ΑΝΤΡΟΥΛΛΑ ΝΙΚΟΛΑ ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηλία Ν. Λουκά ν. E.E. FAMILY TAXI LTD, Αρ. Αγ. 564/2017, 13/7/2026
print
Τίτλος:
ΑΝΤΡΟΥΛΛΑ ΝΙΚΟΛΑ ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηλία Ν. Λουκά ν. E.E. FAMILY TAXI LTD, Αρ. Αγ. 564/2017, 13/7/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

Ενώπιον: Λ. Χαβιαρά Ε.Δ.

Αρ. Αγ. 564/2017

Μεταξύ:

 

ΑΝΤΡΟΥΛΛΑ ΝΙΚΟΛΑ ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Ηλία Ν. Λουκά, τέως από Αγγία                                       

                                                    Ενάγουσας

                                                        -και-

                                   

                                     E.E. FAMILY TAXI LTD

                                                                                                     Εναγόμενης

 

Ημερομηνία: 13.7.2026  

 

Εμφανίσεις:   

Για Ενάγουσα: κ. Βασιλέας με κ. Σταυράκη για ΑΝΤΩΝΑΚΗΣ ΣΩΤΗΡΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενη: κ. Χριστοδουλίδης για ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π.ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ 

Εισαγωγικά

Με την πιο πάνω αγωγή η Ενάγουσα αιτείται την έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγόμενης για ποσό €7.800 ως οφειλόμενο υπόλοιπο ενοικίων δυνάμει σύμβασης ενοικιαγοράς και/ή ως υπόλοιπο ενοικίων και/ή ως οφειλόμενο δυνάμει σύμβασης πώλησης. Επιπρόσθετα, αιτείται την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάζεται η Εναγόμενη όπως μεταβιβάσει και εγγράψει στο όνομα της την άδεια οδικής χρήσης αστικού ταξί με αρ. 40045/09 εντός 7 ημερών από της επίδοσης σχετικά του διατάγματος πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα.

 

Σημειώνεται ότι αρχικά η πιο πάνω αγωγή είχε καταχωρηθεί με Ενάγοντα τον αποβιώσαντα Ηλία Ν. Λουκά και κατόπιν σχετικής τροποποίησης συνεχίστηκε με Ενάγουσα την θυγατέρα του, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του.

 

Δικογραφημενοι Ισχυρισμοί

Με βάση την έκθεση απαίτησης, ο αποβιώσαντας ήταν ιδιοκτήτης άδειας οδικής χρήσης αστικού ταξί και μόνιμος κάτοικος Αγγλίας.

Ο αποβιώσαντας στις 6.3.2009 υπόγραψε συμφωνία με την A&H TRANSPORT LTD (η οποία στις 4.1.2010 μετονομάστηκε σε E.E. FAMILY TAXI LTD) για ενοικιαγορά της εν λόγω άδειας χρήσης αστικού ταξί με βάση την οποία η Εναγόμενη θα ενοικίαζε την άδεια χρήσης έναντι του συμφωνημένου τιμήματος των €37.500 το οποίο θα αποπληρωνόταν με προκαταβολή ύψους €6.300 κατά την υπογραφή της συμφωνίας, και ακολούθως με μηνιαίες δόσεις ύψους €450 εκάστη μέχρι εξόφλησης, με την τελευταία δόση να είναι πληρωτέα στις 6.3.2015.

 

Η Εναγόμενη έναντι των πιο πάνω ποσών κατέβαλε το ποσό των €29.700 και παραλείπει μέχρι σήμερα να καταβάλει το ποσό των €7.800. Υπάρχει επιπρόσθετος ισχυρισμός ότι σε άγνωστο χρόνο και παρά την μη εξόφληση του συμφωνηθέντος ποσού, η Εναγόμενη παράνομα και/ή αντισυμβατικά μεταβίβασε την επίδικη άδεια χρήσης ταξί στο όνομα της. Η πιο πάνω συμφωνία τερματίστηκε με επιστολή 23.3.2017 και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις από τον αποβιώσαντα και τους δικηγόρους του, το πιο πάνω ποσό παραμένει απλήρωτο.

 

Η Εναγόμενη μέσω της υπεράσπισης της προβάλλει διάφορες αρνήσεις, αποδεχόμενη όμως παράλληλα ότι κατέβαλλε έναντι της οφειλής της ενοίκια σε τακτά χρονικά διαστήματα. Προτάσσει επίσης τον ισχυρισμό ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό και ότι τα χρήματα που έχει καταβάλει δεν αντικατοπτρίζουν το ποσό που ισχυρίζεται η Ενάγουσα ότι οφείλεται.

 

Υπενθυμίζω και τονίζω την καθιερωμένη αρχή ότι, τα επίδικα θέματα περιορίζονται στα όσα προσδιορίζονται από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των μερών και ότι το Δικαστήριο δεν επιλύει ζητήματα τα οποία δεν αποτελούν μέρος των δικογράφων (βλ. Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (1991) 1 Α.Α.Δ. 24, Λ.Δ. ν. Μ.Φ. Πολ. Εφ. 188/14 ημερομηνίας 19.1.2022, ECLI:CY:AD:2022:A11Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη (2003) 1 Α.Α.Δ. 670, Παρλάτα ν Δημητρίου (2014) 1 Α.Α.Δ. 994).

 

Μαρτυρία

Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας έδωσαν μαρτυρία για την Ενάγουσα η ίδια και ο κ. Χαράλαμπος Καραμανλής (ΜΕ2) ο οποίος είναι στην υπηρεσία του Τμήματος Οδικών Μεταφορών. Για την Εναγόμενη έδωσαν μαρτυρία ο κ. Ευάγγελος Ευαγγέλου, διευθυντής (ΜΥ1) και η κα. Βάσια Σάββα τραπεζικός υπάλληλος (ΜΥ2).

Μαρτυρία Ενάγουσας

Η Ενάγουσα υιοθέτησε και κατάθεσε δήλωση (Έγγραφο Α) στην οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και από συνομιλίες της με τον αποβιώσαντα ο οποίος απεβίωσε στις 2.4.2022. Η Ενάγουσα κατάθεσε επίσης ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο της επίδικης συμφωνίας.

Ανάφερε επίσης στην δήλωση της ότι με βάση το Τεκμήριο 2, ο αποβιώσαντα συμφώνησε να πουλήσει την άδεια οδικής χρήσης ταξί στην Εναγόμενη έναντι του ποσού των €37.500. Με την υπογραφή της συμφωνίας ενοικιαγοράς, η Εναγόμενη θα κατέβαλλε το ποσό των €6.300. Το υπόλοιπο ποσό θα πληρωνόταν με μηνιαίες δόσεις ύψους €450 και η Εναγόμενη ανέλαβε να αποπληρώσει το σύνολο μέχρι την 6.3.2015. Ο αποβιώσαντας ανέλαβε την υποχρέωση να υπογράψει όλα τα σχετικά έγγραφα για τη μεταβίβαση της άδειας στο όνομα της Εναγόμενης. Σε περίπτωση παράβασης κάποιου όρου, δίδεται το δικαίωμα στο αναίτιο μέρος να ζητήσει την πληρωμή αποζημιώσεων και σε περίπτωση αγωγής να καταβάλει όλα τα δικηγορικά έξοδα. Η εν λόγω συμφωνία περιείχε επίσης όρο ότι δεσμεύει τόσο τους συμβαλλόμενους όσο και τους κληρονόμους, διαδόχους και εκδοχείς τους.

Αναφέρει επιπρόσθετα ότι, όπως την ενημέρωσε ο αποβιώσαντας, υπήρχε συναντίληψη ή και ήταν εξυπακουόμενος όρος της επίμαχης συμφωνίας ότι η μεταβίβαση της άδειας θα πραγματοποιείτο με την πλήρη εξόφληση του τιμήματος. Δείχνοντας εμπιστοσύνης στην Εναγόμενη, ο αποβιώσαντας υπόγραψε και παράδωσε τα αναγκαία για την μεταβίβαση έγγραφα στην Εναγόμενη.

Ως περαιτέρω ισχυρίζεται, ο αποβιώσαντας την ενημέρωσε ότι μέχρι την ημερομηνία υπογραφής της επίδικης συμφωνίας, καταβλήθηκε από την Εναγόμενη σε εκείνον το ποσό των €6.300. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας καταβλήθηκαν 51 δόσεις των €450 η κάθε μια, δηλαδή συνολικά το ποσό των €22.950. Προς τούτο κατάθεσε αντίγραφο τραπεζικού λογαριασμού (Τεκμήριο 4) και κατέγραψε τις ημερομηνίες κατά τις οποίες πληρώθηκαν οι δόσεις που αντιστοιχούν στο ποσό των €22.950 ανωτέρω.

Σύμφωνα με όσα αναφέρει ακόμη, το οφειλόμενο ποσό σήμερα είναι €8.250 και όχι €7.800 καθότι όταν ο αποβιώσαντας είχε επισκεφθεί το δικηγορικό γραφείο που την εκπροσωπεί στην διαδικασία υπολόγισε εκ παραδρομής, ότι του καταβλήθηκε ακόμη μια δόση ύψους €450 χωρίς όμως να έχει καταβληθεί. Ισχυρίζεται ακόμη, ότι σε άγνωστο χρόνο και χωρίς να έχει εξοφληθεί το τίμημα, η Εναγόμενη μεταβίβασε στο όνομα της την άδεια.

Με επιστολή των δικηγόρων του αποβιώσαντα ημερομηνίας 17.10.2016 (Τεκμήριο 5), κλήθηκε η Εναγόμενη όπως καταβάλει το ποσό των €7.800 χωρίς ανταπόκριση. Έτσι η συμφωνία τερματίστηκε με επιστολή πάλι των δικηγόρων του αποβιώσαντα ημερομηνίας 23.3.2017 (Τεκμήριο 6).

Στην αντεξέταση της, αναφορικά με την μεταβίβαση της άδειας είπε ότι δεν γνωρίζει πότε έλαβε χώρα και ότι βάση της συμφωνίας θα μεταβιβαζόταν με την εξόφληση. Ερωτώμενη γιατί μεταβιβάστηκε τότε, απάντησε ότι ο αποβιώσαντας έδειξε εμπιστοσύνη στον ΜΥ1 γιατί ήταν συνάδελφοι και υπόγραψε πριν φύγει στο εξωτερικό. Της υποβλήθηκε σχετικά ότι η μεταβίβαση έγινε με την εξόφληση και απάντησε ότι εξ όσων γνωρίζει από τον αποβιώσαντα δεν έλαβε οποιαδήποτε άλλα χρήματα. Συμφώνησε επίσης ότι ο αποβιώσαντας είχε υπογράψει τα έγγραφα μεταβίβασης πριν μεταβεί στο εξωτερικό.

Ρωτήθηκε επίσης εάν έτυχε ο αποβιώσαντας να πουλήσει ξανά άδεια ταξί και είπε ναι αλλά δεν γνωρίζει κάτω από ποιες συνθήκες έγινε η μεταβίβαση. Ο αποβιώσαντας της είπε ότι ξεκίνησε για αυτήν την περίπτωση, τις διαδικασίες διότι η μεταβίβαση είχε γίνει, απλά δεν εξοφλήθηκε. Σε μετέπειτα σειρά σχετικών ερωτήσεων ανάφερε ότι γνωρίζει ότι δεν έχει εξοφληθεί επειδή είχε επικοινωνία με τον αποβιώσαντα πριν αποβιώσει αλλά δεν της ανάφερε πότε μεταβιβάστηκε η άδεια, της είπε όμως ότι είχε υπογράψει τα έγγραφα για τη μεταβίβαση. Ανάφερε ακόμη ότι ο αποβιώσαντας έφυγε για το Λονδίνο το 2011, δεν γνωρίζει όμως πότε πιστοποιήθηκαν τα έγγραφα της μεταβίβασης. Συμφώνησε όμως ότι η πιστοποίηση γίνεται την ώρα της υπογραφής. Συμφώνησε επίσης ότι η Εναγόμενη χρησιμοποιούσε την άδεια για όσο ίσχυε η συμφωνία.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό της υπεράσπισης ότι δεν οφείλεται οποιοδήποτε ποσό, είχε επιβεβαιώσει ότι τις πληροφορίες για την πληρωμή των 51 δόσεων και την πληρωμή του ποσού των €6.3000, τις έλαβε από τον αποβιώσαντα. Ρωτήθηκε επίσης κατά πόσον οι πληρωμές ημερομηνίας 12.2.2009 και 4.3.2009 καταγράφονται στο Τεκμήριο 4 και είπε ότι δεν περιλαμβάνονται. Της υποβλήθηκε επίσης η θέση ότι ο αποβιώσαντας είχε λάβει και επιταγές από την Εναγόμενη, για την οποία απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Διαφώνησε όμως με τη θέση του συνηγόρου της Εναγόμενης ότι, με την πρόσθεση του ποσού των €6.300, των εμβασμάτων και των επιταγών, το τίμημα είχε πλήρως εξοφληθεί.

Σε σχέση με το Τεκμήριο 4 πιο πάνω τέθηκε επίσης η θέση ότι το ποσό των 51 εμβασμάτων δεν αντιστοιχεί στα ποσά που καταγράφονται επί του εν λόγω τεκμηρίου. Συγκεκριμένα της ζητήθηκε να υποδείξει γιατί για κάποιες πληρωμές καταγράφεται η ένδειξη «TRF Loan Foreas» ενώ σε άλλα η ένδειξη «εμβάσματα» και είπε ότι ο εντολέας ήταν η Εναγόμενη υποδεικνύοντας έγγραφο (Τεκμήριο 7) το οποίο ισχυρίστηκε ότι το TRF Loan Foreas γινόταν με εντολέα την Εναγόμενη. Της υποβλήθηκε ακόμη ότι η μεταφορά ποσού €2.700, η πληρωμή 12.2.2009 και η μεταφορά 4.3.2009 που φαίνονται στο Τεκμήριο 4 έγιναν στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας και δεν περιλαμβάνονται στο ποσό των €6.300, θέση με την οποία διαφώνησε.

Μαρτυρία ΜΕ2

Ο ΜΕ2 ανάφερε ότι είναι υπεύθυνος ομάδας εποπτών στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Εργάζεται στο Τμήμα από το 1989. Ο ΜΕ2 είχε στην κατοχή του τον φάκελο της οδικής χρήσης που αφορά την επίδικη διαφορά, αναφέροντας ότι η πρώτη φορά που υποβλήθηκε αίτηση από τον αποβιώσαντα για να μεταβιβαστεί άδεια οδικής χρήσης ήταν στις 27.8.2007. Ακολούθως κατάθεσε ως Τεκμήριο 8 την αίτηση για μεταβίβαση της άδειας στην Εναγόμενη, την οποία ως ανάφερε, υπόγραψε ο ΜΥ1 ως διευθυντής της με ημερομηνία 17.10.2009.

Διευκρίνισε όμως ότι η αίτηση υποβλήθηκε από την A&H TRANSPORT, όμως η αίτηση απαιτεί όπως υπογραφεί δήλωση του ιδιοκτήτη που πουλά και υπόγραψε ο Ηλίας Ν. Λουκά (ο αποβιώσαντας). Στο όνομα της Εναγόμενης πλέον ως A&H TRANSPORT, μεταβιβάστηκε στις 3.12.2009 (Τεκμήριο 9).

Στην αντεξέταση του ρωτήθηκε αν για τους σκοπούς της μεταβίβασης πιστοποιούνται οι υπογραφές στα έντυπα και είπε ότι δεν γνωρίζει τις διαδικασίες. Πρόσθεσε όμως σε μεταγενέστερη σχετικά ερώτηση ότι δεν νομίζει να χρειάζεται πιστοποίηση ή αν άλλαξε η διαδικασία. Εκείνο τον καιρό σίγουρα δεν χρειαζόταν. Συμφώνησε επίσης ότι στις 2.12.2014 έγινε ανανέωση της άδειας. Ως ανάφερε ακόμη, η άδεια εκδόθηκε το 2009 με λήξη το 2014. Στις 23.5.2012 όμως λόγω αλλαγής του ονόματος της Εναγόμενης εκδόθηκε νέα στο νέο όνομα και υποχρεώθηκε ο ελεγκτής να κάνει νέα αίτηση την οποία υπόγραψε ο ΜΥ1 στις 20.1.2015.

Ρωτήθηκε επίσης ο ΜΕ2 εάν μεταβιβάζεται μια άδεια πριν την εξόφληση του τιμήματος πώλησης της και είπε ότι εξαρτάται από τη συμφωνία που γίνεται μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή. Σαν κυβερνητικό τμήμα εφόσον υπάρχουν οι υπογραφές δεν τους αφορά το θέμα της αγοραπωλησίας της άδειας.

Μαρτυρία ΜΥ1

Ο ΜΥ1 υιοθέτησε και κατάθεσε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Β). Ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αφορούν στην επίμαχη συμφωνία εφόσον δεν ήταν παρούσα κατά την υπογραφή της. Ο ίδιος μιλούσε με τον αποβιώσαντα προσωπικά και η Ενάγουσα βλέπει μόνο τα εμβάσματα ερμηνεύοντας τα λανθασμένα και δεν είναι πληροφορημένη καλά, για την αποπληρωμή του συμφωνηθέντος ποσού.

Με τον αποβιώσαντα διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις και λόγω της μεταξύ τους οικειότητας γνωρίζει ότι ο τελευταίος αντιμετώπιζε διάφορα οικονομικά προβλήματα τα οποία τον ώθησαν στην απόφαση να φύγει και να πουλήσει την άδεια του ταξί. Ο αποβιώσαντας αντιμετώπιζε οφειλές προς το Ταμείο των Κοινωνικών Ασφαλίσεων και άλλα δάνεια ως έλεγε στον ΜΥ1. Για αυτόν τον λόγο του ζητούσε χρήματα πέραν των δόσεων που συμφωνήθηκαν. Λόγω των οφειλών του αποβιώσαντα και λόγω των μεταξύ τους καλών σχέσεων, ο αποβιώσαντας του ζήτησε αν μπορούσε να του δώσει χρήματα έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος, πέραν της προκαταβολής. Ως περαιτέρω αναφέρει ο ΜΥ1, λόγω της φιλίας τους, πριν την υπογραφή της συμφωνίας κατέβαλε στον αποβιώσαντα το ποσό των €2.700 στις 11.2.2009 και το ποσό των €450 στις 3.3.2009, ισχυριζόμενος ότι για ανεξήγητο λόγο η Ενάγουσα δεν συμπεριέλαβε στις πληρωμές που έγιναν από την Εναγόμενη.

Όταν κατέληξαν με τον αποβιώσαντα να κάνουν γραπτή συμφωνία, η Εναγόμενη είχε ήδη καταβάλει τα πιο πάνω ποσά και συμφωνήθηκε να διατεθούν έναντι του ποσού της συμφωνίας. Επιπρόσθετα, με την υπογραφή της συμφωνίας, κατέβαλε και το ποσό των €6.300. Αν είχε όντως προπληρωθεί το ποσό των €3.150 ως ανάφερε η Ενάγουσα τότε, στη συμφωνία, θα αναγραφόταν ότι η προκαταβολή θα ήταν €3.150 και όχι €6.300. Παρόντες κατά την υπογραφή της συμφωνίας ήταν ο κουμπάρος του και η δικηγόρος Μ.Σ..

Ο ΜΥ1 προχωρεί να ισχυριστεί ότι με την υπογραφή της συμφωνίας κατέβαλε το ποσό των €6.300 και το υπόλοιπο ποσό των €31.200 καταβλήθηκε με εμβάσματα στον τραπεζικό λογαριασμό του αποβιώσαντα, συν το έμβασμα των €2.700 και των €450 ανωτέρω, καθώς και με επιταγές που εξέδιδε κατά διάφορες ημερομηνίες (Τεκμήρια 11 και 12) στο όνομα του αποβιώσαντα κατόπιν παράκλησης του τελευταίου εφόσον είχε πρόβλημα ρευστότητας. Ως επίσης ισχυρίζεται, από λάθος κατέβαλε και €100 πέραν των χρημάτων που έπρεπε να καταβάλει.

Στην αντεξέταση του, είπε ότι γνωρίστηκαν με τον αποβιώσαντα το 2006, για τα οικονομικά προβλήματα του τελευταίου ενημερώθηκε από τον ίδιο περί το 2008 με 2009 και η τελευταία επικοινωνία που είχαν ήταν μεταξύ του 2016 με 2017. Γνώριζε τα προβλήματα που είχε. Είχε δάνειο γύρω στις €56.000 από τον Φορέα και δυσκολευόταν με τις δόσεις ενώ επιδιδόταν επίσης σε τζόγο.

Αναφορικά με τα εμβάσματα των €2.700 και €450 πριν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας είπε ότι δεν δόθηκαν έναντι της συμφωνίας. Τα έδωσε επειδή ενήργησε ως φίλος. Ούτως ή άλλως θα τα πλήρωνε και δεν ήταν πρόβλημα για εκείνον να βοηθήσει τον αποβιώσαντα. Δεν βλέπει το λόγο για τον οποίο έπρεπε να αναφέρονταν, η συμφωνία έγραφε €6.300 ως προκαταβολή και τα προηγούμενα χρήματα ήταν για να βοηθηθεί ο αποβιώσαντας και θα αφαιρούνταν μετά. Αρνήθηκε την υποβολή επίσης ότι τα πιο πάνω ποσά συμπεριλαμβάνονταν στην προκαταβολή γιατί τότε θα έπρεπε να καταγράφονταν στη συμφωνία.

Για την συμφωνία, ο ΜΥ1 είπε ότι αποφασίστηκε να γίνει γραπτή συμφωνία όταν είχε δώσει στον αποβιώσαντα τα ποσά των €2.700 και €450 και έγινε ενώπιον δικηγόρου. Δεν θυμάται πότε διότι πέρασαν χρόνια, έπρεπε όμως να είναι και ο αποβιώσαντας καλυμμένος διαφορετικά πως θα έδειχνε εμπιστοσύνη στον ΜΥ1 αν δεν γινόταν η συμφωνία. Την συμφωνία την συνέταξε η δικηγόρος Μ.Σ.. Οι οδηγίες δόθηκαν από τον ΜΥ1 και πήγαν μαζί με τον αποβιώσαντα ενώπιον της να υπογράψουν και υπόγραψε ως ένας μάρτυρας και ο κουμπάρος του.

Ρωτήθηκε ακόμη αν είχαν άλλες συναλλαγές με τον αποβιώσαντα και είπε ότι αγόρασε δυο άδειες ταξί από εκείνον. Την πρώτη την εξόφλησε χωρίς να γίνει γραπτή συμφωνία. Πλήρωσε €37.000 αλλά πότε μεταβιβάστηκε δεν ήταν βέβαιος να πει. Ρωτήθηκε αν έχει απόδειξη και διερωτήθηκε για ποιο λόγο, έκανε συμφωνία μόνο για την περίπτωση αυτή γιατί ως είχε πει στον αποβιώσαντα θα ήταν δύσκολο τη δεδομένη στιγμή επομένως, θα έπρεπε να αποδεχθεί να πληρωθεί με δόσεις.

Για τις επιταγές (Τεκμήρια 11 και 12) είπε ότι τις εκτύπωσε από την τράπεζα και φαίνεται πάνω πότε εκδόθηκαν. Τις έδωσε, ως είπε, τον καιρό που έγινε η συμφωνία και εκδοθήκαν για την εξόφληση, πότε ακριβώς τις έδωσε δεν μπορεί να πει. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ήταν κάτι το οποίο ζήτησε ο αποβιώσαντας, δηλαδή αντί για εμβάσματα, ζήτησε τα υπόλοιπα σε επιταγές. Η πρώτη επιταγή ανάφερε, σε μετέπειτα στάδιο της αντεξέτασης του, ότι εκδόθηκε από την Εναγόμενη και η δεύτερη από προσωπικό του λογαριασμό. Όταν του υποβλήθηκε ότι οι επιταγές πιο πάνω, αφορούσαν την προηγούμενη συναλλαγή με τον αποβιώσαντα το αρνήθηκε.

Αρνήθηκε επίσης ότι παραλήφθηκε η επιστολή Τεκμήριο 5. Την επιστολή Τεκμήριο 6 την παράλαβε αλλά δεν απάντησε γιατί πριν αναλάβει ο δικηγόρος που τον εκπροσωπεί στη δίκη, την περίπτωση είχε αναλάβει άλλος δικηγόρος και ο ίδιος δεν είχε ιδέα, μέχρι που του είπε ότι δεν μπορεί να συνεχίσει την υπόθεση και άλλαξε δικηγόρο.

Μαρτυρία ΜΥ2

Η ΜΥ2 η οποία είναι τραπεζικός και εργάζεται σε πόστο εξυπηρέτησης πελατών, ανάφερε στην μαρτυρία της σχετικά με τις δυο επιταγές (Τεκμήρια 11 και 12) ότι η ύπαρξη σφραγίδας σημαίνει και πληρωμή. Παρουσιάστηκαν στο ταμείο και εξαργυρώθηκαν εξ ου και υπάρχει η σημείωση «s/v» από ταμεία. Στην αντεξέταση της υποβλήθηκε ότι θα έπρεπε να παρουσίαζε την σχετική κατάσταση λογαριασμού για να μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι οι εν λόγω επιταγές πληρώθηκαν, για να απαντήσει ότι η βεβαιότητα είναι η επιβεβαίωση της υπογραφής από τον ταμεία.

Αγορεύσεις

Και οι δυο πλευρές αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις θέσεις τους. Το περιεχόμενο και οι εισηγήσεις των διαδίκων έχουν μελετηθεί προσεκτικά από το Δικαστήριο στα πλαίσια μελέτης της υπόθεσης για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης έστω και αν δεν γίνεται αναλυτική αναφορά και επανάληψη στο περιεχόμενο των αγορεύσεων τους.

Αξιολόγηση - Ευρήματα

Έχω εξετάσει όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας, έχοντας εξετάσει επίσης το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια και έλαβα επίσης υπόψη την εικόνα των μαρτύρων στο Δικαστήριο ενώ καταθέταν, έχοντας κατά νου και την δυνατότητα αποδοχής ή απόρριψης είτε όλης είτε μέρους της μαρτυρίας το (βλ. Kades v. Nicolaou & Another (1986) 1 CLR 212, Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α. (2005) 1 A.A.Δ. 256, Κωνσταντινίδη ν Κωμοδρόμου Πολ. Εφ. 283/15 ημερ. 17.11.2025, Κοκκίνου κ.α. v. Themis Portfolio Management Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 336/2018, ημερομηνίας 31.03.2025).

 

Σημειώνω ευθύς εξ’ αρχής ότι τα πιο κάτω αποτελούν μη αμφισβητούμενα γεγονότα:

-       Ο αποβιώσαντας απεβίωσε στις 2.4.2022. Η Ενάγουσα καταχώρησε την αίτηση διαχείρισης με αρ. 625/23 του Ε.Δ. Λευκωσίας και στις 29.9.2023 της χορηγήθηκε περιορισμένο παραχωρητήριο ούτως ώστε να δυνηθεί να προωθήσει την παρούσα αγωγή.

 

-       Ο αποβιώσαντας ήταν κάτοχος και ιδιοκτήτης της άδειας οδικής χρήσης αστικού ταξί με αριθμό 40045/09.

 

-       Ο αποβιώσαντας ήταν γνωστός / φίλος με τον ΜΥ1 και είχαν μεταξύ τους συναλλαγές

 

-       Η Εναγόμενη ασχολείται με προσφορά υπηρεσιών ταξί και μεταφοράς πελατών.

 

-       Αποβιώσαντας και ΜΥ1 εκ μέρους της Εναγόμενης συνήψαν την επίμαχη συμφωνία Τεκμήριο 2. Οι όροι επίσης της συμφωνίας δεν είναι αμφισβητούμενοι.

 

-       Η Εναγόμενη μετονομάστηκε στις 4.1.2010 από A&H TRANSPORT LTD σε E.E. FAMILY TAXI LTD

 

-       Η Εναγόμενη κατέβαλε έναντι της συμφωνίας το ποσό των €6.300 και 51 δόσεις ύψους €450 έκαστη.

 

-       Ο αποβιώσαντας υπέγραψε το έντυπο μεταβίβασης της πιο πάνω άδειας και η άδεια μεταβιβάστηκε επ’ ονόματι της Εναγόμενης στις 3.12.2009

 

Για τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα.

 

Το βάρος ότι υπήρξε εξόφληση το φέρει η Εναγόμενη συνεπώς θα αρχίσω την αξιολόγηση από την μαρτυρία του ΜΥ1. Σημειώνω ότι δεν ξεκίνησε την διαδικασία η πλευρά της Εναγόμενης (βλ. Κίρλαππου ν. Μιχαηλίδη (Ττόρος) (1996) 1 Α.Α.Δ. 1397) λόγω των διαζευκτικών ισχυρισμών στο δικόγραφο της υπεράσπισης. Η θέση για εξόφληση προωθήθηκε στην αντεξέταση της Ενάγουσας.

 

Ο ΜΥ1 δεν άφησε θετικές εντυπώσεις στο Δικαστήριο. Ήταν φανερή φρονώ η προσπάθεια του να αποφύγει η Εναγόμενη της οποιεσδήποτε ευθύνες της που απορρέουν από την σύναψη της επίμαχης συμφωνίας. Ο ισχυρισμός του ΜΥ1  για τη καταβολή ποσού €3.150 πριν την σύναψη της συμφωνίας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ότι αφορά την επίμαχη συμφωνία γιατί είναι εκτός των όρων της συμφωνίας. Η λογική επιτάσσει ότι θα αποτυπωνόταν στην συμφωνία ότι έχει ήδη πληρωθεί μέρος της.

 

Ο ισχυρισμός του επίσης για τις επιταγές (Τεκμήρια 11 και 12), ότι δηλαδή τις ζήτησε ο αποβιώσαντας αντί για δόσεις δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός καθότι  οι επιταγές εκδόθηκαν στις 8.1.2010 και 15.10.2010 αντίστοιχα ενώ, ως προκύπτει από το Τεκμήριο 4, συνεχίζονταν να καταβάλλονται δόσεις τις αντίστοιχες περιόδους. Επίσης δεν υποβλήθηκε στην Ενάγουσα αυτή η θέση για να τοποθετηθεί. Κατά συνέπεια, δεν γίνεται αποδεκτή η θέση ότι οι εν λόγω επιταγές αφορούσαν την επίδικη συμφωνία. Ως προς τον ισχυρισμό του ΜΥ1 ότι η άδεια ταξί μεταβιβάστηκε διότι εξοφλήθηκε δεν γίνεται επίσης αποδεκτός διότι γίνονταν πληρωμές και μετά την μεταβίβαση ως διαφαίνεται από το Τεκμήριο 4. Επιπρόσθετα, δεν προκύπτει από τη συμφωνία ότι η μεταβίβαση της άδειας θα γινόταν με την εξόφληση, ούτε υπάρχει τέτοιος όρος στην επίδικη συμφωνία. Τα πιο πάνω κατά την κρίση μου πλήττουν ουσιωδώς την αξιοπιστία της εκδοχής της υπεράσπισης. Συνεπώς, πέραν των όσων πιο πάνω δεν αμφισβητούνται, το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί στην μαρτυρία του ΜΥ1.

Αναφορικά με την ΜΥ2, η μαρτυρία της δεν προσέφερε οτιδήποτε ουσιαστικό στην υπόθεση. Για ό,τι αξίζει, δεδομένου του ότι δεν έγινε αποδεκτός ο ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι οι επιταγές δόθηκαν έναντι της συμφωνίας, περιορίζομαι στο να αναφέρω ότι η ΜΥ2 κατάθεσε για όσα γνώριζε, δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον σε σχέση με την υπόθεση, ούτε θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να εξυπηρετήσει καθ’ οποιονδήποτε τρόπο την υπεράσπιση.

Στρεφόμενος στην μαρτυρία της Ενάγουσας, τούτη αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία καθότι προέρχεται από όσα ο αποβιώσαντας της είχε αναφέρει. Ως είναι ευρέως γνωστό, η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται μόνο για τον λόγο ότι είναι εξ ακοής (βλ. άρθρο 24 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9). Αντιθέτως, εντάσσεται στο σύνολο της μαρτυρίας και αξιολογείται αναλόγως από το Δικαστήριο.

 

Η μαρτυρία της Ενάγουσας στο βαθμό που έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση αφορούσε κυρίως στο κατά πόσο έχει εξοφληθεί ή όχι το ποσό της συμφωνίας. Αναφορικά με την εν λόγω συμφωνία Τεκμήριο 2, υπενθυμίζω ότι υπήρξε ένσταση από πλευράς υπεράσπισης κατά το στάδιο που επιχείρησε η Ενάγουσα να την καταθέσει λόγω του ότι, κατά τον συνήγορο της Εναγόμενης, αποτελούσε δήλωση από αποβιώσαντα. Έστω και αν μετέπειτα διαφάνηκε ότι η υπογραφή της και οι όροι της δεν αποτελούσαν αμφισβητούμενα γεγονότα κρίνω σκόπιμο για σκοπούς της παρούσας να αναφερθώ στο ζήτημα.

 

Από τα όσα το άρθρο 26 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 διαλαμβάνει, καθίσταται πρόδηλο ότι ξ ακοής μαρτυρία που θα παρουσιαστεί  υπό μορφή δήλωσης προϋποθέτει και την ύπαρξη του προσώπου που είχε προβεί στη δήλωση ούτως ώστε να είναι δυνατή η κλήτευση του για αντεξέταση, αν η άλλη πλευρά επιθυμεί τούτο. Στην υπόθεση Muskita Aluminium Industries Ltd κ.ά. ν. Alsako Aluminium Ltd κ.α. (2009) 1 Α.Α.Δ. 1481 κρίθηκε ότι ήταν ορθή η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην επιτρέψει την κατάθεση χειρόγραφου σημειώματος που ετοιμάστηκε από αποβιώσαντα καθότι ο πιο πάνω Νόμος δεν καλύπτει δηλώσεις από άτομα τα οποία στο μεταξύ έχουν αποβιώσει.

Τούτο όμως δεν αποκλείει αυτομάτως την κατάθεση μαρτυρίας καθότι θα εξαρτηθεί ασφαλώς από το τι μαρτυρία επιχειρείται να παρουσιαστεί. Θα πρέπει εφόσον παρουσιαστεί το Δικαστήριο να τύχει της ανάλογης αξιολόγησης. Παραπέμπω στην υπόθεση Αγρότου κ.α. ν Αγρότου (2016) 1 Α.Α.Δ. 1325 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο αφού διαπίστωσε ότι δεν ήταν περίπτωση εξ’ αρχής αποδεκτότητας της μαρτυρίας όπως στην Muskita πιο πάνω, ανάφερε τα εξής:

«Το στάδιο στο οποίο καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο ζητήματα δεκτότητας μαρτυρίας είναι το στάδιο της προσκόμισης της μαρτυρίας. Αφής στιγμής το Δικαστήριο ορθά έκανε αποδεκτή την εν λόγω μαρτυρία (Τεκμήρια 2, 26 και 11) θα έπρεπε στη συνέχεια να την προσεγγίσει και να την εξετάσει υπό το φως των παραμέτρων που θέτουν τα άρθρα 26 και 27 του Νόμου. Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice, 2009, σ.1425-26, παράγρ. 11-18Α, όπου εξετάζεται το ζήτημα αποδοχής μαρτυρίας προσώπου που έχει αποβιώσει σε συνάρτηση με τις αρχές της διασφάλισης της δίκαιης δίκης (A. Panayides Contracting Ltd v. Χαραλάμπους (2004) 1 Α.Α.Δ. 415, όπου εξετάστηκαν οι ως άνω αρχές, με την παρατήρηση βέβαια ότι η τροποποίηση του περί Αποδείξεως Νόμου ακολούθησε την απόφαση).»

Υπενθυμίζω και τονίζω ότι, στην υπό εξέταση περίπτωση, το έγγραφο το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο ήταν η συμφωνία που υπογράφηκε μεταξύ του αποβιώσαντα και της Εναγόμενης. Σημειώνεται περαιτέρω ότι η σύναψη της εν λόγω συμφωνίας και ότι αυτό ήταν το έγγραφο στο οποίο αποτυπώνονταν τα συμφωνηθέντα δεν ήταν αμφισβητούμενο από την υπεράσπιση. 

Η θέση της Ενάγουσας ότι έναντι της συμφωνίας καταβλήθηκε το ποσό των €6.300 πλέον 51 δόσεις ύψους €450 έκαστη, επίσης δεν αμφισβητείται ως αναφέρω πιο πάνω. Ούτε η θέση της ότι ο αποβιώσαντας υπόγραψε τα έγγραφα για την μεταβίβαση της άδειας ταξί δεν αμφισβητείται. Γενικά στην μαρτυρία της η Ενάγουσα υπήρξε ειλικρινής, απαντούσε ευθέως και χωρίς περιστροφές και δεν μου έδωσε την εικόνα ότι επιτηδευμένα επιχείρησε να καλύψει οποιαδήποτε κενά στην μαρτυρία της αναφορικά με γεγονότα που δεν ήταν εις γνώση της. Ναι μεν όσα ανάφερε προέρχονται από εξ ακοής μαρτυρία, δεν πρέπει όμως να μας διαφεύγει ότι ο λογαριασμός επί του οποίου πιστώνονταν οι δόσεις των €450 είναι κοινός λογαριασμός μεταξύ εκείνης και του αποβιώσαντα. Ακόμη, τα όσα ισχυρίστηκε φαίνεται να υποστηρίζονται τόσο από το Τεκμήριο 4 που είναι ο λογαριασμός, όσο και από τους όρους της επίμαχης συμφωνίας. Έχοντας υπόψιν τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία της Ενάγουσας και την αποδέχομαι αναφορικά με την οφειλή της Εναγόμενης. Αποδέχομαι επίσης τη θέση της ότι υπολογίστηκε λάθος η μια δόση και ότι το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σε €8.250, διότι τούτη υποστηρίζεται από την κατάσταση λογαριασμού πιο πάνω. Δεν γίνεται όμως αποδεκτός ο ισχυρισμός της ότι, υπήρχε συναντίληψη μεταξύ των μερών ότι η μεταβίβαση της άδειας θα γινόταν με την εξόφληση. Κάτι τέτοιο ως αναφέρω ανωτέρω δεν περιλαμβάνεται στους όρους της επίδικης συμφωνίας. Ούτε μπορεί να εξαχθεί από το σύνολο της μαρτυρίας δεδομένου του ότι συνεχίζονταν να καταβάλλονται οι δόσεις και μετά την μεταβίβαση.

Η μαρτυρία του ΜΕ2 δεν αμφισβητήθηκε. Οι ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ήταν περισσότερο διευκρινιστικού περιεχομένου. Δεν έχω αμφιβολία ότι ο ΜΕ2 προσήλθε στο Δικαστήριο για να αναφέρει όσα ακριβώς γνώριζε, ήταν ειλικρινής και αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της.

Επί του προκειμένου οι δυο εκδοχές που παρουσιάστηκαν είναι η μια από πλευράς Ενάγουσας ότι υπάρχει οφειλόμενο ποσό και η εκ διαμέτρου αντίθετη από πλευράς Εναγόμενης εκδοχή ότι, δεν οφείλει οτιδήποτε εξ’ ου και η άδεια είχε μεταβιβαστεί στο όνομα του.

Στη βάση των όσων έχω καταγράψει ανωτέρω, το τίμημα για την άδεια δυνάμει των προνοιών της συμφωνίας Τεκμήριο 2 ανερχόταν €37.500.

Η Εναγόμενη έναντι του πιο πάνω ποσού κατέβαλε συνολικά το ποσό των €29.250.

Για τους λόγους που καταγράφονται ανωτέρω, η εκδοχή της υπεράσπισης περί εξόφλησης δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, με αποτέλεσμα η Εναγόμενη μέχρι σήμερα να οφείλει το ποσό των €8.250.

Τα πιο πάνω αποτελούν περαιτέρω ευρήματα του Δικαστηρίου.

Κατάληξη

Εν όψει όλων των ανωτέρω, η Ενάγουσα απόδειξε την υπόθεση της στον απαιτούμενο βαθμό και εκδίδεται απόφαση υπέρ της και εναντίον της Εναγόμενης για το ποσό των  €8.250 με νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής.

 

Αναφορικά με τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος της Ενάγουσας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

                                                                

                                                           (Υπ.)   .....................................

                                                                                            Λ. Χαβιαράς,Ε.Δ.

 

Πιστόν Αντίγραφον

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο