγουσα στα Ελληνικά αναγνωρίστηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 9 ενώ η αντίστοιχη στη Ρωσική γλώσσα αναγνωρίστηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 10.

Αναφορικά με τον έλεγχο αλκοόλης στην Ενάγουσα, οι γνώσεις του μάρτυρα, όπως ο ίδιος ανέφερε πηγάζει από τις καταθέσεις των συναδέλφων του. Ενόψει του ρόλου του, ως ο ανακριτής της υπόθεσης, οι συνάδελφοι του τον ενημέρωναν για κάθε εξέλιξη.  Στη βάση αυτών των πηγών πληροφόρησης του, ο μάρτυρας αναφέρει ότι στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας έγινε έλεγχος αλκοόλης στην Ενάγουσα με ένδειξη 90mg.  Όπως αναφέρει η Ενάγουσα αρνήθηκε να δώσει δεύτερο δείγμα για τον τελικό έλεγχο, με αποτέλεσμα να την κατηγορήσει για το εν λόγω αδίκημα.

Ο μάρτυρας αναφέρει ότι πριν την λήψη δείγματος εκπνοής για έλεγχο από την Ενάγουσα, λήφθηκε συγκατάθεση του επί καθήκοντι ιατρού, ότι η υγεία της Ενάγουσας το επέτρεπε. Επί του συγκεκριμένου ζητήματος κατατέθηκε κατάθεση του ιατρού που εξέτασε την Ενάγουσα και έδωσε την εν λόγω συγκατάθεση, ημερομηνίας 19/07/2017, ως Τεκμήριο 11.  Επίσης κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12 αντίγραφο αστυνομικού εντύπου 94, ημερομηνίας 19/07/2017. Στο εν λόγω έντυπο περιλαμβάνεται η συγκατάθεση του ιατρού για παροχή δείγματος εκπνοής από την Ενάγουσα, όπως επίσης και το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής εξέτασης που διενεργήθηκε στην Ενάγουσα, με ένδειξη 90 μg%.  Ο μάρτυρας κατέθεσε επίσης ως τεκμήρια τις καταθέσεις των αστυφυλάκων που ήταν παρόντες στο Γενικό Νοσοκομείο και διενήργησαν τον έλεγχο αλκοόλης στην Ενάγουσα. Η κατάθεση της Αστυφύλακος 370 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 13 και η κατάθεση του Αστυφύλακα 3733 ( Μ.Υ 2) ως Τεκμήριο 14.   

Ο μάρτυρας περαιτέρω τόνισε ότι έχει σημασία το γεγονός ότι ο έλεγχος αλκοόλης στην Ενάγουσα έγινε 1 ώρα μετά το ατύχημα. Με βάση την μεγάλη του εμπειρία στα συγκεκριμένα ζητήματα, ως ανάφερε, εξαιτίας της μίας ώρας που μεσολάβησε μεταξύ του ατυχήματος και του ελέγχου και δεδομένου ότι σε αυτή την μία ώρα η Ενάγουσα δεν κατανάλωσε καθόλου αλκοόλ, το αποτέλεσμα του τελικού ελέγχου, δεν θα είχε μεγάλη απόκλιση από αυτό του προκαταρκτικού.

Αναφορικά με τη συσκευή ελέγχου αλκοόλης που χρησιμοποιήθηκε για τον έλεγχο της Ενάγουσας ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 15 έγγραφο του Υπουργείου Συγκοινωνιών  και Έργων, με τίτλο Πιστοποίηση. Όπως ανέφερε ο μάρτυρας, όλες οι συσκευές αλκοόλης ελέγχονται από τεχνικούς σε τακτά χρονικά διαστήματα, πιστοποιούνται και μόνο τότε μπορούν να χρησιμοποιηθούν.

Τέλος αναφέρει ότι παρά το γεγονός ότι σχηματίστηκε Ποινικός φάκελος εναντίον της Ενάγουσας, η τελευταία δεν εντοπίστηκε, γι’ αυτό δεν ασκήθηκε Ποινική δίωξη εναντίον της.

Αντεξέταση:

H αντεξέταση του μάρτυρα επικεντρώθηκε στον κατ’ ισχυρισμό έλεγχο αλκοόλης της Ενάγουσας. Στο πλαίσιο αυτό ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι όταν υπάρχει ακόμα αλκοόλ στο στόμα κάποιου ο οποίος υποβάλλεται σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης, η συσκευή θα δείξει ένδειξη «mouth alchohol». Συνεπώς, η εν λόγω συσκευή ενημερώνει ότι ο συγκεκριμένος οδηγός ήπιε πολύ πρόσφατα αλκοόλ και είναι ήδη στο στόμα του. Στη συνέχεια ο οδηγός υποβάλλεται στον τελικό έλεγχο αλκοόλης, ο οποίος είναι και ο πιο ακριβής. Δίνονται δύο δείγματα και χρησιμοποιείται το πιο χαμηλό. Το δείγμα που λαμβάνεται στον προκαταρκτικό και στον τελικό έλεγχο δεν έχει διαφορά.  Απλά στον προκαταρκτικό έλεγχο δίνεται μόνο ένα δείγμα ενώ στον τελικό δύο.

 

M.Y 2 Κυριάκος Παπακυριακού

Ο μάρτυρας αναγνώρισε την κατάθεση του (τεκμήριο 14). Κατά τον ουσιώδη χρόνο που συνέβη το επίδικο ατύχημα υπηρετούσε στην τροχαία Λάρνακας. Εκεί υπηρέτησε για διάστημα 7 ετών. Στη διάρκειας αυτών των ετών διενέργησε πάρα πολλούς ελέγχους αλκοόλης και παρακολούθησε σχετικές εκπαιδεύσεις. Οι εκπαιδεύσεις αφορούσαν το πως διενεργείται ο έλεγχος αλκοόλης, αλλά και στο πως λειτουργεί η μηχανή προκαταρκτικού και τελικού ελέγχου.

Όπως αναφέρει στις 19/07/2017, κατόπιν κλήσης από συνάδελφο του μετέβη, μαζί με την Λοχία κα Κωνσταντίνου, στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, προκειμένου να προχωρήσει σε έλεγχο αλκοόλης της οδηγού οχήματος που ενεπλάκη στο επίδικο ατύχημα.

Όταν έφτασαν στο Νοσοκομείο μετέβησαν στο χώρο των πρώτων βοηθειών και εντόπισαν το άτομο που είχε εμπλακεί στο ατύχημα δηλαδή την Ενάγουσα. Ακολούθως, ζήτησαν από τον ιατρικό λειτουργό να τους δώσει την συγκατάθεση του για να προβούν σε έλεγχο αλκοόλης στην Ενάγουσα και αφού έλαβαν τη συγκατάθεση του ιατρού προχώρησαν με τον έλεγχο.

Ο μάρτυρας εξήγησε ότι ο έλεγχος αλκοόλης διενεργείται με συγκεκριμένο τρόπο. Ζητείται από τον οδηγό αρχικά να δώσει ένα δείγμα (“φύσημα”) για προκαταρκτικό έλεγχο. Αναλόγως του αποτελέσματος για το οποίο ενημερώνεται ο οδηγός, διενεργείται ο επόμενος έλεγχος που είναι και η τελική εξέταση η οποία διενεργείται με άλλη μηχανή.

Στην προκειμένη περίπτωση έγινε μόνο ο προκαταρκτικός έλεγχος καθότι η Ενάγουσα αρνήθηκε να δώσει άλλο δείγμα, μετά τον προκαταρκτικό έλεγχο. Αναφορικά με το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής εξέτασης ο μάρτυρας ανάφερε ότι αυτό ανήλθε στα 90 μικρογραμμάρια αντί 22 μικρογραμμάρια που είναι το επιτρεπτό από το Νόμο όριο.

Ο μάρτυρας στο πλαίσιο της εμπειρίας του στη χρήση των μηχανών ελέγχου αλκοόλης, ανέφερε τη σημασία που, κατά τη γνώμη του, είχε στην προκειμένη περίπτωση το γεγονός ότι παρήλθε χρονικό διάστημα περί της 1 ώρας από το ατύχημα μέχρι την διενέργεια του ελέγχου αλκοόλης.  Όπως ανέφερε το θετικό αποτέλεσμα σε προκαταρκτικό έλεγχο αποτελεί ένδειξη ότι κάποιος έχει καταναλώσει αλκοόλ. Υπάρχουν όμως δύο ενδεχόμενα: Το πρώτο είναι το αποτέλεσμα του προκαταρκτικού ελέγχου να είναι το πραγματικό. Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι να είχε μόλις προηγουμένως καταναλώσει αλκοόλ ο οδηγός και αυτό να είχε παραμείνει στη στοματική του κοιλότητα (“mouth alcohol”), και αυτό να επηρεάζει το αποτέλεσμα της προκαταρκτικής μηχανής. Αυτό το ενδεχόμενο εντοπίζεται κατά την τελική εξέταση. Με την παρέλευση, όμως, μίας ώρας από τη στιγμή που έγινε το ατύχημα μέχρι τη στιγμή διενέργειας του ελέγχου, δεν υπάρχει περίπτωση να θεωρηθεί ως “mouth alcohol” το αποτέλεσμα της εξέτασης της οδηγού. Επίσης από την εμπειρία του στην διενέργεια ελέγχων αλκοόλης φαίνεται πως υπάρχει μία πτώση στο ποσοστό ύψους 0,7 - 1% ανά ώρα. Εν ολίγοις θεωρεί ότι αν γινόταν ο έλεγχος αλκοόλης στην Ενάγουσα κατά την ώρα που έγινε το ατύχημα, πιθανό η ένδειξη να ήταν ακόμα μεγαλύτερη.

Όπως ανέφερε, δεν γνωρίζει γιατί η Ενάγουσα αρνήθηκε να δώσει τελικό δείγμα. Είναι κάτι που όπως είπε συμβαίνει πάρα πολλές φορές. Ο πιθανότερος λόγος κατά τη γνώμη του, είναι το ότι η νομοθεσία προβλέπει στην άρνηση προκαταρκτικού ελέγχου, σύλληψη, ενώ αφού διενεργηθεί ο προκαταρκτικός έλεγχος, δεν προνοείται σύλληψη.

Αναφορικά με τη συσκευή που χρησιμοποιήθηκε για τον προκαταρκτικό έλεγχο της Ενάγουσας ισχυρίστηκε ότι η συγκεκριμένη, όπως και κάθε άλλη συσκευή τυγχάνει ελέγχους από το τμήμα τεχνολογικής και τεχνικής υποστήριξης της Αστυνομίας.  Αναγνώρισε μάλιστα το τεκμήριο 15 που αποτελεί πιστοποίηση ότι η εν λόγω συσκευή συνάδει με τα πρότυπα που τίθενται από τους σχετικούς κανονισμούς.

Ο μάρτυρας τέλος αναφέρει ότι είναι ο ίδιος που συμπλήρωσε το έντυπο που κατατέθηκε ως τεκμήριο 12 και ότι εκ παραδρομής ξέχασε να συμπληρώσει την παράγραφο 4 του Μέρους ΙΙ “ΤΕΛΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ”, δηλαδή δεν σημείωσε ότι η Ενάγουσα αρνήθηκε ή απέφυγε να δώσει δείγμα εκπνοής. 

Αντεξέταση:

Η αντεξέταση του μάρτυρα επικεντρώθηκε στον έλεγχο αλκοόλης που διενεργήθηκε στην Ενάγουσα από τον Μ.Υ1. Αναφορικά με τον τεχνικό έλεγχο των μηχανών προκαταρκτικού ελέγχου ο μάρτυρας ερωτώμενος απάντησε ότι  δεν γνωρίζει κάθε πότε πρέπει να γίνεται αυτός. O μάρτυρας δήλωσε ότι δεν είναι μηχανικός και δεν γνωρίζει περί των τεχνικών θεμάτων που αφορούν τις εν λόγω μηχανές.

Αναφορικά με τον έλεγχο αλκοόλης ο μάρτυρας συμφώνησε ότι η μηχανή τελικού ελέγχου είναι πιο αξιόπιστη και πιο εξειδικευμένη.

Στο μάρτυρα υποδείχθηκε το αστυνομικό έντυπο 94 που κατατέθηκε ως  τεκμήριο 12 και επιβεβαίωσε ότι η υπογραφή αστυνομικού που φέρει είναι η δική του. Όπως αναφέρει ο ίδιος μάλιστα συμπλήρωσε τον αριθμό 90 στο αποτέλεσμα του προκαταρκτικού ελέγχου όπως επίσης και τον αριθμό του οχήματος της Ενάγουσας.  Όπως ανέφερε άλλα σημεία του εντύπου πρέπει να συμπληρώθηκαν από τη Λοχία που ήταν μαζί του. Ο μάρτυρας ρωτήθηκε και αναφορικά με την υπογραφή του ιατρού στο Μέρος ΙΙΙ του Τεκμηρίου 12, σε σχέση με την υπογραφή του ιδίου ιατρού στο Τεκμήριο 11. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι υπογραφές φαίνεται να μην μοιάζουν, αλλά υπογράμμισε ότι ο ίδιος δεν είναι γραφολόγος.

Στο μάρτυρα υποβλήθηκε η θέση ότι το αποτέλεσμα του προκαταρκτικού ελέγχου δεν ήταν 90. Υποβλήθηκε επίσης η θέση ότι κάποιος παρενέβη και το 10 το έκανε 90 στο αστυνομικό έντυπο. Υποβλήθηκε επίσης η θέση ότι η Ενάγουσα δεν αρνήθηκε να δώσει δείγμα για έλεγχο. Ο μάρτυρας αρνήθηκε τις υποβολές και παρέπεμψε ξανά στην κατάθεση του (τεκμήριο 14 ) και στο αστυνομικό έντυπο 94 ( τεκμήριο 12).

Μ.Υ 3

H Μ.Υ 3 είναι ψυχίατρος και η Ενάγουσα είναι πελάτισσα της. Η Μ.Υ 3 κλήθηκε προκειμένου να δώσει μαρτυρία αναφορικά με τη ψυχική υγεία της Ενάγουσας και τη συνταγογραφούμενη σε αυτή φαρμακευτική αγωγή. Η μαρτυρία της Μ.Υ 3, κατόπιν ένστασης της Ενάγουσας δεν έγινε αποδεκτή, καθότι κρίθηκε ως άσχετη με τη δικογραφημένη εκδοχή της Εναγόμενης, η οποία περιοριζόταν στο ότι η Ενάγουσα οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλης. Η θέση ότι η Ενάγουσα οδηγούσε υπό την επήρεια οποιουδήποτε άλλου είδους φαρμάκων, κρίθηκε ως μη δικογραφημένη εκδοχή.

 

  1. Αξιολόγηση Μαρτυρίας

 

Προχωρώ σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα ( βλ. Al Ittihad Al Watani κ.ά. v. Παπαδόπουλου (2000) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1924). Σημειώνω ότι είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τον κάθε ένα από τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης. Η εντύπωση που αποκόμισα για τον κάθε μάρτυρα, από τις αντιδράσεις τους και τον τρόπο που απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους τέθηκαν, είναι με βάση πάγια Νομολογιακή Αρχή, εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας τους. (βλ. C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273)

 

Περαιτέρω, κατά την αξιολόγηση εκάστης μαρτυρίας λαμβάνω υπόψη το περιεχόμενο, την ποιότητα και την  πειστικότητα της. Η μαρτυρία του κάθε μάρτυρα αντιπαραβάλλεται και συγκρίνεται με το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου και με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. (βλ. Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 ΑΑΔ 506,  Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, Φώτσιου ν Ηροδότου (2010) 1Β ΑΑΔ 1172).

 

Αναφορικά με την μαρτυρία της Μ.Ε 1, σημειώνω ότι αυτή δεν έκανε καλή εντύπωση. Η θέση της ότι δεν είχε καταναλώσει αλκοόλ (αλλά ούτε και οποιαδήποτε φάρμακα που προκαλούν υπνηλία), πριν οδηγήσει και προκαλέσει το επίδικο ατύχημα, δεν είναι πειστική. Αντιθέτως, όλες οι περιστάσεις του επίδικου ατυχήματος συνηγορούν ως προς το ότι η ικανότητα της Ενάγουσας για οδήγηση είχε επηρεαστεί από κατανάλωση αλκοόλ. Υπενθυμίζεται ότι η Ενάγουσα ενεπλάκη μόνη της σε ατύχημα, σε δρόμο άδειο από αυτοκίνητα, στις 0830 το πρωί στις 19/07/2017. Από το ατύχημα το αυτοκίνητο της Ενάγουσας ανετράπη, καθότι η Ενάγουσα μόνη της το οδήγησε σε ανάχωμα που βρισκόταν εκτός δρόμου. Η εξήγηση που δίνει η Ενάγουσα, ότι απλά ζαλίστηκε και ακολούθως έχασε τις αισθήσεις της σαν οδηγούσε, με αποτέλεσμα να συμβεί ό,τι συνέβη, δεν είναι κατά τη γνώμη μου πειστική.  Επισημαίνω ότι η εξήγηση που δίνει η Ενάγουσα παραμένει ένας κατά βάση αστήριχτος και αόριστος ισχυρισμός, χωρίς να υποστηρίζεται από την οποιαδήποτε ιατρική  ή άλλη μαρτυρία που να συσχετίζει την κατ’ ισχυρισμό ξαφνική ζαλάδα και λιποθυμία με κάποιο παθολογικό αίτιο. Όταν μάλιστα ρωτήθηκε η Ενάγουσα κατά το στάδιο της αντεξέτασης να περιγράψει την ζάλη που ένιωσε και αν αυτό ήταν αποτέλεσμα της κατανάλωσης αλκοόλης από μέρους της, η απάντηση της ήταν χαρακτηριστικά επιτηδευμένη με έκδηλη την προσπάθεια υπεκφυγής. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το σχετικό απόσπασμα:

 

Ε. Μπορείτε να μας περιγράψετε τι νιώσατε πριν το ατύχημα; Ότι από αυτά που θυμάστε.

Α. Ζάλη, μόνο ζάλη.

Ε. Μόνο Ζάλη! Συμφωνείς κυρία μάρτυς, ότι ζάλη θα ένιωθε κάποιος που καταναλώνει αλκοόλ;

Α. Όχι

Ε. Δεν θα ένιωθε ζάλη αν κάποιος κατανάλωνε αλκοόλ;

Α. Δεν ξέρω, αφού δεν κατάλαβα,

Ε. Τι δεν καταλάβατε;

Α. Εγώ δεν ξέρω αν κάποιος πίνει και ζαλίζεται. Εγώ δεν ήπια. Δεν ξέρω.

 

Ούτε και λογικοφανής είναι η θέση της, ότι δηλαδή αφού ένιωσε την κατ’ ισχυρισμό ζαλάδα, αντί να σταματήσει το αυτοκίνητο, συνέχισε να οδηγεί ζαλισμένη μέχρι που έχασε τις αισθήσεις της.

 

Περαιτέρω αξίζει να σημειωθεί και η αντίφαση στην οποία υπέπεσε η Ενάγουσα κατά το στάδιο της αντεξέτασης της σε σχέση με προηγούμενη δήλωση της αναφορικά με τη φαρμακευτική αγωγή που είχε λάβει το πρωί πριν το ατύχημα. Συγκεκριμένα, η Ενάγουσα στις 14/08/2017 έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία (τεκμήριο 3), την οποία κατέθεσε και υπέγραψε. Στο πλαίσιο της εν λόγω κατάθεσης η Ενάγουσα ανέφερε ρητά ότι το πρωί πριν οδηγήσει και προκαλέσει το κατ’ ισχυρισμό ατύχημα, πήρε τα χάπια που της συνταγογράφησε ο ψυχίατρος της. Μεταξύ αυτών πήρε και τα χάπια “loran 2mg”. Παραθέτω αυτούσια την αναφορά της στην, μεταφρασμένη, κατάθεση της:

 

“Μόλις σηκώθηκα το πρωί ήπια τα χάπια Fluxil 40mg και loran 2mg, που μου δίνει ο ψυχίατρος μου και οδηγώντας το πιο πάνω αυτοκίνητο μου ξεκίνησα για να πάω από το σπίτι μου από το Κίτι δηλαδή προς το κέντρο της πόλης.”

 

Στο πλαίσιο της αντεξέτασης της, η Ενάγουσα αρνήθηκε μετ’ επιτάσεως ότι ήπιε τα εν λόγω χάπια “loran” το πρωί πριν οδηγήσει. Όπως ανάφερε τα εν λόγω χάπια τα παίρνει σπάνια, το βράδυ, όταν δεν μπορεί να κοιμηθεί. Όσον αφορά τα χάπια «Fluxil» δεν θυμόταν να τα είχε πάρει ποτέ. Εκείνο που αντίτεινε ήταν ότι το πρωί, πριν οδηγήσει είχε πάρει διαφορετική φαρμακευτική αγωγή ( «Zoloft» και «Anafranil»). Η Ενάγουσα δεν έδωσε καμία εξήγηση γιατί υπάρχει αυτή η αντίφαση στη κατάθεση της στην Αστυνομία, αναφορικά με την φαρμακευτική της αγωγής κατά την ημερομηνία του ατυχήματος. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, θεωρώ ότι η μαρτυρία της Ενάγουσας στο σύνολο της είναι επισφαλής και θεωρώ ότι δεν μπορώ να στηριχτώ σε αυτή προκειμένου να εξάγω το παραμικρό εύρημα αναφορικά με τα επίδικα θέματα.

 

Αναφορικά με τον Μ.Υ 1, διευκρινίζεται ότι ήταν ο αστυνομικός που ανέλαβε τη διερεύνηση του ατυχήματος στο οποίο ενεπλάκη η Ενάγουσα.  Η μαρτυρία του αναφορικά με το κατά πόσο η Ενάγουσα οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών, βασίζεται στις καταθέσεις των συναδέλφων του Μ.Υ 1 και της Αστυφύλακα 370. Η μαρτυρία του, ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση,  βασίστηκε επίσης σε σειρά τεκμηρίων τα οποία και κατάθεσε. Ο μάρτυρας ήταν σταθερός στην μαρτυρία του  και δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση. Η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο. Η μαρτυρία του, ως προς τα γεγονότα, γίνεται αποδεκτή ως ειλικρινής και αξιόπιστη.

 

O μάρτυρας προχώρησε περαιτέρω σε έκφραση γνώμης, στη βάση της πολύχρονης πείρας του (βλέπε Θεοσκέπαστη Φαρμ Λτδ ν. Δημοκρατίας (1990) 1 Α.Α.Δ. 984), αναφορικά με τις επιπτώσεις στο αποτέλεσμα του άλκοτεστ από το γεγονός ότι μεσολάβησε μία ώρα μεταξύ του ατυχήματος και της λήψης του δείγματος εκπνοής από την Ενάγουσα.  Αυτή η συγκεκριμένη πτυχή της μαρτυρίας του Μ.Υ 1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθότι δεν συνοδεύεται από εκείνα τα στοιχεία και τα κριτήρια που θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να ελέγξει την ορθότητα της γνώμης του Μ.Υ 1 και να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη και τα δικά  του συμπεράσματα αναφορικά με την παρούσα υπόθεση (βλέπε σχετικά Σαρρής Aνδρέας ν. Aνδρέα Kαλλέγια και Άλλων (2011) 1 ΑΑΔ 958, Πιττάλης Kωνσταντίνος M κ.ά. ν. Ianira Enterprises Ltd κ.ά. (1997) 1 ΑΑΔ 814) .   

 

Αναφορικά με τον Μ.Υ 2, η εντύπωση που αποκόμισα είναι θετική. Ο μάρτυρας είναι ο αστυφύλακας που, μαζί με τη συνάδελφο του Αστ. 370, μετέβησαν μετά το επίδικο ατύχημα στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας και υπέβαλαν την Ενάγουσα σε εξέταση αλκοτέστ. Η μαρτυρία του στα πιο ουσιώδη σημεία της υποστηρίζεται από έγγραφη τεκμηρίωση.

 

Ειδικότερα, όσον αφορά τον προκαταρκτικό έλεγχο αλκοόλης η θέση του μάρτυρα ήταν ευθύς εξαρχής ότι το αποτέλεσμα του προκαταρκτικού ελέγχου ήταν 90μg% αντί 22μg% που είναι το νόμιμο επιτρεπτό ανώτατο όριο για οδήγηση. Το αποτέλεσμα του προκαταρκτικού ελέγχου καταγράφηκε τόσο στο αστυνομικό έντυπο 94 ( τεκμήριο 12) όσο και στην κατάθεση του Μ.Υ2( τεκμήριο 14). Ο ίδιος ο μάρτυρας σε συνομιλία που είχε μαζί της, διαπίστωσε ότι η Ενάγουσα μύριζε έντονα αλκοόλ, πράγμα που υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης έχει τη σημασία του καθώς τείνει να καταδείξει ότι η Ενάγουσα είχε προηγουμένως καταναλώσει και βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ. Η Ενάγουσα ενημερώθηκε για το αποτέλεσμα του προκαταρκτικού ελέγχου και αρνήθηκε να δώσει δείγμα προκειμένου να υποβληθεί σε τελικό έλεγχο. Η άρνηση αυτή της Ενάγουσας είχε μάλιστα ως αποτέλεσμα να κατηγορηθεί γραπτώς για το σχετικό αδίκημα στις 14/08/2017, από τον ανακριτή της υπόθεσης Μ.Υ1 ( βλέπε τεκμήριο 9).

Ο Μ.Υ 2 αντεξετάστηκε αναφορικά με την καταγραφή του αποτελέσματος του προκαταρκτικού ελέγχου στο τεκμήριο 12, υποβάλλοντας ουσιαστικά τη θέση σε αυτόν ότι το εν λόγω τεκμήριο παραποιήθηκε και αλλοιώθηκε. Ο μάρτυρας αρνήθηκε και αντίκρουσε τις εν λόγω υποβολές επιβεβαιώνοντας ότι ο ίδιος κατέγραψε τον αριθμό «90» μg% στο έντυπο 94 (τεκμήριο 12), ως το αποτέλεσμα του προκαταρκτικού ελέγχου της Ενάγουσας. Η εν λόγω υποβολή παρέμεινε μετέωρη και αόριστη, χωρίς να υποστηρίζεται από οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς Ενάγουσας.

 

Αναφορικά με το αποτέλεσμα του προκαταρκτικού ελέγχου, η πλευρά της Ενάγουσας ισχυρίζεται ότι αυτό δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη καθ’ ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η συσκευή που χρησιμοποιήθηκε λειτουργούσε ορθά και ότι είχε προηγηθεί η απαραίτητη διαδικασία ρύθμισης της.  Διαφωνώ με αυτή την εισήγηση της πλευράς της Ενάγουσας. Ο Μ.Υ 2 αναγνώρισε ως τεκμήριο 15, αντίγραφο πιστοποίησης  από την αρμόδια Αρχή, που δηλώνει ότι η συσκευή προκαταρκτικού ελέγχου αλκοτέστ που χρησιμοποιήθηκε για τον έλεγχο της Ενάγουσας πληροί τα πρότυπα που έχουν καθοριστεί με τη σχετική Κ.Δ.Π Σημειώνω ότι η πλευρά της Ενάγουσας δεν αμφισβήτησε ρητά κατά το στάδιο της αντεξέτασης του Μ.Υ2, την ορθότητα της λειτουργίας της συσκευής προκαταρκτικού ελέγχου που χρησιμοποίησε κατά τον έλεγχο της Ενάγουσας. Το ζήτημα συνεπώς της ορθότητας της λειτουργίας της εν λόγω συσκευής δεν κατέστη επίδικο. Υπό τις περιστάσεις θεωρώ ότι η ορθότητα της λειτουργίας της συσκευής προκαταρκτικού ελέγχου καλύπτεται από το τεκμήριο κανονικότητας ( βλέπε σχετικά Τιμοθέου Βίκτωρας ν. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 671).

 

Να σημειωθεί ότι ο μάρτυρας ανέφερε με κάθε λεπτομέρεια τον τρόπο που ενήργησε μαζί με τη συνάδελφο του Αστυφύλακα 370 από τη στιγμή που προσήλθε στο Νοσοκομείο μέχρι τη διενέργεια του προκαταρκτικού ελέγχου στην Ενάγουσα. Τονίζει ότι έλαβε μαζί με τη συνάδελφο του τη συγκατάθεση του επί καθήκοντι ιατρού Δρ. Λαβράνου, πριν προχωρήσει στη λήψη δείγματος για προκαταρκτικό έλεγχο από την Ενάγουσα. Το γεγονός αυτό υποστηρίζεται από το τεκμήριο 12 αφού στην πίσω σελίδα φαίνεται να υπάρχει ενυπόγραφη η εν λόγω συγκατάθεση του ιατρού.

 

Ο μάρτυρας ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση του να συγκρίνει τις υπογραφές του επί καθήκοντι ιατρού που έδωσε συγκατάθεση για διενέργεια άλκοτεστ στην Ενάγουσα. Συγκεκριμένα, ζητήθηκε να συγκρίνει την υπογραφή του ιατρού σε δύο φωτοαντίγραφα,

α) την κατάθεση του γιατρού, η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο 11 και τη συγκατάθεση του ιατρού επί του αστυνομικού εντύπου 94 ( τεκμήριο 12). Αναφορικά με το εν λόγω ζήτημα αρκεί να σημειωθεί η ρητή δήλωση του μάρτυρα στο πλαίσιο της απάντησης του ότι δεν είναι γραφολόγος. Συνεπώς, η γνώμη του αναφορικά με το αν μοιάζουν ή όχι οι υπογραφές του ιατρού σε 2 τεκμήρια - φωτοαντίγραφα που του υποδείχθηκαν, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, ούτε να τύχει αξιολόγησης. Ενόψει των ανωτέρω κρίνω ότι η μαρτυρία του Μ.Υ.2 εμφανίζεται σε όλα τα ουσιώδη σημεία της καθ’ όλα εύλογη, ειλικρινής και πειστική. Κάνω αποδεκτή ως αξιόπιστη την μαρτυρία του Μ.Υ 2 όσον αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης, στο σύνολο της. 

 

Ο μάρτυρας, στη βάση της πολύχρονης πείρας του στη διενέργεια ελέγχων άλκοτεστ (βλέπε Θεοσκέπαστη Φαρμ Λτδ ν. Δημοκρατίας (1990) 1 Α.Α.Δ. 984), προχώρησε στο να εκφράσει τη γνώμη του αναφορικά με την  σημασία του χρόνου που μεσολάβησε από το επίδικο ατύχημα μέχρι το άλκοτεστ που διενήργησε στην Ενάγουσα και πως αυτό επηρέασε το αποτέλεσμα του προκαταρκτικού ελέγχου. Όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω σχετικά με τη μαρτυρία γνώμης του Μ.Υ 1 ισχύουν και για τον Μ.Υ2. Εν ολίγοις, ο Μ.Υ 2 παρουσίασε τη γνώμη του, χωρίς όμως να τη στηρίξει πάνω σε κάποια αντικειμενικά στοιχεία και κριτήρια, προκειμένου να μπορεί αυτή η γνώμη του να τύχει ελέγχου από το Δικαστήριο. Όπως αναφέρεται  στην   Πιττάλης Kωνσταντίνος M κ.ά. ν. Ianira Enterprises Ltd κ.ά. (1997) 1 ΑΑΔ 814: «Η ιδιότητα του πραγματογνώμονα επιτρέπει παρέκκλιση από τους κανόνες της απόδειξης. Αυτή όμως η παρέκκλιση σχετίζεται μόνο με τη δυνατότητα έκφρασης γνώμης (Βλέπε Constantinides (Akinita) Ltd. v Mavrogenis (1983) 1 C.L.R. 662). O πραγματογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του, έτσι που να μπορέσει ο Δικαστής να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία (Βλέπε Philippou v. Odysseos (1989) 1 C.L.R. 1).»

 

Συνεπώς, όσον αφορά ειδικά και μόνο την μαρτυρία γνώμης που εξέφρασε ο Μ.Υ 2, σχετικά με το πως επιδρά η πάροδος του χρόνου στο αποτέλεσμα του προκαταρκτικού ελέγχου άλκοτεστ, αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

 

Συνοψίζοντας, η μαρτυρία της Ενάγουσας Μ.Ε 1 απορρίπτεται στο σύνολο της, ως αναξιόπιστη. Η μαρτυρία των Μ.Υ1 και Μ.Υ 2, αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της, ως αξιόπιστη. Η μαρτυρία γνώμης των Μ.Υ 1 και 2, αναφορικά με τις επιπτώσεις της παρέλευσης του χρόνου στο αποτέλεσμα του προκαταρκτικού ελέγχου άλκοτεστ, δεν γίνεται αποδεκτή, για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω. 

 

  1. Διατύπωση Ευρημάτων και υπαγωγή αυτών στην Νομική Πτυχή

 

Έχοντας  ως οδηγό το βάρος και το επίπεδο απόδειξης που εφαρμόζεται στην πολιτική δίκη (βλ. Μαρσέλ ν. Λαϊκής (2001) 1 Α.Α.Δ. 1858), όπως επίσης και την αξιόπιστη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου,  κρίνω ότι η Εναγόμενη έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό, ότι η Ενάγουσα κατά το χρόνο που συνέβη το ατύχημα, οδηγούσε το αυτοκίνητο της ενώ ήταν υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών. Η αξιόπιστη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου είναι συντριπτική και δείχνει μόνο προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Συγκεκριμένα:

 

1.  Στις 19/07/2017  περί η ώρα 0830 π.μ η Ενάγουσα ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο της αυτό κινήθηκε δεξιά, βγήκε εκτός δρόμου,  ανέβηκε σε χωμάτινο ανάχωμα και ανετράπη.

2.  Μία ώρα μετά το ατύχημα υποβλήθηκε σε προκαταρκτικό έλεγχο αλκοτέστ με ένδειξη 90μg% αντί του νομίμου ορίου των 22 μg %.

3.  Κατά τη στιγμή του ελέγχου της η Ενάγουσα μύριζε έντονα αλκοόλ.

4.  Η ίδια η Ενάγουσα αρνήθηκε να δώσει δείγμα εκπνοής προκειμένου να υποβληθεί σε τελική εξέταση άλκοτεστ.

 

Ειδική αναφορά μπορεί να γίνει στην Ποινική Έφεση Στέλιος Σάββα ν. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 115 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, κάτω από παρόμοιες περιστάσεις και στο πλαίσιο ποινικής μάλιστα υπόθεσης, ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής σχετικά:

 

«Το πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρθηκε στα συστατικά του αδικήματος του άρθρου 9(1) του Ν. 86/72 (οδήγηση και επήρεια από  οινοπνευματώδη ποτά κατά τρόπο ώστε η ικανότητα προς ασφαλή οδήγηση να είναι ελαττωμένη) και, με αναφορά στο Wilkinson's  Road Traffic Offences, 10η έκδοση σελ. 201 - 204 έκρινε πως είχαν όλα αποδεικτεί με βεβαιότητα. Δεν έχουμε ικανοποιηθεί πως διέπραξε οποιοδήποτε σφάλμα. Η μαρτυρία ήταν συντριπτική και έδειχνε προς μια και μόνο κατεύθυνση.  Ο τρόπος με τον οποίο ο εφεσείων οδήγησε το αυτοκίνητό του, το ότι μύριζε έντονα οινόπνευμα σε συνδυασμό εδώ και προς τη μαρτυρία για κατανάλωση οινοπνεύματος και η συμπεριφορά του, χωρίς καμιά αμφιβολία αποδείκνυαν πως η ικανότητά του να οδηγεί ήταν ελαττωμένη λόγω οινοπνεύματος. Δεν είναι ορθή η εισήγηση πως χρειαζόταν απαραιτήτως επιστημονική μαρτυρία την οποία άλλωστε ήταν ο ίδιος ο εφεσείων που απέκλεισε. Παρεμβάλουμε εδώ τα ακόλουθα:  Όταν ο εφεσείων ακινητοποιήθηκε και αφού έκαμε προσπάθεια να διαφύγει, δεν έδινε δείγμα εκπνοής εξ ου και η τρίτη κατηγορία»

 

Στην παρούσα υπόθεση μοναδικό ζητούμενο είναι το κατά πόσο τυγχάνει εφαρμογής η εξαίρεση υπ’ αριθμό 7(α) που υπάρχει στο ασφαλιστικό συμβόλαιο που διατηρούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο η Ενάγουσα με την Εναγόμενη. Ο συγκεκριμένος όρος στο συμβόλαιο αναφέρει το εξής:

 

“Η Εταιρεία δεν θα έχει ευθύνη  να παρέχει κάλυψη (to indemnify) σε οποιοδήποτε πρόσωπο που απαιτεί να καλυφθεί (indemnified) αν αυτό βρίσκεται υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών, φαρμάκων ή ναρκωτικών.“

(βλέπε σελ. 20, Εγγράφου Α, Τεκμηρίου Α - Παραδεκτά Γεγονότα)

 

H έννοια του πιο πάνω όρου είναι σαφής και ξεκάθαρη (ANTHONY EDGAR v. UNIVERSAL LIFE INSURANCE PUBLIC COMPANY LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 350/2014, 13/7/2022), ECLI:CY:AD:2022:A298. Το γεγονός ότι η Ενάγουσα βρισκόταν υπό την επήρεια οινοπνευματωδών ποτών κατά τον ουσιώδη χρόνο που συνέβη το επίδικο ατύχημα, ενεργοποιεί την πιο πάνω εξαίρεση στην ασφαλιστική της σύμβαση. Συνεπώς η Εναγόμενη δεν υποχρεούται με βάση την ασφαλιστική συμφωνία να καλύψει τις ζημιές που υπέστη το αυτοκίνητο της Ενάγουσας από το εν λόγω ατύχημα. 

 

  1. Κατάληξη:

 

Εν κατακλείδι, η αξίωση της Ενάγουσας αποτυγχάνει και η παρούσα αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.  

 

 

(Υπ.) .........................................

                                                                                                           Μ. Π. Μιχαήλ, Ε.Δ.

 

Πιστόν Αντίγραφο

 

 Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο