SKITENI LIMITED κ.α. ν. M.C.S. QUALITY HOLDINGS LIMITED κ.α., Αρ. Απαίτησης: 773/2024, 9/3/2026
print
Τίτλος:
SKITENI LIMITED κ.α. ν. M.C.S. QUALITY HOLDINGS LIMITED κ.α., Αρ. Απαίτησης: 773/2024, 9/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Π.Ε.Δ.

Αρ. Απαίτησης: 773/2024

ijustice

Μεταξύ:

1. SKITENI LIMITED

2. JERUSALEM REPORT PUBLICATIONS LIMITED

Ενάγοντες

και

1.M.C.S. QUALITY HOLDINGS LIMITED

2. ΑΛΚΑ ΠΑΤΕΛ ΚΑΚΟΣ

3. ΣΑΒΒΑΣ ΚΑΚΟΣ ΚΑΚΟΣ

4. ΜΟΝΙCΑ ΚΑΚΟΥ

5. CHRISTIANA KAKOY

Εναγόμενοι

Αίτηση Ημερομηνίας 27.12.2024

 

Ημερομηνία: 09.03.2026.

Εμφανίσεις:

Για τους Ενάγοντες – Αιτητές: κα Τζ. Ζήνωνος για J. Zenonos & Associates LLC.

Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η αίτηση: κα Χρ. Πέτρου για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Οι Ενάγουσες (στο εξής «Αιτήτριες») αξιώνουν με την παρούσα απαίτηση εναντίον των Εναγομένων (στο εξής «Καθ΄ ων η αίτηση») ειδικές αποζημιώσεις οι οποίες συμποσούνται στο ποσό των €950.000, γενικές αποζημιώσεις, καθώς και άρση του εταιρικού πέπλου.

 

Μαζί με την καταχώρηση του εντύπου απαίτησης καταχωρήθηκε μονομερώς και η υπό κρίση αίτηση δυνάμει της οποίας διεκδικούνται τα ακόλουθα διατάγματα:

 

«(Α)   Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει ή και να εμποδίζει τους Καθ΄ ου η Αίτησης ή και τους υπαλλήλους ή και τους αντιπροσώπους ή και τους εντολοδόχους αυτών, από του:

 

i. να μεταφέρουν εκτός Κύπρου ή και διαθέσουν, αποξενώσουν, μειώσουν σε αξία ή επιβαρύνουν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο τους, ούτως ώστε η αξία αυτών να μην είναι κατώτερη του ποσού των €950.000,00 συμπεριλαμβανομένου οποιονδήποτε ποσών στους τραπεζικούς λογαριασμούς:-

(α) με αριθμό 101010017262016 (€) στην CDB BANK PUBLIC COMPANY LIMITED στο όνομα της εταιρείας M.C.S. QUALITY HOLDINGS LIMITED

(β) με αριθμό 101010030199011 (€) στην CDB BANK PUBLIC COMPANY LIMITED στο όνομα της εταιρείας M.C.S. QUALITY HOLDINGS LIMITED.

(γ) με αριθμό CHF 4708667007499821307 (€) και CHF 2508667007499821218 (USD) EFG International AG  στο όνομα της εταιρείας M.C.S. QUALITY HOLDINGS LIMITED.

ii. να προβαίνουν σε οποιεσδήποτε ενέργειες που να συνδέονται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο με τη διάθεση, αποξένωση, μείωση της αξίας ή επιβάρυνση των περιουσιακών στοιχείων τους, συμπεριλαμβανομένων και των μετοχών και/ή συμφερόντων σε οποιεσδήποτε εταιρείες εγγεγραμμένες στην Κυπριακή Δημοκρατία, μεταξύ άλλων είτε εκτελώντας οδηγίες προερχόμενες από τον Καθ΄ ου η αίτηση 2 ή τους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτού είτε μεταβιβάζοντας ή διευκολύνοντας τη μεταβίβαση ή τη μεταφορά οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων ή των μετοχών ή της διοίκησης οποιασδήποτε εταιρείας σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο είτε εκδίδοντας οποιοδήποτε πληρεξούσιο ή άλλο παρόμοιας φύσης έγγραφο σε σχέση με οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο είτε διενεργώντας οποιαδήποτε αλλαγή στο μετοχικό κεφάλαιο ή και στην μετοχική δομή και/ή στην σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου και/ή την εταιρική δομή οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου που είναι εταιρεία ή Ίδρυμα, είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.

 

(1) Νοείται ότι για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου (Α) τα περιουσιακά στοιχεία του Καθ΄ ου η Αίτηση 3 περιλαμβάνουν τα συμφέροντα ή μετοχικά μερίδια που ο Καθ΄ ου η Αίτηση 3 είναι επ΄ ωφελεία ιδιοκτήτης και/ή ελέγχει και τα οποία εκτίθενται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ «Α» που επισυνάπτεται στην παρούσα.

 

(2) κάθε άλλο περιουσιακό στοιχείο που ο Καθ΄ ου η αίτηση 3 έχει την εξουσία, είτε άμεσα είτε έμμεσα, να διαθέσει ή να μεταχειρίζεται ως εάν να ανήκει στον Καθ΄ ου η Αίτηση 3 και το οποίο κατέχεται ή και ελέγχεται από τρίτα πρόσωπα σύμφωνα με οδηγίες προερχόμενες, είτε άμεσα είτε έμμεσα, από τον Καθ΄ ου η Αίτηση 3.

 

(Β)     Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τους κ.κ. EUROBANK CYPRUS LTD, ASTROBANK PUBLIC COMPANY LIMITED, CDB PUBLIC COMPANY LTD και REVOLUT LTD («οι Τράπεζες») όπως εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την επίδοση του παρόντος διατάγματος να ετοιμάσουν και να παραδώσουν με ηλεκτρονική αλληλογραφία στην διεύθυνση legal@jzenonos.com δήλωση ενώπιον, με την οποία να αποκαλύπτουν και/ή παρέχουν πλήρεις λεπτομέρειες των τραπεζικών λογαριασμών των Καθ΄ ων η Αίτηση που διατηρούντο και/ή συνεχίζουν να διατηρούνται στις Τράπεζες, συμπεριλαμβανομένων και τις ταυτότητες και διευθύνσεις των προσώπων που ήταν και/ή είναι οι δικαιούχοι των ανωτέρων λογαριασμών και/ή των προσώπων που διαχειρίζονται αυτούς.

 

(Γ)     Διάταγμα του Δικαστηρίου που να εξουσιοδοτεί ή να επιτρέπει στους Αιτητές να χρησιμοποιήσουν κάθε πληροφορία και/ή έγγραφο που θα αποκαλυφθεί ή παραδοθεί στους Αιτητές και/ή στους δικηγόρους τους από τις Τράπεζες, σύμφωνα με το διάταγμα της παραγράφου (Δ) ανωτέρω, προς υποστήριξη της Αγωγής υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο και/ή οποιωνδήποτε άλλων αστικών διαδικασιών που ήθελαν καταχωρηθεί από τους Αιτητές στην Κύπρο ή στο εξωτερικό για προστασία των δικαιωμάτων αυτών.»

 

Τα προαναφερόμενα διατάγματα δεν εκδόθηκαν μονομερώς. Το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) έδωσε οδηγίες όπως η αίτηση καταστεί διά κλήσεως και επιδοθεί στους Καθ΄ ων η αίτηση.

 

Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο των Αιτητριών. Σύμφωνα με αυτή, στις 30.11.2023 υπογράφηκαν μεταξύ των Αιτητριών και της Καθ΄ ης η αίτηση 1 συμβάσεις δανείου και αγοράς μετοχών. Δυνάμει των πιο πάνω συμβάσεων, συμφωνήθηκε η αγορά μέρους των μετοχών που η Καθ΄ ης η αίτηση 1 κατείχε στην εταιρεία Endureo Limited (στο εξής η «Endureo»). Ειδικότερα, συμφωνήθηκε η αγορά 100 συνήθων μετοχών της Endureo από την Αιτήτρια 1 και 400 συνήθων μετοχών της Endureo από την Αιτήτρια 2.

 

Ταυτόχρονα, ανάμεσα στις Αιτήτριες 1 και 2 από την μία και την Endureo από την άλλη καταρτίστηκαν συμφωνίες δανείου, στη βάση των οποίων η Endureo έλαβε ως δάνειο από την μεν Αιτήτρια 1 το ποσό των €150.000, από την δε Αιτήτρια 2 το ποσό των €600.000. Οι Αιτήτριες μετέφεραν το συνολικό ποσό των €750.000, καθ΄ υπόδειξη του Καθ΄ ου η αίτηση 3, σε λογαριασμό της Καθ΄ ης η αίτηση 1 στην Ελβετία.

 

Οι Αιτήτριες παρακινήθηκαν στην κατάρτιση των προαναφερόμενων συμφωνιών στη βάση των δηλώσεων του Καθ΄ ου η αίτηση 3, ο οποίος είναι διευθυντής και πραγματικός δικαιούχος της Καθ΄ ης η αίτηση 1. Οι πιο πάνω παραστάσεις συνίσταντο στο ότι η Endureo είχε διαπραγματευτεί μία κερδοφόρο συμφωνία για την αγορά 54 ακινήτων από την SKY CAC LTD.

 

Μετά την πληρωμή του ποσού των €750.000 και κατόπιν οχλήσεων της Αιτήτριας 1 σε σχέση με την πορεία αγοράς των ακινήτων, ο Καθ΄ ου η αίτηση 3 παρουσίασε δελτία πληρωμών από την Endureo προς την SKY CAC LTD για το συνολικό ποσό των €2.000.000. Επιπλέον, παρουσίασε συμφωνίες κράτησης για την πώληση των ακινήτων.

 

Ενόψει των πιο πάνω εξελίξεων η Αιτήτρια 1 παρακινήθηκε στην επέκταση της συνεργασίας της με τον Καθ΄ ου η αίτηση 3. Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια 1 σε συνεργασία με την εταιρεία GRANDIUM LTD (στο εξής «GRANDIUM»), εταιρεία συμφερόντων του Καθ΄ ου η αίτηση 3, συμβλήθηκαν με την ASTROBANK PUBLIC COMPANY LTD για την αγορά του συνόλου των μετοχών της εταιρείας PHELIEN LTD. Στο πλαίσιο της πιο πάνω συμφωνίας, η Αιτήτρια 1 κατέβαλε στην ASTROBANK PUBLIC COMPANY LTD το ποσό των €200.000.

 

Οι Αιτήτριες διά της δικηγόρου τους αποτάθηκαν στην SKY CAC LTD ζητώντας επιβεβαίωση ως προς το ότι η Endureo κατέβαλε στην τελευταία το ποσό των €2.000.000. Η SKY CAC LTD απαντώντας στις Αιτήτριες ανέφερε ότι το συνολικό ποσό που έλαβε από την Endureo ήταν €554.799,80 και ουδέποτε εισέπραξε το ποσό των €2.000.000.

 

Περαιτέρω, ο Καθ΄ ου η αίτηση 3 δεν ικανοποίησε τις συμβατικές υποχρεώσεις της GRANDIUM, δυνάμει της συμφωνίας που καταρτίστηκε μεταξύ της τελευταίας, της Αιτήτριας 1 και της ASTROBANK PUBLIC COMPANY LTD. Αποτέλεσμα τούτου ήταν η Αιτήτρια 1 να απωλέσει το ποσό των €200.000 που κατέβαλε στο πλαίσιο της πιο πάνω συμφωνίας.

 

Μετά την παράβαση των προαναφερόμενων συμβατικών υποχρεώσεων, οι Αιτήτριες, αντιλαμβανόμενες ότι εξαπατήθηκαν, κατέβαλαν προσπάθειες προς εξώδικη επίλυση των διαφορών τους με τους Καθ΄ ων η αίτηση. Στις 24.07.2024 υπογράφηκε συμφωνία διακανονισμού ανάμεσα στις Αιτήτριες και την Καθ΄ ης η αίτηση 1.

 

Οι Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 3 ικανοποίησαν εν μέρει τη συμφωνία διακανονισμού καταβάλλοντας το αρχικό ποσό των €750.000. Παρά τις διαβεβαιώσεις τους περί εκπλήρωσης και της υποχρέωσης τους για αποπληρωμή του υπολοίπου ποσού των €750.000, δεν έχουν μέχρι σήμερα εκπληρώσει την πιο πάνω υποχρέωσή τους.

 

Η Καθ΄ ης η αίτηση 2 είναι σύζυγος του Καθ΄ ου η αίτηση 3 και εκ των μετόχων της Καθ΄ ης η αίτηση 1. Η Καθ΄ ης η αίτηση 2 τηρεί τις εν λόγω μετοχές στο όνομά της για σκοπούς εξαπάτησης των πιστωτών του Καθ΄ ου η αίτηση 3.

 

Οι Καθ΄ ων η αίτηση 4 και 5 είναι θυγατέρες του Καθ΄ ου η αίτηση 3 και μέτοχοι σε ίσα μερίδια στην GRANDIUM. Οι Καθ΄ ων η αίτηση 4 και 5, όπως συμβαίνει και με την Καθ΄ ης η αίτηση 2, κατέχουν τις πιο πάνω μετοχές στο όνομά τους για σκοπούς εξαπάτησης των πιστωτών του Καθ΄ ου η αίτηση 3.

 

Περαιτέρω, η Καθ΄ ης η αίτηση 4 είναι και γραμματέας της Endureo. Η Καθ΄ ης η αίτηση 4 συμμετείχε στις ψευδείς παραστάσεις και την παραπλανητική συμπεριφορά του Καθ΄ ου η αίτηση 3 η οποία οδήγησε στην καταδολίευση των Αιτητριών.

 

Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι απαραίτητη, καθώς σε διαφορετική περίπτωση ελλοχεύει ο κίνδυνος της οριστικής αποξένωσης και απόκρυψης των περιουσιακών στοιχείων των Καθ΄ ων η αίτηση καθιστώντας έτσι αδύνατη την εκτέλεση της οποιασδήποτε απόφασης που μπορεί να εξασφαλιστεί εναντίον τους.

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση καταχώρησαν κοινή ένσταση στην οποία εγείρονται 25 λόγοι. Οι  πολυάριθμοι λόγοι ένστασης που επικαλούνται οι Καθ’ ων συγκεφαλαιώνονται στους ακόλουθους 8:

1.    Δεν συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32(1) του Ν.14/60.

2.    Τα αιτούμενα διατάγματα είναι υπέρμετρα επαχθή και/ή δραστικά και/ή διατυπωμένα κατά τρόπο γενικό και/ή αόριστο.

3.    Οι Αιτήτριες αποτάθηκαν στο Δικαστήριο με αδικαιολόγητη και/ή έκδηλη καθυστέρηση.

4.    Τα αιτούμενα επικουρικά διατάγματα αποκάλυψης περιουσιακών στοιχείων στρέφονται εναντίον μη διαδίκων και επιδιώκουν την αποκάλυψη περιουσιακών στοιχείων αδιευκρίνιστου ποσού.

5.    Δεν δικαιολογείται η έκδοση διαταγμάτων τύπου “Chabra” εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση 2, 4 και 5.  

6.    Οι Αιτήτριες παραβίασαν το καθήκον τους να προσέλθουν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.

7.    Η αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά και/ή εκβιαστικά και/ή ως μοχλός πίεσης.

8.    Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης.

 

 

Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Καθ’ ου η αίτηση 3,  οποίος ισχυρίστηκε, ανάμεσα σε άλλα, ότι οι Αιτήτριες παρακινήθηκαν στην καταχώρηση της παρούσας απαίτησης από τρίτο πρόσωπο προς εξυπηρέτηση δικών του συμφερόντων.

 

Η απαίτηση των Αιτητριών είναι αδικαιολόγητη και οι τελευταίες δεν δικαιούνται οποιασδήποτε θεραπείας, καθώς η όποια διαφορά των διαδίκων διευθετήθηκε μέσω της συμφωνίας διακανονισμού. Η εν λόγω συμφωνία, μάλιστα, έχει ήδη υλοποιηθεί. Συγκεκριμένα, μετά την υπογραφή της συμφωνίας διακανονισμού συμφωνήθηκε μεταξύ των Αιτητριών και της Καθ’ ης η αίτηση 1 ο πλήρης διακανονισμός των διαφορών μέσω της μεταβίβασης ακινήτων στην Endureo. Πιο συγκεκριμένα, στις 11.09.2024 μεταβιβάστηκαν στην Endureo 7 ακίνητα προς οριστική διευθέτηση κάθε απαίτησης των Αιτητριών.

 

Σε κάθε περίπτωση, οι Αιτήτριες δεν δικαιούνται να αξιώνουν οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση 2 – 5, εφόσον ουδέποτε συμβλήθηκαν με τους τελευταίους. Οι συμφωνίες που παρουσίασαν οι Αιτήτριες για να δικαιολογήσουν τον ισχυρισμό τους περί εμπλοκής της Καθ’ ης η αίτηση 2, αλλά και η αλληλογραφία με την Καθ’ ης η αίτηση 4, δεν έχουν την παραμικρή σχέση με την υπό κρίση απαίτηση. 

 

Περαιτέρω, οι τραπεζικοί λογαριασμοί που επιχειρούν οι Αιτήτριες να παγοποιήσουν είναι, είτε ανύπαρκτοι, είτε κλειστοί.

 

Οι Αιτήτριες δεν διατρέχουν κίνδυνο να παραμείνει ανικανοποίητη η απαίτησή τους σε περίπτωση απόρριψης της επίδικης αίτησης. Η αξίωση των Αιτητριών μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και οι Αιτήτριες δεν παρουσίασαν μαρτυρία ότι οι Καθ’ ων η αίτηση είναι αφερέγγυοι.

 

Οι διάδικοι καταχώρησαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις.

 

Οι Αιτήτριες στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή τους ισχυρίστηκαν, ότι νομιμοποιούνται στην καταχώρηση της επίδικης αίτησης ενόψει της συμβατικής σχέσης των διαδίκων και τη χρησιμοποίηση εκ μέρους του Καθ’ ου η αίτηση 3 εταιρικών δομών στις οποίες δικαιούχοι και αξιωματούχοι είναι μέλη της οικογένειας του.

 

Εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση 3 υποβλήθηκε παράπονο στο Τ.Α.Ε Λάρνακας για κυκλοφορία πλαστών εγγράφων και εξαπάτηση. Ο αστυφύλακας που έλαβε το παράπονο πληροφόρησε τις Αιτήτριες ότι εκκρεμούν και άλλες καταγγελίες εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση 3.

 

Η συμφωνία διακανονισμού δεν έχει υλοποιηθεί. Η μεταβίβαση των ακινήτων διενεργήθηκε εν αγνοία των Αιτητριών. Μάλιστα, θα ζητηθεί ποινική έρευνα του φακέλου του κτηματολογίου που αφορά τις μεταβιβάσεις.

 

Περαιτέρω, η αξία των ακινήτων που μεταβιβάστηκαν είναι περί τις €300.000 και δεν καλύπτει το υπόλοιπο της συμφωνίας διακανονισμού που ανέρχεται σε €750.000. Πολύ δε περισσότερο, αφ’ ης στιγμής οι Αιτήτριες κατέχουν μόνο το 50% της Endureo.

 

Οι πολιτικές και ποινικές υποθέσεις που εκκρεμούν εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση και το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της περιουσίας τους, αν όχι και όλο, είναι δεσμευμένο με δικαστικά διατάγματα καταδεικνύει ότι σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων θα απωλεσθεί κάθε δυνατότητα ανάκτησης των οφειλόμενων ποσών.

 

Στην αντίπερα όχθη, οι Καθ’ ων η αίτηση στη δική τους συμπληρωματική ένορκη δήλωση ισχυρίστηκαν ότι ο ένας εκ των λογαριασμών για τον οποίο ζητείται η έκδοση διατάγματος δεν ανήκει στην Καθ’ ης η αίτηση 1, αλλά στην Endureo γεγονός το οποίο γνωρίζουν οι Αιτήτριες υπό την ιδιότητα τους ως μέτοχοι της Endureo. Σε κάθε περίπτωση ο εν λόγω λογαριασμός έκλεισε από τις 10.09.2024. Οι δε τραπεζικοί λογαριασμοί του εξωτερικού, για τους οποίους αξιώνονται διατάγματα, δεν λειτουργούν.

 

Περαιτέρω, οι Αιτήτριες ως μέτοχοι της Endureo, γνώριζαν για τις μεταβιβάσεις των 7 ακινήτων. Πέραν τούτου, η διενέργεια των μεταβιβάσεων συμφωνήθηκε με τις Αιτήτριες προς τον σκοπό υλοποίησης της συμφωνίας διακανονισμού.

 

Νομική πτυχή

Η εξουσία του Δικαστηρίου προς χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας προβλέπεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, το οποίο θέτει τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες ασκείται η εν λόγω δικαιοδοσία.  Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 32(1) του Ν.14/60, πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις:

 

(α)     Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.

(β)     Ύπαρξη πιθανότητας ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία.

(γ)     Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα.

 

Στην κλασική αυθεντία Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd a.o (1982) 1 C.L.R 557, λέχθηκε σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση που τίθεται από το άρθρο 32 (1) του Ν.14/60, ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μία συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση ειπώθηκε, ότι περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα να δικαιούται ο Αιτητής σε θεραπεία, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.  Σύμφωνα με την Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd a.o (ανωτέρω), ο Αιτητής θα πρέπει να δείξει ότι υπάρχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.

 

Η τρίτη προϋπόθεση, αφορά το κατά πόσο χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.

 

Συμπεράσματα

Πριν την εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32(1) του Ν.14/60, θεωρώ ότι θα πρέπει να προηγηθεί η εξέταση της ένστασης που εγείρουν οι Καθ΄ ων η αίτηση περί του ότι οι Αιτήτριες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα.

 

Οι Καθ΄ ων η αίτηση με επίκληση της απόφασης Investar SPC Ltd v. Investar Investments Ltd, Πολ. Έφ. αρ. Ε50/2021, ημερ. 15.02.2024, υποστηρίζουν ότι έστω και αν η αίτηση κατέστη διά κλήσεως εξακολουθεί να ισχύει η γενική υποχρέωση των Αιτητριών να προσέλθουν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αφ’ ής στιγμής η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στο δίκαιο της επιείκειας.

 

Με κάθε σεβασμό προς την εισήγηση των Καθ΄ ων η αίτηση θεωρώ ότι έχουν παρερμηνεύσει τα όσα αναφέρθηκαν στην προαναφερθείσα υπόθεση. Αυτό, διότι η εισήγησή τους εδράζεται στην απόλυτη εφαρμογή του καθήκοντος της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων. Σύμφωνα, όμως, με πάγια νομολογιακή αρχή το προαναφερόμενο καθήκον υφίσταται μόνο στις περιπτώσεις μονομερών αιτήσεων. Στην Camerin Investments LLP κ.ά. ν. Public Joint-Stock Company Commercial Bank «Privatbank», Πολ. Έφ. αρ. Ε165/2019, ημερομηνίας 26.11.2025, στην οποία μνημονεύεται η Investar SPC Ltd (ανωτέρω), επιβεβαιώθηκε η προαναφερόμενη πάγια νομολογιακή αρχή. Συγκεκριμένα λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Πριν από οτιδήποτε άλλο κρίνουμε πως προέχει προς εξέταση ο τέταρτος λόγος της αντέφεσης με τον οποίο οι Εφεσίβλητοι παραπονούνται πως το πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα παρέλειψε να εξετάσει ότι οι Εφεσείοντες ήταν υπαίτιοι μη πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Δεν συμφωνούμε με το παράπονο αυτό των Εφεσιβλήτων. Το Δικαστήριο, στην υπό κρίση υπόθεση, δεν εξέδωσε οποιοδήποτε διάταγμα μονομερώς αλλά διέταξε την επίδοση της αίτησης. Σύμφωνα με τη νομολογία, η υποχρέωση του αιτητή για αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων υφίσταται μόνο στην περίπτωση μονομερούς αίτησης. Το ζήτημα της εφαρμογής του καθήκοντος πλήρους αποκάλυψης εξετάστηκε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Νέστωρας Κυριακίδης (2011) 1 Α.Α.Δ. 816, όπου επιδόθηκε μονομερής αίτηση και λέχθηκαν τα εξής:

 

«Κατ' αρχάς, το Δικαστήριο δεν εξέταζε αίτηση με τη μονομερή διαδικασία, ώστε να εφαρμόζονται σε όλη τους την έκταση οι σχετικές αρχές για πλήρη αποκάλυψη (βλ. Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά(1996) 1(ΑΑ.Α.Δ.597 και Ahmad Zein κ.ά.v. Παράσχου ΚΚαμπανελλά Λτδ (2000) 1(ΑΑ.Α.Δ. 606). Ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν και οι δύο διάδικοι, οι οποίοι είχαν δικαίωμα να αμφισβητήσουν κάθε στοιχείο που τέθηκε ενώπιόν του».

 

(ΒλΕπίσης Investar SPC Ltd v. Investar Investments Ltd, ΠολΈφΕ50/21, ημερ. 15.2.24). Μετά την επίδοση της στην άλλη πλευρά, η μονομερής αίτηση απώλεσε την υπόσταση της μονομερούς αίτησης και μετατράπηκε σε αίτηση δια κλήσεως (Βλ. Κώστας Σμυρνιός (2000) 1 Α.Α.Δ. 43).»

 

Σε κάθε περίπτωση, δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση των Καθ΄ ων η αίτηση ότι οι Αιτήτριες παρέβηκαν το καθήκον τους να προσέλθουν με καθαρά χέρια διότι παρέλειψαν να αποκαλύψουν ότι επήλθε πλήρης υλοποίηση της συμφωνίας διακανονισμού. Ο πιο πάνω ισχυρισμός των Καθ΄ ων η αίτηση περί υλοποίησης της συμφωνίας διακανονισμού δεν αποτελεί κοινά αποδεκτό γεγονός ή γεγονός με αντικειμενική χροιά το οποίο θα έπρεπε να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου οι Καθ΄ ων η αίτηση. Αντιθέτως, πρόκειται για μία διαφορετική εκδοχή που προβάλλουν οι Καθ΄ ων η αίτηση και με την οποία διαφωνούν οι Αιτήτριες. Ανάλογο ζήτημα τέθηκε στην Zondrvan Group Ltd v. Bonalbo Fiduciaries Ltd κ.ά. Πολ. Έφ. αρ. Ε64/2015, ημερ. 20.07.2021, ECLI:CY:AD:2021:A342, με το Ανώτατο Δικαστήριο να αναφέρει τα ακόλουθα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου):

 

«Όπως έχει αναφερθεί, η εξειδίκευση της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων κατά τους εφεσίβλητους, εξαντλείται με την παράθεση στοιχείων στην παράγραφο 22 της ένορκης δήλωσης η οποία υποστηρίζει την ένσταση.  Προσεκτική μελέτη του υλικού που τέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αποκαλύπτει ότι δεν πρόκειται για μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων κοινώς αποδεκτών από τις δύο πλευρές ή με αντικειμενικό έρεισμα, αλλά περί εντελώς διαφορετικής εκδοχής στη βάση συγχώνευσης της εφεσίβλητης 2 με την Red Zucchini Ventures Ltd και του επακόλουθου συμψηφισμού των απαιτήσεων της τελευταίας και της εφεσείουσας, η οποία δεν μπορούσε να εξεταστεί στο στάδιο της αίτησης με τη διαπίστωση σχετικών γεγονότων, κάτι που μπορεί να γίνει κατά το στάδιο της ακρόασης της ουσίας της αγωγής».

 

Ως εκ των ανωτέρω δεν τίθεται, κατά την άποψή μου, ζήτημα παραβίασης του καθήκοντος πλήρους αποκάλυψης των Αιτητριών. Ούτε, εν πάση περιπτώσει, καταδείχθηκε ότι οι Αιτήτριες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.

 

Προχωρώ στην εξέταση των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32(1) Ν.14/60.

 

Στο σύγγραμμα «Διατάγματα, Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, 1η έκδοση» στη σελ.55, αναφέρονται τα εξής σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32(1) του Ν.14/60:

 

«Με την αναφορά αυτή στην ουσία εισάγεται η γενική προϋπόθεση ότι το δικαίωμα το οποίο επικαλείται ο ενάγων θα πρέπει να είναι αναγνωρισμένο είτε από το νόμο (legal right) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (equitable right). Γι΄αυτό και το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα αναγνωρισμένο από το νόμο και τις αρχές της επιείκειας, προτού παραχωρήσει τη θεραπεία απαγορευτικού διατάγματος.».

 

Η απαίτηση των Αιτητριών, όπως προκύπτει από το έντυπο απαίτησης και τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση, εδράζεται στην ισχυριζόμενη εξαπάτηση των Αιτητριών από τους Καθ΄ ων η αίτηση και στην παραβίαση συμβατικών υποχρεώσεων. Δεν χωρεί αμφιβολία, ότι πρόκειται για αναγνωρισμένα από τον Νόμο αγώγιμα δικαιώματα.

 

Ως εκ των ανωτέρω, το πρώτο κριτήριο του άρθρου 32(1) του Ν.14/60 πληρούται.

 

Προχωρώ στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32(1) του Ν.14/60. Αυτό το οποίο ελέγχεται είναι η αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του διαδίκου που ζητά την ενδιάμεση θεραπεία σε συνάρτηση, για τους περιορισμένους πάντα σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, με τυχόν αντίθετη εκδοχή (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. CyfieldNemesis κ.α., Πολ. Έφ. αρ. Ε52/21, ημερ.10.02.2022), ECLI:CY:AD:2022:A79

 

Το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο δεν προχωρεί σε εις βάθος εξέταση της ουσίας της απαίτησης. Ό,τι χρειάζεται να καταδειχθεί είναι απλώς η ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης και η πιθανότητα οι Αιτήτριες να δικαιούνται σε θεραπεία. Στην υπόθεση Λόρδου κ.α. ν. Σιακόλα κ.α. (2017) 1Α Α.Α.Δ. 653, το όλο ζήτημα τέθηκε ως εξής:

 

«Όπως εξηγήθηκε στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd (1982) 1 CLR 557, η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, δηλαδή η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία, συσχετίζεται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσής του. Συνεπώς, τηρουμένης της αρχής ότι το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία, οφείλει πάντως να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης εκείνου του διαδίκου ο οποίος ζητά ενδιάμεση θεραπεία. Το απαιτούμενο βέβαια επίπεδο δεν είναι πολύ ψηλό. Ό,τι απαιτείται να καταδειχθεί, είναι η πιθανότητα επιτυχίας, ήτοι κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά πολύ λιγότερο από το επίπεδο που καθορίζει το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, γνωστό ως «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού (2002) 1 Α.Α.Δ. 1980, ελέχθη συναφώς ότι, «κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το στάδιο.»

 

Η αρχή, ότι το Δικαστήριο οφείλει να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του διαδίκου που ζητά τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας επιβεβαιώθηκε και πιο πρόσφατα στην υπόθεση Marfut v. Zaforpo Ventures Ltd, Πολ. Έφ. αρ. Ε144/2020 σχ. με Ε145/2020, ημερ. 29.03.2024.

 

Από την αντιπαραβολή των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση αναδεικνύονται αρκετά γεγονότα τα οποία αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων. Συγκεκριμένα, αποτελεί κοινά αποδεκτό γεγονός ότι οι Αιτήτριες συμφώνησαν όπως αγοράσουν μέρος των μετοχών που η Καθ΄ ης η αίτηση 1 κατείχε στην Endureo. Ειδικότερα, η Αιτήτρια 1 απέκτησε 100 συνήθεις μετοχές της Endureo  και η Αιτήτρια 2 απέκτησε 400 συνήθεις μετοχές της τελευταίας. Περαιτέρω, μεταξύ των Αιτητριών και της Endureo καταρτίστηκαν συμφωνίες δανείου στο πλαίσιο των οποίων οι Αιτήτριες χορήγησαν στην Endureo ως δάνειο το συνολικό ποσό των €750.000.

 

Κοινό έδαφος αποτελεί και η συνομολόγηση συμφωνίας μεταξύ της Αιτήτριας 1 και της GRANDIUM από την μία πλευρά και της ASTROBANK PUBLIC COMPANY LTD από την άλλη πλευρά, για την αγορά του συνόλου των μετοχών που η τελευταία κατείχε στην εταιρεία PHELIEN LTD. Στο πλαίσιο της πιο πάνω συμφωνίας η Αιτήτρια 1 κατέβαλε στην ASTROBANK PUBLIC COMPANY LTD το ποσό των €200.000.

 

Επιπλέον, αποτελεί κοινό έδαφος η κατάρτιση της συμφωνίας διακανονισμού μεταξύ των Αιτητριών και της Καθ΄ ης η αίτηση 1, στο πλαίσιο της οποίας καταβλήθηκε στις Αιτήτριες το αρχικό ποσό των € 750.000.

 

Έχοντας παραθέσει τα γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος, σημειώνω ότι η ουσιαστική υπερασπιστική γραμμή που προβάλλουν οι Καθ΄ ων η αίτηση συνίσταται αφενός στο ότι η συμφωνία διακανονισμού έχει υλοποιηθεί και αφετέρου στο ότι δεν έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε εμπλοκή των Καθ΄ ων η αίτηση 2 – 5 στις ισχυριζόμενες απαιτήσεις των Αιτητριών.

 

Ξεκινώντας από την ισχυριζόμενη υλοποίηση της συμφωνίας διακανονισμού επισημαίνω ότι, ως υποδείχθηκε και πιο πάνω κατά την εξέταση της ένστασης των Καθ΄ ων η αίτηση περί παράβασης του καθήκοντος αποκάλυψης των Αιτητριών, οι διάδικοι προβάλλουν εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές. Σύμφωνα με πάγια νομολογιακή αρχή, το Δικαστήριο στο πλαίσιο εκδίκασης αίτησης έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων δεν υπεισέρχεται σε εις βάθος αξιολόγηση της μαρτυρίας και στη διατύπωση τελικών ευρημάτων. Εν προκειμένω, η επιλογή της μίας ή της άλλης εκδοχής, προϋποθέτει την αναλυτική αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας. Η εν λόγω διεργασία, όμως, δεν μπορεί να διενεργηθεί σε αυτό το στάδιο.

 

Εξετάζοντας, επομένως, στην όψη της την προσφερόμενη μαρτυρία θεωρώ ότι ικανοποιείται το δεύτερο κριτήριο σε ό,τι αφορά την ισχυριζόμενη παραβίαση της συμφωνίας διακανονισμού. Περιορίζομαι να σημειώσω, ότι δεν έχει αμφισβητηθεί ο ισχυρισμός των Αιτητριών ότι η συμφωνία διακανονισμού προέβλεπε την καταβολή του συνολικού ποσού των €1.500.000 και πληρώθηκε σε χρήματα το ποσό των €750.000 μόνο. Από την άλλη, οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν έχουν παρουσιάσει ενώπιον του Δικαστηρίου, πέραν της ένορκης δήλωσης του Καθ΄ ου η αίτηση 3, οποιοδήποτε άλλο στοιχείο το οποίο να συνηγορεί στον ισχυρισμό τους ότι συμφωνήθηκε ανάμεσα στους διαδίκους η υλοποίηση της συμφωνίας διακανονισμού μέσω της μεταβίβασης των επίμαχων 7 ακινήτων αντί της πληρωμής του υπολοίπου των €750.000. Επίσης, δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για τον λόγο για τον οποίο η συμφωνία διακανονισμού, η οποία υπενθυμίζω ότι συνομολογήθηκε ανάμεσα στις Αιτήτριες και την Καθ΄ ης η αίτηση 1,  συμφωνήθηκε να υλοποιηθεί μέσω της μεταβίβασης ακινήτων όχι στις Αιτήτριες, αλλά σε εταιρεία (Enduero) στην οποία οι τελευταίες είναι συνιδιοκτήτες με την Καθ΄ ης η αίτηση 1.

 

Ούτε, στο παρόν στάδιο, έχει προσφερθεί μαρτυρία ως προς το κατά πόσο η αξία των επίμαχων ακινήτων ικανοποιεί το εναπομείναν υπόλοιπο των €750.000 της συμφωνίας διακανονισμού. Αντιθέτως, στη βάση του Τεκμηρίου 1 της αρχικής ένορκης δήλωσης των Καθ΄ ων η αίτηση προκύπτει ότι η αξία των επίμαχων ακινήτων, όπως αυτή προσδιορίζεται από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των €467.000, με ένα μάλιστα εκ των ακινήτων να φέρει και επιβάρυνση. Παράλληλα, επαναλαμβάνω το εξής αντικειμενικό δεδομένο. Η Endureo δεν ανήκει αποκλειστικά στις Αιτήτριες, αλλά μόνο σε ποσοστό 50%.

 

Σε σχέση, τώρα, με την εμπλοκή των Καθ΄ ων η αίτηση 2 - 5 στην ισχυριζόμενη παραβίαση συμβατικών υποχρεώσεων και εξαπάτηση των Αιτητριών, θεωρώ ότι στη βάση της προσφερθείσας μαρτυρίας δεν αποκαλύπτεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας αναφορικά με τους Καθ΄ ων η αίτηση 2, 4 και 5.  Ό,τι επικαλούνται οι Αιτήτριες είναι τη συγγενική σχέση μεταξύ του Καθ΄ ου η αίτηση 3 και των Καθ΄ ων η αίτηση 2, 4 και 5 και την ιδιότητά τους ως μετόχων, της μεν Καθ΄ ης η αίτηση 2 στην Καθ΄ ης η αίτηση 1, των δε Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 στην GRANDIUM. Αυτά τα γεγονότα από μόνα τους δεν αποκαλύπτουν, έστω και στο πρώιμο αυτό στάδιο, εμπλοκή των Καθ΄ ων η αίτηση 2, 4 και 5 στις ισχυριζόμενες απατηλές και αντισυμβατικές πράξεις των Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 3. Ούτε και οδηγούν σε εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα, ότι οι μετοχές της Καθ΄ ης η αίτηση 1 και της Endureo αντίστοιχα κατέχονται από τους Καθ΄ ων η αίτηση 2, 4 και 5 ως εμπιστευματοδόχων του Καθ΄ ου η αίτηση 3.

 

Δεν παραβλέπω τα Τεκμήρια 2 και 4 της αρχικής ένορκης δήλωσης των Αιτητριών. Θεωρώ, ωστόσο, ότι τα εν λόγω Τεκμήρια, χωρίς επιπρόσθετη μαρτυρία ως προς τις συνθήκες κατάρτισής τους και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες οι Καθ’ ων η αίτηση 2 και 4 προβήκαν στις επίμαχες δηλώσεις, δεν υποστηρίζουν ότι οι τελευταίες ενεργούν ως εμπιστευματοδόχοι του Καθ΄ ου η αίτηση 3 ή ότι εμπλέκονται στις ισχυριζόμενες αντισυμβατικές ενέργειες των Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 3. Σημειώνω, ότι ακόμη κι αν προσφερόταν τέτοια μαρτυρία, αυτή θα έπρεπε να τύχει λεπτομερούς αξιολόγησης πράγμα το οποίο δεν θα μπορούσε να γίνει σε αυτό το στάδιο.

 

Διαφορετική είναι η κατάσταση σε σχέση με τον Καθ΄ ου η αίτηση 3. Σημειώνω, ότι στη βάση των ισχυρισμών των Αιτητριών οι διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση των επίμαχων συμφωνιών έγιναν εκ μέρους της Καθ΄ ης η αίτηση 1 από τον Καθ΄ ου η αίτηση 3. Μάλιστα, στη βάση της μαρτυρίας που προσέφεραν οι Αιτήτριες, ο Καθ΄ ου η αίτηση 3 ήταν το πρόσωπο που παρουσίασε στις Αιτήτριες δελτία πληρωμών από την Endureo προς την SKY CAC LTD για το ποσό των €2.000.000. Επισημαίνω, ότι οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί δεν έτυχαν αμφισβήτησης από τον Καθ΄ ου η αίτηση 3.

 

Προχωρώ στον ισχυρισμό των Αιτητριών, ότι λόγω εξαπάτησης των Καθ΄ ων η αίτηση υπέστηκαν επιπρόσθετη ζημιά ύψους €200.000 εξαιτίας της σύναψης συμφωνίας με την ASTROBANK PUBLIC COMPANY LTD για την αγορά των μετοχών της εταιρείας PHELIEN LTD. Θεωρώ, επίσης, ότι δεν ικανοποιείται το δεύτερο κριτήριο του άρθρου 32(1) του Ν.14/60. Αυτό, διότι στη βάση των ισχυρισμών που τέθηκαν από τις Αιτήτριες ενώπιον του Δικαστηρίου, οι τελευταίες δεν ξεκαθάρισαν κατά πόσο η συμφωνία διακανονισμού κάλυπτε και την προαναφερόμενη συμφωνία για την αγορά των μετοχών της εταιρείας PHELIEN LTD. Επιπλέον, σημειώνω ότι η GRANDIUM με την οποία η Αιτήτρια 1 συνεργάστηκε για την σύναψη της συμφωνίας για την αγορά των μετοχών της εταιρείας PHELIEN LTD και η οποία, ως οι ισχυρισμοί των Αιτητριών, δεν τίμησε τις συμβατικές της υποχρεώσεις, δεν αποτελεί διάδικο μέρος. Εάν και εφόσον η απαίτηση των €200.000 δεν καλύπτεται από τη συμφωνία διακανονισμού, θα αναμενόταν λογικά η GRANDIUM να συμπεριληφθεί ως διάδικος στην παρούσα απαίτηση ή να δοθεί κάποια τουλάχιστον εξήγηση για την μη συμπερίληψή της.

 

Μέσα στο πλαίσιο, επομένως, της περιορισμένης αξιολόγησης της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης των Αιτητριών, θεωρώ ότι η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32(1) του Ν.14/60 πληρούται σε σχέση με τους Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 3 αναφορικά με την απαίτηση των Αιτητριών που πηγάζει από την ισχυριζόμενη παραβίαση της συμφωνίας διακανονισμού.   

 

Έρχομαι στην τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32(1) του Ν.14/60. Η εν λόγω προϋπόθεση εξετάζεται κατά κύριο λόγο υπό το πρίσμα του κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων αποτελεί, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, επαρκή θεραπεία.

 

Στην προκείμενη περίπτωση, είναι γεγονός ότι η επαπειλούμενη ζημιά μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Άλλωστε, οι αποζημιώσεις αποτελούν την ουσιαστική θεραπεία που διεκδικούν οι Αιτήτριες. Αυτό το δεδομένο, ωστόσο, δεν οδηγεί άνευ ετέρου και σε συμπέρασμα περί μη ικανοποίησης του τρίτου κριτηρίου. Όπως υποδείχθηκε πρόσφατα στην GGH-RE Investment Partners Ltd κ.α. ν. Golub Gethouse Realty Company, Πολ. Έφ αρ. Ε56/2024, ημερ. 29.05.2025, η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα αποτελούσε επαρκή θεραπεία, αλλά και στην περίπτωση που υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο Εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του.

 

Από τη μαρτυρία που έχει τεθεί από τις Αιτήτριες διαφαίνεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση αντιμετωπίζουν δικαστικές διαδικασίες, ενώ εις βάρος του Καθ’ ου η αίτηση 3 εξετάζονται παράπονα για ενδεχόμενη διάπραξη ποινικών αδικημάτων σε σχέση με ξέπλυμα χρήματος. Ταυτόχρονα, επιταγή ύψους €100.000 που εκδόθηκε από την Καθ’ ης η αίτηση 1 προς όφελος των Αιτητριών δεν εξαργυρώθηκε. Επισημαίνω, ότι ο ισχυρισμός των Αιτητριών ότι η πλείστη ή και όλη η περιουσία των Καθ΄ ων η αίτηση είναι δεσμευμένη, όχι μόνο δεν  αμφισβητήθηκε, αλλά ουσιαστικά επιβεβαιώθηκε με την αγόρευση των συνηγόρων των Καθ΄ ων η αίτηση (βλ. παράγραφος 33, σελ. 10 και 11 της γραπτής αγόρευσης των Καθ΄ ων η αίτηση).

 

Δεν μου διαφεύγει η θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Καθ΄ ων η αίτηση, ότι η ύπαρξη άλλου απαγορευτικού διατάγματος επί της περιουσίας των Καθ΄ ων η αίτηση εξασφαλίζει το status quo με αποτέλεσμα να μην υπάρχει κίνδυνος για τυχόν αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων των Καθ΄ ων η αίτηση. Με κάθε σεβασμό, δεν με βρίσκει σύμφωνο η πιο πάνω προσέγγιση. Απαγορευτικό διάταγμα που εκδόθηκε προς όφελος άλλου διαδίκου στο πλαίσιο διαφορετικής δικαστικής διαδικασίας δεν μπορεί να αποτελέσει εχέγγυο διασφάλισης των περιουσιακών στοιχείων των Καθ΄ ων η αίτηση προς εξασφάλιση ενδεχόμενης απόφασης που εκδοθεί εναντίον τους στο πλαίσιο της παρούσας απαίτησης.

 

Όλα τα πιο πάνω σε συνδυασμό, αφενός με το γεγονός ότι το ποσό που διεκδικούν οι Αιτήτριες στο πλαίσιο της συμφωνίας διακανονισμού ανέρχεται στο διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των €750.000 και αφετέρου με την ευκολία και αμεσότητα με την οποία στην εποχή μας διενεργούνται συναλλαγές και μεταφορές χρημάτων, τόσο σε τοπικό, όσο και σε διεθνές επίπεδο, συνηγορούν στην ύπαρξη κινδύνου αδυναμίας ικανοποίησης ενδεχόμενης απόφασης υπέρ των Αιτηριών.

 

Θα πρέπει, άλλωστε, να σημειωθεί ότι στην περίπτωση διατάγματος παγοποίησης, λόγω ακριβώς της φύσης του, η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32(1) του Ν.14/60 εξετάζεται υπό το πρίσμα της πρόληψης ενεργειών οι οποίες δύνανται να υπονομεύσουν την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας. Στην υπόθεση SHISHKAREV ν. LANURIA LIMITED, Πολ. Έφ. αρ. E385/2016, ECLI:CY:AD:2018:A280, ημερ.07.06.2018, λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα:

 

«Ακολούθως, το Δικαστήριο εξέτασε τις απαιτήσεις για ικανοποίηση της πιο πάνω τρίτης προϋπόθεσης στην περίπτωση διατάγματος παγοποίησης. Με αναφορά στη σχετική νομολογία, ορθώς διαπίστωσε πως, βασικά, η λογική της έκδοσης προσωρινού διατάγματος παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων, γνωστού και ως διάταγμα Mareva, είναι προς το σκοπό διασφάλισης της ικανοποίησης τελικής απόφασης εναντίον εναγομένου, όταν, εύλογα, μπορεί να υποτεθεί ότι η εκτέλεσή της πιθανόν να καταστεί δύσκολη ή αδύνατη, λόγω επαπειλούμενης εξαφάνισης, από τον ίδιο, περιουσιακών του στοιχείων, επί των οποίων η απόφαση να μπορεί να εκτελεστεί, (βλ. Sunoil Bunkering vJaouhar Maritime (1987) 1 C.L.R. 627 και Παντελίδη ν. Πιερή (1998) 1 Α.Α.Δ. 2111). Η λογική αυτή συμπίπτει, ακριβώς, με την προαναφερθείσα τρίτη προϋπόθεση. Για την ικανοποίησή της, όπως έχει λεχθεί από τον Κωνσταντινίδη, Δ., στην υπόθεση CPhasarias (AutCentreLtdv. Σκυρ. “Λεωνίκ” Λτδ. (2001) 1 Α.Α.Δ. 785, στις σελίδες 789 έως 790: «Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία.». Ως προς το βαθμό ικανοποίησής της, είναι αρκετό να διαπιστωθεί ότι υπάρχει «πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος.», (βλ. Τσιολάκκη και άλλη ν. Στυλιανίδη (1992) 1 Α.Α.Δ. 782, απόφαση Πική, Δ., ως ήταν τότε, στη σελίδα 785).»

 

Ολοκληρώνοντας την εξέταση του τρίτου κριτηρίου σημειώνω, ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε στοιχεία που να δεικνύουν ότι είναι φερέγγυοι και διαθέτουν την οικονομική ευχέρεια να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση που εκδοθεί εναντίον τους (DB Technologies B.V. v. Loizos Iordanou Constructions Ltd, Πολ. Έφ. αρ. Ε166/2019, ημερ.15.10.2020), ECLI:CY:AD:2020:A347.

 

Ενόψει της ικανοποίησης των προϋποθέσεων του άρθρου 32(1) του Ν.14/60, θα πρέπει να εξεταστεί το ισοζύγιο της ευχέρειας. Το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, ισοζυγίσει τις συνέπειες που θα επιφέρει η απόφασή του στους διαδίκους και υιοθετεί εκείνη την πορεία, η οποία ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας (Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1B A.A.Δ 788).

 

Στην προκείμενη περίπτωση, εξισορροπώντας όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιόν μου και ειδικότερα όσα αναφέρθηκαν κατά την ανάλυση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32(1) του Ν.14/60, θεωρώ ότι η οδός που ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, σε περίπτωση που φανεί ότι η απόφαση που θα δοθεί σε αυτό το στάδιο είναι τελικά λανθασμένη, είναι η έγκριση της υπό κρίση αίτησης στην έκταση που αφορά τους Καθ’ ων η αίτηση 1 και 3. Παράλληλα, σημειώνω, ότι με αυτόν τον τρόπο θα διατηρηθεί και η υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων (status quo) επιτυγχάνοντας έτσι τον βασικό σκοπό έκδοσης ενός προσωρινού διατάγματος (Michael v. Brevinos Ltd (1969) 1 C.L.R. 578).

 

Προτού προχωρήσω στη διατύπωση της κατάληξης του Δικαστηρίου θα εξετάσω το ζήτημα που εγέρθηκε από τους Καθ΄ ων η αίτηση και αφορά την καθυστέρηση στην καταχώρηση και την προώθηση της υπό κρίση αίτησης.

 

Ξεκινώ από το ζήτημα της καθυστέρησης στην καταχώρηση της επίδικης αίτησης. Κατά την άποψή μου, δεν υφίσταται καθυστέρηση στην καταχώρησή της. Υπενθυμίζω, ότι η συμφωνία διακανονισμού υπογράφηκε στις 24.07.2024 και η Καθ΄ ης η αίτηση 1 υποχρεούτο να αποπληρώσει το επιπρόσθετο ποσό των €750.000 εντός 6 εβδομάδων από την υπογραφή της συμφωνίας. Με άλλα λόγια, η ισχυριζόμενη παραβίαση της συμφωνίας διακανονισμού επήλθε στις 04.09.2024. Ο χρόνος των 3½ περίπου μηνών που παρήλθε από την ισχυριζόμενη παράβαση της συμφωνίας διακανονισμού μέχρι την καταχώρηση της παρούσας απαίτησης και της επίδικης αίτησης δεν ισοδυναμεί με καθυστέρηση στην προώθηση δικαστικών διαδικασιών, η οποία, μάλιστα, να δικαιολογεί την απόρριψη της αίτησης.

 

Έρχομαι, τώρα, στο ζήτημα της καθυστέρησης στην προώθηση της επίδικης αίτησης. Το όλο ζήτημα διασυνδέεται από τους Καθ΄ ων η αίτηση με τη θέση ότι οι Αιτήτριες, μέσω της συνηγόρου τους, αναγνώρισαν ότι υπήρξε τέτοια καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης η οποία καθιστά την τελευταία άνευ αντικειμένου. Συνεπώς, σύμφωνα με τους Καθ΄ ων η αίτηση η επιμονή των Αιτητριών στην εκδίκαση της αίτησης απολήγει σε κατάχρηση της διαδικασίας.

 

Είναι γεγονός, ότι υπήρξε καθυστέρηση στην προώθηση της υπό κρίση αίτησης. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος, η παρατηρούμενη καθυστέρηση εντοπίζεται στο χρονικό διάστημα από τις 09.07.2025 μέχρι τις 09.12.2025, ημερομηνία κατά την οποία επανήλθε στο προσκήνιο η επίδικη αίτηση. Ανοίγω στο σημείο αυτό μία παρένθεση για να αναφερθώ συνοπτικά στο χρονικό της διαδικασίας όπως αυτό προκύπτει από τον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης.

 

Μετά την καταχώρηση του χρονοδιαγράμματος διαδικασίας της επίδικης αίτησης, η τελευταία προγραμματίστηκε για ακρόαση στις 29.05.2025. Στις 23.04.2025 καταχωρήθηκε από τις Αιτήτριες αίτηση για αντεξέταση η οποία προγραμματίστηκε για ακρόαση στις 16.05.2025. Στις 13.05.2025 μεσολάβησε η εξαίρεση από την εκδίκαση της υπόθεσης της Δικαστού στην οποία είχε ανατεθεί η εκδίκασή της. Στις 16.05.2025, η υπόθεση ανατέθηκε σε άλλη Δικαστή και η αίτηση αντεξέτασης ορίστηκε για ακρόαση στις 02.06.2025. Η πιο πάνω εξέλιξη είχε ως αποτέλεσμα την ακύρωση της ημερομηνίας ακρόασης της επίδικης αίτησης η οποία, ως αναφέρθηκε, ήταν προγραμματισμένη στις 29.05.2025. Στις 02.06.2025 πραγματοποιήθηκε η ακρόαση της αίτησης αντεξέτασης και η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η εν λόγω αίτηση απαγγέλθηκε στις 09.07.2025. Το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) κατά την απαγγελία της απόφασης δεν όρισε την επίδικη αίτηση σε νέα ημερομηνία. Ούτε και οι Αιτήτριες ή οι Καθ’ ων η αίτηση προέβηκαν σε ενέργειες για να ζητήσουν τον ορισμό της επίδικης αίτησης. Ως αποτέλεσμα η επίδικη αίτηση παρέμεινε σε εκκρεμότητα και εκτός πινακίου.

 

Ακολούθως στις 27.10.2025 οι Καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν αίτηση για απόρριψη της απαίτησης λόγω μη προώθησης, καθώς οι Αιτήτριες δεν καταχώρησαν ερωτηματολόγιο οδηγιών κατά παράβαση του Μ.28 των ΚΠΔ. Η πιο πάνω αίτηση ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο στις 09.12.2025, ημερομηνία κατά την οποία, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, επανήλθε στο προσκήνιο και η επίδικη αίτηση. Προς ολοκλήρωση της εικόνας αναφέρω, ότι η αίτηση για απόρριψη της απαίτησης ημερ.27.10.2025, μετά από ακρόαση, απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου στις 27.01.2026.

Κλείνω την πιο πάνω παρένθεση και επανέρχομαι στην εξέταση των επιπτώσεων της προαναφερόμενης καθυστέρησης. Όπως ήδη ανέφερα, το ζήτημα της καθυστέρησης διασυνδέεται από τους Καθ΄ ων η αίτηση με δήλωση της συνηγόρου των Αιτητριών ότι η αίτηση κατέστη άνευ αντικειμένου. Η συγκεκριμένη δήλωση που επικαλούνται οι Καθ΄ ων η αίτηση περιλαμβάνεται σε επιστολή της συνηγόρου των Αιτητριών η οποία παρουσιάστηκε από τις ίδιες της Αιτήτριες στο πλαίσιο της ένστασης που καταχώρησαν στην αίτηση των Καθ΄ ων η αίτηση ημερομηνίας 27.10.2025 και αποτελεί μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο της επίμαχης δήλωσης της συνηγόρου των Αιτητριών:

 

«Άνευ Βλάβης

 

Αναφέρομαι στην ανωτέρω υπόθεση και θα ήθελα να συζητήσω μαζί σας το ενδεχόμενο απόσυρσης της προσωρινής αίτησης, καθώς ο χρόνος που έχει πλέον παρέλθει καθιστά, εάν αυτή εκδιδόταν, την έκδοσή της πιθανότατα άνευ σημασίας.

 

Παρακαλώ ενημερώστε με εάν ο πελάτης σας συμφωνεί να αποσύρουμε την προσωρινή αίτηση, με κάθε πλευρά τα έξοδα της και η κύρια αίτηση να πάρει την πορεία της.

 

Αναμένω την απάντησή σας.

 

Με εκτίμηση,»

 

Δεν θεωρώ ότι η προαναφερόμενη δήλωση έχει τις προεκτάσεις που εισηγούνται οι Καθ΄ ων η αίτηση. Καταρχάς, δεν περιλαμβάνεται ανεπιφύλακτη και ρητή δήλωση περί απόσυρσης της αίτησης. Αντιθέτως, πρόκειται για δήλωση η οποία έγινε στο πλαίσιο άνευ βλάβης συζητήσεων μεταξύ των συνηγόρων προς διευθέτηση της επίδικης αίτησης. Συνεπώς, δεν μπορεί να εκληφθεί ότι οι Αιτήτριες εγκατέλειψαν την διεκδίκηση των θεραπειών που αιτούνται μέσω της επίδικης αίτησης. Από την άλλη, το χρονικό διάστημα των 5 μηνών που μεσολάβησε από τις 09.07.2025 μέχρι τις 09.12.2025 δεν οδηγεί σε συμπέρασμα περί εγκατάλειψης της υπό κρίση αίτησης ή επίδειξης τέτοιας αδιαφορίας η οποία να ανάγεται σε κατάχρηση της διαδικασίας. Χωρίς να παραβλέπω ότι όντως υπήρξε αδράνεια εκ μέρους των Αιτητριών στο να λάβουν μέτρα για ορισμό της επίδικης αίτησης, την ίδια στιγμή δεν μπορώ να παραβλέψω ότι οι τελευταίες δεν φέρουν την αποκλειστική ευθύνη. Επαναλαμβάνω, ότι ούτε το Δικαστήριο όρισε την αίτηση σε άλλη ημερομηνία,  αλλά ούτε και οι Καθ’ ων η αίτηση ζήτησαν τον ορισμό της. Παράλληλα, θα πρέπει να προσμετρηθεί και το γεγονός ότι αμέσως μετά τις 09.07.2025 μέχρι και τις 09 Σεπτεμβρίου επακολούθησαν οι θερινές διακοπές κατά τις οποίες, κατά κανόνα, δεν διεξάγονται συνεδρίες (Μ.59.2 των ΚΠΔ).

 

Ταυτόχρονα, θα πρέπει να τονιστεί, ότι οι Αιτήτριες δεν εξασφάλισαν προσωρινό διάταγμα και ακολούθως επέδειξαν αδράνεια ή ολιγωρία στην εκδίκαση της αίτησης και την προώθηση της απαίτησης. Επισημαίνω, ότι η νομολογία που διαμορφώθηκε σε σχέση με την καθυστέρηση στις περιπτώσεις αιτήσεων που αφορούν έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και την προώθηση της εκδίκασης της απαίτησης αφορά κατά κύριο λόγο τις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες ο διάδικος που εξασφαλίζει προσωρινή θεραπεία επαναπαύεται σε αυτήν παραλείποντας να προωθήσει την εκδίκαση της υπόθεσης αναγάγοντας έτσι την εξασφάλιση του προσωρινού διατάγματος σε αυτοσκοπό. Ανασκόπηση της νομολογίας σε σχέση με το αναφερόμενο ζήτημα και την πιο πάνω νομολογιακή αρχή έγινε πρόσφατα στην υπόθεση Crowd Teck Ltd ν. Abdulla Hussain N A Al-Ajji, Πολ. Έφ. αρ. Ε19/2024, ημερ. 15.05.2025.

 

Υπό το φως, επομένως, των πιο πάνω θεωρώ ότι δεν έχουν καταδειχθεί τέτοια γεγονότα τα οποία να συνηγορούν σε κατάχρηση της διαδικασίας.

 

Ένα τελευταίο ζήτημα το οποίο χρήζει σχολιασμού αφορά τη θέση των Καθ΄ ων η αίτηση ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση των Αιτητριών θα πρέπει να αγνοηθεί καθώς ο ενόρκως δηλών δεν είναι διευθυντής της Αιτήτριας 1. Καταρχάς, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν γίνεται από τον David Maimon, αλλά από τον Ανδρέα Κακαθύμη ο οποίος επισυνάπτει ως Τεκμήριο την ένορκη δήλωση του David Maimon. Επιπροσθέτως, ο David Maimon στην ένορκή του δήλωση περιγράφει τον εαυτό του και ως τον απόλυτο ιδιοκτήτη της Αιτήτριας 1. Ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αμφισβητήθηκε από τους Καθ΄ ων η αίτηση. Επομένως, ακόμη και αν ο David Maimon δεν είναι διευθυντής της Αιτήτριας 1, παραμένει ως αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι είναι ο απόλυτος ιδιοκτήτης της. Κατά συνέπεια, δεν συντρέχει οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος για να αγνοηθεί η ένορκη δήλωση του David Maimon.

 

Κατάληξη

Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, κρίνω ότι δικαιολογείται η έκδοση των διαταγμάτων των παραγράφων (Α)(i)(1) και (2) και (Β) της αίτησης εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 3. 

 

Η έκδοση του διατάγματος (Α)(ii), ενόψει της απόρριψης της αίτησης εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση 2, 4 και 5,  καθίσταται άνευ αντικειμένου. Σε όση δε έκταση αφορά τους Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 3 καλύπτεται από την έκδοση του διατάγματος (Α)(i).

 

Σε σχέση με το διάταγμα της παραγράφου (Β) της αίτησης, το οποίο αφορά διάταγμα αποκάλυψης, σημειώνω ότι τέτοια διατάγματα εκδίδονται ως επικουρικά των διαταγμάτων παγοποίησης αφού με αυτόν τον τρόπο μπορεί να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητά τους (Seamark Consultancy Services Ltd v. Joseph P. Lasala κ.α. (2007) 1Α  Α.Α.Δ. 162). 

 

Παραμένοντας στο διάταγμα της παραγράφου (Β) δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι αυτό στρέφεται εναντίον τρίτων προσώπων - μη διαδίκων. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση SHISHKAREV (ανωτέρω), δεν υφίσταται, ως θέμα αρχής, περιορισμός στην έκδοση διατάγματος αποκάλυψης εναντίον τρίτου προσώπου μη διαδίκου στην αγωγή.

 

Όσον αφορά την έκδοση του διατάγματος της παραγράφου (Γ) της αίτησης θεωρώ ότι δεν δικαιολογείται η έκδοσή του στην έκταση που αφορά τη χρησιμοποίηση πληροφοριών και ή εγγράφων που θα αποκαλυφθούν προς υποστήριξη άλλων αστικών διαδικασιών που ενδεχομένως καταχωρήσουν οι Αιτήτριες στην Κύπρο ή στο εξωτερικό. Ουδεμία σχετική αναφορά περιλαμβάνεται επί του εν λόγω ζητήματος στις ένορκες δηλώσεις των Αιτητριών και ως εκ τούτου δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το απαραίτητο υλικό προς αξιολόγηση του επίμαχου αιτήματος. Σε σχέση, τώρα, με τη χρησιμοποίηση πληροφοριών ή εγγράφων που θα αποκαλυφθούν προς υποστήριξη της απαίτησης στο πλαίσιο της υπό εκδίκαση απαίτησης, η έκδοση σχετικού διατάγματος θεωρείται ως περιττή. Επισημαίνω, ότι σε αυτό ακριβώς αποσκοπεί η έκδοση του διατάγματος (Β) της αίτησης.

 

Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος (Α)(i)(1) και (2) της αίτησης με τις εξής διαφοροποιήσεις και προσθήκες:

·         Το διάταγμα αφορά μόνο τους Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 3.

·         Το διάταγμα περιορίζεται μέχρι του ποσού των €750.000.

·         Το διάταγμα δεν θα εκτείνεται στους τραπεζικούς λογαριασμούς (α) και (β) της υποπαραγράφου (i), καθώς στη βάση των Τεκμηρίων 2 της αρχικής και συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης των Καθ΄ ων η αίτηση οι εν λόγω λογαριασμοί έχουν πλέον κλείσει.

·         Στην υποπαράγραφο (1) διαγράφεται η φράση «και τα οποία εκτίθενται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ «Α» που επισυνάπτεται στην παρούσα», καθώς δεν έχει εντοπιστεί τέτοιο παράρτημα στον φάκελο της υπόθεσης.

·         Στο εκδοθέν διάταγμα προστίθενται οι ακόλουθες πρόνοιες:

(α) Εάν η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων ελεύθερα από

επιβαρύνσεις ή άλλα βάρη των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 3 στην Κυπριακή Δημοκρατία υπερβαίνει το ποσό των €750.000, οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 3 δύνανται να απομακρύνουν οποιαδήποτε από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία από την Κυπριακή Δημοκρατία ή να τα διαθέσουν ή να τα διαχειριστούν νοουμένου ότι η συνολική μη βεβαρημένη αξία των περιουσιακών  στοιχείων τους εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας παραμένει ίση ή μεγαλύτερη των €750.000.

(β)Εάν η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων ελεύθερα από επιβαρύνσεις ή άλλα βάρη των Καθ’ ων η αίτηση 1 και 3 στην Κυπριακή Δημοκρατία δεν υπερβαίνουν τις €750.000, οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 3 δεν δύνανται να απομακρύνουν οποιαδήποτε από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία από την Κυπριακή Δημοκρατία ή να τα διαθέσουν ή να τα διαχειριστούν. Εάν οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 3 έχουν άλλα περιουσιακά στοιχεία εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας, δύνανται να απομακρύνουν οποιαδήποτε από τα άλλα περιουσιακά στοιχεία εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας ή να τα διαθέσουν ή να τα διαχειριστούν νοουμένου ότι η συνολική μη βεβαρημένη αξία των περιουσιακών τους στοιχείων εντός ή εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας παραμένει ίση ή μεγαλύτερη των €750.000.

·         Το παρόν διάταγμα δεν απαγορεύει στους Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 3 να δαπανούν μηνιαίως για την κάλυψη των συνήθων εξόδων διαβίωσης και/ή για την αμοιβή των επαγγελματικών τους συμβούλων και/ή για τη νομική τους εκπροσώπηση το ποσό των €10.000, σε ό,τι αφορά την Καθ΄ ης η αίτηση 1 και το ποσό των €3.000 σε ό,τι αφορά τον Καθ΄ ου η αίτηση 3. Περαιτέρω, δεν απαγορεύει στην Καθ΄ ης η αίτηση 1 να διαχειρίζεται ή να διαθέτει τα περιουσιακά της στοιχεία κατά τη συνήθη και κανονική πορεία διαγωγής των εργασιών της.

 

Οι Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 3 μπορούν να συμφωνήσουν εγγράφως με την δικηγόρο των Αιτητριών ότι τα ανωτέρω όρια εξόδων θα πρέπει να αυξηθούν ή ότι το παρόν διάταγμα θα πρέπει να τροποποιηθεί με οποιοδήποτε άλλο τρόπο.

 

Σε σχέση με τον προσδιορισμό των αναγκαίων εξόδων των Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 3 είναι γεγονός ότι δεν έχει τεθεί σχετική μαρτυρία εκ μέρους των τελευταίων. Αυτό το γεγονός δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να προχωρήσει, στη βάση της κοινής πείρας, στον καθορισμό ενός εύλογου ποσού εξόδων. Ο Δικαστής ως μέλος της κοινωνίας των πολιτών, μπορεί να αντλήσει συμπεράσματα μέσα από την πείρα της καθημερινής ζωής για να υπολογίσει ένα εύλογο ποσό αναγκαίων δαπανών (βλ. κατ’ αναλογία, Χατζιήκος ν. Χριστοδούλου (2011) 1 Α.Α.Δ. 205).

 

Επιπλέον, εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος (Β) της αίτησης με τη διευκρίνιση ότι το διάταγμα αφορά και πάλι μόνο τους Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 3 και περιορίζεται στους τραπεζικούς λογαριασμούς που οι τελευταίοι συνεχίζουν να διατηρούν στα εν λόγω τραπεζικά ιδρύματα.

 

Τα διατάγματα παύουν να ισχύουν αν οι Καθ’ ων η αίτηση 1 και 3:

(α)παράσχουν εξασφάλιση καταβάλλοντας το ποσό των €750.000 στο Δικαστήριο, το οποίο θα κρατείται εις διαταγή του Δικαστηρίου· ή

(β)παράσχουν εξασφάλιση για το εν λόγω ποσό με άλλη μέθοδο η οποία συμφωνείται με την δικηγόρο των Αιτητριών.

 

Τέλος, τα διατάγματα εκδίδονται υπό τους ακόλουθους όρους:

  1. Να υπογραφεί από ή εκ μέρους εκάστης Αιτήτριας εγγύηση ύψους €100.000 .
  2. ‘Έκαστη Αιτήτρια να δώσει προς το Δικαστήριο τις δεσμεύσεις υπ’ αρ. (1), (7) – (9) του Πίνακα Β, του Μέρους 25, Παράρτημα Ι, Τύπος ΙΙ των ΚΠΔ.

 

Προτού προχωρήσω στο εναπομείναν ζήτημα των εξόδων της διαδικασίας, θα ήθελα, ευκαιρίας δοθείσης, να επισημάνω ότι στο Παράρτημα Ι του Μέρους 25 των ΚΠΔ παρατίθενται δείγματα προσωρινών διαταγμάτων, περιλαμβανομένου και διατάγματος παγοποίησης. Θα ήταν επιθυμητό, όσοι συνήγοροι δεν το πράττουν, να συμβουλεύονται το πιο πάνω Παράρτημα κατά τη σύνταξη αιτήσεων για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων.

 

 

Όσον αφορά τα έξοδα, αυτά επιδικάζονται υπέρ των Αιτητριών και εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 3 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά. Θα προχωρήσω σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων δυνάμει του Μέρους 39.7 των ΚΠΔ. Σημειώνω, ότι οι συνήγοροι έχουν υποβάλει καταλόγους εξόδων προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου συμφώνως του Μέρους 39.9. των ΚΠΔ.

 

Τα έξοδα υπ’ αρ.4 – 8, 12 και 15 – 18 του καταλόγου των Αιτητριών δεν μπορούν να επιδικαστούν. Αυτό, διότι οι εμφανίσεις που περιλαμβάνονται στα έξοδα υπ’ αρ.4-8, σχετίζονται με την προσπάθεια εξασφάλισης των διαταγμάτων σε μονομερή βάση. Υπενθυμίζεται ότι τα διατάγματα δεν εκδόθηκαν μονομερώς. Αναφορικά με τα έξοδα υπ’ αρ. 12, 15 - 18, το Δικαστήριο στις εν λόγω εμφανίσεις είτε δεν έκδωσε διαταγή για έξοδα, είτε η διαταγή που εκδόθηκε ήταν χωρίς έξοδα.

 

Ως εκ των ανωτέρω επιδικάζονται υπέρ των Αιτητριών έξοδα €4.863 πλέον ΦΠΑ, πλέον €34 πραγματικά έξοδα, πλέον €21 έξοδα επίδοσης. Τα πιο πάνω έξοδα περιορίζονται στο ήμισυ ενόψει της μερικής επιτυχίας της αίτησης.

 

Η αίτηση εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση 2, 4 και 5 απορρίπτεται. Δεν επιδικάζονται οποιαδήποτε έξοδα υπέρ των προαναφερόμενων Καθ’ ων η αίτηση ενόψει της κοινής εκπροσώπησης με τους Καθ’ ων η αίτηση 1 και 3 και της κοινής ένστασης που καταχώρησαν με τους τελευταίους (βλ. κατ’ αναλογία Λουκαΐδης ν. Εκδοτική Εταιρεία Αλήθεια Λτδ κ.α (2013) 1Α Α.Α.Δ 22).

 

 

 

 

 

Υπ. ..…………….…………..

Μ. Αγιομαμίτης, Π.Ε.Δ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο