NIKOS KALOGIROU CONSTRUCTIONS – DEVELOPERS LTD ν. GORDIAN HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 817/2017, 20/4/2026
print
Τίτλος:
NIKOS KALOGIROU CONSTRUCTIONS – DEVELOPERS LTD ν. GORDIAN HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 817/2017, 20/4/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Π.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 817/2017

 

Μεταξύ:

NIKOS KALOGIROU CONSTRUCTIONS – DEVELOPERS LTD

Ενάγουσα

ν.

 

GORDIAN HOLDINGS LIMITED

Εναγόμενη

Και διανταπαιτήσεως:

 

GORDIAN HOLDINGS LIMITED

Εν ανταπαιτήσεως Ενάγουσα

ν.

 

1. NIKOS KALOGIROU CONSTRUCTIONS – DEVELOPERS LTD

2. ΝΙΚΟΣ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ

Εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι

 

Ημερομηνία: 20.04.2026.

Εμφανίσεις:

Για τους Ενάγοντες: κ. Π. Αριστοτέλους.

Για την Εναγόμενη: κ. Ε. Ανδρέα για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Η παραχώρηση τραπεζικών διευκολύνσεων από την Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής η «Τράπεζα»), στην Ενάγουσα - εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 1 (στο εξής η «Ενάγουσα») αποτέλεσε την αφορμή για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής.

 

Προτού προχωρήσω στη συνοπτική παράθεση των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων σημειώνω ότι η αγωγή στρεφόταν αρχικά εναντίον της Τράπεζας. Στις 08.06.2022, η Τράπεζα υποκαταστάθηκε από την Gordian Holdings Ltd (στο εξής η «Εναγόμενη»).

 

Η Ενάγουσα αξιώνει το ποσό των €385.649 ως αδικαιολόγητο πλουτισμό και/ή ως αποζημιώσεις. Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, η Τράπεζα παραχώρησε σε αυτήν πιστωτικές διευκολύνσεις, ήτοι δύο δάνεια και ένα τρεχούμενο λογαριασμό. Κατά τη διάρκεια λειτουργίας των προαναφερόμενων τραπεζικών διευκολύνσεων, η Τράπεζα αυθαίρετα και αντισυμβατικά προχώρησε σε αυξήσεις του βασικού επιτοκίου και στη χρέωση τόκων υπερημερίας. Περαιτέρω, για τον υπολογισμό των τόκων χρησιμοποιούσε ως διαιρέτη τις 360 ημέρες αντί τις 365.

 

Η Τράπεζα καταχώρησε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Αρνήθηκε τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και ισχυρίστηκε ότι, κατόπιν αιτημάτων της Ενάγουσας, παραχώρησε στην τελευταία τραπεζικές διευκολύνσεις. Συγκεκριμένα, κατά ή περί τις 07.11.2006 υπογράφτηκε συμφωνία τρεχούμενου λογαριασμού με όριο παρατραβήγματος (στο εξής ο «τρεχούμενος λογαριασμός»). Περαιτέρω, κατά ή περί την ίδια ημερομηνία, παραχωρήθηκε δάνειο (στο εξής το «δάνειο Α») για το ποσό των Λ.Κ.300.000 (€512.580,43). Επιπλέον, κατά ή περί τις 24.02.2012 παραχωρήθηκε νέο δάνειο (στο εξής «το δάνειο Β») για το ποσό των €460.000.

 

Ο εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 2 δυνάμει τριών συμφωνιών εγγύησης, αυτόβουλα και ελεύθερα, εγγυήθηκε την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων της Ενάγουσας. Προς περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Ενάγουσας η τελευταία συνέστησε και/ή εκτέλεσε τις υποθήκες με αριθμό Υ6973/2006, Υ5982/2007 και Υ1198/2010.

 

Όλες οι χρεώσεις που επιβλήθηκαν στους επίδικους λογαριασμούς και οι μεταβολές στα επιτόκια έγιναν στη βάση των συμφωνιών παραχώρησης των τραπεζικών διευκολύνσεων και των τροποποιητικών συμφωνιών και επιστολών ανειλημμένης υποχρέωσης τις οποίες η Ενάγουσα αποδέχθηκε χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία.

 

Λόγω παράβασης των υποχρεώσεων της Ενάγουσας, η Τράπεζα με επιστολές της ημερομηνίας 11.02.2016 κάλεσε την Ενάγουσα και τον εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 2 όπως, μεταξύ άλλων, προβούν στην πληρωμή όλων των καθυστερημένων δόσεων και/ή υπερβάσεων. Οι τελευταίοι παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις ανωτέρω επιστολές, με αποτέλεσμα η Τράπεζα με επιστολές της ημερομηνίας 08.03.2016 να τερματίσει τη λειτουργία των επίδικων λογαριασμών.

 

Η Εναγόμενη ανταπαιτεί το ποσό των €157.878,34 πλέον τόκους ως χρεωστικό υπόλοιπο του τρεχούμενου λογαριασμού, το ποσό των €482.031,40 πλέον τόκους ως χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου Α και το ποσό των €718.957,13 πλέον τόκους ως χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου Β.

 

Η  Ενάγουσα και ο εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 2 στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση ισχυρίστηκαν, ότι οι επίδικες συμφωνίες και/ή εξασφαλίσεις είναι άκυρες και καταχρηστικές, καθώς καταρτίστηκαν κατόπιν ψυχολογικής πίεσης και εξαναγκασμού. Επιπροσθέτως, ισχυρίστηκαν, ότι οι επίδικοι λογαριασμοί επιβαρύνθηκαν με αυθαίρετες και παράνομες χρεώσεις με αποτέλεσμα να παρουσιάζουν ανακριβή και/ή ανύπαρκτα χρεωστικά υπόλοιπα.

 

Η Απαίτηση και η Ανταπαίτηση, κατόπιν σχετικών οδηγιών του Δικαστηρίου, συνεκδικάστηκαν.

 

 

 

Μαρτυρία

Θα επιχειρήσω στη συνέχεια να παραθέσω το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ 35 και Παπακοκκίνου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφ. 169/2011, ημερ.13.07.2022), ECLI:CY:AD:2022:D309.

 

Ο Μ.Ε.1 είναι ο εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 2 και διευθυντής της Ενάγουσας. Ως μέρος της κυρίως εξέτασής του υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Β.

 

Η Ενάγουσα, στο πλαίσιο των επιχειρηματικών της δραστηριοτήτων οι οποίες σχετίζονταν με την ανέγερση διαμερισμάτων και κατοικιών, κατάρτισε με την Τράπεζα συμφωνίες παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων. Συγκεκριμένα, στις 07.11.2006, η Ενάγουσα κατάρτισε με την Τράπεζα συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων υπό μορφή τρεχούμενου λογαριασμού. Επίσης, την ίδια ημερομηνία καταρτίστηκε και η συμφωνία δανείου Α. Περαιτέρω, στις 24.02.2010 καταρτίστηκε η συμφωνία δανείου Β ανάμεσα στην Ενάγουσα και την Τράπεζα.

 

Καθ΄ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας των λογαριασμών που ανοίχθηκαν επ’  ονόματι της Ενάγουσας στο πλαίσιο των προαναφερόμενων τραπεζικών διευκολύνσεων, η Τράπεζα επέβαλλε στους λογαριασμούς αυθαίρετες χρεώσεις. Οι εν λόγω αυθαίρετες χρεώσεις συνίσταντο, μεταξύ άλλων, στην μονομερή αύξηση του βασικού επιτοκίου, του περιθωρίου, της χρέωσης τόκου υπερημερίας πέραν του 2%, της κεφαλαιοποίησης του τόκου υπερημερίας δύο φορές ετησίως και του υπολογισμού του συνολικού επιτοκίου στη βάση των 360 αντί των 365 ημερών. Επιπλέον, σε ό,τι αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό και το δάνειο Α, η Τράπεζα, μετά την 01.01.2008, εξακολουθούσε παρανόμως να χρεώνει τους εν λόγω λογαριασμούς με το βασικό επιτόκιό της αντί με το euribor.

 

Οι αυθαίρετες και ανεπίτρεπτες χρεώσεις που επέβαλε στους επίδικους λογαριασμούς η Τράπεζα είχαν ως αποτέλεσμα τα χρεωστικά υπόλοιπα των εν λόγω λογαριασμών να παρουσιάζονται διογκωμένα.

 

Τα επίδικα δάνεια εξασφαλίστηκαν από τις υποθήκες – Τεκμήρια 19 – 21, οι οποίες εγγράφηκαν σε ακίνητα ιδιοκτησίας της Ενάγουσας. Οι υποθήκες, Τεκμήρια 20 και 21, εκποιήθηκαν κατά τον Φεβρουάριο του 2020 και το εκπλειστηρίασμα τους συνίστατο στο ποσό των €501.500. Ακολούθως, τον Δεκέμβριο του 2024 εκποιήθηκε η υποθήκη – Τεκμήριο 19 και το εκπλειστηρίασμα της συνίστατο στο ποσό των €600.318.

 

Η Ενάγουσα και ο ίδιος ουδέποτε έλαβαν επιστολές τερματισμού των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων.

 

Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι το πρόβλημα με την εξόφληση των επίδικων διευκολύνσεων προέκυψε λόγω της οικονομικής κρίσης των ετών 2008 και 2013. Η Τράπεζα παρά το ότι σε άλλους επιχειρηματίες ανάπτυξης γης, προσέφερε βοήθεια μέσω αναδιαρθρώσεων των λογαριασμών τους, εντούτοις στον ίδιο δεν έδωσε τέτοια βοήθεια. Ευθύνη γι’ αυτό φέρει και ο δικηγόρος στον οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε αποταθεί.

 

Ερωτηθείς κατά πόσο η Ενάγουσα ήταν τυπική στις υποχρεώσεις της σε σχέση με τους επίδικους λογαριασμούς, ο μάρτυρας ανέφερε ότι η συμφωνία με την Τράπεζα ήταν όπως οι λογαριασμοί αποπληρώνονται με τις πωλήσεις των διαμερισμάτων που θα ανεγείρονταν. Λόγω της κρίσης που έπληξε την Κύπρο το 2013, οι τιμές των ακινήτων μειώθηκαν, η Τράπεζα δεν προχώρησε σε αναδιάρθρωση των επίδικων διευκολύνσεων και η Ενάγουσα αδυνατούσε να πωλήσει. Ισχυρίστηκε, ότι δεν εισέπραξε οποιαδήποτε χρήματα από πωλήσεις διαμερισμάτων τα οποία να μην κατατέθηκαν έναντι των λογαριασμών.

 

Ουδέποτε ενημερώθηκε για το πώς διανεμήθηκαν τα ποσά που εισπράχθηκαν από τις εκποιήσεις των υποθηκών. Στην υποβληθείσα θέση, ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός μέσω της κατάθεσης εκπλειστηριάσματος εξοφλήθηκε, ο Μ.Ε.1 απάντησε ότι δεν έλαβε τέτοια ενημέρωση. Μάλιστα, παρά το ότι με τους λογιστές της Ενάγουσας απευθύνθηκε στην Τράπεζα κατά το 2020 και ζήτησε αναλυτικές καταστάσεις των λογαριασμών, αυτές ουδέποτε παραχωρήθηκαν, είτε στον ίδιο, είτε στους λογιστές της Ενάγουσας.

 

Η διεύθυνση της Ενάγουσας είναι Λύσης 16, Συνοικισμός Κόκκινες. Στην υποβληθείσα θέση, ότι οι επιστολές τερματισμού στάλθηκαν στην πιο πάνω διεύθυνση, ο Μ.Ε.1 απάντησε ότι δεν έλαβε οποιαδήποτε επιστολή.

 

Τέλος, αρνήθηκε τις υποβληθείσες θέσεις ότι όλες οι χρεώσεις που επιβλήθηκαν στους λογαριασμούς από την Τράπεζα ήταν καθ΄ όλα νόμιμες και συμβατικές.

 

Ο Μ.Ε.2 κατέθεσε υπό την ιδιότητα του χρηματοοικονομικού συμβούλου. Ετοίμασε καταστάσεις λογαριασμού σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό και τους λογαριασμούς δανείων Α και Β (Τεκμήρια 36 - 38).

 

Για την ετοιμασία των Τεκμηρίων 36 - 38 στηρίχθηκε στις συμφωνίες ανοίγματος των επίδικων λογαριασμών, καθώς και σε καταστάσεις των εν λόγω λογαριασμών οι οποίες του παραδόθηκαν από την Ενάγουσα.

 

Οι καταστάσεις λογαριασμών που έλαβε από την Ενάγουσα είναι οι καταστάσεις που τηρούνταν στο λογιστήριό της. Συγκεκριμένα, το λογιστήριο αντιγράφει τις τραπεζικές καταστάσεις λογαριασμού και ετοιμάζει συμφιλιωτικές καταστάσεις οι οποίες κατατίθενται στο Τμήμα Φορολογίας. Η ορθότητα και η αυθεντικότητα των καταστάσεων θεωρείται δεδομένη, καθώς έχουν τύχει ελέγχου τόσο από εγκεκριμένους λογιστές, όσο και από το Τμήμα Φορολογίας. Οι προαναφερόμενες καταστάσεις του τρεχούμενου και των δανείων Α και Β κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 36Α - 38Α αντίστοιχα.

 

Ο λόγος για τον οποίο χρησιμοποιήθηκαν οι καταστάσεις λογαριασμού 36Α - 38Α είναι διότι η Τράπεζα αρνήθηκε να παραδώσει στην Ενάγουσα αντίγραφα των καταστάσεων λογαριασμών που τηρούσε η ίδια. Σε ό,τι αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό, σύμφωνα με τις καταστάσεις που ετοίμασε (Τεκμήριο 36), η Τράπεζα χρέωσε τόκους συνολικού ποσού €72.783. Στη βάση, ωστόσο, της συμφωνίας λειτουργίας του τρεχούμενου λογαριασμού και των επιτοκίων που θα έπρεπε να χρεώνει η Τράπεζα, οι τόκοι που δικαιούτο να χρεώσει ήταν €39.330,99. Συνεπώς, υπάρχουν υπερχρεώσεις οι οποίες ισούνται με το ποσό των €33.452,01.

 

Στις περιπτώσεις των δανείων Α και Β οι υπερχρεώσεις είναι σε πολύ μεγαλύτερη έκταση, καθώς η Τράπεζα όφειλε να ακολουθήσει τις οδηγίες της εγκυκλίου της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (στο εξής «ΚΤΚ») - Τεκμήριο 29 σύμφωνα με τις οποίες από την 01.01.2008 το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας θα έπρεπε να αντικατασταθεί από το euribor. Το euribor είναι το ευρωπαϊκό επιτόκιο συναλλαγών το οποίο εφαρμόζεται ως βασικό επιτόκιο σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση και καθορίζεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (στο εξής «ΕΚΤ»). Στη βάση των ανωτέρω, οι υπερχρεώσεις του λογαριασμού δανείου Α ανέρχονται στο ποσό των €193.557,87 (Τεκμήριο 37) και στην περίπτωση του δανείου Β στο ποσό των €176.088,01 (Τεκμήριο 30).

 

Στα Τεκμήρια 36 - 38 δεν συμπεριέλαβε τόκο υπερημερίας, καθώς σε συζήτηση που είχε με τον συνήγορο της Ενάγουσας έλαβε συμβουλή ότι η χρέωση τόκου υπερημερίας είναι παράνομη.

 

Αντεξεταζόμενος δήλωσε ότι η κατάσταση του λογαριασμού δανείου Α (Τεκμήριο 37) ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 2007, παρά το ότι η συμφωνία καταρτίστηκε τον Νοέμβριο του 2006, διότι η κατάσταση λογαριασμού του λογιστηρίου που του παραδόθηκε ξεκινούσε από τη συγκεκριμένη ημερομηνία (Τεκμήριο 37Α). Άλλωστε, το ουσιαστικό μέρος της εργασίας του αφορούσε την παράλειψη της Εναγόμενης να εφαρμόσει την εγκύκλιο της ΚΤΚ από την 01.01.2008 και μεταγενέστερα. Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός ότι το Τεκμήριο 37 δεν ξεκίνησε από την ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας του δανείου Α αποβαίνει προς όφελος της Εναγόμενης, αφού δεν λήφθηκαν υπόψιν και οι τυχόν πληρωμές που μεσολάβησαν από τον Νοέμβριο του 2006 μέχρι τον Νοέμβριο του 2007. Συμφώνησε, ωστόσο, με την υπόδειξη της συνηγόρου της Εναγόμενης, ότι δεν μπορεί να γνωρίζει κατά πόσο υπήρξαν πληρωμές ή όχι αφ’ ης στιγμής δεν είχε στην κατοχή του τις καταστάσεις λογαριασμού.

 

Ερωτηθείς για ποιο λόγο στο Τεκμήριο 37 εφάρμοσε euribor τριών μηνών, ενώ το Τεκμήριο 29 αναφέρεται σε ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ, ο Μ.Ε.2 απάντησε ότι το πρόγραμμα που χρησιμοποίησε εφάρμοζε το επιτόκιο που προνοείτο στο Τεκμήριο 29. Ενδεχομένως να χρησιμοποίησε λάθος ονομασία στην επικεφαλίδα του Τεκμηρίου 37 ονομάζοντας το επιτόκιο που χρησιμοποίησε ως euribor τριών μηνών. Κληθείς να υποδείξει τη διαφορά μεταξύ του euribor τριών μηνών και του ελάχιστου επιτοκίου προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ, απάντησε ότι η διαφορά είναι αριθμητική και αυτό που έχει σημασία είναι ότι το επιτόκιο που χρησιμοποιήθηκε στην ετοιμασία του Τεκμηρίου 37 είναι αυτό που ορίζει η εγκύκλιος της ΚΤΚ - Τεκμήριο 29.

 

Στην υποβληθείσα θέση, ότι το επιτόκιο που εφάρμοσε στο Τεκμήριο 37 είναι το euribor ενός μήνα και για αυτόν το λόγο διαφοροποιείται το ποσοστό κάθε μήνα, ο Μ.Ε.2 επανέλαβε ότι εφάρμοσε το επιτόκιο που απορρέει από το Τεκμήριο 29.

 

Κατά την ετοιμασία του Τεκμηρίου 37 δεν έλαβε υπόψιν του τις επιστολές ανειλημμένης υποχρέωσης (Τεκμήρια 6 – 9) στη βάση των οποίων προκύπτει μεταβολή του περιθωρίου με το οποίο χρεωνόταν το δάνειο Α. Τα Τεκμήρια 6 - 9 δεν του παραδόθηκαν. Ακόμη όμως και αν του δίδονταν δεν θα τα λάμβανε υπόψιν, καθώς αντίκειται στους κανόνες της ορθής τραπεζικής πρακτικής η αλλαγή του περιθωρίου.

 

Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση, ότι η Τράπεζα, σε σχέση με το δάνειο Α, εφάρμοσε τις οδηγίες της ΚΤΚ όσον αφορά το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν η Τράπεζα εφάρμοσε σε σχέση με το βασικό επιτόκιο την εγκύκλιο, η ενέργεια της να αλλάξει το ποσοστό του περιθωρίου ήταν κατάφορα παράτυπη.

 

Για την ετοιμασία του Τεκμηρίου 38 (δάνειο Β) έλαβε υπόψιν του τη συμφωνία δανείου - Τεκμήριο 14. Όπως συνέβηκε και με το δάνειο Α, έτσι και στο δάνειο Β η κατάσταση λογαριασμού που ετοίμασε ξεκινά σε διαφορετική ημερομηνία από την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας του λογαριασμού, διότι δεν είχε στην κατοχή του τις καταστάσεις από την έναρξη λειτουργίας του (Τεκμήριο 38Α).

 

Ερωτηθείς για τον λόγο που χρησιμοποίησε euribor τριών μηνών κατά την ετοιμασία του Τεκμηρίου 38, απάντησε ότι χρησιμοποιήθηκε το επιτόκιο στο οποίο αναφέρεται το Τεκμήριο 29. Στην υπόδειξη της κας Ανδρέα, ότι το Τεκμήριο 29 δεν αφορά το δάνειο Β καθώς αυτό συνομολογήθηκε μετά την 01.01.2008, απάντησε ότι το Τεκμήριο 29 κάλυπτε και το δάνειο Β.

 

Συμφώνησε, ότι το περιθώριο που χρησιμοποίησε στο Τεκμήριο 38 ήταν κατά 0,5% ψηλότερο από το συμφωνηθέν περιθώριο λέγοντας ότι αυτό και πάλι ήταν προς όφελος της Εναγόμενης. Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση, ότι το Τεκμήριο 38 παρουσιάζει λανθασμένη και παραπλανητική εικόνα.

 

Σε ό,τι αφορά την κατάσταση του τρεχούμενου λογαριασμού - Τεκμήριο 36, συμφώνησε ότι η καταγραφή ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2010 ενώ η συμφωνία ανοίγματος τρεχούμενου λογαριασμού υπογράφηκε στις 07.11.2006. Ο λόγος, και για αυτόν τον λογαριασμό, συνίσταται στο ότι δεν είχε στην κατοχή του τις καταστάσεις από την ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας του.

 

Αρνήθηκε τη θέση, ότι ο υπολογισμός του επιτοκίου δεν γινόταν επί του καθημερινού υπολοίπου. Ανέφερε, ότι κατά την επεξεργασία του λογαριασμού το πρόγραμμα που εφάρμοσε λάμβανε καθημερινά σε ημερήσια βάση το υπόλοιπο και τον ανατοκισμό.

 

Για την ετοιμασία του Τεκμηρίου 36 έλαβε υπόψιν του την επιστολή ανειλημμένης υποχρέωσης - Τεκμήριο 7. Συμφώνησε με την επισήμανση της κας Ανδρέα, ότι στο Τεκμήριο 36 εφάρμοσε διαφορετικό βασικό επιτόκιο και περιθώριο σε σχέση με αυτό που αναγράφεται στο Τεκμήριο 7. Διαφώνησε, ωστόσο, ότι το Τεκμήριο 36 είναι εντελώς λανθασμένο λέγοντας ότι η διαφορά που υπάρχει είναι της τάξης του 0,25% στο σύνολο του επιτοκίου.

 

Κατά την επανεξέταση κληθείς να διευκρινίσει ποια είναι η διαφορά μεταξύ euribor ενός μήνα, τριών μηνών και έξι μηνών, ο Μ.Ε.2 απάντησε ότι δεν είναι σε θέση να θυμηθεί επ΄ ακριβώς τη διαφορά.

 

Ο Μ.Υ.1 υιοθέτησε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, γραπτή δήλωση η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Γ.

 

Λόγω των καθηκόντων του, διατηρεί πρόσβαση και έλεγχο σε όλα τα έγγραφα τα οποία είναι σχετικά με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που έχουν μεταβιβαστεί στην Εναγόμενη από την Τράπεζα και τα οποία αποτελούν μέρος του αρχείου της Εναγόμενης.

 

Η Ενάγουσα αιτήθηκε την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων από την Τράπεζα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο παραχωρήθηκαν οι τραπεζικές διευκολύνσεις του τρεχούμενου λογαριασμού και των δανείων Α και Β. Σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό η Ενάγουσα αποδέχθηκε και υπέγραψε τα Τεκμήρια 5 - 9 στη βάση των οποίων ανανεώθηκαν οι όροι των πιστωτικών διευκολύνσεών της και τροποποιήθηκαν, μεταξύ άλλων, το όριο παρατραβήγματος, το επιτόκιο και το περιθώριο.

 

Σε σχέση με το δάνειο Α, η Ενάγουσα υπέγραψε με την Τράπεζα τις τροποποιητικές συμφωνίες των Τεκμηρίων 11, 12 και 15. Με αυτές συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, η μετάθεση της δόσης αποπληρωμής του δανείου Α.

 

Το δάνειο Β παραχωρήθηκε δυνάμει της σχετικής συμφωνίας – Τεκμήριο 14. Σύμφωνα με τους όρους του δανείου Β, το τελευταίο θα χρεωνόταν με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο συνίστατο στο ποσοστό επιτοκίου που ισούται με euribor 6 μηνών, πλέον περιθώριο προς 4,25%. Κατά την ημερομηνία ετοιμασίας της συμφωνίας, στις 19.02.2010, το euribor 6 μηνών ανερχόταν σε 0,965%. Επομένως, το συνολικό επιτόκιο με το οποίο χρεωνόταν το δάνειο Β ανερχόταν κατά την πιο πάνω ημερομηνία σε 5,215%.

 

Στις 03.04.2012 υπογράφηκε ανάμεσα στην Ενάγουσα και στην Τράπεζα τροποποιητική συμφωνία με την οποία, μεταξύ άλλων, μετατέθηκε η δόση αποπληρωμής του δανείου Β.

 

Ο εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 2 υπέγραψε τις συμφωνίες εγγύησης, Τεκμήρια 16 – 18, με τις οποίες εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της Ενάγουσας προς την Τράπεζα.

 

Περαιτέρω, προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Ενάγουσας, η τελευταία υπέγραψε τις συμβάσεις και δηλώσεις υποθήκης με αριθμούς Υ6973/2006 (Τεκμήριο 19), Υ5982/2007 (Τεκμήριο 20) και Υ1198/2010 (Τεκμήριο 21). Σε όλες τις προαναφερόμενες συμβάσεις και δηλώσεις υποθήκης υπήρχε συνημμένο και έγγραφο υποθήκης.

 

Λόγω παράβασης των συμφωνιών παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων, η Τράπεζα και η Εναγόμενη προχώρησαν στην εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων στη βάση των προνοιών του Μέρους VIA του Ν.9/1965.

 

Τα ποσά που λήφθηκαν από τις εκποιήσεις των ενυπόθηκων ακινήτων διανεμήθηκαν ως εξής:

(Α)    Ποσό €496.793,58, το οποίο εισπράχθηκε από την εκποίηση των υποθηκών με αριθμό Υ1198/2010 και Υ5982/2007, κατατέθηκε στο δάνειο Α.

(Β)    Ποσό €587.280,31, το οποίο εισπράχθηκε από την εκποίηση της υποθήκης με αριθμό Υ6973/2006, κατανεμήθηκε στους επίδικους λογαριασμούς ως ακολούθως:

- Ποσό ύψους €121.506,50 κατατέθηκε στο δάνειο Α, το οποίο και εξοφλήθηκε.

- Ποσό ύψους €216.653,24 κατατέθηκε στον τρεχούμενο λογαριασμό, ο οποίος και εξοφλήθηκε.

- Ποσό ύψους €249.120.57 κατατέθηκε στο δάνειο Β.

 

Λόγω της παράβασης των όρων των συμφωνιών παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων, η Τράπεζα με επιστολές της ημερομηνίας 11.02.2016 κάλεσε την Ενάγουσα και τον εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 2 όπως, μεταξύ άλλων, εντός 21 ημερών προχωρήσουν στην πληρωμή όλων των καθυστερημένων δόσεων.

 

Δεν υπήρξε συμμόρφωση με τις πιο πάνω αναφερόμενες επιστολές και η Τράπεζα, με νέες επιστολές, ημερομηνίας 08.03.2016 τερμάτισε την λειτουργία των επίδικων λογαριασμών (δέσμη Τεκμηρίου 41).

 

Πιστοποιητικό υπογεγραμμένο από τον Μ.Υ.1, στο οποίο επισυνάπτονται οι καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών, οι οποίες αποτελούν μέρος του αρχείου της Εναγόμενης, κατατέθηκε ως δέσμη Τεκμηρίου 42. Οι εν λόγω καταστάσεις αποτελούν πιστά αντίγραφα των καταχωρημένων στο αρχείο πράξεων της Εναγόμενης, εκτυπώθηκαν από τον μάρτυρα και συγκρίθηκαν από τον ίδιο με την αρχική καταχώρηση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή διαπιστώνοντας την ορθότητά τους.

 

Ο Μ.Υ.1 κατέθεσε αναδομημένες καταστάσεις, τις οποίες ετοίμασε και εκτύπωσε ο ίδιος (Τεκμήρια 44 - 46). Για την ετοιμασία των Τεκμηρίων 44 – 46 χρησιμοποιήθηκε το ηλεκτρονικό σύστημα που διατηρεί η Εναγόμενη και μέσω αυτού αφαιρέθηκαν οι χρεώσεις προμηθειών, study fees, άλλα έξοδα, καθώς και οι τόκοι υπερημερίας. Περαιτέρω, στις αναδομημένες καταστάσεις για τον υπολογισμό του επιτοκίου χρησιμοποιήθηκαν, ως διαιρέτης, οι 365 μέρες για κανονικό έτος και οι 366 μέρες για δίσεκτο έτος.

 

Με βάση το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 44 – 46, το δάνειο Α και ο τρεχούμενος λογαριασμός έχουν εξοφληθεί, ενώ το δάνειο Β παρουσιάζει χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €513.574,80 πλέον τόκο προς 4,116% επί του ποσού των €511.037,14 από 14.02.2026 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου στις 30.06 και 31.12 εκάστου έτους. Το πιο πάνω ποσό αξιώνεται ανταπαιτητικά εναντίον της Ενάγουσας και του εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 2 αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά.

 

Στη διά ζώσης μαρτυρία του διευκρίνισε, ότι στο δάνειο Α (Τεκμήριο 45) εφαρμόστηκε το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας, το οποίο ουσιαστικά αντιστοιχεί στο επιτόκιο της ΚΤΚ μέχρι τις 31.12.2007 και από την 01.01.2008 εφαρμόστηκε το επιτόκιο της ΕΚΤ, πλέον το συμφωνηθέν περιθώριο. Σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό (Τεκμήριο 46) εφαρμόστηκε το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας, πλέον περιθώριο προς 1,5%.

 

Αντεξεταζόμενος δήλωσε ότι τα έγγραφα που αφορούν τις επίδικες συμφωνίες αποτελούσαν μέρος του αρχείου της Τράπεζας μέχρι τις 08.05.2022 και έκτοτε αποτελούν μέρος του αρχείου της Εναγόμενης.

 

Τόσο οι προειδοποιητικές επιστολές, όσο και οι επιστολές τερματισμού στάλθηκαν με απλό ταχυδρομείο. Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση ότι οι προαναφερόμενες επιστολές δεν στάλθηκαν, λέγοντας ότι δεν έχει εντοπίσει στα έγγραφα της παρούσας υπόθεσης οτιδήποτε το οποίο να υποδεικνύει ότι οι εν λόγω επιστολές έχουν επιστραφεί.

 

Διαφώνησε με τον κ. Αριστοτέλους, ότι οι καταστάσεις λογαριασμού που περιλαμβάνονται στη δέσμη Τεκμηρίου 42 στάλθηκαν από την Τράπεζα μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος. Επίσης, διαφώνησε με τη θέση του κ. Αριστοτέλους ότι δεν έχει πρόσβαση στα έγγραφα της Τράπεζας και δεν είναι σε θέση να διαβεβαιώσει ότι οι καταστάσεις λογαριασμού της δέσμης Τεκμηρίου 42 αποτελούν μέρος του βιβλίου της Τράπεζας το οποίο τηρείτο κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών της. Ο Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι οι εν λόγω καταστάσεις αποτελούσαν μέρος του τραπεζικού βιβλίου της Τράπεζας, το οποίο μεταφέρθηκε αυτούσιο στην Εναγόμενη.

 

Δεν υπάρχει συγκεκριμένη τραπεζική πρακτική ως προς τον τρόπο διανομής του εκπλειστηριάσματος όταν υποθήκες παραχωρούνται ως εξασφάλιση σε περισσότερες τραπεζικές διευκολύνσεις. Ο μάρτυρας διαφώνησε με τον κ. Αριστοτέλους, ότι αποτελεί συνήθη τραπεζική πρακτική να εξοφλείται κατά προτεραιότητα η διευκόλυνση που παρουσιάζει, κατά τον ουσιώδη χρόνο, το μεγαλύτερο χρεωστικό υπόλοιπο.

 

Το επιτόκιο το οποίο χρησιμοποίησε ο Μ.Ε.2 στις καταστάσεις που ετοίμασε σε σχέση με τα δάνεια Α και Β είναι λανθασμένο. Αυτό, διότι ο Μ.Ε.2 χρησιμοποίησε ως επιτόκιο το euribor ενός μήνα, ενώ με βάση το Τεκμήριο 29 το επιτόκιο το οποίο θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί για δάνεια που παραχωρήθηκαν πριν την 01.01.2008 είναι το βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ. Το euribor δεν ταυτίζεται με το βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ.

 

Στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού που ετοίμασε ο ίδιος (Τεκμήρια 44 - 46) το επιτόκιο με το οποίο χρεώνονταν οι επίδικοι λογαριασμοί κατά την ημερομηνία τερματισμού τους στις 08.03.2016 «κλειδώθηκε» και δεν υπήρξε οποιαδήποτε περαιτέρω αναπροσαρμογή στη συνέχεια.

 

Αναφορικά με το Τεκμήριο 44, η χρέωσή του με το συνολικό επιτόκιο 4,11600% προκύπτει από το euribor 6 μηνών. Συγκεκριμένα, στις 02.03.2016 το euribor 6 μηνών ήταν -0,134%. Σε αυτό προστέθηκε το συμφωνηθέν περιθώριο ύψους 4,25%. Η πρόσθεση των πιο πάνω ποσοστών οδηγεί στο συνολικό επιτόκιο του 4,11600%, το οποίο «κλείδωσε» κατά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας στις 08.03.2016.

 

Αρνήθηκε την υποβληθείσα θέση, ότι ενόψει του Τεκμηρίου 29 η επιβολή αύξησης του περιθωρίου μετά την 01.01.2008 ήταν παράνομη. Ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι το Τεκμήριο 29 ρυθμίζει μόνο το βασικό επιτόκιο και δεν επεκτείνεται στο περιθώριο σε σχέση με το οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη είχαν το δικαίωμα να συμφωνήσουν οποιαδήποτε αλλαγή.

 

Εν κατακλείδι ο Μ.Υ.1 διαφώνησε με τη θέση του κ. Αριστοτέλους, ότι δεν μπορεί να προσφέρει μαρτυρία σε σχέση με τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών. Περαιτέρω, δήλωσε, ότι οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού ετοιμάστηκαν στη βάση των καταστάσεων της δέσμης Τεκμηρίου 42 οι οποίες αποτελούσαν μέρος του αρχείου της Τράπεζας το οποίο μεταφέρθηκε αυτούσιο στην Εναγόμενη.

 

Με την ολοκλήρωση της προφορικής μαρτυρίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων παρουσίασαν τις αγορεύσεις τους μέσω των οποίων ανέπτυξαν τις θέσεις τους. Οι αγορεύσεις των συνηγόρων έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους.

 

Σε αυτό το σημείο αναφέρω, ότι η Ενάγουσα μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου της περιόρισε την αξίωση της στην έκδοση απόφασης για το ποσό των €31.936,80.

 

Αξιολόγηση

Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατά την ακροαματική διαδικασία ετοίμασαν κατάλογο παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων ο οποίος κατατέθηκε ως Έγγραφο Α. Πέραν του Εγγράφου Α προχώρησαν και σε επιπλέον δήλωση παραδεκτών γεγονότων. Έχοντας υπόψη μου το Έγγραφο Α, τη δήλωση παραδεκτών γεγονότων, καθώς και τη μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, τα από κοινού αποδεκτά ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα έχουν ως ακολούθως:

 

·         Η Ενάγουσα υπέγραψε τη συμφωνία παραχώρησης ορίου παρατραβήγματος σε τρεχούμενο λογαριασμό ημερομηνίας 07.11.2006, τη συμφωνία παραχώρησης του δανείου Α ημερομηνίας 07.11.2006 για το ποσό των Λ.Κ.300.000, καθώς και τη συμφωνία παραχώρησης του δανείου Β ημερομηνίας 24.02.2010 για το ποσό των €460.000.

·         Η Ενάγουσα υπέγραψε στις 08.11.2006 την εντολή ανοίγματος λογαριασμού, καθώς και έντυπο στο οποίο περιλαμβάνονται οι βασικοί όροι που διέπουν τη σχέση της Ενάγουσας με την Τράπεζα.

·         Στις 17.10.2006, 14.08.2007, 18.06.2009, 22.02.2010, 25.02.2011 και 02.04.2012, η Ενάγουσα υπέγραψε τις αντίστοιχες επιστολές ανειλημμένης υποχρέωσης.

·         Προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Ενάγουσας, ο εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 2 υπέγραψε στις 07.11.2006 δύο έγγραφα εγγύησης. Περαιτέρω, στις 14.08.2007, ο εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 2 υπέγραψε, για τον πιο πάνω σκοπό, νέο έγγραφο εγγύησης. Επίσης, ο τελευταίος, στις 20.03.2008 και 24.02.2010 υπέγραψε σχετικά έντυπα δυνάμει των οποίων εκχώρησε όλα τα δικαιώματά του τα οποία απορρέουν από δύο ομαδικά συμβόλαια ασφάλειας ζωής.

·         Ο εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 2, καθ’ όλον τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν διευθυντής της Ενάγουσας.

·         Στις 13.11.2006 η Ενάγουσα, προς εξασφάλιση των υποχρεώσεών της, υπέγραψε τη σύμβαση και δήλωση υποθήκης με αρ.Υ6973/2006 με επισυνημμένο σχετικό έγγραφο υποθήκης.

·         Στις 27.08.2007 η Ενάγουσα, προς εξασφάλιση των υποχρεώσεών της, υπέγραψε τη σύμβαση και δήλωση υποθήκης με αρ.Υ5982/2007 με επισυνημμένο σχετικό έγγραφο υποθήκης.

·         Την 01.03.2010 η Ενάγουσα, προς εξασφάλιση των υποχρεώσεών της, υπέγραψε τη σύμβαση και δήλωση υποθήκης με αρ.Υ1198/2010 με επισυνημμένο σχετικό έγγραφο υποθήκης.

·         Στις 22.06.2009, 01.03.2011 και 03.04.2012 η Ενάγουσα υπέγραψε αντίστοιχες τροποποιητικές συμφωνίες του δανείου Α με τις οποίες τροποποιήθηκε ο τρόπος αποπληρωμής του δανείου Α.

·         Στις 03.04.2012 η Ενάγουσα υπέγραψε συμφωνία τροποποίησης του δανείου Β με την οποία τροποποιήθηκε ο χρόνος αποπληρωμής του εν λόγω δανείου.

·         Για τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις η Ενάγουσα έλαβε σχετικές αποφάσεις του διοικητικού της συμβουλίου με τα ψηφίσματα ημερομηνίας 07.09.2006, 10.07.2007, 27.06.2009, 24.02.2010 και 08.12.2010.

·         Στις 14.12.2007 η ΚΤΚ εξέδωσε επιστολή – εγκύκλιο απευθυνόμενη προς όλες τις Τράπεζες με θέμα το βασικό επιτόκιο.

·         Το ακίνητο που καλύπτεται από τις υποθήκες με αρ.Υ5982/2007 και Υ1198/2010 εκποιήθηκε στις 26.02.2020 και ως εκπλειστηρίασμα εισπράχθηκε το συνολικό ποσό των €501.500. Η Ενάγουσα ενημερώθηκε για την πιο πάνω εξέλιξη με επιστολές της Τράπεζας ημερομηνίας 10.08.2020 και 09.09.2020.

·         Τα ακίνητα που καλύπτονται από την υποθήκη με αρ.Υ6973/2006 εκποιήθηκαν και ως εκπλειστηρίασμα εισπράχθηκε το συνολικό ποσό των €600.318. Η Ενάγουσα ενημερώθηκε για την πιο πάνω εξέλιξη με επιστολές της Εναγόμενης ημερομηνίας 19.12.2024 και 20.01.2025.

·         Οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις μεταφέρθηκαν στις 09.05.2022 από την Τράπεζα στην Εναγόμενη η οποία και υποκατέστησε την Τράπεζα στη συνέχιση της παρούσας αγωγής.

 

Έχοντας παραθέσει τα γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος, θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Στην Κωνσταντίνου ν. Βάσου Θεοδώρου, ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας Μαρίας Νίκου Λάμπρου, το γένος Στέφανου Ιακωβίδη, Πολ. Έφ. αρ.388/2014, ημερ.03.04.2023, ECLI:CY:AD:2023:A126, υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να ασχοληθεί με κάθε πτυχή της μαρτυρίας κατά την αξιολόγηση, τοσούτω μάλλον όταν η πιθανή επίδραση δεν θα μπορούσε παρά να είναι ασήμαντη ή ακόμη και μηδενική.

 

Με γνώμονα τα πιο πάνω, η αξιολόγηση θα γίνει μόνο επί των διιστάμενων εκδοχών που σχετίζονται με ζητήματα τα οποία διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής (Παπαλλής κ.ά. ν. Κυριακίδη (2008) 1Α Α.Α.Δ 83 και SP CONSULTANCY LTD κ.α v. TRANSTEAM LTD κ.α (2016) 1Β Α.Α.Δ 980). Η διεργασία, τώρα, της αξιολόγησης θα διεξαχθεί με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, τη λογικότητα και τη συνοχή της μαρτυρίας τους, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Μαυροσκούφη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ (2014) 1Α Α.Α.Δ. 339).

 

Η μαρτυρία του Μ.Ε.1 επικεντρώθηκε στα ακόλουθα ζητήματα:

1.    Στην επιβολή παράνομων και αυθαίρετων χρεώσεων στους επίδικους λογαριασμούς.

2.    Στην παράνομη εκποίηση της υποθήκης με αρ.Υ5982/2007 ενόψει του ότι ο λογαριασμός δανείου που εξασφάλιζε είχε εξοφληθεί κατά τον χρόνο της εκποίησης.

3.    Στην μη αποστολή και παραλαβή των επιστολών τερματισμού (δέσμη Τεκμηρίου 41).

 

Αναφορικά με τις ισχυριζόμενες παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις, ουδεμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία του Μ.Ε.1. Ήταν εμφανές, ότι ο μάρτυρας δεν είχε τη γνώση και την ικανότητα να προσδιορίσει τις ισχυριζόμενες παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις. Είναι χαρακτηριστικό πως όταν κλήθηκε στην αντεξέταση να επεξηγήσει τους ισχυρισμούς του, περιορίστηκε να επαναλαμβάνει υπό τύπο επικεφαλίδας όσα καταγράφονταν στη γραπτή δήλωσή του – Έγγραφο Β. Σε κάθε περίπτωση, η Ενάγουσα ανέθεσε στον Μ.Ε.2 τη διεξαγωγή μελέτης για το υπό αναφορά ζήτημα. Η μαρτυρία του Μ.Ε.2 θα αξιολογηθεί στη συνέχεια.

 

Δεν μπορεί, επίσης, να δοθεί βαρύτητα στον ισχυρισμό του ότι η εκποίηση της υποθήκης με αρ.Υ5982/2007 ήταν παράνομη, διότι αυτή παραχωρήθηκε ως εξασφάλιση άλλης τραπεζικής διευκόλυνσης η οποία εξοφλήθηκε. Ο εν λόγω ισχυρισμός καταρρίπτεται από τα Τεκμήρια 5 – 9, τα οποία καταμαρτυρούν ότι η επίμαχη υποθήκη εξασφάλιζε όλες τις διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στην Ενάγουσα. Μάλιστα, στα Τεκμήρια 7 – 9 συμπεριλαμβάνεται ρητά και το δάνειο Β. Περαιτέρω, τα Τεκμήρια 5 – 9 υπογράφηκαν για λογαριασμό της Ενάγουσας  από τον Μ.Ε.1 υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της Ενάγουσας. Επομένως, ο Μ.Ε.1 είχε και προσωπική γνώση ότι η υποθήκη με αρ.Υ5982/2007 εξασφάλιζε όλες τις διευκολύνσεις που διατηρούσε η Ενάγουσα.

 

Το κατά πόσο, τώρα, πέραν των επίμαχων διευκολύνσεων υπήρχε και άλλη τραπεζική διευκόλυνση η οποία εξασφαλιζόταν από την υποθήκη με αρ. Υ5982/2007 και εξοφλήθηκε είναι, υπό τις περιστάσεις, ουδέτερης σημασίας. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, η υποθήκη με αρ.Υ5982/2007, δεν θα εξαλειφόταν με την ισχυριζόμενη εξόφληση της διευκόλυνσης που επικαλέστηκε ο Μ.Ε.1, αφού αυτή περιλαμβάνεται στις εξασφαλίσεις τόσο του τρεχούμενου, όσο και των δανείων Α και Β (Τεκμήρια 7 – 9).

 

Όσον αφορά τον ισχυρισμό του περί μη αποστολής και λήψης των επιστολών τερματισμού θεωρώ, επίσης, ότι είναι υπό τις περιστάσεις ουδέτερης σημασίας. Αυτό, διότι η ανταπαίτηση της Εναγόμενης προωθείται σε σχέση μόνο με το δάνειο Β. Σύμφωνα με τη νομολογία, σε περιπτώσεις απαιτήσεων που πηγάζουν από δάνειο η καταχώρηση αγωγής (εν προκειμένω ανταπαίτησης) δηλώνει από μόνη της την επιλογή του διαδίκου για τερματισμό της επίδικης συμφωνίας δανείου και ενεργοποίηση των διαδικασιών για είσπραξη του οφειλόμενου ποσού (Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη (1999) 1Β Α.Α.Δ 1465Μακεδόνας ν. Λαζάρου (2005) 1 Α.Α.Δ 1322Έλληνας κ.α και Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφεση αρ.87/2013, ημερ.03.12.19 και Γεωργιάδης ν. Marfin Popular Bank Public Co Ltd, Πολ. Έφεση αρ.195/2018, ημερ.18.12.2024). Επομένως, ακόμα κι αν μπορούσε να θεωρηθεί ότι ο τερματισμός δεν περιήλθε στη γνώση της Ενάγουσας και του εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 2, η Εναγόμενη δεν εμποδίζεται στην προώθηση της ανταπαίτησής της.

 

Ως εκ των ανωτέρω, δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στη μαρτυρία του Μ.Ε.1.

 

Ο Μ.Ε.2 κατάθεσε υπό την ιδιότητα του εμπειρογνώμονα παρουσιάζοντας καταστάσεις των επίδικων διευκολύνσεων.

 

Θεωρώ, ότι η εμπειρία και τα προσόντα του Μ.Ε.2, τα οποία ειρήσθω εν παρόδω δεν έτυχαν αμφισβήτησης, επιτρέπουν στον τελευταίο να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας (Halil κ.α ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. αρ. 271/18, ημερ.15.03.2024).

 

Το καθήκον, τώρα, των εμπειρογνωμόνων και ο τρόπος προσέγγισης της μαρτυρίας τους απασχόλησε σε αρκετές περιπτώσεις τη νομολογία. Στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεώργιος Ευριπίδου κ.ά., (2015) 2Α Α.Α.Δ. 140, λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα:

 

«Υπενθυμίζουμε ότι με βάση καλά εδραιωμένες νομολογιακές αρχές, η υποχρέωση ενός εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του ώστε να σχηματίσει ίδιαν ανεξάρτητη γνώμη [βλ. Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους (1989) 1(Ε) ΑΑΔ 298]. Ο εμπειρογνώμονας μάρτυρας, δεν πρέπει επίσης να αρκείται στην παρουσίαση της άποψης του με γυμνές δηλώσεις οι οποίες δεν παρέχουν στο Δικαστήριο δυνατότητα ελέγχου της επιστημονικής άποψης του [βλ. Δημοκρατία ν. Ηροδότου Αγιώτου (2000) 1 ΑΑΔ 1020].»

 

Για τους λόγους που θα προσπαθήσω να επεξηγήσω αμέσως πιο κάτω, κρίνω ότι δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στη μαρτυρία του Μ.Ε.2.

 

Θα ξεκινήσω από τους λογαριασμούς δανείων Α και Β, σε σχέση με τους οποίους ο Μ.Ε.2 κατέθεσε τα Τεκμήρια 37 και 38. Η βασική παράμετρος της μαρτυρίας του συνίστατο στην εφαρμογή της εγκυκλίου της ΚΤΚ (Τεκμήριο 29). Σύμφωνα με τον Μ.Ε.2 οι τράπεζες υποχρεούντο στη βάση της πιο πάνω εγκυκλίου να εφαρμόζουν από την 01.01.2008 στις διευκολύνσεις δανείων το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της ΕΚΤ. Στη βάση αυτής της αντίληψης προχώρησε στην ετοιμασία των Τεκμηρίων 37 και 38.

 

Η πιο πάνω ουσιώδης παράμετρος της μαρτυρίας του κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Συγκεκριμένα, σε επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις που του τέθηκαν, ο Μ.Ε.2 δεν ήταν σε θέση να υποδείξει με βεβαιότητα και σαφήνεια το είδος του επιτοκίου που όφειλαν να εφαρμόσουν τα τραπεζικά ιδρύματα στη βάση του Τεκμηρίου 29 και κατ’ επέκταση το είδος του επιτοκίου που εφάρμοσε και ο ίδιος στα Τεκμήρια 37 και 38.

 

Ειδικότερα, στα Τεκμήρια 37 και 38 κατέγραψε ότι οι επίδικοι λογαριασμοί δανείου επιβαρύνονται με το euribor 3 μηνών. Κληθείς, ωστόσο, να απαντήσει κατά πόσο το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ, όπως αυτό αναφέρεται στο Τεκμήριο 29, ταυτίζεται με το euribor, ο Μ.Ε.2 περιορίστηκε σε γενικόλογες και ασαφείς τοποθετήσεις. Παραθέτω αυτούσια χαρακτηριστικά αποσπάσματα από την αντεξέτασή του:

 

«E.  Σύμφωνα και με την εμπειρία σας την οποίαν μας έχετε υποδείξει, θεωρώ ότι είστε σε θέση να γνωρίζετε ότι είναι διαφορετικό το euribor 3 μηνών που εφαρμόσατε μαζί με το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας;

A.    Εγώ θεωρώ ότι είναι το ίδιο, εάν εσείς μπορείτε να δείξετε κάτι άλλο...ναι.

E.    Κύριε μάρτυς σας υποβάλλω, ότι το euribor 3 μηνών που εφαρμόσατε και σε σχέση με το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, είναι 2 πολύ διαφορετικά πράγματα.

A.    Εγώ εφάρμοσα αυτό που αναφέρεται στην εγκύκλιο. Εάν είναι λάθος το όνομα που εβάλαμε στις καταστάσεις...μπορεί να το δεχτώ αυτό, αλλά εμείς εφαρμόσαμε αυτό που αναφέρεται στην εγκύκλιο και έχω ξαναπαρουσιαστεί στα Δικαστήρια, αλλά βέβαια δεν σας αφορά αυτό, έχω ξαναπαρουσιάσει αυτό το ίδιο.

E.    Άρα είστε σε θέση να μας πείτε, ποια η διαφορά του euribor 3 μηνών μαζί με το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, γνωρίζετε τη διαφορά αυτών των δύο;

A.    Είναι αριθμητική η διαφορά, δηλαδή εννοείτε εάν γνωρίζω τραπεζικά τη διαφορά ή τι αποτελέσματα έχει; Ας πούμε ότι μέσα στο...πώς μπορεί να διαμορφώνεται το rate

E.    Πέστε μας τι γνωρίζετε για το κάθε ένα.

A.    Αυτό που έχει σημασία για εμάς, είναι ποια είναι τα επιτόκια που καταγράφονται εδώ και μπορεί να αντικαταστήσουν το βασικό.

E.    Σας υποβάλλω, ότι η συγκεκριμένη εγκύκλιος έλεγε για επιτόκιο Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και περιπτώσεις αντιθέτως που εφαρμόσατε στις καταστάσεις που παρουσιάσατε euribor 3 μηνών.

A.    Είναι ότι μπορεί να έχει καταγραφεί εκεί η επικεφαλίδα, αλλά αυτό που εφαρμόσαμε είναι αυτό που αναφέρεται η εγκύκλιος και πιστεύω ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί κάτι διαφορετικό που το internet, είναι αυτό αλλά εάν δεν είναι αυτό...

…………………………………………………………………………………………………...

E.    Σύμφωνα με την εμπειρία σας, θεωρώ ότι θα έπρεπε να είστε σε θέση να γνωρίζετε τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ των δύο, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του euribor

A.    Μπορείτε να μου βάλετε όποιον βαθμό θέλετε ότι εγώ δεν το γνωρίζω. Εγώ έχω πάρει όρους εντολής να παρουσιάσω καταστάσεις που να δείχνουν ποιες είναι οι υπερχρεώσεις από το γεγονός, ότι η τράπεζα δεν εφάρμοσε το όποιο euribor αναφέρεται η εγκύκλιος από την 01/01/2008 και μετά. Αυτή ήταν η εντολή να κάνω και όχι να γνωρίζω τα τραπεζικά που λέτε και επίσης, δεν επηρεάζει τις καταστάσεις αυτό, είτε το γνωρίζω, είτε όχι. Δεν θα καθίσω εξετάσεις για τραπεζικές.»

 

Πέραν των πιο πάνω μετέωρων τοποθετήσεων του Μ.Ε.2, από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 29 καθίσταται σαφές ότι αυτό δεν αναφέρεται σε euribor. Το τι ρητά αναφέρει το Τεκμήριο 29 είναι την αντικατάσταση του βασικού επιτοκίου των τραπεζών στα υφιστάμενα δάνεια με το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ. Το γεγονός, ότι το euribor δεν ταυτίζεται με το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματόδοτησης της ΕΚΤ συνάγεται και από τον περί της Υιοθέτησης του Ευρώ Νόμου, Ν.33(Ι)/2007. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 8 (β) και (γ) του Ν.33(Ι)/2007 γίνεται σαφής διαχωρισμός του βασικού επιτοκίου των Τραπεζών από το euribor. Το τελευταίο ορίζεται ως το διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού. Μάλιστα, από το άρθρο 8 (γ) του Ν.33(Ι)/2007 προκύπτει ότι το euribor έχει συγκεκριμένη διάρκεια ισχύος.

 

Περαιτέρω, από το Τεκμήριο 39, η ορθότητα του οποίου δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του Μ.Υ.1, προκύπτει ότι το euribor διακρίνεται, τουλάχιστον, σε euribor τριών μηνών και σε euribor 6 μηνών. Το Τεκμήριο 39 καταδεικνύει, ότι οι δύο τρόποι υπολογισμού του euribor διαφέρουν όσον αφορά τα ποσοστά. Δεν παραβλέπω, ότι συγκριτικά οι διαφορές είναι μικρές. Παραμένει, ωστόσο, το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το euribor τριών μηνών δεν ταυτίζεται με το euribor έξι μηνών όπως ακροθιγώς ισχυρίστηκε ο Μ.Ε.2. Συνεπώς, εάν το Τεκμήριο 29 αποσκοπούσε στην αντικατάστασή του βασικού επιτοκίου από το euribor, τότε, πέραν του ότι αυτό θα δηλωνόταν ρητά, θα προσδιοριζόταν και κατά πόσο το εν λόγω euribor θα ήταν διάρκειας τριών ή έξι μηνών.

 

Η παρερμηνεία του Τεκμηρίου 29 από τον Μ.Ε.2 επεκτείνεται και σε ένα άλλο ζήτημα που αφορά ειδικά το δάνειο Β. Συγκεκριμένα, ο Μ.Ε.2 επέμενε, ότι το Τεκμήριο 29 εφαρμόζεται και σε δάνεια που παραχωρήθηκαν μετά την 01.01.2008. Το Τεκμήριο 29, ωστόσο, τον διαψεύδει. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος, το Τεκμήριο 29 δεν αφήνει, κατά την άποψή μου, περιθώριο αμφιβολίας ότι η αντικατάσταση του βασικού επιτοκίου των τραπεζών με το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ, αφορά δάνεια τα οποία υφίσταντο κατά την 01.01.2008 και χρεώνονταν με το βασικό επιτόκιο των τραπεζών. Για τα δάνεια που παραχωρήθηκαν μετά την 01.01.2008, στα οποία εντάσσεται και το δάνειο Β το οποίο παραχωρήθηκε στις 24.02.2010, το Τεκμήριο 29 προνοεί τα ακόλουθα:

 

«Νοείται ότι για δάνεια που θα συναφθούν μετά την 1η Ιανουαρίου 2008 θα υπάρχει διαφάνεια στα έγγραφα των τραπεζών σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου Ν.160(Ι)/99 και θα καθορίζονται ξεκάθαρα οι κανόνες που θα ακολουθούνται στην επιλογή του επιτοκίου και τη συχνότητα αλλαγής του».

 

Επομένως, για δάνεια που θα καταρτίζονταν μετά την 01.01.2008, τα συμβαλλόμενα μέρη ήταν ελεύθερα να επιλέξουν το επιτόκιο με το οποίο θα χρεωνόταν ο λογαριασμός δανείου. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 14, η Τράπεζα και η Ενάγουσα συμφώνησαν ότι το επιτόκιο θα αποτελείται από το euribor έξι μηνών πλέον περιθώριο.

 

Κατά συνέπεια, ουδεμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στα Τεκμήρια 38 και 39, αφού παρέμεινε ασαφές και επομένως άγνωστο το είδος του επιτοκίου που χρησιμοποίησε για την ετοιμασία τους  ο Μ.Ε.2.

 

Ούτε και στο Τεκμήριο 36, το οποίο αφορά τον τρεχούμενο λογαριασμό, μπορεί να δοθεί βαρύτητα. Επισημαίνω, ότι σε σχέση με το προαναφερόμενο Τεκμήριο, ο Μ.Ε.2 παραδέχθηκε ότι για την ετοιμασία του στηρίχθηκε σε λανθασμένα δεδομένα. Αυτό, διότι δεν έλαβε υπόψη τις αυξήσεις του βασικού επιτοκίου και του περιθωρίου.

 

Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Υ.1, η οποία περιστράφηκε σε δύο βασικούς άξονες. Αφενός στην απόδειξη του χρεωστικού υπολοίπου των επίμαχων διευκολύνσεων και ειδικότερα του δανείου Β, σε σχέση με το οποίο η Εναγόμενη αξιώνει ανταπαιτητικώς την έκδοση απόφασης. Αφετέρου, στην απόδειξη του τερματισμού των επίμαχων τραπεζικών διευκολύνσεων.

 

Θεωρώ, ότι η μαρτυρία του Μ.Υ.1 ως προς το ύψος των χρεωστικών υπολοίπων των λογαριασμών που διατηρούσε η Ενάγουσα παρουσιάζει κενά και εγγενείς αδυναμίες.

 

Καταρχάς, θα πρέπει να επισημάνω ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης είναι τέτοιες που δεν επιτρέπουν την εξέταση του δανείου Β κατ’ απομόνωση του τρεχούμενου λογαριασμού και του δανείου Α, έστω κι αν η ανταπαίτηση της Εναγόμενης αφορά μόνο το δάνειο Β.  Αυτό, διότι στην υπό κρίση υπόθεση υπήρχαν δύο ενυπόθηκες εξασφαλίσεις οι οποίες κάλυπταν και τις τρεις πιστωτικές διευκολύνσεις. Τα δε ακίνητα που καλύπτονταν από τις πιο πάνω ενυπόθηκες εξασφαλίσεις εκποιήθηκαν και το εκπλειστηρίασμα κατανεμήθηκε και στους τρείς επίδικους λογαριασμούς. Ενόψει της θέσης της Εναγόμενης, ότι ο τρεχούμενος λογαριασμός και το δάνειο Α εξοφλήθηκαν μέσω των καταθέσεων του εκπλειστηριάσματος, η απόδειξη του χρεωστικού υπολοίπου των πιο πάνω διευκολύνσεων έχει σημασία και ως προς την απόδειξη του χρεωστικού υπολοίπου του δανείου Β.

 

Η Εναγόμενη προς απόδειξη του χρεωστικού υπολοίπου των επίμαχων λογαριασμών παρουσίασε αναδομημένες καταστάσεις (Τεκμήρια 44 – 46). Θεωρώ σκόπιμη την αυτούσια παράθεση της παραγράφου 39 της γραπτής δήλωσης του Μ.Υ.1 (Έγγραφο Γ) στην οποία επεξηγείται η διαδικασία που ακολουθήθηκε για την ετοιμασία των αναδομημένων καταστάσεων:

 

«Περαιτέρω έχω στην κατοχή μου τις αναδομημένες καταστάσεις των ως άνω λογαριασμών, τις οποίες έχω ετοιμάσει εκτυπώσει ο ίδιος και τις έχω αντιπαραβάλει και συγκρίνει με τις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμών, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις συναλλαγές που περιέχονται στις καταστάσεις των λογαριασμών. Για την ετοιμασία των εν λόγω αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμών χρησιμοποιήθηκε το ηλεκτρονικό σύστημα που διατηρεί η Εναγόμενη για το σκοπό αυτό, το οποίο λειτουργεί ως ακολούθως:

 

Αφαιρέθηκαν χρεώσεις προμηθειών, study fees, και άλλα έξοδα, καθώς και τους τόκους υπερημερίας και εφάρμοσα για τον υπολογισμό του επιτοκίου ως διαιρέτη τις 365 ημέρες για κανονικό έτος και 366 για δίσεκτο έτος».

 

Από την πιο πάνω δήλωση συνάγεται ξεκάθαρα το συμπέρασμα, ότι σκοπός των αναδομημένων καταστάσεων που παρουσίασε ο Μ.Υ.1 είναι η αφαίρεση διαφόρων χρεώσεων και η συνακόλουθη μείωση του χρεωστικού υπολοίπου των λογαριασμών. Άλλωστε, όπως αναφέρθηκε και στην Καραγιάννη ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφ. αρ.70/2014, ημερ.17.11.2021, ECLI:CY:AD:2021:A528, η πρακτική παρουσίασης αναδομημένων καταστάσεων εγκρίθηκε από τη νομολογία προκειμένου να αφαιρούνται κάποιες χρεώσεις και να ενθαρρύνεται με αυτόν τον τρόπο η εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης.

 

Ο τερματισμός της λειτουργίας των επίδικων λογαριασμών επήλθε, σύμφωνα με την Εναγόμενη, στις 08.03.2016. Η τελευταία, πριν τις 08.03.2016, ημερομηνία κατά την οποία μπορεί να γίνει αντιπαραβολή ανάμεσα στις αναδομημένες καταστάσεις και τις αναλυτικές καταστάσεις  του δανείου Α και του τρεχούμενου είναι η 31.12.2015. Η σύγκριση των χρεωστικών υπολοίπων κατά την πιο πάνω ημερομηνία καταδεικνύει το εξής παράδοξο. Το Τεκμήριο 45 (αναδομημένη κατάσταση δανείου Α) παρουσιάζει μεγαλύτερο υπόλοιπο σε σύγκριση με την αντίστοιχη αναλυτική κατάσταση του δανείου Α (δέσμη Τεκμηρίου 42). Συγκεκριμένα, στην αναδομημένη κατάσταση το υπόλοιπο του δανείου Α ανέρχεται σε €440.530,05, ενώ το υπόλοιπο που εμφανίζεται στην  αναλυτική κατάσταση την αντίστοιχη ημερομηνία περιορίζεται σε €400.769,46. Ο τρεχούμενος, τώρα, κατά την 31.12.2015 ή 01.01.2016 παρουσιάζει τόσο στην αναδομημένη, όσο και στην αναλυτική (Τεκμήριο 46 και δέσμη Τεκμηρίου 42 αντίστοιχα) το ίδιο υπόλοιπο, ήτοι €129.858,50.

 

Προκύπτει, επομένως, το εύλογο ερώτημα πώς είναι δυνατό οι αναδομημένες καταστάσεις του δανείου Α και του τρεχούμενου, στις οποίες ο Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι έγιναν αφαιρέσεις, να παρουσιάζουν κατά τον χρόνο τερματισμού τους, σε σύγκριση με τις αναλυτικές, η μία μεγαλύτερο υπόλοιπο και η άλλη το ίδιο;

 

Δεν μου διαφεύγει, ότι κατά την τελευταία ημερομηνία που καλύπτουν οι αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού του δανείου Α και του τρεχούμενου, ήτοι στις 06.05.2022, το υπόλοιπό τους είναι μεγαλύτερο από εκείνο των αναδομημένων. Αυτό το γεγονός δεν αναιρεί την πιο πάνω αναφερόμενη παραδοξότητα, ούτε και μπορεί να λειτουργήσει θεραπευτικά ως προς την ορθότητα των αναδομημένων καταστάσεων. Καταρχάς, θα πρέπει να τονιστεί ότι ο Μ.Υ.1 δεν ισχυρίστηκε ότι η αναδόμηση αφορούσε μόνο την περίοδο μετά τον τερματισμό. Ούτε και ισχυρίστηκε, ότι κατά τη διάρκεια λειτουργίας των λογαριασμών δεν υπήρξαν οποιεσδήποτε χρεώσεις που θα έπρεπε να αφαιρεθούν.

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Μ.Υ.1, στις αναδομημένες καταστάσεις για τον υπολογισμό του επιτοκίου εφάρμοσε ως διαιρέτη τις 365 ημέρες για κανονικό έτος και τις 366 ημέρες για δίσεκτο έτος, αντί των 360 ημερών που προέβλεπαν οι επίδικες συμφωνίες – Τεκμήρια 1, 10 και 14. Δεν χρειάζονται ιδιαίτερες μαθηματικές ή λογιστικές γνώσεις για να αντιληφθεί κάποιος ότι το υπόλοιπο των αναδομημένων στις 06.05.2022, έστω κι αν παρουσιάζεται μειωμένο σε σχέση με τις αναλυτικές, είναι επισφαλές αφού, προφανώς, θα μπορούσε να είναι ακόμα πιο μικρό με μόνη την εφαρμογή του ημερολογιακού αντί του εμπορικού έτους.

 

Όσον αφορά τον τρεχούμενο, θα πρέπει να σημειωθεί και το εξής γεγονός. Η αναδομημένη κατάσταση ξεκινά από την 01.01.2016 με μεταφερόμενο υπόλοιπο το ποσό των €129.858,60. Δεν δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση από τον Μ.Υ.1 για τον λόγο που επέλεξε να αφήσει ένα κενό εννέα και πλέον ετών στην ετοιμασία της αναδομημένης κατάστασης του τρεχούμενου. Ουσιαστικά, σε σχέση με τον τρεχούμενο, δεν έγινε οποιαδήποτε αναδόμηση που να αφορά την περίοδο λειτουργίας του. Ταυτόχρονα, υπογραμμίζω, ότι, όπως καταμαρτυρεί η δέσμη Τεκμηρίου 42, ο τρεχούμενος παρουσίαζε έντονη κινητικότητα συναλλαγών καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας του.

 

Τα προαναφερόμενα ουσιώδη προβλήματα που εντοπίστηκαν στις καταστάσεις λογαριασμού του δανείου Α και του τρεχούμενου, συμπαρασύρουν και τη βαρύτητα που θα μπορούσε να δοθεί στην αναδομημένη κατάσταση του δανείου Β – Τεκμήριο 44.

 

Παρά τα πιο πάνω, κρίνω σκόπιμο τον σχολιασμό και του Τεκμηρίου 44, καθώς αναδείχθηκαν δύο επιπλέον ζητήματα τα οποία αφορούν το δάνειο Β και κλονίζουν, κατά την κρίση μου, τη μαρτυρία του Μ.Υ.1

 

Συγκεκριμένα, κατά την αντεξέταση του Μ.Υ.1 κατατέθηκε ακόμα μία αναδομημένη κατάσταση του δανείου Β (Τεκμήριο 47). Ο Μ.Υ.1 αναγνώρισε, ότι το Τεκμήριο 47 προέρχεται από την Εναγόμενη.

 

Η πιο πάνω αναφερόμενη αναδομημένη κατάσταση εκτείνεται μέχρι την 20.11.2025 με την τελευταία κεφαλαιοποίηση τόκων να γίνεται στις 30.06.2025. Συγκρίνοντας τα υπόλοιπα των δύο αναδομημένων καταστάσεων του δανείου Β (Τεκμήρια 44 και 47) κατά την 30.06.2025, διαπιστώνεται η ύπαρξη σημαντικής διαφοράς. Πιο συγκεκριμένα, στο Τεκμήριο 47 το υπόλοιπο ανέρχεται σε €411.916,28, ενώ στο Τεκμήριο 44 σε €500.651,07. Επομένως, στο Τεκμήριο 47 το υπόλοιπο είναι κατά €90.000 περίπου μικρότερο από αυτό του Τεκμηρίου 44 επί του οποίου και προωθείται η ανταπαίτηση της Εναγόμενης.

 

Κληθείς να τοποθετηθεί επί της πιο πάνω διαφοράς, ο Μ.Υ.1 περιορίστηκε να αναφέρει ότι ο ίδιος ετοίμασε μόνο το Τεκμήριο 44. Θεωρώ, ότι η πιο πάνω απάντηση συνιστά σαφή υπεκφυγή του μάρτυρα. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος, ο Μ.Υ.1 στην παράγραφο 39 του Εγγράφου Γ (η οποία παρατέθηκε αυτούσια πιο πάνω) ισχυρίστηκε ότι για την ετοιμασία των αναδομημένων καταστάσεων χρησιμοποιήθηκε το ηλεκτρονικό σύστημα που διατηρεί η Εναγόμενη. Συνεπώς, εύλογα δημιουργείται η απορία πώς γίνεται το ηλεκτρονικό σύστημα που διατηρεί η Εναγόμενη να δίδει διαφορετικά αποτελέσματα για τον ίδιο λογαριασμό με τόσο μεγάλη, μάλιστα, απόκλιση. Θα ανέμενα από τον Μ.Υ.1, έστω κι αν δεν ετοίμασε ο ίδιος το Τεκμήριο 47, ως αρμόδιο πρόσωπο για την ετοιμασία αναδομημένων καταστάσεων, να δώσει κάποια εξήγηση για τη διαφοροποίηση  που παρατηρείται μεταξύ των Τεκμηρίων 44 και 47. Ή τουλάχιστον να τοποθετηθεί ως προς το κατά πόσο η Εναγόμενη ανέθεσε και σε άλλο λειτουργό τον χειρισμό της παρούσας υπόθεσης και την ετοιμασία αναδομημένων καταστάσεων.

 

Αντί, όμως, οποιασδήποτε εξήγησης, η οποία ήταν υπό τις περιστάσεις επιβεβλημένη, ο Μ.Υ.1 οχυρώθηκε πίσω από τον ισχυρισμό ότι δεν ετοίμασε ο ίδιος το Τεκμήριο 47.  Τα πιο πάνω, δεν μπορούν παρά να έχουν αντίκτυπο στη βαρύτητα που θα μπορούσε να δοθεί στο Τεκμήριο 44.   

 

Το δεύτερο ζήτημα που πλήττει την ορθότητα του Τεκμηρίου 44 και την αξιοπιστία του Μ.Υ.1 αφορά το εκπλειστηρίασμα της υποθήκης με αρ.Υ6973/2006.

 

Ειδικότερα, σύμφωνα με το Τεκμήριο 44, στις 20.01.2025 κατατέθηκε το ποσό των €249.120,57 το οποίο προήλθε από την εκποίηση της υποθήκης με αρ.Υ6973/2006 (βλ. και παράγραφο 32(β) του Εγγράφου Γ). Στο Τεκμήριο 47, ωστόσο, δεν εντοπίζεται αντίστοιχη κατάθεση. Αντ’ αυτής, στις 20.01.2025 εμφανίζεται μία κατάθεση για το πολλαπλάσιο ποσό των €587.280,30. Το ποσό των €587.280,30 αποτελούσε το σύνολο του εκπλειστηριάσματος που δικαιούτο να λάβει ο ενυπόθηκος δανειστής, ήτοι η Εναγόμενη, από την εκποίηση της υποθήκης με αρ.Υ6973/2006 (βλ. Τεκμήριο 30 και παράγραφος 32(β) Εγγράφου Γ).

 

Τα πιο πάνω αντικειμενικά δεδομένα, στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης από πλευράς του Μ.Υ.1 ως προς τον λόγο για τον οποίο η κατάθεση του εκπλειστηριάσματος διαφοροποιείται στις δύο αναδομημένες καταστάσεις (Τεκμήρια 44 και 47), προκαλούν ρήγμα στην αξιοπιστία του επί ενός ουσιαστικού μέρους της μαρτυρίας του που αφορά το υπόλοιπο του δανείου Β και κατ’ επέκταση τα υπόλοιπα του δανείου Α και του τρεχούμενου.

 

Το όλο ζήτημα δεν μπορεί να αγνοηθεί στη βάση του ότι η Ενάγουσα στηρίζει την ανταπαίτησή της στο Τεκμήριο 44 ή στο ότι το Τεκμήριο 47 δεν ετοιμάστηκε από τον Μ.Υ.1. Επαναλαμβάνω, ότι ο Μ.Υ.1 κατέθεσε ως κάτοχος υπεύθυνης θέσης της Εναγόμενης και ως αρμόδιος λειτουργός για την παρουσίαση, μεταξύ άλλων, των αναδομημένων καταστάσεων. Παράλληλα, υπενθυμίζω, ότι το Τεκμήριο 47, κατά παραδοχή του Μ.Υ.1, προέρχεται από την Εναγόμενη. Δεν νοείται, κατά την άποψή μου, πιστώσεις που καταχωρούνται σε αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού να διαφοροποιούνται κατά το δοκούν ή εν πάση περιπτώσει για λόγους που παρέμειναν άγνωστοι στο Δικαστήριο.

 

Την ίδια στιγμή θα πρέπει να τονιστεί ότι η Εναγόμενη επέλεξε να παρουσιάσει τις αναλυτικές καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών μέχρι τις 06.05.2022. Με άλλα λόγια, η ημερομηνία κατάθεσης του εκπλειστηριάσματος που αφορούσε την υποθήκη με αρ.Υ6973/2006 (20.01.2025) δεν εμφανίζεται στις αναλυτικές καταστάσεις της δέσμης Τεκμηρίου 42. Αυτό παρά το ότι στο Πιστοποιητικό που υπογράφει ο Μ.Υ.1 (δέσμη Τεκμηρίου 42), ο τελευταίος πιστοποίησε ότι οι αναλυτικές καταστάσεις καλύπτουν την περίοδο από το άνοιγμα των λογαριασμών μέχρι και την 13.02.2026. Εάν οι αναλυτικές καταστάσεις εκτείνονταν μέχρι τις 13.02.2026, ως η σχετική πιστοποίηση του Μ.Υ.1, τότε ενδεχομένως να διαφωτιζόταν το Δικαστήριο ως προς το ποιο τελικά ποσό κατατέθηκε κατά τον κρίσιμο χρόνο στον κάθε λογαριασμό.

 

Περαιτέρω, σημειώνω, ότι η Εναγόμενη δεν παρουσίασε μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα πληροφορήθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο είσπραξης του εκπλειστηριάσματος τον τρόπο διανομής του στους λογαριασμούς που διατηρούσε. Επομένως, ούτε με αυτόν τον τρόπο μπορεί να διακριβωθεί η ορθότητα του Τεκμηρίου 44 και κατ’ επέκταση των Τεκμηρίων 45 και 46 επί του ζητήματος της κατανομής του εκπλειστηριάσματος της υποθήκης με αρ. Υ6973/2006.

 

Τέλος, επισημαίνω ότι παρέμεινε μετέωρη η θέση του Μ.Υ.1 ότι κατά την ετοιμασία των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού αντιπαρέβαλε τις τελευταίες με τις αντίστοιχες αναλυτικές καταστάσεις. Αυτή η διεργασία δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να γίνει, εφόσον η περίοδος που καλύπτουν οι αναδομημένες καταστάσεις εκτείνεται πέραν της περιόδου που καλύπτουν οι αναλυτικές καταστάσεις. Μάλιστα, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, το κρίσιμο χρονικό σημείο της κατάθεσης του εκπλειστηριάσματος της υποθήκης με αρ. Υ6973/2006 δεν αποτυπώνεται στις αναλυτικές καταστάσεις.

 

Όλα τα πιο πάνω πλήττουν τον πυρήνα της μαρτυρίας του Μ.Υ.1, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτή.

 

 

Ευρήματα - Συμπεράσματα

Όλα τα γεγονότα τα οποία έχουν καταγραφεί στο κεφάλαιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας ως κοινώς αποδεκτά ή μη αμφισβητούμενα καθίστανται και ευρήματα του Δικαστηρίου. Για σκοπούς οικονομίας θεωρώ ότι δεν χρειάζεται να καταγραφούν εκ νέου.

 

Σημειώνω, ότι τα πιο πάνω γεγονότα αποτελούν και τα μοναδικά ευρήματα στα οποία μπορεί να καταλήξει το Δικαστήριο. Η προσκομισθείσα μαρτυρία, για τους λόγους που αναλύθηκαν κατά την αξιολόγησή της, στερείται βαρύτητας και ως εκ τούτου δεν προσφέρεται για εξαγωγή ευρημάτων.

 

Η απόρριψη της μαρτυρίας των διαδίκων αφήνει χωρίς υπόβαθρο τόσο την απαίτηση, όσο και την ανταπαίτηση. Συγκεκριμένα, η Ενάγουσα δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι δικαιούται αποζημιώσεις για το ποσό των €31.936,80 ή για οποιοδήποτε άλλο ποσό λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού ή ως αποζημιώσεις για ισχυριζόμενες παράνομες και αυθαίρετες χρεώσεις που επέβαλε η Εναγόμενη. Ούτε, από την άλλη, η Εναγόμενη απέδειξε με αξιόπιστη μαρτυρία ότι υπάρχει χρεωστικό υπόλοιπο στο δάνειο Β και σε μία τέτοια περίπτωση ποιο είναι το ύψος του.

 

Κατάληξη

Υπό το φως των πιο πάνω, τόσο η απαίτηση όσο και η ανταπαίτηση απορρίπτονται.

 

Ενόψει της συνεκδίκασης της απαίτησης με την ανταπαίτηση και το απορριπτικό αποτέλεσμα σε αμφότερες, η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της έξοδα.

 

 

(Υπ.) ………………….…………..

Μ. Αγιομαμίτης, Π.Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο