ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Χαβιαρά Ε.Δ.
Αρ. Αιτ.: 17/26(i)
Μεταξύ:
Ν. Δ.
Ενάγουσας / Αιτήτριας
-και-
Φ. Β. Δ.
Εναγόμενου / Καθ’ ου η Αίτηση
Ημερομηνία: 25.6.2026
Εμφανίσεις:
Για Ενάγουσα / Αιτήτρια: κ. Κουλίας για ΚΟΥΛΙΑΣ, ΣΚΟΡΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενο / Καθ’ ου η Αίτηση: κα. Ασημάκη
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Εισαγωγικά
Η Ενάγουσα καταχώρησε στις 9.1.2026 απαίτηση εναντίον του Εναγόμενου με την οποία ζητεί «γενικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για επίθεση και/ή ψυχική οδύνη και/ή πόνο και/ή ταλαιπωρία την οποία έχει υποστεί και/ή παράβαση των δικαιωμάτων της που απορρέουν από το άρθρο 15 του Συντάγματος συνεπεία της συστηματικής επίθεσης και παρενόχλησης».
Επίσης αιτείται και διάταγμα με το οποίο «να απαγορεύεται στον Εναγόμενο από το να παρακολουθεί, παρενοχλεί, ακολουθεί, τηλεφωνεί, επικοινωνεί, πλησιάζει την ίδια και/ή την οικία και/ή τον εκάστοτε τόπο διαμονής της και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο επεμβαίνει στο άτομο της Ενάγουσας εκτός από όσο είναι αναγκαίο για σκοπούς επικοινωνίας για το τέκνο τους με την Ενάγουσα».
Επιπλέον, αιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάζεται η απομάκρυνση του Εναγόμενου από την οικία τους.
Στις 12.1.2026 η Ενάγουσα (στο εξής «η Αιτήτρια») καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση (μονομερώς) με την οποία αιτήθηκε την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων:
«Α. Προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στον Καθ’ ου η Αίτηση είτε προσωπικά είτε μέσω τρίτων ή άλλως πως, από του να προβαίνει σε οποιαδήποτε από τις πιο κάτω πράξεις, δηλαδή από του να απειλεί, ακολουθεί, παρακολουθεί ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο παρενοχλεί (molesting) και/ή επεμβαίνει (interfere) στο άτομο της Ενάγουσας/Αιτήτριας είτε προφορικά είτε τηλεφωνικώς σε οποιοδήποτε τηλέφωνο της είτε άλλως πως, με εξαίρεση τη γραπτή επικοινωνία με το Δικηγόρο της, είτε με το να αφήνει προφορικά και/ή γραπτά μηνύματα στο φωνοκιβώτιο του κινητού της τηλεφώνου είτε με το να την επισκέπτεται σε οποιοδήποτε χώρο είτε ιδιωτικό είτε δημόσιο ή με το να την ακολουθεί με το αυτοκίνητο του και/ή είτε με τα πόδια είτε άλλως πως σε οποιοδήποτε χώρο είτε ιδιωτικό είτε δημόσιο, εκτός όταν αφορά αποκλειστικά και μόνο επικοινωνία για σκοπούς ενημέρωσης για το παιδί του ή/και συνάντησης μαζί του.
Β. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου, με το οποίο να διατάσσεται η παραχώρηση στην Αιτήτρια η αποκλειστική χρήση οικίας που βρίσκεται στην οδό Αγίου Σάββα 56Β, Λειβάδια, Λάρνακα και η οποία χρησιμοποιείται ως κύρια διαμονή των διαδίκων.
Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η απομάκρυνση του Καθ’ ου η Αίτηση από την οικία που βρίσκεται στην οδό Αγίου Σάββα 56Β, Λειβάδια, Λάρνακα και η οποία χρησιμοποιείται ως κύρια διαμονή των διαδίκων.
Γ. Περαιτέρω ή/και άλλη θεραπεία που το Δικαστήριο θα κρίνει πρέπον για την αποτελεσματική εφαρμογή του αιτητικού Α και/ή Β και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία
Δ. Έξοδα πλέον έξοδα επίδοσης».
Το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της αίτησης αυθημερόν έδωσε οδηγίες όπως αυτή επιδοθεί στον Εναγόμενο (στο εξής «Καθ’ ου η Αίτηση).
Ο Καθ’ ου η Αίτηση καταχώρησε ένσταση στις 19.3.2026.
Η Αιτήτρια καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στις 26.3.2026.
Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και ουδείς εκ των μερών ζήτησε να αντεξετάσει. Οι συνήγοροι παράδωσαν γραπτώς τις θέσεις τους στο Δικαστήριο υιοθετώντας το περιεχόμενο τους.
Αναφέρω ευθύς εξ’ αρχής ότι το περιεχόμενο τους έχει εξεταστεί από το Δικαστήριο και είναι υπόψιν μου έστω και αν δεν γίνεται ρητή αναφορά στο κείμενο της παρούσας απόφασης.
Η Αίτηση
Η Αίτηση ως αναφέρεται στη νομική βάση αυτής στηρίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 5, 6, 7 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρα 31 και 32, στον περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμο του 2000, στο άρθρο 26 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ.148, στο άρθρο 15 του Συντάγματος και στην γενική πρακτική και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου.
Προς υποστήριξη της, η υπό κρίση αίτηση, συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Αιτήτριας στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι, με τον Καθ’ ου η Αίτηση είναι πρώην σύζυγοι καθότι επήλθε λύση του γάμου τους κατόπιν απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου στις 13.3.2024 (Τεκμήριο 1). Από τον γάμο τους, απέκτησαν δυο παιδιά εκ των οποίων σήμερα το ένα είναι ανήλικο. Αναφορικά με την οικία στην οδό [ ] στα Λειβάδια, η Αιτήτρια αναφέρει ότι με τον Καθ’ ου η Αίτηση είναι εξ ημισείας δικαιούχοι δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου και δεν έχει ακόμη εκδοθεί τίτλος ιδιοκτησίας. Η εν λόγω οικία αποκτήθηκε με δάνειο το οποίο εδώ και 20 χρόνια αποπληρώνει μόνη της ως ισχυρίζεται και ξεκίνησαν να διαμένουν εκεί από το έτος 2005. Στην οικία μένει μαζί τους και το ανήλικο τέκνο τους.
Τα τελευταία 10 χρόνια άρχισαν να έχουν προβλήματα με τον Καθ’ ου η Αίτηση τα οποία συνεχίζονται μέχρι και σήμερα με τον τελευταίο να προβαίνει εναντίον της σε φραστικές ή και σωματικές επιθέσεις σχεδόν καθημερινά. Τα τελευταία δυο χρόνια τα περιστατικά ψυχικής ή σωματικής βίας και βίας από τον Καθ’ ου η Αίτηση έγιναν σχεδόν καθημερινό φαινόμενο. Η Αιτήτρια αναφέρει επίσης ότι έχει υποβάλει πολλά παράπονα στην Αστυνομία με την ελπίδα ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση θα σταματούσε όμως δεν υπήρξε αποτέλεσμα. Εκκρεμούν εναντίον του σήμερα οι ποινικές υποθέσεις [ ]/24 και [ ]/25 του Ε.Δ. Λάρνακας και αναμένεται ότι θα προωθηθούν και άλλες (Τεκμήριο 2). Λόγω των πιο πάνω περιστατικών το ανήλικο τέκνο τους παρακολουθείται από ψυχολόγο και ψυχίατρο.
Η Αιτήτρια προχωρεί να αναφέρει ότι εργάζεται ως αισθητικός και μασέρ με την εργασία της να διεξάγεται στον χώρο της οικίας και από την οποία εργασία λαμβάνει μηνιαίως το ποσό των €1.100. Ο Καθ’ ου η Αίτηση είναι συνταξιούχος και λαμβάνει το μήνα €800. Επίσης κάνει και διάφορα κουτσοδούλια αλλά δεν γνωρίζει η Αιτήτρια τι ποσό του αποφέρουν. Λόγω της τραγικής κατάστασης τόσο η ίδια όσο και το ανήλικο τέκνο ενημέρωσαν τον Καθ’ ου η Αίτηση ότι δεν επιθυμούν άλλο την παραμονή του στην οικία και του ζήτησαν να μεταβεί στην πατρική του κατοικία. Παρά του ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση ανάφερε πολλές φορές ότι θα το έπραττε, εξακολουθεί να παραμένει εκεί και να επιτίθεται φραστικά και σωματικά στην Αιτήτρια αναφέροντας της ότι κανείς δεν μπορεί να τον διώξει από την οικία επειδή αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Ένεκα της φύσης της εργασίας της και των εισοδημάτων της δεν είναι σε θέση να εξεύρει άλλο χώρο ενώ ο Καθ’ ου η Αίτηση έχει την επιλογή να μεταβεί στην πατρική του κατοικία.
Σύμφωνα πάντα με την Αιτήτρια, ο Καθ’ ου η Αίτηση στις 17.2.2024 επιτέθηκε στην Αιτήτρια χαστουκίζοντας, περιστατικό το οποίο αφορά στην υπόθεση 12487/24 ανωτέρω. Στις 7.2.2025 ο Καθ’ ου η Αίτηση την άρπαξε από τον λαιμό προσπαθώντας να την πνίξει. Πρόκειται για το περιστατικό που αφορά στην υπόθεση 2523/25 ανωτέρω. Στις 23.11.2025 ο Καθ’ ου η Αίτηση προκάλεσε ζημιά στο κλειστό κύκλωμα ασφάλειας της οικίας ούτως ώστε να μπορέσει να βγει έξω χωρίς να γίνει αντιληπτός σε χρόνο που η ίδια επιχειρούσε να φύγει με το αυτοκίνητο και έριξε πέτρα στο παράθυρο του αυτοκινήτου της ενώ η ίδια βρισκόταν εντός του αυτοκινήτου. Έχει γίνει καταγγελία για το περιστατικό αυτό στην αστυνομία και παραδόθηκε υλικό το οποίο είχε καταγραφεί από το κύκλωμα ασφάλειας για όσο χρόνο κατέγραψε. Η κατάσταση στην οικία είναι γνωστή στο Γραφείο Ευημερίας το οποίο όταν προσπάθησε να εμπλακεί ο Καθ’ ου η Αίτηση δεν επέτρεψε στην λειτουργό να εισέλθει στην οικία. Ο Καθ’ ου η Αίτηση επίσης είναι ιδιοκτήτης όπλων, κάποια εκ των οποίων κατασχέθηκαν από την Αστυνομία ενώ άλλα δεν έχουν εντοπιστεί.
Αποτελεί επιπρόσθετο ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι δεν αντέχει άλλο τον ψυχολογικό πόλεμο στον οποίο την υποβάλλει ο Καθ’ ου η Αίτηση και στο καθεστώς τρομοκρατίας με θύματα τόσο την ίδια όσο και το παιδί της. Η ψυχική και σωματική βία που της ασκεί ο Καθ’ ου η Αίτηση την έφθασε σε τερματικό σημείο. Επίσης ο Καθ’ ου η Αίτηση επίτηδες αφήνει σε περίοπτες θέσεις στην οικία απειλητικά για την ίδια μηνύματα. Φοβάται ότι θα της κάνει πραγματικά κακό και προκαλείται αναστάτωση και στο τέκνο τους.
Καταλήγει δε να αναφέρει ότι δεν μπόρεσε να αποταθεί νωρίτερα στο Δικαστήριο γιατί δεν γνώριζε ότι μπορούσε να το πράξει μέσω δικηγόρου αλλά και να το γνώριζε δεν είχε τα εισοδήματα να το πράξει. Ήλπιζε ότι θα την βοηθούσαν η Αστυνομία και το Γραφείο Ευημερίας πράγμα που δεν έγινε με αποτέλεσμα να κινδυνεύει καθημερινά να της επιτεθεί ή ακόμα και να την τραυματίσει εφόσον την έχει απειλήσει πολλές φορές.
Η Ένσταση
Με την ένσταση του ο Καθ’ ου η Αίτηση προτάσσει 22 λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η υπό συζήτηση αίτηση δεν έχει προοπτική επιτυχίας και θα πρέπει να απορριφθεί. Τους μεταφέρω αυτούσιους αμέσως πιο κάτω:
«1. Η αίτηση είναι νόμο και ουσία αβάσιμη.
2. Δεν πληρούνται και/ή δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει ο Νόμος και η Νομολογία για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
3. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει ο Νόμος για την έκδοση του προσωρινού Διατάγματος ημερομηνίας 12/01/2026.
4. Η Αιτήτρια δεν απέδειξε το κατ’ επείγον της έκδοσης του προσωρινού Διατάγματος ημερομηνίας 12/01/2026.
5. Δεν προκύπτει αγώγιμο δικαίωμα και δεν έχει καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση.
6. Δεν υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής.
7. Τα γεγονότα τα οποία παρατίθενται είναι αμφισβητούμενα και/ή παραπλανητικά.
8. Η Αίτηση και η ένορκη δήλωση, που την συνοδεύει είναι γενική και αόριστη χωρίς να παρουσιάζει τα γεγονότα στην ολότητά τους.
9. Η Αιτήτρια δεν απέδειξε ότι υπάρχει πιθανότητα πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης σε περίπτωση μη έκδοσης των Αιτούμενων Προσωρινών Διαταγμάτων.
10. Σε περίπτωση έκδοσης των Προσωρινών Διαταγμάτων, ο Καθ’ ου η Αίτηση θα υποστεί μεγάλη και ανεπανόρθωτη ζημιά από την οποία είναι βέβαιο ότι θα βρεθεί σε δυσμενή θέση δηλαδή θα του στερηθεί ο χώρος διαμονής του, η κατοικία του.
11. Δεν τίθεται ζήτημα αδυναμίας απόδοσης Δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο κατά την ακρόαση της Αγωγής σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα Αιτούμενα Διατάγματα.
12. Η Αίτηση δεν στηρίζεται από μαρτυρία η οποία είναι ικανή να οδηγήσει το Δικαστήριο προς την έκδοση των Προσωρινών Διαταγμάτων.
13. Η Αιτήτρια αποκρύπτει και/ή παραποιεί γεγονότα και/ή προβαίνει σε ψευδείς και/ή αναληθείς ισχυρισμούς με σκοπό να παραπλανήσει το Σεβαστό Δικαστήριο αφού δεν προσήλθε με καθαρά χέρια και με σκοπό να πει όλη την αλήθεια.
14. Η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
15. Η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση των Δικαστικών διαδικασιών και κατάφωρη παραβίαση των Συνταγματικών κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του Καθ’ ου η Αίτηση να αξιοποιεί με οποιοδήποτε τρόπο ο ίδιος επιθυμεί επί της ακίνητης περιουσίας του αφού τυχόν έκδοση των Αιτούμενων Διαταγμάτων θα του στερεί τα δικαιώματα του επί της κατοικίας του.
16. Υπάρχει παντελής έλλειψη του κατεπείγοντος στην έκδοση των Αιτούμενων Διαταγμάτων.
17. Η τυχόν έκδοση των Αιτούμενων Διαταγμάτων ημερομηνίας 12/01/26 θα επιφέρει τεράστια αδικία και τεράστιες ζημιές στον Καθ’ ου η Αίτηση, καθότι αυτόματα θα του στερήσει την μια και μοναδική κατοικία στην οποία είναι συνιδιοκτήτης με την Αιτήτρια.
18. Η Αιτήτρια με σκοπό να ασκήσει πίεση προς τον Καθ’ ου η Αίτηση καταχώρισε την εν λόγω Αγωγή και Αίτηση παραποιώντας και/ή παρερμηνεύοντας τα γεγονότα και/ή τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης.
19. Η παρούσα Αίτηση γίνεται από την Αιτήτρια έχοντας αλλότρια κίνητρα.
20. Η Αιτήτρια παραθέτει σωρεία διαστρεβλωμένων γεγονότων και/ή η παρούσα έχει αλλότρια κίνητρα.
21. Η τυχόν έκδοση των Αιτούμενων Διαταγμάτων θα επιφέρει τεράστιες δυσκολίες στον Καθ’ ου η Αίτηση με αποτέλεσμα να εγκυμονούν κίνδυνοι ώστε η κατάσταση που θα δημιουργηθεί, να μην είναι ανατρέψιμη.
22. Ως εκ των ανωτέρω ο Καθ’ ου η Αίτηση ζητά απόρριψη της Αίτησης με έξοδα υπέρ του και εναντίον της Αιτήτριας.»
Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Καθ’ ου η Αίτηση στην οποία αναφέρει ότι, ο γάμος του με την Αιτήτρια λύθηκε έπειτα από ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης τους. Από τον γάμο απέκτησαν δυο θυγατέρες ηλικίας 19 και 17 ετών σήμερα. Απέκτησαν την οικία με δάνειο το οποίο δεν πληρώνει αποκλειστικά εδώ και 20 χρόνια η Αιτήτρια. Τα πρώτα 5 χρόνια περίπου από την ημέρα που έλαβαν το δάνειο πλήρωνε μόνο εκείνος καθότι εργαζόταν σε μεγάλη εταιρεία ως επιστάτης ελαιοχρωματιστής μέχρι και το 2010 περίπου.
Το 2010 έπαθε έμφραγμα και στην συνέχεια έπαθε άλλα 4 πολύ σοβαρά εμφράγματα τα οποία στοίχισαν σε αυτόν τόσο σωματικά όσο και ψυχικά. Καταθέτει προς τούτο ιατρική βεβαίωση (Τεκμήριο 1). Κατά ή περί το 2012 μετά που είχε πάθει το δεύτερο έμφραγμα διαγνώστηκε με 75% αναπηρία καθώς δεν μπορούσε πλέον να εργαστεί και υπήρχε φόβος για πιθανά μελλοντικά εμφράγματα πράγμα το οποίο συνέβη. Λόγω της δυσκολίας του να εργαστεί, λαμβάνει από το 2012 επίδομα και δίνει μετρητά στην Αιτήτρια για να συμπληρώνει την δόση του δανείου. Την κατοικία τους, λόγω ιδιότητας την ανακαίνισε ο ίδιος πολλές φορές με δικά του έξοδα και κόπο.
Από τότε που απέκτησε προβλήματα υγείας, η Αιτήτρια αρχικά του συμπαραστάθηκε όμως στην πορεία άλλαξε η συμπεριφορά της. Από το 2022 η συμπεριφορά της προς εκείνον άρχισε να γίνεται επιθετική, εχθρική και βίαιη αποκαλώντας τον καθημερινά ανάπηρο, άχρηστο, ανίκανο και μίζερο. Στην πορεία του ζήτησε διαζύγιο και εκείνος για να αποφύγει περαιτέρω προστριβές αποδέχθηκε. Έκτοτε έχει θέσει σκοπό της ζωής της να τον απομακρύνει από την οικία με κάθε τρόπο και αντιλαμβάνεται ότι έχει προχωρήσει με τη ζωή της, ως είναι φυσιολογικό. Όμως χαρακτηρίζει ανεκδιήγητο το γεγονός ότι η Αιτήτρια προβαίνει σε καταγγελίες στην Αστυνομία για δήθεν σωματική και ψυχολογική βία. Ουδέποτε έχει προβεί σε τέτοιες πράξεις. Δεν αρνείται ότι υπάρχουν μεταξύ τους προστριβές και λογομαχίες τις οποίες εκείνη προκαλεί αφού πλέον έχει χαθεί ο σεβασμός προς το πρόσωπο του με την ίδια αντί με το όνομα του να τον αποκαλεί «ο ανάπηρος». Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι τις περισσότερες ώρες απουσιάζει από το σπίτι για να αποφεύγει τις προστριβές θέλοντας να προστατεύσει και την υγεία του.
Ο Καθ’ ου η Αίτηση ισχυρίζεται ακόμη ότι, η ανήλικη θυγατέρα τους αντιμετωπίζει πολλά προβλήματα με την Αιτήτρια λόγω συμπεριφοράς της τελευταίας. Ως αντίδραση δεν πήγαινε σχολείο για κάποιο διάστημα. Ο ίδιος ουδέποτε εμπόδισε το λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας να εισέλθει στην οικία. Αντίθετα μιλούσε με κάποια κυρία Αυγή από το Γραφείο Ευημερίας και διευθέτησε και ραντεβού όμως η θυγατέρα του δεν ήθελε να μιλήσει στην λειτουργό και εκείνος δεν ήθελε να την πιέσει. Ακόμη, αναφέρει ότι επιχείρησε πολλές φορές να προσεγγίσει και να μιλήσει με την Αιτήτρια για να βρεθεί λύση με την κατάσταση που η Αιτήτρια δημιούργησε αλλά μάταια. Ο μοναδικός στόχος της Αιτήτριας είναι να τον εμποδίσει από το να μένει στην οικία και οι προσπάθειες της εντάθηκαν με ανυπόστατες καταγγελίες στην Αστυνομία και με την παρούσα διαδικασία για να τον αναγκάσει να φύγει, ενώ γνωρίζει ότι έχει σοβαρά προβλήματα υγείας.
Αναφορικά με την πατρική του κατοικία, αναφέρει ότι η Αιτήτρια γνωρίζει ότι αυτή δεν του ανήκει και ότι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να ζήσει κάπου αλλού. Διερωτάται γιατί πρέπει να εγκαταλείψει την οικία του γιατί ετσιθελικά αποφάσισε η Αιτήτρια να ζει μόνη της σε αυτή ή με τον νέο της σύντροφο. Διερωτάται επίσης γιατί δεν πάει η Αιτήτρια να ζήσει στην πατρική της οικία και αντ’ αυτού ενοικιάζει την πατρική οικία της και επωμίζεται το ενοίκιο. Αν υπήρχε όντως σοβαρό πρόβλημα του και φοβάται η Αιτήτρια θα μπορούσε να πάει να μείνει στο πατρικό της. Ισχυρίζεται επιπρόσθετα ότι, σε μια προσπάθεια της Αιτήτριας να τον διώξει του ανάφερε ότι θα χρησιμοποιήσει τα παιδιά τους εναντίον του. Η μεγάλη θυγατέρα τους όμως δεν έχει οποιαδήποτε επαφή με την Αιτήτρια γιατί δεν εγκρίνει την συμπεριφορά της έναντι του Καθ’ ου η Αίτηση.
Ο Καθ’ ου η Αίτηση ισχυρίζεται ακόμη ότι, η Αιτήτρια προβαίνει συχνά σε ανυπόστατες εναντίον του καταγγελίες στην Αστυνομία και συνεχίζει να τον προκαλεί αλλά εκείνος ακόμη τρέφει αισθήματα για εκείνη. Από τότε που χώρισαν, ο μοναδικός στόχος της Αιτήτριας είναι να τον απομακρύνει από την οικία και σε τακτά χρονικά διαστήματα πετά τα ρούχα του έξω στο δρόμο. Η υγεία του είναι επιβαρυμένη από την επικρατούσα κατάσταση και η Αιτήτρια είναι ανένδοτη στην εξεύρεση λύσης. Όταν του πέταξε τα ρούχα έξω αυτός αντέδρασε και της φώναξε να σταματήσει οπότε εκείνη τον έσπρωξε στο στήθος και δεν του επέτρεψε να εισέλθει στην οικία. Εκείνος αναστατώθηκε και λόγω των προβλημάτων υγείας του δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Καθότι η κατάσταση είναι ανυπόφορη για τον ίδιο και δεν μπορεί να ησυχάσει και να ηρεμήσει μέσα στο σπίτι του την κατήγγειλε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 2) και καταχωρήθηκε εναντίον της η υπόθεση 12901/25 η οποία ήταν ορισμένη για Ακρόαση στις 16.6.2026.
Σύμφωνα με περαιτέρω ισχυρισμούς του Καθ’ ου η Αίτηση, η ανήλικη θυγατέρα τους δήλωσε πρόθυμη να προβεί σε ένορκη δήλωση για τα περιστατικά που περιγράφει ο Καθ’ ου η Αίτηση. Επιμένει στην θέση του ότι σκοπός της Αιτήτριας είναι να παραμείνει μόνη και ανενόχλητη στο σπίτι για αυτό, με στόχο να τον πλήξει ανεπανόρθωτα έχει εγείρει την παρούσα διαδικασία εφόσον αντιλαμβάνεται ότι δεν πρόκειται εκείνος να εγκαταλείψει την οικία.
Συμπληρωματική Μαρτυρία
Η Αιτήτρια με συμπληρωματική ένορκη δήλωση της αρνείται και απαντά σε αρκετούς ισχυρισμούς του Καθ’ ου η Αίτηση. Ισχυρίζεται ότι εργαζόταν ως υπάλληλος σε ξενοδοχείο και όταν σταμάτησε την εργασία της περί το 2009, ο Καθ’ ου η Αίτηση της είπε ότι θα πλήρωνε εκείνος το δάνειο τους αλλά δεν το έπραξε. Αρνείται ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση υπέστη πάνω από 2 εμφράγματα και ότι εκείνος δεν εργαζόταν. Πάντα ασχολείτο με μικρές εργολαβικές εργασίες χωρίς ωστόσο να της αναφέρει τι του απόφεραν ενώ συνταξιοδοτήθηκε πρόσφατα, πλην όμως συνεχίζει να εργάζεται. Αρνείται επίσης τους ισχυρισμούς του Καθ’ ου η Αίτηση ότι απευθύνεται προς το άτομο του με μειωτικούς χαρακτηρισμούς, δέχεται ότι τον φρόντιζε αλλά ισχυρίζεται ότι τα προβλήματα και οι καυγάδες στον γάμο τους ξεκίνησαν 10 χρόνια πριν το διαζύγιο. Εκείνος έκανε τη ζωή του και η στάση του έναντι της μετά την έκδοση του διαζυγίου είναι εκδικητική και έχει κάνει την ζωή της και την ζωή των παιδιών τους ανυπόφορη.
Η Αιτήτρια αναφέρει ακόμη ότι, οι καταγγελίες της στην Αστυνομία είναι απόλυτα αληθή. Αναγκάζεται να απουσιάζει από την οικία επειδή φοβάται να μένει μόνη μαζί του. Άλλαξε και την κλειδαριά της πόρτας του υπνοδωματίου της και κλειδώνεται μέσα στο υπνοδωμάτιο εκτός από τις ώρες που θα μαγειρέψει ή θα κάνει δουλειές του σπιτιού. Η Αιτήτρια επίσης, αναφέρει ότι δεν έχει προχωρήσει τη ζωή της και ότι όσα ισχυρίζεται ο Καθ’ ου η Αίτηση περί τούτου είναι εμμονές.
Αναφέρει ακόμη ότι η θυγατέρα τους έχει φύγει από το σχολείο και εργάζεται διότι ο Καθ’ ου η Αίτηση ουδέποτε συνεργάστηκε με τις αρμόδιες υπηρεσίες για τις ανάγκες του παιδιού τους. Σύμφωνα με την Αιτήτρια, ο Καθ’ ου η Αίτηση αποτέλεσε τροχοπέδη για συναντήσεις με το Γραφείο Ευημερίας και αναγκάζεται η ίδια να τις διευθετεί μόνη της για να βοηθήσει το παιδί τους. Η λειτουργός που παρακολουθεί την οικογένεια δεν είναι η κα. Αυγή αλλά η κα. Πόπη.
Είναι επιπρόσθετα θέση της ότι κανένα σκοπό δεν θέλει να εξυπηρετήσει πέραν της απομάκρυνσης του Καθ’ ου η Αίτηση από το σπίτι ένεκα της συμπεριφοράς του. Κάθε φορά που προκαλεί επεισόδιο ο Καθ’ ου η Αίτηση προβάλλει τα προβλήματα υγείας του ως λόγο για να μην τον διώξει κάποιος από το σπίτι και η ίδια αισθάνεται απροστάτευτη. Ο Καθ’ ου η Αίτηση επίσης δεν καταβάλλει ούτε διατροφή με αποτέλεσμα να καταχωρεί η Αιτήτρια φυλακιστήρια.
Αναφορικά με την πατρική της οικία, για την οποία ισχυρίστηκε ο Καθ’ ου η Αίτηση ότι εκείνη θα μπορούσε να ζήσει εκεί, η Αιτήτρια αναφέρει ότι δεν είναι η μόνη δικαιούχος αλλά είναι συνολικά 5 κληρονόμοι και δεν παίρνει μόνη της αποφάσεις. Αρνείται επίσης ότι δεν έχει σχέσεις με την μεγαλύτερη της κόρη η οποία σπουδάζει και συζεί με κάποιον. Αναφέρει ότι στις 13.3.2026 συνέφαγαν μαζί και μαζί με την μικρή της κόρη σε ψαροταβέρνα και ενόσω ήταν εκεί, τηλεφώνησε ο Καθ’ ου η Αίτηση στην μικρή τους κόρη εκφράζοντας παράπονα γιατί δεν πηγαίνει κάπου μαζί του να φάει και η Αιτήτρια είδε το παιδί ότι ταράχθηκε.
Ο Καθ’ ου η Αίτηση παρουσιάζει τον εαυτό του ως θύμα αλλά είναι ο θύτης. Λίγες ημέρες πριν την εμφάνιση στο Δικαστήριο, ήτοι στις 25.2.2026 έλαβε απειλητικό τηλεφώνημα ότι θα την σκοτώσουν και προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία (Τεκμήριο 3 της Συμπληρωματικής) για το οποίο ισχυρίζεται ότι ο μόνος που έχει αφορμή να πράξει κάτι τέτοιο είναι ο Καθ’ ου η Αίτηση. Σημειώνει επίσης ότι το περιστατικό που της έριξε πέτρα στο παράθυρο του αυτοκινήτου έγινε στις 6.11.2025 και όχι στις 12.1.2026 όπως είχε αναφέρει στην αρχική ένορκη δήλωση της. Το λάθος έγινε λόγω σύγχυσης με την ημερομηνία στη βεβαίωση της καταγγελίας. Καταληκτικά σημειώνει ότι δεν έχει πρόβλημα να δώσει μαρτυρία η ανήλικη θυγατέρα τους, εφόσον κατά το περιστατικό που ο Καθ’ ου η Αίτηση επιτέθηκε σωματικά στην Αιτήτρια, το παιδί ήταν παρόν, αν και θεωρεί ότι κάτι τέτοιο δεν θα βοηθήσει θετικά στη ψυχική κατάσταση του παιδιού.
Ακρόαση - Αγορεύσεις
Η υπό εξέταση αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση χωρίς οποιαδήποτε πλευρά να ζητήσει να αντεξετάσει την άλλη. Τα μέρη καταθέσαν στο Δικαστήριο γραπτώς τις θέσεις τους τις οποίες υιοθέτησαν. Αναφέρω ευθύς εξ’ αρχής ότι το περιεχόμενο τους έχει εξεταστεί από το Δικαστήριο και είναι υπόψιν μου έστω και αν δεν γίνεται ρητή αναφορά στο κείμενο της παρούσας απόφασης.
Νομική Πτυχή
Η παρούσα αίτηση καταχωρείται έχοντας ως συνδυαστική νομική βάση και τον περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμο του 2000 ως τροποποιήθηκε.
Κατά την κρίση μου, ο πιο πάνω νόμος δεν θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων υπό τα αιτητικά Β και Γ της υπό εξέτασης αίτησης παρά του ότι περιέχει πρόνοιες για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και αποκλεισμού (βλ. άρθρα 23 και 24) καθότι ο εν λόγω νόμος αναφέρει ξεκάθαρα στις ερμηνευτικές του διατάξεις ότι αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Δικαστήριο που ασκεί ποινική δικαιοδοσία. Σε αντίθεση με το Νόμο Ν. 114(Ι)/21 περί Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική Παρακολούθηση Νόμο το άρθρο 10 του οποίου προνοεί ξεκάθαρα ότι ανεξάρτητα από τις διατάξεις «του περί Δικαστηρίων Νόμου και των προνοιών οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού, δικαστήριο το οποίο εκδικάζει αγωγή που καταχωρίζεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους, ανεξαρτήτως εάν αυτό ασκεί πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια δικαιοδοσία, δύναται να εκδώσει ενδιάμεσο διάταγμα με το οποίο επιβάλλει στον καθ’ ου η αίτηση οποιαδήποτε απαγόρευση ή/και περιορισμό θεωρεί αναγκαίο ή/και επιθυμητό υπό τις περιστάσεις, με σκοπό την ασφάλεια ή/και την προστασία του αιτητή.»
Οι πρόνοιες του πιο πάνω νόμου όμως ελλείπουν παντελώς από την νομική βάση της αίτησης. Επομένως, η παρούσα αίτηση θα πρέπει να εξεταστεί αποκλειστικά υπό το φως των προνοιών του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου.
Οι διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου και του περί Δικαστηρίων Νόμου που καθορίζουν τα κριτήρια για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων καθορίστηκαν από την Νομολογία και έχουν τύχει εξαντλητικής εξέτασης από τα Δικαστήρια της χώρας μας και αυτά συνίστανται στην ύπαρξη υπόθεσης προς εκδίκαση, στην ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης και στην πιθανότητα ο Αιτητής να υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και το Δικαστήριο στο στάδιο εξέτασης των πιο πάνω κριτηρίων δεν υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς και δεν προβαίνει σε αξιολόγηση μαρτυρίας παρά μόνον περιορίζεται στην θεώρηση της ούτως ώστε να διαπιστώσει κατά πόσο υφίστανται τα κριτήρια και αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd (1982) 1 C.L.R. 557, Louis Vouitton v. Δέρμοσακ Λίμιτεδ κ.ά. (1992) 1 Α.Α.Δ. 1453, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χατζηβασίλη (1989) 1Ε Α.Α.Δ. 152, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1 Α.Α.Δ. 788, Κυρισάββα ν. Κύζη (2001) 1 Α.Α.Δ. 1245, Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.ά. ν. Λοϊζίδου, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε7/2018, ημερομηνίας 21.3.2019, Αντώνης και Φουλής Μιχαήλ Λτδ ν. Ιωαννίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε44/2014, ημερομηνίας 16.7.2019, ECLI:CY:AD:2019:A312).
Οι πιο πάνω αρχές έχουν επαναληφθεί πρόσφατα από το Εφετείο στην υπόθεση Marfut v. Zaforpo Ventures Ltd Πολ. Έφεση Ε144/20, ημερομηνίας 29.3.24. Σημειώνω επίσης ότι, αντλώντας καθοδήγηση από την πιο πάνω αναφερόμενη νομολογία σε σχέση με τα κριτήρια έκδοσης ή διατήρησης ενδιάμεσων διαταγμάτων και έχοντας παράλληλα ανατρέξει στους νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας διαπιστώνω ότι σε σχέση με την εξέταση της ουσίας αιτήματος για προσωρινό διάταγμα δεν προκύπτει να υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ του θεσμικού πλαισίου που ίσχυε πριν και μετά και την θέσπιση των νέων Κανονισμών, στον τρόπο που το Δικαστήριο εξετάζει και αποφασίζει αιτήσεις ετούτης της φύσης (βλ. επίσης σύγγραμμα Blacktsone’s Civil Practice 2019, σελ. 585-588).
Το ζήτημα του κατεπείγοντος
Έχει προβληθεί ως λόγος ένστασης ότι, η «Αιτήτρια δεν απέδειξε το κατ’ επείγον της έκδοσης του προσωρινού Διατάγματος ημερομηνίας 12/01/2026.»
Ο πιο πάνω λόγος ένστασης με κάθε σεβασμό ουδεμία βαρύτητα έχει. Πέραν του ότι το Δικαστήριο δεν έχει εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα στις 12.1.2026, δεν έχει εκδώσει κανένα διάταγμα μονομερώς εφόσον κατά την πρώτη παρουσία των συνηγόρων της Αιτήτριας ενώπιον του κρίθηκε ότι δεν συνέτρεχαν εκείνες οι εξαιρετικές περιστάσεις ούτως ώστε να παρακάμψει τον κανόνα της ακρόασης εκατέρωθεν και δόθηκαν οδηγίες όπως η υπό κρίση αίτηση επιδοθεί στον Καθ’ ου η Αίτηση για να δυνηθεί να προβάλει τις θέσεις του, σε σχέση με τις προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.
Εφαρμογή – Συμπεράσματα
Πριν προχωρήσω να εξετάσω τις προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 ανωτέρω κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στο ζήτημα δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα αποκλειστικής χρήσης έστω και μετά τη διαπίστωση πιο πάνω ότι ο περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμο του 2000 δεν θα μπορούσε να αποτελέσει νομική βάση για την έκδοση τούτου του διατάγματος.
Για να έχει δικαιοδοσία να εκδώσει διάταγμα αποκλειστικής χρήσης το Οικογενειακό Δικαστήριο, θα πρέπει η αίτηση για τέτοιο διάταγμα να έχει καταχωρηθεί κατά την διάρκεια του γάμου. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Κωνσταντίνου (2004) 1 Α.Α.Δ. 1192 αναφέρθηκαν τα εξής:
«Υπάρχει ακόμα μια παράμετρος της παρούσας υπόθεσης η οποία αποκλείει την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Οικογενειακό Δικαστήριο. Αυτή σχετίζεται με τη λύση του γάμου. Η επίδικη διαφορά αφορά την περίοδο μετά τη λύση του γάμου. Έχει νομολογηθεί ότι σε σχέση με διαφορές που αφορούν την περίοδο μετά τη λύση του γάμου το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία. Σχετική είναι η απόφαση στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (1996) 1 Α.Α.Δ. 260 στην οποία η σύζυγος, μετά τη λύση του γάμου, ζήτησε την παραχώρηση αποκλειστικής χρήσης κατοικίας που ήταν η οικογενειακή στέγη και συνιδιοκτησία των δύο συζύγων. Η αιτήτρια σύζυγος ισχυρίσθηκε ότι παρά την έκδοση διαζυγίου, «συνεχίζεται η συνοίκηση όλων στο επίδικο σπίτι». Η κατάσταση αυτή ήταν, σύμφωνα με την αιτήτρια, ανυπόφορη και «καθιστά επιτακτική την έκδοση του προσωρινού διατάγματος». Το Οικογενειακό Δικαστήριο έκρινε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι η σχετική αίτηση δεν μπορούσε να υποβληθεί μετά τη λύση του γάμου. Η αιτήτρια εφεσίβαλε την απόφαση. Το Εφετείο υπέδειξε ότι όλοι οι λόγοι έφεσης «κατατείνουν στη διαμόρφωση ενός μόνο ερωτήματος: κατά πόσον είναι δυνατή η προσφυγή στο δικαστήριο και η παροχή θεραπείας μετά την οριστική λύση του γάμου, δεδομένου ότι, όπως κρίθηκε με την απόφαση Βουνού ν. Βουνού (1995) 1 Α.Α.Δ. 168, το δικαστήριο μπορεί να επεκτείνει την ισχύ των διαταγμάτων του και μετά το διαζύγιο».
Το Εφετείο κατέληξε ως εξής:
«Δεν είναι δυνατό το αίτημα θεραπείας του Άρθρου 17 να μπορεί να γίνει σε απροσδιόριστο χρόνο ανεξάρτητα από την ύπαρξη του γάμου. Μια τέτοια ερμηνεία θα προσέκρουε και σε άλλες διατάξεις που προβλέπουν για οριστική επίλυση των περιουσιακών διαφορών. Εξάλλου τη δυνατότητα για θεραπεία δημιουργεί η διάσταση των συζύγων που γεννά άμεσα τις ανάγκες δικαστικής προστασίας για αντιμετώπιση της ρήξης.
Γι' αυτούς τους λόγους το πρωτόδικο δικαστήριο δεν είχε αρμοδιότητα να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ούτε ύστερα από μονομερές διάβημα ούτε στην κύρια αίτηση.»
Στην παρούσα υπόθεση - όπως και στη Χριστοδούλου (πιο πάνω) - στην ουσία η εφεσείουσα αξίωσε αποκλειστική χρήση ης επίδικης κατοικίας. Η διεκδίκηση της αξίωσης της στο Οικογενειακό Δικαστήριο θα προσέκρουε στα νομολογηθέντα στη Χριστοδούλου (πιο πάνω). Ορθά λοιπόν αποτάθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο.»
Σχετική είναι επίσης η υπόθεση Σάββα ν Σάββα (2003) 1 Α.Α.Δ. 1025 όπου κρίθηκε ότι ορθά το Οικογενειακό Δικαστήριο αρνήθηκε να αναλάβει δικαιοδοσία εφόσον επρόκειτο για διαφορά που προέκυψε στην περίοδο μετά την λύση του γάμου (βλ. επίσης Σάββα ν Τηλεμάχου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1032).
Εν όψει όλων των πιο πάνω, και λαμβάνοντας υπόψιν ότι είναι αποδεκτό από τα μέρη ότι ο γάμος τους λύθηκε κατόπιν απόφασης του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας στις 13.3.2024 κατόπιν αίτησης διαζυγίου κρίνω ότι, το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εξετάσει την έκδοση των πιο πάνω αναφερόμενων διαταγμάτων.
Προχωρώ στις προϋποθέσεις του άρθρου 32.
Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση εκείνο που απαιτείται στο παρόν στάδιο είναι να καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση στη βάση των δικογράφων. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση σχετίζεται άμεσα με τη βάση της αγωγής. Επί του προκειμένου η Αιτήτρια, ως αναφέρω και πιο πάνω, με την απαίτηση της αξιώνει, μεταξύ άλλων, αποζημιώσεις για επίθεση και/ή ψυχική οδύνη και/ή πόνο και/ή ταλαιπωρία και/ή παραβίαση των δικαιωμάτων της που απορρέουν από το άρθρο 15 του Συντάγματος συνεπεία της επίθεσης και της παρενόχλησης που υφίσταται από τον Καθ’ ου η Αίτηση. Τα πιο πάνω συνιστούν αναγνωρισμένες βάσεις αξίωσης συνεπώς η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται.
Αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση, η πιθανότητα να δικαιούται ένας ενάγοντας θεραπεία εξαρτάται από την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του και περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα να δικαιούται θεραπεία αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης της υπόθεσης. Υπενθυμίζω ότι στο στάδιο αυτό, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη της υπόθεσης αλλά σοβαρές ενδείξεις ύπαρξης ουσιαστικού δικαιώματος.
Έχοντας θέσει ενώπιον μου τα πιο πάνω, χωρίς να αγνοώ το μαρτυρικό υλικό στο σύνολο του, το οποίο προσεγγίζεται μόνο για σκοπούς έκδοσης προσωρινών μέτρων, είμαι της άποψης ότι με τα ενώπιον μου δεδομένα, η Αιτήτρια έχει ικανοποιήσει και την δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Έχοντας κατά νου τα όσα ισχυρίζεται ο Καθ’ ου η Αίτηση σε σχέση με τις καταγγελίες της Αιτήτριας εναντίον του αλλά και την καταγγελία εκείνου εναντίον της, ως επίσης και τους λοιπούς ισχυρισμούς του οι οποίοι κυρίως περιβάλλονται γύρω από την θέση του ότι ο μοναδικός σκοπός της Αιτήτριας είναι να τον διώξει από την οικία, διατεινόμενος γενικώς ότι όλοι οι ισχυρισμοί της είναι ανυπόστατοι ή κακόβουλοι, θεωρώ ότι δεν έχουν εξασθενίσει σε τέτοιο βαθμό την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης της εναντίον του σε τέτοιο βαθμό που να αποκλείεται η πιθανότητα επιτυχίας στα πλαίσια της εκδίκασης της απαίτησης της.
Προχωρώντας στην τελευταία προϋπόθεση που αφορά στην πιθανότητα η Αιτήτρια να υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, εξετάζεται κυρίως υπό το φως της επάρκειας των αποζημιώσεων ως θεραπεία επί της βάσης των γεγονότων που συνθέτουν την κάθε υπόθεση. Η έννοια όμως της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του διαδίκου που επιδιώκει θεραπεία και για τους λόγους αυτούς μπορούν να ληφθούν υπόψιν διάφορες μεταβλητές συναρτώμενες με το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν το αίτημα (βλ. M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co (1997) 1 A.A.Δ 1799, Lariena Investments Ltd v. RFI Consortium, Πολιτική Έφεση Ε164/2019, ημερομηνίας 22.1.2021).
Ως έχω αναφέρει και πιο πάνω, μια από τις βάσεις αγωγής της Αιτήτριας είναι και η επίθεση η οποία συνιστά αστικό αδίκημα δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 26 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148. Η επίθεση ως καθορίζεται στο άρθρο 26 ανωτέρω συνίσταται στην εκ προθέσεως χρήσης κάθε είδους βίας. Περιλαμβάνει δε τόσο την χρήση όσο και την απειλή βίας.
Στην υπό εξέταση περίσταση, επαναλαμβάνοντας ότι στο παρόν στάδιο το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση της μαρτυρίας, υπάρχουν αναφορές της Αιτήτριας και καταγεγραμμένα περιστατικά βίας τα οποία καταγγέλθηκαν στην Αστυνομία και προωθήθηκαν ποινικές υποθέσεις ως επίσης και συμπεριφορές από πλευράς του Καθ’ ου η Αίτηση μέσω των οποίων αισθάνεται ότι απειλείται. Έχει επίσης εκφρασθεί από πλευράς Αιτήτριας ο φόβος ότι θα της κάνει κακό ο Καθ’ ου η Αίτηση, ότι άλλαξε κλειδαριά στο υπνοδωμάτιο της μεταξύ άλλων, και ότι η συμπεριφορά και στάση του προκαλεί στην ίδια αλλά και στην θυγατέρα τους αναστάτωση, άγχος και ψυχικό πόνο, με αναφορές μάλιστα και σε γεγονότα τα οποία επεσυνέβησαν και μετά την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Το γεγονός ότι οι σχέσεις μεταξύ των μερών είναι τεταμένες και υπάρχουν προστριβές είναι αποδεκτό και από τον Καθ’ ου η Αίτηση.
Το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει προσωρινό διάταγμα για να παρεμποδιστεί η συνέχιση τέτοιων συμπεριφορών και είναι ορθό και επιθυμητό να εκδίδεται για να εμποδίζεται η επανάληψη διάπραξης αστικού αδικήματος ή και όταν αυτό υπάρχει πιθανότητα να επαναληφθεί (βλ. Σύγγραμμα Remedies for Torts and Breach of Contract, A.S. Burrows, London Butteworths 1987 pg. 345 (Final Prohibitory Injunctions).
Στην βάση των όσων τέθηκαν ενώπιον μου, θεωρώ πως η βλάβη που επικαλείται από τις ισχυριζόμενες συμπεριφορές που η Αιτήτρια καταλογίζει στον Καθ' ου η Αίτηση, εύλογα μπορεί να θεωρηθεί ότι καθιστά δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εν τη εννοία των όσων αναφέρονται στην νομολογία, αν δεν εκδοθεί κάποιο διάταγμα. Θεωρώ ότι η Αιτήτρια χρήζει κάποιας προστασίας από το Δικαστήριο χωρίς τούτο να συνεπάγεται ότι δικαιολογείται η έκδοση διαταγμάτων αποκλειστικής χρήσης και απομάκρυνσης του Καθ’ ου η Αίτηση, των οποίων η τύχη θα εξεταστεί πιο κάτω. Συνεπώς ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση.
Παρά την κρίση του Δικαστηρίου ότι πληρούνται και οι τρείς προϋποθέσεις που επιτάσσει το άρθρο 32 ανωτέρω, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι από το σύνολο των περιστάσεων είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα ή κατά πόσον αρμόζει η έκδοση οιουδήποτε άλλου διατάγματος (βλ. Odysseos, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α(2002) 1 Α.Α.Δ. 2015).
Ως υποδεικνύεται από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Bacardi (ανωτέρω):
«Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [1987] 1 W.L.R. 670:
"Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή."»
Ως υποδείχθηκε στην υπόθεση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λτδ κ.α. v. Λοιζίδου, Πολιτική Έφεση 7/18, ημερομηνίας 21.3. 2019 «το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση… Παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας.» (βλ. επίσης Avila Management Services Ltd κ.α. ν. Frantisek Stepanek κ.α. (2012) 1 Α.Α.Δ. 1403).
Επί του προκείμενου, στο ίδιο σπίτι για το οποίο δεν έχουν εξασφαλίσει τίτλο ιδιοκτησίας, βρίσκονται δυο άτομα τα οποία αλληλοκατηγορούνται για κατακριτέες συμπεριφορές. Βρίσκεται όμως και ένα παιδί ανήλικο. Η Αιτήτρια δεν αποδέχεται να απομακρυνθεί από το σπίτι γιατί εκεί στεγάζει την εργασία από την οποία αντλεί τα αποκλειστικά της εισοδήματα και γιατί επίσης το σπίτι είναι ο χώρος που μένει το παιδί της. Δεν πάει στο πατρικό της γιατί υπάρχουν και άλλοι κληρονόμοι. Ο Καθ’ ου η Αίτηση προβάλλει τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει για να μην απομακρυνθεί από το σπίτι, θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη ισχυρίζεται (την οποία δεν επεξήγησε πως), λαμβάνει επίδομα αναπηρίας €770 και είναι άγνωστο αν έχει άλλα εισοδήματα. Ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να πάει εκείνος στο πατρικό του καθότι δεν του ανήκει.
Και οι δυο πλευρές επικαλούνται την αναστάτωση που υφίστανται λόγω της μεταξύ τους κατάστασης. Η Αιτήτρια επίσης επικαλείται την αγωνία και τον φόβο για τη σωματική της ακεραιότητα και την ψυχική υγεία του παιδιού της με όσα ισχυρίζεται ότι μέχρι σήμερα έχει υποστεί και σε όσα υπόκειται ακόμη.
Με έντονο προβληματισμό και κατόπιν σχολαστικής εξέτασης των εκατέρωθεν εισηγήσεων, σημειώνω τα ακόλουθα.
Για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί πιο πάνω, η Αιτήτρια έχει καταδείξει ορατή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία σε σχέση με τις αξιώσεις της σχετικά με την απαίτηση της στο βαθμό που αυτή αφορά το Α της απαίτησης της. Αν και τα περιστατικά χρονικά απέχουν μεταξύ τους και παρόλο που υπάρχει καθυστέρηση στην προώθηση της παρούσας χωρίς περιστατικό σωματικής βίας έκτοτε, πρόκειται για στοιχεία τα οποία δεν μπορούν να αποκλείσουν το ενδεχόμενο επανάληψης τους, δεδομένης και της αποδοχής από πλευράς Καθ’ ου η Αίτηση ότι υπάρχουν προστριβές μεταξύ τους. Δεν έχει όμως καταδειχθεί από πλευράς των μερών στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας το δικαίωμα να αποκτήσει κάποιος εκ των δυο εκ πρώτης δικαίωμα σε αποκλειστική χρήση της κατοικίας.
Στην βάση όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Αιτήτριας αλλά με την έκδοση διατάγματος το οποίο από την μια θα προστατεύει αυτή σε σχέση με το μέρος της αξίωσης για το οποίο κατέδειξε πιθανότητα επιτυχίας αλλά θα λαμβάνει επίσης υπόψιν τα δικαιώματα που και οι δυο πλευρές έλκουν επί της κατοικίας.
Συνεπώς ισοζυγίζοντας όλα τα ζητήματα, την δυσχέρεια που και οι δυο επικαλούνται στην εξεύρεση άλλου τόπου διαμονής καταλήγω ως εξής:
Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο απαγορεύεται στον Καθ’ ου η Αίτηση να επικοινωνεί με την Αιτήτρια είτε προφορικά είτε γραπτώς είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ή/και να την απειλεί ή/και ακολουθεί ή/και επεμβαίνει στο άτομο της ή/και με άλλο τρόπο παρενοχλεί ή/και την πλησιάζει σε απόσταση μικρότερη των 5 μέτρων σε οποιοδήποτε χώρο και αν αυτή ευρίσκεται, μέχρι την εκδίκαση της Απαίτησης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
Νοείται ότι ο όρος περί διατήρησης απόστασης όχι μικρότερης των 5 μέτρων εντός της οικίας δεν θα εφαρμόζεται σε περιστάσεις τυχαίας ή/και αναπόφευκτης ή/και περιστασιακής προσέγγισης λόγω της δομής ή διάταξης του χώρου νοουμένου όμως ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν θα προκαλεί εκ προθέσεως τέτοια μικρότερη προσέγγιση και θα απέχει από κάθε άλλη απαγορευμένη δυνάμει του διατάγματος συμπεριφορά.
Νοείται περαιτέρω ότι οι διατάξεις του παρόντος διατάγματος θα τυγχάνουν εφαρμογή κατ’ αναλογία των διατάξεων οποιουδήποτε διατάγματος εκδόθηκε ή ήθελε εκδοθεί από Οικογενειακό Δικαστήριο και αφορά στην επικοινωνία του Καθ’ ου η Αίτηση με το ανήλικο.
Κατάληξη
Εν όψει όλων των ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα ως πιο πάνω περιγράφεται με τις ως άνω επιφυλάξεις ως αυτές καταγράφονται.
Η Αίτηση κατά τα λοιπά απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης τα οποία καθορίζω σε €1.500 πλέον ΦΠΑ θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της απαίτησης.
(Υπ.) .....................................
Λ. Χαβιαράς,Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφον
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο