
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 4017/2014
Μεταξύ:
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΒΕΡΕΣΙΕΣ
Ενάγων
και
1. ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΑΡΚΤΙΝΟΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ
2. ΜΙΧΑΛΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ
Εναγόμενοι
14 Φεβρουαρίου, 2025
Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντα: κ. Α. Χάσικος με κα Δ. Χάσικου
Για Εναγόμενους 1 & 2: κα Μ. Παρούτη με κ. Π. Βορκά για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
ΑΠΟΦΑΣΗ
1. Υπόβαθρο/δικογραφημένες θέσεις. Η παρούσα αγωγή αφορά αξιώσεις του Ενάγοντα για αποζημιώσεις για ισχυριζόμενη δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία. Είναι απόρροια τριών δημοσιευμάτων που έγιναν στην ημερήσια εφημερίδα παγκύπριας κυκλοφορίας «Πολίτης», δύο εξ αυτών στην έκδοση ημερομηνίας 5.7.2014 και το τρίτο στην έκδοση ημερομηνίας 8.7.2014. Τα επίδικα δημοσιεύματα αναρτήθηκαν και στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας, στον ιστότοπο «Politis On Line».
Θα ξεκινήσω παραθέτοντας το περιεχόμενο των Επίδικων Δημοσιευμάτων. Αυτά συνθέτουν το υπόβαθρο για τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε και το πλαίσιο για την ανάλυση που θα ακολουθήσει.
Το 1ο επίδικο δημοσίευμα (Τεκμήριο 1) είχε δημοσιευτεί στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Πολίτης» στις 5.7.2014, μαζί με φωτογραφία του Ενάγοντα, υπό τον τίτλο:
«Στα χέρια της ΥΚΑΝ στοιχεία για πληθώρα συνταγών οπιοειδούς φαρμάκου.
Έρευνα κατά Βερεσιέ για υπερβολικές δόσεις.
Συνταγογράφησε 44.288 χάπια σε πέντε μόνο πρόσωπα.»
Το περιεχόμενο του 1ου επίδικου δημοσιεύματος είναι το ακόλουθο:
«Έρευνα για παράνομη διακίνηση ναρκωτικών φαρμάκων διεξάγει η ΥΚΑΝ με εμπλεκόμενο τον γνωστό ψυχίατρο Κυριάκο Βερεσιέ. Σε έλεγχο φαρμακείου στη Λάρνακα από τις Φαρμακευτικές υπηρεσίες τον Σεπτέμβριο 2013 εντοπίστηκε πληθώρα συνταγών του ναρκωτικού οπιοειδούς φαρμάκου oxycontin, τις οποίες υπέγραψε ο δρ. Βερεσιές. Συγκεκριμένα, σε μόλις πέντε πρόσωπα από τις αρχές του 2012 μέχρι τις αρχές του 2014, ο δρ. Βερεσιές καταγγέλλεται ότι συνταγογράφησε 44.288 χάπια και 280 καψούλες oxycontin. Οι ποσότητες προκαλούν υποψίες, καθώς φέρονται να ξεπερνούν τις ποσότητες oxycontin που λαμβάνει συνήθως άτομο σε πρόγραμμα απεξάρτησης. Χαρακτηριστικά, οι συνταγές Βερεσιέ για χάπια oxycontin των 20mg σήμαιναν κατανάλωση από 13 μέχρι 21 χάπια κάθε μέρα.»
Το 2ο επίδικο δημοσίευμα (Τεκμήριο 2), είναι άρθρο που δημοσιεύτηκε στην 4η σελίδα της εφημερίδας «Πολίτης» στις 5.7.2014, υπό τον τίτλο:
«44.288 χάπια oxycontin σε πέντε πρόσωπα σε διάστημα δύο χρόνων από τον δρα Βερεσιέ.
Βερεσιέ… ναρκωτικά επί πέντε.
Έρευνα για παράνομη διακίνηση ναρκωτικών κατά του δρος Βερεσιέ διεξάγει η ΥΚΑΝ, καθώς σύμφωνα με καταγγελία στην αστυνομία, σε διάστημα δύο χρόνων έχουν εκτελεστεί υπέρ μόλις πέντε προσώπων, 1.053 συνταγές του δρος Βερεσιέ για το ναρκωτικό φάρμακο oxycontin.»
Συνοδευόταν και αυτό από φωτογραφία του Ενάγοντα και το περιεχόμενο του 2ου επίδικου δημοσιεύματος είναι το ακόλουθο:
«Στοιχεία που προκαλούν εύλογες υποψίες ότι ο δρ Κυριάκος Βερεσιές, μεταξύ άλλων και επιστημονικός υπεύθυνος του ΚΕΝΘΕΑ, εμπλέκεται σε πιθανή υπόθεση παράνομης διακίνησης ναρκωτικού φαρμάκου, τέθηκαν υπόψη της αστυνομίας, στο πλαίσιο καταγγελίας από το υπουργείο Υγείας.
Την υπόθεση ερευνά η υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών, άνδρες της οποίας σύμφωνα με πληροφορίες του «Π» έχουν λάβει καταθέσεις από λειτουργούς του υπουργείου Υγείας, οι οποίοι διεξήγαγαν τους ελέγχους στο φαρμακείο όπου εκτελέστηκε η συντριπτική πλειοψηφία των συνταγών.
Ανεξήγητες ποσότητες.
Σύμφωνα με στοιχεία που ερευνά η αστυνομία, μεταξύ 28 Αυγούστου και 29 Σεπτεμβρίου 2013, λειτουργοί του τομέα Επιθεώρησης των Φαρμακευτικών υπηρεσιών διεξήγαγαν έλεγχο στο φαρμακείο «Παύλος Αποστολίδης» στη Λάρνακα, όπου εντοπίστηκαν πληθώρα συνταγών του ναρκωτικού φαρμάκου oxycontin. Πρόκειται για οπιοειδές φάρμακο ελεγχόμενης χρήσης που συνταγογραφείται ως υποκατάστατο της ηρωίνης σε εξαρτημένα άτομα ή και σε περιπτώσεις αντιμετώπισης οξείας μορφής πόνου. Σύμφωνα με το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και Πληροφόρησης για τα Ναρκωτικά, από τους 12 θανάτους που προκλήθηκαν το 2013, είτε έμμεσα είτε άμεσα λόγω ναρκωτικών, οι τρεις θάνατοι ήταν λόγω χρήσης του νόμιμου, αλλά ελεγχόμενης χρήσης φαρμάκου Oxycontin. Οι συνταγές υπέρ μόλις πέντε ατόμων του δρος Βερεσιέ για το εν λόγω φάρμακο έφτασαν τις 1.053 σε διάστημα δύο ετών, καλύπτοντας σε ποσότητα 44.288 χάπια και 280 καψούλες.
Μεγάλη κατανάλωση.
Πέντε πρόσωπα (τρεις Τουρκοκύπριοι και δύο Ελληνοκύπριοι) εκτέλεσαν 1.053 συνταγές υπογραμμένες από τον δρα Βερεσιέ, για το φάρμακο oxycontin μεταξύ 2012 και 2014. Συγκεκριμένα ο δρ Βερεσιές καταγγέλλεται ότι υπέγραψε συνταγές βάσει των οποίων
· ο Τ/Κ Σ. Τζ. Αγόρασε μεταξύ 2 Σεπτεμβρίου 2013 και 7 Φεβρουαρίου 2014, 3.152 χάπια 20mg oxycontin (δηλαδή προβλέφθηκε κατανάλωση 21 χαπιών κάθε μέρα),
· ο Τ/Κ Σ.Α.Ν. αγόρασε μεταξύ 20 Αυγούστου 2013 και 29 Ιανουαρίου 2014, 1.372 χάπια 20 mg oxycontin (δηλαδή προβλέφθηκε κατανάλωση 9 χαπιών κάθε μέρα),
· ο Τ/Κ Τσ. Μ.Α. αγόρασε μεταξύ 3 Ιανουαρίου 2012 και 28 Ιανουαρίου 2014, 5.292 χάπια 10mg oxycontin, 9.639 χάπια 20mg oxycontin, 8.487 χάπια 40mg oxycontin και 834 χάπια 80mg oxycontin (σύνολο 24.252 χάπια, με μέση ημερήσια κατανάλωση 2 χάπια κάθε μέρα για τα χάπια των 80mg, 13 χάπια κάθε μέρα για τα χάπια των 30mg και 40mg, και 33 χάπια κάθε μέρα για τα χάπια των 10mg oxycontin),
· η Ε/Κ Α.Α. αγόρασε μεταξύ 21 Μαρτίου 2013 και 25 Ιανουαρίου 2014, 3.528 χάπια 20mg oxycontin και 2.352 χάπια 40mg oxycontin (σύνολο 5.700 χάπια, δηλαδή περίπου 22 χάπια κάθε μέρα),
· η Ε/Κ. Β.Κ.Α. αγόρασε μεταξύ 10 Νοεμβρίου 2012 και 25 Ιανουαρίου 2014, 2.464 χάπια 20 mg oxycontin, 7.168 χάπια 40mg oxycontin και 280 καψούλες 20 mg oxycontin (σύνολο 9.912 χάπια και 280 καψούλες για κάθε μέρα κατανάλωσης).
Σύμφωνα με πληροφορίες του «Π», οι μέγιστες ποσότητες oxycontin που καταναλώνει εξαρτημένο άτομο στην ηρωίνη, που εντάσσεται σε πρόγραμμα απεξάρτησης, είναι δύο χάπια των 80mg κάθε μέρα και αυτές τις ποσότητες μόνο για τις πρώτες τρεις μέρες της απεξάρτησης, καθώς έπειτα οι ποσότητες επιβάλλεται είτε για λόγους εθισμού είτε για λόγους τοξικότητας να μειωθούν)
Με παρελθόν προμήθειας.
Σύμφωνα με την καταγγελία που έχει ενώπιον της η αστυνομία από το υπουργείο Υγείας, τα πέντε άτομα για τα οποία ο δρ Κυριάκος Βερεσιές συνταγογράφησε 44.288 χάπια και 280 καψούλες oxycontin δεν είναι γραμμένα (όπως προβλέπει η νομοθεσία) στον κατάλογο που διατηρείται στις υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας με τα εθισμένα άτομα σε ουσίες που καταγράφονται στους περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Κανονισμούς.
Επιπλέον, πληροφορίες φέρουν την Ε/Κ Β.Κ.Α. η οποία προμηθεύτηκε με συνταγές του δρος Βερεσιέ 9.912 χάπια και 280 καψούλες oxycontin, να έχει καταγγελθεί στο παρελθόν για προμήθεια ναρκωτικών φαρμάκων. Σημειώνεται ακόμα ότι η Ε/Κ. Α.Α. (η οποία προμηθεύτηκε 5.700 χάπια oxycontin με συνταγές του δρος Βερεσιέ) είναι μητέρα της Β.Κ.Α.
Στο ίδιο φαρμακείο.
Η συντριπτική πλειοψηφία των συνταγών του δρος Βερεσιέ εκτελέστηκαν στο φαρμακείο «Παύλος Αποστολίδης» στη Λάρνακα. Συγκεκριμένα 1.014 συνταγές εκτελέστηκαν στο εν λόγω φαρμακείο, 38 συνταγές σε άλλο φαρμακείο, επίσης στη Λάρνακα, και μια συνταγή σε φαρμακείο στη Λευκωσία. Μετά τον εντοπισμό των αρχικών πολλών συνταγών του δρος Βερεσιέ για oxycontin σε ονόματα λίγων ατόμων, οι Φαρμακευτικές υπηρεσίες διεξήγαγαν πρόσθετους ελέγχους σε διάφορα φαρμακεία της Λευκωσίας και της Λάρνακας που παρέχουν ναρκωτικά σκευάσματα. Στις 30 Ιανουαρίου 2014, νέος έλεγχος στο φαρμακείο «Παύλος Αποστολίδης» κατέγραψε αύξηση των συνταγών του δρος Βερεσιέ για συγκεκριμένα πρόσωπα, η οποία και συνυπολογίστηκε στις ποσότητες που καταγγέλθηκαν στην αστυνομία. Συγκεκριμένα στις 30 Ιανουαρίου 2014 διαπιστώθηκε αύξηση των συνταγών στο όνομα της Α.Α. και συνέχιση συνταγογράφησης υπερβολικών ποσοτήτων στο όνομα της κόρης της Β.Κ.Α. Όλες οι εν λόγω συνταγές υπογράφτηκαν από τον δρ Βερεσιέ.
Το κόστος των συνταγών.
Το συνολικό κόστος (με βάση τις λιανικές τιμές πώλησης του oxycontin) των φαρμάκων που φέρεται να συνταγογράφησε ο δρ Βερεσιές σε πέντε άτομα μεταξύ 2012 και 2014 ανέρχεται σε 38.925,95 ευρώ. Σύμφωνα με πληροφορίες του «Π», ανάλογες ποσότητες oxycontin μπορεί να προμηθευτεί κανείς παράνομα, καταβάλλοντας επιπλέον κόστος από 50% έως 400%.
Οι φόβοι του υπουργείου Υγείας.
Η έρευνα της ΥΚΑΝ κατά του δρος Κυριάκου Βερεσιέ, ο οποίος είναι γνωστός για τη δράση του ενάντια στη φιλελευθεροποίηση της χρήσης παράνομων ουσιών καθώς και από την ηγεμονική θέση του στο ΚΕΝΘΕΑ (Κέντρο Ενημέρωσης για τα Ναρκωτικά και Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων), όπου υπηρετεί από τη θέση του επιστημονικού διευθυντή, ξεκίνησε μετά από καταγγελία των Φαρμακευτικών υπηρεσιών στην αστυνομία, η οποία υποβλήθηκε αρχές Μαρτίου 2014. Όπως αναφέρεται στην καταγγελία, η ποσότητα και η συχνότητα συνταγογράφησης του ναρκωτικού φαρμάκου oxycontin, προκαλούν εύλογες υποψίες για πιθανή παράνομη διακίνηση και κακή χρήση του, καθώς και ανησυχίες για τις επιπτώσεις και παρενέργειες του σε ανυποψίαστα μέλη της κοινωνίας. Η έρευνα συνεχίζεται από την αστυνομία.»
Το 3ο επίδικο δημοσίευμα (Τεκμήριο 3) αφορά άρθρο που δημοσιεύτηκε στη σελίδα 12 της εφημερίδας «Πολίτης» στις 8.7.2014. Φέρει τον τίτλο:
«Με άποψη.
Ναρκωτική σιωπή.»
Το περιεχόμενο του 3ου δημοσιεύματος είναι το ακόλουθο:
«Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης η είδηση για την έρευνα που διεξάγει η ΥΚΑΝ για ενδεχόμενη εμπλοκή του ψυχίατρου δρος Κυριάκου Βερεσιέ σε παράνομη διακίνηση του ναρκωτικού φαρμάκου oxycontin κυριάρχησε το περασμένο Σάββατο. Εκεί, η καταγγελία του υπουργείου Υγείας εναντίον ενός από τους ανθρώπους που καθόρισαν την περί παράνομων ουσιών πολιτική του κράτους (μέσω της θέσης του στο ΚΕΝΘΕΑ), παρουσιάστηκε στις πραγματικές διαστάσεις της. Ως αποκαθηλωτική της υποκρισίας όλων όσοι υπερασπίζονται ή συναινούν με την περαιτέρω ποινικοποίηση της χρήσης ναρκωτικών. Ως ενδεικτική της απουσίας ελέγχου των γιατρών, οι οποίοι δύνανται να συνταγογραφούν υπεράριθμες ποσότητες ενός φαρμάκου το οποίο σύμφωνα με το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και Πληροφοριών για τα Ναρκωτικά προκάλεσε τον θάνατο τριών εξαρτημένων ατόμων το 2013. Ως ενδεχόμενη τέλος αθέμιτη συνταγογράφηση που τουλάχιστον οφείλει ο συγγραφέας της να δικαιολογήσει στην κοινωνία, στην οποία απευθύνεται υποσχόμενος μια ζωή χωρίς εξαρτήσεις.
Στους πιο επίσημους διαύλους έκφρασης της κοινωνίας και του κράτους, η είδηση για τις καταγγελίες του υπουργείου Υγείας εναντίον του δρος Βερεσιέ στην αστυνομία, τυλίχθηκαν γύρω από ένα πέπλο σιωπής. Ο ίδιος ο εμπλεκόμενος ψυχίατρος κατήγγειλε μάλιστα τον «Π» στην αστυνομία, προβαίνοντας σε μια πρωτοφανή αντίδραση σε δημοσίευση, όποιο και να είναι το περιεχόμενο της. Αντί δηλαδή ο δρ Βερεσιές να εξηγήσει στην κοινωνία αν οι αριθμοί των 44.288 χαπιών oxycontin σε πέντε ασθενείς με 1.053 συνταγές δικαιολογούνται από τις ιατρικές περιπτώσεις τους, κατέφυγε στην αστυνομία για να καταγγείλει ουσιαστικά την καταγγελία του υπουργείου Υγείας εναντίον του ιδίου.
Περιμένουμε το Αντιναρκωτικό Συμβούλιο, το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης για τα Ναρκωτικά, τον Οργανισμό Νεολαίας, το ΚΕΝΘΕΑ, την Αγία Σκέπη, τον Παγκύπριο Ιατρικό Σύλλογο, να λάβουν επιτέλους θέση σε μια καταγγελία που διερευνάται εδώ και μήνες από την αστυνομία, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Άραγε ο κόσμος που υπόσχονται όλοι αυτοί είναι αυτός των 44.288 oxycontin; Όλοι αυτοί οι θεσμοί όμως, ασκούν πολιτική στο πλαίσιο που καθορίζει το κράτος και η κυβέρνηση. Γι’ αυτό περιμένουμε πρωτίστως από την κυβέρνηση να αγγίξει επιτέλους με ριζοσπαστικές αποφάσεις την πολιτική περί ναρκωτικών, ώστε να μην επιτρέπεται, ούτε καν η υπόνοια άντλησης προσωπικού κέρδους από όσους συνταγογραφούν ναρκωτικά φάρμακα.»
Αυτό είναι το περιεχόμενο των τριών επίδικων δημοσιευμάτων.
Ο Ενάγων είναι ο ψυχίατρος στον οποίο αναφέρονται τα δημοσιεύματα και διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής με το όνομα «Κλινική Βερεσιέ». Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ήταν γνωστός ανά το παγκύπριο για την προσφορά του στον αγώνα κατά των ναρκωτικών, ήταν μέλος του Αντιναρκωτικού Συμβουλίου και υποστηρικτής διαφόρων οργανώσεων ενάντια στις εξαρτήσεις. Μεταξύ άλλων, συμμετείχε αφιλοκερδώς στον μη κερδοσκοπικό οργανισμό απεξάρτησης από τα ναρκωτικά, «ΚΕΝΘΕΑ».
Η Εναγόμενη 1 εταιρεία είναι ιδιοκτήτρια και εκδότης της καθημερινής εφημερίδας «Πολίτης», που διανέμεται στην Κύπρο και το εξωτερικό καθώς και της ηλεκτρονικής έκδοσης της. Ο Εναγόμενος 2 ήταν δημοσιογράφος στην εν λόγω εφημερίδα και ο συντάκτης των τριών επίδικων δημοσιευμάτων.
Τα πιο πάνω είναι κοινώς αποδεκτά. Είναι επίσης παραδεκτό ότι το σύνολο των πωλήσεων παγκυπρίως της έντυπης εφημερίδας Πολίτης στις 5.7.2014, ήταν 5.560 αντίτυπα.
Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι τα τρία επίδικα δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά, τείνουν να τον εξευτελίσουν και να βλάψουν την υπόληψη του και το επάγγελμα του, την τιμιότητα και την προσφορά του. Ισχυρίζεται επίσης ότι είναι κακόβουλα.
Μεταξύ άλλων, υποστηρίζει ότι το περιεχόμενο των δημοσιευμάτων αφήνει να νοηθεί στον αναγνώστη ότι εμπλέκεται σε παράνομη διακίνηση ναρκωτικών φαρμάκων, ότι έχει διαπράξει ποινικά αδικήματα, ότι συνταγογράφησε μη ενδεδειγμένες, υπερβολικές δόσεις φαρμάκων σε ασθενείς για προσωπικό κέρδος και ότι εμπλέκεται σε παράνομη διακίνηση ναρκωτικών.
Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι υπέστη ζημιά στην προσωπική και επαγγελματική του ζωή και εκτέθηκε στον δημόσιο χλευασμό και περιφρόνηση από την κοινωνία. Υποστηρίζει ότι εξαιτίας των δημοσιευμάτων τερματίστηκε η συνεργασία του με το Cyprus College (μετέπειτα Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο) όπου ήταν καθηγητής και λάμβανε €800 μηνιαίως.
Παρενθετικά σημειώνω ότι αξιώσεις που αφορούσαν απώλεια εισοδημάτων της κλινικής του Ενάγοντα, δεν προωθήθηκαν.
Στη βάση αυτή, ο Ενάγοντας αξιώνει γενικές, επαυξημένες, παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για τη δυσφήμιση και επιζήμια ψευδολογία που ισχυρίζεται ότι υπέστη. Αξιώνει επίσης την έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει στους Εναγόμενους τη δημοσίευση περαιτέρω δυσφημιστικών δηλώσεων.
Στην Υπεράσπιση τους, οι Εναγόμενοι παραδέχονται τη δημοσίευση των επίδικων άρθρων στην έντυπη εφημερίδα και στον ιστότοπο «Politis On Line», τη διαδικτυακή έκδοση. Αρνούνται όμως ότι αυτά είναι δυσφημιστικά. Αρνούνται επίσης ότι συντάχθηκαν κακόβουλα καθώς και ότι, συνεπεία αυτών, ο Ενάγων υπέστη οποιαδήποτε βλάβη.
Περαιτέρω, στην περίπτωση που τα δημοσιεύματα θεωρηθούν δυσφημιστικά, ισχυρίζονται ότι το περιεχόμενο ήταν αληθές. Ισχυρίζονται επίσης ότι τα επίδικα δημοσιεύματα αποτελούν εύλογα σχόλια επί θέματος δημοσίου συμφέροντος, έγιναν καλόπιστα και είναι προνομιούχα.
Σε αυτή τη βάση, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση.
Όπως προανέφερα, δεν αμφισβητείται η δημοσίευση των επίδικων δημοσιευμάτων. Η διαφωνία των μερών έγκειται στην ερμηνεία τους, στις προθέσεις που αποδίδονται στους Εναγόμενους, στις επιπτώσεις που ισχυρίζεται ο Ενάγων και επί νομικών ζητημάτων.
2. Ακρόαση/μαρτυρία. Προς απόδειξη των αξιώσεων του, κατέθεσε ο ίδιος ο Ενάγοντας (ΜΕ1). Για σκοπούς υπεράσπισης έδωσε μαρτυρία ο λειτουργός των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών κ. Ιωάννης Στέλιου (ΜΥ1) και ο Εναγόμενος 2 (ΜΥ2).
Προχωρώ σε μια συνοπτική αναφορά στη μαρτυρία που παρουσιάστηκε. Επικεντρώνομαι στα σημεία που σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα ή που κρίνω σημαντικά για σκοπούς της κατάληξής μου.
Πρώτος μάρτυρας ήταν ο Ενάγων (ΜΕ1). Αναφέρθηκε στα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά του προσόντα και σημείωσε ότι από το 2006 είναι διευθυντής της ψυχιατρικής κλινικής Veresie Clinic.
Εστίασε στην ενασχόληση του με ζητήματα που αφορούν απεξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες. Μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι είναι εκ των συνιδρυτών της κλειστής θεραπευτικής κοινότητας «Αγία Σκέπη», ότι μεταξύ 2000-2007 διετέλεσε μέλος του Αντιναρκωτικού Συμβουλίου, μεταξύ 1989-1993 ήταν μέλος της Εθνικής Επιτροπής για την πρόληψη της χρήσης και διάδοσης ναρκωτικών. Διετέλεσε πρόεδρος της Επιτροπής Έρευνας και Επιδημιολογίας και επιστημονικός σύμβουλος του ΚΕΝΘΕΑ, ενός μη κυβερνητικού και μη κερδοσκοπικού οργανισμού που δραστηριοποιείται στον αγώνα κατά των εξαρτήσεων και στη θεραπεία εξαρτημένων ατόμων.
Αναφέρθηκε εκτενώς στη διαδικασία απεξάρτησης και αποτοξίνωσης κάποιου χρήστη ηρωίνης και τη διαφορετική αντιμετώπιση των δύο. Αναφέρθηκε στη φύση της εξάρτησης που προκαλεί η ηρωίνη και στους τρόπους με τους οποίους μπορεί να επιτευχθεί η απεξάρτηση με φαρμακευτικά υποκατάστατα τα οποία συνταγογραφούνται, υπό συνθήκες που ελέγχονται από κατάλληλα καταρτισμένο ιατρό. Εξήγησε ότι λόγω της ανυπαρξίας κρατικού προγράμματος συντήρησης, αρκετοί χρήστες ηρωίνης λάμβαναν από μόνοι τους το φάρμακο οξυκωδώνη που είναι οπιούχο, ελεγχόμενο φάρμακο διαθέσιμο μόνο με συνταγή. Εξήγησε την ενδεδειγμένη δοσολογία και τον τρόπο με τον οποίο τα υποκατάστατα φάρμακα μειώνονται μέχρι την πλήρη απεξάρτηση. Σημείωσε ότι ο ίδιος ουδέποτε συνταγογράφησε το φάρμακο αυτό για πρώτη φορά σε εθισμένο άτομο αλλά, με την ελεγχόμενη χρήση του στα πλαίσια συγκεκριμένου πλάνου που διαμόρφωνε για τον κάθε ασθενή του, βοήθησε δεκάδες ασθενείς να απεξαρτηθούν τόσο από το συγκεκριμένο φάρμακο και ταυτόχρονα από τη χρήση ηρωίνης.
Κατά την κυρίως εξέταση του, αναφέρθηκε στο περιεχόμενο των επίδικων δημοσιευμάτων και υποστήριξε ότι, κατά την αντίληψη του, αυτά ήταν κακόβουλα και δυσφημιστικά. Υποστήριξε ότι ήταν προσβλητικά για την τιμιότητα, τον χαρακτήρα, την υπόληψη και την επαγγελματική του δράση. Κατά την άποψη του έδιναν στον αναγνώστη την εντύπωση ότι αποδίδεται σε αυτόν η διάπραξη ποινικών αδικημάτων, ότι εμπλέκεται σε διακίνηση και παράνομη προμήθεια ναρκωτικών. Παρέπεμψε σε σχόλια αναγνωστών που αναρτήθηκαν κάτω από τα δημοσιεύματα στην ιστοσελίδα «Politis on Line», όπου μεταξύ άλλων αναγνώστες τον περιγράφουν ως έμπορο ναρκωτικών, απατεώνα, τσαρλατάνο και εκφράζουν την προσδοκία να καταδικαστεί σε φυλάκιση.
Στάθηκε στις επαναλαμβανόμενες αναφορές στα δημοσιεύματα σε αριθμούς χαπιών. Υποστήριξε ότι συμπεριλήφθηκαν για σκοπούς εντυπωσιασμού. Εξήγησε ότι αυτό που έχει σημασία είναι η γενικότερη δοσολογία, ο αρχικός βαθμός εξάρτησης του εθισμένου και η ανοχή που έχει αναπτύξει. Υποστήριξε ότι η μεταχείριση και συνταγογράφηση για τον κάθε ασθενή ήταν συγκεκριμένη ώστε να ανταποκρίνεται στις δικές του ανάγκες στα πλαίσια του πλάνου αποθεραπείας του. Υποστήριξε επίσης ότι πάντα ενεργούσε εντός της δεοντολογίας και στα σωστά θεραπευτικά πλαίσια για τον κάθε ασθενή του.
Ανέφερε ότι τα επίδικα δημοσιεύματα ήταν η πρώτη φορά που περιήλθαν σε γνώση του αναφορές ότι μπορεί να διεξάγεται έρευνα από την αστυνομία εναντίον του, ενώ καμία τέτοια έρευνα υπήρξε. Σημείωσε ότι επειδή το θέμα απασχόλησε την εφημερίδα και τις επόμενες μέρες, στις 14.7.2014 έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο του να απευθυνθεί στον Αρχηγό Αστυνομίας για να διακριβώσει εάν διεξάγεται έρευνα εναντίον του. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής κατέστη Τεκμήριο 10. Σύμφωνα με αυτήν ο δικηγόρος του Ενάγοντα ζήτησε από τον Αρχηγό Αστυνομίας:
«Άμεση διευκρινιστική δήλωση και/ή ανακοίνωση του εκπροσώπου τύπου της Αστυνομίας προς τον τύπο ότι σε καμία περίπτωση η Αστυνομία δεν διερευνά εναντίον του πελάτη μου, οιανδήποτε υπόθεση παράνομης διακίνησης ναρκωτικών ή υπόθεση παράνομης και υπερβολικής συνταγογράφησης του ναρκωτικού φαρμάκου oxycontin.»
Η απάντηση ημερομηνίας 22.7.2014, Τεκμήριο 11, που στάλθηκε εκ μέρους του Αρχηγού Αστυνομίας ήταν ότι:
«Αναφέρομαι στην επιστολή σας προς τον Αρχηγό Αστυνομίας με ημερομηνία 14/7/2014 και σας πληροφορώ ότι η δήλωση που αποδίδεται στον Εκπρόσωπο Τύπου της Αστυνομίας, Ανώτερο Υπαστυνόμο Α. Αγγελίδη, στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας «Πολίτης» ημερ. 12/7/2014, «Αστυνομία: Ναι διερευνούμε τον Κυριάκο Βερεσιέ», δεν έγινε.»
Πρόσθεσε ότι ουδέποτε ερευνήθηκε ούτε κατηγορήθηκε για τα ποινικά αδικήματα που εισηγούνται τα επίδικα δημοσιεύματα. Σημείωσε ότι ήταν κατηγορούμενος σε δύο ποινικές υποθέσεις το 2016 και 2017 που όμως καμία σχέση είχαν με διακίνηση ναρκωτικών. Οι κατηγορίες που αντιμετώπισε αφορούσαν μη γνωστοποίηση στον αρμόδιο λειτουργό του Υπουργείου Υγείας συνταγογράφησης σε εθισμένα πρόσωπα ελεγχόμενων φαρμάκων εντός 7 ημερών από την επίσκεψη του ασθενή, σύμφωνα με τους περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Κανονισμούς του 1979. Τόνισε ότι αθωώθηκε, στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, και στις δύο υποθέσεις. Αντίγραφα των σχετικών αποφάσεων κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 5 και 6.
Στα πλαίσια της μαρτυρίας του περιέγραψε επίσης τις επιπτώσεις που είχαν τα επίδικα δημοσιεύματα στον ίδιο και στην οικογένεια του, και όλο το κλίμα και φημολογία που δημιουργήθηκε γύρω από το πρόσωπο του. Σημείωσε ότι η επαγγελματική του πορεία και προσφορά ανέκαθεν είχε σκοπό την υποστήριξη της απεξάρτησης και διερωτήθηκε ποιο κίνητρο είχε να υπερ-συνταγογραφήσει ή να ενεργήσει ενάντια στα συμφέροντα των ασθενών του.
Ανέφερε ότι καμία ενημέρωση είχε πριν τη δημοσίευση των επίδικων δημοσιευμάτων για το περιεχόμενο τους. Δεν ενημερώθηκε εκ των προτέρων από την εφημερίδα και δεν του ζητήθηκε να τοποθετηθεί ή να εξηγήσει τη θέση του. Είπε ότι στις 5.7.2014 είχε δεχτεί τηλεφώνημα από τον ραδιοφωνικό σταθμό Άστρα και ερωτήθηκε εάν έχει κάποιο σχόλιο για το άρθρο στην εφημερίδα «Πολίτη» και τότε διαπίστωσε το πρώτο επίδικο δημοσίευμα.
Στα πλαίσια της αντεξέτασης του αναφέρθηκε στις περιπτώσεις συγκεκριμένων ασθενών που κατονομάζονται στα επίδικα δημοσιεύματα και εξήγησε τη δοσολογία φαρμάκων που συνταγογράφησε καθώς και πως η αντιμετώπιση τους ήταν στη βάση των αναγκών καθενός. Υποστήριξε ότι η εικόνα που δόθηκε μέσα από τα δημοσιεύματα δεν ήταν πραγματική γιατί τα επίδικα άρθρα εξίσωσαν ένα ταμειακό έλεγχο που έγινε από αναρμόδιους, όπως τους χαρακτήρισε, λειτουργούς των φαρμακευτικών υπηρεσιών με την ιατρική πράξη της συνταγογράφησης προς ασθενείς. Σε ερώτηση γιατί δεν επιδίωξε να προβεί σε δηλώσεις στην εφημερίδα μετά τα δημοσιεύματα για να αποκαταστήσει την αλήθεια στο αναγνωστικό κοινό, απάντησε ως εξής:
«Πως να την αποκαλύψω όταν έρκεται μια υπηρεσία του κράτους η οποία έκανε έναν ταμειακό έλεγχο, να το σημειώσουμε αυτό, έκανε ταμειακό έλεγχο ενός φαρμακείου για να συγκρίνει συνταγές με το ταμείο και αν αυτά τα πράγματα έχουν εκτελεστεί. Να κρίνει έναν γιατρό για ιατρική πράξη η οποία για να καταλήξει ένας γιατρός να κάμει ιατρική πράξη πρώτο είναι γιατρός με όλα τα σχετικά διπλώματα. Για να μπορέσω να καταλήξω να δώσω μια συνταγή και να βγάλω διάγνωση πρέπει να κάμω καλή λήψη ιστορικού, όχι μόνο για τον ίδιο αλλά και για την οικογένεια του. Να δω το ιστορικό του όσον αφορά την κατάχρηση ουσιών από ποιαν ηλικία ξεκίνησε, ποιες ουσίες πήρε και αν με τη συγκεκριμένη ουσία πως την κάνει χρήση και έχει μεγάλη σημασία αυτό. Δηλαδή, ειδικά τα οπιούχα της εποχής εκείνης που ήταν η ηρωίνη μπορούσαν να ληφθούν ή που τη μύτη ή καπνιστά μέσα από ένα αλουμινόχαρτο που τα αναπνέει ο άλλος ή ενδομυϊκά ή ενδοφλέβια. Για τον κάθε ένα η διάγνωση είναι διαφορετική και η δοσολογία που θα δώσω. Ύστερα πρέπει να καθορίσω ποια ήταν η τελευταία ποσότητα την οποία ένας έπαιρνε για να μπορέσω να δώσω το ισάριθμο φάρμακο υποκατάστατο για να μπορέσω να του ικανοποιήσω τις ανάγκες του να μην καταφύγει ξανά στην ενδοφλέβια κρίση. Η εφημερίδα έκανε ένα πολλαπλασιασμό συνταγών και χαπιών χωρίς τα mg τα οποία μπορώ να εξηγήσω ύστερα ποια είναι η μεγάλη διαφορά και ποια είναι η μεγάλη απάτη που έκανε και ο δημοσιογράφος και η εφημερίδα στην προσπάθεια τους να προστατέψουν δήθεν το δημόσιο συμφέρον και έφεραν περισσότερη σύγχυση. Οπότε για ποιο λόγο να συζητώ δημόσια τις ιατρικές μου πράξεις και από που να βρω δίκαιο τη στιγμή που καθένας από όλους τους επίσημους φορείς που ασχολούνται με το θέμα δεν ασχολήθηκε; Λέω σιώπα να περάσει τούτο το κακό.»
Ο Ενάγων ανέφερε ότι συνεργαζόταν από χρόνια με το Πανεπιστήμιο Κύπρου, το ΤΕΠΑΚ, το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας και το Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο. Ανέφερε ότι πέραν από το Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο που τερμάτισε τη μεταξύ τους συνεργασία μετά τα δημοσιεύματα, κανένα από τα υπόλοιπα εκπαιδευτικά ιδρύματα δεν τον κάλεσε ξανά μετά τα επίδικα δημοσιεύματα για συνεργασία. Πρόσθεσε ότι προ διετίας περίπου ανέλαβε την έδρα Κοινωνικών Επιστημών και Επιστημών της Συμπεριφοράς στο Πανεπιστήμιο Philips.
Ειδικότερα, για τον τερματισμό της συνεργασίας του με το Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο, πρώην Cyprus College, ο Ενάγων ανέφερε ότι η συνεργασία τους είχε αρχίσει το 2008 με συμφωνία εργοδότησης ημερομηνίας 29.2.2008 και συνεχιζόταν κάθε χρόνο μέχρι το 2014. Στην αρχή οι απολαβές του ήταν €1200 μηνιαίως και ακολούθως, λόγω της οικονομικής κρίσης μειώθηκε σε €800 μηνιαίως. Την περίοδο των δημοσιευμάτων, ο Ενάγων ανέφερε ότι ήταν σε συζητήσεις για να αναλάβει δύο μαθήματα όταν θα ξεκινούσε η ιατρική σχολή του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου. Όταν διαπίστωσε ότι η πλευρά του Πανεπιστημίου καθυστερούσε στις διαβουλεύσεις, επιδίωξε και συναντήθηκε με τον υπεύθυνο ο οποίος του παρέδωσε την επιστολή ημερομηνίας 7.10.2014, Τεκμήριο 9, που αναγράφει τα εξής:
«Αναφερόμαστε στην εργοδότηση σας στο πανεπιστήμιο της εταιρείας A.S. Cyprus College Ltd (το «Πανεπιστήμιο») δυνάμει συμφωνίας εργοδότησης ημερομηνίας 29/9/2008 και στην πρόσφατη συνάντηση της 26ης Σεπτεμβρίου 2014, στην οποίο συζητήθηκε η συνέχιση τη συνεργασίας μας μετά τη μη ανάθεση μαθημάτων και τα δημοσιεύματα που έχουν πρόσφατα δημοσιευτεί στα ΜΜΕ αναφορικά με την διεξαγωγή έρευνας εναντίον σας από την αστυνομία Κύπρου.
Έχουμε σημειώσει και δεν έχουμε λόγο να αμφισβητούμε τις διαβεβαιώσεις σας ότι το περιεχόμενο των δημοσιευμάτων δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Άλλωστε ουδείς δεν είναι ή πρέπει να θεωρείται ένοχος για οτιδήποτε μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου. Παρ΄ όλα αυτά είμαστε βέβαιοι ότι κατανοείται την δύσκολη θέση του Πανεπιστημίου όταν δημοσιοποιείται η διεξαγωγή έρευνας από την αστυνομία εναντίον καθηγητή και την αναστάτωση που αυτό προκαλεί ανάμεσα στους μαθητές και τους γονείς τους.
Για τον λόγο αυτό και δεδομένου του γεγονότος ότι εν πάση περιπτώσει, δεν σας είχε ανατεθεί η διδασκαλία κάποιου μαθήματος για την παρούσα διδακτική περίοδο χειμερινό τετράμηνο 2014 (29 Σεπτεμβρίου-23 Ιανουαρίου 2014) σας πληροφορούμε ότι οι υπηρεσίες σας τερματίζονται άμεσα και βάση του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο θα σας καταβληθεί από το λογιστήριο της εταιρείας μας επιπλέον των άλλων σας ωφελημάτων πληρωμή οκτώ (8) εβδομάδων μισθοί αντί προειδοποίησης και δεκατριών (13) εβδομάδων αποζημίωση.»
Τέθηκε κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα ότι τα επίδικα δημοσιεύματα αφορούσαν ζήτημα δημοσίου συμφέροντος. Ο Ενάγων αντέδρασε έντονα αναφέροντας, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Τί σημαίνει δημόσιο συμφέρον; Και να δούμε ποιαν πλευρά ο καθένας από εμάς δουλεύει για το δημόσιο ενδιαφέρον, δημόσιο συμφέρον. Το θέμα των ναρκωτικών έχει δύο βασικές πτυχές. Μιλούμε το θέμα διάδοσης παράνομων ουσιών, αφορά το θέμα της ζήτησης ή ζήτησης που υπάρχει στο παζάρι και της προσφοράς που υπάρχει στο παζάρι και είναι ένα παιχνίδι αν υπάρχει πολλή ζήτηση υπάρχει και πολλή προσφορά. Αυτό βλέπουμε στις μέρες μας. Η ΥΚΑΝ φέτος έχει πάρει πάνω που μισό τόνο κάνναβης και κοντεύουμε τα 600 κιλά κοκαΐνη γιατί υπάρχει πολλή ζήτηση. Η δική μου θέση σαν εθελοντής, σαν άνθρωπος, σαν επαγγελματίας ήταν όλα αυτά τα χρόνια να μειώσω τη ζήτηση και πίστευα και πιστεύω ότι δουλεύει προς το δημόσιο συμφέρον. Αφιερώνω 30 χρόνια τον χρόνο μου, τις γνώσεις μου για αυτόν τον λόγο και ερχόμαστε σε μία στιγμή και είμαστε αντιμέτωποι με ένα δημοσίευμα το οποίο βασίζεται σε μια σειρά από ψέματα και όχι σωστής μεταφοράς του υλικού το οποίο έχει στα χέρια του ο δημοσιογράφος. Κάνοντας εκεί κάποια σχόλια τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Να πιάσουμε το πρώτο. Διερεύνηση για παράνομα ναρκωτικά. Πρώτο ψέμα. Που γράφει αυτό το πράγμα σε όλα εκείνα τα υλικά; Αυτά είναι εσωτερικά σημειώματα των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών οι οποίες έκαμαν το μεγάλο λάθος. Πριν να τα δώσουν στην Αστυνομία εδώσαν τα στον «Πολίτη», τους πρόλαβε ο «Πολίτης» και όχι μόνο, έδωσε και ονόματα παραβιάζοντας βασικές αρχές της ανωνυμίας και των προσωπικών δεδομένων όλων των ασθενών που έχουν εξυπηρετηθεί από ένα φαρμακείο. Αυτό είναι το πρώτο ψέμα. Το δεύτερο ψέμα, μεγάλο ψέμα αφορά τις ποσότητες. Καμία διευκρίνιση δεν γίνεται στο δημοσίευμα για άτομα άλλα. Γίνεται ένα άθροισμα για σκοπούς εντυπωσιασμού. Κάνουμε πρώτο και κύριο να γίνει κατανοητό. Δεν υπάρχει δόση ή δοσολογία η οποία μπορεί να καθορίσει ένας γιατρός για τα άτομα που παίρνουν οπιούχα φάρμακα, ανάλογα με τη χρήση που είχε κάποιος τα χρόνια που έκαμε χρήση, τις ποσότητες που έκαμε προηγουμένως και τότε θα μπορεί να συντονιστεί μαζί του. Ποιο είναι το κριτήριο; Πήρε λέει πληροφορία ότι ένα με δύο χάπια των 80 και εγώ σας λέω ότι αυτό το πράγμα δεν είναι σωστή πληροφορία. […] Πρώτο και κύριο είναι μια ιατρική πράξη η οποία δεν μπορείς με τον πολλαπλασιασμό των χαπιών και των ανθρώπων να μπορείς να διεκδικήσεις όφελος προς την κοινωνία. Τί θα μάθει η κοινωνία από αυτό το πράμα εκτός από το να τη συγχύσεις και να αμαυρώσεις το όνομα αυτού που τα έγραψα;. Τίποτε άλλο. […] Και πάμε παρακάτω. Γίνεται αναφορά ύστερα για λεφτά, πόσα θα στοίχιζαν αυτά τα λεφτά και σπρώχνει τον αναγνώστη στο να σκεφτεί την ενοχή που μπορούσε να έχει ένας γιατρός ότι μέσα από αυτά γίνονται αναληθείς ιστορίες κόντρα πάντα και με τον γιατρό διότι αυτό είναι υπόνοια. Πώς εμπλέκουμαι εγώ; Εγώ γράφω φάρμακα τα οποία είναι υπερβολικά αυτά τα φάρμακα. Βγαίνουν στο παζάρι και πουλούνται, άρα εγώ έχω κέρδος. […] και συνεχίζουν τα ψέματα, που προσπαθεί ακόμα να σπρώξει τον αναγνώστη εις το να πιστέψει ότι εγώ ακόμα ευθύνομαι και για τους θανάτους. Αναφέρει το δημοσίευμα εδώ μεταφορά άλλων πληροφοριών αποκομμένες από την πραγματικότητα που είναι πάλι άλλο ψέμα. […] Από όλα αυτά τα ψέματα το ένα που έρχεται πίσω από το άλλο να επιβεβαιώσει και το θέμα είναι ότι αντί να γίνει σωστή διερεύνηση από υπεύθυνη δημοσιογραφία. Αφού μιλούμε τώρα για το δημόσιο συμφέρον και θα επιστρέψω σε αυτό το πράμα, ποιος δουλεύει για το δημόσιο συμφέρον; Το γεγονός ότι εγώ ήμουν ο μοναδικός γιατρός στην Κύπρο που μπορούσε να σώσει αυτόν τον κόσμο και έσωσα πάνω από 60 άτομα και είναι αποδεδειγμένο. Έχουμε όλα τα στοιχεία που απελευθερώθηκαν από αυτήν την ουσία που εμένα. Αν έφευγα από τη μέση ποιο θα ήταν το δημόσιο συμφέρον; Να φύγω από τη μέση ή να γράψουμε όλες αυτές τις ψευτιές για να πληροφορηθεί ο κόσμος «μην πηγαίνετέ κοντά του μπορεί να σας δώσει υπερβολική δόση, ο άνθρωπος είναι ένας έμπορος και όχι μόνο μπορεί να σας πεθάνει κιόλας». Ποιος δουλεύει για το δημόσιο συμφέρον; Η εφημερίδα όλα αυτά που έκαναν ποιόν εξυπηρέτησε; Πέρασαν 9 χρόνια από τότε. Τί είδαμε από τα δημοσιεύματα αυτά να βοηθήσουν το δημόσιο συμφέρον εκτός από το ότι διεκδίκησαν δημόσιο συμφέρον με το να καταστρέψουν την προσωπικότητα μου, τη ζωή μου, την οικογένεια μου, να με διαβάλουν, να μου μειώσουν όλη την αξία και όλη τη φήμη που είχα όλα αυτά τα χρόνια; Που είναι το δημόσιο συμφέρον; Εγώ δεν είμαι μέρος του δημόσιου συμφέροντος; Και έχω ενημερώσει τα δικαιώματα μου που δεν τα σεβάστηκε ο «Πολίτης» ούτε ήρθε προηγουμένως να ρωτήσει οτιδήποτε να του δώσω διευκρινίσεις να μάθει την αλήθεια, όχι εύλογες υποψίες. Αναφέρεται ουδέποτε στα γραπτά εδώ; Όλα είναι μια απάτη την οποία όμως υποφέρω τόσα χρόνια.»
Αυτή ήταν, συνοπτικά, η μαρτυρία του Ενάγοντα.
Για την πλευρά της Υπεράσπισης, πρώτος μάρτυρας ήταν ο κ. Ιωάννης Στέλιου, λειτουργός του Τμήματος Φαρμακευτικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Υγείας (ΜΥ1).
Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του, ο ΜΥ1 ανέφερε ότι ήταν ένας από τους λειτουργούς που είχε ασχοληθεί με το θέμα. Πρόσθεσε ότι μεταξύ 28.8.2013 και 29.9.2013:
«διεξήχθησαν έλεγχοι από τον Τομέα Επιθεώρησης στα πλαίσια συνήθη ελέγχων σε φαρμακεία, όπου εντοπίστηκε πληθώρα συνταγών του ναρκωτικού φαρμάκου oxycontin (oxycodone). Οι συνταγές που εντοπίστηκαν στα πλαίσια των πιο πάνω τακτικών ελέγχων δημιούργησαν ανησυχία στις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες γιατί ήταν δεκάδες για τους ίδιους ασθενείς ενώ υπήρχαν συνταγές με υπερβολικές και αλόγιστες ποσότητες. Οι πιο πάνω συνταγές που δημιούργησαν ανησυχία, ήταν υπογραμμένες από τον Δρ. Βερεσιέ. […] Θεωρήσαμε και θεωρούμε ότι η πλέον αρμόδια υπηρεσία για διερεύνηση των ανησυχιών του Τμήματος ήταν η αστυνομία και η Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών, εξ ου και παραπέμψαμε το ζήτημα στον Αρχηγό Αστυνομίας.»
Ο ΜΥ1 παρουσίασε δέσμη επιστολών/εγγράφων που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 14. Στη δέσμη αυτή περιλαμβάνεται επιστολή του τότε Διευθυντή του Τμήματος Φαρμακευτικών Υπηρεσιών προς τον Υπουργό Υγείας ημερομηνίας 10.6.2014, η οποία συνοδεύεται από διάφορα άλλα έγγραφα. Διαφάνηκε στην πορεία ότι αυτή η επιστολή αποτέλεσε την πηγή πληροφόρησης που οδήγησε στα επίδικα δημοσιεύματα.
Η επιστολή ημερομηνίας 10.6.2014, τιτλοφορείται «Ενδεχόμενη αθέμιτη συνταγογράφηση από ιατρούς» και ξεκινά ως εξής:
«Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα και σχετική επιστολή σας, ημερ. 27/5/2014, σας πληροφορώ ότι οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες έχουν γίνει δέκτες παραπόνων για ενδεχόμενη αθέμιτη συνταγογράφηση από ιατρούς και επιθυμούν να σας ενημερώσουν για αριθμό τέτοιων περιστατικών, τα οποία χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης ή/και διοικητικής έρευνας.»
Ακολουθεί εκτενής αναφορά σε τρεις περιπτώσεις όπου κατά τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες ενδέχεται να γίνεται αθέμιτη συνταγογράφηση από ιατρούς. Η μια εξ αυτών αφορά τα επίδικα δημοσιεύματα. Στην επιστολή αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Ενδεχόμενη αθέμιτη συνταγογράφηση του προϊόντος Oxycontin από τον Δρα Κυριάκο Βερεσιέ, Νευρολόγο-Ψυχίατρο.
Το θέμα αυτό αφορά στη συνταγογράφηση ναρκωτικών φαρμάκων από τον Δα Κυριάκο Βερεσιέ, Νευρολόγο-Ψυχίατρο. Ακολουθεί σύντομο ιστορικό της υπόθεσης και των ενεργειών των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών.
· Κατά την περίοδο από 28/8/2013 μέχρι 29/9/2013, λειτουργοί του Τομέα Επιθεώρησης των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών διεξήγαγαν έλεγχο στο φαρμακείο [ΠΑ] στη Λάρνακα, μέσα στα πλαίσια των συνηθισμένων ελέγχων. Κατά τη διάρκεια του εν λόγω ελέγχου, εντοπίστηκε πληθώρα συνταγών του ναρκωτικού φαρμάκου Oxycontin (oxycodone) στις οποίες η αναγραφόμενη ποσότητα καθώς και η συνταγογράφηση τους σε συγκεκριμένα άτομα, δημιούργησε στους επιθεώρητες εύλογες υποψίες για πιθανές παραβάσεις των περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Κανονισμών του 1979 και των περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμων του 1977 έως (Αρ. 2) 2010, οι οποίοι διέπουν τη χορήγηση, πώληση, διακίνηση και χρήση των ναρκωτικών φαρμάκων. Συγκεκριμένα υπήρχαν δεκάδες συνταγές για τους ίδιους ασθενείς καθώς και συνταγές με υπερβολικές και αλόγιστες ποσότητες. Όλες οι συνταγές έφεραν την υπογραφή του Δρα Βερεσιέ.
· Μετά τον εντοπισμό των ανωτέρω συνταγών, οι λειτουργοί του Τομέα Επιθεώρησης επικοινώνησαν με τον Δρα [ΑΑ], τέως υπεύθυνο λειτουργό των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, ο οποίος είχε οριστεί από τον Υπουργό Υγείας ως το αρμόδιο άτομο στο οποίο έπρεπε να απευθύνονται όλοι οι ιατροί (δημοσίου και ιδιωτικού τομέα) μετά τη διαπίστωση ότι ένας ασθενής είναι εθισμένος σε ουσία του Έκτου Πίνακα των περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Κανονισμών. Σημειώνεται ότι τα εθισμένα άτομα πρέπει να δηλώνονται σε αρμόδιο λειτουργό, βάσει των προνοιών των άρθρων 11(2), (η) και 18(1) του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977 (29/77). Ο Δρ. Αργυρίου ενημέρωσε τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες ότι τα προαναφερόμενα άτομα ουδέποτε δηλώθηκαν και δεν περιλαμβάνονταν στον κατάλογο των εθισμένων ατόμων.
· Ακολούθως, για σκοπούς διερεύνησης, διενεργήθηκαν πρόσθετοι έλεγχοι σε φαρμακεία που παρέχουν ναρκωτικά σκευάσματα στη Λευκωσία και Λάρνακα και πραγματοποιήθηκε εκ νέου επιθεώρηση στις 30/1/2014 στο φαρμακείο [ΠΑ], όπου καταγράφηκε αύξηση των συνταγών σε συγκεκριμένους ασθενείς.
· Επειδή από την ποσότητα και τη συχνότητα συνταγογράφησης του συγκεκριμένου ναρκωτικού φαρμάκου, δημιουργούνται εύλογες υποψίες για πιθανή παράνομη διακίνηση και κακή χρήση του φαρμάκου αυτού, αποστάληκε επιστολή στον Αρχηγό της Αστυνομίας στις 4/3/2014 (Παράρτημα 2), στην οποία επισυνάφθηκαν αναλυτικοί πίνακες με τα στοιχεία που αποκομίστηκαν από τους επιθεωρητές. Σημειώνεται ότι λειτουργοί της Υπηρεσίας Καταπολέμησης Ναρκωτικών έλαβαν καταθέσεις από τους λειτουργούς των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών και η όλη διερεύνηση βρίσκεται εν εξελίξει. Για υποβοήθηση της έρευνας και δική σας ενημέρωση, αποστέλλεται ενημερωτικό σημείωμα των επιθεωρητών σχετικά με τα προβλήματα που παρατηρούνται γενικότερα κατά τη συνταγογράφηση των ναρκωτικών φαρμάκων και έχουν εντοπιστεί κατά τους τελευταίους μήνες στα πλαίσια των επιθεωρήσεων (Παράρτημα 3).»
Το Παράρτημα 2 της εν λόγω επιστολής είναι αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 4.3.2014 που στάλθηκε εκ μέρους του Διευθυντή Φαρμακευτικών Υπηρεσιών προς τον Αρχηγό Αστυνομίας με θέμα «Συνταγογράφηση Ναρκωτικών Φαρμάκων».
Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής:
«Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, θα ήθελα να σας ενημερώσω τα ακόλουθα:
Από τις 28/8/2013 μέχρι τις 29/9/2013, λειτουργοί του Τομέα Επιθεώρησης των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών διεξήγαγαν έλεγχο στο Φαρμακείο [ΠΑ] στη Λάρνακα, μέσα στα πλαίσια των συνηθισμένων ελέγχων.
Κατά τη διάρκεια των ελέγχων, εντοπίστηκαν πληθώρα συνταγών του ναρκωτικού φαρμάκου «Oxycodone» των οποίων η ποσότητα, η συχνότητα καθώς και η συνταγογράφηση τους σε συγκεκριμένα άτομα μας δημιουργούν εύλογες υποψίες για πιθανές παραβάσεις του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Κανονισμών του 1979 και των περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμων του 1977 έως (Αρ. 2) 2010, οι οποίοι διέπουν τη χορήγηση, πώληση, διακίνηση και χρήση των ναρκωτικών φαρμάκων.
Συγκεκριμένα, υπάρχουν δεκάδες συνταγές του «Oxycodone» στο όνομα της [ΒΚΑ], για την οποία υπήρχε προηγούμενη καταγγελία για προμήθεια Ναρκωτικών φαρμάκων βάσει του άρθρου 5(1)(β) των περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμων του 1977 έως (Αρ. 2) 2010.
Επίσης υπάρχουν δεκάδες συνταγές του «Oxycodone» στο όνομα της [ΑΑ], η οποία είναι η μητέρα της [ΒΚΑ].
Εκτός από τις ήδη αναφερόμενες, εντοπίστηκαν συνταγές με υπερβολικές και αλόγιστες ποσότητες του ναρκωτικού φαρμάκου «Oxycodone» στο όνομα Τουρκοκυπρίων και συγκεκριμένα των [CMA], [CAN] και [CG].
Όλες οι συνταγές είναι γραμμένες και υπογραμμένες από τον Δρ. Βερεσιέ.
Μετά τον εντοπισμό των ανωτέρω συνταγών, οι λειτουργοί του Τομέα Επιθεώρησης επικοινώνησαν με τον Δρ. [ΑΑ], τότε υπεύθυνο της αρμόδιας αρχής που αφορά τα εθισμένα άτομα και τα οποία οφείλουν να δηλώνονται όπως το απαιτεί τα άρθρα 11(2),(η) και 18(1) του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977 (29/77). Ο Δρ. [ΑΑ] μας πληροφόρησε ότι τα προαναφερόμενα άτομα ουδέποτε δηλώθηκαν.
Στη συνέχεια έγιναν επιπρόσθετοι έλεγχοι σε Φαρμακεία που παρέχουν Ναρκωτικά σκευάσματα στην Λευκωσία και τη Λάρνακα με αποτέλεσμα να εντοπιστούν λίγες συνταγές «Oxycodone» στο όνομα της ανωτέρω αναφερθείσας και μεγαλύτερες ποσότητες στο όνομα των προαναφερόμενων Τουρκοκυπρίων:
· 2 συνταγές στο όνομα της [ΒΚΑ], ημερομηνίας 02/07/2012 και 10/11/2012 στο Φαρμακείο [ΑΣ] στη Λευκωσία
· 1 συνταγή στο όνομα της [ΒΚΑ], ημερομηνίας 12/07/2012 και συνταγές στο όνομα του Τουρκοκύπριου [CG] στο Φαρμακείο [ΚΚ] στη Λάρνακα
· Συνταγές στο όνομα του Τουρκοκύπριου [CMA], στο Φαρμακείο [ΜΣ] στη Λάρνακα»
Στις 30/1/2014 σε νέο έλεγχο στο Φαρμακείο [ΠΑ] στη Λάρνακα, σημειώθηκε αύξηση στις συνταγές στο όνομα της [ΑΑ] και συνέχιση συνταγογράφησης υπερβολικών ποσοτήτων στο όνομα της κόρης της [ΒΚΑ] και των προαναφερόμενων Τουρκοκυπρίων.
Με εξαίρεση τη συνταγή ημερομηνίας 10/11/2012 από την οδοντίατρο [ΛΜ], οι υπόλοιπες ανωτέρω συνταγές έχουν επίσης συνταγογραφηθεί από τον Δρ. Βερεσιέ.
Η ποσότητα και η συχνότητα συνταγογράφησης του συγκεκριμένου Ναρκωτικού φαρμάκου μας προκαλούν εύλογες υποψίες για πιθανή παράνομη διακίνηση και κακή χρήση του καθώς και ανησυχίες για τις επιπτώσεις και παρενέργειες του σε ανυποψίαστα μέλη της κοινωνίας μας.
Ενδεικτικά επισυνάπτονται και αναλυτικοί πίνακες με τα στοιχεία που αποκομίστηκαν από τις επιθεωρήσεις.
Παρακαλούμε όπως άμεσα διερευνήσετε την υπόθεση ενημερώνοντας μας για τα αποτελέσματα της.»
Στην επιστολή επισυνάπτεται πίνακας με ονόματα ασθενών, ποσότητα φαρμάκου, ημερομηνία συνταγής, όνομα ιατρού και φαρμακείο στο οποίο εκτελέστηκε η συνταγή.
Παράρτημα 3 της ίδιας επιστολής είναι έγγραφο άνευ ημερομηνίας που τιτλοφορείται «Ενημερωτικό Δελτίο προς τον Υπουργό Υγείας» με συντάκτη Ανώτερη Φαρμακοποιό. Σε αυτό, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Προβλήματα και παρατηρήσεις σχετικά με τη συνταγογράφηση των ναρκωτικών φαρμάκων που εντοπίστηκαν από τους λειτουργούς του Τομέα Επιθεώρησης μέσα στα πλαίσια των ελέγχων που διεξήχθησαν τους τελευταίους μήνες:
· Πληθώρα συνταγών του ναρκωτικού φαρμάκου Oxycontin (oxycodone), των οποίων η ποσότητα, η συχνότητα καθώς και η συνταγογράφηση τους δημιουργούν εύλογες υποψίες για πιθανές παραβάσεις.
· Το ακριβές κόστος του φαρμάκου (0,54€/tab. 10mg, 1€/tab.20mg, 2.06€/tab.40mg, 3.32€/tab.80mg) και η οικονομική κατάσταση των ασθενών αναγκάζουν τους φαρμακοποιούς να παρέχουν σε αρκετές περιπτώσεις, 1 ή 2 δισκία κάθε φορά (τακτική η οποία δύναται να παρατηρείται σε καθημερινή βάση), με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται ο έλεγχος και να καταγράφονται λανθασμένα στοιχεία στις καταχωρήσεις του βιβλίου ναρκωτικών.
[….]
Για τη χρήση στα άτομα που κάνουν αποτοξίνωση από τα ‘σκληρά’ ναρκωτικά παρατηρήθηκαν τα ακόλουθα προβλήματα:
· Το 99% των συνταγών εκδίδεται από τον Δρα Βερεσιέ.
· Ο ασθενής έχει στην κατοχή του πολλές συνταγές ταυτόχρονα στις οποίες δεν αναγράφεται η ημερομηνία και στην πλειοψηφία των συνταγών η αναγραφόμενη ποσότητα είναι περίπου 280 δισκία.
Οι επιθεωρητές ευλόγως έχουν προβληματιστεί για την ασφάλεια των πιο πάνω πρακτικών και την πρόσβαση των ασθενών σε αλόγιστες ποσότητες φαρμάκων, ιδιαίτερα αφού είναι γνωστό ότι τα άτομα αυτά είναι επιρρεπή στις καταχρήσεις. Παρατηρήθηκε ότι, με την πάροδο του χρόνου, δεν γίνεται μείωση της δόσης και της ποσότητας του φαρμάκου, όπως προβλέπεται στο πρόγραμμα αποτοξίνωσης που ακολουθείται από τον Δρα Βερεσιέ. Αντιθέτως η θεραπεία συνεχίζεται για μεγάλα χρονικά διαστήματα με αυξημένες ποσότητες….»
Το Παράρτημα 4 της εν λόγω επιστολής είναι αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 5.6.2014 που στάλθηκε εκ μέρους του Διευθυντή Φαρμακευτικών Υπηρεσιών προς τον Αρχηγό Αστυνομίας με θέμα «Υπερβολική συνταγογράφηση ναρκωτικού σκευάσματος». Σε αυτήν αναφέρονται τα εξής:
«Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, επιθυμώ να σας πληροφορήσω ότι τις τελευταίες μέρες παρατηρήθηκε υπερβολική συνταγογράφηση του φαρμακευτικού σκευάσματος Pethideine 100mg στο όνομα του ασθενή [ΧΣ] από τους Δρ. Κυριάκο Βερεσιέ και Δρ. [ΣΑ]. Συνταγογραφήθηκαν 280 αμπούλες σε διάστημα περίπου 15 ημερών.
Εσωκλείεται αναλυτικός Πίνακας.
Οι συνταγές εκτελέστηκαν στο φαρμακείο [ΛΙ], Λεμεσός. Ο υπεύθυνος φαρμακοποιός [ΛΙ] ανησύχησε με τη συχνότητα των συνταγών και τις υπερβολικές ποσότητες στο σύνολο και επικοινώνησε με τους πιο πάνω ιατρούς πριν την εκτέλεση τους. Επίσης ενημέρωσε γραπτώς τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες.
Εσωκλείεται η επιστολή.
Η πεθιδίνη είναι ελεγχόμενο φάρμακο και ανήκει στον πρώτο πίνακα, μέρος Ι, Τάξη Α των περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμων του 1977 έως (αρ. 2) 2010 και στο Δεύτερο και Έκτο Πίνακα των περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών κανονισμών του 1979.
Παρακαλώ για τις δέουσες ενέργειες. Οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες είναι στη διάθεση σας για οποιεσδήποτε πρόσθετες πληροφορίες.»
Ο ίδιος μάρτυρας παρουσίασε επίσης επιστολή ημερομηνίας 4.9.2014 που στάλθηκε από τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες προς τον Διοικητή της ΥΚΑΝ (Τεκμήριο 16) με θέμα «Συνταγογράφηση Ναρκωτικών Φαρμάκων». Η εν λόγω επιστολή είναι μεταγενέστερη των επίδικων δημοσιευμάτων. Σε αυτήν αναφέρονται τα εξής:
«Αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, θα ήθελα να σας ενημερώσω τα ακόλουθα:
Μετά από επιθεωρήσεις που διεξήχθησαν από τις 28/08/2013 μέχρι τις 29/09/2013, στο Φαρμακείο [ΠΑ] στη Λάρνακα, εντοπίστηκαν πληθώρα συνταγών του ναρκωτικού φαρμάκου «Oxycodone» των οποίων η ποσότητα, η συχνότητα καθώς και η συνταγογράφηση τους σε συγκεκριμένα άτομα δημιούργησαν εύλογες υποψίες για πιθανές παραβάσεις των περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Κανονισμών του 1979 και των περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμων του 1977 έως 2010, οι οποίοι διέπουν τη χορήγηση, πώληση, διακίνηση και χρήση των ναρκωτικών φαρμάκων.
Στη συνέχεια έγιναν επιπρόσθετοι έλεγχοι σε άλλα Φαρμακεία (Φαρμακείο [ΑΣ] στη Λευκωσία, [ΚΚ] στη Λάρνακα, [ΜΣ] στη Λάρνακα) που παρέχουν Ναρκωτικά Σκευάσματα και στις 30/01/2014, ξανά στο Φαρμακείο [ΠΑ] στη Λάρνακα.
Στις 4 Μαρτίου 2014, στάληκε επιστολή καταγγελίας προς τον Αρχηγό της Αστυνομίας.
Σε συνάντηση εκπροσώπων της Υ.ΚΑ.Ν. και των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών στις 15/7/2014 αποφασίστηκε όπως διεξαχθεί έρευνα ώστε να εντοπιστούν τα ονόματα των εθισμένων ατόμων που των ιατρών που εκδίδουν τις σχετικές συνταγές.
Διεξήχθησαν επιθεωρήσεις παγκύπρια και παρελήφθησαν οι συνταγές που εκτελέστηκαν κατά τη διάρκεια του 2014. Η συνταγή έχει ισχύ δεκατρείς εβδομάδες από την ημερομηνία που έχει εκδοθεί, βάση του κανονισμού 12 των περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Κανονισμού του 1979. Ως εκ τούτου δεν παραλήφθησαν οι συνταγές που δεν είχαν λήξει και ήταν ακόμα ενεργείς.»
Σημειώνω ότι στη δέσμη, Τεκμήριο 16, υπάρχει πίνακας που αναγράφει τις συνταγές που παραλήφθηκαν, το κόστος ανά δισκίου του φαρμάκου oxycontin, ονόματα οκτώ ιατρών που συνταγογράφησαν το εν λόγω φάρμακο (σύμφωνα με τα στοιχεία που εκεί καταγράφονται το 60% ή 331 συνταγές είχαν εκδοθεί από τον Ενάγοντα), τα ονόματα περί των 50 ασθενών που έλαβαν συνταγές για oxycontin και οι δόσεις που χορηγήθηκαν.
Στο τέλος του εγγράφου καταγράφονται τα εξής αναφορικά με συνταγές του Δρ. Βερεσιέ:
«Σχετικά με τις συνταγές του Δρ. Βερεσιέ:»
· Έκδοση συνταγών για τις οποίες η συχνότητα και οι ποσότητες που αναγράφονται προβληματίζουν τους επιθεωρητές των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών.
· Ο ασθενής μπορεί να έχει στην κατοχή του πολλές συνταγές στις οποίες δεν αναγράφεται ημερομηνία.
· Γίνεται αποστολή συνταγών με ταξί.
· Το ακριβό κόστος του φαρμάκου και η οικονομική κατάσταση των ασθενών αναγκάζουν τους φαρμακοποιούς να παρέχουν λίγα δισκία κάθε φορά (1 ή 2 δισκία πολλές φορές) με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται ο έλεγχος και οι καταχωρήσεις στο Βιβλίο Ναρκωτικών.
Οι επιθεωρητές ευλόγως έχουν προβληματιστεί για την ασφάλεια των πιο πάνω πρακτικών και την πρόσβαση των ασθενών σε αλόγιστές ποσότητες φαρμάκων, ιδιαίτερα αφού είναι γνωστό ότι τα άτομα αυτά είναι επιρρεπή στις καταχρήσεις.
Επίσης υπάρχουν υπόνοιες ότι συγκεκριμένα άτομα, στα οποία συνταγογραφείται Oxycontin, προβαίνουν σε παράνομη πώληση προς άλλα επιρρεπή άτομα.
Οι συνταγές είναι στην κατοχή μας και στη διάθεση σας.
Παρακαλούμε όπως άμεσα διερευνήσετε την υπόθεση και μας ενημερώσετε για τα αποτελέσματα της.»
Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΥ2 ανέφερε ότι η γραπτή δήλωση που κατέστη μέρος της κυρίως εξέτασης του είχε ετοιμαστεί από τους δικηγόρους των εναγόμενων κατόπιν συνάντησης στα γραφεία των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών και αφού επιθεωρήθηκαν όλοι οι σχετικοί φάκελοι.
Συμφώνησε με τη θέση του συνηγόρου του Ενάγοντα ότι η αλληλογραφία και η έρευνα που είχε διεξαχθεί τότε από το Τμήμα Επιθεώρησης των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών δεν αφορούσε τον Δρ. Βερεσιέ αλλά ενδεχόμενη αθέμιτη συνταγογράφηση. Σημείωσε ότι «έχει φαρμακεία που έχουν ναρκωτικά του 2ου και 4ου πίνακα του περί ναρκωτικών και αυτά τα φαρμακεία έχουν βιβλίο ναρκωτικών. Εκείνα τα φαρμακεία προσπαθούμε να τους ελέγχουμε κάθε χρόνο και ήταν σε επιθεώρηση ρουτίνας, αυτό βρήκαμε σε φαρμακεία στη Λάρνακα πολλές συνταγές για το φάρμακο το Oxycontin που ήταν του γιατρού του Βερεσιέ που είχαμε ανησυχίες για τη συνταγογράφηση, για την ποσότητα και για τη συχνότητα της συνταγογράφησης ασθενών. Γι΄ αυτό ελέγξαμε ούλλα τα φαρμακεία παγκύπρια, που είχαν το ναρκωτικό να τα ελέγξουμε, αν είχε πρόβλημα μόνο στη Λευκωσία ή παντού.»
Τα δικά του καθήκοντα αφορούσαν «ότι σχετίζεται με τα ναρκωτικά, εισαγωγές, εξαγωγές, επιθεωρήσεις φαρμακείων, κλινικών για τα ναρκωτικά.» Συμφώνησε ότι οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες ελέγχουν μόνο τη συνταγογράφηση και δεν είναι αρμόδιες να ελέγξουν ιατρούς ή ιατρικές πράξεις. Συμφώνησε επίσης ότι οι Φαρμακευτικές Υπηρεσίες δεν ήταν αρμόδιες και δεν είχαν τις γνώσεις να ελέγξουν και να αξιολογήσουν για τον κάθε ασθενή εάν έχει γίνει ορθή συνταγογράφηση του φαρμάκου Oxycontin. Σημείωσε ότι το φάρμακο Oxycontin είναι νόμιμο στην Δημοκρατία, κυκλοφορούσε ελεύθερα και συνταγογραφείτο από αρμόδιους ιατρούς. Δέχτηκε ότι ο Ενάγοντας ήταν αρμόδιος γιατρός να συνταγογραφήσει το εν λόγω φάρμακο. Πρόσθεσε όμως ότι οι αριθμοί των συνταγών και των χαπιών που αφορούσε η κάθε μια καθώς και το γεγονός ότι κάποιες συνταγές ήταν άνευ ημερομηνίας «έδωσεν μας πολλές υποψίες ο τρόπος συνταγογράφησης και γι΄αυτό παραπέμψαμε στην Αστυνομία να το διερευνήσει περαιτέρω.»
Ανέφερε ότι ήταν παρών στη συνάντηση που είχε γίνει στις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες με τον Διοικητή της ΥΚΑΝ στις 15.7.2014 (μετά τα επίδικα δημοσιεύματα) όταν αποφασίστηκε να διεξαχθεί η έρευνα που αναφέρεται στην αντίστοιχη επιστολή του Τεκμηρίου 14. Μέχρι εκείνο το σημείο, διευκρίνισε, ότι είχε γίνει μια γενικής φύσεως έρευνα από τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες στα βιβλία των φαρμακείων. Τότε δόθηκαν στοιχεία στην ΥΚΑΝ για περαιτέρω έρευνα, «Το ελέγξαμε όσο μπορούσαμε, δεν μπορούσαμε να ελέγξουμε πιο πολλά τζιαί μετά ήταν θέμα της Αστυνομίας να ελέγξει πιο πολλά.» Διευκρίνισε ότι δεν γνωρίζει τι έγινε μετά τις 15.7.2014.
Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι ο ίδιος ετοίμασε τον πίνακα που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 16 και ότι εκεί καταγράφει τη διαπίστωση του για ύπαρξη 331 συνταγών για Oxycontin που εκδόθηκαν από τον Ενάγοντα. Συμφώνησε ότι ο αριθμός των συνταγών ήταν 331 και όχι 1053 συνταγές όπως αναφέρεται στα επίδικα δημοσιεύματα.
Σημείωσε τέλος ότι δεν γνωρίζει πως ενημερώθηκε η εφημερίδα «Πολίτης» για όσα καταγράφονται στα επίδικα δημοσιεύματα.
Αυτή ήταν η μαρτυρία του ΜΥ1.
Προχωρώ στον τελευταίο μάρτυρα που ήταν ο Εναγόμενος 2, δημοσιογράφος και συντάκτης των επίδικων δημοσιευμάτων. Μεταξύ 2008 και 2019 εργαζόταν ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα «Πολίτης». Το 2019 τερμάτισε τη συνεργασία του με την εφημερίδα και από το 2021 εργάζεται ως λειτουργός τύπου στη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Αναφορικά με τα επίδικα δημοσιεύματα, ανέφερε ότι κατόπιν διασταυρωμένων πληροφοριών προχώρησε στα επίδικα δημοσιεύματα, Τεκμήρια 1 και 2, με τα οποία ενημέρωσε το αναγνωστικό κοινό για έρευνες για παράνομη διακίνηση ναρκωτικών φαρμάκων με εμπλοκή του Ενάγοντα.
Υποστήριξε ότι επειδή το ζήτημα αφορούσε θέματα υγείας, αυτό το καθιστούσε θέμα δημοσίου συμφέροντος και ο Ενάγων ήταν δημόσιο πρόσωπο. Το δε δημόσιο συμφέρον πρόκυπτε λόγω της επικινδυνότητας του συγκεκριμένου φαρμάκου και ένεκα της διερεύνησης της ΥΚΑΝ.
Σημείωσε ότι οι δικές του πληροφορίες για το ζήτημα προέρχονταν από την επιστολή Τεκμήριο 14 και τις συνημμένες σε αυτό επιστολές και σημειώματα, που είχαν περιέλθει στην κατοχή του από δημοσιογραφικές πηγές. Η θέση του είναι ότι το περιεχόμενο των επιστολών και εγγράφων του Τεκμηρίου 14 μεταφέρθηκε πιστά στα επίδικα δημοσιεύματα. Διαφωνεί ότι τα επίδικα δημοσιεύματα ενοχοποιούν τον Ενάγοντα για παράνομη διακίνηση ναρκωτικών. Είναι η θέση του πως τα δημοσιεύματα ενημερώνουν το αναγνωστικό κοινό ότι γίνεται διερεύνηση του θέματος από τις Αστυνομικές Αρχές.
Προσθέτει ότι η εφημερίδα δεν ενήργησε κακόπιστα και αυτό αποδεικνύεται από τη δημοσίευση επιστολής του δικηγόρου του Ενάγοντα στις 7.7.2014, Τεκμήριο 8.
Το Τεκμήριο 8 είναι δημοσίευμα στην σελίδα 11 της εφημερίδας Πολίτης ημερομηνίας 7.7.2014 όπου αναφέρονται τα εξής:
«Δημοσίευμα «Π» για Κυριάκο Βερεσιέ
Έχω οδηγίες από τον πελάτη μου, ιατρό ψυχίατρο Κυριάκο Βερεσιέ να αναφερθώ στο πιο πάνω θέμα (δημοσίευμα του «Π» υπό τον τίτλο «Έρευνα κατά Βερεσιέ», το Σάββατο) και με την παρούσα επιστολή να σας καλέσω όπως ανακαλέσετε αμέσως όλους τους ισχυρισμούς και υπονοούμενα της εφημερίδας σας που αναφέρονται στο πιο πάνω δημοσίευμα ότι ο πελάτης μου σχετίζεται με παράνομη διακίνηση ναρκωτικών ή και για χορήγηση υπερβολικών δόσεων φαρμάκων σε ασθενείς του, για να αποκομίζει ο ίδιος προσωπικό όφελος.
Λόγω της σοβαρότητας των δημοσιευμάτων της εφημερίδας εναντίον του πελάτη μου και ιδιαιτέρως γιατί το δημοσίευμα καταλογίζει σε αυτόν τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων, τον συμβούλεψα να καταγγείλει την υπόθεση στην αστυνομία, κι αυτό θα γίνει εντός της ημέρας.
Παρακαλώ όπως δημοσιεύσετε την επιστολή αυτή στην αυριανή έκδοση του «Πολίτη» και ότι ο πελάτης μου επιφυλάσσει όλα τα νόμιμα δικαιώματα του κατά παντός υπευθύνου για συκοφαντική δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία.»
Ο Εναγόμενος 2 σημείωσε ότι ενώ η εφημερίδα ήταν έτοιμη να δημοσιεύσει οποιαδήποτε δήλωση του Ενάγοντα, αυτός επέλεξε να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Αργότερα, ο ίδιος και η εφημερίδα δέχτηκαν απειλητικά τηλεφωνήματα από ασθενείς του Ενάγοντα. Στα πλαίσια δίκαιης παρουσίασης του θέματος η εφημερίδα δημοσίευσε επιστολή ασθενή του Ενάγοντα, Τεκμήριο 15.
Για διάφορα ζητήματα που αφορούσαν τη διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας, ο Εναγόμενος 2 απαντούσε ότι δεν θυμόταν ή δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει.
Ερωτήθηκε κατά πόσο πριν το πρώτο επίδικο δημοσίευμα επικοινώνησε με τον Ενάγοντα για να ζητήσει τη θέση του αναφορικά με το θέμα που θα δημοσιοποιούσε. Ο Εναγόμενος 2 απάντησε «δεν μπορώ να ανακαλέσω, είχα μια επικοινωνία μαζί του αλλά δεν μπορώ να ανακαλέσω πότε έγινε.» Ο συνήγορος του Ενάγοντα επέμενε σημειώνοντας ότι εάν είχε ζητήσει σχόλιο από τον Ενάγοντα πριν το δημοσίευμα τότε θα υπήρχε κάποια σχετική αναφορά στο ίδιο το δημοσίευμα. Ο Εναγόμενος 2 απάντησε ότι «το δημοσίευμα στηρίχθηκε πάνω σε τεκμήρια που βρήκα κατόπιν έρευνας κρατικά, δηλαδή ενός Υπουργείου. Εάν στον συλλογισμό τον δικό μου εάν αποκάλυπτα ότι διεξάγεται έρευνα εναντίον του θα μπορούσε να ήταν και, δηλαδή πριν τη δημοσίευση, ενδεχομένως να σκέφτηκα ότι εάν όντως μιλούσα θα απειλείτο η διεξαγόμενη έρευνα. Επαναλαμβάνω ότι μετά τη δημοσίευση τα τηλέφωνα μας τα προσωπικά, εργασίας και λοιπά, κτυπούσαν συνέχεια με απειλές.» Πρόσθεσε «ήταν η πρόθεση μου να παρουσιάσω τη θέση του Ενάγοντος. Την έχει καταγράψει η εφημερίδα, για τον διάλογο που είχε ο κύριος Χάσικος με τον τότε αρχισυντάκτη μου. Ήταν άμεση η απάντηση που λάβαμε και την δημοσιεύσαμε αμέσως. Έστειλεν μας κάτι ο κύριος Χάσικος ότι ήταν λίβελος.»
Ερωτήθηκε κατά πόσο στις 5.7.2014 που δημοσιεύτηκε το πρώτο και δεύτερο επίδικο άρθρο, διεξαγόταν ήδη έρευνα από τις αστυνομικές αρχές για ενδεχόμενα αδικήματα. Ο Εναγόμενος 2 απάντησε «ναι αφού είχαν ληφθεί καταθέσεις από λειτουργούς των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών. […] όταν συμμετέχει ανακριτής στη λήψη μιας κατάθεσης, η εντύπωση που αποκομίζω είναι ότι διεξάγεται μια ποινική έρευνα και αν δεν έχει διαταχθεί.» Επέμενε ότι κατά τις 5.7.2014 «διεξαγόταν έρευνα… είχαν ληφθεί καταθέσεις στο πλαίσιο των καταγγελιών που είχαν γίνει στην αστυνομία… Είχαν ληφθεί καταθέσεις από την αστυνομία.» Όταν ρωτήθηκε από ποια πρόσωπα είχαν ληφθεί καταθέσεις, απάντησε «είχαν ληφθεί καταθέσεις από την αστυνομία… Δεν μπορώ να ανακαλέσω, θυμούμαι ότι υπάρχει προσωπικό υπηρεσιακό, ναι.»
Ο Εναγόμενος 2 πρόσθεσε ότι πέραν του Τεκμηρίου 14 είχε στη διάθεση του και προφορικές μαρτυρίες που υποστήριζαν και επιβεβαίωναν το περιεχόμενο των επίδικων δημοσιευμάτων. Πρόσθεσε όμως ότι δεν ήταν σε θέση να τις αποκαλύψει λόγω δημοσιογραφικού απόρρητου.
Τέθηκε στον Εναγόμενο 2 ότι από το Τεκμήριο 14 δεν προκύπτει συμπέρασμα για παράνομη διακίνηση ναρκωτικών φαρμάκων και απάντησε ότι «στον τομέα επιθεώρησης φαρμακευτικών υπηρεσιών σημειώνεται και καταγράφονται εύλογες υποψίες και κακή χρήση του συγκεκριμένου φαρμάκου».
Ερωτήθηκε για την αναφορά σε ένα εκ των δημοσιευμάτων σε «μέγιστες ποσότητες δύο χαπιών των 80mg κάθε μέρα μόνο για τις πρώτες τρεις ημέρες της απεξάρτησης και έπειτα…». Ο Εναγόμενος 2 απάντησε ότι δεν μπορεί να απαντήσει ποια ήταν η πηγή των πληροφοριών του για λόγους δημοσιογραφικού απόρρητου. Αργότερα απάντησε ότι «είχα μιλήσει με ασθενείς που ήταν σε προγράμματα που έπιαναν οξυκοτίνη. Η εικόνα που έχω για τις ποσότητες των φαρμάκων ήταν επειδή είχα μιλήσει με ασθενείς, αλλά παρά ταύτα δεν είμαι γιατρός.»
Τέθηκε στον Εναγόμενο 2 ότι στο Τεκμήριο 14 υπάρχει αναφορά σε 19 ιατρούς που συνταγογραφούσαν φάρμακα αλλά αυτός στοχοποίησε μόνο τον Ενάγοντα με σκοπό να τον βλάψει. Ο Εναγόμενος 2 αρνήθηκε. Υποστήριξε ότι έκανε άλλες δημοσιεύσεις για τους υπόλοιπους ιατρούς.
Όταν ερωτήθηκε για την αναφορά στα δημοσιεύματα σε 1053 συνταγές, ο Εναγόμενος 2 ανέφερε ότι είχε προσθέσει αριθμούς συνταγών που καταγράφονται σε πίνακα του Τεκμηρίου 14.
Πρόσθεσε ο Εναγόμενος 2 ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο ο Ενάγων χορηγούσε το εν λόγω φάρμακο στα πλαίσια προγράμματος απεξάρτησης ή αποτοξίνωσης. Δεν έκανε τέτοια διάκριση.
Αρνήθηκε ότι είχε πρόθεση να εκθέσει τον Ενάγοντα και σημείωσε ότι: «πρώτη φορά τον αντικρίζω σήμερα στη ζωή μου, το μόνο που γνωρίζω είναι η δημόσια δράση του που διαμορφώνει πολιτικές περί ναρκωτικών και έτυχε να ασχοληθώ με τούτο το θέμα προ δεκαετίας που αφορά σε μια συγκεκριμένη καταγγελία εναντίον του μιας υπηρεσίας. Για υπερβολικές ενδεχόμενες και αθέμιτες συνταγογραφήσεις, αυτό. Δεν έχω τίποτα προσωπικό εναντίον του και θέλω να είμαι πάρα πολλά έντονος σε τούτο το σημείο. Τίποτε προσωπικό, δεν γνωρίζω τον άνθρωπο.»
Αυτή ήταν, συνοπτικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε στα πλαίσια της δίκης.
3. Αξιολόγηση. Κατά τη διάρκεια της δίκης παρακολούθησα τους μάρτυρες που κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Έχω επίσης εξετάσει το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια.
Αναφορικά με τα διάφορα τεκμήρια, θεωρώ ότι οι διάφορες επιστολές και έγγραφα έχουν συνταχθεί με αυτό το περιεχόμενο από τα πρόσωπα που φαίνονται σε έκαστο εξ αυτών ως συντάκτες και αποστάλθηκαν στους φερόμενους παραλήπτες. Η αξιολόγηση του περιεχόμενου και η αποδεικτική τους αξία, γίνεται κατωτέρω.
Σε σχέση με τη δια ζώσης μαρτυρία, εξέτασα το περιεχόμενο της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα, την ποιότητα και πειστικότητα των θέσεων του, την εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας τους. Εξέτασα τις αναφορές των μαρτύρων για γεγονότα και σε αντιπαραβολή με το περιεχόμενο των τεκμηρίων.
Ξεκινώντας από τον Ενάγοντα, θεωρώ ότι ήταν ειλικρινής στον τρόπο που περιέγραψε τις επιπτώσεις στον ίδιο και την οικογένεια του από τα επίδικα δημοσιεύματα. Η συναισθηματική φόρτιση που χαρακτήριζε τη μαρτυρία του, θεωρώ ότι ήταν εύλογη.
Στην περιγραφή της επαγγελματικής του πορείας ήταν πειστικός και σταθερός. Όσα ανέφερε σχετικά με την επαγγελματική του κατάρτιση και την δράση του σε σχέση με την απεξάρτηση από τα ναρκωτικά, δεν αμφισβητήθηκαν ούτε αντικρούστηκαν με άλλη μαρτυρία.
Οι εξηγήσεις που έδωσε αναφορικά με τη φύση της εξάρτησης από ηρωίνη, τη χρήση της oxycontin από εθισμένους, τη διαδικασία απεξάρτησης, τη συνταγογράφηση και μεθοδολογία που ακολουθούσε, επίσης κρίνονται πειστικά και στέκουν στη βάσανο της λογικής. Ούτε αυτές οι αναφορές αμφισβητήθηκαν ή αντικρούστηκαν με άλλη μαρτυρία.
Γενικότερα, δεν διαπίστωσα στη μαρτυρία του εγγενείς αδυναμίες ή ενδείξεις αναλήθειας. Κρίνω επομένως ότι ήταν μάρτυρας αξιόπιστος και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Συγκεκριμένα, αποδέχομαι τα γεγονότα για τα οποία κατέθεσε. Στα σημεία της μαρτυρίας του όπου εκφράζει απόψεις (άλλες από ιατρικές απόψεις), ερμηνεύει προθέσεις, σχολιάζει έγγραφα ή ενέργειες άλλων προσώπων, αυτά δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο που θα διαμορφώσει τη δική του κρίση και ευρήματα.
Προχωρώ στον ΜΥ1. Η εμπλοκή του με τα γεγονότα ήταν περιορισμένη. Εξήγησε ότι ήταν μέρος της ομάδας επιθεώρησης των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών που διενήργησαν τους ελέγχους ρουτίνας που οδήγησαν τελικά στα επίδικα δημοσιεύματα. Εξήγησε ότι ήταν παρών στη συνάντηση που είχε γίνει στις 15.7.2014, μετά τα επίδικα δημοσιεύματα, μεταξύ εκπροσώπων των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών και της ΥΚΑΝ. Εξήγησε επίσης πως ετοιμάστηκαν οι πίνακες με τα στοιχεία που είχαν εντοπιστεί από τους ελέγχους που έγιναν. Ήταν σαφής αναφορικά με τις αρμοδιότητες των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών και τις ενέργειες που είχαν γίνει από τον ίδιο και τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες τόσο πριν όσο και μετά τα επίδικα δημοσιεύματα.
Δεν έχω διαπιστώσει λόγο να αμφιβάλλω για την αλήθεια των πιο πάνω, που δεν αντικρούστηκαν εξ άλλου με αντίθετη μαρτυρία ως προς τα γεγονότα.
Σημειώνω ότι στα σημεία της μαρτυρίας του όπου ο ΜΥ1 εκφράζει απόψεις, που διατυπώνει συμπεράσματα ή θέσεις που δεν εμπίπτουν στις αρμοδιότητες ή τη σφαίρα των γνώσεων του, αυτά δεν δεσμεύουν το Δικαστήριο.
Προχωρώ στον Εναγόμενο 2. Φάνηκε από τον τρόπο που απαντούσε ερωτήσεις ειδικά στα αρχικά στάδια της αντεξέτασης ότι δεν είχε διάθεση να συνεργαστεί ή να «προσφέρει» πληροφορίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η άρνηση του να απαντήσει ερωτήσεις σε σχέση με τη λειτουργία και την προσβασιμότητα της ιστοσελίδας «Politis Online». Ακόμα όμως και σε αυτά τα σημεία, θεωρώ ότι η διστακτικότητα του δεν εξισώνεται με ανειλικρίνεια.
Επί της ουσίας, αναφέρθηκε και εξήγησε τα δεδομένα στα οποία στηρίχθηκε για τη σύνταξη των επίδικων δημοσιευμάτων, αναφέρθηκε στις πηγές των πληροφοριών του. Δέχομαι τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε. Όμως, όπως και με τους υπόλοιπους μάρτυρες, οι απόψεις και συμπεράσματα που εξέφρασε δεν δεσμεύουν.
4. Ευρήματα. Τα παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, όπως τα έχω παραθέσει πιο πάνω, είναι δεδομένα και δεν θα τα επαναλάβω.
Επίσης, δέχομαι ως δεδομένο ότι οι επιστολές και τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια, συντάχθηκαν και ανταλλάχθηκαν ως αναγράφεται σε αυτά. Νοείται ότι η αλήθεια του περιεχομένου δεν είναι δεδομένη.
Πέραν αυτών, στη βάση της αξιολόγησης, συνιστούν ευρήματα τα ακόλουθα:
(α) Η επαγγελματική πορεία καθώς και η δράση του Ενάγοντα στην τομέα της απεξάρτησης από ναρκωτικές ουσίες είναι ως τα περιέγραψε στη μαρτυρία του και έχω παραθέσει συνοπτικά πιο πάνω.
(β) Η συνεργασία του Ενάγοντα με εκπαιδευτικά ιδρύματα ήταν και είναι ως την έχει περιγράψει στη μαρτυρία του. Συγκεκριμένα, αναφορικά με το Cyprus College (νυν Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο) δέχομαι ότι είχε συναφθεί μεταξύ τους η συμφωνία εργοδότησης ημερομηνίας 29.2.2008 και ότι έκτοτε λάμβανε το μισθό που περιέγραψε. Δέχομαι ότι η συνεργασία τερματίστηκε με την επιστολή Τεκμήριο 9 με το περιεχόμενο που έχω περιγράψει πιο πάνω.
(γ) Ο Ενάγων ενημερώθηκε για τα επίδικα δημοσιεύματα κατά τον τρόπο που περιέγραψε, δεν του δόθηκε ειδοποίηση πριν τη δημοσίευση τους και δεν του δόθηκε εκ των προτέρων η ευκαιρία να τοποθετηθεί. Μεταγενέστερη ευκαιρία αντιμετωπίστηκε όπως ο ίδιος περιέγραψε και όπως περιέγραψε ο Εναγόμενος 2.
(δ) Ο Ενάγων αντιμετώπισε τις δύο ποινικές υποθέσεις που περιέγραψε, με τα αδικήματα που ανέφερε και το αποτέλεσμα αυτών ήταν όπως αναγράφεται στα αντίγραφα των δικαστικών αποφάσεων που παρουσίασε, Τεκμήρια 5 και 6.
(ε) Ο ΜΥ2 ήταν κατά τον επίδικο χρόνο λειτουργός των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών, με τις αρμοδιότητες που έχει περιγράψει. Προέβη στις ενέργειες που ανέφερε στα πλαίσια της μαρτυρίας του. Παραπέμπω στη συνοπτική αναφορά στη μαρτυρία του πιο πάνω.
(στ) Ο Εναγόμενος 2 προέβη στις ενέργειες που περιέγραψε στα πλαίσια της μαρτυρίας του.
Διευκρινίζω ότι τα πιο πάνω ευρήματα συνιστούν θετικές διαπιστώσεις ως προς γεγονότα στις οποίες η μαρτυρία μου επιτρέπει να καταλήξω. Δεν επεκτείνομαι στη διατύπωση συμπερασμάτων για ζητήματα για τα οποία η ποιότητα της μαρτυρίας δεν επιτρέπει θετική διαπίστωση. Κάποια από αυτά αναλύονται πιο κάτω, στην επόμενη ενότητα της απόφασης μου.
5. Ανάλυση. Στη βάση των πιο πάνω, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η μαρτυρία και τα ευρήματα στοιχειοθετούν τη βάση αγωγής που επικαλείται ο Ενάγοντας και τις αξιώσεις που εγείρει.
Δυσφήμιση. Το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης κωδικοποιείται στο άρθρο 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 οι σχετικές πρόνοιες του οποίου προβλέπουν τα εξής:
«17.-(1) Η δυσφήμηση συvίσταται στη δημoσίευση από oπoιoδήπoτε πρόσωπo με έvτυπo, γραπτό, ζωγραφιά, oμoίωμα, χειρovoμίες, λόγια ή άλλoυς ήχoυς, ή με κάθε άλλo μέσo oπoιασδήπoτε φύσης, περιλαμβαvόμεvης και της εκπoμπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημoσιεύματoς τo oπoίo-
(α) απoδίδει σε άλλo πρόσωπo έγκλημα͘ ή
(β) απoδίδει σε άλλo πρόσωπo αvάρμoστη συμπεριφoρά σε δημόσια θέση͘ ή
(γ) εκ φύσεως τείvει στo vα βλάψει ή vα επηρεάσει με δυσμέvεια τηv υπόληψη άλλoυ πρoσώπoυ στo επάγγελμα, επιτήδευμα, τηv εργασία, απασχόληση, ή τη θέση τoυ͘ ή
(δ) εvδέχεται vα εκθέσει άλλo πρόσωπo σε γεvικό μίσoς, περιφρόvηση ή χλεύη͘ ή
(ε) εvδέχεται vα πρoκαλέσει τηv απoστρoφή ή απoφυγή oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ από άλλoυς.
Για τoυς σκoπoύς τoυ εδαφίoυ αυτoύ "έγκλημα" σημαίvει πoιvικό αδίκημα ή άλλη αξιόπoιvη πράξη βάσει oπoιoυδήπoτε voμoθετήματoς πoυ ισχύει στη Δημoκρατία, καθώς και πράξη πoυ τελέστηκε oπoυδήπoτε η oπoία, αv τελείτo στη Δημoκρατία, θα ήταv αξιόπoιvη σε αυτή.
(2) Η ευθύvη τηv oπoία υπέχει τo πρόσωπo για δυσφημηστική δήλωση δεv είvαι μικρότερη για μόvo τo λόγo ότι-
(α) πρoβαίvει σε αυτή υπό μoρφή επαvάληψης ή φημoλoγίας (hearsay)͘ ή
(β) αvαφέρει έγκαιρα ή μεταγεvέστερα τηv πηγή στηv oπoία στηρίζεται η δήλωση πoυ έγιvε͘ ή
(γ) τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τωv άρθρωv 19, 20 και 21, πιστεύει τη δήλωση ως αληθιvή͘ ή
(δ) δεv σκόπευε στηv πραγματικότητα vα πρoβεί σε αυτή ή vα δημoσιεύσει αυτή για τov εvάγovτα και ότι αφoρoύσε αυτόv͘ ή
(ε) τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 22, αγvooύσε τηv ύπαρξη τoυ εvάγovτα.
Νoείται ότι τo Δικαστήριo δύvαται vα λάβει υπόψη αυτές ή παρόμoιες περιστάσεις κατά τηv επιδίκαση απoζημίωσης.
(3) […]
(4) Δυσφήμηση διαπράττεται και αv ακόμη τo δυσφημηστικό της vόημα δεv εκφράζεται ευθέως ή πλήρως͘ αρκεί αv τo vόημα αυτό, και η αvαφoρά τoυ σε αυτό πoυ φέρεται ότι είvαι δυσφημoύμεvo δύvαvται vα συvαχθoύv είτε από αυτή τηv ίδια τηv δυσφημιστική δήλωση είτε από εξωτερικές περιστάσεις, είτε μερικά από τo έvα και μερικά από τo άλλo.»
Η δημοσίευση των επίδικων δημοσιευμάτων κατά τα προβλεπόμενα του άρθρου 18 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, από την Εναγόμενη 1 ως εκδότη και τον Εναγόμενο 2 ως συντάκτη, είναι δεδομένη. Τα επίδικα δημοσιεύματα περιλαμβάνονταν στις εκδόσεις της παγκυπρίου κυκλοφορίας εφημερίδας «Πολίτης» (που στις 5.7.2014 είχε πωλήσεις πέραν των 5.500 αντίτυπων)[1]. Είχαν επίσης δημοσιευτεί στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας στην οποία είχε πρόσβαση το ευρύ κοινό.
Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να αποφασιστεί είναι η ορθή ερμηνεία των επίδικων δημοσιευμάτων. Το επόμενο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι εάν η ερμηνεία του κειμένου είναι δυσφημιστική για τον Ενάγοντα. Τα δύο αυτά ζητήματα είναι αλληλένδετα και πολλές φορές αντιμετωπίζονται μαζί στη νομολογία.
Όπως αναφέρθηκε στο γνωστό απόσπασμα από την υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος ν Δώρος Γεωργιάδης (2011) 1 ΑΑΔ 407:
«Το κριτήριο αν ένα δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος προς τον οποίο απευθύνεται το κείμενο θα μπορούσε να το αντιληφθεί κατά δυσφημιστικό τρόπο και όχι να αποδώσει απλώς ο ίδιος ο ενάγων ένα δυσφημιστικό νόημα στο δημοσίευμα, θεωρώντας τον εαυτό του θιγμένο ενώ το κείμενο μπορεί να είναι δεκτικό και άλλων αθώων ερμηνειών. Κατά την εξέταση του κειμένου, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την ετυμολογία συγκεκριμένων λέξεων αλλά εξετάζει το κείμενο στην ολότητα του με αναφορά στον χρόνο και τον τόπο του δημοσιεύματος αλλά και την κρατούσα κοινή γνώμη για το θέμα.»
Συνάγεται ότι κατά πόσο το δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, εξαρτάται από τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων και φράσεων που το συναποτελούν και που θα απέδιδε σε αυτές ο μέσος λογικός άνθρωπος. Το κείμενο δεν εξετάζεται αποσπασματικά αλλά στην ολότητα του[2].
Έχω παραθέσει στην αρχή της απόφασης μου αυτούσιο το κείμενο των τριών επίδικων δημοσιευμάτων. Το κάθε ένα από αυτά έχει την αυτοτέλεια του και πρέπει να εξεταστεί ξεχωριστά. Όμως οι αρχές υπό τις οποίες θα εξεταστούν και τα τρία είναι κοινές. Κοινός είναι επίσης ο τρόπος με τον οποίο το περιεχόμενο προσεγγίζεται ώστε να διαπιστωθεί η ερμηνεία που αποδίδεται από τον μέσο λογικό αναγνώστη.
Στην σχετικά πρόσφατη Αγγλική απόφαση Koutsogiannis v Random House Group Ltd [2019] EWHC 48 (QB), ο δικαστής Nicκlin J, συνοψίζει τις αρχές ως εξής, στις παραγράφους 11 και 12 της απόφασης του:
12. The following key principles can be distilled from the authorities: see e.g. Slim -v- Daily Telegraph Ltd 175F; Charleston -v- News Group Newspapers Ltd [1995] 2 AC 65, 70; Gillick -v- Brook Advisory Centres [2002] EWCA Civ 1263 [7]; Charman -v- Orion Publishing Co Ltd [2005] EWHC 2187 (QB) [8]-[13]; Jeynes -v- News Magazines Ltd & Anor [2008] EWCA Civ 130 [14]; Doyle -v- Smith [2018] EWHC 2935 [54]-[56]; Lord McAlpine of West Green -v- Bercow [2013] EWHC 1342 (QB) [66]; Simpson -v- MGN Ltd [2016] EMLR 26 [15]; Bukovsky -v- Crown Prosecution Service [2017] EWCA 1529 [2018] 1 WLR 18; Brown -v- Bower [2017] 4 WLR 197 [10]-[16] and Sube -v- News Group Newspapers Ltd [2018] EWHC 1234 (QB) [20]:
i) The governing principle is reasonableness.
ii) The intention of the publisher is irrelevant.
iii) The hypothetical reasonable reader is not na?ve but he is not unduly suspicious. He can read between the lines. He can read in an implication more readily than a lawyer and may indulge in a certain amount of loose thinking but he must be treated as being a man who is not avid for scandal and someone who does not, and should not, select one bad meaning where other non-defamatory meanings are available. A reader who always adopts a bad meaning where a less serious or non-defamatory meaning is available is not reasonable: s/he is avid for scandal. But always to adopt the less derogatory meaning would also be unreasonable: it would be na?ve.
iv) Over-elaborate analysis should be avoided and the court should certainly not take a too literal approach to the task.
v) Consequently, a judge providing written reasons for conclusions on meaning should not fall into the trap of conducting too detailed an analysis of the various passages relied on by the respective parties.
vi) Any meaning that emerges as the produce of some strained, or forced, or utterly unreasonable interpretation should be rejected.
vii) It follows that it is not enough to say that by some person or another the words might be understood in a defamatory sense.
viii) The publication must be read as a whole, and any 'bane and antidote' taken together. Sometimes, the context will clothe the words in a more serious defamatory meaning (for example the classic "rogues' gallery" case). In other cases, the context will weaken (even extinguish altogether) the defamatory meaning that the words would bear if they were read in isolation (e.g. bane and antidote cases).
ix) In order to determine the natural and ordinary meaning of the statement of which the claimant complains, it is necessary to take into account the context in which it appeared and the mode of publication.
x) No evidence, beyond publication complained of, is admissible in determining the natural and ordinary meaning.
xi) The hypothetical reader is taken to be representative of those who would read the publication in question. The court can take judicial notice of facts which are common knowledge, but should beware of reliance on impressionistic assessments of the characteristics of a publication's readership.
xii) Judges should have regard to the impression the article has made upon them themselves in considering what impact it would have made on the hypothetical reasonable reader.
xiii) In determining the single meaning, the court is free to choose the correct meaning; it is not bound by the meanings advanced by the parties (save that it cannot find a meaning that is more injurious than the claimant's pleaded meaning).»
Όπου αναφορές σε ένα δημοσίευμα μπορεί να συνιστούν εξ ακοής μαρτυρία ή συνιστούν επανάληψη αναφορών που προέρχονται από άλλη πηγή, αυτές πρέπει να ερμηνεύονται με αναφορά στους υποκείμενους ισχυρισμούς ως προς τα γεγονότα. Στην προκείμενη περίπτωση, ο Εναγόμενος 2 ανέφερε ότι η πηγή της πληροφόρησης του ήταν η επιστολή Τεκμήριο 14 των Φαρμακευτικών Υπηρεσιών η οποία είχε περιέλθει στην κατοχή του. Εάν διαπιστωθεί ότι τα επίδικα δημοσιεύματα είναι δυσφημιστικά, δεν μειώνεται η ευθύνη των Εναγόμενων έστω και αν τα δημοσιεύματα συνιστούν μεταφορά του περιεχόμενου του Τεκμηρίου (ή μεταφορά της αντίληψης του συντάκτη για το περιεχόμενο). Αυτό καθορίζεται ρητά στο άρθρο 17(2) του Κεφ. 148.
Στην Αγγλία, ο αντίστοιχος κανόνας του κοινοδικαίου, ονομάστηκε «repetition rule» και στην υπόθεση Lewis –v- Daily Telegraph [1964] AC 234 επεξηγήθηκε ως εξής από τον Lord Devlin, στη σελίδα 283 της απόφασης:
«… you cannot escape liability for defamation by putting the libel behind a prefix such as 'I have been told that…' or 'It is rumoured that…' and then asserting that it was true that you had been told or that it was in fact being rumoured. You have… to prove that the subject-matter of the rumour was true…. A rumour that a man is suspected of fraud is different from one that he is guilty of it. For the purpose of the law of libel a hearsay statement is the same as a direct statement, and that is all there is to it."»
Αργότερα, στη σελίδα 285 της ίδιας απόφασης, ο Lord Devlin αναφέρει τα ακόλουθα:
«It is not therefore, correct to say as a matter of law that a statement of suspicion imputes guilt. It can be said as a matter of practice that it very often does so, because although suspicion of guilt is something different from proof of guilt, it is the broad impression conveyed by the libel that has to be considered and not the meaning of each word under analysis. A man who wants to talk at large about smoke may have to pick his words very carefully if he wants to exclude the suggestion that there is also a fire; but it can be done. One always gets back to the fundamental question: what is the meaning that the words convey to the ordinary man: you cannot make a rule about that.»
Σημειώνω επίσης ότι στα επίδικα δημοσιεύματα υπάρχουν αναφορές που συνιστούν δηλώσεις γεγονότων (statements as to facts) και αναφορές που συνιστούν έκφραση γνώμης ή άποψης του συντάκτη. Αυτό ισχύει ειδικά στην περίπτωση του τρίτου επίδικου δημοσιεύματος. Η διαφορά μεταξύ των δύο αναγνωρίζεται στη νομολογία και λαμβάνεται υπόψη στην ερμηνεία του κειμένου. Όπως επεξηγήθηκε στην Αγγλική υπόθεση Clarke v Guardian News & Media Ltd [2023] EWHC 2734 (KB):
«The determination of the meaning of a publication also involves assessing whether the words in question convey fact or opinion. The principles are summarised by Nicklin J in Koutsogiannis at [16] - [17]. The ultimate question is the impact on the hypothetical reasonable reader (Koutsogiannis at [16(iii)]), in other words whether the hypothetical reasonable reader would understand the passage in question, read in context, as conveying fact or opinion. Determining whether words express an opinion, or asserted fact, is part and parcel of determining the meaning. The court should not therefore determine these two issues separately in "too linear or compartmentalised a fashion": Haji-Ioannou v Telegraph Media Group Ltd [2020] EWHC 2922 (QB) per Collins Rice J at [13] (and the authorities there cited)».
Επανέρχομαι στην προκείμενη περίπτωση και σημειώνω ότι έχω εξετάσει τις θέσεις των δύο πλευρών ως προς την ορθή ερμηνεία των επίδικων δημοσιευμάτων.
Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω, κατά την κρίση μου, η ερμηνεία των δημοσιευμάτων είναι η ακόλουθη:
Ξεκινώ με το πρώτο δημοσίευμα. Με βάση τις πιο πάνω αρχές και παραμέτρους, το νόημα του κειμένου είναι ότι ο Ενάγων εμπλέκεται σε υπόθεση παράνομης διακίνησης ναρκωτικών που διερευνά η ΥΚΑΝ. Βοήθησε πέντε εθισμένα πρόσωπα να έχουν πρόσβαση σε ναρκωτικά, συνταγογραφώντας τους, παράνομα, υπερβολικές ποσότητες ναρκωτικού οπιοειδούς φαρμάκου.
Προχωρώ στο δεύτερο δημοσίευμα. Και πάλιν με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές και παραμέτρους κρίνω ότι το νόημα του κειμένου είναι ότι ο Ενάγων παράνομα εξέδωσε πέραν των χίλιων συνταγών σε πέντε ναρκομανείς και τους έδωσε πρόσβαση σε δεκάδες χιλιάδες χάπια ναρκωτικού φαρμάκου που είναι υποκατάστατο της ηρωίνης. Οι ποσότητες είναι τεράστιες. Ο Ενάγων εμπλέκεται σε παράνομη εμπορία του συγκεκριμένου ναρκωτικού φαρμάκου, μάλιστα μια εκ των πέντε εθισμένων εμπλέκεται με διακίνηση και προμήθεια ναρκωτικών. Η ορθή δοσολογία του εν λόγω φαρμάκου για σκοπούς απεξάρτησης είναι ελάχιστη σε σύγκριση με την υπερβολική δόση που συνταγογραφεί ο Ενάγων. Ο Ενάγων εμπλέκεται στην παράνομη διακίνηση ναρκωτικού για προσωπικό κέρδος αφού η εμπορία του εν λόγω φαρμάκου μπορεί να αποφέρει εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ κέρδος. Από το φάρμακο αυτό την ίδια χρονική περίοδο πέθαναν τρία άτομα. Ο Ενάγων ενεργεί με τρόπο επικίνδυνο για το ευρύ κοινό και τους ασθενείς του.
Παραμένει το τρίτο δημοσίευμα, το οποίο περιλαμβάνει κατά κύριο λόγο σχόλια και απόψεις. Θεωρώ ότι το νόημα του είναι πως ο Ενάγων είναι υποκριτής. Ενώ παρουσιάζει τον εαυτό του ως υπέρμαχο της απεξάρτησης από τα ναρκωτικά και συμβουλεύει αρμόδιους φορείς για τη διαμόρφωση της πολιτικής του κράτους για την καταπολέμηση των ναρκωτικών, εντούτοις εμπλέκεται στην εμπορία και παράνομη διακίνηση ναρκωτικών για προσωπικό κέρδος. Ενεργεί ανέλεγκτα και είναι επικίνδυνος. Το ναρκωτικό που διακινεί έχει σκοτώσει τρία άτομα. Υποκριτική είναι και η στάση των αρμόδιων, του Υπουργείου Υγείας, του ΚΕΝΘΕΑ, της Αγίας Σκέπης, του Παγκύπριου Ιατρικού Συλλόγου που καλύπτουν, ουσιαστικά, τις παρανομίες του Ενάγοντα και δεν τον έχουν καταδικάσει.
Αυτή είναι, κατά την κρίση μου, η ορθή ερμηνεία των επίδικων δημοσιευμάτων.
Όπως ανέφερα πιο πάνω, το επόμενο ζήτημα που πρέπει να αποφασιστεί είναι εάν η πιο πάνω ερμηνεία είναι δυσφημιστική.
Παρότι στην Κύπρο, το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης έχει κωδικοποιηθεί, η Αγγλική νομολογία παραμένει σχετική γιατί οι αρχές είναι αντίστοιχες. Για το λόγο αυτό, το ακόλουθο απόσπασμα από την Αγγλική υπόθεση Monroe v Hopkins [2017] EMLR 16 [50]-[51], του Warby J είναι καθοδηγητικό ως προς την ορθή προσέγγιση:
«… a statement … is only defamatory if it… would lower a person in the estimation of 'right-thinking people generally'. This old phrase is of course about people who think correctly, and it refers to common standards. It also covers left-thinking people, and those in the middle. In a diverse society, there are many views of which some people approve and some disapprove. The demands of pluralism in a democratic society make it important to allow room for differing views to be expressed, without fear of paying damages for defamation. Hence, a statement is not defamatory if it would only tend to have an adverse effect on the attitudes to the claimant of a certain section of society. The classic example, though far from this case, is a statement that someone is a 'grass' who informs on criminals. That is not defamatory because informing on criminals is generally considered to be a good thing. The Judge's task [when determining whether a statement is defamatory] is not to impose his or her own views. It can be put this way: to determine whether the behaviour or views that the offending statement attributes to the claimant are contrary to common, shared values of our society. This again is a matter for judgment, not a matter for opinion polls or other evidence. It can be difficult. But one test is whether the conduct or view in question is illegal, or by the standards of society as a whole, immoral.»
Στην προκείμενη περίπτωση, κρίνω ότι τα επίδικα δημοσιεύματα, είναι δυσφημιστικά για τον Ενάγοντα. Η ερμηνεία τους δεν αφήνει περιθώριο για άλλη κατάληξη.
Η παράνομη εμπορία και διακίνηση ναρκωτικών συνιστούν ποινικά αδικήματα (άρθρο 17(1)(α) του Κεφ. 148). Η κοινωνία αντιμετωπίζει με αποστροφή, χλεύη, εχθρότητα και περιφρόνηση τους εμπόρους ναρκωτικών (άρθρο 17(1)(δ), Κεφ. 148). Αυτή η αντίδραση είναι πιο έντονη σε περιπτώσεις ιατρού που εκθέτει σε κίνδυνο ασθενείς (άρθρο 17(1)(γ) και (ε), Κεφ. 148). Το γεγονός ότι ο Ενάγων είχε ενεργή δράση στην κοινωνία και σε διάφορους οργανισμούς σε σχέση με την καταπολέμηση των ναρκωτικών και την απεξάρτηση καθιστά τη συμπεριφορά που του αποδίδεται ακόμα πιο επονείδιστη, ανάρμοστη και κατακριτέα (άρθρο 17(1)(β), Κεφ. 148).
Συνεπώς, καταλήγω ότι τα δεδομένα στοιχειοθετούν το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης.
Ειδικές υπερασπίσεις. Η πλευρά των Εναγόμενων ισχυρίστηκε ότι, στην περίπτωση που τα επίδικα δημοσιεύματα κριθούν δυσφημιστικά, διαθέτει ικανές υπερασπίσεις. Συγκεκριμένα, είναι η θέση τους ότι τα επίδικα δημοσιεύματα είναι αληθινά, καλύπτονται από προνόμιο υπό επιφύλαξη και συνιστούν έντιμο σχόλιο επί ζητήματος δημοσίου συμφέροντος που έγινε καλόπιστα.
Οι ειδικές αυτές υπερασπίσεις, που εκπηγάζουν από το κοινοδίκαιο, κωδικοποιήθηκαν στο άρθρο 19(α)-(γ) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 που προβλέπει τα εξής:
«Σε αγωγή για δυσφήμηση απoτελεί υπεράσπιση-
(α) ότι τo δημoσίευμα για τo oπoίo έγιvε η αγωγή ήταv αληθές:
Νoείται ότι, όταv τo δυσφημηστικό δημoσίευμα περιέχει δυo ή περισσότερες ξεχωριστές κατηγoρίες κατά τoυ εvάγovτα, υπεράσπιση βάσει της παραγράφoυ αυτής δεv καταρρίπτεται για μόvo τo λόγo ότι δεv απoδεικvύεται τo αληθές κάθε μιας κατηγoρίας, αv τo μέρoς τoυ δημoσιεύματoς πoυ δεv απoδείχτηκε ως αληθές δεv βλάπτει oυσιωδώς τηv υπόληψη τoυ εvάγovτα, αφoύ ληφθεί υπόψη τo αληθές τωv υπόλoιπωv κατηγoριώv͘.
(β) ότι τo δημoσίευμα για τo oπoίo έγιvε η αγωγή ήταv έvτιμo σχόλιo για θέμα δημoσίoυ συμφέρovτoς:
Νoείται ότι όταv τo δυσφημηστικό δημoσίευμα συvίσταται εv μέρει στov ισχυρισμό γεγovότωv και εv μέρει στηv έκφραση γvώμης, υπεράσπιση έvτιμoυ σχoλίoυ δεv καταρρίπτεται για μόvo τo λόγo ότι δεv απoδεικvύεται τo αληθές κάθε ισχυρισμoύ γεγovότoς, αv η έκφραση γvώμης απoτελεί έvτιμo σχόλιo αφoύ ληφθoύv υπόψη αυτά τα oπoία ισχυρίζovται ή αvαφέρovται στo δυσφημηστικό δημoσίευμα για τo oπoίo έγιvε η αγωγή τα oπoία απoδεικvύovται:
Νoείται περαιτέρω ότι η βάσει της παράγραφoυ αυτής υπεράσπιση δεv επιτυγχάvει αv o εvάγωv απoδείξει ότι η δημoσίευση δεv έγιvε καλή τη πίστει εvτός της έvvoιας τoυ εδαφίoυ (2) τoυ άρθρoυ 21 τoυ Νόμoυ αυτoύ.
(γ) ότι η δημoσίευση τoυ δυσφημηστικoύ δημoσιεύματoς ήταv πρovoμιoύχα δυvάμει τωv άρθρωv 20 και 21͘…»
Προχωρώ επομένως να εξετάσω διαδοχικά τις υπερασπίσεις που προβάλλονται.
(α) Ξεκινώ από την υπεράσπιση της αλήθειας.
Το βάρος για την απόδειξη της αλήθειας των επίδικων δημοσιευμάτων βρίσκεται στους ώμους των Εναγόμενων.
Στη βάση τόσο των ευρημάτων σε σχέση με τα γεγονότα, αλλά και της απουσίας ευρημάτων για ουσιαστικά στοιχεία των επίδικων δημοσιευμάτων, θεωρώ ότι δεν επιτυγχάνει η συγκεκριμένη υπεράσπιση.
Ξεκινώντας με το πρώτο επίδικο δημοσίευμα, η ουσία του εστιάζει στο ότι η ΥΚΑΝ διεξάγει έρευνα εναντίον του Ενάγοντα για παράνομη διακίνηση ναρκωτικών φαρμάκων. Ο Εναγόμενος 2, στα πλαίσια της μαρτυρίας του, ανέφερε ότι είχε βασιστεί στα έγγραφα του Τεκμηρίου 14. Το συγκεκριμένο τεκμήριο δεν αναφέρει κάτι τέτοιο. Δύο από τις επιστολές που περιλαμβάνει αφορούν ενημέρωση από τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες προς το Υπουργείο Υγείας για ενδεχόμενη αθέμιτη συνταγογράφηση. Άλλες δύο επιστολές της δέσμης εκείνης αποστέλλονται από τις Φαρμακευτικές Υπηρεσίες προς τον Αρχηγό Αστυνομίας. Καμία αναφορά υπάρχει στη δέσμη του Τεκμηρίου 14 που να λέει ρητά ή έστω να εισηγείται ότι κατά τις ημερομηνίες των επίδικων δημοσιευμάτων διεξαγόταν έρευνα από την ΥΚΑΝ εναντίον του Ενάγοντα.
Περαιτέρω, η μεταγενέστερη επιστολή που παρουσίασε ο Ενάγοντας από τον Αρχηγό Αστυνομίας (Τεκμήριο 11) διαψεύδει ότι έγιναν δηλώσεις από τον εκπρόσωπο τύπου της αστυνομίας περί διερεύνησης του Ενάγοντα.
Καμία μαρτυρία παρουσιάστηκε ότι πράγματι διεξαγόταν τότε ή διεξάχθηκε ποτέ έρευνα για ενδεχόμενα ποινικά αδικήματα, από την ΥΚΑΝ, εναντίον του Ενάγοντα. Οι δύο ποινικές υποθέσεις που τελικά αντιμετώπισε ο Ενάγοντας αφορούσαν ρυθμιστικής φύσεως αδικήματα των περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Κανονισμών, που καμία σχέση είχαν με διακίνηση ναρκωτικών ή εμπορία. Αθωώθηκε και στις δύο υποθέσεις χωρίς να κληθεί σε απολογία.
Στο πρώτο επίδικο δημοσίευμα προβάλλει επίσης η θέση ότι οι συνταγογραφημένες ποσότητες του φαρμάκου oxycontin ξεπερνούν τις ποσότητες που συνήθως λαμβάνει άτομο σε πρόγραμμα απεξάρτησης. Δεν παρουσιάστηκε ιατρική μαρτυρία που να συνάδει ή να υποστηρίζει αυτή τη θέση από την πλευρά των Εναγόμενων. Η μαρτυρία του Ενάγοντα ως προς την δοσολογία είναι εκ διαμέτρου αντίθετη.
Με αυτά τα δεδομένα, δεν μπορώ να δεχτώ ότι το περιεχόμενου του πρώτου επίδικου δημοσιεύματος είναι αληθές.
Προχωρώ στο δεύτερο επίδικο δημοσίευμα. Σε αυτό υπάρχουν επαναλαμβανόμενες και έντονες αναφορές σε αριθμό 1.053 συνταγών που εκδόθηκαν από τον Δρ. Βερεσιέ. Ο αριθμός αυτός, σύμφωνα με τον Εναγόμενο 2, προήλθε από τον πίνακα που αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 14. Όμως ο ΜΥ1 που συνέταξε τον εν λόγω πίνακα συμφώνησε ότι δεν εντοπίστηκαν 1.053 συνταγές του Ενάγοντα κατά την έρευνα που έγινε αλλά 331 συνταγές. Αυτός είναι ο αριθμός που καταγράφεται στο πίνακα.
Οι αριθμητικοί υπολογισμοί για τον συνολικό αριθμό χαπιών που χορηγήθηκαν ανά ημέρα σε κάθε ασθενή επίσης φάνηκαν αβάσιμοι. Πέραν του ότι βασίζονταν σε λάθος αριθμό συνταγών, αγνοούσαν πλήρως την ποσότητα του φαρμάκου ώστε οι υπολογισμοί να μεταχειρίζονται εξίσου πχ ένα χάπι των 80mg και οκτώ χαπιών των 10mg.
Υπάρχουν επίσης ξανά αναφορές για διερεύνηση που διεξάγεται από την ΥΚΑΝ. Για αυτές τις αναφορές ισχύουν όσα ανέφερα πιο πάνω.
Μια από τις αναφορές στο δεύτερο δημοσίευμα που προκαλεί αίσθηση και επιδιώκει να θέσει το μέγεθος της υπερβολικής και αδικαιολόγητης (κατά τον συντάκτη) συνταγογράφησης που γινόταν από τον Ενάγοντα, λέει ότι οι μέγιστες ποσότητες oxycontin που καταναλώνει εξαρτημένο άτομο που εντάσσεται σε πρόγραμμα απεξάρτησης είναι δύο χάπια των 80mg ημερησίων για τις πρώτες τρεις μέρες και μετά οι ποσότητες επιβάλλεται να μειωθούν λόγω τοξικότητας. Αυτά «σύμφωνα με πληροφορίες του Π», όπως αναγράφεται. Όταν ερωτήθηκε σχετικά ο Εναγόμενος 2 κατά την αντεξέταση, ανέφερε ότι οι πληροφορίες προήλθαν από εθισμένα άτομα που προσέγγισε. Ποια είναι αυτά τα άτομα, τί τους καθιστά αρμόδιους να εκφέρουν τέτοια άποψη, εάν έχουν ιατρική κατάρτιση, δεν επεξηγήθηκε. Με αυτά τα δεδομένα, η αποδεικτική αξία αυτών των πληροφοριών είναι μηδενική. Ουσιαστικά, οι εν λόγω αναφορές στο δημοσίευμα είναι μετέωρες, χωρίς μαρτυρία ικανή να στοιχειοθετήσει ότι είναι αληθείς.
Συνεπώς, δεν συμφωνώ με την εισήγηση των Εναγόμενων ότι το δεύτερο επίδικο δημοσίευμα προστατεύεται γιατί το περιεχόμενο του είναι αληθές.
Το ίδιο ισχύει και για το τρίτο δημοσίευμα. Αυτό διαφοροποιείται κάπως από τα πρώτα δύο. Περιλαμβάνει κυρίως σχόλια και απόψεις του συντάκτη αναφορικά με τη διαγωγή του Ενάγοντα και άλλων φορέων τους οποίους κατακρίνει για την απραξία τους και την υποκρισία τους. Οι απόψεις που εκεί εκφράζονται παίρνουν ως δεδομένο ότι τα γεγονότα στα οποία γίνεται αναφορά στα πρώτα δύο επίδικα δημοσιεύματα είναι αληθινά. Ενόψει της κατάληξης πιο πάνω ότι αυτό δεν ισχύει, το τρίτο δημοσίευμα παραμένει ουσιαστικά μετέωρο και η θέση των Εναγόμενων για την αλήθεια του, συμπαρασύρεται.
(β) Είναι επίσης η θέση των Εναγόμενων ότι τα επίδικα δημοσιεύματα είναι υπό επιφύλαξη, προνομιούχα, στη βάση του άρθρου 21 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Η εν λόγω διάταξη προβλέπει τα εξής:
Στην περίπτωση της συγκεκριμένης υπεράσπισης, το πρώτο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο το αντικείμενο του δημοσιεύματος είναι στη σφαίρα του δημοσίου ενδιαφέροντος. Αυτή η ερώτηση πρέπει να απαντηθεί έχοντας κατά νου το γενικότερο περιεχόμενο των επίδικων δημοσιευμάτων και όχι απομονώνοντας τα σημεία που κρίθηκαν δυσφημιστικά.
Τα επίδικα δημοσιεύματα πραγματεύονται το ζήτημα της αντιμετώπισης των εξαρτήσεων, θέμα που άπτεται της δημόσιας υγείας και αφορά αθέμιτες πρακτικές από ιατρούς. Κρίνω επομένως ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στη σφαίρα του δημόσιου συμφέροντος και θα μπορούσαν να θεωρηθούν προνομιούχα στην έννοια του άρθρου 21 του Κεφ. 148.
Για να εμπίπτει όμως στο πλαίσιο της υπεράσπισης του άρθρου 21, Κεφ. 148, πρέπει το δημοσίευμα να γίνεται με καλή πίστη.
Σύμφωνα με την παράγραφο (2) του άρθρου 21, Κεφ. 148:
«(2) Η δημoσίευση δυσφημηστικoύ δημoσιεύματoς δεv θεωρείται ότι έγιvε καλή τη πίστει από πρόσωπo εvτός της έvvoιας τoυ εδαφίoυ (1), τoυ άρθρoυ αυτoύ, αv καταδειχθεί ότι-
(α) Τo δημoσίευμα ήταv αvαληθές, και αυτός δεv πίστευε αυτό ως αληθές͘ ή
(β) τo δημoσίευμα ήταv αvαληθές, και αυτός πρoέβηκε στη δημoσίευση χωρίς vα καταβάλει εύλoγη φρovτίδα για τηv εξακρίβωση τoυ αληθoύς ή τoυ αvαληθoύς αυτoύ͘ ή
(γ) πρoβαίvovτας στη δημoσίευση, εvήργησε με σκoπό βλάβης τoυ πρoσώπoυ πoυ δυσφημείται σε βαθμό σημαvτικά μεγαλύτερo ή κατά τρόπo σημαvτικά διαφoρετικό τoυ εύλoγα αvαγκαίoυ για τo κoιvό συμφέρov ή για τηv πρoστασία τoυ ιδιωτικoύ δικαιώματoς ή συμφέρovτoς σε σχέση με τo oπoίo αξιώvει πρovόμιo.»
Όταν εγείρεται υπεράσπιση προνομίου υπό την επιφύλαξη ότι η δημοσίευση του δυσφημιστικού δημοσιεύματος έγινε καλή τη πίστη, το βάρος βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα ο οποίος οφείλει να αποδείξει την ανυπαρξία καλής πίστης (άρθρο 21(3), κεφ. 148).
Στην περίπτωση των επίδικων δημοσιευμάτων, έχοντας κατά νου όλα όσα προανέφερα, κρίνω ότι η πλευρά του Ενάγοντα έχει στοιχειοθετήσει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων την απουσία καλής πίστης.
Εξήγησα πιο πάνω τους λόγους για τους οποίους κρίνω ότι το περιεχόμενο των δημοσιευμάτων ήταν αναληθές. Περαιτέρω, φάνηκε κατά την αντεξέταση του Εναγόμενου 2, ότι δεν καταβλήθηκε «εύλoγη φρovτίδα για τηv εξακρίβωση τoυ αληθoύς ή τoυ αvαληθoύς» όσων παρουσιάζονται στα δημοσιεύματα (άρθρο 21(2)(β), Κεφ. 148). Ο Εναγόμενος 2 ανέφερε ότι οι πληροφορίες σε σχέση με την λανθασμένη, υπερβολική και επικίνδυνη συνταγογράφηση προήλθαν από εθισμένα πρόσωπα με τα οποία μίλησε. Επί αυτής της θέσης και για τη βαρύτητα που της αποδίδω, ισχύουν όσα ανέφερα πιο πάνω. Δεν αποκαλύφθηκε ποια ήταν η πηγή των αναφορών για διερεύνηση του Ενάγοντα από την ΥΚΑΝ. Συνεπώς οι αναφορές εκείνες είναι μετέωρες. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 14 που επικαλέστηκε ο Εναγόμενος 2 δεν συνάδει με το ότι βρισκόταν έρευνα σε εξέλιξη από την αστυνομία κατά τον χρόνο των επίδικων δημοσιευμάτων. Η ύπαρξη έρευνας διαψεύστηκε από τον Αρχηγό Αστυνομίας με την επιστολή, Τεκμήριο 11.
Τόσο οι αναφορές στο δεύτερο επίδικο δημοσίευμα για θανάτους που προκλήθηκαν από το επίδικο φάρμακο (με τις υπόνοιες που αφήνονται για ευθύνες του Ενάγοντα) όσο και οι απαιτήσεις που εκφράζονται στο τρίτο επίδικο δημοσίευμα για ενέργειες του ιατρικού συλλόγου και κρατικών φορέων ώστε - ουσιαστικά – να τιμωρήσουν τον Ενάγοντα, εκφεύγουν του εύλογα αναγκαίου και αναλογικού (άρθρο 21(2)(γ), Κεφ. 148). Είναι δυσανάλογες αλλά και αυθαίρετες δεδομένης της φύσης των πληροφοριών που είχαν στη διάθεση τους οι Εναγόμενοι κατά τον επίδικο χρόνο.
Δεν παραβλέπω ότι δεν ζητήθηκε η άποψη του Ενάγοντα πριν την αρχική δημοσίευση. Αυτό ίσως να καθιστούσε αναλογική και ισορροπημένη την παρουσίαση των πληροφοριών που είχαν περιέλθει στην κατοχή της εφημερίδας. Παρά τις αναφορές του Εναγόμενου 2 ότι αυτό μπορεί να επηρέαζε ενδεχομένως ποινική έρευνα που διεξήγετο, δεν έχω αντιληφθεί με ποιο τρόπο υφίστατο τέτοιος κίνδυνος.
Με δεδομένα τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι Εναγόμενοι δεν ενήργησαν με καλή πίστη όταν προέβηκαν στα επίδικα δημοσιεύματα.
(γ) Προχωρώ στην θέση των Εναγόμενων ότι τα επίδικα δημοσιεύματα συνιστούσαν έντιμα σχόλια για θέματα δημοσίου συμφέροντος.
Όπως προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 19(β) του Κεφ. 148 (που έχω παραθέσει πιο πάνω), η συγκεκριμένη υπεράσπιση μπορεί να εγερθεί ακόμα και ότι αν δεν αποδειχθεί το αληθές των ισχυρισμών γεγονότων που περιλαμβάνονται στα επίδικα δημοσιεύματα υπό την προϋπόθεση όμως ότι η γνώμη που εκφράζεται σε αυτά συνιστά έντιμο σχόλιο για θέμα δημοσίου συμφέροντος.
Η κλασσική διατύπωση των αρχών που καθορίζουν την προσέγγιση αυτής της υπεράσπισης συναντάται στην απόφαση του House of Lords στην υπόθεση Reynolds v Times Newspapers and others [2001] 2 AC 127. Εκεί, αναφέρθηκαν τα εξής:
«One established exception is the defence of comment on a matter of public interest. This defence is available to everyone, and is of particular importance to the media. The freedom of expression protected by this defence has long been regarded by the common law as a basic right, long before the emergence of human rights conventions. In 1863 Crompton J. observed in Campbell v. Spottiswoode (1863) 3 B. & S. 769, 779, that 'it is the right of all the Queen's subjects to discuss public matters'. The defence is wide in its scope. Public interest has never been defined, but in London Artists Ltd. v. Littler [1969] 2 QB 375, 391, Lord Denning M.R. rightly said that it is not to be confined within narrow limits. He continued:
'Whenever a matter is such as to affect people at large, so that they may be legitimately interested in, or concerned at, what is going on; or what may happen to them or others; then it is a matter of public interest on which everyone is entitled to make fair comment.'
Traditionally one of the ingredients of this defence is that the comment must be fair, fairness being judged by the objective standard of whether any fair-minded person could honestly express the opinion in question. Judges have emphasised the latitude to be applied in interpreting this standard. So much so, that the time has come to recognise that in this context the epithet 'fair' is now meaningless and misleading. Comment must be relevant to the facts to which it is addressed. It cannot be used as a cloak for mere invective. But the basis of our public life is that the crank, the enthusiast, may say what he honestly thinks as much as the reasonable person who sits on a jury. The true test is whether the opinion, however exaggerated, obstinate or prejudiced, was honestly held by the person expressing it: see Diplock J. in Silkin v. Beaverbrook Newspapers Ltd [1958] 1 W.L.R. 743, 747.
It is important to keep in mind that this defence is concerned with the protection of comment, not imputations of fact. If the imputation is one of fact, a ground of defence must be sought elsewhere. Further, to be within this defence the comment must be recognisable as comment, as distinct from an imputation of fact. The comment must explicitly or implicitly indicate, at least in general terms, what are the facts on which the comment is being made: see the discussion in Duncan and Neill on Defamation, 2nd ed. (1983), pp. 58-62.
One constraint does exist upon this defence. The comment must represent the honest belief of its author. If the plaintiff proves he was actuated by malice, this ground of defence will fail.»
Μια σημαντική επισήμανση, όπως εξηγείται και στο πιο πάνω απόσπασμα, είναι ότι αυτή η υπεράσπιση μπορεί να εγερθεί σε σχέση με σχόλια. Δεν μπορεί να εγερθεί σε σχέση με δηλώσεις που συνιστούν παρουσίαση γεγονότων (this defence is concerned with the protection of comment, not imputations of fact. If the imputation is one of fact, a ground of defence must be sought elsewhere).
Επίσης, η συγκεκριμένη υπεράσπιση δεν μπορεί να επιτύχει εάν η πλευρά του Ενάγοντα αποδείξει ότι η επίδικη δημοσίευση «δεν έγινε καλή τη πίστει εντός της έννοιας του εδαφίου (2) του άρθρου 21 του Νόμου».
Στην παρούσα περίπτωση για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, στη ανάλυση μου αναφορικά με την υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη, θεωρώ ότι οι Εναγόμενοι δεν ενήργησαν καλή τη πίστει στην έννοια του άρθρου 21(2) του Κεφ. 148.
Σύνοψη. Συνεπώς, στη βάση των πιο πάνω, καταλήγω ότι ο Ενάγοντας έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τη διάπραξη του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης εις βάρος του Ενάγοντα. Παράλληλα, δεν έχει στοιχειοθετηθεί κάποια από τις υπερασπίσεις για το εν λόγω αδίκημα που επικαλούνταν οι Εναγόμενοι και αναγνωρίζονται από τον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ 148.
Επιζήμια ψευδολογία. Στην έκθεση απαίτησης, ο Ενάγων επικαλείται ως βάση αγωγής και το αστικό αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας. Το αδίκημα εκπηγάζει από τις αρχές του κοινοδικαίου και, στην Κύπρο, κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 25 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Όμως, παρά την αναφορά στη δικογραφία, η συγκεκριμένη βάση αγωγής δεν προωθήθηκε και καμία αναφορά υπάρχει σε αυτήν στην τελική αγόρευση της πλευράς του Ενάγοντα. Συνεπώς, θεωρώ ότι έχει εγκαταλειφθεί και δεν θα την εξετάσω περαιτέρω.
Αξιώσεις. Μετά την κατάληξη μου ότι στοιχειοθετείται το αδίκημα της δυσφήμισης εις βάρος του Ενάγοντα, παραμένει ο καθορισμός του ορθού μέτρου αποζημιώσεων στις οποίες αυτός δικαιούται.
Ο Ενάγοντας αξιώνει γενικές και επαυξημένες αποζημιώσεις. Αξιώνει περαιτέρω παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις.
Στην πολύ πρόσφατη Αγγλική υπόθεση Blake and another v Fox [2024] EWHC 956 (KB) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τη φύση και μέτρο των αποζημιώσεων που επιδικάζονται σε υποθέσεις αυτής της φύσης:
«Defamation (libel) is a tort or civil wrong. The starting point for any award of damages in tort is that the court should award the sum of money which will, as nearly as possible, restore the injured party to the same position he would have been in had the tort never been committed. There is of course no penal element to an award of libel damages; the exercise is purely restorative.
But the nature and history of libel, and its focus on reputational harm and the restorative vindication of reputation, has resulted in the evolution of a distinctive approach to assessing damages for defamation. As Nicklin J observed in Monir v Wood [2018] EWHC 3525 QB at [228], 'Damages for libel cannot be calculated on any mathematical basis. By definition, they seek to provide compensation for harm that it is almost impossible to quantify in monetary terms'. The exercise is necessarily therefore a broad and holistic one.
[…]
Broadly, the purpose of an award of damages in defamation proceedings is to compensate for injury to reputation and to feelings, and in particular to vindicate claimants, so far as money can to do that. Vindication and compensation are not to be thought of in compartmentalised terms: the overall purpose of the award remains to restore a claimant, to the extent money can do so, to the position as if the libel had not occurred. But in defamation cases that means not only redressing the balance in terms of quantifiable losses, but unequivocally albeit proportionately restoring a claimant's standing to its previous state. (In the present case, I have already described the Claimants' previous standing as 'pristine'.) As the authorities put it, the sum awarded must be an outward and visible sign of vindication, sending a message restoring a claimant's good name 'sufficient to convince a bystander of the baselessness of the charge'. If an award fails to achieve vindication, it fails properly to compensate and restore the status quo ante.
In assessing damages, the court takes account of all the relevant facts, and in particular the gravity of the defamation, the extent of its publication (including its republication by onward 'percolation'), and evidence of the harm it has done. Fact sensitivity remains the hallmark of the exercise, and facts must be established in the usual way by evidence. But the authorities' acknowledgment of the essential intangibility and imprecision of the harms and redresses at the heart of the exercise fairly and inevitably read across to the nature of the relevant evidential and fact-finding processes involved.»
Η επιδίκαση αποζημιώσεων τιμωρητικής φύσης ή αποδοκιμαστικών της διαγωγής του εναγόμενου δεν συνίσταται σε υποθέσεις αυτής της φύσης. Αντίθετα το Δικαστήριο πρέπει να καταλήξει σε ένα ποσό που να λαμβάνει υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες με βάση τα δεδομένα που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση. Όπως εξηγεί ο Nicklin J στην Αγγλική υπόθεση Lachaux v Independent Print [2021] EWHC 1797 (QB) at [227]:
«In my judgment, separating out a specific award for aggravated damages is unnecessary and, I consider, generally unwise. The Court's task is to assess the proper level of compensation, taking into account all the relevant factors, which include any elements of aggravation. If, as the authorities recognise, the assessment of libel damages can never be mechanical or scientific, attributing a specific figure to something as nebulous as aggravation has an unconvincing foundation. Worse, as it would represent the imposition of a clearly identified additional sum of money, it risks the appearance of being directly attributed to the conduct of the defendant. That comes perilously close to looking like a penalty. For these reasons, I consider the better course is to fix a single award which, faithful to the principles by which damages in defamation are assessed, is solely to compensate the Claimant. The award can properly reflect any additional hurt and distress caused to the Claimant by the conduct of the Defendants.»
Αντίστοιχη είναι και η προσέγγιση στην Κυπριακή νομολογία. Σε σχέση με τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό του ύψους του ποσού που επιδικάζεται, έχω κατά νου όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Εταιρεία Δημοσιογραφική Χ.Λ.Σ. Λτδ ν. Χριστάκη (Τάκη) Φιλίππου άλλως Φαλκονέττι (1998) 1 (Β) Α.Α.Δ 958:
« Σχετικοί παράγοντες που επηρεάζουν το ύψος των αποζημιώσεων είναι, μεταξύ άλλων, το ότι η δυσφημιστική δήλωση έγινε υπό μορφή επανάληψης, έγινε αναφορά στην πηγή της και ο δηλώσας πίστευε στην αλήθεια της. Όπως αναφέρεται στον Gatley on Libel and Slander, 6η Έκδοση, επιβαρυντικοί παράγοντες που μπορεί να επαυξήσουν τις αποζημιώσεις είναι ο τρόπος και η μεγάλη έκταση της δημοσίευσης, η επαναδημοσίευση, η διαγωγή του εναγομένου, ο τρόπος διεξαγωγής της υπεράσπισης, η αποτυχία υπεράσπισης αλήθειας (justification) και η πρόκληση ειδικής ζημιάς (ίδε ICP (Cyprus) Ltd v. Times Newspapers Ltd and Others (1972) 4 J.S.C. 455 και Cacoyiannis v. Kyrou and Others, ανωτέρω).»
Η παρούσα περίπτωση αφορά τρία δυσφημιστικά δημοσιεύματα σε εφημερίδα παγκύπριας κυκλοφορίας. Την ημέρα των πρώτων δύο δημοσιευμάτων πωλήθηκαν πέραν των 5.500 αντιτύπων της έντυπης εφημερίδας. Τα ίδια δημοσιεύματα αναρτήθηκαν και στην ιστοσελίδα της εφημερίδας. Δεν θα επαναλάβω όσα ήδη ανέφερα αναφορικά με την ερμηνεία των δημοσιευμάτων από τον μέσο λογικό αναγνώστη. Ούτε θα επαναλάβω όσα ανέφερα πιο πάνω για την κακή πίστη που διαπιστώθηκε από τους Εναγόμενους και την αδυναμία τους να αποδείξουν την αλήθεια των δημοσιευμάτων. Σημειώνω περαιτέρω ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν απολογηθεί προς τον Ενάγοντα.
Πέραν των επιπτώσεων στην υπόληψη και φήμη του Ενάγοντα τα επίδικα δημοσιεύματα είχαν ως αποτέλεσμα την απώλεια συνεργασίας που αυτός διατηρούσε με το Cyprus College από το 2008. Το συμβόλαιο εργοδότησης του αφορούσε περίοδο ενός έτους όμως τα δεδομένα είναι ότι η συνεργασία συνεχίστηκε μέχρι τον Οκτώβριο 2014. Θα ήταν αφελές να ισχυριστεί κάποιος ότι τα δημοσιεύματα δεν ευθύνονται για την απόλυση του Ενάγοντα. Η επιστολή απόλυσης του, Τεκμήριο 9, αναφέρεται ρητά στα δημοσιεύματα και επεξηγείται η «δύσκολη θέση του Πανεπιστημίου όταν δημοσιοποιείται η διεξαγωγή έρευνας από την αστυνομία εναντίον καθηγητή και την αναστάτωση που αυτό προκαλεί ανάμεσα στους μαθητές και τους γονείς». Αυτά οδήγησαν στον τερματισμό των υπηρεσιών του. Κατά τον τερματισμό, οι απολαβές του Ενάγοντα ανέρχονταν σε €800 μηνιαίως. Έλαβε την προβλεπόμενη αποζημίωση από το Πανεπιστήμιο όμως, όπως εξήγησε ο Ενάγοντας, η προοπτική για συνέχιση της μεταξύ τους συνεργασίας χάθηκε. Αυτό είναι ένα δεδομένο που λαμβάνω υπόψη στον καθορισμό του ορθού μέτρου της αποζημίωσης.
Ο Ενάγων ανέφερε κατά τη μαρτυρία του ότι, μετά τα επίδικα δημοσιεύματα, άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα στα οποία είχε διδάξει στο παρελθόν δεν επιδίωξαν ξανά συνεργασία μαζί του. Όμως, δεν έθεσε ενώπιον μου περαιτέρω στοιχεία αναφορικά με τη φύση των προηγούμενων συνεργασιών ή τυχόν αμοιβή που λάμβανε. Συνεπώς αυτές οι αναφορές δεν διαφοροποιούν ουσιωδώς τα δεδομένα που λαμβάνω υπόψη στον καθορισμό του μέτρου της αποζημίωσης.
Όπως εξηγείται στην Lachaux v Independent Print (ανωτέρω) δεν ενδείκνυται σε υποθέσεις λιβέλου η επιδίκαση επαυξημένων ή τιμωρητικών αποζημιώσεων αλλά η διαγωγή του εναγόμενου είναι ένας από τους παράγοντες που συνυπολογίζονται μαζί με όλες τις περιβάλλουσες συνθήκες για να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε ένα ποσό που συνιστά δίκαιη αποζημίωση για τον Ενάγοντα ώστε να τον αποκαθιστά στη θέση που θα βρισκόταν εάν το αστικό αδίκημα δεν είχε συμβεί. Αυτό χωρίς να παραγνωρίζεται ότι η αποκατάσταση ενέχει και την έννοια της ηθικής δικαίωσης του Ενάγοντα.
Έχω υπόψη προηγούμενη σχετική νομολογία και το εύρος των ποσών που θεωρήθηκαν εύλογα σε περιπτώσεις που προσομοιάζουν με την παρούσα. Μεταξύ άλλων αναφέρομαι στην υπόθεση Λουκαΐδης ν Εκδοτική Εταιρεία Αλήθεια Λίμιτεδ (2003)1 ΑΑΔ 22, στην υπόθεση Κωνσταντίνου κ.α. ν Καραμεσίτη (2011) 1 ΑΑΔ 715, στην υπόθεση Φιλίππου ν Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ (2009) 1 ΑΑΔ 271 και στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α. ν Αγγελίδης, Πολιτική Έφεση 315/2013 ημερομηνίας 3.12.2020. Οι παράμετροι που θέτουν αυτές, και άλλες αντίστοιχες, αποφάσεις είναι βοηθητικές.
Στη βάση των πιο πάνω και σταθμίζοντας όλα τα ενώπιον μου δεδομένα, κρίνω ότι το ποσό των €20.000 συνιστά εύλογη και δίκαιη αποζημίωση για τον Ενάγοντα.
Τέλος, ο Ενάγοντας ζητά την έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει στους Εναγόμενους τη δημοσίευση περαιτέρω δυσφημιστικών δηλώσεων.
Σε σχέση με αυτή την αιτούμενη θεραπεία, στην υπόθεση Blake and another v Fox (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα εξής:
«Injunctive relief is regularly afforded to successful defamation claimants, to restrain the publication of the same or similar libel. Final injunctive relief, restraining publication post-judgment, is distinctively different from pre-trial interim relief, since the implication of the judgment is necessarily that the published libel is not a species of free speech protected by Article 10 of the European Convention on Human Rights. Nicklin J's observation about permanent, post-judgment, injunction in Lachaux at [239] was that 'it is the natural remedy that flows from the Court's decision', and, in the absence of satisfactory undertakings, it may be necessary to injunct further publication to give full effect to that decision.
But, importantly, it is a discretionary remedy. It is not available as of right. In considering whether to exercise its discretion, and if so how, a court will have regard to all the circumstances of a case, including the conduct of the parties, and will focus in particular on assessing the risk of repetition of the defamation should injunctive relief not be granted.»
Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι είναι αναγκαία η έκδοση τέτοιου διατάγματος στην παρούσα περίπτωση. Μετά την περίοδο των επίδικων δημοσιευμάτων δεν υπάρχει μαρτυρία ότι συνέχισαν ή επαναλήφθηκαν οι σχετικές δημοσιεύσεις στα 10 χρόνια που μεσολάβησαν. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι επίκεινται αντίστοιχες δημοσιεύσεις στο μέλλον. Συνεπώς, θεωρώ ότι δεν θα εξυπηρετούσε κάποιο πρακτικό σκοπό η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος στο παρόν στάδιο.
Κατάληξη. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, για ποσό €20.000 ως γενικές αποζημιώσεις. Επί του ποσού αυτού επιδικάζεται νόμιμος τόκος από την καταχώρηση της αγωγής.
Οι υπόλοιπες αξιώσεις του Ενάγοντα απορρίπτονται για τους λόγους που εξήγησα.
Παραμένει το θέμα των εξόδων. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι ο υπολογισμός των εξόδων θα γίνει στην κλίμακα του ποσού που επιδικάστηκε.
……………………..………………………….
Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Σχετική η ανάλυση στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 6th edition, chapter 6.
[2] Εκδόσεις Αρκτίνος ν Δώρου Γεωργιάδη (ανωτέρω), Gatley on Libel and Slander, 6th edition, page 101, paragraph 102.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο