
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 1863/13
Μεταξύ:
ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
Ενάγουσας
και
1. ΝΙΚΟΣ ΣΕΡΔΑΡΗΣ
2. ΜΑΡΩ ΣΕΡΔΑΡΗ
Εναγομένων
Και βάσει ειδοποιήσεως εξαγοράς (άρθρο 18(4) του Ν.169(Ι)/2015)
Μεταξύ:
B2KAPITAL CYPRUS LTD
Ενάγουσας
και
1. ΝΙΚΟΣ ΣΕΡΔΑΡΗΣ
2. ΜΑΡΩ ΣΕΡΔΑΡΗ
Εναγομένων
Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει Διαταγής του Δικαστηρίου ημερομ. 01/12/2023
Μεταξύ:
B2KAPITAL CYPRUS LTD
Ενάγουσας
και
1. Αναστασία Σερδάρη ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Νίκου Σερδάρη
2. Αναστασία Σερδάρη ως διαχειρίστρια της περιουσίας του ανίκανου προσώπου Μάρως Σερδάρη
Εναγομένων
---------------------------------------
Ημερομηνία: 11 Φεβρουαρίου, 2025
Εμφανίσεις:
Για Ενάγουσα: κ. Χατζηπαρασκευάς με κα Βλαδιμήρου για C.D. Messios L.L.C.
Για Εναγόμενους 1 και 2: κα Παντελή για Στυλιανός Ν. Χριστοφόρου & Συνεργάτες
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Η Ενάγουσα αξιώνει από τους Εναγόμενους 1 και 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, το ποσό των €166.662,32 πλέον τόκο προς 8,5% από 16/11/2012 επί του ποσού των €163.184,46 με κεφαλαιοποίηση των τόκων στις 30 Ιουνίου και 30 Δεκεμβρίου κάθε έτους, ως υπόλοιπο δανεισμού που παραχωρήθηκε στον Εναγόμενο 1 το 2007. Παράλληλα, αξιώνει την έκδοση δηλωτικού διατάγματος, ήτοι ότι δικαιούται να εκτελέσει όλα τα αναγκαία και απαραίτητα έγγραφα για την πώληση και μεταβίβαση των ενεχυριασθείσων μετοχών ή και των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτές προς ικανοποίηση της απαίτησης.
Σύμφωνα με την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, η θυγατέρα των Εναγομένων 1 και 2 διορίστηκε ως διαχειρίστρια της περιουσίας του Εναγόμενου 1 δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 19/09/2023 λόγω του ότι απεβίωσε, καθώς επίσης και ως διαχειρίστρια της περιουσίας της Εναγομένης 2, λόγω του ότι κηρύχθηκε ανίκανο πρόσωπο δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 26/05/2023. Τα γεγονότα αφορούν την υπογραφή της Συμφωνίας Δανείου μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου 1 στις 19/06/2007. Η Συμφωνία Δανείου συνοδευόταν και από τους «Γενικούς Όρους» που αφορούσαν τα δάνεια που παραχωρούνταν από την Ενάγουσα τον συγκεκριμένο χρόνο. Παραχωρήθηκε, μετά από αίτημα του Εναγόμενου 1, πίστωση ύψους Λ.Κ.175.000, ήτοι €299.005 η οποία θα ήταν αποπληρωτέα σε 36 μηνιαίες δόσεις, με την πρώτη δόση να καταβάλλεται στις 15/07/2008 και η τελευταία στις 15/07/2010. Είχε συμφωνηθεί όπως το δάνειο χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο 6,5% ετησίως, ήτοι 4,5% που ήταν το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας προσαυξημένο κατά 2% με κεφαλαιοποίηση ανά 6 μήνες. Ο τόκος είχε συμφωνηθεί όπως υπολογίζεται στο ημερήσιο υπόλοιπο του κάθε λογαριασμού σύμφωνα με το επιτόκιο του λογαριασμού και για τον υπολογισμό του τόκου θα λαμβάνετο υπόψη, ως διαιρέτης, το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 ημέρες. Στην περίπτωση που οποιοδήποτε ποσό καθίστατο πληρωτέο, θα χρεωνόταν τόκος υπερημερίας και το ποσοστό του τόκου υπερημερίας θα καθοριζόταν από την Τράπεζα, η οποία δικαιούτο να το μεταβάλλει, ήτοι να το αυξάνει ή να το μειώνει κατά την κρίση της, μετά από γνωστοποίηση στον πελάτη.
Η Εναγόμενη 2 υπέγραψε ως εγγυήτρια του δανείου και αποδέχτηκε τους όρους του εγγράφου εγγυήσεως, ήτοι την πληρωμή του ποσού των £210.000 ή €358.806,30, στις 19/06/2007. Παραχώρησε, επίσης, ως περαιτέρω εξασφάλιση τις μετοχές της, 44.261 μετοχές στην Τράπεζα Κύπρου ενεχυριάζοντας τις προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Εναγομένου 1. Με την ενεχυρίαση είχαν δεσμευτεί όλα τα ωφελήματα και/ή δικαιώματα και/ή μερίσματα που απορρέουν από τις μετοχές και δόθηκε στην Τράπεζα το απόλυτο δικαίωμα να επωφελείται από τις κινητές αξίες ή/και να τις πωλήσει στην περίπτωση μη καταβολής του οφειλόμενου ποσού.
Το συγκεκριμένο δάνειο λήφθηκε από τον Εναγόμενο 1 και στις 16/11/2012 ο λογαριασμός παρουσίαζε ως υπόλοιπο €166.662,32, πλέον τόκους 8,5% επί του ποσού των €163.184,46 με κεφαλαιοποίηση του τόκου ανά εξάμηνο. Λόγω των καθυστερήσεων στην καταβολή των δόσεων του δανείου διαβιβάστηκαν προς τον πρωτοφειλέτη και την εγγυήτρια επιστολές ημερομ. 20/08/2012 με τις οποίες κλήθηκαν όπως εξοφλήσουν το καθυστερημένο ποσό εντός 21 ημερών. Λόγω μη ανταπόκρισης τους, η Ενάγουσα στις 16/11/2012 τερμάτισε τη λειτουργία του δανείου και κατέστησε απαιτητό ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο περιλαμβανομένων και των τόκων προσαυξημένο με τόκο υπερημερίας 3%. Στις 31/10/2008 η Ενάγουσα ενημέρωσε του Εναγόμενους 1 και 2 για την αύξηση του περιθωρίου του τόκου στο 3,25%. Έκτοτε, οι Εναγόμενοι δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό.
Οι Εναγόμενοι στην τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους παραδέχονται την υπογραφή της Συμφωνίας Δανείου στις 19/06/2007 καθώς και την υπογραφή, από την Εναγόμενη 2, της προσωπικής εγγύησης και του εγγράφου ενεχυρίασης των μετοχών της στην Τράπεζα Κύπρου, η αξία των οποίων κατά την ημέρα της υπογραφής του εγγράφου ενεχυριάσεως ανερχόταν στα €548.300. Μετά την υπογραφή των Συμβάσεων Δανείου, της παραχώρησης προσωπικής εγγύησης και της Ενεχυρίασης των μετοχών, η Ενάγουσα διαβεβαίωσε τους Εναγόμενους ότι το συγκεκριμένο δάνειο παραχωρήθηκε στη βάση της αξίας των μετοχών και τους ζήτησε όπως υπογράψουν τα έγγραφα με τα οποία η Ενάγουσα αναλάμβανε την πλήρη διαχείριση και έλεγχο των ενεχυριασμένων μετοχών. Προωθείται η θέση ότι ήταν εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας ότι στην περίπτωση που η τρέχουσα αξία των μετοχών μειωνόταν, έστω οριακά, κάτω από τις Λ.Κ.205.000, θα έπρεπε να προσφερθεί πρόσθετη εξασφάλιση σε σχέση με το υπόλοιπο του δανείου και ότι οι μετοχές θα πωλούνταν χωρίς περαιτέρω ενημέρωση των Εναγομένων. Η Συμφωνία Εγγύησης υπογράφτηκε μετά από ρητές διαβεβαιώσεις, από λειτουργούς της Ενάγουσας οι οποίοι κατείχαν τις απαραίτητες γνώσεις, ότι η εγγύηση καλυπτόταν πλήρως από την ενεχυρίαση των μετοχών. Όμως, η Ενάγουσα διαχειρίστηκε τις ενεχυριασθείσες μετοχές αμελώς και κατά παράβαση των καθηκόντων της και των διαβεβαιώσεων που έδωσε τόσο προς την Εναγόμενη 2 καθώς και προς τον Εναγόμενο 1, ήτοι ότι θα επεδείκνυε κάθε δυνατή επιμέλεια και ή θα ασκούσε επαγγελματισμό και ή ικανότητα και ή εξειδικευμένες γνώσεις προς όφελος ή και ως προς το συμφέρον των Εναγομένων 1 και 2 κατά την διαχείριση των μετοχών. Αντιπρόσωπος της Ενάγουσας ή και υπάλληλοι της προέβησαν σε παραστάσεις και ή δηλώσεις και ή διαβεβαιώσεις ψευδώς ότι η Ενάγουσα, ως ο μεγαλύτερος τραπεζικός οργανισμός στην Κύπρο, διέθετε και διαθέτει γνώσεις, εξειδίκευση και εμπειρία στη διαχείριση κινητών αξιών. Η Ενάγουσα, ως καταπιστευματοδόχος των Εναγομένων 1 και 2, όφειλε να λάβει όλα τα ενδεικνυόμενα μέτρα ή και να προχωρήσει στην άμεση πώληση ή και διάθεση των μετοχών ή μέρος αυτών μόλις η αξία τους μειώθηκε κάτω από £250.000 και/ή κάτω από το 150% της αξίας του δανείου πριν την λήξη του ή/και σε οποιοδήποτε χρόνο προς σκοπό της κάλυψης του δανείου.
Ως λεπτομέρειες του δόλου της Ενάγουσας καταγράφονται τα ακόλουθα: Ότι απέκρυψε την αδυναμία χειρισμού της παρασχεθείσας εγγύησης ή και διαχείρισης μετοχών, ότι προέβηκε σε ψευδείς παραστάσεις ή και διαβεβαιώσεις ή και υποσχέσεις ότι διέθετε τις απαραίτητες γνώσεις και ή εξειδίκευση για τη διαχείριση των κινητών αξιών και ή μετοχών, ότι προέβηκε σε αλόγιστες ή και ζημιογόνες επενδύσεις τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό, ότι απέκρυψε την αδυναμία αφερεγγυότητας της και προέβη σε παραπλανητικές και ή ψευδείς οικονομικές εκθέσεις, ότι ψευδώς και ή αναληθώς ώθησε τους Εναγόμενους στην υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου, της εγγύησης του δανείου και της παραχώρησης ανέκκλητου πληρεξουσίου εγγράφου επι των κινητών αξιών και ότι προέβησαν σε πράξεις ή παραλήψεις με αποτέλεσμα να περιπέσουν σε δεινή ή/και άσχημη οικονομική κατάσταση και να συμπαρασύρουν τους Εναγόμενους.
Ως λεπτομέρειες της αμέλειας της Ενάγουσας καταγράφονται τα ακόλουθα: Ότι παρέλειψε να πωλήσει τις ενεχυριασθείσες μετοχές μόλις η αξίας τους μειώθηκε κάτω από £250.000, ότι παρέλειψε να λάβει όλα τα αναγκαία και ή απαραίτητα μέτρα για την προστασία των συμφερόντων των Εναγομένων, ότι παρέλειψε να ασκήσει ή και να επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια για την ορθή και ή ενδεδειγμένη διαχείριση των μετοχών της Εναγομένης 2, ότι παρέλειψε ή και αμέλησε να επικοινωνήσει ή και να ειδοποιήσει του Εναγόμενους 1 και 2 έγκαιρα και ή κατά τον κρίσιμο χρόνο όταν η αξία των ενεχυριασθεισών μετοχών άρχισε να μην καλύπτει το δάνειο, ότι παρέλειψε να ενεργήσει με κάθε δυνατή επιμέλεια ως επαγγελματίας και ή καλή τραπεζίτης, ότι παρέλειψε να ενεργήσει σύμφωνα με τον κώδικα τραπεζικής συμπεριφοράς και ότι αμέλησε να εκτιμήσει σωστά τις συνέπειες των πράξεων και παραλείψεων της για τα συμφέροντα των Εναγομένων.
Καταγράφεται ότι η Ενάγουσα, τον Σεπτέμβριο του 2010, εκμεταλλεύτηκε τη θέση εμπιστοσύνης ή και ισχύος στην οποία βρισκόταν σε σχέση με τους Εναγόμενους και μετά από έντονες πιέσεις, εκβιασμούς, απειλές, οικονομικές πιέσεις και καθημερινών τηλεφωνικών κλήσεων εξανάγκασε και άσκησε ψυχική πίεση και ανεπίτρεπτη επιρροή στους Εναγόμενους για σύναψη ετεροβαρούς σύμβασης, της Συμφωνίας ημερομ. 13/10/2010. Η νέα επιπρόσθετη συμφωνία είχε ως αποτέλεσμα τη μεταφορά του ποσού των €165.000 από υφιστάμενο τραπεζικό λογαριασμό των Εναγόμενων στο αρχικό δάνειο, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να καταστεί πλουσιότερη. Ουδέποτε εξηγήθηκε ή και διευκρινίστηκε στους Εναγόμενους 1 και 2 το περιεχόμενο ή και οι όροι οποιουδήποτε εκ των εγγράφων που υπογράφτηκαν από αυτούς.
Οι Εναγόμενοι ανταπαιτούν το ποσό των €165.000 το οποίο η Ενάγουσα παράνομα και δόλια και παραπλανητικά και αδικαιολόγητα και εκμεταλλευόμενη τη θέση εμπιστοσύνης και ισχύος στην οποία βρισκόταν εισέπραξε ή και μετέφερε στο λογαριασμό δανείου. Αξιώνεται, επίσης, το ποσό των €128.145 το οποίο συνιστά την απώλεια της ρευστοποίησης των μετοχών της Εναγόμενης 2 κατά τον χρόνο που η Ενάγουσα επέλεξε να τις ρευστοποιήσει.
Κατά την ακρόαση κατατέθηκε κατάλογος παραδεκτών γεγονότων ο οποίος σημειώθηκε ως Έγγραφο Α στη διαδικασία. Ήταν από κοινού παραδεκτό ότι, η εταιρεία B2KAPITAL συνιστά αδειοδοτημένη εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων η οποία παρέλαβε χαρτοφυλάκιο μη εξυπηρετούμενων πιστωτικών διευκολύνσεων της Τράπεζας Κύπρου, δυνάμει γραπτής συμφωνίας μεταβίβασης ημερ. 02/01/2020, μεταξύ αυτών και η δανειακή διευκόλυνση των Εναγομένων 1 και 2. Υποκατέστησε, δηλαδή, την Τράπεζα Κύπρου ως προς όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της σε σχέση με τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις. Ότι ο Εναγόμενος 1 απεβίωσε στις 22/11/2022 και η Εναγόμενη 2 κηρύχθηκε ανίκανο πρόσωπο με διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομ. 26/05/2023. Ότι υπογράφτηκε Συμφωνία Δανείου από τον Εναγόμενο 1 στις 19/06/2007 για το ποσό των Λ.Κ.175.000, ότι ως εξασφάλιση για το δάνειο υπογράφτηκε, από την Εναγόμενη 2, προσωπική εγγύηση και ως επιπρόσθετη εγγύηση ενεχυριάστηκαν οι μετοχές που κατείχε στην Τράπεζα Κύπρου και συγκεκριμένα 44.261 μετοχές και είχαν εκχωρηθεί, με το ίδιο έγγραφο, τα πληρωτέα μερίσματα ή και οποιαδήποτε άλλα ωφελήματα που αφορούσαν τις ενεχυριασθείσες μετοχές καθώς και οποιεσδήποτε μετοχές που θα παραχωρούνταν. Ότι σε σχέση με τις συγκεκριμένες ακίνητες αξίες υπογράφτηκε πληρεξούσιο και έντυπο Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου αναφορικά με την γνωστοποίηση σύστασης ενεχύρου. Λόγω παραχώρησης μετοχών στην Εναγόμενη 2 η Τράπεζα Κύπρου είναι σήμερα δικαιούχος ενεχύρου, ήτοι 65.235 μετοχών της Τράπεζας Κύπρου. Ότι ο λογαριασμός δανείου ανοίχθηκε και λειτουργούσε επ’ ονόματι του Εναγόμενου 1. Ότι υπογράφτηκε, μεταξύ της Τράπεζας και του Εναγόμενου 1, στις 13/10/2010, σχετική τροποποιητική ή και συμπληρωματική συμφωνία με την οποία παρατάθηκε η αποπληρωμή του δανείου μέχρι τις 15/07/2012 και διαφοροποιήθηκε ο τρόπος αποπληρωμής της με την καταβολή μιας δόσης ύψους €152.261,05 μέχρι τις 15/07/2012 και των δεδουλευμένων τόκων μέχρι τις 30/06/2011. Η Τροποποιητική Συμφωνία υπογράφτηκε και από την Εναγόμενη 2. Ότι στις 20/08/2012 η Ενάγουσα ενημέρωσε τους Εναγόμενους 1 και 2 ότι ο λογαριασμός δανείου παρουσίαζε πλήρη καθυστέρηση και τους κάλεσε όπως εξοφλήσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο εντός 21 ημερών και ότι στις 16/11/2012 με επιστολή της προς τους Εναγόμενους 1 και 2 τους ενημέρωσε ότι η λειτουργία του συγκεκριμένου τραπεζικού λογαριασμού είχε τερματιστεί και ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο, περιλαμβανομένων κεφαλαίου και τόκων, κατέστη απαιτητό.
Κατατέθηκαν από κοινού και σημειώθηκαν ως τεκμήρια το πιστοποιητικό σύστασης της Ενάγουσας και η άδεια λειτουργίας της ως Τεκμήριο 1, το πιστοποιητικό εγγραφής της Τράπεζας Κύπρου ως Τεκμήριο 2, τα διατάγματα διαχείρισης που αφορούν τους Εναγόμενους 1 και 2 ως Τεκμήριο 3, η Σύμβαση Δανείου ημερ. 18/06/2007 ως Τεκμήριο 4, το Εγγυητήριο Έγγραφο ως Τεκμήριο 5, το Έγγραφο Ενεχυρίασης Μετοχών ως Τεκμήριο 6Α, το Πληρεξούσιο Έγγραφο της Εναγόμενης 2 προς την Τράπεζα Κύπρου ως Τεκμήριο 6Β, το έντυπο γνωστοποίησης σύστασης ενεχύρου ως Τεκμήριο 6Γ, η Κατάσταση Αξιών στο ΧΑΚ ως Τεκμήριο 7, η Τροποιητική Συμφωνία Δανείου ημερ. 13/10/2010 ως Τεκμήριο 8, οι προειδοποιητικές επιστολές ως Τεκμήριο 9 και οι επιστολές τερματισμού λειτουργίας της Δανειακής Σύμβασης ως Τεκμήριο 10.
Η Ενάγουσα προώθησε την υπόθεση της με μοναδική μάρτυρα την Ζωή Γεωργιάδη, λειτουργό στην Ενάγουσα και καλή γνώστη των γεγονότων. Παρέθεσε τα γεγονότα σε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο 1. Καταγράφει ότι από το 1996 μέχρι το 2022 υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις στην Ελληνική Τράπεζα, μεταξύ αυτών και στην Υπηρεσία Νομικής Υποστήριξης της Τράπεζας για 10 χρόνια. Από τον Ιανουάριο 2023 εργάζεται στην Ενάγουσα. Από την πείρα της γνωρίζει ότι μετά τον τερματισμό της λειτουργίας λογαριασμού πελάτη της τράπεζας και στην περίπτωση που δεν προταθεί άμεσος διακανονισμός, ο φάκελος διαβιβάζεται στην Υπηρεσία Είσπραξης Χρεών για τη λήψη δικαστικών μέτρων. Όσον αφορά τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης υποστηρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 πληροφορήθηκαν για την πρόθεση πώλησης των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων από την Τράπεζα Κύπρου στην Ενάγουσα και τη μεταφορά τους με επιστολές ημερομ. 24/01/2020 και 14/05/2020, ενώ πληροφορήθηκαν και για την απόκτηση όλων των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων που απορρέουν από τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις με επιστολή ημερομ. 13/05/2020. Παρά τη λήψη των επιστολών οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν προέβηκαν σε οποιοδήποτε διάβημα ή ενέργεια για να αμφισβητήσουν τη μεταφορά. Τα έγγραφα, ήτοι η Συμφωνία Δανείου, η επίδικη Εγγύηση της Εναγόμενης 2, τα έγγραφα που αφορούν τις ενεχυριασμένες μετοχές, καθώς και η Συμπληρωματική Συμφωνία της Συμφωνίας Δανείου υπογράφτηκαν με την ελεύθερη βούληση των Εναγομένων 1 και 2 και ο Εναγόμενος 1 εισέπραξε και επωφελήθηκε το ποσό του δανείου και ως εκ τούτου ο οποιοσδήποτε αντίθετος ισχυρισμός των Εναγομένων, που αφορά την άσκηση ψυχικής πίεσης, αμέλειας, δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων, απειλών και εξαναγκασμού δεν ευσταθεί. Όσον αφορά τον ισχυρισμό των Εναγόμενων 1 και 2 ότι υπήρχε αμέλεια ή και κακοδιαχείριση εκ μέρους της Τράπεζας Κύπρου, λόγω του ότι δεν πώλησε ή διέθεσε ή με άλλο τρόπο ρευστοποίησε τις ενεχυριασμένες μετοχές, προωθεί τη θέση ότι η Τράπεζα Κύπρου είχε δικαίωμα να τις πωλήσει και όχι υποχρέωση, σύμφωνα με τον όρο 8 του Εγγράφου που υπογράφτηκε. Για να καταστεί δυνατή η χορήγηση του δανείου από την Τράπεζα Κύπρου έπρεπε να ενεχυριαστούν οι μετοχές και ο αριθμός μετοχών που ενεχυριάστηκαν κρίθηκε με βάση το ύψος του δανείου.
Καταγράφει ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 ουδέποτε επικοινώνησαν με την Τράπεζα Κύπρου ή με την Ενάγουσα για να διαμαρτυρηθούν για την οποιαδήποτε χρέωση στο λογαριασμό ή για το ποσοστό επιτοκίου με το οποίο χρεωνόταν ο λογαριασμός. Η Τράπεζα Κύπρου διατηρούσε συστηματικά και αδιάλειπτα τραπεζικό βιβλίο και αρχείο σε ηλεκτρονική μορφή από το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού μέχρι την ημερομηνία μεταφοράς του, ήτοι στις 08/05/2020 στην Ενάγουσα και φυλασσόταν στις κτηριακές της εγκαταστάσεις. Όλες οι καταχωρίσεις στο ηλεκτρονικό αρχείο έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Τράπεζας Κύπρου. Το συγκεκριμένο ηλεκτρονικό αρχείο μεταφέρθηκε αυτούσιο στο ηλεκτρονικό αρχείο που τηρεί η Ενάγουσα και από τις 08/05/2020 μέχρι και σήμερα η Ενάγουσα προβαίνει σε καταχωρίσεις, σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό, κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της και τηρεί το συγκεκριμένο αρχείο φυλαγμένο στις κτηριακές της εγκαταστάσεις και υπό τον έλεγχο της. Η ίδια εκτύπωσε από τον δικό της ηλεκτρονικό υπολογιστή, ο οποίος είναι συνδεδεμένος με το ηλεκτρονικό αρχείο που διατηρεί η Ενάγουσα, όλες τις καταστάσεις που αφορούν όλες τις συναλλαγές και τις πράξεις που σχετίζονται με τον επίδικο λογαριασμό. Στη συνέχεια τις σύγκρινε με την αρχική καταχώριση στον δικό της υπολογιστή και διαπίστωσε ότι είναι ορθές. Η ίδια ετοίμασε και αναδομημένη κατάσταση του επίδικου λογαριασμού, από την οποία αφαιρέθηκαν όλοι οι τόκοι υπερημερίας και περιορίστηκε το επιτόκιο στο συμβατικό, το οποίο αποτελείται από το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας Κύπρου κατά την υπογραφή της Συμφωνίας προσαυξημένο κατά το περιθώριο. Από την ημερομηνία τερματισμού της Συμφωνίας Δανείου, ήτοι 16/11/2012 μέχρι 07/05/2020, χρεώνεται τόκος υπερημερίας 2% και από 08/05/2020, όταν το δάνειο μεταφέρθηκε στην Ενάγουσα, ο τόκος υπερημερίας αφαιρείται. Διαπιστώθηκε ότι από τις 19/06/2007 μέχρι τις 08/05/2020 ο Εναγόμενος 1 είχε πληρώσει σε διάφορες ημερομηνίες το συνολικό ποσό των €214.630,58 έναντι του επίδικου δανείου. Έκτοτε, δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό και παραμένει ως οφειλόμενο το ποσό των €274.413,02 πλέον τόκος 4,25% ετησίως επί του ποσού των €273.872,38 από 18/01/2024 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Εκτός από το ποσό, η Ενάγουσα αξιώνει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η πώληση των ενεχυριασθείσων μετοχών, περιλαμβανομένων των δικαιωμάτων παραχώρησης που αναλογούν στις συγκεκριμένες μετοχές και όπως τα έσοδα από την πώληση διατεθούν έναντι του οφειλόμενου, προς την Ενάγουσα, ποσού.
Κατέθεσε ως Τεκμήριο 11 τις επιστολές της Τράπεζας Κύπρου που αποστάλθηκαν για ενημέρωση των Εναγομένων 1 και 2 για την πώληση των πιστωτικών διευκολύνσεων, ως Τεκμήριο 12 τις επιστολές που αποστάλθηκαν από την Ενάγουσα σε σχέση με την εξαγορά των πιστωτικών διευκολύνσεων, ως Τεκμήριο 13 Δέσμη των καταστάσεων λογαριασμού και των αναδομημένων καταστάσεων συνοδευόμενες από το νενομισμένο πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου και ως Τεκμήριο 14 τις ανακοινώσεις στον ημερήσιο Τύπο σε σχέση με την αύξηση του βασικού επιτοκίου.
Ζητήθηκε από τη μάρτυρα όπως εξηγήσει το περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού. Εξήγησε ότι υπάρχουν πέντε στήλες, η πρώτη αφορά την ημερομηνία εγγραφής, η δεύτερη περιγράφει την εγγραφή, η τρίτη αφορά την αξία για σκοπούς υπολογισμού του τόκου, η τέταρτη είναι οι χρεώσεις και πιστώσεις και η τελευταία καταγράφει το υπόλοιπο. Όταν δεν υπάρχει πρόσημο στην τέταρτη στήλη ήταν η θέση της ότι αυτό υποδηλώνει χρέωση. Μετά την αναβάθμιση του τραπεζικού βιβλίου της στις 17/09/2011, ως δεύτερη στήλη καταγράφεται το σύνολο, ως τρίτη στήλη καταγράφεται το τοκοφόρο κεφάλαιο και στο κάτω μέρος αναφέρεται το ιστορικό μεταβολών του τόκου. Υπέδειξε ότι στην αναλυτική κατάσταση που αφορά την περίοδο 15/01/2020, καταγράφεται μια πίστωση της τάξεως των €284.937,24 στις 27/01/2020, που συνιστά το ποσό εξαγοράς του επίδικου λογαριασμού από την Ενάγουσα. Όσον αφορά τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, η ίδια έλαβε υπόψη της κατά την ετοιμασία των αναδομημένων λογαριασμών τις διακυμάνσεις του βασικού επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Από αυτές αφαιρέθηκαν όλα τα έξοδα και δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε χρεώσεις. Εξήγησε ότι ο τόκος υπερημερίας εφαρμόστηκε μόνο από την ημερομηνία τερματισμού μέχρι και την ημερομηνία εξαγοράς και μετά αφαιρέθηκε.
Αντεξετασθείσα εξήγησε ότι είχε αγοραστεί από την Ενάγουσα χαρτοφυλάκιο της Τράπεζας Κύπρου με μη εξυπηρετούμενες υποχρεώσεις. Παραδέχθηκε ότι δεν ήταν παρούσα κατά την υπογραφή του επίδικου δανείου και ανέφερε ότι κατά τον δεδομένο χρόνο δεν εργοδοτείτο από την Τράπεζα Κύπρου. Όμως εξήγησε ότι γνωρίζει, από τα 40 χρόνια εμπειρίας της, ότι είναι πάγια πρακτική της τράπεζας, η οποία καθορίζεται από τον Επόπτη των Τραπεζών, να ακολουθούνται διάφορες διαδικασίες προς αποφυγή δημιουργίας μη εξυπηρετούμενων διευκολύνσεων και μέρος της πρακτικής αυτής είναι ο έλεγχος της πιστοληπτικής ικανότητας του αιτούμενου το δάνειο. Ισχυρίστηκε ότι από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή της προέκυψε ότι είχε ζητηθεί δάνειο για σκοπούς προικοδότησης του τέκνου του Εναγόμενου 1. Δεν γνώριζε τι έλεγχος είχε γίνει σε σχέση με τη δανειοληπτική ικανότητα του Εναγόμενου 1. Παραδέχθηκε ότι σε κάθε υπάλληλο τράπεζας τίθενται συγκεκριμένοι στόχοι και προώθησε τη θέση ότι στην τράπεζα που εργαζόταν η ίδια δεν δίνονταν μπόνους για τα δάνεια που υπογράφονταν. Όσον αφορά το συγκεκριμένο δάνειο υποστήριξε ότι η ενεχυρίαση μετοχών συνιστά μιας μορφής εξασφάλιση. Παραδέχθηκε ότι οι ενεχυριασθείσες μετοχές είχαν κάποια αξία όμως το δάνειο είχε εξασφαλιστεί και με προσωπική εγγύηση της Εναγόμενης 2, ύψους Λ.Κ.210.000. Δεν γνώριζε την αξία των μετοχών κατά την σύναψη του δανείου όμως γνώριζε ότι το δάνειο που λήφθηκε ανερχόταν στις Λ.Κ.175.000. Από τα έγγραφα που είχε στην κατοχή της το δάνειο θα αποπληρωνόταν με δόσεις και η Τράπεζα είχε το δικαίωμα να πωλήσει τις συγκεκριμένες μετοχές και όχι την υποχρέωση. Εξήγησε ότι λόγω του γεγονότος ότι η συγκεκριμένη εξασφάλιση ενέχει μεγάλο ρίσκο είχε παραχωρηθεί και προσωπική εγγύηση από την Εναγόμενη 2. Απέρριψε τη θέση των Εναγομένων ότι η Τράπεζα είχε ενεργήσει με αμέλεια όταν αποφάσισε να μην πωλήσει τις συγκεκριμένες μετοχές. Επέμενε στη θέση της ότι το συγκεκριμένο δάνειο είχε ζητηθεί από τον Εναγόμενο 1 και είχε παραχωρηθεί και ο Εναγόμενος 1 είχε λάβει το ποσό του δανείου και δεν εκπλήρωσε τους όρους της Σύμβασης Δανείου.
Ερωτηθείσα ανέφερε ότι στις 30/06/2008, στις 05/08/2008 και στις 21/01/2009 είχαν καταβληθεί κάποια ποσά από τον Εναγόμενο 1 καθώς και το εφάπαξ ποσό των €165.000 στις 14/10/2010. Εξήγησε ότι οι δανειολήπτες λαμβάνουν κάθε μήνα αναλυτική κατάσταση λογαριασμού, την οποία έχουν τη δυνατότητα να μελετήσουν και αν έχουν οποιαδήποτε παρατήρηση μπορούν να επικοινωνήσουν με την Τράπεζα. Από τον φάκελο που είχε μεταφερθεί στην Ενάγουσα η ίδια διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε αλληλογραφία μεταξύ της Τράπεζας και του δανειολήπτη, αλλά ούτε και είχαν επιστραφεί οποιεσδήποτε επιστολές που είχαν αποσταλεί από την Τράπεζα. Με αναφορά στην παράγραφο 20 του Τεκμηρίου 4 εξήγησε ότι ο πελάτης της τράπεζας έχει 45 ημέρες να μελετήσει τη σύμβαση δανείου και μετά να την υπογράψει. Σε ερώτηση που της τέθηκε ανέφερε ότι τα ποσά που αξιώνει η Ενάγουσα είναι τα υπόλοιπα της αναδομημένης κατάστασης και ότι δεν είναι υπέρογκα αφού αφαιρέθηκαν όλες οι χρεώσεις και δεν επιβάλλεται τόκος υπερημερίας.
Ο συνήγορος της Ενάγουσας, μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, περιόρισε το ποσό της απαίτησης στις €274.413,02 με τόκο 4,25% ετησίως επί του ποσού των €273.872,38 από 18/01/2024 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση στις 30/06 και 31/12 εκάστου έτους.
Η πλευρά των Εναγομένων δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία.
Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις με την διαβίβαση γραπτών αγορεύσεων. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο και των δύο γραπτών αγορεύσεων και θα αναφερθεί σ’ αυτές όπου κρίνει τούτο απαραίτητο. Το Δικαστήριο θεωρεί ορθό να σημειώσει ότι στην γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Εναγομένων 1 και 2 προωθούνται στη σελίδα 5 παράγραφοι 19 κ.ε, ισχυρισμοί που αφορούν παραβίαση του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου, Ν.93(Ι)/96 ως αντικαταστάθηκε από τον Ν.112(Ι)/21, οι οποίοι όμως δεν καταγράφηκαν στην Υπεράσπιση των Εναγόμενων με ευκρίνεια και ως εκ τούτου δεν μπορούν να εξεταστούν. Αναφορά γίνεται στην απόφαση Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία ΛΤΔ ν. 1. Μιχάλη Ματσούκα 2. Χαράλαμπου Ματσούκα (2014) 1 Α.Α.Δ. 1377, όπου διαβάζονται τα ακόλουθα:
« Από την άλλη ο ενάγων, ή, ο εναγόμενος αντίστοιχα, πρέπει να εγείρει με το δικόγραφο του όλα εκείνα τα θέματα που καθιστούν την αξίωση ή την ανταξίωση αστήρικτη, Δ.19 θ. 13. Ακόμη και όλα εκείνα τα ζητήματα που αν δεν εγερθούν θα καταλάβουν τον αντίδικο εξαπίνης. Στην Bruce v. Odhams Press Ltd (1936) 1 K.B. 712, όπως υιοθετήθηκε στην Γεωργική Εταιρεία ΠΛΑΤΩΝΙΑ ΛΤΔ ν. Mohammad Al Sharif, Πολιτική Έφεση Αρ. 358/08, ημερ. 17.1.2012, ως «ουσιώδες», ορίστηκε εκείνο το αναγκαίο γεγονός που σκοπεί στη διαμόρφωση της αιτίας της αγωγής κατά ολοκληρωμένο τρόπο. Οποιοδήποτε άλλο γεγονός, που δεν είναι απαραίτητο προς απόδειξη της αξίωσης όπως διαγράφεται με την έκθεση απαίτησης ή της υπεράσπισης αντιστοίχως, δεν απαιτείται να καταγραφεί και μπορεί να παραλειφθεί η δικογράφησή του, εκτός αν καθίσταται φανερό ότι είναι αναγκαίο να δοθεί μαρτυρία προς απόδειξη του (Odgers? Principles of Pleading and Practice, 21η έκδ. σελ. 87)».
Όπως λέχθηκε και στην Μαυρομιχάλη v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (1996) 1 Α.Α.Δ. 530: «Η Υπεράσπιση συνιστά δικόγραφο, στο οποίο προσδιορίζονται οι θέσεις του εναγόμενου έναντι των διεκδικήσεων του ενάγοντα. Η δικογραφία επενεργεί στον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Δεν συνιστά μαρτυρία ούτε αποδεικτικό υλικό για την απόδειξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών».
Ως εκ των πιο πάνω αναφερθέντων, οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί θα προσεγγιστούν στη συνέχεια υπό το φως του λόγου των πιο πάνω αποφάσεων.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη (1995) 1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά. (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης (2011) 1(Α) Α.Α.Δ. 462:
« Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη.
Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του.(Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη (1997) 1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)».
Η αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν μπορεί να απομονωθεί από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339, έχει εξηγηθεί ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Η αποδοχή ή η απόρριψη μιας μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του μάρτυρα στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια.
Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας αναφορά μπορεί να γίνει και στην ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, εκδ. 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί σε γενικές γραμμές στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (βλ. Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Ηροδότου (2013) 1 Α.Α.Δ. 1166, C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου (1999) 1(B) Α.Α.Δ. 1273).
Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή την μοναδική μάρτυρα ενώ κατέθετε ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία της με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία που προέκυψε από τα παραδεκτά γεγονότα και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων της μάρτυρος και η ύπαρξη σ΄ αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής της, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχε να αντιληφθεί τα διαδραματισθέντα, η μνήμη της και οι λόγοι που είχε να ενθυμείται ή να πιστεύει αυτά για τα οποία καταθέτει.
Η συγκεκριμένη μάρτυρας ήταν μάρτυρας γεγονότων και τα γεγονότα, τα οποία παρέθεσε, δεν αμφισβητήθηκαν αλλά υποστηρίχθηκαν και από τα έγγραφα που κατατέθηκαν εκ συμφώνου ως παραδεκτά γεγονότα. Οι θέσεις που προώθησε συνάδουν πλήρως με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που κατατέθηκαν εκ συμφώνου, ως παραδεκτά γεγονότα. Συγκεκριμένα, η μάρτυρας βασίστηκε και παρέπεμψε στη συμφωνία δανείου και στις συμφωνίες προσωπικής εγγύησης της Εναγόμενης 2 αλλά και στους Γενικούς Όρους για να υποδείξει τους συμφωνημένους, μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, όρους αφού η ίδια δεν ήταν παρούσα κατά την υπογραφή της Σύμβασης Δανείου για να γνωρίζει τις συνθήκες υπογραφής της. Η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε με οποιοδήποτε τρόπο αλλά παρέμεινε σταθερή καθ΄ όλη την αντεξέτασή της.
Γίνεται, επίσης, δεκτή η αναντίλεκτη θέση της ότι υπό την εν λόγω ιδιότητά της, ως Λειτουργός στο Νομικό Τμήμα της Ενάγουσας, είχε στην κατοχή και φύλαξή της τα σχετικά έγγραφα που αφορούν την υπό κρίση υπόθεση και την ευθύνη παρακολούθησης των λογαριασμών. Κατέθεσε καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού καθώς και αναδομημένες καταστάσεις συνοδευόμενες από Πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, Τεκμήριο 13. Στο Πιστοποιητικό, Τεκμήριο 13, αναφέρει την ιδιότητά της, ήτοι πως είναι μια εκ των αρμόδιων λειτουργών για την τήρηση και λειτουργία του αρχείου της Ενάγουσας και βεβαιώνει ότι τα όσα αναφέρει είναι ορθά και αληθή. Επιπρόσθετα, εξηγεί πώς μεταφέρθηκε το ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας στην Ενάγουσα. Το Δικαστήριο δέχεται τη βεβαίωση καθώς επίσης και την πιστοποίηση ότι οι συνημμένες καταστάσεις λογαριασμών της Τράπεζας αφορούν τον Εναγόμενο 1 και αποτελούν μέρος του αρχείου της Ενάγουσας. Όπως και το ότι η Ενάγουσα, ως το αποκτών πρόσωπο, έχει υποκαταστήσει και αντικαταστήσει την Τράπεζα Κύπρου στα δικαιώματά της αναφορικά με την επίδικη διευκόλυνση και ότι η Τράπεζα καθ΄ όλον τον ουσιώδη χρόνο διατηρούσε συστηματικά και αδιάλειπτα αρχείο σε ηλεκτρονική μορφή, από το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού μέχρι και την ημερομηνία μεταφοράς του αρχείου στην Ενάγουσα. Το Δικαστήριο δέχεται ότι οι καταστάσεις παρήχθησαν από το αρχείο και αποτελούν μέρος αυτού και περιέχουν αναλυτική καταγραφή όλων των συναλλαγών που αφορούν τον λογαριασμό του Εναγόμενου 1. Οι καταστάσεις λογαριασμού παρήχθησαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της μάρτυρος και αφού συγκρίθηκαν από την ίδια με την αρχική καταχώριση του ηλεκτρονικού υπολογιστή, διαπίστωσε ότι είναι ορθές.
Η μαρτυρία της κρίνεται καθόλα αξιόπιστη. Επίσης, πληροί τα όσα περιέχονται στα άρθρα 22 και 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, καθιστώντας έτσι τις καταστάσεις λογαριασμού ως αποδεκτή μαρτυρία. Οι ίδιες διαπιστώσεις ισχύουν και για τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού τις οποίες ετοίμασε η μάρτυρας και συνιστούν μέρος του Τεκμηρίου 13, στην οποία υπολογίζεται από την ημερομηνία τερματισμού, ήτοι την 16/11/2012, τόκος προς 4,50% ως ίσχυε κατά την εν λόγω ημερομηνία, συν το προβλεπόμενο στην κάθε συμφωνία περιθώριο, ήτοι σύνολο 6,50% και δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε άλλες χρεώσεις. Και αυτό το σκέλος της μαρτυρίας της παρέμεινε αναντίλεκτο. Δεν αντεξετάστηκε καθόλου επί του περιεχομένου των καταστάσεων λογαριασμού και την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού. Καταληκτικά, η μαρτυρία της υποστηρίχθηκε από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που κατέθεσε.
Από τη στιγμή που η αναδομημένη κατάσταση ετοιμάστηκε στη βάση των δεδομένων που παρήχθησαν από το ηλεκτρονικό αρχείο της Ενάγουσας, το οποίο αποτελεί το τραπεζικό βιβλίο της Τράπεζας Κύπρου ως μεταφέρθηκε στην Ενάγουσα, αυτή γίνεται αποδεκτή. Σχετική επί τούτου είναι η απόφαση Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της εταιρείας Apak Agro Industries Ltd κ.ά. v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd κ.ά., Πολ. Έφεση 274/09, ημερ. 27/04/2016.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο, υιοθετώντας πλήρως τη μαρτυρία της μοναδικής μάρτυρος, προβαίνει στα ακόλουθα ευρήματα: Κατόπιν αιτήματος του Εναγόμενου 1, στις 19/06/2007, η Ενάγουσα συνήψε γραπτή συμφωνία με τον Εναγόμενο 1 για την παραχώρηση δανείου ή/και τραπεζικών διευκολύνσεων, Τεκμήριο 1, ύψους €299.005,25. Η συγκεκριμένη συμφωνία τροποποιήθηκε, στις 13/10/2010, αναφορικά με το ποσό της δόσης και την ημερομηνία καταβολής του. Η Εναγόμενη 2 είχε εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του Εναγόμενου 1 μέχρι του ποσού κεφαλαίου ύψους Λ.Κ.210.000 πλέον τόκους, προμήθειες και τραπεζικά δικαιώματα. Ως πρόσθετη εξασφάλιση είχε ενεχυριάσει 44.261 μετοχές που κατείχε στην Τράπεζα Κύπρου και είχε παραχωρήσει σε σχέση με τις συγκεκριμένες και πληρεξούσιο έγγραφο. Στις 13/10/2010 η συγκεκριμένη Συμφωνία Δανείου τροποποιήθηκε και ο χρόνος αποπληρωμής του δανείου παρατάθηκε μέχρι τις 15/07/2012 με την καταβολή μιας εφάπαξ δόσης ύψους €152.261,03. Είχε συμφωνηθεί επίσης η άμεση μεταφορά του ποσού των €165.000 στο λογαριασμό του δανείου. Λόγω του ότι ο Εναγόμενος 1 καθυστέρησε στην πληρωμή των οφειλόμενων, δυνάμει του επίδικου λογαριασμού δανείου, η Ενάγουσα, με επιστολή της ημερομηνίας 20/08/2012, ζήτησε την πληρωμή όλων των καθυστερημένων δόσεων και υπερβάσεων αλλιώς θα προέβαινε σε τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού, Τεκμήριο 9. Λόγω παράλειψης συμμόρφωσης του Εναγόμενου 1, η Ενάγουσα, με επιστολές της ημερομηνίας 16/11/2012 προς τον Εναγόμενο 1 καθώς και την Εναγόμενη 2 τερμάτισε τη λειτουργία του λογαριασμού του δανείου, Τεκμήριο 10.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Οι ισχυρισμοί οι οποίοι είτε δεν προβλήθηκαν στην Υπεράσπιση ή απλώς κατεγράφησαν χωρίς να εξειδικευθούν και ακολούθως αναπτύχθηκαν εκτενώς στην γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Εναγομένων 1 και 2, θα αγνοηθούν. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, με τα δικόγραφα «επιδιώκεται ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, ο καθορισμός της βάσης της ακρόασης της υπόθεσης και ο αποκλεισμός αιφνιδιασμού του αντιδίκου» (βλ. μεταξύ άλλων Μάγος κ.α. ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Κάθηκα Πολ. Έφεση 256/13 ημερ. 22/04/2020, Μελάς ν. Κυριάκου (2003) 1 Α.Α.Δ. 826). Τον ίδιο χειρισμό θα έχουν οι αντιφατικοί ισχυρισμοί.
Ευθύς εξ αρχής θα πρέπει να αναφερθεί ότι λόγω του γεγονότος ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία για να υποστηρίξει τις αξιώσεις των Εναγόμενων 1 και 2 στην Ανταπαίτηση, η Ανταπαίτηση είναι καταδικασμένη σε απόρριψη και απορρίπτεται. Από το Τεκμήριο 8 προκύπτει ότι μεταξύ των συμφωνηθέντων όρων ήταν και η μεταφορά του ποσού των €165.000 από άλλο λογαριασμό στο λογαριασμό του δανείου.
Στις παραγράφους 16 και 17 της Υπεράσπισης καταγράφονται ισχυρισμοί που αφορούν δόλο και αμέλεια καθώς και την άσκηση ψυχικής πίεσης και εξαναγκασμού εκ μέρους της Ενάγουσας Τράπεζας προς τους Εναγόμενους 1 και 2. Δεν προσκομίστηκε ίχνος μαρτυρίας προς απόδειξη των ισχυρισμών του δόλου, αμέλειας, της άσκησης ψυχικής πίεσης και του εξαναγκασμού. Σύμφωνα με την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Andreas Kavalaris Jewellers Ltd v. Γεώργιου Χατζηβασιλείου, N.G.D.GREAZONI LTD Πολ. Εφ. 80/2018 ημερ. 20/09/2024:
« Κατ' αρχάς διευκρινίζεται ότι η αγωγή για δόλο (action in fraud) είναι ορισμός «ομπρέλα» που καλύπτει διάφορες, διακριτές και αυτοτελείς βάσεις αγωγής, μεταξύ των οποίων είναι «η απάτη» και «η συνομωσία». Συνεπώς, αυστηρά ομιλούντες, δεν υπάρχει αυτοτελές αστικό αδίκημα «δόλου». Αυτού λεχθέντος το αστικό αδίκημα που το Κοινοδίκαιο χαρακτηρίζει ενίοτε ως «δόλος» (fraud) είναι κατ' ουσία ταυτόσημο με το αστικό αδίκημα της απάτης (deceit) δυνάμει του άρθρου 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148. Οι όροι αυτοί, δημιουργώντας ενδεχομένως κάποια σύγχυση, χρησιμοποιούνται με εναλλαξιμότητα (interchangeably).
Περαιτέρω σύγχυση ενδεχομένως να δημιουργεί το γεγονός ότι η ανεντιμότητα (dishonesty), η οποία είναι συστατικό στοιχείο της απάτης, περιγράφεται σε νομολογία ως «δόλος» ή «δόλια πράξη». Στην Αγγλία, κατόπιν πρόσφατων νομολογιακών εξελίξεων, η ανεντιμότητα (dishonesty) από μέρους κατηγορούμενου σε ποινική δίκη και εναγόμενου σε αστική δίκη, κρίνεται πλέον μόνον αντικειμενικά στη βάση των κριτηρίων συνήθων αξιοπρεπών ανθρώπων (βλ. R v. Barton and another [2020] 4 All ER 742 και Ivey v. Genting Casinos (UK) [2018] 2 All ER 406).
Στην προαναφερθείσα υπόθεση TOUCHSTONE SNAIL TECHNOLOGIES κ.α., το θέμα τίθεται ως ακολούθως (σελ.7-9):
«Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, εκδόσεις Sweet & Maxwell, 24η έκδοση του 2023, σελ. 1297 αναφέρεται ότι το αστικό αδίκημα της απάτης (deceit) αποκαλείται στο κοινοδίκαιο μερικές φορές ως «fraud» (δόλος). Προκύπτει ξεκάθαρα από το εν λόγω σύγγραμμα ότι όταν στο κοινοδίκαιο γίνεται αναφορά στο αστικό αδίκημα του δόλου εννοείται το αστικό αδίκημα της απάτης (deceit) όπως αυτό αναγνωρίζεται στο κοινοδίκαιο από το 1789 (βλ. Pasley v. Freeman (1789) 3 T.R. 51 και μετέπειτα Derry v. Peak (1889) 14 App. Cas. 337) και όπως έχει ενσωματωθεί στο Άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148.
Στο σύγγραμμα Ενοχικό Δίκαιο, Το Δίκαιο των Αστικών Αδικημάτων, Τόμος Δεύτερος, Εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη του Π. Πολυβίου, σελ. 697, αναφέρεται ότι το αστικό αδίκημα της απάτης αποκαλείται στο κοινοδίκαιο deceit ή fraud, και ξεκαθαρίζεται επομένως και στο εν λόγω σύγγραμμα ότι ο δόλος (fraud) δεν αποτελεί αυτοτελές αστικό αδίκημα άλλο από την απάτη. Στην Petri v. The Police (1968) 2 C.L.R. ο όρος «fraud» χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει ένα εκ των συστατικών στοιχείων της απάτης, ήτοι ότι η ψευδής παράσταση γεγονότος, γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, ή χωρίς πίστη για το αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής.
………………………………………………………………………………………………………… …………………………………………………………………………………………………………
Στην Τσιάρτας Ανδρέας κ.α. v. Alocay Holdings Ltd κ.α. (2010) 1 Α.Α.Δ. 1523:
«Σύμφωνα με τους Halsbury's Laws of England, 3rd ed, vol. 18, p.189, η έννοια του δόλου προσδιορίζεται ως κάτι ανέντιμο, ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους με άδικα μέσα. (Βλ. επίσης Ιακώβου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (χρηματ.) Λτδ (2004) 1(Β) Α.Α.Δ. 992). Ορθά επισημαίνεται στην πρωτόδικη απόφαση ότι οι ενάγοντες έχουν το βάρος να αποδείξουν αυστηρά τις λεπτομέρειες του δόλου ή της αμέλειας χωρίς ωστόσο να χρειάζεται να αποδειχθούν όλες οι λεπτομέρειες αλλά είναι αρκετή η απόδειξη μόνο μερικών από τις κατ' ισχυρισμό λεπτομέρειες του δόλου. Βλ. Kakoullou and Another v. Kakoullou (1987) 1 C.L.R. 547. Στην προκειμένη περίπτωση η εφεσίβλητη απέτυχε να αποδείξει στο βαθμό αυστηρότητας που απαιτείται δόλο των εφεσειόντων με βάση τις λεπτομέρειες της αγωγής.».
(η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
Δεν τέθηκε οποιοδήποτε στοιχείο που να επιτρέπει στο Δικαστήριο την εξέταση του ζητήματος του δόλου και της αμέλειας εκ μέρους των λειτουργών της Τράπεζας. Το πρώτο που πρέπει να αναφερθεί είναι ότι το μέρος που επικαλείται δόλο και απάτη φέρει το βάρος απόδειξης των συγκεκριμένων ισχυρισμών. Το δεύτερο που πρέπει να υπομνησθεί είναι η γενική αρχή ότι η υπογραφή δεσμεύει. Αναφορά γίνεται, μεταξύ άλλων, στις αποφάσεις Saunders v. Anglia Building Society [1971] A.C. 104, Τουτζικιάν κ.α. ν. Λαϊκής Κυπρ. Τράπεζας (Χρημ.) Λτδ (2003) 1(Β) Α.Α.Δ. 1240 και Ηλίας Θεοδότου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Πολ. Εφ. 294/2019 ημερ. 12/04/2024. Ενόψει της έλλειψης στοιχείων από τα οποία να προκύπτει οποιοσδήποτε δόλος ή αμέλεια ή ψυχική πίεση και με δεδομένο ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν παραδεχθεί την υπογραφή της Συμφωνίας Δανείου, της Συμφωνίας Εγγύησης από την Εναγόμενη 2 καθώς και της Συμφωνίας Ενεχυρίασης Μετοχών, δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτοί οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί ως καταγράφονται στην Έκθεση Υπεράσπισης.
Προβλήθηκε στην γραπτή αγόρευση των Εναγόμενων 1 και 2 ισχυρισμός για καταχρηστικές ρήτρες γενικά και αόριστα, ότι ασκήθηκε πίεση και επιρροή για τη σύναψη ετεροβαρούς σύμβασης. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν εξειδικεύθηκε στην Υπεράσπιση απλά καταγράφηκε. Σύμφωνα με το σκεπτικό της Γεώργιος Γεωργιάδης ν. Marfin Popular Public Co Ltd Πολ. Εφ.195/18 ημερ.18/12/2024:
« Κατ' αρχάς είναι σημαντικό να τονισθεί ότι υπάρχει αυτεπάγγελτη (ex officio) υποχρέωση, το εκδικάζον Δικαστήριο - νοουμένου ότι υπάρχουν τα νομικά και πραγματικά στοιχεία ενώπιον του - να αποτιμά τυχόν καταχρηστικότητα συμβατικών όρων, πέραν και ανεξαρτήτως των προβαλλόμενων ενώπιον του επιχειρημάτων (βλ. Απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 2017, Banco Primus, C‑421/14, EU:C:2017:60, σκέψη 42, Απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Guti?rrez Naranjo κ.λπ., C‑154/15, C‑307/15 και C‑308/15, EU:C:2016:980, σκέψη 59, Απόφαση της 17ης Μαΐου 2022, MA κατά Ibercaja Banco SA παρισταμένου του PO, C‑600/19, ECLI:EU:C:2022:394, σκέψη 37 και Απόφαση της 18 Ιανουαρίου 2024, Gein Noble Bank and Others (C-531/22 EU:C:2024:58 par.42). »
(η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
Ενόψει του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε νομικά ή πραγματικά γεγονότα που να του επιτρέπουν την αυτεπάγγελτη εξέταση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, ο οποίος προβλήθηκε εν παρόδω στην γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Εναγόμενων 1 και 2, το Δικαστήριο δεν μπορεί ούτε αυτεπάγγελτα να εξετάσει το θέμα κατά πόσο υπήρχαν στη συγκεκριμένη σύμβαση οποιεσδήποτε καταχρηστικές ρήτρες.
Όσον αφορά αυτή τούτη την αξίωση της Ενάγουσας, όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Χαραλάμπους κ.ά. (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 829, σε υποθέσεις οι οποίες αφορούν σε κατ΄ ισχυρισμό τραπεζικό χρέος, τα βασικά γεγονότα που χρήζουν απόδειξης, έτσι ώστε να επιτύχει η αξίωση, είναι τα ακόλουθα: Πρώτον, η σύναψη της σύμβασης δανείου ή χρηματοδότησης ή παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων κ.λπ., μαζί με τους όρους της. Δεύτερον, η παράβαση όρου της σύμβασης και τρίτον, ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο.
Ως έχει προλεχθεί η σύναψη της Συμφωνίας Δανείου είναι αποδεκτή και το ίδιο ισχύει και για την Συμφωνία Εγγύησης και τη Συμφωνία Ενεχυρίασης των Μετοχών. Προκύπτει από το περιεχόμενο της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 4 στα παραδεκτά γεγονότα, ότι είχαν συμφωνηθεί οι όροι της παραχώρησης της πιστωτικής διευκόλυνσης και ότι η Εναγόμενη 2 είχε ενεχυριάσει τις κινητές αξίες που διατηρούσε στην Τράπεζα Κύπρου μαζί με τα δικαιώματά τους και είχε παραχωρήσει Πληρεξούσιο Έγγραφο σε σχέση με το τρόπο χειρισμού των μετοχών της από την Ενάγουσα, Τεκμήριο 6Β στα παραδεκτά γεγονότα. Απλή ανάγνωση του Τεκμηρίου 6Α των παραδεκτών γεγονότων δεν αποκαλύπτει οποιαδήποτε δέσμευση της Ενάγουσας να πωλήσει τις κινητές αξίες που ενεχυριάστηκαν στην περίπτωση που η αξία τους μειωνόταν. Αντίθετα, σύμφωνα με την παράγραφο 8 του Τεκμηρίου 6Α η Τράπεζα μπορούσε να πωλήσει τις ακίνητες αξίες στην περίπτωση μη πληρωμής από τον Πρωτοφειλέτη και σύμφωνα με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6Β η Εναγόμενη 2 υπέγραψε ότι θα αναγνώριζε κάθε πράξη ή απόφαση της Τράπεζας Κύπρου ωσάν αυτή να είχε ληφθεί από την ίδια.
Ως εκ των ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η επίδικη συμφωνία παραχώρησης δανείου καθώς και η συμφωνία εγγύησης και ενεχυρίασης των κινητών αξιών της Εναγόμενης 2 συνάφθηκαν κατόπιν αιτήματος των Εναγόμενων 1 και 2, οι οποίοι τις αποδέχθηκαν οικειοθελώς και ουδέποτε εξέφρασαν οποιαδήποτε αντίρρηση ή διαμαρτυρήθηκαν όσον αφορά την εγκυρότητα τους. Πρόκειται για συμφωνία παροχής δανείου ύψους Λ.Κ.175.000, Τεκμήριο 4 στα παραδεκτά γεγονότα. Ως εκ τούτου, με την υπογραφή των Συμφωνιών αποδέχθηκαν την λήψη των εκεί αναφερόμενων πιστωτικών διευκολύνσεων με την παροχή των εκεί αναφερόμενων εξασφαλίσεων καθώς και ότι οι συμφωνίες περιείχαν τους όρους που διέπουν τη συμβατική σχέση μεταξύ των μερών.
Σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία της μοναδικής μάρτυρος και όπως παρουσιάζεται στις καταστάσεις λογαριασμού, Τεκμήριο 13, ο Εναγόμενος 1 δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις του για αποπληρωμή των οφειλόμενων ποσών με βάση τους όρους της Συμφωνίας και της τροποποιητικής Συμφωνίας. Το δάνειο κατέστη μη εξυπηρετούμενο εφόσον οι συμφωνηθείσες δόσεις του δανείου δεν καταβάλλονταν κατά τον χρόνο που αυτές καθίσταντο πληρωτέες όπως προνοείτο στις συμφωνίες Τεκμήρια 4 και 8. Όπως προκύπτει, στην επίδικη συμφωνία δανείου προβλέπεται ότι παράλειψη του πελάτη να προβεί σε εξόφληση οποιασδήποτε δόσης δίδει το δικαίωμα στην Τράπεζα να απαιτήσει δικαστικώς ή άλλως πως την πληρωμή ολόκληρου του χρέους, πλέον τόκους και έξοδα μέχρι εξοφλήσεως, όρος 7 των Γενικών Όρων της Σύμβασης Δανείου, Τεκμήριο 4. Το ότι αποστάλθηκαν οι επιστολές, Τεκμήρια 9 και 10 και ότι παραλήφθηκαν είναι από κοινού παραδεκτό.
Η πρώτη προϋπόθεση της Χαραλάμπους (ανωτέρω) έχει ικανοποιηθεί. Υπάρχει η σύναψη του δανείου καθώς και η εκταμίευση του ποσού, ως προκύπτει από το Τεκμήριο 4. Εξετάζοντας τις άλλες δύο προϋποθέσεις καταδεικνύεται ότι ο Εναγόμενος 1 είχε καθυστερήσει την καταβολή του ποσού των €164.258,40, Τεκμήριο 9, το οποίο απαιτήθηκε αλλά λόγω του ότι δεν καταβλήθηκε τερματίστηκε η σύμβαση, Τεκμήριο 10.
Δεν αμφισβητήθηκε το οφειλόμενο υπόλοιπο. Στην απόφαση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Γιώργου Οικονόμου (2014) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2287, υποδείχθηκε πως, όταν ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί συγκεκριμένες χρεώσεις του λογαριασμού, δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομερή έλεγχο της απαίτησης και να προβεί σε λογιστικούς και μαθηματικούς υπολογισμούς ως προς το οφειλόμενο υπόλοιπο. Στην εν λόγω απόφαση του το Ανώτατο Δικαστήριο ανάφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Η αποδοχή του Τεκμηρίου 21 ως τραπεζικό βιβλίο και η απουσία αντεξέτασης ή άλλης μαρτυρίας ως προς την συγκεκριμένη καταχώρηση, απολήγει στο ότι το Δικαστήριο είχε ενώπιόν του μόνο μία εκδοχή, αυτήν των εφεσειόντων.» και στη συνέχεια ανάφερε τα εξής: «Με δεδομένο ότι η μαρτυρία παρέμεινε αναντίλεκτη, δεν απαιτείτο ενδελεχής έλεγχος των ποσών της απαίτησης (Νίκος Κώστα Χαριλάου ν. Κυριάκου Ανδρέα Τινέντη (2010) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1677)».
Στην δέσμη εγγράφων, Τεκμήριο 13, που συνιστά τις καταστάσεις του δανειακού λογαριασμού από την ημέρα που ανοίχθηκε αυτός μέχρι τις 17/01/2024 και κυρίως στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού έχουν αφαιρεθεί οι οποιεσδήποτε χρεώσεις και προκύπτει υπόλοιπο ύψους €274.413,02 ως έχει προσδιοριστεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Ενάγουσας, πλέον τόκο προς 4.25% ετησίως επί του ποσού €273.872,38 από 18/01/2024 μέχρι εξοφλήσεως.
Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει την απαίτησή της εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 στον απαιτούμενο βαθμό, ενώ οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν κατάφεραν να αποδείξουν την Ανταπαίτησή τους αφού δεν προσκόμισαν μαρτυρία.
Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, για το ποσό των €274.413,02 πλέον τόκο προς 4.25% ετησίως επί του ποσού των €273.872,38 από τις 18/01/2024 μέχρι εξοφλήσεως.
Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο δηλώνεται ότι η Ενάγουσα δικαιούται να εκτελέσει όλα τα αναγκαία έγγραφα και πράξεις με σκοπό την πώληση ή και μεταβίβαση των ενεχυριασθείσων μετοχών και δικαιωμάτων.
Τα έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2.
(Υπ.) ……………………………………
Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Π.Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφον
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο