M.C.S. QUALITY HOLDINGS LTD κ.α. ν. CLASSICA S.M. INVESTMENTS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 559/2024, 8/4/2026
print
Τίτλος:
M.C.S. QUALITY HOLDINGS LTD κ.α. ν. CLASSICA S.M. INVESTMENTS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 559/2024, 8/4/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Π.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 559/2024 (i)

Μεταξύ:

1.    M.C.S. QUALITY HOLDINGS LTD

2.    ΣΑΒΒΑΣ ΚΑΚΟΣ

Ενάγοντες

v

 

1.    CLASSICA S.M. INVESTMENTS LTD

2.    MOSHE BAR SHILTON

Εναγόμενοι

 

Αίτηση Ημερομηνίας 05.11.2025

 

Ημερομηνία: 08.04.2026

 

Εμφανίσεις:

Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Π. Χατζηπέτρος για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε.

Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Χ. Χριστοδούλου για Χ. Χριστοδούλου Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Η απόφαση του Ενάγοντα 2 και του Εναγόμενου 2 να συνεργαστούν στον τομέα των επενδύσεων και της ανάπτυξης ακίνητης ιδιοκτησίας δεν είχε αίσια κατάληξη. Οι διαφορές τους μεταφέρθηκαν και στις δικαστικές αίθουσες με την εκατέρωθεν καταχώρηση αγωγών. Η παρούσα αποτελεί μία από τις αγωγές που εκκρεμούν μεταξύ του Ενάγοντα 2 και εταιρείας συμφερόντων του (Ενάγουσα 1) και του Εναγόμενου 2 και εταιρείας συμφερόντων του (Εναγόμενη 1).

 

Η υπό κρίση αίτηση αποτελεί τη δεύτερη απόπειρα των Εναγόντων (στο εξής «Αιτητές») να εξασφαλίσουν προσωρινά διατάγματα εναντίον των Εναγομένων (στο εξής «Καθ’ ων η αίτηση») στο πλαίσιο της παρούσας απαίτησης. Η πρώτη αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς και οι Αιτητές εξασφάλισαν στις 08.10.2024 προσωρινά διατάγματα. Μετά από ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο, υπό άλλη σύνθεση, ακύρωσε στις 07.05.2025 τα προαναφερόμενα διατάγματα καθώς διαπίστωσε ότι υπήρξε παραβίαση του καθήκοντος της πλήρους αποκάλυψης.

 

Με την υπό κρίση δια κλήσεως αίτηση, οι Αιτητές ζητούν την έκδοση των ακόλουθων δύο προσωρινών διαταγμάτων:

 

«Γ. Προσωρινό Διάταγμα που να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει τους Εναγόμενους 1 και 2 και/ή τους διευθυντές και/ή αξιωματούχους και/ή υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή εντολοδόχους αυτών και/ή τα πρόσωπα που ενεργούν στο όνομα και/ή για λογαριασμό αυτών, από του να αποξενώσουν και/ή διαθέσουν και/ή πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή μισθώσουν και/ή δωρίσουν και/ή επιβαρύνουν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τις μετοχές οι οποίες κατέχονται από την εναγόμενη 1 στην εταιρεία ALLECAY INVESTMENTS LIMITΕD (HE370252) μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής και/ή απαίτησης που θα εγερθεί ή/και μέχρι νεοτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου.

 

Δ. Προσωρινό Διάταγμα το οποίο να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει τους Εναγόμενους 1 και 2 και/ή τους διευθυντές και/ή αξιωματούχους και/ή υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή εντολοδόχους αυτών και/ή τα πρόσωπα που ενεργούν στο όνομα και/ή για λογαριασμό αυτών, από του να αποξενώσουν και/ή διαθέσουν και/ή πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή μισθώσουν και/ή δωρίσουν και/ή επιβαρύνουν δια μέσω της εταιρείας ALLECAY INVESTMENTS LIMITED (HE 370252) και/ή της εταιρείας JWPEGASUS LTD (HE342992), το ακίνητο με αρ. εγγρ. 0/12346, τεμ. 953, φ/σχ. 41/49W1 στη Λάρνακα ιδιοκτησίας της εταιρείας JWPEGASUS LTD (HE 342992), μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής και/ή απαίτησης που θα εγερθεί ή/και μέχρι νεοτέρας διαταγής του Σεβαστού Δικαστηρίου».

 

Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση, ο Αιτητής 2 ισχυρίστηκε ότι οι Καθ’ ων η αίτηση ιδιοποιήθηκαν με δόλιο τρόπο 936 μετοχές της εταιρείας Allecay Investments Ltd (στο εξής «Allecay»), οι οποίες ανήκαν στην Αιτήτρια 1. Η Allecay είναι η κατά πλειοψηφία μέτοχος με ποσοστό 62,83% της εταιρείας JWPEGASUS Ltd (στο εξής «Pegasus»).  Η Pegasus είναι η ιδιοκτήτρια του ακινήτου επί του οποίου ανεγέρθηκε το ξενοδοχείο με την επωνυμία «Radisson Blu» (στο εξής το «ξενοδοχείο»). Επίσης, είναι η ιδιοκτήτρια των δικαιωμάτων του ξενοδοχείου.

 

Ανάμεσα στον Αιτητή 2 και τον Καθ’ ου η αίτηση 2 συμφωνήθηκε ότι εταιρείες συμφερόντων του τελευταίου θα επένδυαν σε διάφορες εταιρείες του ομίλου εταιρειών «Quality Group» (στο εξής ο «Όμιλος»), συμφερόντων του Αιτητή 2. Το πλαίσιο συμφωνίας συνίστατο ουσιαστικά στη δημιουργία μίας εταιρείας κοινών συμφερόντων μέσω της οποίας ο Αιτητής 2 και ο Καθ’ ου η αίτηση 2 θα συμμετείχαν εξ ημισείας σε αναπτύξεις του Ομίλου. Προς υλοποίηση των πιο πάνω, δημιουργήθηκε η εταιρεία με την επωνυμία «MS Quality Partners Ltd» (στο εξής «MS»).

 

Από μέρους του Αιτητή 2 και εταιρειών συμφερόντων του μεταφέρθηκαν στην MS ακίνητα και αναπτύξεις αξίας περί τα €10.000.000. Αντίστοιχα, ο Καθ’ ου η αίτηση 2 ή εταιρείες συμφερόντων του και άλλα πρόσωπα συνδεδεμένα με αυτόν συνεισέφεραν στην MS διάφορα χρηματικά ποσά τα οποία συμποσούνται στα €15.000.000 περίπου.

 

Αρχές του 2024 προκλήθηκαν ρωγμές στις σχέσεις του Αιτητή 2 και του Καθ’ ου η αίτηση 2. Ο τελευταίος έγινε αρκετά πιεστικός απαιτώντας την άμεση απόδοση κέρδους από τις επενδύσεις που πραγματοποίησε. Κάτι τέτοιο δεν ήταν, όμως, εφικτό διότι τα έργα βρίσκονταν υπό ανάπτυξη και χρειαζόταν χρόνος για την ολοκλήρωσή τους και για να αποφέρουν κέρδη.

 

Η έντονη πίεση του Καθ’ ου η αίτηση 2 προκάλεσαν άγχος και προβλήματα ψυχολογικής και ψυχιατρικής φύσης στον Αιτητή 2, ο οποίος άρχισε να επισκέπτεται ψυχίατρο για να λάβει ψυχολογική στήριξη. Παράλληλα, το καλοκαίρι του 2024, οι αστυνομικές αρχές άρχισαν να διερευνούν εναντίον του Αιτητή 2 και άλλων προσώπων και εταιρειών ανάπτυξης γης σοβαρά αδικήματα σχετιζόμενα με τα ούτω καλούμενα χρυσά διαβατήρια. Αυτό το γεγονός συνέτεινε στην αύξηση του άγχους και στην επιδείνωση της ψυχικής του υγείας.

 

Ο Καθ’ ου η αίτηση 2, γνωρίζοντας την ευάλωτη θέση του Αιτητή 2  και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε, έγινε ακόμα πιο φορτικός απαιτώντας εξασφαλίσεις επί άλλων έργων του Ομίλου.

 

Μέσα σε αυτές τις δύσκολες για τον Αιτητή 2 περιστάσεις, ο Καθ’ ου η αίτηση 2 αξίωσε και επέβαλε τη μεταβίβαση του μεγαλύτερου περιουσιακού στοιχείου της Αιτήτριας 1, ήτοι του ξενοδοχείου, το οποίο ήταν ήδη σε λειτουργία και επικερδές.

 

Στις 27.03.2024 υπογράφηκε ανάμεσα στην Αιτήτρια 1 και την Καθ’ ης η αίτηση 1 η συμφωνία πώλησης 600 μετοχών που κατείχε η πρώτη στην Allecay έναντι του ποσού των €5.000.000. Ταυτόχρονα, την ίδια μέρα, υπογράφηκε και η συμφωνία εμπιστεύματος δυνάμει της οποίας οι μετοχές της Allecay θα κρατούνταν από την Καθ’ ης η αίτηση 1 προς όφελος της MS.

 

Ο Αιτητής 2 αναγκάστηκε να υπογράψει τις πιο πάνω αναφερόμενες συμφωνίες λόγω της άσχημης ψυχολογικής κατάστασής του και του οικονομικού εξαναγκασμού που ασκήθηκε εις βάρος του από τον Καθ’ ου η αίτηση 2, αλλά και των ψευδών παραστάσεων του τελευταίου. Ειδικότερα, ο Καθ΄ ου η αίτηση 2 διαβεβαίωσε τον Αιτητή 2, ότι οι μετοχές θα κρατούνταν προς όφελος της MS. Οι εν λόγω παραστάσεις ήταν, όμως, ψευδείς, αφού η Καθ’ ης η αίτηση 1 ιδιοποιήθηκε τις μετοχές και δεν υπηρετεί τα συμφέροντα της MS.

 

Περαιτέρω, ο Καθ’ ου η αίτηση 2, εκμεταλλευόμενος την τραγική ψυχολογική κατάσταση του Αιτητή 2, εξασφάλισε την υπογραφή του τελευταίου προς μεταβίβαση 936 μετοχών της Allecay αντί 600. Παράλληλα, μέσα στις πιο πάνω συνθήκες, ο Αιτητής 2 υπέγραψε και την παραίτησή του από διευθυντής της Allecay.

 

Η αγορά των επιπλέον 336 μετοχών της Allecay έγινε χωρίς την πληρωμή οποιουδήποτε ανταλλάγματος. Το γεγονός αυτό, αλλά και το τίμημα των €5.000.000 που καταβλήθηκαν για την αγορά των 600 μετοχών της Allecay, δεικνύουν το επαχθές της συναλλαγής και τον εξαναγκασμό του Αιτητή 2 στην υπογραφή των σχετικών συμφωνιών. Η πραγματική αξία των 600 μετοχών της Allecay είναι υπερδιπλάσια των €5.000.000.  Αυτό προκύπτει και από το τίμημα που έλαβε η Αιτήτρια 1 για την πώληση 64 μετοχών που κατείχε στην Allecay. Συγκεκριμένα, στις 23.03.2024, 4 μέρες πριν την υπογραφή των επίμαχων συμφωνιών, η Αιτήτρια 1 εισέπραξε για την πιο πάνω πώληση το ποσό των €2.500.000.

 

Ουσιαστικά, ο Καθ’ ου η αίτηση 2 έλαβε παράνομα την πλειοψηφία των μετοχών της Pegasus, η οποία είναι η ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου το οποίο είναι πολλαπλάσιας αξίας σε σύγκριση με το τίμημα των €5.000.000 που καταβλήθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση.

 

Η καταχώρηση της παρούσας αίτησης κατέστη αναγκαία, διότι ο Καθ’ ου η αίτηση 2, μετά την ακύρωση των προσωρινών διαταγμάτων, αποθρασύνθηκε. Συγκεκριμένα, εκμεταλλευόμενος τα ιδιοποιηθέντα δικαιώματα των μετοχών της Allecay συγκάλεσε συμβούλιο μετόχων της Pegasus και ως μέτοχος πλειοψηφίας επέβαλε παρανόμως απόφαση για την παύση του Αιτητή 2 από τη θέση του διευθυντή της Pegasus. Ακολούθως, χρησιμοποιώντας τη Pegasus, απέστειλε προς την Αιτήτρια 1 επιστολή ισχυριζόμενου χρέους με σκοπό την έναρξη διαδικασιών εκκαθάρισης της τελευταίας.

 

Επιπροσθέτως, ο Καθ’ ου η αίτηση 2 εμφανίζει τον εαυτό του ως τον πραγματικό δικαιούχο των μετοχών της Allecay και αναζητεί επενδυτή για να πωλήσει τις εν λόγω μετοχές ή το ακίνητο επί του οποίου ανεγέρθηκε το ξενοδοχείο. Τυχόν αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων της Pegasus, μέσω της Καθ’ ης η αίτηση 1 ως κατά πλειοψηφία μετόχου της Allecay, θα έχει άμεσο αρνητικό αντίκτυπο στην αξία των μετοχών της Allecay οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας αγωγής.

 

Οι Καθ΄ ων η αίτηση καταχώρισαν ένσταση με την οποία εγείρουν τους ακόλουθους έξι λόγους:

 

«1. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προνοούνται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου και/ή που έχουν τεθεί από την Νομολογία σε σχέση με την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων και ιδίως:

i.           Οι αιτητές δεν έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας και/ή καλή βάση αγωγής και/ή δεν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση.

ii.         Δεν συντρέχει και/ή δεν έχει καταδειχθεί με ικανοποιητική και/ή σχετική και/ή αποδεκτή μαρτυρία ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν παραμείνει σε ισχύ το υπό εκδίκαση διάταγμα και/ή εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.

iii.        Δεν προκύπτει ότι είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και/ή ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.

2. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης.

3. Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of process) και/ή έχει καταχωρηθεί ως αυτοσκοπός και/ή η απαίτηση δεν είναι γνήσια και/ή υπάρχει πολλαπλότητα της διαδικασίας.

4. Οι ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι αναληθείς, αόριστοι, ασαφείς και δεν τεκμηριώνονται.

5. Τα αιτούμενα διατάγματα είναι αόριστα και/ή γενικά και/ή ασαφή.

6. Οι Αιτητές δεν έχουν προσφύγει στο δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή δεν δικαιούται θεραπεία κάτω από το δίκαιο της επιείκειας και/ή έχει προβεί σε παραπλανητικές δηλώσεις».

 

Ο Καθ΄ ου η αίτηση 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ισχυρίστηκε, ότι η συμφωνία αγοράς μετοχών δεν συνιστά προϊόν οικονομικού εξαναγκασμού των Αιτητών. Ούτε και ήταν το αποτέλεσμα άσκησης πίεσης οποιασδήποτε μορφής. Η εν λόγω συμφωνία ετοιμάστηκε σε συνεργασία με τους δικηγόρους των Αιτητών και στην εκτέλεσή της είχαν εμπλοκή συνεργάτες του Αιτητή 2.

 

Συγκεκριμένα, το ιστορικό υπογραφής της επίδικης συμφωνίας ανατρέχει στον Ιούνιο του 2023. Την εν λόγω περίοδο ο Αιτητής 2 πληροφόρησε τον Καθ΄ ου η αίτηση 2 ότι χρειαζόταν χρήματα. Στη βάση αυτού του δεδομένου εξετάστηκε το ενδεχόμενο αγοράς των μετοχών που κατείχε η Αιτήτρια 1 στην Allecay. Η τελική συμφωνία υπογράφηκε στις 27.03.2024. Η συμφωνία και τα παραρτήματά της ετοιμάστηκαν προς υπογραφή από την επικεφαλής του νομικού τμήματος της Αιτήτριας 1. Επίσης, η συμφωνία υπογράφηκε στην παρουσία του προαναφερόμενου προσώπου, καθώς και στην παρουσία μίας ακόμη υπαλλήλου της Αιτήτριας 1. Τα εν λόγω πρόσωπα υπέγραψαν και ως μάρτυρες υπογραφών επί της επίδικης συμφωνίας.

 

Ταυτόχρονα, την ίδια ημερομηνία, συμπληρώθηκαν τα απαραίτητα έντυπα για τη μεταβίβαση των μετοχών, καθώς και για την παραίτηση του Αιτητή 2 από διευθυντής της Allecay.

 

Κατά την περίοδο εκτέλεσης της επίδικης συμφωνίας ο Αιτητής 2 δεν βρισκόταν σε κακή ψυχολογική κατάσταση, ούτε και ασκήθηκε οποιαδήποτε πίεση εναντίον του προς εκτέλεση της εν λόγω συμφωνίας. Μάλιστα, στο χρονικό διάστημα υπογραφής της συμφωνίας, ο Αιτητής 2 διοργάνωσε τη μεγαλύτερη έκθεση ακίνητης ιδιοκτησίας στην Κύπρο συμμετέχοντας ενεργά σε αυτή.

 

Το γεγονός, ότι ουδεμία πίεση ασκήθηκε στον Αιτητή 2 επιβεβαιώνεται και από το ότι η Καθ΄ ης η αίτηση 1 κατέβαλε στις 21.12.2023 στην Αιτήτρια 1 το ποσό των €500.000 για την υλοποίηση συμφωνίας αγοράς ακινήτων.

 

Ουδεμία ψευδής παράσταση υπήρξε από τους Καθ΄ ων η αίτηση. Αντιθέτως, οι Αιτητές ήταν αυτοί που απέκρυψαν γεγονότα. Πιο συγκεκριμένα, στις 27.03.2024 περιήλθε στη γνώση των Καθ΄ ων η αίτηση ότι οι μετοχές της Allecay ήταν ενεχυριασμένες προς όφελος της εταιρείας με την επωνυμία Lariation Holding Limited. Επίσης, περιήλθε στη γνώση των Καθ΄ ων η αίτηση ότι η Αιτήτρια 1 είχε ήδη πωλήσει 64 μετοχές της Allecay σε άλλη τρίτη εταιρεία. Τούτο, παρά το γεγονός ότι στην επίδικη συμφωνία η Αιτήτρια 1 διαβεβαίωσε ότι το σύνολο των 1000 μετοχών της Allecay ήταν ελεύθερες και διαθέσιμες.

 

Ο Καθ΄ ου η αίτηση 2 ήλθε σε διαπραγματεύσεις με την Lariation Holding για την αποδέσμευση της επιβάρυνσης των μετοχών της Allecay προκειμένου να πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση των μετοχών στην Καθ΄ ης η αίτηση 1. Οι Αιτητές και εταιρείες συνδεδεμένες με αυτούς όφειλαν στην πιο πάνω εταιρεία το ποσό των €16.000.000. Κατόπιν συζητήσεων καταρτίστηκε η συμφωνία ημερομηνίας 11.04.2024 με την οποία κατέστη δυνατή η αποδέσμευση της επιβάρυνσης των μετοχών. Η εν λόγω συμφωνία υπογράφηκε και από τους Αιτητές. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Καθ΄ ης η αίτηση 1 κατέβαλε με έμβασμα ποσό €2.000.000 προς την Lariation Holding.

 

Ο Αιτητής 2 ήταν αυτός που ζήτησε όπως μεταβιβαστούν στην Καθ΄ ης η αίτηση 1 όλες οι διαθέσιμες μετοχές της Allecay, ήτοι και οι 936 ελεύθερες και διαθέσιμες μετοχές. Αυτό, διότι κατά τον ουσιώδη χρόνο διεξαγόταν ποινική έρευνα εναντίον του.

 

Για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση των 936 μετοχών, η Καθ΄ ης η αίτηση 1 άσκησε το συμβατικό της δικαίωμα για την αγορά και των υπολοίπων 336 μετοχών. Το τίμημα για την αγορά των επιπλέον 336 μετοχών πληρώθηκε βάσει μεταφοράς – αφαίρεσης άλλων πιστώσεων. 

 

Τα τροποποιημένα έγγραφα μεταβίβασης στάλθηκαν στις 03.04.2024 από τους δικηγόρους των Αιτητών μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Εκτυπώθηκαν από τον Καθ΄ ου η αίτηση 2 και, ενόψει του ότι το γραφείο του βρισκόταν δίπλα από το γραφείο του Αιτητή 2, παραδόθηκαν την ίδια στιγμή τα έγγραφα στον Αιτητή 2 για να τα υπογράψει πράγμα το οποίο και έπραξε. Περαιτέρω, μετά την υπογραφή των πιο πάνω εγγράφων πραγματοποιήθηκε συνάντηση με τους δικηγόρους των Αιτητών προκειμένου να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση των μετοχών της Allecay.

 

Ο λόγος για τον οποίο συμφωνήθηκε αρχικά ότι δικαιούχος των 600 μετοχών θα ήταν, στη βάση της συμφωνίας εμπιστεύματος, η MS έγκειτο στο ότι ο Αιτητής 2 και η Καθ΄ ης η αίτηση 1 είναι από κοινού διοικητικοί σύμβουλοι της MS. Συνεπώς, για την ενεργοποίηση του εμπιστεύματος θα απαιτείτο να δώσουν και οι δύο διοικητικοί σύμβουλοι σχετικές οδηγίες. Ουδέποτε η MS προέβη σε νόμιμο αίτημα προς την Καθ΄ ης η αίτηση 1 για τη μεταβίβαση των μετοχών.

 

Ο ισχυρισμός των Αιτητών ως προς την αξία του ξενοδοχείου δεν είναι ακριβής, καθώς δεν λαμβάνει υπόψη τις οφειλές της Pegasus οι οποίες ανέρχονται σε περίπου €9.500.000. Επίσης, η αξία του ξενοδοχείου φαίνεται να διαφέρει ακόμα και μεταξύ εκθέσεων εκτιμήσεων οι οποίες ετοιμάστηκαν από επαγγελματίες εκτιμητές.

 

Οι ισχυρισμοί του Αιτητή 2 περί πρόθεσης των Καθ΄ ων η αίτηση να πωλήσουν το ακίνητο επί του οποίου ανεγέρθηκε το ξενοδοχείο είναι αβάσιμοι και αόριστοι. Άλλωστε, το ακίνητο είναι επιβαρυμένο με 4 υποθήκες για το συνολικό ποσό των €8.850.000.

 

Σε κάθε περίπτωση, η Καθ΄ ης η αίτηση 1 κατέχει περιουσιακά στοιχεία εκατομμυρίων και ως εκ τούτου είναι σε θέση να αποζημιώσει τους Αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας της απαίτησής τους.

 

Τέλος, ο λόγος για τον οποίο αποφασίστηκε η παύση του Αιτητή 2 από τη θέση του διευθυντή της Pegasus συνίστατο στο ότι ο τελευταίος, κατά τον χρόνο που ήταν ο μοναδικός διευθυντής της Pegasus, προέβη σε πράξεις οι οποίες στρέφονταν εναντίον των συμφερόντων της τελευταίας.

 

Οι διάδικοι καταχώρησαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις.

 

Ο Αιτητής 2 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του ισχυρίστηκε, ότι οι Καθ’ ων η αίτηση μέσω της μαρτυρίας τους δεν επεξηγούν από που αντλούν το δικαίωμα να κατέχουν ως ιδιοκτήτες τις μετοχές της Allecay. Στις επίμαχες συμφωνίες η Καθ’ ης η αίτηση 1 προσδιορίζεται ως εμπιστευματοδόχος και όχι ως πραγματικός ιδιοκτήτης των μετοχών.

 

Ουδέποτε συμφωνήθηκε, ότι η Καθ’ ης η αίτηση 1 θα είχε ιδιοκτησιακό δικαίωμα επί των μετοχών της Allecay. Ούτε και υπάρχει οποιοδήποτε έγγραφο που να υποστηρίζει ότι οι εν λόγω μετοχές παραχωρήθηκαν ως εγγύηση ή ασφάλεια των επενδύσεων που έγιναν από την Καθ’ ης η αίτηση 1.

 

Οι Αιτητές δεν αρνήθηκαν ότι οι επίδικες συμφωνίες υπογράφηκαν από τον Αιτητή 2. Το παράπονο συνίσταται στο ότι ο τελευταίος υπέγραψε τις συμφωνίες κάτω από καθεστώς οικονομικού εξαναγκασμού και στη βάση των ψευδών παραστάσεων του Καθ’ ου η αίτηση 2 ότι οι μετοχές της Allecay θα κατέληγαν στην MS.

 

Η επιβάρυνση του ακινήτου επί του οποίου ανεγέρθηκε το ξενοδοχείο με υποθήκες αξίας €8.500.000, δεν αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα για την αποξένωση των μετοχών. Οι Καθ’ ων η αίτηση μπορούν με ευκολία να πωλήσουν το ξενοδοχείο, καθώς αυτό έχει πολλαπλάσια αξία των όποιων ισχυριζόμενων χρεών.

 

Η Καθ’ ης η αίτηση 1 δεν είναι φερέγγυα, αφού οι συνολικές υποχρεώσεις της υπερβαίνουν τα περιουσιακά της στοιχεία. Μάλιστα, στις οικονομικές καταστάσεις του 2023 καταγράφονται ζημιές ύψους €960.481.

 

Στη δική τους συμπληρωματική ένορκη δήλωση οι Καθ’ ων η αίτηση, ισχυρίστηκαν ότι δεν ιδιοποιήθηκαν τις μετοχές. Η MS ουδέποτε έδωσε οδηγίες για μεταβίβαση των μετοχών στο όνομά της.

 

Η Καθ’ ης η αίτηση 1 είναι φερέγγυα, αφού ο μεγαλύτερος πιστωτής της είναι ο Καθ’ ου η αίτηση 2 για ποσό περί τα €10.000.000. Το ποσό των €960.481, δεν αποτελεί πραγματική, αλλά λογιστική ζημιά. Τα δε περιουσιακά στοιχεία της Καθ’ ης η αίτηση 1 ανέρχονται σε €25.000.000.

 

Συνεπώς, σε περίπτωση επιτυχίας της απαίτησης, οι Αιτητές θα είναι σε θέση να εκτελέσουν τυχόν υπέρ τους απόφαση, είτε επί των περιουσιακών στοιχείων της Καθ’ ης η αίτηση 1, είτε επί των περιουσιακών στοιχείων του Καθ’ ου η αίτηση 2.

 

Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων.  Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων μέσω των εμπεριστατωμένων αγορεύσεών τους ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους επί των νομικών και πραγματικών ζητημάτων. Έχω μελετήσει και λαμβάνω υπόψη μου το σύνολο των επιχειρημάτων των συνηγόρων και ειδική αναφορά θα γίνει πιο κάτω μόνο όπου αυτό κριθεί σκόπιμο.

 

Συμπεράσματα

Θεωρώ, ότι προέχει η εξέταση του λόγου ένστασης υπ΄ αριθμό 3, δηλαδή της ισχυριζόμενης κατάχρησης και/ή πολλαπλότητας της διαδικασίας.

 

Ο προαναφερόμενος λόγος ένστασης αναλύεται σε δύο ειδικότερες παραμέτρους. Αφενός στο ότι υπάρχει πολλαπλότητα των διαδικασιών, υπό την έννοια της προώθησης δύο παράλληλων ένδικων μέσων τα οποία αποσκοπούν στο ίδιο αποτέλεσμα. Αφετέρου, στο ότι οι Αιτητές δεν αιτιολόγησαν την παράλειψή τους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα στο πλαίσιο της πρώτης μονομερούς αίτησης για έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Με άλλα λόγια, δεν ισχυρίστηκαν ότι η μη αποκάλυψη ήταν αθώα.

 

Η δικαιοδοσία για την αποτροπή της κατάχρησης των διαδικασιών είναι σύμφυτη και αποτελεί απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης (Διευθυντής των Φυλακών ν.  Περέλλα (1995) 1 Α.Α.Δ 217). Στην Παταπίου Χριστοφίδου ν. Ραδιοφωνικού  Ιδρύματος Κύπρου (2017) 1Γ Α.Α.Δ 2912, λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς την εξουσία του Δικαστηρίου προς αποτροπή της κατάχρησης των διαδικασιών:

 

"Επιπρόσθετα, πάγια νομολογία αναγνωρίζει στο Δικαστήριο σύμφυτη εξουσία επέμβασης όταν η άσκηση μιας αγωγής ή ενός ενδίκου μέσου εκτρέπει την πορεία απονομής της δικαιοσύνης και καταχράται τις παρεχόμενες από το νόμο θεραπείες και διαδικασίες. Το ίδιο συμβαίνει και όταν παρατηρείται πολλαπλότητα διαδικασιών που επιδιώκουν το ίδιο αποτέλεσμα.

......................................................................................................................................

Η κατάχρηση της διαδικασίας δεν μπορεί εκ των προτέρων να προσδιοριστεί με γενικό κανόνα. Μπορεί αυτή να προσλαμβάνει διάφορες μορφές και αποτελεί θέμα που εξετάζεται κατά περίπτωση από το καθ’ ύλην αρμόδιο Δικαστήριο, το οποίο έχει την εξουσία να ελέγχει την ενώπιον του διαδικασία και να παρεμβαίνει αποτελεσματικά σε περίπτωση εκτροπής (βλ. Constantinides v. Ekdotiki Eteria Vima Ltd a.ο. (πιο πάνω))."

 

Για τους λόγους που θα επιχειρήσω να εξηγήσω αμέσως πιο κάτω, κρίνω ότι ο λόγος ένστασης υπ’ αριθμό 3 ευσταθεί.

 

Ξεκινώ από την εισήγηση των Καθ΄ ων η αίτηση, ότι οι Αιτητές οφείλουν να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι η παράλειψή τους να θέσουν στο πλαίσιο της πρώτης αίτησης όλα τα ουσιώδη γεγονότα ήταν αθώα.

 

Υπενθυμίζω ότι το Δικαστήριο, υπό άλλη σύνθεση, έκδωσε στις 08.10.2024 στο πλαίσιο της μονομερούς αίτησης ημερ. 02.10.2024 προσωρινά διατάγματα τα οποία μετά από ακροαματική διαδικασία ακύρωσε. Ο λόγος ακύρωσης συνίστατο στο ότι οι Αιτητές παραβίασαν το καθήκον της πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Παραθέτω την κατάληξη του Δικαστηρίου, όπως αυτή καταγράφηκε στις σελίδες 47 – 48 της ενδιάμεσης απόφασής του ημερομηνίας 07.05.2025:

 

«Κρίνω ότι οι Αιτητές ήταν ένοχοι σημαντικής απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, τα οποία αν αποκάλυπταν θα μετέδιδαν στο Δικαστήριο μία πολύ διαφορετική εικόνα από αυτή που μετέδωσαν όταν προσέφυγαν μονομερώς για τη χορήγηση των επίδικων διαταγμάτων, η οποία πολύ πιθανό να επηρέαζε την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στη χορήγηση ή όχι μονομερώς των επίδικων Διαταγμάτων».

 

Καταρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, η ακύρωση προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς λόγω παραβίασης του καθήκοντος της πλήρους αποκάλυψης, δεν αποτελεί κώλυμα στην εξέταση δεύτερης αίτησης για χορήγηση προσωρινού διατάγματος (Recnex Trading Ltd κ.α ν. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ (2014) 1Α Α.Α.Δ 866). Στην πιο πάνω απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε, ότι η έγκριση ή όχι της δεύτερης αίτησης εναπόκειται πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο κατά την εξέταση δεύτερης αίτησης για προσωρινό διάταγμα θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να ικανοποιηθεί για το αθώο της μη αποκάλυψης. Παρατέθηκε, μάλιστα, αγγλική νομολογία η οποία είναι υποστηρικτική της πιο πάνω προσέγγισης. Συγκεκριμένα, μνημονεύονται, μεταξύ άλλων, οι Lloyds Bowmaker Ltd v. Britannia Arrow [1988] 3 All ER 178 (CA) και Brinks-MAT Ltd v Elcombe [1988] 3 All ER 188 (CA). Στην Lloyds Bowmaker Ltd λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

“In my view these authorities support the propositions of law advanced by counsel for Mr Lavens as set out above. However, the last submission of counsel for Britannia Arrow is also correct in my view, ie even though a first injunction is discharged because of material non-disclosure, the court has a discretion whether to grant a second Mareva injunction at a stage when the whole of the facts, including that of the original non-disclosure, are before it, and may well grant such a second injunction if the original non-disclosure was innocent and if an injunction could properly be granted even had the facts been disclosed.”

 

Όμοια ήταν η προσέγγιση και στην Brinks-MAT Ltd. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα:

 

“… when the whole of the facts, including that of the original non-disclosure, are before it, [the court] may well grant such a second injunction if the original non-disclosure was innocent and if an injunction could properly be granted even had the facts been disclosed.”

 

Στην προκείμενη περίπτωση, οι Αιτητές δεν ισχυρίστηκαν ότι η παράλειψή τους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της πρώτης αίτησης ημερομηνίας 02.10.2024, όλα τα ουσιώδη γεγονότα και ειδικότερα αυτά τα οποία απαριθμεί το Δικαστήριο στις σελ. 42 – 47 της ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 07.05.2025 ήταν αθώα. Μάλιστα, όχι μόνο δεν παρέθεσαν στοιχεία τα οποία να υποστηρίζουν ότι η μη αποκάλυψη ήταν αθώα, αλλά, αντιθέτως, θεωρούν ότι η προαναφερόμενη ενδιάμεση απόφαση με την οποία ακυρώθηκαν τα εκδοθέντα διατάγματα λόγω απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων είναι λανθασμένη. Αυτό συνάγεται με ξεκάθαρο τρόπο τόσο από το γεγονός της καταχώρησης έφεσης, όσο και από τους ισχυρισμούς των παραγράφων 3 και 50 της ένορκης δήλωσης με αρ.1 του Αιτητή 2.

 

Η ειδοποίηση έφεσης αποτελεί μέρος του ηλεκτρονικού φακέλου της παρούσας απαίτησης. Όπως προκύπτει από την πιο πάνω ειδοποίηση, οι Αιτητές ήγειραν δύο λόγους έφεσης. Ο λόγος έφεσης με αριθμό 1 συνίσταται στο ότι το Δικαστήριο λανθασμένα ακύρωσε τα εκδοθέντα διατάγματα. Σύμφωνα με την αιτιολογία που προβάλλεται προς υποστήριξη του πρώτου λόγου έφεσης, δεν υπήρξε απόκρυψη και, σε κάθε περίπτωση, τα γεγονότα που εντόπισε το Δικαστήριο ως μη αποκαλυφθέντα δεν αποτελούν ουσιώδη γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη δικαστική κρίση.

 

Ανοίγω μία παρένθεση για να επισημάνω, ότι αποτελεί δικαίωμα των Αιτητών η καταχώρησης έφεσης σε σχέση με την ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 07.05.2025. Η αναφορά στην έφεση γίνεται, όχι για να κατακριθεί η θεώρηση των Αιτητών ότι η ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 07.05.2025 είναι λανθασμένη, αλλά για τον περιορισμένο σκοπό της διαπίστωσης του κατά πόσο οι Αιτητές ικανοποίησαν ότι η μη αποκάλυψη ήταν αθώα. Κλείνοντας την πιο πάνω παρένθεση σημειώνω, ότι η εν λόγω διεργασία είναι, σύμφωνα με τη νομολογία, απαραίτητη όταν το Δικαστήριο εξετάζει δεύτερη αίτηση για χορήγηση προσωρινών διαταγμάτων.

 

Ως εκ των ανωτέρω, η καταχώρηση και προώθηση της υπό κρίση αίτησης χωρίς οι Αιτητές να έχουν ικανοποιήσει για το αθώο της μη αποκάλυψης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και επιβάλλεται η παρέμβαση του Δικαστηρίου για τον τερματισμό της.

 

Προχωρώ στην εξέταση της δεύτερης παραμέτρου επί της οποίας οι Καθ΄ ων η αίτηση στηρίζουν την εισήγησή τους περί κατάχρησης της διαδικασίας. Θεωρώ, ότι η εισήγηση των Καθ΄ ων η αίτηση ευσταθεί και αποτελεί επιπρόσθετο και αυτοτελή λόγο κατάχρησης.

 

Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, το Δικαστήριο, υπό άλλη σύνθεση, έκδωσε στις 08.10.2024 προσωρινά διατάγματα. Τα εν λόγω διατάγματα είναι ιδίου περιεχομένου με αυτά των οποίων η έκδοση ζητείται με την επίδικη αίτηση. Παραθέτω αυτούσια τα εκδοθέντα στις 08.10.2024 προσωρινά διατάγματα προς τον σκοπό εύκολης αντιπαραβολής με τα αιτούμενα στην παρούσα αίτηση:

 

«ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ ΚΑΙ/Η ΕΜΠΟΔΙΖΕΙ τους Εναγόμενους 1 και 2 και/ή τους διευθυντές και/ή αξιωματούχους και/ή υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή εντολοδόχους αυτών και/ή τα πρόσωπα που ενεργούν στο όνομα και/ή για λογαριασμό αυτών, από του να αποξενώσουν και/ή διαθέσουν και/ή πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή μισθώσουν και/ή δωρίσουν και/ή επιβαρύνουν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τις μετοχές της εταιρείας ALLECAY INVESTMENTS LIMITED με Αριθμό Εγγραφής (ΗΕ 370252) μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής και/ή απαίτησης που θα εγερθεί ή/και μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.

ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ ΚΑΙ/Η ΕΜΠΟΔΙΖΕΙ τους Εναγόμενους 1 και 2 και/ή τους διευθυντές και/ή αξιωματούχους και/ή υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή εντολοδόχους αυτών και/ή τα πρόσωπα που ενεργούν στο όνομα και/ή για λογαριασμό αυτών, από του να αποξενώσουν και/ή διαθέσουν και/ή πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή μισθώσουν και/ή δωρίσουν και/ή επιβαρύνουν δια μέσω της εταιρείας ALLECAY INVESTMENTS LIMITED (HE 370262), οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας JWPEGASUS LTD (HE342992) μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής και/ή απαίτησης που θα εγερθεί ή/και μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.

ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ στους Εναγόμενους και/ή στους Εναγόμενους δια μέσω της εταιρείας ALLECAY INVESTMENTS LIMITED (HE 370252), να αναστέλλουν και/ή διακόπτουν και/ή αδρανοποιούν οποιεσδήποτε εξουσίες και/ή αρμοδιότητες και/ή καθήκοντα τα οποία κατέχει ο Ενάγοντας 2 ως διευθυντής και/ή αξιωματούχος της εταιρείας JWPEGASUS LTD (HE 342992) μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, εκτός εάν οι Καθ΄ ων η Αίτηση εμφανισθούν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την 18.10.2024 και ώρα 09:30 π.μ. και δείξουν λόγο γιατί το παρόν διάταγμα να μην συνεχίσει να ισχύει. Την ίδια ημέρα ορίζεται για επίδοση η παράγραφος Δ της αίτησης.»

 

Ως ήδη αναφέρθηκε εναντίον της πιο πάνω απόφασης οι Αιτητές καταχώρισαν στις 22.05.2025 ειδοποίηση έφεσης. Μέσα από την αντιπαραβολή των προσωρινών διαταγμάτων της εκκαλούμενης απόφασης με τα αιτούμενα της υπό κρίση αίτησης, καθίσταται φανερό ότι τόσο με την έφεση, όσο και με την επίδικη αίτηση επιδιώκεται το ίδιο αποτέλεσμα. Ειδικότερα όσον αφορά την έφεση, σημειώνω ότι τυχόν επιτυχία της θα επιφέρει την ακύρωση της ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 07.05.2025. Επομένως, η κατάσταση πραγμάτων θα επανέλθει στο στάδιο της εξέτασης της οριστικοποίησης ή όχι των διαταγμάτων ημερομηνίας 08.10.2024. Κατά συνέπεια, έστω και αν πρόκειται για ανεξάρτητες δικονομικά διαδικασίες, η ουσιαστική θεραπεία που θα μπορούσε να αποδοθεί σε περίπτωση επιτυχούς κατάληξής τους είναι η εξασφάλιση διαταγμάτων απαγόρευσης αποξένωσης και/ή επιβάρυνσης καθ΄ οιονδήποτε τρόπο των μετοχών που κατέχονται από την Καθ΄ ης η αίτηση 1 στην Allecay και της απαγόρευσης αποξένωσης και/ή επιβάρυνσης καθ΄ οιονδήποτε τρόπο του ακινήτου επί του οποίου ανεγέρθηκε το ξενοδοχείο.

 

Αποτελεί διαχρονική αρχή της νομολογίας, ότι η ύπαρξη παράλληλων διαδικασιών η οποία αποσκοπεί στο ίδιο αποτέλεσμα συνιστά χαρακτηριστική περίπτωση κατάχρησης της διαδικασίας (βλ. Διευθυντής των Φυλακών ν.  Περέλλα, ανωτέρω, Παταπίου Χριστοφίδου ν. Ραδιοφωνικού  Ιδρύματος Κύπρου, ανωτέρω, και Κονναρής κ.α ν. Θεοφάνους κ.α, Πολ. Εφ. αρ.35/2014 και 251/2014, ημερ.27.01.2022).

 

Υπενθυμίζω, ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 05.11.2025, σε χρόνο δηλαδή κατά τον οποίο είχε ήδη καταχωρηθεί η έφεση εναντίον της απόφασης με την οποία ακυρώθηκαν τα προσωρινά διατάγματα ημερομηνίας 08.10.2024. Παράλληλα, σημειώνω, ότι μέχρι και την ημερομηνία ακρόασης της παρούσας αίτησης η έφεση εξακολουθούσε να εκκρεμεί.

 

Δεν μου διαφεύγει η δήλωση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών, ότι σε περίπτωση επιτυχίας της παρούσας αίτησης, τότε, οι Αιτητές θα προχωρήσουν σε απόσυρση της έφεσης. Με κάθε σεβασμό, θεωρώ ότι η πιο πάνω δήλωση δεν αναιρεί την διαπιστωθείσα κατάχρηση. Αντιθέτως, επιβεβαιώνει, διά στόματος των Αιτητών, την προαναφερθείσα διαπίστωση του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή οι δύο διαδικασίες αποβλέπουν στο ίδιο αποτέλεσμα. Επισημαίνω, ότι η υιοθέτηση της δήλωσης των Αιτητών θα είχε ως συνεπακόλουθο τη διατήρηση εν ζωή και των δύο διαδικασιών, παρέχοντας έτσι στους Αιτητές δύο ευκαιρίες για επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου. Ως αναφέρθηκε πιο πάνω, κάτι τέτοιο συνιστά χαρακτηριστική περίπτωση κατάχρησης της διαδικασίας.

 

Εν πάση περιπτώσει, θα συνιστούσε σχήμα οξύμωρο να θεραπευόταν μία διαπιστωθείσα κατάχρηση με την εκ των υστέρων απόσυρση διαδικασίας και αφού προηγουμένως ο υπεύθυνος για την κατάχρηση ικανοποιήθηκε στις επιδιωκόμενες θεραπείες μέσω της έκδοσης απόφασης σε μία εκ των παράλληλων διαδικασιών. Άλλωστε, η ύπαρξη κατάχρησης διαπιστώνεται καθ΄ ον χρόνο οι διαδικασίες προωθούνται παράλληλα. Η πιο πάνω προσέγγιση βρίσκει έρεισμα στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην Αναφορικά με αίτηση της Beogradska Banka D.D. (1996) 1 A.A.Δ. 911. Στην εν λόγω απόφαση αναφέρθηκε ότι ο κρίσιμος χρόνος για εξέταση ζητήματος κατάχρησης της δικαστικής δικαιοδοσίας είναι ο χρόνος ακρόασης της σχετικής διαδικασίας.

 

Από την άλλη, δεν παραβλέπω τη θέση των Αιτητών περί μεσολάβησης νέων γεγονότων μετά την απόφαση ακύρωσης των εκδοθέντων διαταγμάτων. Τα νέα γεγονότα που επικαλούνται οι Αιτητές αφορούν την παύση του Αιτητή 2 από τη θέση του διευθυντή της Pegasus, την αποστολή επιστολής απαίτησης πληρωμής από την τελευταία προς την Αιτήτρια 1 και την πληροφόρηση για πρόθεση πώλησης των μετοχών της Allecay ή του ακινήτου επί του οποίου ανεγέρθηκε το ξενοδοχείο.

 

Σε σχέση με την παύση του Αιτητή 2 από τη θέση του διευθυντή της Pegasus και την επιστολή απαίτησης πληρωμής, σημειώνω ότι δεν αποτελούν πλέον επίδικα ζητήματα στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης. Υπενθυμίζω, ότι τα αιτούμενα διατάγματα των παραγράφων Α και Β, τα οποία διασυνδέονταν με τα προαναφερόμενα ισχυριζόμενα νέα γεγονότα, αποσύρθηκαν. Παραμένει, επομένως, ως νέο γεγονός η ισχυριζόμενη πληροφόρηση ότι ο Καθ’ ου η αίτηση 2 αναζητεί πιθανό επενδυτή για να πωλήσει τις μετοχές της Allecay ή το ακίνητο επί του οποίου ανεγέρθηκε το ξενοδοχείο.

 

Το ισχυριζόμενο νέο γεγονός δεν αναιρεί την ύπαρξη κατάχρησης. Τούτο διότι παραμένει το δεδομένο, ότι οι Αιτητές προωθούν παράλληλα την έφεση και την υπό κρίση αίτηση οι οποίες αποσκοπούν στο ίδιο ουσιαστικά αποτέλεσμα. Στην Αναφορικά με αίτηση της Beogradska Banka D.D. (ανωτέρω) αναφέρθηκαν επί του εν λόγω ζητήματος τα ακόλουθα:

 

«Παράδειγμα επιδίωξης όμοιων στόχων με παράλληλα ένδικα μέσα αποτελεί και η υπόθεση Thames Launches v. Trinity Hours [1961] 1 All E.R. 26. Ο Δικαστής Buckley προσέγγισε το ζήτημα ως πιο κάτω στις σελ. 32, 33:

 

"If there are two courts which are faced with substantially the same question, it is desirable to be sure that that question is debated in only one of those two courts, if by that means justice can be done. It does not appear to me, that it would make any difference whether the problems which confronted one court were of a wider and more general nature than the problems which confronted the other court.

 

... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...

 

Counsel for the defendants says that the principle is that a man should not pursue a remedy in respect of the same matter in more than one court. In my judgment, the principle is rather wider than that. It is that no man should be allowed to institute proceedings in any court if the circumstances are such that to do so would really be vexatious."

 

Μετάφραση στα ελληνικά:

 

"Εάν υπάρχουν δυο δικαστήρια τα οποία αντιμετωπίζουν ουσιαστικά το ίδιο ζήτημα είναι επιθυμητό να είμαστε βέβαιοι ότι εκείνο το ζήτημα συζητείται σε μόνο ένα από εκείνα τα δικαστήρια εάν με αυτό τον τρόπο μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη. Δεν μου φαίνεται ότι θα έκαμνε οποιαδήποτε διαφορά αν τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το ένα δικαστήριο ήταν πιο πλατιάς, και πιο γενικής φύσης από τα προβλήματα τα οποία αντιμετώπιζε το άλλο δικαστήριο.

 

 ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ...

 

Ο συνήγορος των εναγομένων λέγει ότι ένας δεν πρέπει να προωθεί μια θεραπεία σε σχέση με το ίδιο ζήτημα σε περισσότερο από ένα δικαστήριο. Κατά την κρίση μου η αρχή είναι μάλλον πιο πλατειά. Είναι ότι σε κανένα δεν πρέπει να επιτρέπεται να εγείρει διαδικασία σε οποιοδήποτε δικαστήριο εάν οι περιστάσεις είναι τέτοιες που αν του επιτρέπετο να το πράξει στην πραγματικότητα αυτό θα ήταν ενοχλητικό."»

 

Κατάληξη

Η επιτυχία του λόγου ένστασης με αριθμό 3 καθιστά περιττή την εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η διαπίστωση κατάχρησης οδηγεί μοιραία στην απόρριψη της επίδικης αίτησης (Αναφορικά με αίτηση της Beogradska Banka D.D. [ανωτέρω]).

 

Κατά συνέπεια, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των Αιτητών 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά.

 

Θα προχωρήσω σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων δυνάμει του Μέρους 39.7 των ΚΠΔ. Σημειώνω, ότι οι συνήγοροι έχουν υποβάλει καταλόγους εξόδων προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου συμφώνως του Μέρους 39.9. των ΚΠΔ. Έχοντας κατά νου τους προαναφερόμενους καταλόγους σε συνάρτηση με τα διαδικαστικά διαβήματα που λήφθηκαν στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η αίτηση έξοδα €7.660 πλέον ΦΠΑ, πλέον €12 πραγματικά έξοδα. Νοείται, ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση ενόψει της κοινής εκπροσώπησης δικαιούνται σε ένα σετ εξόδων.

 

 

 

 

Υπ. ..…………….…………..

Μ. Αγιομαμίτης, Π.Ε.Δ.

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο