ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Χαβιαρά Ε.Δ.
Αρ. Αιτ.: 37/24(i)
Μεταξύ:
ΧΡΙΣΤΟΥΛΛΑ ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ
Ενάγουσα
-και-
ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΑΡΑΜΑΝΩΛΗ
Εναγόμενη
Ημερομηνία: 3.8.2026
Εμφανίσεις:
Για Ενάγουσα: κ. Ευαγγέλου
Για Εναγόμενη: κ. Πραστίτης
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την απαίτηση της, η Ενάγουσα αξιώνει από την Εναγόμενη ποσό €15.900, ποσό το οποίο ισχυρίζεται ότι δάνεισε στην τελευταία σε διάφορες ημερομηνίες χωρίς ποτέ να της επιστραφεί.
Η παρούσα εκδικάστηκε ως μικρή απαίτηση συμφώνων των σχετικών διατάξεων των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 στη βάση έγγραφης μαρτυρίας της Ενάγουσας και της Εναγόμενης. Ουδείς ζήτησε να αντεξετάσει. Οι δε συνήγοροι των διαδίκων δεν καταθέσαν γραπτές αγορεύσεις κατά την ημερομηνία ακρόασης, επομένως το Δικαστήριο προχώρησε να επιφυλάξει την απόφαση με τα ενώπιον του δεδομένα.
Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, η Ενάγουσα διατηρούσε δεσμό ή και συμβίωνε με την Εναγόμενη. Μεταξύ 31.12.2018 και 31.12.2022, κατόπιν παράκλησης της Εναγόμενης, η Ενάγουσα της δάνεισε το πιο πάνω ποσό καθότι είχε η Εναγόμενη είχε αποταθεί σε αυτή γιατί χρειαζόταν οικονομική βοήθεια.
Τα ποσά που η Ενάγουσα έδιδε στην Εναγόμενη χρησιμοποιήθηκαν, μεταξύ άλλων, για σκοπούς αγοραπωλησίας οχημάτων με τελευταίο το όχημα [ ]. Η Εναγόμενη ουδέποτε είχε την οικονομική δυνατότητα να αγοράσει οποιοδήποτε όχημα και παρά τις υποσχέσεις της για επιστροφή των χρημάτων δεν το έπραξε. Είναι επιπρόσθετος ισχυρισμός ότι στο πιο πάνω ποσό συμπεριλαμβάνονται και €2.000 για σκοπούς χειρουργικής επέμβασης που η Εναγόμενη ήθελε να κάνει. Παρά τις οχλήσεις της και παρά τις επιστολές των δικηγόρων της, και παρά την συμφωνία επίλυσης των περιουσιακών τους διαφορών, η Εναγόμενη ουδέποτε ανταποκρίθηκε. Η Ενάγουσα, ισχυρίζεται ότι το ποσό που διεκδικεί δεν αφορά τα χρήματα που δόθηκαν με σκοπό την δωρεά αλλά αποτελεί ξεκάθαρα ποσό δανεισμού και δεν εμπίπτει στην μεταξύ τους διευθέτηση και ουδέποτε το έδωσε χαριστικά. Αρνείται ότι αποποιήθηκε οποιοδήποτε δικαίωμα της για το ποσό που αφορά η υπό εξέταση περίπτωση, αρνείται επίσης ότι έγινε οποιαδήποτε καταγγελία εναντίον της απορρίπτοντας κάθε ισχυρισμό σε σχέση με συμπεριφορές που της καταλογίζονται.
Η Εναγόμενη παραδέχεται το δεσμό της με την Ενάγουσα. Ισχυρίζεται ότι με την Ενάγουσα προχώρησαν σε πολιτική συμβίωση και συγκατοίκησαν στον τόπο που διέμενε η Ενάγουσα. Λόγω συμπεριφορών που αποδίδει στην Ενάγουσα, η σχέση τους τερματίστηκε στις 15.2.2022, κάτι το οποίο η Ενάγουσα αδυνατεί να αποδεχθεί, αφού πάντα της έλεγε ότι αν δεν την έχει εκείνη, δεν θα την έχει καμία στην Κύπρο. Στις 28.5.2022, προχώρησαν σε επίσημη λύση του Συμφώνου Πολιτικής Συμβίωσης με σύναψη συμφωνίας μέσω της οποίας δηλωνόταν ότι μετά την λύση της συμβίωσης, η Ενάγουσα αποδεχόταν, μεταξύ άλλων, ότι δεν έχει οποιαδήποτε οικονομική ή άλλη απαίτηση από την Εναγόμενη αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι, διάφορα χρηματικά ποσά και/ή έξοδα και/ή άλλα περιουσιακά στοιχεία δόθηκαν υπό μορφή δωρεάς. Είναι η θέση της ότι η παρούσα αγωγή εγείρεται κακόβουλα και αποτελεί περαιτέρω ενόχληση προς την ίδια αναφερόμενη σε διάφορες πράξεις της Ενάγουσας που ανάγκασαν την Εναγόμενη να αποταθεί στην Αστυνομία. Η Εναγόμενη εγείρει ανταπαίτηση ζητώντας την απόρριψη της αγωγής και την έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος το Δικαστήριο θεωρεί ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις.
Επί του προκειμένου, η Ενάγουσα, ήδη πριν καταχωρήσει υπεράσπιση η Εναγόμενη επιχείρησε να θέσει το πλαίσιο της υπό εξέταση απαίτησης προτάσσοντας τη θέση ότι, η παρούσα απαίτηση δεν αφορά την μεταξύ τους σχέση αλλά αξίωση δυνάμει δανεισμού.
Η θέση της Εναγόμενης αντιθέτως είναι ότι επήλθε γραπτή συμφωνία μεταξύ τους για επίλυση των περιουσιακών τους σχέσεων ως προνοεί ο νόμος στην παρουσία Ληξίαρχου.
Προφανώς ο νόμος τον οποίο επικαλείται η Εναγόμενη είναι ο Περί Πολιτικής Συμβίωσης Νόμος 184(Ι)/2015. Στην υπό εξέταση περίπτωση, αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων ότι επήλθε λύση της συμβίωσης τους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.
Οι πρόνοιες για λύση πολιτικής συμβίωσης περιέχονται στο άρθρο 17 του νόμου ως ακολούθως:
«17. (1) Πολιτική Συμβίωση λύεται ως ακολούθως:
(α) Με έγγραφη κοινή δήλωση των συμβίων η οποία γίνεται αυτοπροσώπως στην παρουσία του Ληξίαρχου ενώπιον του οποίου έχει συναφθεί η Πολιτική Συμβίωση και δύο (2) τουλάχιστον μαρτύρων που έχουν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο (18ο) έτος της ηλικίας τους και έχουν σώας τα φρένας, την οποία ο Ληξίαρχος καταχωρεί στο Μητρώο και αντίγραφο της οποίας αποστέλλει στο Βοηθό Γενικό Ληξίαρχο για ενημέρωση του Ειδικού Μητρώου Πολιτικής Συμβίωσης. ή
(β) με διάταγμα του Δικαστηρίου της επαρχίας στην οποία αυτό έχει συναφθεί, που εκδίδεται μετά από αίτηση του ενός εκ των συμβίων, η οποία επιδίδεται στον άλλο σύμβιο. ή
(γ) αυτοδικαίως, σε περίπτωση που συνάπτεται γάμος μεταξύ των συμβίων. ή
(δ) με το θάνατο ενός εκ των συμβίων ή και των δύο συμβίων.
(2) Η λύση Πολιτικής Συμβίωσης τίθεται σε ισχύ κατά τις πιο κάτω ημερομηνίες:
(α) Στην περίπτωση έγγραφης δήλωσης σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, σε εξήντα (60) μέρες από την ημερομηνία καταχώρησης της έγγραφης κοινής δήλωσης στο Μητρώο, εκτός αν οι σύμβιοι αποσύρουν τη δήλωση λύσης της Πολιτικής Συμβίωσης με άλλη έγγραφη κοινή δήλωσή τους, η οποία γίνεται αυτοπροσώπως στην παρουσία του Ληξίαρχου ενώπιον του οποίου διενεργήθηκε η έγγραφη κοινή δήλωση και δύο (2) τουλάχιστον μαρτύρων που έχουν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο (18ο) έτος της ηλικίας τους και έχουν σώας τας φρένας. ή
(β) στην περίπτωση έκδοσης διατάγματος από το Δικαστήριο σύμφωνα με την παράγραφο (β) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, με την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου. ή
(γ) από την ημερομηνία του θανάτου ενός εκ των συμβίων.
(3) Διάταγμα Δικαστηρίου που εκδίδεται δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου επιδίδεται από τον αιτητή στο Βοηθό Γενικό Ληξίαρχο, ο οποίος το καταχωρεί στο Ειδικό Μητρώο Πολιτικής Συμβίωσης.»
Είναι γεγονός ότι, στα πλαίσια της παρούσας, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου το έντυπο πολιτικής συμβίωσης ούτε το πιστοποιητικό πολιτικής συμβίωσης. Ενώπιον του Δικαστηρίου έχει τεθεί μόνο αντίγραφο της συμφωνίας λύσης της συμβίωσης, την ύπαρξη της οποίας η Ενάγουσα δηλώνει στην απάντηση της στην υπεράσπιση ότι αγνοεί, και για την οποία δεν κάνει καμία αναφορά στη μαρτυρία της. Σε κάθε περίπτωση το έγγραφο είναι ενώπιον μου. Υπενθυμίζω και τονίζω ότι δεν αμφισβητεί η Ενάγουσα τη συμβίωση της με την Εναγόμενη. Εάν ήθελε αμφισβητήσει τόσο τη σύναψη πολιτικής συμβίωσης όσο και τη σύναψη συμφωνίας λύσης της, όφειλε να είχε αντεξετάσει την Εναγόμενη και να προσφέρει μαρτυρία που να αντικρούει τους ισχυρισμούς της.
Γεγονός επίσης αποτελεί ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου κάποια μαρτυρία ή αποδεικτικό υλικό ότι η έγγραφη συμφωνία λύσης της πολιτικής συμβίωσης έχει καταχωρηθεί στο σχετικό μητρώο ως προνοείται στο άρθρο 17(2) ανωτέρω. Τούτο δεν έχει ιδιαίτερη σημασία όμως εφόσον είτε λύθηκε τελικά είτε δεν λύθηκε η πολιτική συμβίωση, η ουσία είναι ότι συνάφθηκε πολιτική συμβίωση.
Σε κάθε περίπτωση, η ιδιαιτερότητα στην υπό εξέταση περίσταση είναι ότι το Δικαστήριο έχει ενώπιον του μια σχέση η οποία εξ αρχής είναι συμβατικής φύσης και διέπει τις μεταξύ των διαδίκων σχέσεις και μια συμφωνία η οποία επιλύει την πιο πάνω σχέση υπό συγκεκριμένους όρους.
Και το ερώτημα που πλέον γεννάται και δεν φαίνεται να απασχόλησε τους συνηγόρους των διαδίκων, είναι κατά πόσο το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την μεταξύ των διαδίκων διαφορά. Υπενθυμίζω ότι τις προϋποθέσεις για ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου τις στοιχειοθετεί η δικογραφία, ιδιαιτέρως η έκθεση απαίτησης αντιπαραβαλλόμενη προς τις ισχύουσες νομοθετικές πρόνοιες, ιδιαίτερα μέσω της έκθεσης απαίτησης και το ζήτημα μπορεί να εγερθεί ακόμη κι αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (βλ. Κυθρεώτης κ.α. ν. Άθου Μιχαηλίδη Milington-Ward (2001) 1 Α.Α.Δ. 1480, Αναφορικά με τον Μάριο Αγγελίδη (2016) 1 Α.Α.Δ. 672, Gurkina v Gurkin Πολ. Εφ. 14/17, ημερομηνίας 3.7.2018).
Στο άρθρο 3 του πιο πάνω νόμου καθορίζεται ο σκοπός για τον οποίο συστάθηκε ο οποίος είναι «η ρύθμιση των όρων και των έννομων αποτελεσμάτων Πολιτικής Συμβίωσης για τους συμβίους τόσο κατά τη διάρκειά της όσο και μετά τη λήξη της.»
Στις ερμηνευτικές διατάξεις του εν λόγω νόμου καθορίζεται από το άρθρο 2 ότι Δικαστήριο σημαίνει το Οικογενειακό Δικαστήριο.
Προφανώς, ο Νομοθέτης ήθελε προνοήσει πως οποιεσδήποτε ρυθμίσεις ή αξιώσεις ή ζητήματα προκύψουν κατά τη διάρκεια αλλά και μετά τη λήξη μιας πολιτικής συμβίωσης, τη δικαιοδοσία θα έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο. Σε αντίθετη με τη λύση θρησκευτικού γάμου όπου για οποιαδήποτε διαφορά μετά τη λύση του, δικαιοδοσία έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κωνσταντίνου (2004) 1 Α.Α.Δ. 1192). Εξ’ όσων επίσης αποφασίστηκαν στην Μασούρας ν. Παπαμάρκου (2005) 1 Α.Α.Δ. 385, όταν οι σύζυγοι επιλέξουν να επιλύσουν τις οποιεσδήποτε μεταξύ τους περιουσιακές διαφορές με γραπτή συμφωνία, τότε δεν έχει πλέον δικαιοδοσία το Οικογενειακό αλλά το Επαρχιακό Δικαστήριο καθότι καθίστανται πλέον συμβατικές οι διαφορές χωρίς όμως να αποκλείεται ταυτόχρονη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου αναλόγως της φύσης της εκκρεμούσης διαφοράς μεταξύ των μερών (βλ. επίσης Κοζάκη ν. Κοζάκη (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1710, Κοζάκη ν. Κοζάκη (2003) 1 Α.Α.Δ. 1047, Φιλίππου ν. Φιλίππου (2003) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1343, Λογγίνου ν. Λογγίνου (2000) 1(Β) Α.Α.Δ. 1347).
Έπεται από τα πιο πάνω ότι, στις περιπτώσεις όπου τα μέρη έχουν συνάψει πολιτική συμβίωση - είτε έχει λήξει είτε δεν έχει λήξει αυτή - δικαιοδοσία έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο, σε αντιδιαστολή με την περίπτωση θρησκευτικού γάμου όπου ως καταδεικνύει η νομολογία, στην οποία παραπέμπω πιο πάνω, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι δυνατόν να επηρεαστεί από τη φύση της διαφοράς. Εδώ υπάρχει κατά την κρίση μου ρητή πρόνοια του Νομοθέτη, η οποία εκδηλώνει καθαρά και την πρόθεση του να αποδώσει αποκλειστική αρμοδιότητα στο Οικογενειακό Δικαστήριο.
Δεν έχει διαλάθει της προσοχής μου ότι, η Ενάγουσα υποστηρίζει στην απαίτηση της ότι η παρούσα διαφορά δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με οποιαδήποτε συμφωνία επίλυσης περιουσιακών διαφορών ήθελε η Εναγόμενη προβάλει υπό μορφή υπεράσπισης. Παραθέτει δε στην μαρτυρία της τις ημερομηνίες μεταξύ των οποίων έχει πληρώσει διάφορα ποσά προς την Εναγόμενη μεταξύ 31.12.2018 και 16.11.2022 τα οποία καταβλήθηκαν πριν την σύναψη της πολιτικής συμβίωσης και πριν την ημερομηνία σύναψης της συμφωνίας επίλυσης διαφορών. Επί της ουσίας δεν αμφισβητήθηκε από την Εναγόμενη η λήψη του συνολικού ποσού των €15.900. Στη μαρτυρία της αναφέρει μόνο ότι ποτέ δεν έλαβε χρήματα υπό μορφή δανεισμού. Άλλωστε οι καταβολές προς εκείνη των χρημάτων εμφαίνονται και στη σχετική κατάσταση που κατάθεσε η Ενάγουσα. Στη μαρτυρία της επίσης, η Εναγόμενη, αναφέρει ότι το ποσό των €2.000 από το ποσό των €15.900 το έλαβε πράγματι για λόγους χειρουργικής επέμβασης.
Εφόσον όμως η σχέση των δυο εξ αρχής ήταν συμβατική και στην προκείμενη περίπτωση φαίνεται να επιλύθηκε και μέσω σύμβασης, είμαι της άποψης ότι το κατά πόσο δικαιούται ή όχι η Ενάγουσα να αξιώνει οποιαδήποτε επιστροφή ποσών, είτε αυτά δόθηκαν ως δάνειο είτε στα πλαίσια της μεταξύ τους πολιτικής συμβίωσης ως ποσά που αναμενόταν μια συμβία να παραχωρεί στην άλλη, θα πρέπει να αποφασιστεί από το Οικογενειακό Δικαστήριο. Συνεπώς θεωρώ ορθότερο όπως μη εξετάσω οτιδήποτε περαιτέρω αφορά την παρούσα διαφορά προβαίνοντας σε αξιολόγηση της εκατέρωθεν μαρτυρίας και σε διατύπωση οποιωνδήποτε ευρημάτων ούτως ώστε να μην προκαταβάλω την οποιαδήποτε απόφαση του αρμόδιου Δικαστηρίου.
Ως εκ των πιο πάνω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 64Α του περί Δικαστηρίων Νόμου η διαδικασία ενώπιον μου διακόπτεται – απαίτηση και ανταπαίτηση - και παραπέμπεται προς εκδίκαση εκ νέου από το Οικογενειακό Δικαστήριο.
Δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή να θέσει ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου την υπόθεση ώστε να δοθούν οι προβλεπόμενες οδηγίες.
Σε σχέση με τα έξοδα της διαδικασίας, οποιεσδήποτε προηγούμενες διαταγές για έξοδα ακυρώνονται εφόσον δόθηκαν καθ’ υπέρβαση εξουσίας.
Σε σχέση με τα έξοδα της ακρόασης, εν όψει του ότι καμία πλευρά δεν ήγειρε το θέμα δεν δίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα.
(Υπ.) .....................................
Λ. Χαβιαράς,Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφον
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο