ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΠΡΑΣΤΙΤΗΣ ν. G.S.A. COLOUR TRADING LIMITED, Αρ. Αιτ.: 41/25, 20/1/2026
print
Τίτλος:
ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΠΡΑΣΤΙΤΗΣ ν. G.S.A. COLOUR TRADING LIMITED, Αρ. Αιτ.: 41/25, 20/1/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Χαβιαρά Ε.Δ.

Αρ. Αιτ.: 41/25(i)

Μεταξύ:

ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ ΠΡΑΣΤΙΤΗΣ

Ενάγων / Καθ’ ου η Αίτηση

-και-

G.S.A. COLOUR TRADING LIMITED

 

Εναγόμενη / Αιτήτρια

 

Ημερομηνία: 20.1.2026

Εμφανίσεις:

 

Για Αιτήτρια: κα. Θεοδοσίου για ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ

 

Για Καθ’ ου η Αίτηση: κ. Κυπριανίδης

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Εισαγωγικά

Με την παρούσα απαίτηση που καταχώρησε στις 20.1.2025, ο Ενάγων (στο εξής «Καθ’ ου η Αίτηση») διεκδικεί, μεταξύ άλλων, εναντίον της Εναγόμενης (στο εξής «η Αιτήτρια») διάταγμα με το οποίο να διατάζεται η τελευταία όπως παραδώσει ελεύθερη και κενή την κατοχή της αποθήκης που βρίσκεται στην οδό Αιγαίου 6, Τ.Κ. 6037 Λάρνακα, διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται όπως αυτή επεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο στην εν λόγω αποθήκη πλέον διάφορα χρηματικά ποσά ως ενδιάμεσα οφέλη και/ή αποζημιώσεις και/ή ενοίκια.

Στα πλαίσια της πιο πάνω διαδικασίας, η Αιτήτρια καταχώρησε εμφάνιση στις 24.2.2025.

Η Αιτήτρια ακολούθως προχώρησε να καταχωρήσει στις 10.3.2025 την υπό κρίση η αίτηση, με την οποία αιτείται την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων:

«Α) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι το δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας.

Β) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι το δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει την δικαιοδοσία του.

Γ) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται το έντυπο απαίτησης ημερ. 20/01/25.

Δ) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται η επίδοση του εντύπου απαίτησης ημερ. 11/02/25

Ε) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία και/ή διάταγμα το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει δίκαιο και/ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις.

ΣΤ) Τα έξοδα της παρούσας αίτησης»

Η πλευρά του Ενάγοντα καταχώρησε ένσταση οπότε η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση χωρίς οποιαδήποτε πλευρά να ζητήσει να αντεξετάσει την άλλη.

Αμφότεροι οι συνήγοροι παράδωσαν στο Δικαστήριο γραπτώς τις θέσεις τους, τις οποίες υιοθέτησαν ενώ αγόρευσαν και προφορικά. Αναφέρω ευθύς εξ’ αρχής ότι το περιεχόμενο τους έχει εξεταστεί από το Δικαστήριο και είναι υπόψιν μου έστω και αν δεν γίνεται ρητή αναφορά στο κείμενο της παρούσας.

Αίτηση και Ένσταση

Συνοπτικά, για σκοπούς της παρούσας, αναφέρω ότι η θέση της Αιτήτριας, ως προωθείται από την ένορκη δήλωση της κας. Θεοδοσίου που υποστηρίζει την αίτηση, είναι ότι στις 11.2.2025 επιδόθηκε στην Αιτήτρια έντυπο απαίτησης μέσω του οποίου ο Καθ’ ου η Αίτηση διεκδικεί μεταξύ άλλων, διάταγμα έξωσης λόγω κατ’ ισχυρισμόν οφειλόμενων ενοικίων. Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται εντός ελεγχόμενης υπό του Ενοικιοστασίου περιοχής, ήταν υπό ή προς ενοικίαση και συμπληρώθηκε πριν την 31η Δεκεμβρίου 1999 επομένως, δικαιοδοσία για έξωση κέκτειται αποκλειστικά το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως Λάρνακας και όχι το Επαρχιακό Δικαστήριο. Η όλη διαφορά μεταξύ των μερών, εισηγείται καταληκτικά, πρέπει να επιλυθεί από το αρμόδιο Δικαστήριο το οποίο δεν είναι το παρών.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί, αν και δεν εγέρθηκε από πλευράς του κ. Κυπριανίδη ότι, οι δικηγόροι θα πρέπει να τηρούν αποστάσεις από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και είναι ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε διαδικασίες που εκπροσωπούν διάδικο εκτός εάν είναι αναγκαίο (βλ. Dmitri Rybolovlev Vs Elena Rybolovleva και άλλων (2010) 1 A.A.Δ, 82). Αν και ως διαφαίνεται αμέσως πιο κάτω, ως προς τα γεγονότα που συνθέτουν την ουσία της μαρτυρίας έχει καταχωρηθεί ένορκη δήλωση από αξιωματούχο της Αιτήτριας.

Ένορκη δήλωση έχει καταχωρήσει και η Α.Γ., διευθύντρια της Αιτήτριας υποστηρίζοντας ότι η αίτηση είναι εμπρόθεσμη αφού το σημείωμα εμφάνισης καταχωρήθηκε στις 24.2.2025 και ακολούθησε η αίτηση στις 10.3.2025. Υποστηρίζει επίσης ότι το επίδικο υποστατικό ανεγέρθηκε το 1985, συνεπώς ήταν διαθέσιμο προς ενοικίαση πριν τις 31.12.199 και παρουσιάζει έρευνα από την ιστοσελίδα του Κτηματολόγιου (Τεκμήριο 2). Αναφέρει ακόμη ότι το επίδικο υποστατικό ενοικιάζεται από εταιρεία συμφερόντων της Αιτήτριας από το 2004 περίπου και παρουσιάζει αναλυτική κατάσταση ρεύματος του επίδικου (Τεκμήριο 4). Είναι ακόμη θέση της ότι ο τερματισμός της ενοικίασης από τον Καθ’ ου η Αίτηση είναι παράνομος και ότι η Αιτήτρια έχει καταστεί θέσμιος ενοικιαστής. Όλα τα οφειλόμενα ενοίκια έχουν μέχρι σήμερα καταβληθεί στον Καθ’ ου η Αίτηση.

Καταληκτικά προβάλλει την θέση ότι ο πλέον αρμόδιος να παρουσιάσει στοιχεία που να αποδεικνύουν την κατάσταση του υποστατικού μέχρι τις 31.12.1999 είναι ο Καθ’ ου η Αίτηση αφού αυτός είναι ο ιδιοκτήτης.

Η Αιτήτρια βασίζει την υπό εξέταση αίτηση στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Μέρη 1, 2, 3, 12.1 (1)-(9), 17.4(2)(β), 23, 25, 32.15 και 39, στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο 23/83 άρθρα 2, 4, 8, 11, 35, στην ΚΔΠ 519/07 και σε όλες τις συναφείς τροποποιήσεις, στην Νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

Με την ένσταση του ο Καθ’ ου η Αίτηση υποστηρίζει ότι η παρούσα αίτηση είναι εκπρόθεσμη, καταχρηστική και κακόπιστη αποσκοπώντας στη δημιουργία νέων δεδομένων και καθυστέρησης της διαδικασίας καθώς και ότι στερείται πραγματικού υπόβαθρου. Βασίζει δε την ένσταση του στα άρθρα 21, 22, 23-70 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Μέρη 12, 23, 25, 32 και 39, στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο 23/83, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στην σχετική Νομολογία.

Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του Καθ’ ου η Αίτηση στην οποία αναφέρει ότι η αίτηση είναι εκπρόθεσμη και παράτυπη. Η Αιτήτρια έχει ρητώς αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας εφόσον έχει επιλέξει τόσο το πεδίο αναφορικά με την αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας όσο και το πεδίο αναφορικά με την αμφισβήτηση της απαίτησης.

Περαιτέρω, ο Καθ’ ου η Αίτηση αναφέρει ότι δεν πληρούνται οι προυποθέσεις του Ν. 23/83 (ανωτέρω) ούτε και της σχετικής νομολογίας επί του θέματος καθότι το επίμαχο κτήριο είναι αποθήκη και δεν ήταν υπό ή προς ενοικίαση πριν τις 31.12.1999 υποστηρίζοντας την ορθότητα της επιλογής καταχώρησης της απαίτησης στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Σύμφωνα ακόμη με τα όσα ισχυρίζεται, η απαίτηση του εναντίον της Αιτήτριας εδράζεται επί του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης καθώς και σε διάφορες από μέρους της Αιτήτριας παράβασης στην συμφωνία ενοικίασης η οποία άρχισε την 1.3.2022 και έληξε την 29.2.2024 με αποτέλεσμα η ενοικίαση να μετατραπεί σε περιοδική. Ο Καθ’ ου η Αίτηση παρουσιάζει επίσης επιστολή τερματισμού της ενοικίασης ημερομηνίας 2.4.2024 μαζί με ένορκη δήλωση επίδοσης της ημερομηνίας 3.4.2024 (Τεκμήριο 1). Προβάλλει επίσης την θέση ότι ο σκοπός για τον οποίο καταχωρείται η υπό κρίση αίτηση είναι για καθυστέρηση της διαδικασίας και της προσπάθειας που καταβάλλει για να λάβει κατοχή της περιουσίας του και των οφειλόμενων προς αυτών χρημάτων.

Σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του, ο Καθ’ ου η Αίτηση επαναλαμβάνει την θέση του ότι η αίτηση είναι εκπρόθεσμη και ισχυρίζεται περαιτέρω ότι, δεν υφίσταται οποιαδήποτε ενοικίαση. Το βάρος απόδειξης στην υπό εξέταση το περίπτωση το φέρει η Αιτήτρια και το Τεκμήριο 2 που παρουσίασε υποστηρίζει την δική του θέση ότι το υποστατικό είναι αποθήκη και ανέκαθεν ήταν. Αρνείται επίσης ότι η ημερομηνία ολοκλήρωσης του κτηρίου εντός του οποίο βρίσκεται το υποστατικό έγινε το 1985 και ισχυρίζεται ότι το Τεκμήριο 2 δεν αποτελεί επίσημο μητρώο του Κτηματολόγιου. Ο ισχυρισμός της διευθύντριας της Αιτήτριας ότι ήταν υπό ή προς ενοικίαση το 1985 δεν ευσταθεί καθότι το χρησιμοποιούσε ο ίδιος και η οικογένεια του επειδή ήταν σε ημιτελή κατάσταση. Δεν υπήρχαν πόρτες αρχικά άρα δεν μπορούσε να κλείσει με ασφάλεια, δεν είχε παράθυρα ούτε ηλεκτρισμό και υπολειπόταν ένας τοίχος. Αρνείται επίσης ότι ενοικιαζόταν σε εταιρεία από το 2004 και απ’ ότι θυμάται το ενοικίασε προσωπικά στον Σ.Γ. ως φυσικό πρόσωπο χωρίς να έχει κάποια σχέση η Αιτήτρια.

Νομική Πτυχή

Στο Μέρος 12.1 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας περιλαμβάνεται η διαδικασία με βάση την οποία μπορεί εναγόμενος να αμφισβητήσει την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου όπου προνοείται ότι ο εναγόμενος ο οποίος επιθυμεί «(α) να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου να εκδικάσει την απαίτηση· ή (β)να ισχυριστεί ότι το δικαστήριο δεν πρέπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία του, δύναται να αιτηθεί από το δικαστήριο την έκδοση διατάγματος το οποίο να αναγνωρίζει ότι στερείται τέτοιας δικαιοδοσίας ή δεν θα πρέπει να ασκήσει οποιαδήποτε δικαιοδοσία δυνατόν να έχει.»

Ο εναγόμενος προτού υποβάλει τέτοια αίτηση «οφείλει πρώτα να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης σύμφωνα με το Μέρος 10 και να σημειώσει την κατάλληλη επιλογή η οποία υποδηλώνει την πρόθεση αυτή.» (βλ. Μέρος 12(2)). Η αίτηση δε, πρέπει να υποβληθεί εντός 14 ημερών από την καταχώρησης του σημειώματος εμφάνισης και να υποστηρίζεται από μαρτυρία (βλ. Μέρος 12(3)(α),(β)). Σε περίπτωση που δεν υπάρξει συμμόρφωση με τα πιο πάνω θεωρείται ότι έχει αποδεχθεί την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και δεν δύναται να προβάλει ισχυρισμούς ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να ασκήσει δικαιοδοσία (βλ. Μέρος 12(4)) χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ως αναφέρεται στον Κ.5 του Μέρους 12 ότι το Δικαστήριο θα αναλάβει δικαιοδοσία εκεί όπου ρητά την στερείται βάση Νόμου.

 

Ως περαιτέρω προνοείται στον Κ.6 του Μέρους 12 σε περίπτωση που το Δικαστήριο εκδώσει διάταγμα αναγνωρίζοντας ότι στερείται δικαιοδοσίας ή ότι δεν μπορεί να ασκήσει δικαιοδοσία, μπορεί επίσης να προχωρήσει να συμπεριλάβει στο διάταγμα πρόνοια παραμερισμού του εντύπου της απαίτησης ή της επίδοσης του εντύπου της απαίτησης, να ακυρώσει οποιοδήποτε διάταγμα είχε εκδοθεί πριν από την έγερση της απαίτησης ή πριν την επίδοση, να αναστείλει την διαδικασία ή και να διατάξει την μεταφορά της στο δικαστήριο το οποίο έχει δικαιοδοσία.

 

Συνάγεται κατά την κρίση μου από τα πιο πάνω ότι ο παραμερισμός ή η διαγραφή της απαίτησης δεν είναι ο σκοπός της αίτησης που υποβάλλεται δυνάμει των προνοιών του Μέρους 12,  αλλά σκοπός είναι να εκδοθεί διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζει το Δικαστήριο ότι στερείται δικαιοδοσίας. Στην περίπτωση που θα κριθεί από το Δικαστήριο ότι δικαιολογείται η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος, το Δικαστήριο μπορεί να συμπεριλάβει στο εν λόγω διάταγμα οποιεσδήποτε από τις πρόνοιες που καθορίζονται στον Κ.6 ανωτέρω και είναι ζήτημα άσκησης διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εάν θα συμπεριλάβει οποιαδήποτε περαιτέρω πρόνοια.

Το πρώτο ζήτημα που προκύπτει και θα πρέπει να εξεταστεί κατά την κρίση μου, είναι ο τρόπος με τον οποίο το παρόν Δικαστήριο θα αξιολογήσει τις θέσεις που έχουν προβάλει τα μέρη μέσω των δηλώσεων τους εν όψει του ότι η υπό κρίση αίτηση εξετάζεται σε στάδιο προδικαστικό. Σύμφωνα με τις πρόνοιες των προηγούμενων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο δεν προέβαινε σε εις βάθος αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας, εφόσον επρόκειτο για ενδιάμεση αίτηση, ούτως ώστε να μην καταλήξει σε οποιαδήποτε συμπεράσματα αφορούσαν στην ουσία της υπόθεσης, δίδοντας έτσι την εντύπωση ότι έχει προαποφασίσει την υπόθεση.

Στο σύγγραμμα  BLACKSTONE’S CIVIL PRACTICE 2018, στις σελίδες 428-431, κεφ.19, γίνεται αναφορά στις αγγλικές δικονομικές πρόνοιες του Part 11 οι οποίες είναι ουσιαστικά οι αντίστοιχες του Μέρους 12 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας.

Στην σελ. 428 αναφέρεται ότι το Part 11 δεν περιορίζεται σε αμφισβητήσεις αναφορικά με την γεωγραφική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Όταν ένας εναγόμενος προτίθεται να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου πρέπει πρώτα να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. Στο σημείωμα εμφάνισης που θα καταχωρήσει πρέπει να επιλέξει μόνο την επιλογή που δίδεται στο σημείωμα για αμφισβήτηση δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και όχι μαζί και την επιλογή για αμφισβήτηση της απαίτησης διαφορετικά, σε τέτοια περίπτωση, ενδέχεται να θεωρηθεί ότι έχει εγκαταλείψει την πρόθεση να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Τούτο όμως θα εξαρτηθεί από το πως θα επιλέξει να προχωρήσει στην συνέχεια.

Στην υπόθεση Hoddinott v Persimmon Homes (Wesex) Ltd [2007] EWCA Civ 1203 ο εναγόμενος επιχείρησε με αίτηση τον παραμερισμό διατάγματος το οποίο έδιδε παράταση στην επίδοση της απαίτησης. Πριν την εκδίκαση της αίτησης του, του επιδόθηκε η απαίτηση και καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης σημειώνοντας πρόθεση να υπερασπιστεί την απαίτηση και όχι την επιλογή πρόθεσης αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Δεν προχώρησε όμως να υποβάλει αίτηση σύμφωνα με τις πρόνοιες του  Part 11 με αποτέλεσμα να θεωρηθεί ότι δεν είχε πλέον πρόθεση να αμφισβητήσει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου με την κατάληξη αυτή να ενισχύεται από το γεγονός ότι με την πιο πάνω επιλογή του εξέφρασε πρόθεση να υπερασπιστεί την απαίτηση και όχι να αμφισβητήσει την δικαιοδοσία.  

Στην υπόθεση  Massey v Glover {2006} EWHC 2323 (Ch), αναφέρθηκε ότι, η κάθε περίπτωση πρέπει να κρίνεται στην βάση των δικών της περιστατικών και δεδομένων (βλ. επίσης  SMAY Investments Ltd v Sachdev [2003] 1 EWHC 474 (Ch)).

 Επομένως, η επιλογή και των δυο σημείων επί του σημειώματος εμφάνισης δεν συνεπάγεται αυτόματα και αποδοχή της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου.

Τα πιο πάνω κατά την κρίση μου βρίσκουν έρεισμα στις πρόνοιες του Κ.1(7) του Μέρους 12 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας όπου προνοούνται τα εξής:

«(7) Αν κατόπιν αίτησης, δυνάμει του παρόντος κανονισμού το δικαστήριο δεν προβεί σε αναγνωριστική δήλωση σύμφωνα με τον κανονισμό 12.1(6):

(α) το σημείωμα εμφάνισης παύει να ισχύει·

(β) ο εναγόμενος δύναται να καταχωρίσει πρόσθετο σημείωμα εμφάνισης εντός 14 ημερών ή εντός τέτοιας άλλης περιόδου ως το δικαστήριο ήθελε διατάξει· και

(γ) το δικαστήριο εκδίδει οδηγίες ως προς την καταχώριση και επίδοση της υπεράσπισης σε απαίτηση, δυνάμει του Μέρους 7 ή την καταχώριση μαρτυρίας σε απαίτηση δυνάμει του Μέρους 8 στην περίπτωση καταχώρισης πρόσθετου σημειώματος εμφάνισης.»

 

Τα πιο πάνω υποδηλούν ότι, το  σημείωμα εμφάνισης που καταχωρείται με συμπληρωμένο το πεδίο αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θεωρείται εμφάνιση μόνο για τον σκοπό αυτό και για τον λόγο αυτό παύει να ισχύει σε περίπτωση που η αίτηση για αμφισβήτηση απορριφθεί. Ότι δηλαδή συνέβαινε κατά την εφαρμογή των τότε Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στις περιπτώσεις όπου καταχωρούνταν σημειώματα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία.

Καταγράφεται περαιτέρω στην σελ. 429 σημειώνεται ότι η προθεσμία για καταχώρηση αίτησης είναι εντός 14 ημερών μετά την καταχώρηση της εμφάνισης. Ότι προνοείται δηλαδή και στο Μέρος 12 ανωτέρω. Σημειώνεται περαιτέρω στην ίδια σελίδα ότι, δεν χρειάζεται να καταχωρίσει υπεράσπιση ο εναγόμενος πριν την ακρόαση της αίτησης του (βλ. επίσης Κ.1(9), Μέρος 12), καθότι τέτοια ενέργεια από μέρους του εναγόμενου δύναται να θεωρηθεί εκούσια υπαγωγή του στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. SSQ Europe SA v Johann & Backes OHG [2002] 1 Lloyd’s Rep 465).

Η δε προθεσμία των 14 ημερών πιο πάνω πρέπει να τηρείται αυστηρά καθότι σε περίπτωση μη τήρησης της μπορεί να θεωρηθεί εγκατάλειψη της πρόθεσης αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και υπαγωγή σε αυτήν (βλ. Maple Leaf Micro Volatility Master Fund v Rouvroy [2009] 2 All E.R. (Comm) 287).

Ως προς την διαδικασία εκδίκαση της υπό κρίση αίτησης ο Κ.1(3)(β) του Μέρους 12 καθορίζει ότι αυτή  θα πρέπει να υποστηρίζεται με μαρτυρία. Κρίνω ότι για την εκδίκαση της παρούσας θα πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία η οποία ακολουθείται ουσιαστικά στις ενδιάμεσες αιτήσεις (βλ. Μέρος 23). Για το θέμα αυτό αναφέρονται τα εξής στην σελ. 567 του BLACKSTONE’S.

«Imposing the trial standard of proof (on the balance of probabilities) on an issue at an interim hearing is erroneous, and in effect would require the premature trial of the issue or premature expression of the court’s view on the merits… The normal standard of proof in interim applications is therefore whether any disputed fact is established by a good arguable case…»

Ο τρόπος προσέγγισης όμως του ζητήματος θα εξαρτηθεί από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε υπόθεσης, ανάλογα στη φύση της αίτησης που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει καθώς και των ζητημάτων που εγείρονται στην κάθε αίτηση. Ως αναφέρεται στο ίδιο σύγγραμμα στην σελ. 567 

«The ‘good arguable case’ test is intended to encapsulate the crucial rule that the court must be satisfied as it can be, given the limitations of an interim application, that factors exist which give the court jurisdiction or justify the exercise of jurisdiction. Inevitably, the way the test is applied must vary from case to case (WPP Holdings Italy Srl v Benatti [2007] EWCA Civ 263, [2007] 1 WLR 2316).»

Προχωρεί δε στην σελ. 568 να δώσει παραδείγματα όπου εφαρμόστηκαν διαφορετικά επίπεδα απόδειξης και αναφέρει ως ένα από αυτά, την περίπτωση όπου εγείρεται ζήτημα το οποίο είναι επί της ουσίας του καθοριστικό ως προς το κατά πόσο ένα Δικαστήριο έχει ή δεν έχει δικαιοδοσία, με το επίπεδο απόδειξης να συνίσταται στο ποιος από τους διαδίκους έχει προβάλει το καλύτερο επιχείρημα («much better argument») στην βάση του διαθέσιμου υλικού και μαρτυρίας (γεγονότων0 που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. την εκεί αναφορά στην υπόθεση Canada Trust Co. v Stolzenberg (No.2) [1998] 1 WLR 457).

Κατά συνέπεια, όταν το Δικαστήριο καλείται να αξιολογήσει μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του στα πλαίσια ενδιάμεσων αιτήσεων δεν θα πρέπει να αποκλείει από τον κανόνα ότι η διαδικασία δεν προσφέρεται για εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων και διατύπωσης ευρημάτων τα οποία πρέπει να εξακριβώνονται στα πλαίσια εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης. Οι περισσότερες ενδιάμεσες αιτήσεις ως υποδεικνύεται στην σελ.568 του ίδιου συγγράμματος εκδικάζονται στην βάση των μη αμφισβητούμενων από τον καθ’ ου η αίτηση γεγονότων σε συνδυασμό με την δική του εκδοχή επί των αμφισβητούμενων γεγονότων και το Δικαστήριο δεν πρέπει να κοιτάζει πίσω από την γραπτή μαρτυρία εάν υπάρχει εγγενής απιθανοφάνεια η οποία μπορεί να εξαχθεί από αυτήν ή υπάρχει εξωγενής μαρτυρία που να την αντικρούει (βλ. HRH Prince of Wales v Associated Newspapers Ltd [2006] EWCA Civ 1776 (21 December 2006), National Westminster Bank Plc v Daniel [1993] 1 WLR 1453 και Shyam Jewellers Ltd v Cheeseman | [2001] EWCA Civ 1818). Πρόκειται συναφώς για τις ίδιες γραμμές επί των οποίων κινείται και η Νομολογία μας σε σχέση με ενδιάμεσες διαδικασίες των προηγούμενων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. π.χ. Odysseos v. Pieris Estates & Others (1982) 1 C.L.R. 557, THE JONITEXO LTD v.  ADIDAS SPORTSCHUFABRIEKEN ADI DASSLER KG (1984) 1 CLR 263, Σταυράκης κ.α. ν. Δήμου Λευκωσίας (2015) 1 Α.Α.Δ. 731, ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΣΚΟΥΤΕΛΛΑ ν. ΜΙΧΑΛΗ ΣΚΟΥΤΕΛΛΑ Πολ. Έφ. 43/2012, ημερομηνίας 24.3.2017, ECLI:CY:DOD:2017:3).

Στην υπόθεση ΣΚΟΥΤΕΛΛΑ ανωτέρω λέχθηκε ότι:

«Υπήρχε, εν προκειμένω, διάσταση στα πραγματικά δεδομένα, τα οποία θα έπρεπε να αφεθούν να εξεταστούν  κατά την εκδίκαση της ουσίας της εναρκτήριας αίτησης…Το (αμφισβητούμενο) γεγονός…θα έπρεπε να παραμείνει ισχυρισμός που θα εξεταζόταν στο πλαίσιο της όλης διαφοράς και αξιολόγησης της εκατέρωθεν μαρτυρίας.»

Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις στις οποίες θα προβεί το Δικαστήριο αφορούν καθαρά την εξέταση της αίτησης με όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην απαίτηση «να παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της» (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Φίλιππου Α. Τρικωμίτη & Υιοι Λιμιτεδ Πολ. Εφ. Ε91/15, ημερομηνίας 5.4.2021). Επομένως, αν κατά την εξέταση της ενδιάμεσης αίτησης, διαφανεί ότι το ζήτημα που εγείρεται δεν δύναται να αποφασιστεί χωρίς ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας, τότε πρέπει να αποφασιστεί στα πλαίσια της ακρόασης της ουσίας της υπόθεσης. 

Εφαρμογή – Συμπεράσματα

Ως έχει αναφερθεί και σε προηγούμενο σημείο της παρούσας απόφασης, το σημείωμα εμφάνισης έχει καταχωρηθεί στις 24.2.2025 και η υπό κρίση αίτηση στις 10.3.2025. Συνεπώς, υπήρξε συμμόρφωση με την προθεσμία των 14 ημερών ως προνοείται στο Μέρος 12 ανωτέρω. Εφόσον η μόνη ενέργεια στην οποία προέβη η Αιτήτρια μετά την καταχώρηση της εμφάνισης ήταν η καταχώρηση της παρούσας αίτησης, δεν θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις καθίσταται μοιραίο για την αίτηση το γεγονός ότι στο σημείωμα εμφάνισης έχει επιλέξει και το πεδίο που αφορά στην αμφισβήτηση της απαίτησης ή μέρους αυτής (βλ. BLACKSTONE’S CIVIL PRACTICE 2018 σελ.428-431 ανωτέρω).

Ερχόμενος στην ουσία της υπό εξέταση περίπτωσης, προκύπτει μέσα από τις ένορκες δηλώσεις των μερών, να μην αφμισβητείται ότι, το έντυπο Απαίτησης επιδόθηκε στην Αιτήτρια στις 11.2.2025 και ότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στην οδό Αιγαίου 6, 6037 στην Λάρνακα.

Δεν αμφισβητείται επίσης το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου όπως δεν αμφισβητείται ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση έχει αποστείλει επιστολή δια της οποίας τερμάτιζε την ενοικίαση, έστω και αν η νομιμότητα της ενέργειας του αυτής αμφισβητείται. Το κατά πόσο ο τερματισμός ήταν νόμιμος ή όχι είναι ζήτημα που αφορά στην ουσία της απαίτησης και δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο την δεδομένη στιγμή.

Δεν διέλαθε της προσοχής μου ότι, η Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση της Α.Γ. δηλώνει ότι παραδέχεται την παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης του Καθ’ ου η Αίτηση στην οποία αναφέρει ο Καθ’ ου η Αίτηση ότι «γνωρίζω τα γεγονότα της υπόθεσης από δική μου προσωπική γνώση καθότι είμαι ο ιδιοκτήτης του υπ’ αναφορά ακινήτου (της αποθήκης). Εξ’ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω, όλα τα γεγονότα τα οποία περιέχονται στην παρούσα ένορκη δήλωση μου, τα οποία αναφέρω είναι αληθή». Ανατρέχοντας στην μαρτυρία όμως από πλευράς Αιτήτριας, ήτοι στην δήλωση της κας. Θεοδοσίου και στο υπόλοιπο μέρος της δήλωσης της Γ.Ν. προκύπτει ξεκάθαρα ότι πέραν του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του ακινήτου, υπάρχει αμφισβήτηση των όσων αναφέρει ο Καθ’ ου η Αίτηση, εξ’ ου κατά την κρίση μου προχώρησε η Αιτήτρια στην καταχώρηση της δεύτερης ένορκης δήλωσης, ήτοι αυτής της Γ.Ν.

Σε κάθε περίπτωση, ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Νίκος Εγγλέζου κ.α. ν. ΧΑΡΗΣ ΚΑΦΑΡΙΔΗ ΕΣΤΕΗΤ ΛΤΔ Πολ. Εφ. 295/2018 ημερομηνίας 28.3.2024:

«Για να υπάγεται μία διαφορά στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων πρέπει να τηρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

 

α) το ακίνητο να υπάγεται στα πλαίσια εφαρμογής του Ν.23/83, δηλαδή να ευρίσκεται εντός των ορίων ελεγχόμενης περιοχής και να συμπληρώθηκε μέχρι και την 31.12.1999,
β) να υφίσταται ενοικίαση ή άλλη κατοχή του ακίνητου δυνάμει της οποίας δημιουργείται η σχέση ιδιοκτήτη και ενοικιαστή και
γ) ο ενοικιαστής να είναι θέσμιος και κατ' επέκταση η ενοικίαση να είναι θέσμια.»

 

Παραπέμπω επίσης στην υπόθεση ΦΥΣΕΝΤΖΙΔΗ v. K&C SNOOKER & POOL ENTERTAINMENT Πολ. Ε. 30/2019, ημερομηνίας 1.6.2020, ECLI:CY:AD:2020:A171 όπου εξετάστηκε ζήτημα κατά πόσο η διαφορά θα έπρεπε να εξεταστεί από το Δικαστήριο ελέγχου ενοικιάσεως αντί το Επαρχιακό Δικαστήριο, το Ανώτατο Δικαστήριο ανάφερε ότι, « … ακολουθώντας τη γραμματική ερμηνεία του άρθρου 2 (Ν.23/1983) … το ακίνητο όχι μόνο θα έπρεπε να ήταν συμπληρωμένο πριν από την έναρξη της ισχύος του Νόμου, αλλά θα έπρεπε να βρισκόταν και υπό ή προς ενοικίαση … για την εφαρμογή του νόμου του ενοικιοστασίου, που περιορίζει τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη, η ενοικίαση ή διάθεση του ακινήτου προς ενοικίαση κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος των περιορισμών ήταν προϋπόθεση ..

Υπενθυμίζω και τονίζω ότι στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας αποτέλεσε αμφισβητούμενο γεγονός πέραν του κατά πόσο το υποστατικό είναι αποθήκη ή όχι και εάν ως αποθήκη αποτελεί κτήριο που καλύπτεται από τον Ν.23/83 και το κατά πόσο ήταν προς ενοικίαση ή διαθέσιμο για ενοικίαση, εφόσον η μεν πλευρά της Αιτήτριας υποστηρίζει ότι ήταν, η δε πλευρά του Καθ’ ου η Αίτηση υποστηρίζει ότι από τότε που έχει ανεγερθεί μέχρι και μετά την 31η Δεκεμβρίου του 1999 χρησιμοποιείτο από τον ίδιο.

Η θέση της Αιτήτριας η οποία δεν ζήτησε να αντεξετάσει τον Καθ’ ου η Αίτηση επί της πιο πάνω θέσης του, αλλά απάντησε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση ήταν ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση ως ιδιοκτήτης είναι ο μόνος που μπορεί να προσφέρει αυτήν την μαρτυρία, δηλαδή κατά πόσο ήταν προς ενοικίαση το υποστατικό.

Περαιτέρω, καμία εκ των δυο πλευρών δεν έχει παρουσιάσει στο Δικαστήριο οποιοδήποτε ενοικιαστήριο έγγραφο για οποιοδήποτε χρόνο. Υπάρχει ταυτόχρονα άρνηση από πλευράς Καθ’ ου η Αίτηση ότι το υποστατικό είχε ενοικιαστεί το 2004 σε εταιρεία συμφερόντων της Αιτήτριας ενώ παράλληλα υπάρχει ισχυρισμός ότι είχε ενοικιαστεί σε κάποιο χρόνο σε τρίτο φυσικό πρόσωπο.

Ως προς τη φύση του υποστατικού, η περιγραφή που δίδεται σε αυτό μέσω του Τεκμηρίου 2 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης για την Αιτήτρια ακόμη και εάν γινόταν αποδεκτό στο παρόν στάδιο, ουδεμία πλευρά παρουσίασε κάποιο επιπρόσθετο μαρτυρικό υλικό όπως φωτογραφία ή επίσημο έγγραφο του κτηματολογίου μέσω του οποίου το Δικαστήριο θα μπορούσε να προβεί σε οποιαδήποτε διαπίστωση. Τούτο ασφαλώς υπό την προϋπόθεση  ότι το μόνο ζήτημα που θα παράμεινε προς αμφισβήτηση θα ήταν η φύση του υποστατικού.

Παραμένει επίσης αμφισβητούμενο το κατά πόσο η Αιτήτρια έχει καταστεί θέσμιος ενοικιαστής εφόσον αμφισβητεί την νομιμότητα του τερματισμού της ενοικίασης, ζήτημα το οποίο δεν θα μπορούσε κατά την κρίση μου να εξετάσει το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο.

Επομένως, τα πιο πάνω ζητήματα κατά την κρίση μου θα πρέπει να εξεταστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και αποκρυσταλλωθούν μέσω των σχετικών συμπερασμάτων και ευρημάτων του Δικαστηρίου, με το θέμα ασφαλώς της δικαιοδοσίας να παραμένει ανοικτό. Ως έχει η σημερινή κατάσταση πραγμάτων το Δικαστήριο δεν δύναται να εκδώσει διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζει ότι δεν έχει δικαιοδοσία ή δεν δύναται να την ασκήσει συνεπώς η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει.

Ως προς το αίτημα για παραμερισμό του εντύπου απαίτησης και της επίδοσης του εντύπου απαίτησης, είχα κατά την ακρόαση της αίτησης είχα ζητήσει από την συνήγορο της Αιτήτριας να τοποθετηθεί επί ποιων παραγόντων εδράζονται τα εν λόγω αιτητικά, με την συνήγορο να απαντά ότι πρόκειται για εξουσίες που παρέχονται στο Δικαστήριο δυνάμει του Μέρους 12 σε περίπτωση που εκδώσει διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζει ότι δεν έχει και δεν δύναται να ασκήσει δικαιοδοσία.

Ως έχω αναφέρει και σε πιο πάνω σημείο της παρούσας απόφασης, στην περίπτωση που θα κριθεί από το Δικαστήριο ότι δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναγνωρίζει ότι δεν έχει ή δεν δύναται να ασκήσει δικαιοδοσία, το Δικαστήριο μπορεί να συμπεριλάβει στο εν λόγω διάταγμα οποιεσδήποτε από τις πρόνοιες που καθορίζονται στον Κ.6 ανωτέρω και είναι ζήτημα άσκησης διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εάν θα συμπεριλάβει οποιαδήποτε περαιτέρω πρόνοια. Δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου το οποίο να δικαιολογεί την έκδοση των σχετικών διαταγμάτων. Σε κάθε περίπτωση εφόσον αυτά συμπεριλήφθηκαν ως έχω αντιληφθεί, στην αίτηση ως διατάγματα τα οποία το Δικαστήριο θα μπορούσε να συμπεριλάβει σε περίπτωση έκδοσης του κυρίως διατάγματος, η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει συμπαρασύρει και τα υπόλοιπα αιτητικά.

Κατάληξη

Εν όψει όλων των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται.

Ως προς τα περαιτέρω να εφαρμοστούν οι πρόνοιες του Κ.1(7) του Μέρους 12 και στην περίπτωση που καταχωρηθεί πρόσθετο σημείωμα εμφάνισης από την Αιτήτρια / Εναγόμενη, η υπεράσπιση της τελευταίας να καταχωρηθεί εντός 28 ημερών από την ημερομηνία καταχώρησης του πρόσθετου σημειώματος εμφάνισης.

Ως προς τα έξοδα, αυτά επιδικάζονται προς όφελος του Ενάγοντα / Καθ’ ου η Αίτηση ως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

                                                               

 

                                                               (Υπ.)  .....................................

                                                                               Λ. Χαβιαράς,Ε.Δ.

Πιστόν Αντίγραφον

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο