TELMEN LTD ν. Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λάρνακας, Αγωγή Αρ. 288/2023, 23/6/2026
print
Τίτλος:
TELMEN LTD ν. Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λάρνακας, Αγωγή Αρ. 288/2023, 23/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αγιομαμίτη, Π.Ε.Δ.

 

Αγωγή Αρ. 288/2023 (i)

 

TELMEN LTD

Ενάγουσα

 

και

 

Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λάρνακας

Εναγόμενοι

 

Αίτηση Ημερομηνίας 16.09.2025

 

Ημερομηνία: 23.06.2026.

 

Εμφανίσεις:

Για Ενάγουσα: κα Ε. Οικονομίδου για Α. & Α. Κ. Αιμιλιανίδης, Κ. Κατσαρός & Συνεργάτες ΔΕΠΕ.

Για Εναγόμενους: κ. Ν. Κουκούνης για Γεώργιος Κουκούνης ΔΕΠΕ.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Η Ενάγουσα (στο εξής «Αιτήτρια») με την παρούσα αγωγή αξιώνει εναντίον των Εναγομένων (στο εξής «Καθ΄ ων η αίτηση») αποζημιώσεις δυνάμει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος λόγω της ακύρωσης του διαγωνισμού «LSDB 9/2010, Phase B of the Sewage and Drainage Systems in the Larnaca Area, Mechanical and Electrical Works» (στο εξής «ο διαγωνισμός»).

 

Με την υπό κρίση αίτηση ζητείται η άδεια του Δικαστηρίου για διακοπή της αγωγής στη βάση της Δ.15 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.

 

Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η Αιτήτρια συμμετείχε στον διαγωνισμό ο οποίος, κατόπιν απόφασης των Καθ΄ ων η αίτηση, κατακυρώθηκε σε άλλο προσφοροδότη. Ακολούθησε η καταχώρηση ιεραρχικής προσφυγής ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, τόσο από την Αιτήτρια, όσο και από άλλο συμμετέχοντα στον διαγωνισμό. Η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών αποφάσισε να ακυρώσει την απόφαση των Καθ΄ ων η αίτηση για κατακύρωση του διαγωνισμού στον επιτυχόντα προσφοροδότη.

 

Μετά τις αποφάσεις της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών οι Καθ΄ ων η αίτηση γνωστοποίησαν στην Αιτήτρια την απόφασή τους να ανακαλέσει τον διαγωνισμό. Η Αιτήτρια αντέδρασε καταχωρώντας την προσφυγή με αριθμό 1475/2011. Το Ανώτατο Δικαστήριο ενέκρινε την προσφυγή της Αιτήτριας. Οι Καθ΄ ων η αίτηση διαφωνώντας με την πιο πάνω απόφαση καταχώρησαν την Αναθεωρητική Έφεση με αριθμό 94/2015. Στις 14.06.2022 το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την Αναθεωρητική Έφεση με αριθμό 94/2015.

 

Ενόψει της απόφασης επί της Αναθεωρητικής Έφεσης, οι δικηγόροι της Αιτήτριας υπέβαλαν προς τους Καθ΄ ων η αίτηση αξίωση για αποζημίωση στη βάση του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος. Το πιο πάνω αίτημα απορρίφθηκε από τους Καθ΄ ων η αίτηση. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω εξέλιξης, η Αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα αγωγή.

 

Οι Καθ΄ ων η αίτηση με την υπεράσπιση ήγειραν προδικαστικές ενστάσεις ισχυριζόμενοι ότι η αγωγή είναι πρόωρη, καθώς καταχωρήθηκε πριν την επανεξέταση της απόφασης των Καθ΄ ων η αίτηση για ανάκληση του διαγωνισμού. Περαιτέρω, μέσω των προδικαστικών ενστάσεων, οι Καθ΄ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η αγωγή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, είναι επιπόλαια και ενοχλητική λόγω έλλειψης αγώγιμου δικαιώματος. Οι Καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν στις 02.05.2024 αίτηση για εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων ζητώντας παράλληλα τη διαγραφή, παραμερισμό, ή απόρριψη της αγωγής.

 

Κατά την προετοιμασία της ένστασης που θα καταχωρούσε η Αιτήτρια στην αίτηση ημερομηνίας 02.05.2024, εκδόθηκε απόφαση του Εφετείου στην οποία τονίστηκε η αναγκαιότητα επανεξέτασης της απόφασης της διοίκησης προκειμένου να δημιουργηθεί αγώγιμο δικαίωμα δυνάμει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος.

 

Στις 20.08.2025, η Αιτήτρια με επιστολή της προς τους Καθ΄ ων η αίτηση ζήτησε από τους τελευταίους όπως επανεξετάσουν την απόφασή τους για ανάκληση του διαγωνισμού. Η Αιτήτρια δεν έχει λάβει μέχρι σήμερα απάντηση από τους Καθ΄ ων η αίτηση.

 

Σε περίπτωση διακοπής της αγωγής η Αιτήτρια δεν θα αποκτήσει οποιοδήποτε αθέμιτο πλεονέκτημα, αφού οι ίδιοι οι Καθ΄ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η αγωγή είναι πρόωρη. Ούτε, από την άλλη, θα προκληθεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά σε βάρος των Καθ΄ ων η αίτηση οι οποίοι, άλλωστε, αποδέχονται την υποχρέωσή τους προς επανεξέταση της απόφασής τους.

 

Οι Καθ΄ ων η αίτηση εκδήλωσαν τη διαφωνία τους στην παραχώρηση άδειας διακοπής καταχωρώντας προς τούτο σχετική ένσταση. Οι οκτώ λόγοι ένστασης μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως:

·         Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί προς απόρριψη της αίτησης, καθώς θα επηρεαστούν δυσμενώς τα δικαιώματα των Καθ’ ων η αίτηση με την απώλεια του οφέλους του δεδικασμένου.

·         Η Αιτήτρια θα λάβει αδικαιολόγητο πλεονέκτημα και/ή όφελος, αφού θα μπορεί να καταχωρήσει νέα αγωγή για τα ίδια θέματα, απαιτώντας τα ίδια ποσά εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση.

·         Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας.

 

Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η Αιτήτρια προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής χωρίς να προηγηθεί η επανεξέταση των προσφορών που υποβλήθηκαν στον διαγωνισμό.

 

Πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, η Αιτήτρια, μέσω των δικηγόρων της, ζήτησε στις 18.11.2024 άδεια για διακοπή της αγωγής, αίτημα το οποίο συνάντησε την ένσταση των Καθ΄ ων η αίτηση. Μεσολάβησαν εμφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου και συζητήσεις μεταξύ των διαδίκων οι οποίες, όμως, δεν τελεσφόρησαν. Η Αιτήτρια καταχώρησε στη συνέχεια την επίδικη αίτηση, χωρίς ωστόσο να έχει υποβάλει ένσταση στην αίτηση εκδίκασης των προδικαστικών ενστάσεων και διαγραφής της αγωγής η οποία καταχωρήθηκε από τις 02.05.2024.

 

Η Αιτήτρια παραδέχεται, ουσιαστικά, ότι η παρούσα αγωγή δεν έχει περιθώρια επιτυχίας. Επομένως, σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος θα επηρεαστούν δυσμενώς και αδικαιολόγητα τα δικαιώματα των Καθ΄ ων η αίτηση, αφού οι τελευταίοι θα απωλέσουν το όφελος του δεδικασμένου το οποίο θα δημιουργηθεί σε περίπτωση έγκρισης της ενδιάμεσης αίτησης για εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων και διαγραφή της αγωγής.

 

Η δικονομική συμπεριφορά της Αιτήτριας καταδεικνύει ότι η επίδικη αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά. Συγκεκριμένα, καταχωρήθηκε 16 περίπου μήνες μετά την αίτηση των Καθ΄ ων η αίτηση για εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων και διαγραφή της αγωγής.  Περαιτέρω, καταχωρήθηκε 23 περίπου μήνες μετά την υπεράσπιση των Καθ΄ ων η αίτηση μέσω της οποίας η Αιτήτρια έλαβε γνώση των προδικαστικών ενστάσεων.

 

Τέλος, σε περίπτωση επιτυχίας της επίδικης αίτησης, η Αιτήτρια θα αποκτήσει αδικαιολόγητο πλεονέκτημα αφού θα έχει το δικαίωμα καταχώρησης νέας αγωγής εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση για τα ίδια επίδικα θέματα αξιώνοντας τις ίδιες θεραπείες.

 

Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, μέσω των εμπεριστατωμένων αγορεύσεών τους, ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους επί των εγειρόμενων νομικών και πραγματικών ζητημάτων. Έχω μελετήσει και λαμβάνω υπόψη μου το σύνολο των επιχειρημάτων των συνηγόρων και ειδική αναφορά θα γίνει πιο κάτω μόνο όπου αυτό κριθεί σκόπιμο.

 

Νομική πτυχή

Η αίτηση εδράζεται επί της Δ.15 θ.1 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Παραθέτω αυτούσια την υπό αναφορά ρύθμιση:

«1. The plaintiff may, at any time before the receipt of the defendant's defence, or after the receipt of the defendant's pleaded defence before taking any other proceeding in the action (save any interlocutory application), by notice in writing, wholly discontinue his action against all or any of the defendants or withdraw any part or parts of his alleged cause of complaint, and thereupon he shall pay such defendant's costs of the action, or if the action be not wholly discontinued, the costs occasioned by the matter so withdrawn. Such costs shall be taxed, and such discontinuance or withdrawal, as the case may be, shall not be a defence to any subsequent action. Save as in this Rule otherwise provided, it shall not be competent for the plaintiff to withdraw the record or discontinue the action without leave of the Court or a Judge, but the Court or a Judge may, before or at or after the hearing or trial, upon such terms as to costs, and as to any other action, and otherwise as may be just, order the action to be discontinued, or any part of the alleged cause of complaint to be struck out. The Court or a Judge may, in like manner and with the like discretion as to terms, upon the application of a defendant, order the whole or any part of his alleged grounds of defence or counter-claim to be withdrawn or struck out, but it shall not be competent to a defendant to withdraw his defence or any part thereof, without such leave.»

 

Από το περιεχόμενο της Δ.15 θ.1, αλλά και την σχετική με αυτή νομολογία, προκύπτει ότι μετά την καταχώρηση υπεράσπισης και την λήψη δικονομικού διαβήματος στην αγωγή (πλην της καταχώρησης ενδιάμεσης αίτησης) απαιτείται η καταχώρηση αίτησης προκειμένου να εξασφαλιστεί άδεια από το Δικαστήριο για τη διακοπή της αγωγής (Kypreos v. Kypreos (1984) 1 C.L.R.565 Παμπορίδης v. Κτηματική Τράπεζα Κύπρου Λτδ (1995) 1 Α.Α.Δ 670).

 

Η παραχώρηση άδειας για διακοπή της αγωγής, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (Πατσαλίδης ν. Δίσπυρου (2006) 1Α Α.Α.Δ 17). Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να εξισορροπήσει, μεταξύ της αρχής ότι ένας διάδικος δεν πρέπει να υποχρεώνεται να διεξάγει έναν δικαστικό αγώνα παρά τη θέλησή του και της διασφάλισης ότι η διακοπή της αγωγής δεν θα προκαλέσει αδικία στον Εναγόμενο. Στην Kypreos v. Kypreos (ανωτέρω) ειπώθηκε, ότι ο πρωταρχικός σκοπός της Δ.15 θ.1 είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με την εξουσία της άρνησης παροχής άδειας οποτεδήποτε αυτή επιδιώκεται με σκοπό την απόκτηση τακτικού πλεονεκτήματος:

 

« A litigant will not be allowed to withdraw an action in anticipation of the outcome of the proceedings. After a formal step is taken, subsequent to defence, signifying unequivocally a decision to pursue litigation, the leave of the Court is required before a party is allowed to discontinue litigation. A party will not ordinarily be compelled to litigate against his will.

 

This is not the object of the rule requiring leave. The primary purpose of the rule is to empower the Court to refuse leave whenever it is sought thereby to gain a tactical advantage.»

 

Συμπεράσματα

Τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση αίτηση αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων. Ειδικότερα, είναι παραδεκτό ότι μετά την απόφαση στην Αναθεωρητική Έφεση με αριθμό 94/2015 δεν υπήρξε επανεξέταση από τους Καθ΄ ων η αίτηση της απόφασής τους για ανάκληση του διαγωνισμού. Τέτοια επανεξέταση δεν υπήρξε, ούτε πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, αλλά ούτε και μέχρι σήμερα.

 

Το κρίσιμο ερώτημα που καλείται το Δικαστήριο να απαντήσει έγκειται στο κατά πόσο με την παραχώρηση άδειας για διακοπή της αγωγής θα αποκτήσει η Αιτήτρια τακτικό πλεονέκτημα προκαλώντας έτσι αδικία στους Καθ’ ων η αίτηση.

 

Συνοψίζοντας τις θέσεις των διαδίκων, η Αιτήτρια υποστηρίζει, ότι δεν θα αποκτήσει οποιοδήποτε πλεονέκτημα, ούτε, από την άλλη, θα προκληθεί οποιαδήποτε βλάβη στους Καθ΄ ων η αίτηση. Συγκεκριμένα, σε περίπτωση διακοπής οι Καθ’ ων η αίτηση θα προχωρήσουν στην επανεξέταση της απόφασης για ανάκληση του διαγωνισμού, ως είναι, άλλωστε, υποχρεωμένοι να πράξουν. Εάν, από την άλλη, απορριφθεί η αίτηση τότε θα παραβιαστεί το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της Αιτήτριας να προσφύγει στο Δικαστήριο διεκδικώντας αποζημιώσεις δυνάμει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος.

 

Στην αντίπερα όχθη, οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι η Αιτήτρια θα λάβει αδικαιολόγητο πλεονέκτημα και όφελος σε περίπτωση χορήγησης του αιτούμενου διατάγματος. Αυτό, διότι η παρούσα αγωγή είναι αδύνατο να επιτύχει εφόσον η Αιτήτρια δεν μπορεί να αποδείξει την ύπαρξη ζημιάς. Συνεπώς, είτε μέσω της εκδίκασης της αίτησης των προδικαστικών ενστάσεων, είτε μέσω της απόρριψης της αγωγής επί της ουσίας, είτε μέσω της απόσυρσής της, θα δημιουργηθεί δεδικασμένο και η Αιτήτρια δεν θα μπορεί να επανέλθει με νέα αγωγή για την προώθηση των ιδίων αξιώσεων.

 

Για τους λόγους που θα προσπαθήσω να εξηγήσω πιο κάτω, θεωρώ ότι η επίδικη αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.

 

Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, η απόφαση του Εφετείου (για την οποία θα γίνει λόγος πιο κάτω) έθεσε ως προϋπόθεση για τη δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος δυνάμει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος την επανεξέταση της ακυρωθείσας απόφασης, ακόμη και στις περιπτώσεις που υπάρχει αντικειμενική αδυναμία φυσικής αποκατάστασης. Όπως δε αναφέρθηκε πιο πάνω αποτελεί κοινό έδαφος ότι δεν υπήρξε επανεξέταση της ακυρωθείσας απόφασης. Μάλιστα, οι δικηγόροι της Αιτήτριας, μετά την έκδοση της απόφασης του Εφετείου, απέστειλαν στις 20.08.2025 επιστολή στους Καθ’ ων η αίτηση ζητώντας την επανεξέταση της απόφασης.

 

Καθίσταται, επομένως, φανερό ότι η Αιτήτρια με την αιτούμενη διακοπή αποσκοπεί στη διενέργεια επανεξέτασης της ακυρωθείσας απόφασης προκειμένου να μπορέσει να επανέλθει στο μέλλον με νέα αγωγή. Σε αυτήν την περίπτωση δεν θα αντιμετωπίσει, προφανώς, τις προδικαστικές ενστάσεις που εγείρουν με την υφιστάμενη υπεράσπισή τους οι Καθ΄ ων η αίτηση.  

 

Δεν παραβλέπω, ότι το όλο ζήτημα προέκυψε από την παράλειψη των Καθ’ ων η αίτηση να επανεξετάσουν την ακυρωθείσα απόφασή τους. Αυτό, όμως, το δεδομένο δεν διαφοροποιεί το γεγονός ότι με την παρούσα αγωγή η Αιτήτρια, ως η ίδια αποδέχεται, δεν μπορεί να διεκδικήσει αποζημιώσεις δυνάμει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος. Εν πάση περιπτώσει, η απόφαση για την καταχώρηση της αγωγής ανήκε αποκλειστικά στην Αιτήτρια.

 

Δεν αγνοώ, επίσης, τη θέση της Αιτήτριας ότι η αναγκαιότητα καταχώρησης της επίδικης αίτησης προέκυψε μετά την έκδοση της απόφασης του Εφετείου στην J.N. Christofides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφεση αρ.321/2018, ημερ.26.07.2014. Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση είναι αναγκαία η επανεξέταση της απόφασης της διοίκησης προκειμένου να δημιουργηθεί αγώγιμο δικαίωμα δυνάμει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος ακόμη και στις περιπτώσεις που υπάρχει αντικειμενική αδυναμία εκτέλεσης της απόφασης in natura.

 

Θεωρώ, ότι η πιο πάνω παράμετρος θα μπορούσε να διαδραματίσει ρόλο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εάν το επίδικο ζήτημα που απασχόλησε το Εφετείο ήταν πρωτότυπο. Από την απόφαση, ωστόσο, του Εφετείου διαφαίνεται ότι το όλο ζήτημα δεν ήταν καινοφανές, αφού η επίμαχη απόφαση βασίστηκε σε προϋπάρχουσα νομολογία. Παραθέτω, χαρακτηριστικά αποσπάσματα της απόφασης:

 

«Στην παρούσα περίπτωση, το Συμβούλιο Προσφορών δεν προέβηκε σε επανεξέταση μετά την έκδοση της ακυρωτικής δικαστικής απόφασης. Η παράλειψη αυτή δεν είχε προσβληθεί με προσφυγή από την εφεσείουσα. Ως εκ τούτου, ορθά κατά την Δημοκρατία, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν δημιουργήθηκε αγώγιμο δικαίωμα υπέρ της εφεσείουσας.

 

Σημειώνουμε ότι παρόμοιο ζήτημα, συζητήθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κοινοπραξία A.D.T. - ΩΜΕΓΑ Α.Τ.Ε ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Αναθεωρητική Έφεση 42/2015 ημ. 12/1/2022, ECLI:CY:AD:2022:C4. Λέχθηκε στην πιο πάνω απόφαση ότι το Άρθρο 146.5 του Συντάγματος, επιβάλλει την ενεργό συμμόρφωση της διοίκησης σε κάθε απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου. Στην περίπτωση δικαστικής ακυρωτικής απόφασης, η διοίκηση υποχρεούται να ενεργήσει ώστε να διορθωθεί η διαπιστωθείσα πλημμέλεια. Όμως, ο τρόπος συμμόρφωσης, ενδέχεται να διαφέρει κατά περίπτωση. Μπορεί όπου η αποκατάσταση των πραγμάτων στην προηγούμενη θέση είναι αδύνατη, η συμμόρφωση να λάβει τη μορφή εξέτασης χρηματικής απαίτησης.

 

Στην πιο πάνω υπόθεση Κοινοπραξία A.D.T., όπως και στην παρούσα, λόγω ακριβώς της εξ αντικειμένου αδυναμίας κατακύρωσης σε αυτή του έργου, η εφεσείουσα πρόταξε ως αιχμή του δόρατος της επιχειρηματολογίας της, τον ισχυρισμό ότι η επανεξέταση δεν θα μπορούσε να εξυπηρετήσει κάποια νόμιμη επιδίωξη.

 

Έγινε επίσης παραπομπή στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κυριακίδης ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 629, όπου ο εφεσείοντας είχε προβάλει, την ίδια επιχειρηματολογία, ότι δηλαδή στις περιπτώσεις όπου η φυσική (in natura) αποκατάσταση των πραγμάτων στην προτέρα τους θέση είναι αδύνατη, η επανεξέταση είναι αχρείαστη και σε τέτοιες περιπτώσεις, η αποκατάσταση θα πρέπει να περιορίζεται σε χρηματική αποζημίωση.

 

Όμως η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις πιο πάνω υποθέσεις Κοινοπραξία A.D.T. και Κυριακίδης δεν δέχθηκε την θέση ότι στις υπό κρίση περιπτώσεις, η επανεξέταση θα ήταν άνευ περιεχομένου. Αντιθέτως, έκρινε ότι είναι καθήκον της διοίκησης να προβεί σε επανεξέταση για αποκατάσταση της τρωθείσας νομιμότητας όπως αυτή αποτυπώνεται στην αναθεωρητική ακυρωτική απόφαση. Καθήκον που δεν υποχωρεί ακόμα και στις περιπτώσεις όπου δεν μπορεί να γίνει φυσική (in natura) αποκατάσταση των πραγμάτων, στην προτέρα τους κατάσταση.

…………………………………………………………………………………………………..

 

Σημειώνουμε ότι οι ίδιες αρχές που τέθηκαν στις υποθέσεις  Κοινοπραξία A.D.T. και Κυριακίδης (ανωτέρω), για την αναγκαιότητα επανεξέτασης προκειμένου να δημιουργηθεί αγώγιμο δικαίωμα δυνάμει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος, επαναλαμβάνονται σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Νικόλας ν. Δημοκρατία (2001) 1 (Β) Α.Α.Δ. 983).»

 

Στη βάση όλων όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω, θεωρώ ότι σε περίπτωση επιτυχίας της υπό κρίση αίτησης θα αποκτήσει τακτικό πλεονέκτημα η Αιτήτρια, αφού σε ενδεχόμενη νέα αγωγή της, μετά από τυχόν επανεξέταση της ακυρωθείσας απόφασης των Καθ’ ων η αίτηση ή άρνηση επανεξέτασής της, δεν θα βρεθεί αντιμέτωπη με τις προδικαστικές ενστάσεις που εγείρουν οι Καθ΄ ων η αίτηση. Ταυτόχρονα, θα προκληθεί αδικία στους Καθ΄ ων η αίτηση καθώς σε μία τέτοια περίπτωση θα αποστερηθούν της δυνατότητας να επικαλεστούν το κώλυμα του δεδικασμένου. Σε αυτό το σημείο ανοίγω μία παρένθεση για να επισημάνω ότι στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης δεν αποφαίνομαι ως προς τη δημιουργία ή όχι δεδικασμένου σε ενδεχόμενη μελλοντική αγωγή, εάν η παρούσα τερματιστεί με οποιοδήποτε άλλο τρόπο πλην της διακοπής.

 

Κλείνω την πιο πάνω παρένθεση τονίζοντας ότι η διαπίστωση περί πρόκλησης αδικίας στους Καθ΄ ων η αίτηση είναι καθοριστική ως προς την τύχη της αίτησης. Στην υπόθεση Covell Matthews & Partners vFrench Wools Ltd (1977) 2 All ER 591 λέχθηκαν τα εξής σχετικά:

 

«The principles to be culled from these cases are, in my judgment, that the court will, normally at any rate, allow a plaintiff to discontinue if he wants to, provided no injustice will be caused to the defendant. It is not desirable that a plaintiff should be compelled to litigate against his will. The court should therefore grant leave, if it can without injustice to the defendant, but in doing so should be careful to see that the defendant is not deprived of some advantage which he has already gained in the litigation and should be ready to grant him adequate protection to ensure that any advantage he has gained is preserved.»

 

Εν κατακλείδι, αν και δεν έγινε σχετική εισήγηση, προβληματίστηκα κατά πόσο θα μπορούσε να χορηγηθεί η διακοπή με όρους. Θεωρώ, ότι οι περιστάσεις της υπόθεσης είναι τέτοιες που δεν προσφέρονται για την επιβολή όρων σε ενδεχόμενη παραχώρηση άδειας διακοπής της αγωγής.

 

Κατάληξη

Ως εκ των ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

Υπ. ..…………….…………..

Μ. Αγιομαμίτης, Π.Ε.Δ.

 

 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο