Αναφορικά με τον UVEN HANS JONNY, Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης Αρ.: 9/2024, 20/7/2026
print
Τίτλος:
Αναφορικά με τον UVEN HANS JONNY, Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης Αρ.: 9/2024, 20/7/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

Ενώπιον: Λ. Χαβιαρά Ε. Δ.

 

 Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης Αρ.: 9/2024

 

 

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2004 (ΝΟΜΟΣ 133(I)/2004)

 

-και-

 

Αναφορικά με τον UVEN HANS JONNY από τη Σουηδία

 

 

Ημερομηνία: 20.7.2026

 

 

Εμφανίσεις:

 

Για Αιτήτρια Χώρα: κα. Γιακουμεττή

Για Καθ’ ου η Αίτηση: Ουδείς

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

(Δοθείσα Αυθημερόν)

Εισαγωγικά

Στην υπό κρίση περίπτωση, η έκδοση του εκζητούμενου έχει ήδη αποφασιστεί στις 17.1.2025 κατόπιν ρητής και αμετάκλητης συγκατάθεσης του εκζητούμενου, χωρίς όμως ο τελευταίος να έχει παραιτηθεί από τον κανόνα ειδικότητας. Η έκδοση του τελούσε υπό αναστολή καθότι στα πλαίσια της υπ’ αριθμό 186/25 ποινικής υπόθεσης το Μόνιμο Κακουργοδικείο Λάρνακας επέβαλε στον εκζητούμενο και εκεί κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 18 μηνών στις 7.4.2025.

Σύμφωνα με την Αιτήτρια, ο εκζητούμενος αποφυλακίστηκε στις 6.3.2026 και ακολούθως παραδόθηκε στις Σουηδικές Αρχές.

Με την υπό εξέταση αίτηση ημερομηνίας 23.6.2026 η Κεντρική Αρχή αιτείται ως ακολούθως:

«1. Διάταγμα με το οποίο να δίδεται η συγκατάθεση του Δικαστηρίου, ως η Δικαστική Αρχή που αποφάσισε την εκτέλεση της υπ’ αριθμό Αίτησης του Ευρωπαικού Εντάλματος Σύλληψης 09/2024, για την περαιτέρω ποινική δίωξη του εν θέματι UVEN HANS JONNY από την Swedish Economic Crime Authority, στη βάση εκτέλεσης του Αιτήματος Παροχής Συναίνεσης, με στοιχεία δικογραφίας ΕΒ-4195-22 ημερομηνίας 13/05/2026. Το Αίτημα Παροχής Συναίνεσης της Swedish Economic Crime Authority βασίζεται στην Απόφαση του Gӓllivare District Court ημερομηνίας 24/10/2024 σε σχέση με την υπόθεση Β 871-23 1. Το εν λόγω Αίτημα παροχής Συναίνεσης αφορά στη διάπραξη 17 αξιόποινων πράξεως.

2. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις.»

Σημειώνω ότι είναι η δεύτερη φορά που καταχωρείται αίτηση με πανομοιότυπο αιτητικό καθότι η Κεντρική Αρχή καταχώρησε προηγουμένως την αίτηση ημερομηνίας 26.2.2026 την οποία απέσυρε άνευ βλάβης στις 4.3.2026.

Ο Καθ’ ου η Αίτηση παραδόθηκε για σκοπούς μεταφοράς του στην Σουηδία στις 12.3.2026.

Το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της παρούσας αίτησης στις 26.6.2026 έδωσε οδηγίες όπως γνωστοποιηθεί στον εκζητούμενο και όπως η Αρμόδια Αρχή της Σουηδίας φροντίσει να θέσει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, μέσω των ημεδαπών Αρμόδιων Αρχών, γραπτώς τις θέσεις του εκζητούμενου σε σχέση με το πιο πάνω αίτημα ορίζοντας παράλληλα την αίτηση για ακρόαση.

Στις 13.7.2026 καταχωρήθηκε στον φάκελο του Δικαστηρίου η απάντηση του εκζητούμενου μέσω μηνύματος του δικηγόρου του, το οποίο διαβιβάστηκε από Ανώτερο Εισαγγελέα και αναφέρει τα εξής μεταξύ άλλων:

«Through his defence counsel, he has stated the following:

“Based on the contents of the document we have now reviewed, I am instructed by my client to state that he will not sign the document or submit any statement, as he is under no obligation to do so now that the subject matter of the document and the proceedings in Cyprus has been clarified”».

Τα πιο πάνω κατά την κρίση μου δεν συνιστούν συγκατάθεση από πλευράς Καθ’ ου η Αίτηση, ούτε όμως και ένσταση. Αποτελούν απλώς δήλωση του Καθ’ ου η Αίτηση ότι δεν επιθυμεί να τοποθετηθεί επί της αίτησης.

Έχω ακούσει σήμερα με προσοχή τα όσα έχει αναφέρει η ευπαίδευτη συνήγορος για την Αιτήτρια και τα εξέτασα υπό το φως της σχετικής Νομοθεσίας και Νομολογίας.

Νομική Πτυχή

Με τους περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητούμενων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμο 133(Ι)/2004 ως τροποποιήθηκε μέχρι σήμερα (στο εξής «ο Νόμος»), μεταφέρθηκαν σε επίπεδο εθνικού δικαίου οι αρχές και οι ρυθμίσεις  της απόφασης-πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 13ης Ιουνίου 2002 όπως αυτή τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με την απόφαση-πλαίσιο 2009/299/ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 26ης Φεβρουαρίου 2009. Η απόφαση-πλαίσιο[1], έχει ως αντικείμενο την αντικατάσταση του πολυμερούς συστήματος εκδόσεως μεταξύ κρατών μελών με σύστημα παραδόσεως, εφαρμοζόμενο μεταξύ δικαστικών αρχών, των ατόμων εκείνων τα οποία έχουν καταδικασθεί ή τα οποία φέρονται ως ύποπτα, προκειμένου να εκτελεσθεί εκδοθείσα απόφαση ή να ασκηθούν διώξεις, δοθέντος ότι το σύστημα αυτό στηρίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως (βλ. C-396/11 Ciprian Vasile Radu, C-399/11 Stefano Melloni v Ministerio Fiscal).

Στην υπόθεση Reinwald v Γενικός Εισαγγελέας Εφ. 42/19 ημερομηνίας 23.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:A159 λέχθηκε ότι

«Θεωρούμε σκόπιμο, όχι μόνο να επαναλάβουμε, αλλά και να τονίσουμε με έμφαση, ότι το ΕΕΣ στηρίζεται στην αμοιβαιότητα, εμπιστοσύνη και σεβασμό μεταξύ των δικαστικών αρχών. Είναι αυτή η αμοιβαιότητα που είναι το υπόβαθρο της αναγνώρισης και σεβασμού των αρχών που έχουν ρόλο στην απονομή της δικαιοσύνης που οικοδομούν τον τρόπο λειτουργίας του ΕΕΣ. Το ΕΕΣ και η σχετική Απόφαση - Πλαίσιο αποτελούν ένα σημαίνον εργαλείο προς την ανάπτυξη ενός ευρωπαϊκού ποινικού δικαίου δίχως σύνορα, ξεπερνώντας το παλαιό μοντέλο δικαστικής αρωγής εξασφαλίζοντας ότι «η ποικιλία των εθνικών κανονιστικών διατάξεων δεν θα θέσει προσκόμματα στην ανεμπόδιστη απόλαυση των ελευθεριών που εγγυάται η ΣυνθEK.» (Διονυσίου Μουζάκη: Το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, Νομική Βιβλιοθήκη, Έκδοση 2009, σελ. 5-6).

 

Το ΕΕΣ σηματοδοτεί επίσης μια οικειοθελή απεμπόληση της εθνικής κυριαρχίας εκάστου κράτους μέλους προς όφελος μιας υπερεθνικής («supranationality») δικαιοδοτικής εφαρμογής των αρχών δικαίου. Η Απόφαση - Πλαίσιο δημιουργεί δέσμευση ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.»  

 

Εκείνο στο οποίο αποβλέπει η απόφαση -πλαίσιο πιο πάνω είναι η απλούστευση ενός συστήματος και η αποτελεσματικότητα του μέσω του οποίου να παραδίδονται άτομα τα οποία είτε έχουν καταδικαστεί είτε είναι ύποπτα για παράβαση ποινικών νομοθεσιών, καθώς και στην διευκόλυνση και επιτάχυνση των διαδικασιών ούτως ώστε να επιτευχθεί ο σκοπός που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση να καταστήσει εαυτόν ως χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, στηριζόμενος στον υψηλό βαθμό εμπιστοσύνης που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των κρατών μελών (βλ. Melloni πιο πάνω σκέψεις 36-37, Αναφορικά με τον Κυριάκο Πηγασίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 519, Αναφορικά με τον John Constantinides (2015) 1 Α.Α.Δ. 433).

Στην υπόθεση C-192/12 Melvin West λέχθηκαν τα πιο κάτω στις σκέψεις 53-55:

«With regard, second, to the objective pursued by the Framework Decision, it must be pointed out that it seeks, inter alia, to facilitate and accelerate judicial cooperation (see Case C-303/05 Advocaten voor de Wereld [2007] ECR I-3633, paragraph 31; Case C-296/08 PPU Santesteban Goicoechea [2008] ECR I-6307, paragraphs 51, 55 and 76; and Leymann and Pustovarov, paragraph 42). That Framework Decision thus seeks to contribute to the objective set for the European Union to become an area of freedom, security and justice by basing itself on the high degree of confidence which should exist between the Member States (Leymann and Pustovarov, paragraphs 48 and 50).

 

Furthermore, as is clear from recitals 5 and 7 in the preamble to the Framework Decision, the purpose of the Framework Decision is to replace the multilateral system of extradition between Member States with a system of surrender, as between judicial authorities, of convicted persons or suspects for the purpose of enforcing judgments or of criminal proceedings, that system of surrender being based on the principle of mutual recognition (Advocaten voor de Wereld, paragraph 28; Case C-66/08 Kozłowski [2008] ECR I-6041, paragraphs 31 and 43; Case C-123/08 Wolzenburg [2009] ECR I-9621, paragraph 56; and Case C-261/09 Mantello [2010] ECR I-11477, paragraph 35).

 

That principle, which constitutes the ‘cornerstone’ of judicial cooperation, means that, pursuant to Article 1(2) of the Framework Decision, Member States are in principle obliged to give effect to a European arrest warrant. They are thus either obliged to execute, or may not refuse to execute, such a warrant, and they may make its execution subject to conditions only in the cases listed in Articles 3 to 5 of that Framework Decision. Equally, according to Article 28(3) of the Framework Decision, consent to a subsequent surrender may be refused only in those same cases (see, to that effect, Leymann and Pustovarov, paragraphs 49 and 51; Wolzenburg, paragraph 57; and Mantello, paragraphs 36 and 37).»

 

Καθίσταται πρόδηλο από τα πιο πάνω ότι,  η αρχή της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, η οποία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο «cornerstone» της δικαστικής συνεργασίας, συνεπάγεται, βάσει του άρθρου 1(2) της αποφάσεως-πλαισίου, ότι τα κράτη μέλη καταρχήν υποχρεούνται να εκτελούν κάθε ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και δεν μπορούν να αρνηθούν την εκτέλεση ή να εξαρτούν την εκτέλεση υπό όρους εκτός στις περιπτώσεις που καταγράφονται στα άρθρα 3 και 5 της απόφασης – πλαισίου, ενώ μόνον οι εν λόγω αναφερόμενες περιπτώσεις μπορούν να δικαιολογήσουν την άρνηση συγκατάθεσης στη διεύρυνση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ούτως ώστε αυτό να καλύψει τις περιπτώσεις αξιόποινων πράξεων που έχουν τελεσθεί πριν την παράδοση του εκζητούμενου, διαφορετικών από εκείνες που δικαιολογούσαν την παράδοση του (βλ. C-168/13 PPU, Jeremy F. v. Premier minister ημερομηνίας 30.5.2013).

Το άρθρο 36 του Νόμου αφορά στον κανόνα ειδικότητας. Στην υπόθεση Αναφορικά με τον Α.Κ. Ε.Ε.Ε.Σ. 2/23 ημερομηνίας 16.5.2023 το Ανώτατο Δικαστήριο ανάφερε τα πιο κάτω

 

«Θα πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθούμε στην αρχή της ειδικότητας, που προβλέπεται στο Άρθρο 27 της Απόφασης-Πλαίσιο και έχει ενσωματωθεί στο δίκαιο μας με το Άρθρο 36 του Ν.133(Ι)/2004 υπό τον τίτλο «Κανόνας Ειδικότητας».  Στις αποφάσεις του Αρείου Πάγου Αρ. 1261/2013 και Αρ. 1261/2013 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω:

 

«Με την αρχή της ειδικότητος, που θεωρείται γενικά αναγνωρισμένος κανόνας του διεθνούς δικαίου και εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση εκδόσεως, περιορίζεται η κυριαρχική εξουσία του εκζητήσαντος κράτους, ήτοι το κράτος που ζητεί την έκδοση δεν μπορεί να διώξει τον εκζητούμενο για πράξεις προγενέστερες της παραδόσεως, άλλες από εκείνες για τις οποίες διετάχθη η εκτέλεση του εντάλματος, πλην ορισμένων εξαιρέσεων. Ούτως η αρχή της ειδικότητος θεμελιώνεται στην κυριαρχία του εκδίδοντος κράτους και συνδέεται με το συμφέρον του να μη διωχθεί το εκδιδόμενο πρόσωπο για πολιτικούς ή άλλους σκοπούς, διότι εάν το εκζητούν κράτος, είχε τη δυνατότητα, να διώξει τον εκδοθέντα και για άλλες πράξεις, πέραν εκείνων για τις οποίες εκδόθηκε, η καταστρατήγηση των σχετικών περιορισμών της εκτελέσεως του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και κυρίως της μη διώξεως για πολιτικά εγκλήματα θα ήταν ευχερής»».

 

 Σύμφωνα με το εδάφιο 1 του εν λόγω άρθρου:

 «Ο εκζητούμενος που παραδόθηκε στις Κυπριακές Αρχές δεν διώκεται, ούτε καταδικάζεται ούτε στερείται με άλλο τρόπο της ελευθερίας του για αξιόποινη πράξη, η οποία τελέστηκε πριν από την παράδοσή του και είναι διαφορετική από εκείνη για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.»

Στο εδάφιο 2 του ίδιου άρθρου καταγράφονται οι περιπτώσεις όπου δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εδαφίου 1 πιο πάνω ως ακολούθως

«(2) Το εδάφιο 1 δεν εφαρμόζεται όταν:

(α) Ο παραδοθείς μολονότι είχε τη δυνατότητα να εγκαταλείψει το Κυπριακό έδαφος δεν το έπραξε εντός 45 ημερών από την οριστική απελευθέρωσή του ή επέστρεψε σε αυτό αφού το είχε εγκαταλείψει.

(β) Η αξιόποινη πράξη δεν τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας.

(γ) Η ποινική διαδικασία δεν συνεπάγεται την εφαρμογή μέτρου περιοριστικού της ελευθερίας του προσώπου.

(δ) Στον παραδοθέντα ενδέχεται να επιβληθεί ποινή ή μέτρο που δεν συνεπάγονται στέρηση της ελευθερίας, ιδίως χρηματική ποινή ή υποκατάστατο μέτρο, ακόμη κι αν αυτή η ποινή ή το μέτρο ενδέχεται να περιορίζει την προσωπική του ελευθερία.

(ε) Η δικαστική αρχή εκτέλεσης του εντάλματος δίδει τη συγκατάθεσή της, μετά την υποβολή σχετικής αίτησης, σύμφωνα με το εδάφιο 4 του παρόντος.

(στ) Ο παραδοθείς είχε παραιτηθεί ρητά από το ευεργέτημα του κανόνα της ειδικότητας, συγχρόνως με την συγκατάθεσή του να παραδοθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία στην αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους εκτέλεσης του εντάλματος.

(ζ) Ο παραδοθείς παραιτηθεί ρητά, μετά την παράδοσή του, από το ευεργέτημα του κανόνα της ειδικότητας όσον αφορά αξιόποινες πράξεις, οι οποίες τελέστηκαν πριν από την παράδοσή του. Η δήλωση παραίτησης δίδεται στον αρμόδιο Δικαστή, ο οποίος προηγουμένως τον ενημερώνει για τις συνέπειες της παραίτησης από τον κανόνα της ειδικότητας καθώς και για το δικαίωμά του να παρίσταται με συνήγορο ή και με διερμηνέα, αν τούτο είναι αναγκαίο. Για την ενημέρωση και τις δηλώσεις του παραδοθέντα συντάσσεται έκθεση.»

Το υπό εξέταση αίτημα εδράζεται στο άρθρο 36(4) του Νόμου το οποίο διαλαμβάνει τα εξής

«Όταν ζητείται η συγκατάθεση της Κυπριακής δικαστικής αρχής που αποφάσισε την εκτέλεση του εντάλματος, προκειμένου ο παραδοθείς να διωχθεί, καταδικαστεί ή κρατηθεί στο κράτος έκδοσης εντάλματος για αξιόποινη πράξη προγενέστερη και διαφορετική από εκείνη για την οποία είχε εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, η ανωτέρω δικαστική αρχή αποφαίνεται το αργότερο σε τριάντα (30) ημέρες μετά την παραλαβή της αίτησης καθώς και της μετάφρασης και των πληροφοριών που ορίζονται στο άρθρο 4 του παρόντος Νόμου. Συγκατάθεση δίδεται, αν για την αξιόποινη πράξη, για την οποία ζητείται, χωρεί παράδοση, σύμφωνα με το άρθρο 12 του παρόντος Νόμου. Η δικαστική αρχή αρνείται τη συγκατάθεση, αν συντρέχουν οι λόγοι που αναφέρονται στο άρθρο 13 του παρόντος Νόμου καθώς και αν το κράτος έκδοσης του εντάλματος δεν παρέχει τις τυχόν αιτηθείσες εγγυήσεις που ορίζονται στο άρθρο 15 του παρόντος. Η δικαστική αρχή μπορεί να αρνηθεί τη συγκατάθεση για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 14 του παρόντος Νόμου.»

Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι το εδάφιο 3 του ίδιου πάντα άρθρου προνοεί ότι όταν ζητείται η συγκατάθεση η «κατά την παράγραφο (ε) του προηγούμενου εδαφίου αίτηση συγκατάθεσης, η οποία υποβάλλεται στη δικαστική αρχή εκτέλεσης του εντάλματος συνοδεύεται από τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 4 εδάφιο 1 του παρόντος και από την μετάφραση που προβλέπεται στο εδάφιο 3 του ιδίου άρθρου.»

Η συγκατάθεση δίδεται και ως προκύπτει από την Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστήριου αυτή πρέπει να δίδεται (βλ. Jeremy F. ανωτέρω,  Melvin West ανωτέρω) αν για την αξιόποινη πράξη για την οποία το υπό αναφορά πρόσωπο ζητείται, χωρεί παράδοση, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Νόμου.

Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να συγκατατεθεί στο αίτημα, αν συντρέχουν οι λόγοι που αναφέρονται στο Άρθρο 13 του Νόμου, καθώς και αν ελλείπουν οι τυχόν απαραίτητες εγγυήσεις που ορίζονται στο Άρθρο 15 του Νόμου. Το Δικαστήριο, μπορεί περαιτέρω να αρνηθεί τη συγκατάθεση και για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 14 του Νόμου.

Εφαρμογή - Συμπεράσματα

Στρεφόμενος στην υπό εξέταση αίτηση, οι Σουηδικές Αρχές έχουν υποβάλει αίτημα παροχής συναίνεσης ζητώντας συγκατάθεση ώστε ο εκζητούμενος να διωχθεί περαιτέρω δυνάμει αποφάσεων Σουηδικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.10.2024 και 6.2.2026 που αφορούν στην υπόθεση Β 871-23 και αφορά σε 17 αξιόποινες πράξεις που αφορούν σε διαφορετικά οικονομικής φύσης αδικήματα και τα οποία καταγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων σοβαρής μορφής απάτη, σοβαρά λογιστικά και φορολογικά αδικήματα. Λεπτομερέστερη καταγραφή τους παρουσιάζεται στο πρακτικό του Σουηδικού Δικαστηρίου ημερ. 6.2.2026 το οποίο επισυνάπτεται μαζί με το μεταφρασμένο στην αγγλική ως τεκμήριο στην υπό εξέταση αίτηση καθώς και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση (παρ. 11-13) τα οποία φαίνεται να έχουν διαπραχθεί μεταξύ 16.11.2020 και 12.6.2023 (σοβαρής μορφής παράνομη διάθεση), 1.6.2023 και 6.7.2023 (σοβαρής μορφής απάτη), 20.2.2019 με 18.3.2025 (σοβαρής μορφής λογιστικά αδικήματα) και 2.5.2023 (σοβαρής μορφής φορολογική παράβαση) και τα άλλα φερόμενα αδικήματα περιλαμβάνονταν στην απόφαση του Σουηδικού Δικαστηρίου με βάση την οποία είχε εκδοθεί αρχικά το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης.

Έχω εξετάσει την αίτηση, την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει και έλαβα υπόψιν τα όσα έχει αναφέρει σήμερα ενώπιον μου η ευπαίδευτη συνήγορος για τον Γενικό Εισαγγελέα, ικανοποιούμαι ότι, η υπό εξέταση αίτηση, αποκαλύπτει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες που αναφέρονται στο Άρθρο 4(1) του Νόμου 133(Ι)/2004 και οι οποίες πρέπει να περιέχονται σε αιτήσεις του είδους. Βάσει αυτών, ικανοποιούμαι ότι, για τις αξιόποινες πράξεις, αναφορά στις οποίες ως καταγράφω πιο πάνω γίνεται στην αίτηση, χωρεί παράδοση συμφώνως των διατάξεων του άρθρου 12 του Νόμου. Περαιτέρω, ικανοποιούμαι ότι, δεν συντρέχουν λόγοι για τους οποίους, δυνάμει των προνοιών των άρθρων 13, 14 και 15 του Νόμου, το Δικαστήριο θα έπρεπε ή θα μπορούσε να απορρίψει το υπό κρίση αίτημα.

Εκείνο που στην ουσία επιζητείται είναι η περαιτέρω δίωξη του Καθ’ ου η Αίτηση στο πλαίσιο της ίδιας απόφασης. Κατά συνέπεια, η εμβέλεια του επίδικου εντάλματος μπορεί να διευρυνθεί ώστε να καλύψει την περαιτέρω δίωξη.

Κατάληξη

Στη βάση όλων των πιο πάνω η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα ως το 1 της αίτησης.

Η απόφαση του Δικαστηρίου να κοινοποιηθεί αμέσως στις Αρμόδιες Αρχές της Δημοκρατίας καθώς και της Σουηδίας.

Η ημερομηνία 28.7.2026 ακυρώνεται.

 

                                                                 (Υπ.)  .....................................

                                                                               Λ. Χαβιαράς,Ε.Δ.

Πιστόν Αντίγραφον

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 



[1] Βλ. άρθρο 1, παρ. 1 και 2 και αιτιολογικές σκέψεις 5 και 7


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο