ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Π.Ε.Δ.
Αρ. Απαίτησης: 8/2026 (i)
Μεταξύ:
ΜΑΡΙΑ ΠΑΤΣΑΛΙΔΟΥ
Ενάγουσα
ν.
1. THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED
2. YEDNE HOLDINGS LIMITED
Εναγόμενοι
Αίτηση Ημερομηνίας 07.01.2026
Ημερομηνία: 23.04.2026.
Εμφανίσεις:
Για την Ενάγουσα – Αιτήτρια: κ. Φ. Φανή.
Για την Εναγόμενη 2 – Καθ΄ ης η αίτηση: κ. Γ. Χαραλάμπους για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Στις 08.01.2026 εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στην Εναγόμενη 2 (στο εξής «Καθ΄ ης η αίτηση») και/ή στους διευθυντές, αξιωματούχους, υπαλλήλους ή εντολοδόχους αυτής, να προβούν σε μεταβίβαση, πώληση, εκποίηση, υποθήκευση, επιβάρυνση ή περαιτέρω επιβάρυνση, εκχώρηση, ανταλλαγή και μεταβολή ή άλλως πως διάθεση του 1/2 του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/[ ], Φ/Σχ. 41/10, Τμήμα 0, Τεμάχιο [ ], ευρισκόμενου στην Κοινότητα Πύλας, Επαρχία Λάρνακας (στο εξής «το ακίνητο»).
Η επίδικη αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Ενάγουσας (στο εξής «Αιτήτρια») η οποία ισχυρίστηκε, ανάμεσα σε άλλα, ότι ήταν ιδιοκτήτης του 1/2 μεριδίου του ακινήτου. Συνιδιοκτήτρια του υπολοίπου 1/2 είναι η αδελφή της.
Η εταιρεία P.A. COLLEGE LIMITED, διατηρούσε πιστωτικές διευκολύνσεις στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Οι πιο πάνω διευκολύνσεις εξασφαλίζονταν από ενυπόθηκες και προσωπικές εγγυήσεις της Αιτήτριας και του συζύγου της. Μία από τις ενυπόθηκες εξασφαλίσεις ήταν και η Υποθήκη με αρ.5032/2010 η οποία εγγράφηκε επί του ακινήτου.
Η Εναγόμενη 1 είναι εταιρεία διαχείρισης δανείων και ανέλαβε τη διαχείριση των δανείων της P.A. COLLEGE LIMITED. Κατά παράβαση νομοθετικών προνοιών, η Εναγόμενη 1 προχώρησε σε πλειστηριασμό του 1/2 μεριδίου του ακινήτου που ανήκε στην Αιτήτρια χρησιμοποιώντας αθέμιτα και παράνομα μέσα. Οι παράνομες ενέργειες της Εναγόμενης 1 οδήγησαν στην απευθείας και προκαθορισμένη πώληση του ακινήτου σε συγκεκριμένο ενδιαφερόμενο προσφοροδότη, ήτοι την Καθ΄ ης η αίτηση.
Ανάμεσα στην Εναγόμενη 1 και την Καθ΄ ης η αίτηση υπήρξε συμπαιγνία. Συγκεκριμένα, η Καθ΄ ης η αίτηση συστάθηκε λίγους μήνες πριν τη διενέργεια του πλειστηριασμού από την δικηγορική εταιρεία στην οποία εργάζεται ως δικηγόρος ο υιός της αδελφής της Αιτήτριας (στο εξής ο «Ν.Π.»), δηλαδή της έτερης συνιδιοκτήτριας του ακινήτου. Ως διοικητικός σύμβουλος και μέτοχος της Καθ΄ ης η αίτηση διορίστηκε ο Σ.Γ., ο οποίος είναι προσωπικός φίλος και πελάτης του Ν.Π.
Την αμέσως επόμενη ημέρα της διενέργειας του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, δηλαδή στις 30.07.2025, υπήρξε μεταβολή στη μετοχική και διοικητική δομή της Καθ΄ ης η αίτηση. Πιο συγκεκριμένα, ο Μ.Α. ορίστηκε ως διευθυντής σε αντικατάσταση του Σ.Γ. ο οποίος παρέμεινε ως γραμματέας της Καθ΄ ης η αίτηση. Περαιτέρω, ο Μ.Α. κατέστη ο κατά πλειοψηφία μέτοχος της Καθ΄ ης η αίτηση με 334 μετοχές. Οι λοιποί μέτοχοι της Καθ’ ης η αίτηση είναι οι Σ.Γ. και Λ.Ι. οι οποίοι κατέχουν από 333 μετοχές έκαστος.
Ο Μ.Α. είχε προγενέστερη οικονομική σχέση με την Αιτήτρια, καθώς τον Μάρτιο του 2022 αγόρασε από την τελευταία κάποιο ακίνητο. Ποσό €250.000, το οποίο προέκυψε από την αγορά του εν λόγω ακινήτου, κατατέθηκε σε δάνειο που διατηρούσε η P.A. COLLEGE LIMITED. Ο Μ.Α. ήταν γνώστης της οικονομικής και περιουσιακής κατάστασης τόσο της Αιτήτριας, όσο και του συζύγου της, αλλά και της εταιρείας P.A. COLLEGE LIMITED.
Ο πλειστηριασμός του ακινήτου διενεργήθηκε στη βάση εκτίμησης η οποία είχε εκπονηθεί το έτος 2022, δηλαδή σε περίοδο που υφίσταντο ακόμη οι επιπτώσεις από την πανδημία του κορονοϊού. Αποτέλεσμα τούτου, ήταν ο καθορισμός αδικαιολόγητα χαμηλής τιμής πώλησης του ακινήτου. Σύμφωνα με εκτίμηση που εξασφάλισε η Αιτήτρια, το ακίνητο κατά τον χρόνο πλειστηριασμού είχε συνολική αγοραία αξία €6.935.026, ενώ η αγοραία αξία του 1/2 μεριδίου ήταν €3.467.513. Η δε καταναγκαστική αξία πώλησης του μεριδίου της Αιτήτριας ήταν €2.774.010.
Περαιτέρω, η παράλειψη διενέργειας επικαιροποιημένης εκτίμησης συνιστά παραβίαση του καθήκοντος επιμέλειας, διαφάνειας και καλής πίστης που όφειλε η Εναγόμενη 1.
Παράλληλα, η Εναγόμενη 1 δεν απέστειλε στην Αιτήτρια, πριν τη διενέργεια του πλειστηριασμού, την ειδοποίηση τύπου «ΙΒ». Ως εκ τούτου η Αιτήτρια δεν είχε την ευκαιρία να προχωρήσει σε δική της εκτίμηση αναφορικά με την αξία του ακινήτου.
Επιπλέον, το ποσό εγγύησης για τη συμμετοχή στον ηλεκτρονικό πλειστηριασμό καθορίστηκε σε €152.415. Το εν λόγω ποσό ήταν υπό τις περιστάσεις πολύ υψηλό και αποτελούσε αποτρεπτικό παράγοντα για συμμετοχή τρίτων ενδιαφερομένων αγοραστών.
Παρά τα πιο πάνω, η Αιτήτρια συμφώνησε με λειτουργό της Εναγόμενης 1 ότι θα σταματούσε η διαδικασία πλειστηριασμού εάν παρέδιδε επιταγή ύψους €380.000. Υπήρξε επικοινωνία με την Εναγόμενη 1 για να καταβληθεί το ποσό των €380.000 και να σταματήσει ο πλειστηριασμός. Ο Διευθύνων Σύμβουλος της Εναγόμενης 1 κατά την ημέρα του πλειστηριασμού ανέφερε ότι δεν υπήρχε λόγος βιασύνης για την είσπραξη του ποσού των €380.000, καθώς δεν υπήρχε ενδιαφέρον για τον πλειστηριασμό. Η εν λόγω αναφορά, ωστόσο, ήταν ψευδής αφού η Καθ΄ ης η αίτηση είχε ήδη εγγραφεί στην πλατφόρμα του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού και είχε εκδηλώσει το ενδιαφέρον της για την αγορά του ακινήτου.
Υπό τις πιο πάνω συνθήκες, η Καθ΄ ης η αίτηση ήταν η μόνη που υπέβαλε προσφορά για την αγορά του ακινήτου, με αποτέλεσμα ο πλειστηριασμός να κατακυρωθεί σε αυτή.
Ακολούθως, κατά την ημέρα μεταβίβασης του ακινήτου στην Καθ΄ ης η αίτηση, δηλαδή στις 18.08.2025, η τελευταία μαζί με την αδελφή της Αιτήτριας συνήψαν συμφωνία διανομής. Αμέσως δε μετά τη συμφωνία διανομής, έθεσαν προς πώληση το όλο ακίνητο σε ενιαία τιμή η οποία είναι πολλαπλάσια της τιμής που απέκτησε η Καθ΄ ης η αίτηση το ½ μερίδιο του ακινήτου. Συγκεκριμένα, η ενιαία τιμή πώλησης του ακινήτου ορίστηκε από την Καθ΄ ης η αίτηση και την αδελφή της Αιτήτριας στο ποσό των €8.800.000.
Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξάχθηκε η διαδικασία του πλειστηριασμού περιήλθαν πρόσφατα στην γνώση της Αιτήτριας. Ειδικότερα, τον Δεκέμβριο του 2025 πληροφορήθηκε ότι το όλο ακίνητο τέθηκε προς πώληση στην ενιαία τιμή των €8.800.000, γεγονός που της δημιούργησε εύλογες απορίες για το τι ακριβώς συνέβη και αποτέλεσε το έναυσμα για την παραπέρα διερεύνηση των συνθηκών διενέργειας του πλειστηριασμού.
Υφίσταται άμεσος και πραγματικός κίνδυνος περαιτέρω αποξένωσης του ακινήτου, καθώς αυτό διατίθεται προς πώληση στην ηλεκτρονική πλατφόρμα «Bazaraki». Είναι φανερό ότι η Εναγόμενη 1 και η Καθ΄ ης η αίτηση προτίθενται ανά πάσα στιγμή να αποξενώσουν το ακίνητο. Κάτι τέτοιο θα καθιστούσε άνευ σημασίας οποιαδήποτε τυχόν απόφαση εκδοθεί υπέρ της.
Η Καθ΄ ης η αίτηση καταχώρισε ένσταση εγείροντας 11 λόγους, οι οποίοι συγκεφαλαιώνονται ως ακολούθως:
· Δεν συντρέχει το στοιχείο του «κατεπείγοντος».
· Η Αιτήτρια απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και/ή παρουσίασε γεγονότα με παραπλανητικό τρόπο.
· Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60.
· Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης.
Η ένσταση υποστηρίζεται από τις ένορκες δηλώσεις των Μ.Α., Σ.Γ., Ν.Π. και Λ.Ι.
Ο Μ.Α. στην ένορκη δήλωσή του ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι διευθυντής της Καθ΄ ης η αίτηση.
Δραστηριοποιείται επαγγελματικά στον τομέα των ακινήτων και μέσα σε αυτό το πλαίσιο συνεργάζεται συχνά τόσο με τον Σ.Γ., όσο και με τον Λ.Ι. Ειδικότερα, μαζί με τα προαναφερόμενα πρόσωπα έλαβαν μέρος σε διάφορους πλειστηριασμούς ακινήτων.
Τον Ιούνιο του 2025 επικοινώνησε μαζί του ο Σ.Γ. ενημερώνοντας τον ότι εντόπισε πως το 1/2 του ακινήτου προσφερόταν προς πώληση σε ηλεκτρονικό πλειστηριασμό. Γνώριζε, ότι το ακίνητο ανήκε εξ ημισείας στην Αιτήτρια και την αδελφή της. Περαιτέρω, ο Σ.Γ. είναι φίλος με τον Ν.Π., ο οποίος είναι υιός της ιδιοκτήτριας του άλλου 1/2 μεριδίου του ακινήτου.
Αν και αποφεύγει την αγορά μεριδίων, εντούτοις το ακίνητο διαθέτει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, καθώς είναι τεράστιας έκτασης και οικιστικό. Αυτά τα χαρακτηριστικά καθιστούσαν ελκυστική την απόκτησή του, αφού προσφέρεται για διαχωρισμό και για ανέγερση κτηρίων ή κατοικιών.
Τα πιο πάνω δεδομένα, σε συνδυασμό με την επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης, καθώς και ότι το ακίνητο ήταν ελεύθερο κατοχής, συνέτειναν στο να εκδηλώσουν ενδιαφέρον για την αγορά του ½ του μεριδίου του ακινήτου και να καταστούν έτσι συνιδιοκτήτες του μαζί με την αδελφή της Αιτήτριας. Για την εν λόογω πρόθεση του ιδίου και του Σ.Γ. ενημέρωσαν και τον Λ.Ι. προκειμένου να υποβάλουν από κοινού προσφορά για την αγορά του ακινήτου. Η προσφορά θα υποβαλλόταν μέσω εταιρείας και προς τον σκοπό αυτό ο Σ.Γ. ανέλαβε όπως εξεύρει εταιρεία στην οποία θα καθίσταντο και οι τρεις μέτοχοι με 1/3 μερίδιο έκαστος.
Η Αιτήτρια απέκρυψε ότι γνώριζε από τον Αύγουστο του 2025, ότι το μερίδιο της αγοράστηκε από την Καθ΄ ης η αίτηση στην επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης. Επίσης, απέκρυψε ότι από τον Αύγουστο του 2025 γνώριζε ότι οι μέτοχοι της Καθ΄ ης η αίτηση είναι ο ίδιος, ο Σ.Γ και ο Λ.Ι., καθώς και ότι μετά την αγορά του 1/2 του μεριδίου του ακινήτου η Καθ΄ ης η αίτηση με την αδελφή της έθεσαν ολόκληρο το ακίνητο προς πώληση.
Ο ηλεκτρονικός πλειστηριασμός του ακινήτου δεν διενεργήθηκε από την Εναγόμενη 1, αλλά από τρίτη ανεξάρτητη εταιρεία. Η Εναγόμενη 1 αυτό το οποίο έπραξε ήταν το να καθορίσει την επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης και την ημερομηνία του πλειστηριασμού. Ούτε ο ίδιος, αλλά ούτε και ο Σ.Γ. ή ο Λ.Ι. είχαν οποιαδήποτε επαφή με την Εναγόμενη 1 σε σχέση με οτιδήποτε αφορά τον πλειστηριασμό του ακινήτου. Απλώς εντόπισαν μία καλή επιχειρηματική ευκαιρία και αποφάσισαν να υποβάλουν την προσφορά η οποία ήταν ίση με την επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης και να αποκτήσουν το επίμαχο ακίνητο.
Η Αιτήτρια γνώριζε από τον Απρίλιο του 2025, ότι η επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης του μεριδίου της καθορίστηκε στο ποσό των €1.524.150. Μάλιστα, στην Αίτηση – Έφεση που καταχώρισε προς παραμερισμό της ειδοποίησης «ΙΑ» για τη διενέργεια του ηλεκτρονικού πλειστηριασμού δεν διαμαρτυρήθηκε σε σχέση με το ύψος της επιφυλασσόμενης τιμής.
Η θέση της Αιτήτριας περί του ότι χρησιμοποιήθηκε για τον καθορισμό της επιφυλασσόμενης τιμής πώλησης αποκλειστικά και μόνο η έκθεση εκτίμησης του έτους 2022, δεν ευσταθεί. Η επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης ανέρχεται στο 80% της αγοραίας αξίας του ακινήτου. Συνεπώς, εάν η επιφυλασσόμενη τιμή καθορίστηκε αποκλειστικά από την εν λόγω έκθεση, τότε, αυτή θα ήταν χαμηλότερη και συγκεκριμένα θα ανερχόταν στο ποσό των €1.444.800. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 44 Δ του Ν. 9/65, δεν δύναται να προχωρήσει πλειστηριασμός στη βάση μόνο μίας έκθεσης εκτίμησης.
Επιπλέον, η Αιτήτρια απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι το ύψος της εγγύησης σε ηλεκτρονικούς πλειστηριασμούς καθορίζεται σε ποσοστό 10% της επιφυλασσόμενης τιμής. Συγκεκριμένα, η εικόνα που παρουσίασε στο Δικαστήριο ήταν παραπλανητική, καθώς ουσιαστικά ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη 1 αυθαίρετα καθόρισε το εν λόγω ποσό μέσα στο ευρύτερο συνωμοτικό σχέδιό της με την Καθ΄ ης η αίτηση.
Η Καθ΄ ης η αίτηση δεν ήταν σε θέση να εμποδίσει οποιονδήποτε ενδιαφερόταν για την αγορά του ακινήτου από το να υποβάλει προσφορά. Ο κάθε ενδιαφερόμενος μπορούσε να εγγραφεί στην ηλεκτρονική πλατφόρμα του πλειστηριασμού και να υποβάλει την προσφορά του.
Δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμπαιγνία ή προσυνεννόηση με την αδελφή της Αιτήτριας ή τον Ν.Π. Η υπογραφή της συμφωνίας διανομής εξυπηρετούσε αμφότερους τους ιδιοκτήτες του ακινήτου, καθώς θα ήταν γνωστά στον κάθε ένα τα ιδιοκτησιακά δικαιώματά του και θα ήταν υποβοηθητικό στην παραπέρα ανάπτυξη του ακινήτου.
Η απόφαση για να τεθεί ολόκληρο το ακίνητο προς πώληση πάρθηκε μετά τη μεταβίβαση του επίδικου μεριδίου στην Καθ΄ ης η αίτηση. Άλλωστε, το ακίνητο είχε και κατά το παρελθόν τεθεί προς πώληση από την Αιτήτρια και την αδελφή της.
Η αναφορά της Αιτήτριας, ότι η Καθ΄ ης η αίτηση εξασφάλισε σε χρόνο ρεκόρ χρηματοδότηση χωρίς να διαθέτει μακροχρόνια οικονομική δραστηριότητα, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η εξασφάλιση του δανείου δεν έγινε από την Καθ΄ ης η αίτηση, αλλά από τους μετόχους της, δηλαδή τον ίδιο, τον Σ.Γ και τον Λ.Ι. Η Καθ΄ ης η αίτηση απλώς υποθήκευσε ως εξασφάλιση του εν λόγω δανείου το ακίνητο.
Τυχόν ακύρωση του επίδικου διατάγματος δεν θα καθιστά δύσκολη ή αδύνατη την απονομή δικαιοσύνης σε περίπτωση επιτυχίας της απαίτησης. Μεταξύ των θεραπειών που αξιώνει η Αιτήτρια, περιλαμβάνεται και η επιδίκαση αποζημιώσεων. Μάλιστα, η Αιτήτρια καθορίζει τις διεκδικούμενες αποζημιώσεις στη διαφορά μεταξύ της πραγματικής αγοραίας αξίας του ακινήτου και του τιμήματος στο οποίο αυτό εκποιήθηκε. Επομένως, οι αποζημιώσεις που αξιώνει η Αιτήτρια ανέρχονται στο ποσό του €1.943.363.
Η επιδίκαση αποζημιώσεων, σε περίπτωση επιτυχίας της παρούσας απαίτησης, θα είναι αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Καθ΄ ης η αίτηση, καθώς η Αιτήτρια ισχυρίζεται την ύπαρξη συνομωσίας. Όπως προκύπτει από τις οικονομικές καταστάσεις της Εναγομένης 1, οι οποίες είναι αναρτημένες στην επίσημη ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών, τα περιουσιακά στοιχεία της τελευταίας υπερβαίνουν τα χρέη της κατά περίπου €11.000.000. Ταυτόχρονα, όλοι οι μέτοχοι της Καθ΄ ης η αίτηση διαθέτουν μεγάλη περιουσία και έχουν αναλάβει συμβατικά να την αποζημιώσουν σε περίπτωση που επιδικαστούν αποζημιώσεις εναντίον της.
Συνεπώς, η όποια ζημιά ενδέχεται να υποστεί η Αιτήτρια είναι αποτιμητή σε χρήμα. Τόσο η Εναγόμενη 1, όσο και η Καθ΄ ης η αίτηση, διαθέτουν την οικονομική δυνατότητα να αποζημιώσουν την Αιτήτρια.
Ο Σ.Γ. στην ένορκη δήλωσή του ισχυρίστηκε ότι είναι μέτοχος της Καθ΄ ης η αίτηση.
Περί τον Ιούνιο του 2025 εντόπισε προς πώληση σε ηλεκτρονικό πλειστηριασμό το 1/2 μερίδιο του ακινήτου. Γνώριζε τις πρώην συνιδιοκτήτριες του ακινήτου, δηλαδή την Αιτήτρια και την αδελφή της, καθώς είναι παιδικός φίλος με τον Ν.Π. Επικοινώνησε με τον τελευταίο για να τον ρωτήσει κατά πόσο γνώριζε ότι το ακίνητο προσφερόταν προς πώληση, καθώς και αν είχε πρόθεση να το αγοράσει εκείνος. Η απάντηση που έλαβε ήταν ότι γνώριζε για την πώληση του ακινήτου, αλλά δεν είχε πρόθεση αγοράς του. Ακολούθως, απευθύνθηκε στον Μ.Α. και τον Λ.Ι. οι οποίοι συμφώνησαν ότι το ακίνητο αποτελούσε καλή ευκαιρία προς αξιοποίηση.
Ανέλαβε να διευθετήσει όπως η προσφορά υποβληθεί μέσω εταιρείας. Για τον σκοπό αυτό απευθύνθηκε σε δικηγορικό γραφείο για να αγοράσει μετοχές υφιστάμενης εταιρείας (shelf company). Η Καθ΄ ης η αίτηση είχε συσταθεί από το εν λόγω δικηγορικό γραφείο και οι μέτοχοι και αξιωματούχοι της ήταν πρόσωπα συνδεδεμένα με αυτό. Ως εκ τούτου αγόρασε τις μετοχές της Καθ΄ ης η αίτηση και εγγράφηκε αρχικά ο ίδιος ως διευθυντής και μέτοχος σε αντικατάσταση των αξιωματούχων και μετόχων που είχαν διοριστεί από το δικηγορικό γραφείο.
Αμέσως μετά την επιτυχή προσφορά της Καθ΄ ης η αίτηση για την αγορά του ακινήτου προστέθηκαν ως μέτοχοι ο Μ.Α. και ο Λ.Ι. Επίσης, ο Μ.Α. διορίστηκε στη θέση του διευθυντή, καθώς είχε αναλάβει να ηγηθεί του όλου ζητήματος της αξιοποίησης του ακινήτου.
Με την εγγραφή του μεριδίου του ακινήτου επ’ ονόματι της Καθ΄ ης η αίτηση ανέθεσε σε κτηματομεσίτες την προώθηση του ακινήτου προς πώληση. Εντός Αυγούστου 2025 έλαβε τηλεφώνημα από κτηματομεσίτη της εταιρείας KW Seven Cyprus στον οποίο υπέδειξε επιτόπου το ακίνητο. Λίγες μέρες αργότερα επικοινώνησε μαζί του άλλος κτηματομεσίτης της πιο πάνω εταιρείας λέγοντάς του ότι είχε επικοινωνήσει με την Αιτήτρια την οποία και ενημέρωσε ότι η Καθ΄ ης η αίτηση αγόρασε το μερίδιο της και είχε πρόθεση για πώληση του ακινήτου. Περαιτέρω, ο εν λόγω κτηματομεσίτης τού ανέφερε ότι πληροφόρησε την Αιτήτρια για το ποιοι είναι οι μέτοχοι της Καθ΄ ης η αίτηση. Όπως, επίσης, τον πληροφόρησε ο πιο πάνω κτηματομεσίτης, ο τελευταίος επικοινώνησε με την Αιτήτρια, διότι η εταιρεία του είχε στο παρελθόν διοριστεί από την Αιτήτρια για την προώθηση της πώλησης του ακινήτου.
Περί τα τέλη Ιανουαρίου 2026 ο ίδιος κτηματομεσίτης τού ανέφερε ότι η εταιρεία του ενημερώθηκε από την Αιτήτρια ότι το ακίνητο δεν μπορεί να πωληθεί διότι δήθεν επιβαρύνεται με ΜΕΜΟ.
Ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης καταχωρήθηκε και από τον Ν.Π. Σύμφωνα με αυτήν, ο Ν.Π. είναι δικηγόρος και υιός της συνιδιοκτήτριας του ακινήτου – αδελφής της Αιτήτριας.
Περί τα μέσα Ιουνίου 2025 ενημερώθηκε από γνωστό του κτηματομεσίτη ότι το μερίδιο της Αιτήτριας στο ακίνητο προσφερόταν προς πώληση μέσω πλειστηριασμού. Ταυτόχρονα, διενήργησε έρευνα στο διαδίκτυο μέσω της οποίας διαπίστωσε ότι πράγματι θα διενεργείτο πλειστηριασμός του μεριδίου της Αιτήτριας.
Ενημέρωσε σχετικά την μητέρα του, η οποία με την σειρά της επικοινώνησε με την Αιτήτρια αποστέλλοντας στην τελευταία αντίγραφο της ανακοίνωσης του πλειστηριασμού. Η Αιτήτρια αρχικά ανέφερε ότι δεν ίσχυε η πληροφόρηση για πώληση του ακινήτου μέσω πλειστηριασμού. Στη συνέχεια, ωστόσο, η Αιτήτρια δήλωσε στη μητέρα του ότι ο πλειστηριασμός υφίσταται μεν, αλλά λόγω νομικών διαβημάτων που έλαβαν οι δικηγόροι της δεν θα προχωρήσει.
Περί τα τέλη Ιουνίου 2025, ο Σ.Γ. επικοινώνησε μαζί του ρωτώντας τον αν έλαβε γνώση για τον επικείμενο πλειστηριασμό και κατά πόσο προτίθετο να αγοράσει ο ίδιος το μερίδιο της Αιτήτριας. Απάντησε, ότι δεν είχε πρόθεση να αγοράσει το μερίδιο της Αιτήτριας και σε μεταγενέστερη επικοινωνία με τον Σ.Γ. ο τελευταίος τον ενημέρωσε ότι σκεφτόταν να συμμετάσχει στον πλειστηριασμό μαζί με τους Μ.Α. και Λ.Ι.
Κατά τις ημέρες που προηγήθηκαν του πλειστηριασμού, αλλά και την ημέρα του πλειστηριασμού βρισκόταν σε ταξίδι αναψυχής στο εξωτερικό. Μετά την επιστροφή του, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον Σ.Γ. ενημερώθηκε για το αποτέλεσμα του πλειστηριασμού. Ακολούθως, ενημέρωσε την μητέρα του για την ολοκλήρωση του πλειστηριασμού και για το ότι οι Μ.Α., Σ.Γ. και Λ.Ι. υπέβαλαν προσφορά και ο πλειστηριασμός κατακυρώθηκε σε αυτούς.
Περί τις αρχές Αυγούστου, σε συνάντηση που είχε η μητέρα του με την Αιτήτρια, η πρώτη πληροφόρησε την τελευταία ότι το μερίδιό της επί του ακινήτου αγοράστηκε από τον Μ.Α. Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε, ότι μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο εξακολουθούσε να εμφανίζεται ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του μεριδίου της.
Ο Σ.Γ. επικοινώνησε εκ νέου μαζί του ζητώντας του να εξετάσει το ενδεχόμενο υπογραφής συμφωνίας διανομής ανάμεσα στην Καθ΄ ης η αίτηση και στην μητέρα του. Επικοινώνησε με την μητέρα του λέγοντάς της ότι θα ήταν σκόπιμο να υπογραφεί συμφωνία διανομής, έτσι ώστε να υφίσταται σαφής ρύθμιση της συνιδιοκτησίας και της δυνατότητας αξιοποίησης του ακινήτου. Άλλωστε, η υπογραφή συμφωνίας διανομής ήταν κάτι που προτάθηκε αρκετές φορές στην Αιτήτρια χωρίς όμως ανταπόκριση.
Η Αιτήτρια κατά το παρελθόν επιχείρησε επανειλημμένως να πωλήσει ολόκληρο το ακίνητο σε τιμές αντικειμενικά υψηλές οι οποίες κυμαίνονταν μεταξύ €15.000.000 - €20.000.000. Οι σχετικές αναρτήσεις για την πώληση του ακινήτου παρέμειναν διαθέσιμες στο διαδίκτυο μέχρι και τις 02.02.2026.
Ο Λ.Ι. στη δική του ένορκη δήλωση επανέλαβε επί της ουσίας το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων των Μ.Α., Σ.Γ και Ν.Π.. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι όλοι οι μέτοχοι της Καθ΄ ης η αίτηση 2 είναι φερέγγυοι. Προσωπικά διαθέτει τραπεζικό λογαριασμό με πιστωτικό υπόλοιπο άνω των €2.000.000.
Η Αιτήτρια στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή της αρνήθηκε ότι ενημερώθηκε από τον κτηματομεσίτη που κατονομάζει ο Σ.Γ. στην ένορκή του δήλωση σχετικά με την αγορά του μεριδίου της από την Καθ΄ ης η αίτηση, τα πρόσωπα που είναι μέτοχοι της Καθ΄ ης η αίτηση και την πρόθεση της τελευταίας να προχωρήσει στην πώληση του ακινήτου. Προς τούτο επισύναψε ως τεκμήριο υπεύθυνη δήλωση του προαναφερόμενου κτηματομεσίτη.
Συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους της Καθ΄ ης η αίτηση καταχωρήθηκε και από τον Σ.Γ. Ο τελευταίος ισχυρίστηκε, ότι ουδέποτε ανέφερε στην ένορκή του δήλωση ότι είναι ο συγκεκριμένος κτηματομεσίτης που του μετέφερε τις προαναφερόμενες πληροφορίες. Αυτό που του ανέφερε ο κτηματομεσίτης ήταν ότι η εταιρεία στην οποία εργαζόταν, δηλαδή η KW Seven Cyprus, είχε τις σχετικές επαφές με την Αιτήτρια.
Πέραν των ενόρκων δηλώσεων, δόθηκε άδεια για αντεξέταση του Μ.Α. επί συγκεκριμένων παραγράφων της ενόρκου δηλώσεως του.
Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι η Καθ’ ης η αίτηση γνώριζε ότι δεν θα υπήρχε συμμετοχή από άλλο ενδιαφερόμενο προσφοροδότη. Δεν μπορούσε, είτε ο ίδιος, είτε οι άλλοι δύο μέτοχοι της Καθ’ ης η αίτηση να γνωρίζουν ότι δεν είχε εκδηλωθεί ενδιαφέρον από άλλο υποψήφιο αγοραστή. Αρνήθηκε, επίσης, ότι υπήρξε εκ των προτέρων επικοινωνία και συνεννόηση με την Εναγόμενη 1 και τη συνιδιοκτήτρια του ακινήτου.
Με το πέρας της αντεξέτασης του Μ.Α., οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, μέσω των εμπεριστατωμένων αγορεύσεών τους, ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους επί των νομικών και πραγματικών ζητημάτων. Έχω μελετήσει και λαμβάνω υπόψη μου το σύνολο των επιχειρημάτων των συνηγόρων και ειδική αναφορά θα γίνει πιο κάτω μόνο όπου αυτό κριθεί σκόπιμο.
Νομική πτυχή
Η εξουσία του Δικαστηρίου προς χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας προβλέπεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, το οποίο θέτει τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες ασκείται η εν λόγω δικαιοδοσία. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 32(1) του Ν.14/60, πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις:
(α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(β) Ύπαρξη πιθανότητας ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία.
(γ) Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα.
Στην κλασική αυθεντία Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd a.o (1982) 1 C.L.R 557, λέχθηκε σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση που τίθεται από το άρθρο 32 (1) του Ν.14/60, ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μία συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση ειπώθηκε, ότι περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα να δικαιούται ο Αιτητής σε θεραπεία, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Σύμφωνα με την Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd a.o (ανωτέρω), ο Αιτητής θα πρέπει να δείξει ότι υπάρχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.
Η τρίτη προϋπόθεση, αφορά το κατά πόσο χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η εν λόγω προϋπόθεση ερμηνεύθηκε κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην περιορίζεται μόνο στη δυνατότητα χρηματικής αποζημίωσης ή αποκατάστασης της υλικής ζημιάς (Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά. (2009) 1Α Α.Α.Δ 317 και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd (2011) 1Γ Α.Α.Δ 1848).
Το άρθρο 9 του Κεφ. 6 και το Μέρος 25.3(1) των ΚΠΔ, δίδουν στο Δικαστήριο την ευχέρεια να εκδώσει μονομερώς ενδιάμεσο διάταγμα, εφόσον ο αιτητής έχει αποδείξει το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις. Έχει νομολογηθεί, ότι το υπαρκτό του επείγοντος ή οποιασδήποτε άλλης ιδιαίτερης περίστασης αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Μόνο όταν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 9 του Κεφ. 6 και πλέον και στο Μέρος 25.3(1) των ΚΠΔ, δικαιολογείται η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία της άλλης πλευράς (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (1998) 1 Α.Α.Δ. 598 και Αμβροσιάδου ν. Coward (2013) 1 Α.Α.Δ. 78).
Συμπεράσματα
Ανάμεσα στους λόγους ένστασης που εγείρουν οι Καθ’ ων η αίτηση περιλαμβάνονται η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και η απουσία του στοιχείου του «κατεπείγοντος». Θεωρώ, ότι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης θα πρέπει να εξεταστούν κατά προτεραιότητα ενόψει του ότι τα επίδικα διατάγματα εκδόθηκαν μονομερώς (Καρυδά ν. Καρυδά, Πολ. Έφ. αρ.Ε190/2019, ημερ.26.02.2025).
Ξεκινώ με το καθήκον αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Σύμφωνα με πάγια νομολογιακή αρχή, σε περίπτωση που διαπιστωθεί παραβίαση του πιο πάνω καθήκοντος το Δικαστήριο ακυρώνει το διάταγμα που εξέδωσε μονομερώς χωρίς να προχωρήσει στην εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος. Αυτό, διότι η παραβίαση του καθήκοντος αποκάλυψης, είτε εσκεμμένη, είτε αθώα, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου (Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά. (1995) 1 Α.Α.Δ 248 και DB TECHNOLOGIES B.V και LOIZOS IORDANOU CONSTRUCTIONS LTD Πολ. Έφ. αρ. Ε166/2019, ημερ. 15.10.2020), ECLI:CY:AD:2020:A347.
Ταυτόχρονα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση ενός εκδοθέντος διατάγματος (Μιχαηλίδης κ.α. ν. Οργανισμού Συγκοινωνιών Επαρχίας Λευκωσίας (ΟΣΕΛ) Λτδ κ.α., Πολ. Έφ. αρ.Ε265/2016, ημερ.10.04.2025). Το γεγονός που δεν αποκαλύφθηκε θα πρέπει να είναι ουσιώδες. Το κριτήριο του τί είναι ουσιώδες είναι αντικειμενικό και προσδιορίζεται στο πλαίσιο των ιδιαίτερων περιστάσεων της κάθε υπόθεσης και της αντιδικίας των μερών (M & Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.ά. v. The Timberland Co (1997) 1Γ Α.Α.Δ. 1791 και Sobolev κ.α. v. Weitzer, Πολ. Έφ. αρ. Ε177/2018, ημερ.21.05.2019).
Ακύρωση προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς διατάσσεται χωρίς να υφίσταται ανάγκη εξέτασης οποιουδήποτε άλλου ζητήματος και στην περίπτωση που διαπιστωθεί ότι δεν συνέτρεχε εντέλει το στοιχείο του «κατεπείγοντος». Σύμφωνα με τη νομολογία, η ύπαρξη του «κατεπείγοντος» συνιστά δικαιοδοτικό όρο για τη χορήγηση διατάγματος επί μονομερούς αίτησης (Αμβροσιάδου ν. Coward (2013) 1 Α.Α.Δ 78 και Αναφορικά με την Αίτηση των Ivanov κ.ά., Πολ. Έφ. 25/24, ημερ.04.12.2024). Επομένως, η διαπίστωση, μετά την καταχώρηση ένστασης, της απουσίας του στοιχείου του «κατεπείγοντος» οδηγεί αναπόφευκτα στην ακύρωση του προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς.
Οι ουσιαστικοί ισχυρισμοί που έθεσε η Αιτήτρια ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το στάδιο της εξέτασης της μονομερούς αίτησης συνοψίζονται στο ότι η αγορά του ακινήτου στη διαδικασία του πλειστηριασμού επήλθε με δόλιες ενέργειες και υπό συνθήκες συμπαιγνίας και προσυνεννόησης της Εναγομένης 1, της Καθ΄ ης η αίτηση (περιλαμβανομένων των μετόχων και συμβούλων της), της αδελφής της Αιτήτριας και του Ν.Π.
Ειδικότερα, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι το γεγονός που την ώθησε στο να διερευνήσει εις βάθος τις περιστάσεις του πλειστηριασμού του ακινήτου ήταν η πληροφόρηση που έλαβε τον Δεκέμβριο του 2025 περί διάθεσης ολοκλήρου του ακινήτου προς πώληση στην ενιαία τιμή των €8.800.000.
Στο πλαίσιο της προαναφερόμενης διερεύνησης διαπίστωσε ότι η Καθ΄ ης η αίτηση συστάθηκε από το δικηγορικό γραφείο στο οποίο εργάζεται ο Ν.Π. Οι διοικητικοί σύμβουλοι και μέτοχοι της Καθ΄ ης η αίτηση, ήτοι ο Μ.Α., ο Σ.Γ. και ο Λ.Ι. είναι μεταξύ τους φίλοι και συνεργάτες, καθώς επίσης φίλοι, συνεργάτες και πελάτες του Ν.Π. Περαιτέρω, ο Μ.Α. είχε προηγουμένως οικονομικές δοσοληψίες με την Αιτήτρια και γνώριζε σε βάθος την αξία, τόσο της προσωπικής της περιουσίας όσο και του συζύγου της. Ταυτόχρονα, ο Μ.Α. είχε πλήρη γνώση της σημασίας του ακινήτου.
Ο Ν.Π. και ο Μ.Α. στις ένορκες δηλώσεις τους που υποστηρίζουν την ένσταση ισχυρίστηκαν ότι η Αιτήτρια, με τη σύμφωνη γνώμη της αδελφής της, είχε θέσει στο πρόσφατο παρελθόν κατ’ επανάληψη προς πώληση ολόκληρο το ακίνητο σε τιμές κατά πολύ υψηλότερες των €8.800.000. Μάλιστα, ο Ν.Π. κατέθεσε αντίγραφα σχετικών δημοσιεύσεων που παρέμεναν αναρτημένες στο διαδίκτυο μέχρι τις 02.02.2026 (Τεκμήριο Ν.Π.5). Σύμφωνα με τις εν λόγω δημοσιεύσεις το τίμημα που ζητείτο για την αγορά ολόκληρου του ακινήτου κυμαινόταν από €15.000.000 έως €20.000.000. Παράλληλα, ο Ν.Π. ισχυρίστηκε ότι η μητέρα του πρότεινε κατ’ επανάληψη στην Αιτήτρια την υπογραφή συμφωνίας διανομής χωρίς όμως να υπάρξει οποιαδήποτε ανταπόκριση από την τελευταία.
Επιπλέον, ο Ν.Π. ισχυρίστηκε, ότι η μητέρα του (αδελφή της Αιτήτριας και συνιδιοκτήτρια του ακινήτου) ενημέρωσε την Αιτήτρια περί τις αρχές Αυγούστου 2025 ότι το μερίδιό της αγοράστηκε στη διαδικασία του πλειστηριασμού από τον Μ.Α.
Οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί των Ν.Π. και Μ.Α., καθώς και το Τεκμήριο Ν.Π.5, δεν έτυχαν της παραμικρής αμφισβήτησης από την Αιτήτρια στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή της. Η δε αίτηση αντεξέτασης που καταχώρισε η Αιτήτρια περιορίστηκε σε άλλους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν στην ένορκη δήλωση του Μ.Α. Συνεπώς, οι υπό αναφορά ισχυρισμοί των Ν.Π. και Μ.Α. παρέμειναν αναντίλεκτοι.
Η παράλειψη της Αιτήτριας να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τα πιο πάνω αναφερόμενα αναντίλεκτα γεγονότα συνιστά, κατά την κρίση μου, παραβίαση του καθήκοντός της για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. Πρόκειται, εξ αντικειμένου, για ουσιώδη γεγονότα τα οποία θα επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου εάν αυτά ήταν σε γνώση του στο στάδιο της μονομερούς εξέτασης της επίδικης αίτησης.
Συγκεκριμένα, η γνώση της Αιτήτριας από τις αρχές Αυγούστου του 2025 για την εμπλοκή του Μ.Α. στην απόκτηση του μεριδίου της, αλλά και η διάθεση ολόκληρου του ακινήτου προς πώληση από την Αιτήτρια στο πρόσφατο παρελθόν σε τιμές πολλαπλάσιες της τιμής που τώρα διατίθεται, δίδουν μία εντελώς διαφορετική διάσταση από αυτή που παρουσίασε η Αιτήτρια. Πιο συγκεκριμένα, διασπάται η αλληλουχία των γεγονότων επί των οποίων η Αιτήτρια στήριξε την μονομερή αίτησή της, εφόσον γνώριζε πολύ πριν τον Δεκέμβριο του 2025 για τη συμμετοχή του Μ.Α., ο ρόλος του οποίου, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, ήταν κομβικής σημασίας στη συμπαιγνία και προσυνεννόηση που εκτυλίχθηκε εις βάρος της. Υπενθυμίζω, ότι η Αιτήτρια στην ένορκη δήλωσή της έκανε εκτεταμένη αναφορά στον Μ.Α. χαρακτηρίζοντας, μάλιστα, ως ιδιαίτερα ουσιώδη την εμπλοκή του στην αγορά του ακινήτου (παράγραφος 19 Δ της ένορκης δήλωσής της), καθώς ο τελευταίος είχε οικονομικές δοσοληψίες μαζί της και γνώριζε την αξία των περιουσιακών της στοιχείων και τη σημασία του ακινήτου.
Διαφορετική, επίσης, διάσταση θα αποκτούσε και ο ισχυρισμός ότι η διάθεση του ακινήτου προς πώληση από την Καθ’ ης η αίτηση και την αδελφή της Αιτήτριας στο ποσό των €8.800.000, τής προκάλεσε εύλογες απορίες και αποτέλεσε το έναυσμα για τη διεξαγωγή έρευνας για τις περιστάσεις του πλειστηριασμού. Αυτό, διότι αντικειμενικά δεν θα δικαιολογείτο μία τέτοια αντίδραση, από τη στιγμή που η ίδια η Αιτήτρια στο πρόσφατο παρελθόν είχε διαθέσει, με την έγκριση της αδελφής της, σε πώληση ολόκληρο το ακίνητο για πολύ μεγαλύτερο μάλιστα τίμημα.
Η παράλειψη της Αιτήτριας να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τους πιο πάνω αναφερόμενους ισχυρισμούς έχει άμεση επίδραση και στο «κατεπείγον». Συγκεκριμένα, οι υπό αναφορά αναντίλεκτοι ισχυρισμοί των Ν.Π και Μ.Α. αναιρούν το στοιχείο του «κατεπείγοντος», εφόσον η Αιτήτρια γνώριζε πολύ πριν τον Δεκέμβριο του 2025 για την εμπλοκή του Μ.Α. στην απόκτηση του ακινήτου και θα μπορούσε νωρίτερα να διεξαγάγει την ισχυριζόμενη έρευνά της.
Δεν παραβλέπω ότι ο Ν.Π. στην ένορκη δήλωσή του καταγράφει τη θέση της Αιτήτριας ότι στις αρχές του Αυγούστου 2025 η τελευταία εξακολουθούσε να εμφανίζεται ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του μεριδίου της. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία των διαδίκων, η εγγραφή του μεριδίου της Αιτήτριας στο όνομα της Καθ’ ης η αίτηση έλαβε χώρα στις 18.08.2025. Επομένως, στις αρχές Αυγούστου 2025 το μερίδιο της Αιτήτριας εξακολουθούσε, όντως, να είναι εγγεγραμμένο στο όνομά της. Αυτό, όμως, το δεδομένο δεν διαφοροποιεί τα πράγματα. Τούτο, διότι τον Αύγουστο του 2025 η Αιτήτρια γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι ο πλειστηριασμός διεξάχθηκε. Σύμφωνα με το Τεκμήριο ΙΒ της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας, στις 25.07.2025 απορρίφθηκε η Αίτηση – Έφεση που καταχώρησε ζητώντας τον παραμερισμό της ειδοποίησης «ΙΑ» στη βάση της οποίας ο πλειστηριασμός θα διεξαγόταν στις 29.07.2025.
Εν πάση περιπτώσει, από το Τεκμήριο ΙΕ προκύπτει ότι η Αιτήτρια ενημερώθηκε για τη διενέργεια του πλειστηριασμού τουλάχιστον από τις 20.08.2025. Παράλληλα, από το Τεκμήριο Ι προκύπτει ότι κατά τον χρόνο που έδωσε οδηγίες για τη διεξαγωγή εκτίμησης, δηλαδή στις 25.09.2025, γνώριζε ότι πλέον δεν είναι ιδιοκτήτρια του ακινήτου. Σημειώνω, ότι στην πιο πάνω εκτίμηση η Αιτήτρια περιγράφεται ως η προηγούμενη ιδιοκτήτρια του ακινήτου. Συνεπώς, η Αιτήτρια, αντικειμενικά, γνώριζε πολύ πριν τον Δεκέμβριο του 2025 ότι το ακίνητο είχε αγοραστεί στη διαδικασία του πλειστηριασμού.
Επιπροσθέτως των πιο πάνω, η Αιτήτρια παρέλειψε να αποκαλύψει ότι η αδελφή της είχε ζητήσει αρκετές φορές στο παρελθόν την υπογραφή συμφωνίας διανομής. Πρόκειται για αντικειμενικά ουσιώδες γεγονός, εφόσον η Αιτήτρια επικαλέστηκε την υπογραφή συμφωνίας διανομής ως ένα εκ των στοιχείων που συνηγορούν στην ύπαρξη συμπαιγνίας και προσυνεννόησης ανάμεσα στην Καθ’ ης η αίτηση και την αδελφή της.
Η απόκρυψη αυτού του γεγονότος, άφησε στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι η συμφωνία διανομής του ακινήτου αποτέλεσε ένα νέο γεγονός το οποίο ουδέποτε στο παρελθόν είχε συζητηθεί με την αδελφή της και προέκυψε λόγω ακριβώς της προσυνεννόησης ανάμεσα στην αδελφή της, τον Ν.Π., τον Μ.Α. και τον Σ.Γ.
Η νομολογία είναι σταθερή ως προς τις συνέπειες που επιφέρει η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Στην Sobolev κ.α.v. Weitzer (ανωτέρω), επαναλήφθηκε η αρχή ότι η μη αποκάλυψη θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο αρνείται πλέον να ακούσει αυτόν που το εξαπατά, είτε υπάρχει πρόθεση εξαπάτησης είτε όχι.
Η παράλειψη αποκάλυψης είναι καταλυτική και ως προς την ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 9 του Κεφ. 6 και του Μέρους 25.3(1) των ΚΠΔ. Στην Αμβροσιάδου ν. Coward (ανωτέρω), αφού επαναλήφθηκε η αρχή ότι το κατεπείγον αποτελεί δικαιοδοτικό όρο, επισημάνθηκε ότι σε μονομερείς αιτήσεις ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος ώστε η υποχρέωση για πλήρη αποκάλυψη να επεκτείνεται και σε αυτά. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα:
«Στην In Re Stavros Hotel Apartments Ltd κ.ά.(1994) 1 Α.Α.Δ. 836, με την παρατήρηση ότι «το στοιχείο του κατεπείγοντος ή οποιασδήποτε άλλης ιδιαίτερης περίστασης αποτελεί όρο για την ύπαρξη εξουσίας προς έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος μετά από ex parte αίτηση», απεφασίσθη ότι συνιστούσε λόγο ακύρωσης τέτοιου διατάγματος η έλλειψη υποβάθρου καταδεικνύοντος το κατεπείγον. Ομοίως στην In Re B.P. Cyprus Ltd (1996) 1(Β) Α.Α.Δ. 861. Στη M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. The Timberland Co (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 μάλιστα υπεδείχθη ότι (σ. 1797) «. σε μονομερείς αιτήσεις, ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος», ώστε η υποχρέωση για πλήρη αποκάλυψη να επεκτείνεται και σε αυτά, καταδεικνύοντας έτσι την άρρηκτη σχέση μεταξύ του κατεπείγοντος και της υποχρέωσης για πλήρη αποκάλυψη που επίσης αφορά την όλη υπόσταση της μονομερούς αίτησης ως δικαιοδοτικού όρου. Στην καθοδηγητική υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρίστου (1998) 1 Α.Α.Δ. 598 ο διάδικος εναντίον του οποίου είχε εκδοθεί μονομερές διάταγμα έφερε ένσταση στην παράταση του όταν αυτό ήταν επιστρεπτέο ισχυριζόμενος ακριβώς ότι δεν είχε, κατά την έκδοση του διατάγματος μονομερώς, στοιχειοθετηθεί το κατεπείγον. Η εισήγηση αυτή επανελήφθη στα πλαίσια της έφεσης και έγινε δεκτή από το Εφετείο, με τα ακόλουθα να συνιστούν το rationale της απόφασης (Πικής, Π., σ. 604):
«Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.»
Η Resola και η Vuitton ακολουθήθησαν στη Χριστοδούλου ν. Antonious M.F.M. Vraets (1999) 1(Γ) A.A.Δ.1475, στην οποία παρετέθησαν με επιδοκιμασία τα ως άνω αποσπάσματα, όπως ομοίως και στη Zein κ.ά. ν. Παράσχου Κ. Καμπανέλλα Λτδ (2000) 1(Α) Α.Α.Δ. 606.»
Έχοντας, επομένως, αποφασίσει ότι η Αιτήτρια παραβίασε το καθήκον της για πλήρη αποκάλυψη αποκρύβοντας ουσιώδη γεγονότα, τα οποία εν προκειμένω άπτονται και του στοιχείου του «κατεπείγοντος», περιττεύει η εξέταση των λοιπών λόγων ένστασης που επικαλείται η Καθ’ ης η αίτηση, αλλά και των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60. Όπως αναφέρεται και στην υπόθεση Γρηγορίου (ανωτέρω), το Δικαστήριο ακυρώνει τη διαταγή που εξέδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία.
Κατάληξη
Υπό το φως των πιο πάνω, η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται και το εκδοθέν διάταγμα ακυρώνεται με έξοδα υπέρ της Καθ’ ης η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας.
Θα προχωρήσω σε συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων στη βάση του Μέρους 39.7 των ΚΠΔ. Σημειώνω, ότι οι συνήγοροι των διαδίκων, κατά παράβαση του Μέρους 39.9(1) των ΚΠΔ, δεν συμμορφώθηκαν με το καθήκον τους για υποβοήθηση του Δικαστηρίου στον συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων.
Λαμβάνοντας υπόψη μου τις εμφανίσεις και τα διαδικαστικά βήματα που λήφθηκαν, θεωρώ ότι, με εξαίρεση τα έξοδα που αφορούν την ένορκη δήλωση του Λ.Ι. και τα έξοδα της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του Σ.Γ., η Καθ’ ης η αίτηση δικαιούται στην επιδίκαση των υπολοίπων εξόδων. Η ένορκη δήλωση του Λ.Ι. αποτελούσε επανάληψη ισχυρισμών που περιλαμβάνονταν στις λοιπές ένορκες δηλώσεις που υποστήριζαν την ένσταση, η δε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Σ.Γ. περιορίστηκε σε παράθεση επιχειρηματολογίας.
Ως εκ των ανωτέρω, τα έξοδα έχουν υπολογιστεί συνοπτικά στο ποσό των €8.514 πλέον Φ.Π.Α, εάν υπάρχει, πλέον €24 πραγματικά έξοδα, τα οποία θα καταβάλει η Αιτήτρια στην Καθ’ ης η αίτηση μειωμένα, όμως, κατά 15% ενόψει της μη συμμόρφωσης της Καθ’ ης η αίτηση με το Μέρος 39.9(1) των ΚΠΔ (βλ. Μέρος 39.9(2) των ΚΠΔ).
Υπ. ..…………….…………..
Μ. Αγιομαμίτης, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο