ΒΑΣΙΛΗΣ ΧΑΤΖΗΖΑΧΑΡΙΑΣ ν. ΝΙΚΟΣ ΠΑΝΤΕΛΗ κ.α., Αρ. Αγ. 766/2021, 27/5/2026
print
Τίτλος:
ΒΑΣΙΛΗΣ ΧΑΤΖΗΖΑΧΑΡΙΑΣ ν. ΝΙΚΟΣ ΠΑΝΤΕΛΗ κ.α., Αρ. Αγ. 766/2021, 27/5/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

Ενώπιον: Λ. Χαβιαρά Ε.Δ.

Αρ. Αγ. 766/2021

Μεταξύ:

                                      ΒΑΣΙΛΗΣ ΧΑΤΖΗΖΑΧΑΡΙΑΣ                                                   

                                                    Ενάγοντα

                                                        -και-

                               

                    1.ΝΙΚΟΣ ΠΑΝΤΕΛΗ

                    2.ΛΑΚΗΣ ΑΓΑΠΙΟΥ

                    3.ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

               Εναγόμενων

 

Ημερομηνία: 27.5.2026  

 

Εμφανίσεις:   

Για την Ενάγουσα – Καθ’ ης η Αίτηση: κα. Δημητρίου

Για τους Εναγόμενους 1 και 2 – Καθ’ ων η Αίτηση: κα. Λουκά

Για τον Εναγόμενο 3 - Αιτητή: κα. Χατζηζαχαρία

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής, η ακροαματική διαδικασία έχει ξεκινήσει με την κυρίως εξέταση του Ενάγοντα. Κατόπιν σχετικού αιτήματος των συνηγόρων των Εναγόμενων η ακρόαση αναβλήθηκε για να συνεχίσει σε άλλη ημερομηνία ούτως ώστε να εξεταστούν από μέρους τους έγγραφα τα οποία θα επιχειρούσε να καταθέσει ο Ενάγων ως τεκμήρια.

 

Στο διάστημα που μεσολάβησε η συνήγορος για τον Εναγόμενο 3 αιτήθηκε όπως της παραχωρηθεί άδεια να καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης της υπεράσπισης του Εναγόμενου 3 η οποία καταχωρήθηκε στις 15.5.2026 και προσέκρουσε στην ένσταση της συνηγόρου του Ενάγοντα.

 

Η πλευρά των Εναγόμενων 1 και 2 έχει δηλώσει ότι δεν φέρει ένσταση στην αιτούμενη τροποποίηση.

 

Με την υπό κρίση αίτηση, ο Εναγόμενος 3 (στο εξής ο Αιτητής) ζητά:

 

«Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να επιτρέπεται και/ή διατάσσεται η τροποποίηση της Υπεράσπισης του Εναγόμενου 3 ως ακολούθως:

 

(1)           Δια της προσθήκης της ως άνω προδικαστικής ένστασής ο εναγόμενος 3 εγείρει και δεύτερη προδικαστική ένσταση ότι ο Ενάγοντας δεν νομιμοποιείται στην έγερση και/ή στην προώθηση της παρούσας αγωγής και/ή στην διεκδίκηση της επίδικης και/ή οποιασδήποτε αποζημίωσης εναντίον του Εναγόμενου 3 σε σχέση με την έκδοση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης με σημειώσεις αρ. 00597 ημερ. 19/10/2016, καθότι με την τροποποίηση του περί Επαρχιακών Οργανισμών Αυτοδιοίκησης Νόμου δυνάμει του Τροποποιητικού Νόμου 132(Ι)/2025 και την προσθήκη του νέου εδαφίου (5) στο άρθρο 101, η αρμοδιότητα σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα μεταφέρθηκε στον οικείο Επαρχιακό Οργανισμό Αυτοδιοίκησης και αρμοδιότητα και/ή ευθύνη έχει ο οικείος Επαρχιακός Οργανισμός Αυτοδιοίκησης Λάρνακας.»

 

Η Αίτηση

Ο Αιτητής βασίζει την αίτηση του στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25, Δ.39, Δ.48 θ.1, 4, 6, 7, 8 και 9, Δ.64, στους περί Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικούς) Διαδικαστικούς Κανονισμούς, στο περί Επαρχιακών Οργανισμών Αυτοδιοίκησης Νόμο του 2022 και ειδικότερα στα άρθρα 2 και 1010 καθώς επίσης στα άρθρα 2 και 30 του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, στην νομολογία  και στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.

 

Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Αθηνάς Βαβλίτη η οποία εργάζεται στην Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας. Σύμφωνα με όσα αναφέρει η ενόρκως δηλούσα η συνήγορος που εκπροσωπεί τον Αιτητή ενημέρωσε το γραφείο του Έπαρχου ότι η ακροαματική διαδικασία της πιο πάνω αγωγής άρχισε και απέστειλε έγγραφα για ετοιμασία αντεξέτασης του Ενάγοντα. Στις 31.3.2026 το γραφείο του Έπαρχου ενημέρωσε την συνήγορο μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος ότι η σχετική αλληλογραφία διαβιβάστηκε στον ΕΟΑΛ λόγω αρμοδιότητας. Ως τυγχάνει ενημέρωσης από την συνήγορο που εκπροσωπεί τον Αιτητή, η βάση απαίτησης του Ενάγοντα εναντίον του Αιτητή για αποζημιώσεις πηγάζει από την έκδοση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης. Παρόλο που το σχετικό πιστοποιητικό έχει εκδοθεί από την αρμόδια αρχή κατά τον επίδικο χρόνο, με την πρόσφατη τροποποίηση της νομοθεσίας τον Ιούλιο του 2025 η αρμοδιότητα έχει μεταφερθεί στον οικείο Επαρχιακό Οργανισμό Αυτοδιοίκησης σύμφωνα με το νέο εδάφιο (5) του άρθρου 1010 του περί Επαρχιακών Οργανισμών Αυτοδιοίκησης Νόμου, ο οποίος είναι ξεχωριστό νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και δεν εκπροσωπείται από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.

 

Εν όψει των πιο πάνω είναι αναγκαία η τροποποίηση της υπεράσπισης για να είναι σε θέση ο Αιτητής να επικαλεστεί ότι δεν υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη και ότι η ευθύνη βαραίνει τον Επαρχιακό Οργανισμό Αυτοδιοίκησης. Η θέση τους είναι ότι, ο Γενικός Εισαγγελέας δεν υπέχει ευθύνη έναντι του Ενάγοντα για τυχόν ζημιά ή και αποζημιώσεις που ενδεχομένως προκύπτουν από την έκδοση του πιστοποιητικού τελικής έγκρισης με σημειώσεις με αρ. 00597 ημερομηνίας 19.10.2016. Η αρμοδιότητα και συνακόλουθα η ευθύνη για τα επίδικα ζητήματα ανήκει πλέον στον Επαρχιακό Οργανισμό Αυτοδιοίκησης. Εξ όσων συμβουλεύεται και πιστεύει, η επιδιωκόμενη τροποποίηση δεν θα επιφέρει οποιαδήποτε βλάβη στα δικαιώματα του Ενάγοντα ή αδικία η οποία να μην ικανοποιείται με την ανάλογη διαταγή για έξοδα και το αίτημα υποβλήθηκε αμέσως μόλις ενημερώθηκε η συνήγορος του Αιτητή και σε αρχικό στάδιο της ακρόασης.

 

Η Ένσταση

Ο Ενάγων (στο εξής Καθ' ου η Αίτηση) καταχώρησε ένσταση, προτάσσοντας 10 λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως ακολούθως:

«1. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη

2. Η αίτηση είναι κακόπιστη και/ή καταχρηστική

3. Η αίτηση είναι αδικαιολόγητη

4. Οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται στις αιτούμενες θεραπείες.

5. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που έχουν τεθεί από τη νομοθεσία ή/και νομολογία για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

6. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την παραχώρηση της αιτούμενης άδειας από το Δικαστήριο.

7. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις επηρεάζουν δυσμενώς τον Καθ’ ου η αίτηση κατά τρόπο που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα.

8. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα έπρεπε να ήταν γνωστές και/ή ήταν γνωστές και έπρεπε να είχαν επιδιωχθεί σε πολύ προγενέστερο στάδιο.

9. Βάσει της νομολογίας δεν επιτρέπεται η αιτούμενη τροποποίηση.

10. Η αίτηση και/ή διαδικασία που ακολουθείται είναι λανθασμένη

 

Η Ένσταση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στις Δ.9, Δ.19. Δ.20, Δ.21, Δ.23, Δ.25 θ1-9, Δ.39 θ.1-21, Δ.48 θ.1-13, Δ.57 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρα 1-73, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρο 1-102, στον περί Επαρχιακών Οργανισμών Αυτοδιοίκησης Νόμο, στον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο Κεφ.96, στην Νομολογία, στις συμφυείς και γενικές εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου.

 

Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Καθ’ ου η Αίτηση ο οποίος αναφέρει μεταξύ άλλων, ότι δεν συμφωνεί με το περιεχόμενο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει. Ως τον ενημερώνουν οι συνήγοροι του, η αγωγή καλώς συνεχίζει εναντίον του Αιτητή εφόσον αρμόδια αρχή κατά τον επίδικο χρόνο ήταν η Επαρχιακή Διοίκηση η οποία και φέρει την ευθύνη καθότι η βάση της αγωγής του αφορά σε αστικά αδικήματα τα οποία είχαν διαπραχθεί και δεν αφορούν θέματα που μεταφέρονται σε άλλο πρόσωπο ή οργανισμό.  Προβάλλει επίσης την θέση ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν είναι αναγκαία για να ισχυριστεί ο Αιτητής ότι δεν φέρει ευθύνη και θα έπρεπε να προωθήσει αίτημα για περαιτέρω υπεράσπιση αντί αίτημα για τροποποίηση.

 

Είναι επιπρόσθετα θέση του Καθ’ ου η Αίτηση ότι θα υποστεί τεράστια ζημιά η οποία δεν ικανοποιείται με καταβολή εξόδων γιατί πρόκειται για υπόθεση του 2021 η οποία εμπίπτει στους περί Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων διαδικαστικούς κανονισμούς και τα όσα ζητήματα αφορά η αιτούμενη τροποποίηση έπρεπε να ήταν εις γνώση του Αιτητή και των αρμόδιων τμημάτων τουλάχιστον εδώ και 2 χρόνια παρόλο που νομοθεσία τέθηκε σε εφαρμογή πριν 4 χρόνια.

 

Ακρόαση - Αγορεύσεις

Η υπό εξέταση αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση χωρίς οποιαδήποτε πλευρά να ζητήσει να αντεξετάσει την άλλη. Τα μέρη καταθέσαν στο Δικαστήριο γραπτώς τις θέσεις τους τις οποίες υιοθέτησαν. Αναφέρω ευθύς εξ’ αρχής ότι το περιεχόμενο τους έχει εξεταστεί από το Δικαστήριο και είναι υπόψιν μου έστω και αν δεν γίνεται ρητή αναφορά στο κείμενο της παρούσας απόφασης.

 

Νομική Πτυχή

 

Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation (1989)1(E) Α.Α.Δ. 33, το Ανώτατο Δικαστήριο προέβη σε σύνοψη των αρχών που διέπουν τα αιτήματα για τροποποίηση των δικογράφων ως ακολούθως:

«(1)   Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.

(2)   Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30. 2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.

(3) Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.

(4)   Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave ν. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη

Στην υπόθεση Alexandra Rent a Car Ltd ν. Νεάρχου (1992) 1 Α.Α.Δ. 111 τονίστηκαν τα πιο κάτω:

«Διευκρινίζουμε όμως πως δεν ενθαρρύνουμε συνεχείς τροποποιήσεις των δικογράφων, αν αυτές δεν είναι απαραίτητες σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.25 Κ.1, που προβλέπουν πως η τροποποίηση επιτρέπεται με σκοπό τον προσδιορισμό των πραγματικών επίδικων ζητημάτων μεταξύ των διαδίκων. Αναμένεται επιμέλεια στη σύνταξη των δικογράφων, έτσι που να τα χαρακτηρίζει η περιεκτικότητα, ακρίβεια και διαύγεια

 

Νομική βάση για την αιτούμενη τροποποίηση αποτελεί η Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία όπως έχει τροποποιηθεί, προνοεί τα ακόλουθα:

 

«1. (1) Μετά την καταχώρηση αλλά πριν την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, ο ενάγων δύναται οποτεδήποτε χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη:

Νοείται ότι σε περίπτωση περισσότερων εναγομένων, επίδοση κλητηρίου εντάλματος εννοείται σε οποιοδήποτε εξ αυτών.

 

(2) Μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση του χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη:

 

……..

 

(3) Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.»

 

Στην παρούσα περίπτωση η αγωγή καταχωρίστηκε μετά τις 1.1.2016, και η υπό εξέταση αίτηση καταχωρίστηκε μετά την έκδοση της κλήσης για οδηγίες δυνάμει των προνοιών της Δ.30  συνεπώς εφαρμόζεται η Δ.25 θ.1.(3) η οποία διέπει το θέμα της τροποποίησης μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες.

Ως προς τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να προσεγγίζονται αιτήσεις τροποποίησης στην βάση της Δ.25 μετά την τροποποίηση της παραπέμπω στην υπόθεση MONOKO (ΚΟΣΤΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΕΙΣ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ) ΛΤΔ V C & S AMART MOVE DEVELOPERS LTD, Πολ. Έφ. Ε99/2022, ημερομηνίας 3.10.25, απόφαση Εφετείου σε μονομελή σύνθεση, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Η νέα διαταγή 25 δεν αναφέρεται ειδικά, στην ερμηνεία της φράσης  «καλόπιστο λάθος». Κατά την κρίση μου, το καλόπιστο λάθος δεν επεκτείνεται στην παράλειψη προσθήκης κάποιων ισχυρισμών, αλλά περιορίζεται στην τυπικά λανθασμένη σύνταξη του δικογράφου, σε παραλείψεις και σε μικρές ασάφειες ή σε απλά τυπογραφικά λάθη. Με αυτή την έννοια δεν συνιστά καλόπιστο λάθος, η παράλειψη προσθήκης νέων ισχυρισμών, ειδικά αν αυτοί ήταν γνωστοί από πριν στον αιτητή. Σχετική είναι η ενδιάμεση απόφαση της Λ. Δημητριάδου Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) στην αγωγή 813/2017 Οδυσσέως ν. Σ.Κ.Τ., ημερ. 30/12/2019, στην οποία αναφέρθηκε μεταξύ άλλων ότι η παράλειψη καταγραφής γεγονότων που θεμελιώνουν τη βάση της αγωγής, δεν μπορούν να υπαχθούν στην έννοια του εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους.

 

Στην ίδια υπόθεση Οδυσσέως (ανωτέρω), διατυπώνεται η άποψη ότι οι νέες Δ.25 και Δ.30, αναμφίβολα επιβάλλουν πολύ μεγαλύτερη προσοχή και επιμέλεια στους συνηγόρους κατά το στάδιο σύνταξης των δικογράφων, αφού τα περιθώρια άσκησης διακριτικής ευχέρειας σε αιτήματα τροποποίησης από πλευράς Δικαστηρίου, είναι πλέον ιδιαίτερα περιορισμένα. Εν ολίγοις, η νέα προσέγγιση πραγμάτων, απαιτεί από όλους τους διαδίκους και τους συνηγόρους τους, να μεριμνούν δεόντως για την συμπερίληψη όλων των αναγκαίων ισχυρισμών στα δικόγραφά τους, ούτως ώστε να αποφεύγεται η τροποποίηση δικογράφων, σε προχωρημένο στάδιο της δίκης.»

 

Το ζήτημα του κατά πόσον θα επιτραπεί ή όχι τροποποίηση επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλ. Nandro Safety Rolex Door Ltd ν. L & Μ Rolex Ltd Πολ. Εφ. Ε91/22 ημερομηνίας 28.5.2025, Φοινιώτης (ανωτέρω)) και η εξουσία του Δικαστηρίου είναι ευρεία εφόσον το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο και σε οποιαδήποτε διαδικασία να προβεί σε τροποποιήσεις εφόσον εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης (βλ. E.GFalekkos Ltd vReana Manufacturers Ltd (1999) 1 Α.Α.Δ. 443, Andrenal Shipping Company Ltd κ.α. ν. Compania Naviera Iris S.A. (2016) 1 ΑΑΔ 1859).

 

Εφαρμογή – Συμπεράσματα

Αρχικά θα πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά 2.4.2026 ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη η αγωγή για συνέχιση της ακρόασης, η συνήγορος του Αιτητή έθεσε ζήτημα ότι ο Αιτητής δεν είναι ο ορθός διάδικος στην διαδικασία και ότι η αγωγή θα έπρεπε να στρέφεται εναντίον του Επαρχιακού Οργανισμού Αυτοδιοίκησης Λάρνακας. Η συνήγορος του Καθ’ ου η Αίτηση δεν εξέφρασε οποιαδήποτε πρόθεση για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής ή για προσθήκη διαδίκου. Αντίθετα, η θέση της ήταν ότι δεν πρόκειται να προβεί σε οποιοδήποτε διάβημα καθότι κατά τον επίδικο χρόνο αρμόδια αρχή ήταν ο Έπαρχος Λάρνακας και είναι αχρείαστη οποιαδήποτε τροποποίηση. 

 

Στην υποβολή του προφορικού αιτήματος, για σκοπούς παραχώρηση άδειας για καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, η συνήγορος του Αιτητή είχε ζητήσει να καταχωρήσει αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης ούτως ώστε να προστεθεί στην υπεράσπιση η πρόνοια της σχετικής Νομοθεσίας περί αρμοδιότητας και ότι δεν πρέπει να είναι διάδικος ο Αιτητής.

Η συνήγορος του Αιτητή όμως με βάση το λεκτικό της υποπαραγράφου που επιδιώκει να προσθέσει, θέτει τους πιο πάνω ισχυρισμούς όμως υπό μορφή προδικαστικής ένστασης ενώ η ακροαματική διαδικασία έχει ήδη ξεκινήσει. Επομένως δεν είναι δυνατόν να τύχουν εξέτασης έξω από το πλαίσιο της δίκης.

 

Τούτο όμως από μόνο του δεν αποτελεί εμπόδιο να επιτραπεί η τροποποίηση καθότι, η δυνατότητα να εξεταστεί ένας ισχυρισμός που προβάλλεται στην υπεράσπιση προδικαστικά, δεν εξαρτάται από το πώς προβάλλεται ή διατυπώνεται στο δικόγραφο. Εκείνο το οποίο έχει σημασία, είναι η φύση του ισχυρισμού και αν εμπίπτει στις πρόνοιες της Δ.27 από την οποία διέπεται το θέμα προδικαστικής εκδίκασης νομικών σημείων και στην οποία προνοείται ότι «.only pure points of law should be dealt with under the provisions of Order 27, rule 1 whilst cases of mixed law and fact or fact alone should be tried under Order 33.». Ακόμη όμως και να διαφανεί ότι το θέμα που εγείρεται δεν είναι τέτοιο που να μπορεί να εκδικαστεί προδικαστικά, δεν σημαίνει ότι ο ισχυρισμός στο δικόγραφο παύει να υφίσταται. Αντίθετα, επιβάλλεται όπως αφεθεί να αποφασιστεί στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας και κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας και διατύπωσης των ευρημάτων του Δικαστηρίου (βλ. MALACHTOU ν. ARMEFTI AND ANOTHER (1984) 1 CLR 548, Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα (1991) 1 Α.Α.Δ. 225).

 

Το επόμενο ζήτημα το οποίο πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο το ζήτημα που προκύπτει αφορά σε καλόπιστο λάθος ή αν πρόκειται για νέο δεδομένο το οποίο δεν υπήρχε κατά την καταχώρηση της δικογραφίας (βλ. Δ.25 θ.1). Για προφανής λόγους κρίνω ότι δεν πρόκειται για περίπτωση που αφορά σε καλόπιστο λάθος. Άλλωστε ούτε η πλευρά του Αιτητή προβάλλει τέτοια θέση. Η αγωγή έχει καταχωρηθεί στις 17.6.2021 και η υπεράσπιση του Αιτητή έχει καταχωρηθεί στις 17.11.2022. Σημασία λοιπόν έχει να εξεταστεί πότε τέθηκε σε ισχύ ο περί Επαρχιακών Οργανισμών Αυτοδιοίκησης Νόμος 37(Ι)/22.

 

Ο Νόμος  δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα αρ. τεύχους 4882 του Κράτους στις 30.3.2022. Σύμφωνα με το άρθρο 103 του πιο πάνω Νόμου, τίθεται σε ισχύ με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ. 96.571, ημερομηνίας 26.6.2024 και τέθηκε σε πλήρη εφαρμογή την 1.7.2024 με εξαίρεση τις διατάξεις του άρθρου 102 του Νόμου που αφορούσαν σε σύσταση Προσωρινών Συντονιστικών Συμβουλίων που τέθηκε σε εφαρμογή από τις 30.3.2022.

 

Επομένως, όταν καταχωρούσε υπεράσπιση ο Αιτητής ήταν σε γνώση του ότι δημοσιεύθηκε ο πιο πάνω Νόμος. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι η κλήση οδηγιών σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καταχωρήθηκε από πλευράς Αιτητή στις 10.2.2023, ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων καταχωρήθηκε στις 17.1.2024 και η καταχώρηση ονομαστικού καταλόγου μαρτύρων και σύνοψη μαρτυρίας από πλευράς του επήλθε στις 21.2.2025.

 

Επομένως, όταν καταχωρούσε κλήση οδηγιών γνώριζε ο Αιτητής ότι είχε δημοσιευθεί ο Νόμος και δεν υπόβαλε οποιοδήποτε αίτημα. Είχε δε κάθε ευκαιρία να το πράξει νωρίτερα εφόσον ο Νόμος τέθηκε σε εφαρμογή ένα και πλέον έτος προτού καταχωρήσει κατάλογο μαρτύρων και σύνοψη μαρτυρίας. Από την ημερομηνία δε που καταχώρησε κατάλογο μαρτύρων και σύνοψη μαρτυρίας η υπόθεση ορίστηκε πρώτη φορά για ακρόαση στις 11.12.2025 και ξανά στις 19.3.2026 οπότε και τέθηκε το θέμα πρώτη φορά.

 

Κατά συνέπεια, μπορεί μεν να μην είχε τεθεί σε πλήρη εφαρμογή ο Νόμος όταν καταχωρούσε υπεράσπιση ο Αιτητής, πλην όμως είχε γνώση του περιεχομένου του καθώς και κάθε ευκαιρία σε διάφορες περιπτώσεις, όπως διαφάνηκε πιο πάνω, να αποταθεί στο Δικαστήριο και να υποβάλει το αίτημα του πολύ νωρίτερα και προτού αρχίσει η ακροαματική διαδικασία. Σημειώνω δε ότι, δεν διέλαθε της προσοχής μου η αναφορά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση ότι, στάλθηκαν τα έγγραφα που είχε σκοπό να καταθέσει ο μάρτυρας από την συνήγορο του Αιτητή στο αρμόδιο τμήμα «για σκοπούς προετοιμασίας της αντεξέτασης του μάρτυρα και ελέγχου των εγγράφων/ σχεδίων» στις 31.3.2026 ενώ η ακροαματική διαδικασία άρχισε στις 19.3.2026. Τούτο δεν μπορεί κατά την κρίση μου να αποτελέσει επαρκή δικαιολογία προς έγκριση του αιτήματος τροποποίησης.

 

Λαμβάνοντας υπόψιν όλα τα πιο πάνω, είμαι της γνώμης ότι η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις όπου η τροποποίηση στο στάδιο αυτή είναι επιτρεπτή δυνάμει της Δ.25 θ.3 ανωτέρω. Πέραν τούτου, ο Αιτητής κατά την κρίση μου, επέδειξε τέτοια αδράνεια που δεν δικαιολογείται στο στάδιο που βρίσκεται η διαδικασία και με την καθυστέρηση που ήδη έχει προκληθεί στη διαδικασία, να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.

 

Θα απέρριπτα όμως την αίτηση και για τους πιο κάτω λόγους τους οποίους θα εξηγήσω.

 

Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 30(2) του Κεφ. 96 (ανωτέρω):

« (2) Αιτήσεις για τις οποίες κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών (Τροποποιητικού) Νόμου του 2024 δεν ολοκληρώθηκε η διαδικασία εξέτασης ή/και έκδοσης άδειας ή πιστοποιητικού, μετά την έναρξη της ισχύος αυτού, διεκπεραιώνονται από την οικεία αρμόδια αρχή, όπως καθορίζεται στο άρθρο 3.»

Στην υπό εξέταση περίσταση αποτελεί κοινό έδαφος ότι το πιστοποιητικό τελικής έγκρισης που αφορά στην κατοικία αρ. 4, είχε εκδοθεί πριν από την καταχώρηση της πιο πάνω αγωγής.

Σύμφωνα περαιτέρω με το εδάφιο (3) του ίδιου άρθρου:

«(3) Οποιαδήποτε αρχεία ή/και μητρώα αφορούν διαδικασία αδειοδότησης και τα οποία βρίσκονται στην κατοχή αρμόδιας αρχής που υφίστατο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ρυθμίσεων Οδών και Οικοδομών (Τροποποιητικού) Νόμου του 2024, με την έναρξη ισχύος του εν λόγω Νόμου μεταφέρονται στην κατοχή της οικείας αρμόδιας αρχής, όπως καθορίζεται στο άρθρο 3, ως ακολούθως:

(α) Τα αρχεία ή/και μητρώα που αφορούν αιτήσεις για τις οποίες, κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του εν λόγω Νόμου, δεν ολοκληρώθηκε η εξέταση ή/και η διαδικασία έκδοσης άδειας ή πιστοποιητικού μεταφέρονται στην κατοχή της οικείας αρμόδιας αρχής το αργότερο μέχρι την 1η Ιουλίου 2024·

(β) τα υπόλοιπα αρχεία ή/και μητρώα μεταφέρονται στην κατοχή της αρμόδιας αρχής το αργότερο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2024·

(γ) η αρμόδια αρχή που υφίστατο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του εν λόγω Νόμου οφείλει να συνεργάζεται και να παρέχει άμεση υποστήριξη στην οικεία αρμόδια αρχή, ως αυτή ορίζεται στο άρθρο 3, και, εάν απαιτηθεί οποιοδήποτε αρχείο ή/και μητρώο πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2024, αυτό προσκομίζεται αμέσως στην οικεία αρμόδια αρχή.»

Εάν υπήρχε εκκρεμότητα αναφορικά με το επίδικο πιστοποιητικό τελικής έγκρισης θα έπρεπε το σχετικό αρχείο να έρθει στην κατοχή της οικείας αρμόδια αρχής μέχρι την 1.7.2024 (που τέθηκε σε πλήρη εφαρμογή ο Νόμος). Οποιοδήποτε δε ζήτημα αφορούσε σε αρχείο ή μητρώο θα έπρεπε να είχε επιλυθεί μέσω συνεργασίας των αρμόδιων τμημάτων μέχρι την 31η Δεκεμβρίου. Ενδεχομένως, στα πλαίσια της παρούσας, να γινόταν αντιληπτό ότι ο φάκελος είχε μεταφερθεί στον Επαρχιακό Οργανισμό Αυτοδιοίκησης Λάρνακας, εάν επιδείκνυε ο Αιτητής την ανάλογη επιμέλεια νωρίτερα και όχι αφότου ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία.

Στο δε εδάφιο (4) του ίδιου άρθρου προνοείται ότι:

«(4) Οποιαδήποτε δικαστική ή άλλη διαδικασία ή/και αγωγή εκκρεμούσα ή/και δημιουργηθείσα ή/και αφορώσα σε ζήτημα το οποίο ηγέρθη πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών (Τροποποιητικού) Νόμου του 2024 συνεχίζεται ή/και ασκείται από την οικεία αρμόδια αρχή, ανάλογα με την περίπτωση, ως κατά νόμο διάδοχη αρχή, όπως καθορίζεται στο άρθρο 3.»

(Οι υπογραμμίσεις είναι του παρόντος Δικαστηρίου)

Το ίδιο το άρθρο 30(4), πιο πάνω, προνοεί ρητά για συνέχιση της διαδικασίας καθιστώντας έτσι την τροποποίηση αχρείαστη κατά την κρίση μου. Η κατάληξη μου αυτή κρίνω ότι ενισχύεται και από τις διατάξεις του εδαφίου (5) του ίδιου άρθρου από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι στην περίπτωση που προκύψει οποιαδήποτε υποχρέωση από εκκρεμούσε δικαστική διαδικασία, όπως θα ήταν δηλαδή εδώ η έκδοση απόφασης εναντίον του Αιτητή, λογίζεται πλέον υποχρέωση της διάδοχης αρχής και εκτελείται εναντίον της και δεν υφίσταται ανάγκη κατά την κρίση μου για τροποποίηση.

Παραθέτω το σχετικό εδάφιο.

«(5) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3), οποιαδήποτε υποχρέωση προκύπτει σε σχέση με εκκρεμούσα δικαστική ή άλλη συναφή διαδικασία, κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών (Τροποποιητικού) Νόμου του 2024 και εφεξής, λογίζεται ως υποχρέωση της οικείας αρμόδιας αρχής, ως κατά νόμο διάδοχης αρχής, όπως καθορίζεται στο άρθρο 3, και οποιαδήποτε προβλεπόμενη θεραπεία εκτελείται εναντίον αυτής

(Οι υπογραμμίσεις είναι του παρόντος Δικαστηρίου)

 

Επιπρόσθετα, στην υφιστάμενη υπεράσπιση του Αιτητή, αναφέρεται στην παράγραφο 1 ότι «ο Ενάγοντας…δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα και/ή δικαίωμα θεραπείας εναντίον του..». Επίσης, από το περιεχόμενο των παραγράφων 3 – 7, όπου παραθέτει τα κατά τον ίδιο πραγματικά γεγονότα, προκύπτει να είναι θέση του Αιτητή ότι εφάρμοσε τις διαδικασίες και έλαβε υπόψιν τις απόψεις των αρμόδιων τμημάτων και στο «πλαίσιο εξέτασης της αίτησης για παραχώρηση πιστοποιητικού έγκρισης με αρ. 00597 ημερομηνία 19.10.2016 λήφθηκαν υπόψη οι θετικές απόψεις του Πρώτου Ιατρικού Λειτουργού Λάρνακας...σύμφωνα με τις οποίες…δεν υπάρχει ένσταση για την έκδοση του…».  Στην δεν συνεπάγεται απαραίτητα ότι δεν είχε ταυτόχρονα και το δικαίωμα έγερσης αγωγής εναντίον του Αιτητή, πλην όμως δεν προσφέρεται η εις βάθος εξέταση ισχυρισμών στο παρόν στάδιο.

 

Εν όψει των πιο πάνω, το κατά πόσον ο Ενάγων είχε ή όχι δικαίωμα να εγείρει την αγωγή εναντίον του Αιτητή  ή όχι είναι ζήτημα μαρτυρίας παρά δικογραφίας. Κατά συνέπεια, το να επιτραπεί τώρα στον Αιτητή να προσθέσει στην υπεράσπιση ισχυρισμό που στην ουσία καλύπτεται ήδη από το δικόγραφο του απλά για να πει συγκεκριμένα ότι δεν προκύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του σε σχέση με το επίδικο πιστοποιητικό τελικής έγκρισης θα ήταν εκ του περισσού και μη αναγκαίο.

 

 

 

 

 

Κατάληξη

 

Εν όψει όλων των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται. Tα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα – Καθ’ ου η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή – Εναγόμενου 3 ως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας.

 

 

 

                                                                 (Υπ.)  .....................................

                                                                               Λ. Χαβιαράς,Ε.Δ.

Πιστόν Αντίγραφον

 

Πρωτοκολλητής

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο