ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α. ν. IRONHOLD ESTATES LTD, Αρ. Αγωγής: 401/16, 26/8/2026
print
Τίτλος:
ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α. ν. IRONHOLD ESTATES LTD, Αρ. Αγωγής: 401/16, 26/8/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ:  Μ. Αγιομαμίτη, Π.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής:  401/16

Μεταξύ:

1.      ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ

2.      MEMDES ESTATES LTD

Εναγόντων

και

 

IRONHOLD ESTATES LTD

Εναγόμενη

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 26 Αυγούστου 2026

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για Ενάγουσες: κ. Μ. Σιδεράς με κα Β. Γάη

Για Εναγόμενη: κα Κ. Πατσαλίδου

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Η Εναγόμενη, καθώς και άλλες εταιρείες που ανήκουν στον ίδιο Όμιλο εταιρειών με αυτήν, διατηρούσαν συνεργασία με τη Marfin Popular Bank Public Co Ltd, η οποία μετονομάσθηκε σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (στο εξής η «Τράπεζα»). Οι εργασίες της Τράπεζας, καθώς και όλα τα περιουσιακά της στοιχεία, υποχρεώσεις, δικαιώματα και τίτλοι ιδιοκτησίας μεταβιβάστηκαν στην Ενάγουσα 1.

 

Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Εναγόμενη και άλλες εταιρείες του ομίλου στον οποίο ανήκει, δεν υπήρξαν συνεπείς στις δανειακές και άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις που τους παραχώρησε η Τράπεζα. Προς αντιμετώπιση των πιο πάνω προβλημάτων υπογράφηκαν περί τα έτη 2009 και 2012 δύο συμφωνίες αναδιάρθρωσης των υποχρεώσεων της Εναγόμενης και του ομίλου οι οποίες περιλάμβαναν τη συνέχιση υφιστάμενων τραπεζικών και πιστωτικών διευκολύνσεων και την παραχώρηση νέων διευκολύνσεων.

 

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η Εναγόμενη πώλησε στην Τράπεζα το ξενοδοχείο με την επωνυμία «Henipa» περιλαμβανομένων των ακινήτων επί των οποίων ανεγέρθηκε, καθώς και όλου του εξοπλισμού (στο εξής το «Ξενοδοχείο») έναντι του τιμήματος των €17.500.000. Ταυτόχρονα, υπογράφηκε ανάμεσα στην Τράπεζα και την Εναγόμενη συμφωνία άδειας χρήσης του Ξενοδοχείου, δυνάμει της οποίας παραχωρήθηκε στην Εναγόμενη το δικαίωμα χρήσης του Ξενοδοχείου για περίοδο 2 ετών.

 

Η άδεια χρήσης του Ξενοδοχείου ανανεώθηκε με νέα συμφωνία που υπογράφηκε  περί το 2012 ανάμεσα στην Τράπεζα και την Εναγόμενη για περαιτέρω περίοδο 2 ετών έναντι ετήσιου δικαιώματος χρήσης ύψους €504.000.  Περαιτέρω, με την εν λόγω συμφωνία, η Τράπεζα γνωστοποίησε στην Εναγόμενη την πρόθεσή της να εκχωρήσει στην Ενάγουσα 2 τα δικαιώματά της που απορρέουν από τη συμφωνία πώλησης του Ξενοδοχείου. 

 

Η Εναγόμενη δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωση της για πληρωμή των συμφωνημένων δικαιωμάτων χρήσης και παρά τις οχλήσεις των Εναγουσών αρνείται μέχρι και σήμερα να καταβάλει τα οφειλόμενα δικαιώματα χρήσης και να παραδώσει την κατοχή του Ξενοδοχείου.

 

Οι Ενάγουσες με επιστολή τους ημερομηνίας 03.02.2016 απαίτησαν την πληρωμή των καθυστερημένων δικαιωμάτων χρήσης εκ ποσού €2.086.282,26, τα οποία αφορούν την περίοδο 24.11.2011 – 17.11.2015 και κατέστησαν την Εναγόμενη  παράνομη επεμβασία.

 

Με την παρούσα αγωγή, οι Ενάγουσες αξιώνουν την έκδοση διαταγμάτων άρσης της παράνομης επέμβασης, την επιδίκαση ποσού €2.086.282,26 πλέον 10% επιβάρυνση ως καθυστερημένα δικαιώματα χρήσης, καθώς και την επιδίκαση γενικών και τιμωρητικών αποζημιώσεων.

 

Η Εναγόμενη στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση ισχυρίζεται ότι οι συμφωνίες αναδιάρθρωσης των ετών 2009 και 2012, καθώς και οι συμφωνίες πώλησης του Ξενοδοχείου και παραχώρησης αδειών χρήσης είναι προϊόν εκβιασμού, πιέσεων και/ή εξαναγκασμού. Ως εκ τούτου, οι συμφωνίες είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες.

 

Περαιτέρω, η Τράπεζα δεν δικαιούται και/ή νομιμοποιείται να παραχωρήσει άδειες χρήσης του Ξενοδοχείου, καθώς ουδέποτε υπήρξε ιδιοκτήτρια και/ή δικαιούμενη προς εγγραφή ιδιοκτήτρια του Ξενοδοχείου και ουδέποτε έλαβε κατοχή αυτού.

 

Η Εναγόμενη αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στις Ενάγουσες και ισχυρίζεται ότι νόμιμα κατέχει το Ξενοδοχείο. Με την ανταπαίτηση αξιώνει την έκδοση αναγνωριστικών και/ή δηλωτικών αποφάσεων ως προς το ότι ουδέν ποσό οφείλει ως δικαιώματα χρήσης του Ξενοδοχείου, καθώς και ότι οι συμφωνίες άδειας χρήσης είναι εξ υπαρχής άκυρες.

 

Οι Ενάγουσες στην Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση αρνούνται τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης και επαναλαμβάνουν την αξίωσή τους.

 

Η απαίτηση και η ανταπαίτηση, κατόπιν σχετικής διαταγής του δικαστηρίου, συνεκδικάστηκαν.

 

Μαρτυρία

Οι διάδικοι παρουσίασαν από ένα μάρτυρα και κατατέθηκαν συνολικά 40 Τεκμήρια. Ακολουθεί, η καταγραφή του ουσιαστικού μέρους της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ 35 και Παπακοκκίνου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφ. 169/2011, ημερ.13.07.2022), ECLI:CY:AD:2022:D309.

 

Ο ΜΕ υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Α)  ως την κυρίως εξέτασή του. Δήλωσε, ανάμεσα σε άλλα, ότι η Εναγόμενη ανήκει σε όμιλο εταιρειών ο οποίος είναι γνωστός με την επωνυμία «Όμιλος Εταιρειών Αυξεντίου/Crown», (στο εξής ο «Όμιλος»).

 

Ο Όμιλος διατηρούσε συνεργασία με την Τράπεζα. Στο πλαίσιο της συνεργασίας του Ομίλου με την Τράπεζα, παραχωρήθηκαν διάφορες πιστωτικές διευκολύνσεις προς όφελος του Ομίλου.  Λόγω καθυστερήσεων που παρουσιάζονταν στις υποχρεώσεις του Ομίλου, συμφωνήθηκε όπως γίνει αναδιάρθρωση των υποχρεώσεών του.  Προς τούτο υπογράφηκε στις 24.06.2009 συμφωνία ρύθμισης και αναδιάρθρωσης των υποχρεώσεων του Ομίλου προς την Τράπεζα (Τεκμήριο 2) η οποία περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, τη συνέχιση υφιστάμενων τραπεζικών και πιστωτικών διευκολύνσεων και την παροχή νέων διευκολύνσεων προς την Εναγόμενη. 

 

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, στις 24.06.2009 η Τράπεζα, η Εναγόμενη και η εταιρεία CMA Investments Ltd (στο εξής «CMA») υπέγραψαν συμφωνία πώλησης του Ξενοδοχείου (Τεκμήριο 3). 

 

Το τίμημα πώλησης του Ξενοδοχείου ορίστηκε στο ποσό των €17.500.000, το οποίο οι πωλητές αναγνώρισαν ότι έλαβαν με την υπογραφή της συμφωνίας.  Περαιτέρω, η Τράπεζα, ως αγοραστής, ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει οποιαδήποτε ποσά οφείλει να καταβάλλει ο ιδιοκτήτης του Ξενοδοχείου ως φόρους, τέλη, δικαιώματα και άλλες επιβαρύνσεις από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας πώλησης.  Ταυτόχρονα, οι πωλητές, ήτοι η Εναγόμενη και η CMA, ήταν υπόχρεοι όπως εγγράψουν και μεταβιβάσουν το Ξενοδοχείο  ελεύθερο από οποιαδήποτε εμπράγματα βάρη ή επιβαρύνσεις επ’ ονόματι της Τράπεζας ή οποιουδήποτε προσώπου υποδειχθεί από την τελευταία. 

 

Επιπροσθέτως, στις 24.06.2009, υπογράφηκε μεταξύ της Τράπεζας και της Εναγόμενης συμφωνία άδειας χρήσης του Ξενοδοχείου (Τεκμήριο 4).  Στη  βάση της πιο πάνω συμφωνίας, η Τράπεζα, ως η δικαιούμενη προς εγγραφή ιδιοκτήτρια του Ξενοδοχείου, παραχώρησε στην Εναγόμενη άδεια χρήσης για περίοδο 2 ετών, έναντι ετήσιου δικαιώματος χρήσης ύψους €525,000. 

 

Η Τράπεζα, συμμορφούμενη προς τις συμφωνίες που υπογράφηκαν με τον Όμιλο και την Εναγόμενη, κατέβαλε όλα τα οφειλόμενα από αυτή ποσά και παρέδωσε τη διαχείριση και χρήση του Ξενοδοχείου στην Εναγόμενη.  Σε αντιδιαστολή, ο Όμιλος και η Εναγόμενη παραβίασαν τις δικές τους συμβατικές υποχρεώσεις ισχυριζόμενοι ότι εξαναγκάστηκαν στην υπογραφή των επίμαχων συμφωνιών.  Προς τούτο, καταχώρησαν εναντίον της Τράπεζας την αγωγή με αριθμό 1799/2011  Ε.Δ. Λάρνακας αξιώνοντας, μεταξύ άλλων, την ακύρωση όλων των συμφωνιών ημερ. 24.06.2009. 

 

Ακολούθησαν νέες διαπραγματεύσεις μεταξύ της Τράπεζας και του Ομίλου, οι οποίες οδήγησαν στην υπογραφή νέων συμφωνιών στις 18.04.2012 (Τεκμήρια 7 – 10).  Στη βάση των πιο πάνω συμφωνιών η Εναγόμενη και η CMA ανέλαβαν, ανάμεσα σε άλλα, να εκτελέσουν τις υποχρεώσεις τους, όπως αυτές απέρρεαν από τη συμφωνία πώλησης του Ξενοδοχείου ημερ. 24.06.2009. Ειδικότερα, η Εναγόμενη και η CMA ανέλαβαν την εξόφληση των οφειλόμενων δικαιωμάτων χρήσης του Ξενοδοχείου και εφόσον κατέβαλλαν όλα τα οφειλόμενα δικαιώματα χρήσης, τότε, θα παραχωρούνταν άδεια χρήσης για επιπρόσθετη περίοδο δύο ετών έναντι ετήσιου δικαιώματος χρήσης ύψους €504.000. 

 

Στη βάση των πιο πάνω διευθετήσεων, η αγωγή με αριθμό 1799/2011  Ε.Δ. Λάρνακας αποσύρθηκε ανεπιφύλακτα και εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας πώλησης του Ξενοδοχείου ημερ. 24.06.2009. 

 

Η Εναγόμενη δεν τήρησε και πάλι τις συμβατικές της υποχρεώσεις, καθώς αρνήθηκε να καταβάλει τα δικαιώματα χρήσης.  Περαιτέρω, ο Όμιλος και η Εναγόμενη προέβαλαν εκ νέου τον ισχυρισμό περί ακυρότητας των συμφωνιών που υπέγραψαν. Προς τούτο, καταχώρησαν στις 13.05.2014 την αγωγή με αρ. 1215/2014 Ε.Δ. Λάρνακας. Η εν λόγω αγωγή αποσύρθηκε εντέλει ανεπιφύλακτα στις 13.07.2020. 

 

Λόγω της απροθυμίας της Εναγόμενης να συμμορφωθεί με τις συμβατικές της υποχρεώσεις, οι δικηγόροι των Εναγουσών απέστειλαν στις 15.12.2015 ειδοποίηση με την οποία κάλεσαν την Εναγόμενη να καταβάλει τα οφειλόμενα δικαιώματα χρήσης τα οποία ανέρχονταν μέχρι τις 17.11.2015 στο ποσό των €2.086.282,26.  Η Εναγόμενη παρέλειψε να συμμορφωθεί με την προαναφερόμενη ειδοποίηση και στις 03.02.2016 στάλθηκε νέα ειδοποίηση με την οποία οι Ενάγουσες κατέστησαν την Εναγόμενη παράνομη επεμβασία στο Ξενοδοχείο.

 

Το διάταγμα ειδικής εκτέλεσης δεν κατέστη δυνατό μέχρι σήμερα να εκτελεστεί, καθώς ο Όμιλος και η Εναγόμενη δεν έχουν καταβάλει προς τις αρμόδιες αρχές τα διάφορα τέλη και φορολογίες που οφείλονται σε σχέση με το Ξενοδοχείο και τα οποία ανέρχονται στο ποσό των €778.000 περίπου.  Σε κάθε περίπτωση, η ισχύς του διατάγματος ειδικής εκτέλεσης ημερ. 17.05.2012 έληξε στις 31.07.2023.

 

Αντεξεταζόμενος δήλωσε ότι οι Ενάγουσες δεν έλαβαν μέτρα προς τον σκοπό εφαρμογής του διατάγματος ειδικής εκτέλεσης και δεν γνωρίζει κατά πόσο κλήθηκε η Εναγόμενη στο Κτηματολόγιο για σκοπούς μεταβίβασης του Ξενοδοχείου.  Ερωτηθείς για τον λόγο για τον οποίο δεν επιδιώχθηκε η εκ νέου ανανέωση της ισχύος του διατάγματος ειδικής εκτέλεσης μετά το 2023, απάντησε ότι αυτή ήταν η απόφαση της Ενάγουσας 1 κατόπιν και σχετικής νομικής συμβουλής. 

 

Δεν γνωρίζει κατά πόσο οι Ενάγουσες κατέβαλαν φόρο ακίνητης ιδιοκτησίας ή οποιαδήποτε άλλα τέλη τα οποία σχετίζονται με την ιδιοκτησία του Ξενοδοχείου.  Συμφώνησε με την ευπαίδευτη συνήγορο της Εναγόμενης, ότι στα επίσημα κτηματολογικά αρχεία εξακολουθούν να παρουσιάζονται ως ιδιοκτήτες του Ξενοδοχείου, η Εναγόμενη και η CMA. Σημείωσε, ωστόσο, ότι στο σχετικό κτηματολογικό μητρώο είναι κατατεθειμένο και το επίμαχο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο δυνάμει του οποίου το Ξενοδοχείο πωλήθηκε στην Τράπεζα.  

 

Η κα Πατσαλίδου διερωτήθηκε για ποιο λόγο δεν ενάγεται και η CMA, η οποία είναι κατά 1/10 εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του Ξενοδοχείου. Ο ΜΕ απάντησε, ότι η αξίωση των Εναγουσών στρέφεται εναντίον της Εναγόμενης μόνο καθώς η συμφωνία παραχώρησης άδειας χρήσης του Ξενοδοχείου έγινε αποκλειστικά με αυτή. 

 

Αναφορικά με την πρόθεση εκχώρησης των δικαιωμάτων της Τράπεζας στην Ενάγουσα 2, όπως αυτή εκδηλώθηκε στο Τεκμήριο 10, διευκρίνισε ότι δεν υλοποιήθηκε η εν λόγω πρόθεση.  Περαιτέρω, συμφώνησε με τη συνήγορο της Εναγόμενης ότι ούτε η Τράπεζα, αλλά ούτε και οι Ενάγουσες έλαβαν οποτεδήποτε φυσική κατοχή του Ξενοδοχείου.

 

Σε σχέση με το ποσό των €1.124.117, το οποίο αξιώνουν οι Ενάγουσες ως δικαιώματα χρήσης για την περίοδο 18.04.2012 - 17.11.2015, απάντησε ότι δεν γνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο υπολογίστηκε το προαναφερόμενο ποσό και παρέπεμψε στη συμφωνία άδειας χρήσης. 

 

Στην υποβληθείσα θέση, ότι η Εναγόμενη κατέβαλε μεγάλα χρηματικά ποσά προς εξόφληση φορολογιών και άλλων τελών που σχετίζονται με το Ξενοδοχείο, ο ΜΕ απάντησε ότι δεν γνωρίζει για το εν λόγω γεγονός. Αυτό το οποίο γνωρίζει είναι ότι εξακολουθούν να εκκρεμούν πολύ μεγάλα χρηματικά ποσά.  Αρνήθηκε τη θέση της κας Πατσαλίδου, ότι κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας πώλησης δεν υπήρχαν οποιεσδήποτε οφειλές ή άλλες υποχρεώσεις οι οποίες αποτελούσαν εμπόδιο στη μεταβίβαση του Ξενοδοχείου.  Αρνήθηκε, επίσης, ότι οι Ενάγουσες φέρουν την αποκλειστική ευθύνη για το γεγονός ότι δεν έχει μέχρι σήμερα μεταβιβαστεί η κυριότητα του Ξενοδοχείου.

 

Τέλος, διαφώνησε με τη θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου ότι η Εναγόμενη κατέχει νόμιμα το Ξενοδοχείο ως ιδιοκτήτριά του.

 

Ο ΜΥ υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσής του (Έγγραφο Β) ως την κυρίως εξέτασή του.  Σε αυτή δήλωσε, ανάμεσα σε άλλα, ότι από το 1992 το Ξενοδοχείο κατέχεται αδιάληπτα από την Εναγόμενη και τη CMA και τυγχάνει διαχείρισης και λειτουργίας από τις τελευταίες.

 

Οι συμφωνίες άδειας χρήσης του Ξενοδοχείου είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τη συμφωνία πώλησης.  Συγκεκριμένα, το δικαίωμα της Τράπεζας να παραχωρήσει άδεια χρήσης του Ξενοδοχείου πήγαζε από το δικαίωμά της να εγγραφεί ως ιδιοκτήτρια του Ξενοδοχείου. Το προαναφερόμενο δικαίωμα δεν υφίσταται πλέον, καθώς οι Ενάγουσες ουδέποτε το εξάσκησαν, αλλά ούτε και έδειξαν πρόθεση να το εξασκήσουν. 

 

Τα δικαιώματα χρήσης, τα οποία καθορίστηκαν από τις δύο συμφωνίες άδειας χρήσης, έχουν καταβληθεί στην ολότητά τους και ως εκ τούτου ουδέν ποσό οφείλεται στις Ενάγουσες. 

 

Οι Ενάγουσες, κατά παράβαση των υποχρεώσεων της Τράπεζας από τη συμφωνία πώλησης του Ξενοδοχείου, δεν προχώρησαν στην καταβολή των οφειλόμενων φόρων και άλλων τελών προς τις αρμόδιες αρχές.  Η παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων των Εναγουσών έχει ως αποτέλεσμα η Εναγόμενη και η CMA να λαμβάνουν μέχρι και σήμερα έντυπα επιβολής φορολογίας και άλλων τελών από τις αρμόδιες αρχές.  Κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας πώλησης του Ξενοδοχείου, δεν υπήρχε οποιαδήποτε οφειλή προς αρμόδια αρχή η οποία να επηρέαζε τη μεταβίβαση του Ξενοδοχείου. 

 

Η αδράνεια των 17 ετών που επέδειξαν οι Ενάγουσες για τη μεταβίβαση του Ξενοδοχείου, η άρνησή τους να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό προς τις αρμόδιες αρχές και η εκφρασθείσα θέση τους ότι η μεταβίβαση είναι αδύνατη, καταδεικνύει ότι ουδέποτε είχαν πρόθεση να εκτελέσουν τη συμφωνία πώλησης η οποία έχει, πλέον, ματαιωθεί. 

 

Αντεξεταζόμενος, δήλωσε ότι δεν θυμόταν την επιστολή - Τεκμήριο 33 η οποία στάλθηκε προς την Τράπεζα και με την οποία η Εναγόμενη ζητούσε όπως της δοθεί δικαίωμα αγοράς του Ξενοδοχείου μέχρι τις 30.05.2014. 

 

Διαφώνησε με τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγουσών, ότι τα μοναδικά δικαιώματα χρήσης τα οποία έχουν εξοφληθεί αφορούν την περίοδο που κάλυπτε η πρώτη συμφωνία άδειας χρήσης – Τεκμήριο 4.  Αρνήθηκε, ότι οφείλονται τα δικαιώματα χρήσης που αξιώνουν οι Ενάγουσες, λέγοντας ότι η άδεια χρήσης εξέπνευσε στις 18.04.2014 και, επομένως, δεν μπορούν να διεκδικούνται οποιαδήποτε δικαιώματα μετά την προαναφερόμενη ημερομηνία.  Συμφώνησε, ωστόσο, με τον κ. Σιδερά ότι η Εναγόμενη εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να κατέχει το Ξενοδοχείο.  Περαιτέρω, συμφώνησε ότι το πωλητήριο έγγραφο του Ξενοδοχείου εξακολουθεί να είναι κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο.

 

Ερωτηθείς για ποιο λόγο δεν παραδόθηκε η κατοχή του Ξενοδοχείου στις Ενάγουσες μετά τη λήξη της άδειας χρήσης, απάντησε ότι ο αγοραστής δεν ενδιαφέρθηκε να καταβάλει τον φόρο ακίνητης ιδιοκτησίας και τα σχετικά τέλη. Ως εκ τούτου η Εναγόμενη αναγκάστηκε να διατηρήσει την κατοχή του Ξενοδοχείου επωμιζόμενη και έξοδα για τη διατήρηση της ασφάλειάς του. 

 

Στην υποβληθείσα θέση, ότι η κατοχή και χρήση του Ξενοδοχείου από την Εναγόμενη είναι παράνομη, απάντησε ότι οι Ενάγουσες εδώ και 17 χρόνια ουδέποτε ενδιαφέρθηκαν για τη μεταβίβαση του Ξενοδοχείου, ούτε και κάλεσαν την Εναγόμενη να προσέλθει στο Κτηματολόγιο για να μεταβιβαστεί ο τίτλος ιδιοκτησίας των ακινήτων και του Ξενοδοχείου.

 

Αξιολόγηση

Μέσα από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων και τη μη αμφισβητηθείσα μαρτυρία, αναδεικνύονται τα πιο κάτω γεγονότα ως παραδεκτά:

·         Η Εναγόμενη και η CMA είναι οι εγγεγραμμένες  ιδιοκτήτριες του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/12277, Σχ. 2-260-370, Αρ. Τεμαχίου 452 και του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/12277, Σχ. 2-260-370, Αρ. Τεμαχίου 452 με μερίδιο 9/10 και 1/10 αντίστοιχα. Επί των προαναφερόμενων ακινήτων ανεγέρθηκε το Ξενοδοχείο.

·         Δυνάμει συμφωνίας πώλησης ημερ. 24.06.2009, η Εναγόμενη και η CMA πώλησαν στην Τράπεζα τα ακίνητα και το Ξενοδοχείο περιλαμβανομένου του κινητού και ακίνητου εξοπλισμού του έναντι του συνολικού τιμήματος πώλησης των €17.500.000.  Το τίμημα πώλησης καταβλήθηκε από την Τράπεζα στις προαναφερόμενες εταιρείες.

·         Η συμφωνία πώλησης ημερ. 24.06.2009 κατατέθηκε στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο και φέρει τον αριθμό ΠΩΕ 730/2009. 

·         Στις 24.06.2009 υπογράφηκε μεταξύ της Τράπεζας και της Εναγόμενης συμφωνία άδειας χρήσης του Ξενοδοχείου δυνάμει της οποίας παραχωρήθηκε στην Εναγόμενη άδεια χρήσης για περίοδο δύο ετών, ήτοι για την περίοδο 25.06.2009 - 24.06.2011.  Ως ετήσιο δικαίωμα χρήσης συμφωνήθηκε το ποσό των €525.000. 

·         Στις 18.04.2012 υπογράφηκε μεταξύ της Τράπεζας και του Ομίλου περιλαμβανομένης της Εναγόμενης, συμφωνία αναδιάρθρωσης των τραπεζικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στον Όμιλο και την Εναγόμενη από την Τράπεζα. Στο πλαίσιο της πιο πάνω συμφωνίας αναγνωρίστηκε ότι υπήρχαν καθυστερημένα δικαιώματα άδειας χρήσης του Ξενοδοχείου τα οποία μέχρι τις 24.10.2011 ανέρχονταν στο ποσό των €831.250. 

·         Στις 18.04.2012 υπογράφηκε νέα συμφωνία άδειας χρήσης του Ξενοδοχείου δυνάμει της οποίας παραχωρήθηκε στην Εναγόμενη άδεια χρήσης για περίοδο 2 ετών, ήτοι για την περίοδο 18.04.2012 - 18.04.2014.  Το ετήσιο δικαίωμα χρήσης συμφωνήθηκε στο ποσό των €504.000. 

·         Η Τράπεζα καταχώρησε εναντίον της Εναγόμενης την αγωγή με αρ.1560/2012 Ε.Δ. Λάρνακας.  Στο πλαίσιο της πιο πάνω αγωγής εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα ειδικής εκτέλεσης του πωλητηρίου εγγράφου του Ξενοδοχείου. Κατόπιν σχετικών διαταγμάτων, η ισχύς του διατάγματος ειδικής εκτέλεσης ανανεώθηκε μέχρι και τις 31.07.2023.  Έκτοτε δεν μεσολάβησε νέο διάταγμα ανανέωσης της ισχύος του διατάγματος ειδικής εκτέλεσης.  

·         Η Ενάγουσα 1 ουδέποτε εκχώρησε στην Ενάγουσα 2 τα δικαιώματά της από το πωλητήριο έγγραφο του Ξενοδοχείου ημερ.24.06.2009. 

·         Οι Ενάγουσες ουδέποτε έλαβαν τη φυσική κατοχή του Ξενοδοχείου. 

·         Η Εναγόμενη εξακολουθεί μέχρι σήμερα να κατέχει το Ξενοδοχείο.

 

Έχοντας παραθέσει τα γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος, θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Στην Κωνσταντίνου ν. Βάσου Θεοδώρου, ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας Μαρίας Νίκου Λάμπρου, το γένος Στέφανου Ιακωβίδη, Πολ. Έφ. αρ.388/2014, ημερ.03.04.2023, ECLI:CY:AD:2023:A126, υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να ασχοληθεί με κάθε πτυχή της μαρτυρίας κατά την αξιολόγηση, τοσούτω μάλλον όταν η πιθανή επίδραση δεν θα μπορούσε παρά να είναι ασήμαντη ή ακόμη και μηδενική.

 

Με γνώμονα τα πιο πάνω, η αξιολόγηση θα γίνει μόνο επί των διιστάμενων εκδοχών που σχετίζονται με ζητήματα τα οποία διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής (Παπαλλής κ.ά. ν. Κυριακίδη (2008) 1Α Α.Α.Δ 83 και SP CONSULTANCY LTD κ.α vTRANSTEAM LTD κ.α (2016) 1Β Α.Α.Δ 980). Η δε διεργασία της αξιολόγησης θα διεξαχθεί με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, τη λογικότητα και τη συνοχή της μαρτυρίας τους, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Μαυροσκούφη ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ (2014) 1Α Α.Α.Δ. 339). 

 

Το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ παρέμεινε αναντίλεκτο και περιλαμβάνεται στα παραδεκτά γεγονότα που έχουν ήδη καταγραφεί πιο πάνω.

 

Το κρίσιμο σημείο επί του οποίου αντεξετάστηκε ο ΜΕ αφορούσε τα οφειλόμενα δικαιώματα χρήσης του Ξενοδοχείου. Επ’ αυτού ο μάρτυρας δήλωσε ότι ουδέν ποσό καταβλήθηκε σε σχέση με τη συμφωνία άδειας χρήσης ημερομηνίας 18.04.2012 (Τεκμήριο 10). Όταν, ωστόσο, κλήθηκε να αναλύσει πως προκύπτει το ποσό των €2.086.282,26 το οποίοι διεκδικείται για την περίοδο 24.11.2011 – 17.11.2015, δεν ήταν σε θέση να το πράξει και περιορίστηκε να παραπέμψει στους όρους της πιο πάνω αναφερόμενης συμφωνίας.

 

Αποδέχομαι τη θέση του ΜΕ ως προς το ότι η Εναγόμενη δεν κατέβαλε οποιοδήποτε τέλος χρήσης αναφορικά με τη συμφωνία άδειας χρήσης – Τεκμήριο 10. Επί της ουσίας, ο επίμαχος ισχυρισμός του ΜΕ δεν έτυχε βάσιμης αμφισβήτησης καθώς, πέραν της γενικής υποβολής περί χρέωσης των δικαιωμάτων χρήσης στους λογαριασμούς της Εναγόμενης, δεν τέθηκε οτιδήποτε απτό στον μάρτυρα προς τεκμηρίωση της θέσης της Εναγόμενης. Επισημαίνω, ότι δεν υπήρξε αντίλογος στην απάντηση του ΜΕ, ότι χρέωση σε λογαριασμούς της Εναγόμενης υπήρξε μόνο σε σχέση με την πρώτη συμφωνία άδειας χρήσης – Τεκμήριο 4.

 

Δεν παραβλέπω, ότι ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να αναλύσει τις οφειλές της περιόδου 24.11.2011 – 17.11.2015 και περιορίστηκε στο να παραπέμψει στους όρους του Τεκμηρίου 10. Αυτή η αδυναμία δεν επηρεάζει, κατά την κρίση μου, τη θέση του περί της μη πληρωμής των δικαιωμάτων χρήσης για την προαναφερόμενη περίοδο.  Έχει, όμως, αντίκτυπο ως προς την τεκμηρίωση του κατ΄ ισχυρισμού οφειλόμενου ποσού των €2.086.282,26.

 

Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ο ΜΕ δεν ήταν σε θέση να αναλύσει το ποσό των €2.086.282,26. Περιορίστηκε να παραπέμψει στη συμφωνία άδειας χρήσης – Τεκμήριο 10. Η εν λόγω συμφωνία, ωστόσο, δεν καλύπτει το σύνολο της επίμαχης περιόδου. Υπενθυμίζεται, ότι η συμφωνία κάλυπτε την περίοδο 18.04.2012 - 18.04.2014, ενώ η επίμαχη περίοδος εκτείνεται από τις 24.11.2011 μέχρι και τις 17.11.2015. Συνεπώς, το μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ στην έκταση που αφορά το ύψος του διεκδικούμενου ποσού δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να γίνει αποδεκτό.

 

Κατά τα λοιπά, η αντεξέταση του ΜΕ εστιάστηκε στις πληρωμές τελών και φόρων προς αρμόδιες αρχές, στο κατά πόσο οι Ενάγουσες ήταν υπόχρεες για τις εν λόγω πληρωμές, καθώς και στα διαβήματα που έγιναν ή καλύτερα δεν έγιναν για μεταβίβαση του Ξενοδοχείου στις Ενάγουσες. Θεωρώ, ότι τα πιο πάνω ζητήματα εκφεύγουν των επιδίκων θεμάτων της παρούσας διαφοράς. Υπενθυμίζεται, ότι οι Ενάγουσες μέσω της Έκθεσης Απαίτησης αποδίδουν στην Εναγόμενη τη διάπραξη του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης στη βάση της ισχυριζόμενης παραβίασης των συμφωνιών άδειας χρήσης και ειδικότερα της συμφωνίας άδειας χρήσης ημερομηνίας 18.04.2012 – Τεκμήριο 10. Από την άλλη, η Εναγόμενη στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση αξιώνει την έκδοση αναγνωριστικών και/ή δηλωτικών αποφάσεων ως προς το ότι οι συμφωνίες άδειας χρήσης ημερομηνίας 24.06.2009 και 18.04.2012 είναι εξ υπαρχής άκυρες. Δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός για παραβίαση των υποχρεώσεων των Εναγουσών λόγω της μη πληρωμής φόρων και τελών ή ότι οι τελευταίες ευθύνονται για τη μη μεταβίβαση του Ξενοδοχείου.

Στη βάση, επομένως, των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων, το κατά πόσο λήφθηκαν ή όχι διαβήματα για τη μεταβίβαση της κυριότητας του Ξενοδοχείου ή ο λόγος για τον οποίο, δεν μεταβιβάστηκε μέχρι σήμερα στις  Ενάγουσες δεν αποτελούν επίδικα ζητήματα. Πολύ δε περισσότερο από τη στιγμή που είναι παραδεκτό, ότι η συμφωνία πώλησης του Ξενοδοχείου (Τεκμήριο 3) δεν ακυρώθηκε και εξακολουθεί να είναι κατατεθειμένη στο Κτηματολόγιο.

 

Ομοίως, θεωρώ ότι εκφεύγουν των επιδίκων ζητημάτων και οι αναφορές που περιλαμβάνονται στο Έγγραφο Α σε σχέση με συμφωνίες που καταρτίστηκαν με άλλες εταιρείες του Ομίλου, τον διορισμό παραλήπτη/διαχειριστή στην Εναγόμενη και σε άλλες εταιρείες του Ομίλου, καθώς και σε σχέση με τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν για εξώδικη διευθέτηση.  

 

Κλείνοντας το κεφάλαιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΕ, σημειώνω ότι η μαρτυρία του, με εξαίρεση τα σημεία που προσδιορίστηκαν πιο πάνω, κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας, ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός, είτε εξ ολοκλήρου, είτε μερικώς, νοουμένου ότι κρίνεται εν γένει αξιόπιστος (Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1Α Α.Α.Δ 454 και Mustafa ν. Κακουρή κ.α. (2002) 1Α Α.Α.Δ 165). Το όλο ζήτημα τέθηκε ως εξής στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Τταντής, Πολ. Έφ. αρ.90/2018, ημερ.11.10.2024:

 

«Βέβαια θα πρέπει στο σημείο αυτό να υποδείξουμε ότι η μερική αποδοχή της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, σε αντίθεση με το σύνολο της δεν αποτελεί διάβημα δικανικά μεμπτό, αντινομικό ή απαράδεκτο. Τουναντίον το δικαίωμα αυτό ανάγεται στην ευχέρεια αξιολόγησης της μαρτυρίας και της δυνατότητας για ορθολογιστική εκτίμηση της. Προϋπόθεση βέβαια είναι ο πυρήνας της μαρτυρίας να κριθεί ως αυθεντικός και ο μάρτυρας εν γένει αξιόπιστος. Δεν νοείται να απορρίπτεται μια μαρτυρία ως αναξιόπιστη και στη συνέχεια να διασώζονται μέρη αυτής της μαρτυρίας (βλ.Georghiades v. The Police (1985) 2 C.L.R. 56, Kades v. Nicolaou and another (1986) 1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panagiotou (1988) 1 C.L.R. 257, Μιχαήλ v. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 168, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Μανώλη (1995) 2 Α.Α.Δ. 207, Καρεκλά v. Κλεάνθους (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 1199, Ιωάννου v. Κουννίδη (1998) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1215 και Χρίστου v. Khoreva (ανωτέρω).»

 

Η μαρτυρία του ΜΥ επικεντρώθηκε σε δύο άξονες. Ο πρώτος αφορούσε τη θέση περί ματαίωσης της συμφωνίας πώλησης του Ξενοδοχείου και ο δεύτερος την πλήρη εξόφληση των τελών χρήσης που αφορούσαν τις περιόδους που κάλυπταν οι συμφωνίες άδειας χρήσης ημερομηνίας 24.06.2009 και 18.04.2012 (Τεκμήρια 4 και 10).  Για τους λόγους που θα προσπαθήσω να εξηγήσω πιο κάτω, θεωρώ ότι στερείται βαρύτητας η μαρτυρία του ΜΥ.

 

Η θέση του ΜΥ περί της ισχυριζόμενης ματαίωσης της συμφωνίας πώλησης του Ξενοδοχείου παρουσιάζει, κατά την άποψή μου, το εξής θεμελιώδες πρόβλημα. Η υπό αναφορά μαρτυρία βρίσκεται εκτός των δικογραφημένων ισχυρισμών της Εναγόμενης. Συγκεκριμένα, στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί ματαίωσης της υπό αναφορά συμφωνίας, ούτε και προβάλλονται τέτοια γεγονότα που θα δικαιολογούσαν επίκληση του δόγματος της ματαίωσης κατ’ εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 56(2) και (3) του Κεφ.149.  Ό,τι προωθείται στο δικόγραφο της Εναγόμενης είναι η θέση περί ακυρότητας της συμφωνίας πώλησης, καθώς και των λοιπών συμφωνιών που υπογράφηκαν στις 24.06.2009 και 18.04.2012, λόγω του ότι αποτελούν προϊόν δόλου και/ή απειλών και/ή εκβιασμού και/ή εκφοβισμού και/ή πίεσης. Μάλιστα, προς υποστήριξη των εν λόγω ισχυρισμών παρατίθενται και σχετικές λεπτομέρειες.

 

Η σημασία των δικογράφων έχει κατ’ επανάληψη τονιστεί στη νομολογία. Εν ολίγοις τα δικόγραφα αποτελούν το θεμέλιο της δίκης και αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων (Γεωργιάδη κ.α ν. Συνεργατικής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Πολ. Έφ. αρ.376/2014, ημερ.16.03.2023), ECLI:CY:AD:2023:A90.  Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τη ματαίωση το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση A.N. Stasis Estates Co. Ltd v. Waldner κ.α (1998) 1Α Α.Α.Δ 250, υιοθέτησε τη θέση των εκεί Εφεσίβλητων, ότι δεν θα μπορούσε να εξεταστεί τέτοιο ζήτημα εφόσον δεν τέθηκε στην Υπεράσπιση.

 

Περαιτέρω, αποτελεί πάγια αρχή της νομολογίας, ότι μαρτυρία η οποία εκφεύγει των δικογραφημένων θέσεων δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη (Μελάς ν. Κυριάκου (2003) 1Β Α.Α.Δ 826, Παπά ν. D. Stavrinos Constructions Ltd, Πολ. Έφ. αρ.217/2008, ημερομηνίας 21.02.2017, ECLI:CY:AD:2017:A56 και Demar Kronos Limited v. Gray κ.α., Πολ. Έφ. αρ.264/2014, ημερομηνίας 22.02.2023), ECLI:CY:AD:2023:A62.

Ως εκ των ανωτέρω, οι ισχυρισμοί του ΜΥ ότι η συμφωνία πώλησης ματαιώθηκε λόγω της αδράνειας που επέδειξαν οι Ενάγουσες για τη μεταβίβαση του Ξενοδοχείου, όπως αυτή προκύπτει από την πάροδο 17 ετών από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας πώλησης χωρίς ουδέποτε να ζητήσουν τη μεταβίβαση, δεν μπορούν, στην απουσία του απαραίτητου δικογραφικού υποβάθρου, να ληφθούν υπόψη. Για τους ίδιους λόγους θα αγνοηθούν και οι ισχυρισμοί του μάρτυρα, ότι οι Ενάγουσες δεν συμπεριφέρθηκαν ως ιδιοκτήτες αφού ουδέποτε κατέβαλαν οποιαδήποτε τέλη ή φόρους σχετιζόμενους με την ιδιοκτησία των ακινήτων και του Ξενοδοχείου.

 

Εν πάση περιπτώσει, το δόγμα της ματαίωσης δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Τούτο, διότι στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας δεν μεσολάβησε οποιοδήποτε εξωτερικό γεγονός το οποίο να καθιστά αδύνατη την εκτέλεση της συμφωνίας πώλησης. Αυτό που αποδίδει η Εναγόμενη στις Ενάγουσες είναι αδράνεια ή αδιαφορία στην εκτέλεση της συμφωνίας. Με άλλα λόγια, αποδίδει ευθύνη στις Ενάγουσες. Η ματαίωση, όμως, αφορά εξωτερικά γεγονότα. Στην Δήμος Στροβόλου ν. Επίσημος Παραλήπτης, προσωρινός εκκαθαριστής της εταιρείας P.C. Infomedia Publications Ltd κ.α, Πολ. Έφεση αρ.125/2011, ημερ.20.01.2017, ειπώθηκαν τα ακόλουθα ως προς την εφαρμογή του δόγματος της ματαίωσης:

 

«Είναι θεμελιωμένο ότι το δόγμα της ματαίωσης εφαρμόζεται μέσα σε στενά πλαίσια. Το δόγμα αυτό δεν εφαρμόζεται ελαφρά τη καρδία για να απαλλάξει συμβαλλομένους από κακές συμφωνίες. Στην αρχική υπόθεση Taylor vCaldwell [1863] 3 B & S 826 καθιερώθηκε η αρχή ότι η ματαίωση μιας σύμβασης δικαιολογείται στην περίπτωση που η σύμβαση καθίσταται αδύνατο να εκτελεστεί, εξαιτίας της εξαφάνισης του αντικειμένου της σύμβασης, χωρίς να ευθύνεται ο συμβαλλόμενος που επικαλείται τη ματαίωση. Η αιτία της ματαίωσης μιας σύμβασης πρέπει να είναι μια εξωτερική αλλαγή της κατάστασης.

 

Μια αλλαγή στο νόμο ή στη νομική θέση που διέπει τη σύμβαση, μετά την υπογραφή της, αναγνωρίζεται ως έγκυρος λόγος ματαίωσης της σύμβασης (Δέστε: Baily vDe Crespigny [1869] L.R. 4 Q.B., 180). Στην υπόθεση Davis Contractors Ltd vFareham U.D.C. [1956] A.C. 696 τονίστηκε ότι για να υπάρξει ματαίωση σύμβασης θα πρέπει η συμβατική υποχρέωση να έχει καταστεί αδύνατο να εκτελεστεί, χωρίς ευθύνη του συμβαλλόμενου που την επικαλείται, εξαιτίας περιστάσεων που κατέστησαν την εκτέλεση της υποχρέωσης ριζικά διαφορετική από εκείνη που ο συμβαλλόμενος έχει αναλάβει.»

 

Προχωρώ στον δεύτερο άξονα της μαρτυρίας του ΜΥ.  Σημειώνω, ότι οι αναφορές του περί εξόφλησης των δικαιωμάτων χρήσης σε σχέση με τη συμφωνία άδειας χρήσης ημερομηνίας 18.04.2012 όχι μόνο δεν αποδείχθηκαν, αλλά αντικρούονται από Τεκμήρια που επικαλέστηκε ο ίδιος στην προσπάθεια του να αποδείξει την ισχυριζόμενη εξόφληση. Συγκεκριμένα, ο ΜΥ επικαλέστηκε τα Τεκμήρια 6 και 35. Στα προαναφερόμενα Τεκμήρια καταγράφεται στις 25.06.2012 χρέωση με την περιγραφή, RENTS FOR HENIPA”, για τα ποσά των €616.147,44 και €215.102,56 αντίστοιχα.

 

Καταρχάς, παρατηρώ, ότι σύμφωνα με την άδεια χρήσης ημερομηνίας 18.04.2012 (Τεκμήριο 10), το ετήσιο δικαίωμα χρήσης ήταν €504.000. Επομένως, για τα δύο έτη που προέβλεπε η συμφωνία τα δικαιώματα χρήσης θα ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των €1.008.000. Μάλιστα, σύμφωνα με τον όρο 5.1 της συμφωνίας, τα δικαιώματα χρήσης δεν θα καταβάλλονταν εφάπαξ αλλά ως εξής:

 

«5.1 Το εκάστοτε πληρωτέο ετήσιο δικαίωμα χρήσης θα καταβάλλεται από την IRONHOLD στην ΤΡΑΠΕΖΑ και/ή στην MEMDES και/ή όπου αλλού οι ίδιες υποδείξουν κατά την απόλυτη κρίση τους, ως ακολούθως:

 

         (i)        Την περίοδο Νοέμβριο μέχρι Απρίλιο έκαστου έτους, ενοίκιο €28.000 μηνιαίως (εικοσι οχτώ χιλιάδες ευρώ), προκαταβολικώς δηλ. την 1ην ημέραν εκάστου μηνός.

        (ii)        Την περίοδο Μάιο μέχρι Οκτώβριο έκαστου έτους, ενοίκιο €56.000 μηνιαίως (πενήτρα έξι χιλιάδες ευρώ), προκαταβολικώς δηλαδή  την 1ην ημέρα έκαστου μηνός. «

 

Οι πληρωμές που επικαλέστηκε ο ΜΥ παραπέμποντας στα Τεκμήρια 6 και 35 συμποσούνται στο ποσό των €831.250. Είναι, επομένως, φανερό, ότι το πιο πάνω ποσό δεν αντιστοιχεί στα δικαιώματα χρήσης της επίδικης συμφωνίας. Σε κάθε περίπτωση, δεν θα ήταν αναμενόμενο να πληρωθεί εφάπαξ στις 25.06.2012 ποσό της τάξης των €831.250, όταν η ίδια η συμφωνία, η οποία υπογράφηκε δύο μήνες πριν, παραχωρούσε στην Εναγόμενη το δικαίωμα για τμηματική καταβολή των δικαιωμάτων χρήσης. Συγκεκριμένα, στη βάση των όρων του Τεκμηρίου 10, η Εναγόμενη όφειλε να καταβάλει για την περίοδο 18.04.2012 – 25.06.2012, ποσό περί τις €126.000.

 

Είναι ηλίου φαεινότερο, ότι το ποσό των 831.250 αφορούσε τις πληρωμές που έγιναν σε σχέση με τα καθυστερημένα δικαιώματα χρήσης του Ξενοδοχείου μέχρι την περίοδο 24.10.2011. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα από τον όρο 3 της συμφωνίας αναδιάρθρωσης ημερομηνίας 18.04.2012 (Τεκμήριο 7), όπου η Εναγόμενη αναγνώρισε την υποχρέωσή της να καταβάλει το ποσό των €831.250 που αφορούσε τα καθυστερημένα δικαιώματα άδειας χρήσης μέχρι την 24.10.2011. Υπάρχει, επομένως, απόλυτη ταύτιση μεταξύ των καθυστερημένων δικαιωμάτων χρήσης και των πληρωμών που επικαλέστηκε ο ΜΥ παραπέμποντας στα Τεκμήρια 6 και 35. Μάλιστα, με τον όρο 3 του Τεκμηρίου 7, η Εναγόμενη και άλλες εταιρείες του Ομίλου, εξουσιοδότησαν την Τράπεζα να χρεώσει τα οφειλόμενα ποσά σε οποιονδήποτε εκ των λογαριασμών των χρεωστών.  Παραθέτω αυτούσιο το επίμαχο μέρος του όρου 3 (η έμφαση είναι δική μου):

 

« Τα καθυστερημένα ασφάλιστρα που αναφέρονται ανωτέρω και που ήταν πληρωτέα μέχρι την 30 Ιουνίου 2011 ανέρχονται κατά την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας σε €92.941 (ενενήντα δύο χιλιάδες εννιακόσια σαράντα ένα ευρώ) και τα καθυστερημένα ετήσια δικαιώματα άδειας χρήσης ανέρχονταν μέχρι την 24 Οκτωβρίου 2011 σε €831.250 (Οκτακόσιες τριάντα μία χιλιάδες και διακόσια πενήντα ευρώ).  Οι Χρεώστες εξουσιοδοτούν ανέκκλητα την ΤΡΑΠΕΖΑ να χρεώσει, οιονδήποτε ποσό παραμείνει απλήρωτο σε σχέση με τα αναφερόμενα καθυστερημένα ασφάλιστρα και/ή ενοίκια σε οποιονδήποτε εκ των λογαριασμών των χρεωστών και/ή κατά την απόλυτη κρίση της).»

 

Αυτό ακριβώς έπραξε η Τράπεζα μέσω των χρεώσεων στα Τεκμήρια 6 και 35. Η επίκληση των Τεκμηρίων 6 και 35 από τον ΜΥ, προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι ουδέν ποσό οφείλεται ως δικαιώματα χρήσης σε σχέση με τη συμφωνία ημερομηνίας 18.04.2012, ήταν παραπλανητική.

 

Τέλος, αρνητική εντύπωση προκάλεσε και το γεγονός ότι ο ΜΥ απέφευγε να τοποθετηθεί σε σχέση με το ποσό των €17.500.000, το οποίο κατέβαλε η Τράπεζα για την απόκτηση της κυριότητας του Ξενοδοχείου.   Στην προσπάθεια του να τονίσει την ισχυριζόμενη αδράνεια των Εναγουσών, επιχείρησε να υποβαθμίσει το γεγονός ότι η Εναγόμενη και η CMA εισέπραξαν, χωρίς να επιστρέψουν, το τίμημα των €17.500.000.  

 

Ως εκ των ανωτέρω, η μαρτυρία του ΜΥ απορρίπτεται.

 

Ευρήματα

Όλα τα γεγονότα τα οποία έχουν καταγραφεί στο κεφάλαιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας ως παραδεκτά καθίστανται και ευρήματα του Δικαστηρίου. Για σκοπούς οικονομίας θεωρώ ότι δεν χρειάζεται να καταγραφούν εκ νέου.

 

Επιπροσθέτως των πιο πάνω, αποτελεί εύρημά μου ότι η Εναγόμενη δεν κατέβαλε τα δικαιώματα χρήσης για την περίοδο 18.04.2012 – 18.04.2014, τα απορρέουν από τη συμφωνία άδειας χρήσης του Ξενοδοχείου ημερομηνίας 18.04.2012 και ανέρχονται στο συμφωνηθέν ποσό των €504.000 ετησίως.

 

Συμπεράσματα

Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω η αξίωση των Εναγουσών εδράζεται στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης. Ειδικότερα, η Εναγόμενη κατά παράβαση της συμφωνίας άδειας χρήσης ημερομηνίας 18.04.2012 δεν κατέβαλε τα οφειλόμενα δικαιώματα χρήσης και παρέμεινε στην κατοχή του Ξενοδοχείου μετά τη λήξη της προαναφερόμενης άδειας.

 

Προτού εξεταστεί η απόδειξη του αγώγιμου δικαιώματος που επικαλούνται οι Ενάγουσες, θεωρώ ότι προέχει η εξέταση του κατά πόσο δικαιολογείται η προώθηση της παρούσας αγωγής από αμφότερες τις Ενάγουσες. Θεωρώ, ότι η απάντηση είναι αρνητική.

 

Από την προσαχθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι η Ενάγουσα 2 συμπεριλήφθηκε στην αγωγή ενόψει της αναφοράς στο προοίμιο του Τεκμηρίου 10 για την πρόθεση της Τράπεζας να μεταβιβάσει και/ή εκχωρήσει τα δικαιώματά της από τη συμφωνία πώλησης του Ξενοδοχείου στην Ενάγουσα 2. Αυτή η πρόθεση, όμως, κατά ρητή παραδοχή του ΜΕ, δεν μετουσιώθηκε σε πράξη. Ελλείψει, επομένως, συμφωνίας εκχώρησης ανάμεσα στις Ενάγουσες, η Ενάγουσα 2 δεν κατέστη εκδοχέας των δικαιωμάτων της Ενάγουσας 1.

 

Στην υπόθεση Ηρακλέους ν. Phar Lap Estates Ltd, Πολ. Έφ. Αρ.237/2014, ημερ.16.05.2022, ECLI:CY:AD:2022:A187, ειπώθηκαν τα ακόλουθα:

«Η απόλυτη και σαφής εκχώρηση δεν άφηνε πλέον περιθώριο νομιμοποίησης του Εφεσείοντα/Εκχωρητή προς διεκδίκηση, με αγωγή, ειδικής εκτέλεσης, χωρίς τη συνένωση του εκδοχέα ως συνενάγοντα. Νέος δικαιούχος του υπό κρίση δικαιώματος ήταν ο εκδοχέας 

 

Στην προκείμενη περίπτωση, εξ αντιδιαστολής, η Ενάγουσα 2 δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση και προώθηση της παρούσας αγωγής εφόσον δεν κατέστη εκδοχέας.

 

Έχοντας ξεκαθαρίσει ότι μόνο η Ενάγουσα 1 μπορεί να παρίσταται ως διάδικος, επανέρχομαι στην εξέταση του αγώγιμου δικαιώματός της. Το αδίκημα που καθιερώνει το άρθρο 43 του Κεφ.148 είναι αδίκημα εναντίον της κατοχής ακινήτου. Συνεπώς, αυτός που νομιμοποιείται στην έγερση αγωγής για άρση της παράνομης επέμβασης είναι ο κάτοχος του ακινήτου. Η νομολογία, ωστόσο, αναγνώρισε τέτοιο δικαίωμα και στον ιδιοκτήτη που δεν έχει κατοχή υπό την προϋπόθεση ότι από την παράνομη επέμβαση προκαλείται ζημιά ή η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα (Λάμπρου κ.α. ν. Κεφάλα κ.α. (2000) 1Γ Α.Α.Δ 1516 και Καΐλης κ.α. ν. Κώστας Μιχαήλ Λειβαδιώτης Λτδ κ.α., Πολ. Έφ. Αρ.133/2012, ημερ.28.11.2017), ECLI:CY:AD:2017:A419.

 

Η βασική θέση της Εναγόμενης, όπως αυτή συνοψίστηκε στην αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της (βλ. σελ. 11 της αγόρευσης), συνίσταται στο ότι οι Ενάγουσες δεν είναι πλέον δικαιούμενες σε εγγραφή του Ξενοδοχείου. Η πιο πάνω θέση βασίζεται στα ακόλουθα επιμέρους γεγονότα:

 

1.    Οι Ενάγουσες ουδέποτε απέκτησαν πραγματική κατοχή του Ξενοδοχείου.

2.    Οι Ενάγουσες δεν είναι εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες του Ξενοδοχείου. Αντιθέτως, εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες είναι η Εναγόμενη και η CMA.

3.    Οι Ενάγουσες δεν έχουν οποιοδήποτε ενεργό δικαίωμα επί του Ξενοδοχείου, καθώς δεν επιδίωξαν την εφαρμογή του διατάγματος ειδικής εκτέλεσης, το οποίο εξέπνευσε από τις 31.07.2023.

 

Θεωρώ, ότι τα προαναφερόμενα σημεία δεν αφαιρούν από την Ενάγουσα 1 την ιδιότητα του «ιδιοκτήτη».

 

Καταρχάς, το άρθρο 2 του Κεφ.224 ορίζει ως «κύριο» το πρόσωπο που δικαιούται να εγγραφεί ως ο κύριος οποιασδήποτε ακίνητης ιδιοκτησίας, είτε η τελευταία είναι εγγεγραμμένη επ’ ονόματί του είτε όχι. Στην προκείμενη περίπτωση είναι παραδεκτό γεγονός, ότι ανάμεσα στους διαδίκους υπογράφηκε συμφωνία πώλησης του Ξενοδοχείου (Τεκμήριο 3). Είναι, επίσης, παραδεκτό ότι η Τράπεζα κατέβαλε στην Εναγόμενη και τη CMA το συμφωνηθέν τίμημα αγοράς του Ξενοδοχείου εκ ποσού €17.500.000, καθώς και ότι η συμφωνία πώλησης κατατέθηκε στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι κατατεθειμένη φέροντας τον αριθμό ΠΩΕ730/2009.

 

Τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι η Ενάγουσα 1 εξακολουθεί να είναι πρόσωπο που δικαιούται να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης του Ξενοδοχείου. Επισημαίνω, ότι το εν λόγω ζήτημα αποφασίστηκε στο πλαίσιο της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ κ.α. ν. Ironhold Estates Ltd, Πολ. Έφ. Αρ.Ε116/2016, ημερ.18.09.2023. Η εν λόγω έφεση καταχωρήθηκε από τις Ενάγουσες προσβάλλοντας την ενδιάμεση απόφαση με την οποία ακυρώθηκαν τα προσωρινά διατάγματα που είχαν εξασφαλίσει εναντίον της Εναγόμενης. Το Δικαστήριο, υπό άλλη σύνθεση, αποφάσισε ότι δεν πληρούνταν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ως εσφαλμένη την πιο πάνω προσέγγιση αναφέροντας, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

 

«Ό,τι οι Εφεσείοντες [Ενάγουσες] δεν είχαν την κατοχή του ξενοδοχείου, δεν αφορούσε στην πλήρωση ή όχι των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32, αλλά επρόκειτο για παράμετρο που θα λαμβανόταν υπόψη στο κατά πόσο θα ήταν ορθό και δίκαιο να παραμείνουν σε ισχύ τα εκδοθέντα διατάγματα. Και νωρίτερα, θα έπρεπε η παράμετρος αυτή να είχε προσμετρήσει στο κατά πόσο δικαιολογείτο η έκδοση τους.

 

Ασφαλώς και ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ή ο αγοραστής ακινήτου που δικαιούται να εγγραφεί ως ο ιδιοκτήτης του, όπως ήταν εδώ οι Εφεσείοντες [Ενάγουσες] σε σχέση με το επίδικο ξενοδοχείο, μπορούσε να αξιώσει την ανάληψη της κατοχής του από τον αδειούχο που δεν κατέβαλλε τα δικαιώματα χρήσης του.»

 

Ούτε και το γεγονός της εκπνοής του διατάγματος ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας πώλησης του Ξενοδοχείου επηρεάζει το δικαίωμα της Ενάγουσας 1 να διεκδικεί την κατοχή του Ξενοδοχείου. Οι συνέπειες από τη μη ανανέωση του διατάγματος ειδικής εκτέλεσης εξαντλούνται στο ότι η Ενάγουσα 1 δεν μπορεί να αξιώνει την εγγραφή του Ξενοδοχείου στο όνομά της στη βάση της ειδικής διαδικασίας που προβλέπεται στον Ν.81(Ι)/2011. Η παρούσα αγωγή, όμως, δεν εγείρει ζητήματα εφαρμογής της προαναφερόμενης νομοθεσίας. Υπενθυμίζεται, ότι δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας η μεταβίβαση του Ξενοδοχείου στη βάση του διατάγματος ειδικής εκτέλεσης.

 

Το επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι το κατά πόσο από την παράνομη επέμβαση προκαλείται ζημιά ή η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα. Αυτό, διότι είναι παραδεκτό γεγονός ότι η Ενάγουσα 1 δεν είναι κάτοχος του Ξενοδοχείου.

 

Κατά την άποψή μου, δεν χωρεί αμφιβολία ότι η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα. Η Εναγόμενη παρέμεινε στην κατοχή του Ξενοδοχείου μετά την λήξη της συμφωνίας άδειας χρήσης στις 18.04.2014 και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να το κατέχει κατ’ αποκλεισμό της Ενάγουσας 1. Ειδικότερα, η Εναγόμενη παρέλειψε να παραδώσει την κατοχή του Ξενοδοχείου, παρά το ότι ζητήθηκε από τις Ενάγουσες. Μάλιστα, διαχειρίζεται το Ξενοδοχείο αγνοώντας πλήρως το ότι η Ενάγουσα 1 είναι η δικαιούμενη προς εγγραφή ιδιοκτήτριά του. Πρόκειται, επομένως, για διαρκή επέμβαση. Η φύση της επέμβασης, σε συνδυασμό με την απόλυτη παραγνώριση των δικαιωμάτων της Ενάγουσας 1, προσδίδει σε αυτήν μόνιμο χαρακτήρα.

 

Συνεπώς, η Ενάγουσα 1, ως η δικαιούμενη προς εγγραφή ιδιοκτήτρια νομιμοποιείται να αξιώνει την ανάληψη της κατοχής του Ξενοδοχείου από την Εναγόμενη, έστω κι αν δεν έχει την πραγματική κατοχή ή τον φυσικό έλεγχό του.

 

Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι η Ενάγουσα 1 απέδειξε στο πλαίσιο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, την ύπαρξη επέμβασης στο Ξενοδοχείο. Το βάρος μετατίθεται, πλέον, στους ώμους της Εναγόμενης προκειμένου να αποδείξει ότι η επέμβαση δεν ήταν παράνομη (βλ. άρθρο 43(2) του Κεφ.148 και Παπακοκκίνου ν. Σμυρλή κ.ά. (2001) 1Γ Α.Α.Δ 813 και Μάρκου ν. Χρυσοστόμου κ.ά. (2004) 1Β Α.Α.Δ 1653).

 

Δεν έχει προσκομιστεί αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει ότι η επέμβαση δεν ήταν παράνομη. Ούτε και το αναντίλεκτο γεγονός, ότι η Εναγόμενη εξακολουθεί να είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του Ξενοδοχείου κατά 9/10 μερίδιο και ουδέποτε απώλεσε την κατοχή του, αναιρούν το παράνομο της επέμβασής της. Επαναλαμβάνω, ότι η Εναγόμενη συμφώνησε να πωλήσει το μερίδιο της στην Τράπεζα εισπράττοντας το ανάλογο τίμημα το οποίο, στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, καρπώθηκε και ουδέποτε επέστρεψε. Επομένως, έστω κι αν τυπικά παραμένει ιδιοκτήτρια, επί της ουσίας με την πώληση απώλεσε τα σχετικά δικαιώματά της.

 

Άλλωστε, το ότι δεν μπορεί να αντλεί δικαιώματα από το γεγονός ότι εξακολουθεί τυπικά να παραμένει εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια, το αναγνώρισε και η ίδια η Εναγόμενη με την υπογραφή των συμφωνιών άδειας χρήσης – Τεκμήρια 4 και 10. Είναι στη βάση αυτών των συμφωνιών που διατήρησε, μετά τις 24.06.2009, το δικαίωμα κατοχής του Ξενοδοχείου. Όπως ειπώθηκε πιο πάνω, η τελευταία άδεια χρήσης εξέπνευσε στις 18.04.2014, με αποτέλεσμα έκτοτε να κατέχει παράνομα το Ξενοδοχείο.

 

Επισημαίνω, ότι η Ενάγουσα 1 ουδέποτε συγκατατέθηκε στην κατοχή του Ξενοδοχείου μετά την εκπνοή της άδειας χρήσης στις 18.04.2014, ούτε και αποποιήθηκε των δικαιωμάτων της. Αντιθέτως, με τις επιστολές ημερομηνίας 15.12.2015 και 03.02.2016 (Τεκμήρια 24 και 26 αντίστοιχα) απαίτησε την πληρωμή των καθυστερημένων δικαιωμάτων χρήσης και την παράδοση της κατοχής του Ξενοδοχείου.

 

Προχωρώ στο ζήτημα των θεραπειών που δικαιούται η Ενάγουσα 1, ξεκινώντας από τις αποζημιώσεις. Οι τελευταίες διακρίνονται σε τρία επιμέρους κονδύλια, δηλαδή στα καθυστερημένα δικαιώματα χρήσης, στις αποζημιώσεις λόγω της παράνομης επέμβασης και στις τιμωρητικές αποζημιώσεις.

 

Σε σχέση με τα καθυστερημένα δικαιώματα χρήσης διεκδικείται το ποσό των €2.086.282,26. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ, το εν λόγω ποσό καλύπτει την περίοδο 24.11.2011 – 17.11.2015. Όπως επισημάνθηκε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του, ο ΜΕ δεν ήταν σε θέση να αναλύσει το ποσό των €2.086.282,26 και περιορίστηκε να παραπέμψει στη συμφωνία άδειας χρήσης. Προφανώς, εννοεί την άδεια χρήσης – Τεκμήριο 10, εφόσον κατά παραδοχή της Ενάγουσας 1 τα τέλη χρήσης για την πρώτη συμφωνία – Τεκμήριο 4 εξοφλήθηκαν.

 

Το Τεκμήριο 10, ως ήδη αναφέρθηκε, καλύπτει την περίοδο 18.04.2012 – 18.04.2014. Συνεπώς, καλύπτει περίοδο μικρότερη από την περίοδο για την οποία διεκδικείται το ποσό των €2.086.282,26. Ενόψει του κενού που υπάρχει στη μαρτυρία της Ενάγουσας 1 ως προς την απόδειξη του ποσού των €2.086.282,26, παραμένει το εύρημα ότι η Εναγόμενη δεν κατέβαλε τα δικαιώματα χρήσης για την περίοδο 18.04.2012 – 18.04.2014, τα οποία απορρέουν από τη συμφωνία άδειας χρήσης του Ξενοδοχείου ημερομηνίας 18.04.2012 και ανέρχονται στο συμφωνηθέν ποσό των €504.000 ετησίως.

 

Κατά συνέπεια, η Ενάγουσα 1 απέδειξε ότι η Εναγόμενη οφείλει τα συμφωνημένα τέλη άδειας χρήσης εκ ποσού €1.008.000 για την περίοδο 18.04.2012 – 18.04.2014 πλέον  επιβάρυνση προς 10% από τις 18.04.2014 (βλ. όρους 5.1 και 5.3 του Τεκμηρίου 10).

 

Το δεύτερο κονδύλι αφορά τις αποζημιώσεις λόγω παράνομης επέμβασης. Καταρχάς, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το αδίκημα της παράνομης επέμβασης είναι αγώγιμο per se και δεν χρειάζεται η απόδειξη ζημιάς (Adrian Holdings Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία διά του Γενικού Εισαγγελέα (1998) 1 Α.Α.Δ. 1836).

 

Σύμφωνα με τη νομολογία, το μέτρο της αποζημίωσης στις περιπτώσεις παράνομης επέμβασης είναι η ενοικιαστική αξία του ακινήτου (Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου (1992) 1Β Α.Α.Δ 882 και Παπακοκκίνου κ.α. ν. Κυριακίδη (2010) 1Β Α.Α.Δ 789). Παρατηρώ, ότι η Ενάγουσα 1, η οποία φέρει και το σχετικό βάρος απόδειξης, δεν προσέφερε ίχνος μαρτυρίας αναφορικά με την ενοικιαστική αξία του Ξενοδοχείου. Το προαναφερόμενο κενό δεν μπορεί να αναπληρωθεί από το συμφωνηθέν τέλος άδειας χρήσης του Τεκμηρίου 10. Σε κάθε περίπτωση, δεν προβλήθηκε ισχυρισμός ότι τα συμφωνηθέντα τέλη άδειας χρήσης καθορίστηκαν στη βάση της ενοικιαστικής αξίας του Ξενοδοχείου.

 

Συνεπώς, εφόσον δεν αποδείχθηκε το ύψος της ζημιάς, η Ενάγουσα 1 δικαιούται μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις (Παπακοκκίνου κ.α. ν. Κυριακίδη ανωτέρω), οι οποίες ορίζονται στο ποσό των €100.

 

H Ενάγουσα 1 αξιώνει, επίσης, την επιδίκαση τιμωρητικών ή παραδειγματικών αποζημιώσεων. Στην Ερωτοκρίτου ν. Θεοδώρου κ.ά. (1997) 1 Α.Α.Δ 1800, το Ανώτατο Δικαστήριο, επιβεβαίωσε τη δυνατότητα επιδίκασης τιμωρητικών  αποζημιώσεων  σε  περιπτώσεις αστικών αδικημάτων. Ό,τι προκύπτει από τη νομολογία (Papakokkinou a. ο. v. Kanther (1982) 1 C.L.R. 65 και Stassinos Investment and Finance Ltd v. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κ.α. Πολ. Εφ, Αρ.142/2013, ημερ.03.03.2020), είναι ότι τιμωρητικές αποζημιώσεις επιδικάζονται στις περιπτώσεις όπου ο Εναγόμενος επιδεικνύει ακραία αλαζονική ή καταπιεστική συμπεριφορά, η οποία τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος και για την οποία επιβάλλεται η τιμωρία του ως ένδειξη απέχθειας με την οποία ο νόμος αντιμετωπίζει τέτοια συμπεριφορά.

 

Η συμπεριφορά της Εναγόμενης δεν φθάνει, κατά την κρίση μου, στα όρια της ακραίας αλαζονικής ή καταπιεστικής συμπεριφοράς. Υπό τις περιστάσεις, λαμβάνοντας υπόψη και το ότι η Ενάγουσα 1 ενώ είχε εξασφαλίσει διάταγμα ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας πώλησης του Ξενοδοχείου δεν το εφάρμοσε, θεωρώ ότι δεν ενδείκνυται η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων.

 

Κατάληξη

Για τους λόγους που προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω, κρίνω ότι η Ενάγουσα 1 απέδειξε στο πλαίσιο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την υπόθεση της εναντίον της Εναγόμενης.  Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας 1 και εναντίον της Εναγόμενης ως ακολούθως:

 

·         €1.008.000 πλέον 10% επιβάρυνση επί του εν λόγω ποσού από τις 18.04.2014 μέχρι εξόφλησης ως οφειλόμενα δικαιώματα χρήσης.

 

·         €100,00 ως ονομαστικές αποζημιώσεις.

 

·         Διάταγμα το οποίο απαγορεύει στην Εναγόμενη και/ή υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο εκ μέρους και/ή για λογαριασμό της από το να εισέρχονται και/ή κατέχουν και/ή χρησιμοποιούν και/ή εκμεταλλεύονται και/ή άλλως πως επεμβαίνουν στο χώρο και/ή υποστατικά του ξενοδοχείου με την επωνυμία HENIPA το οποίο βρίσκεται και/ή έχει ανεγερθεί στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/12277, Σχ. 2-260.370, Αρ. Τεμαχίου 452 στη Βορόκληνη της Επαρχίας Λάρνακας.

 

·         Διάταγμα το οποίο διατάσσει την Εναγόμενη και/ή υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή  οποιοδήποτε πρόσωπο εκ μέρους και/ή για λογαριασμό της όπως εντός 30 ημερών από την επίδοση του διατάγματος παραδώσουν στην Ενάγουσα 1 κενή και ελεύθερη κατοχή του ξενοδοχείου με την επωνυμία HENIPA το οποίο βρίσκεται και/ή έχει ανεγερθεί στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/12277, Σχ. 2-260.370, Αρ. Τεμαχίου 452 στη Βορόκληνη της Επαρχίας Λάρνακας.

 

Η ανταπαίτηση της Εναγόμενης απορρίπτεται.   Η απαίτηση της Ενάγουσας 2, επίσης, απορρίπτεται.

 

Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας 1 και εναντίον της Εναγόμενης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.  Νοείται, ότι ενόψει της συνεκδίκασης της απαίτησης με την ανταπαίτηση η Ενάγουσα 1 δικαιούται σε ένα σετ εξόδων.

 

Όσον αφορά την απόρριψη της απαίτησης της Ενάγουσας 2 δεν επιδικάζονται οποιαδήποτε έξοδα, καθώς η απαίτηση της Ενάγουσας 2 ήταν κοινή με την απαίτηση της Ενάγουσας 1, ως επίσης κοινή ήταν και η υπεράσπιση της Εναγόμενης έναντι των Εναγουσών.

 

 

(Υπ.) ……………………………

       Μ. Αγιομαμίτης, Π.Ε.Δ.

 

 

Πιστόν αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο