Vaulterra Trustees and Corporate Limited ν. Ελένη Χριστοφόρου κ.α., Αριθμός Αγωγής: 695/2020, 8/1/2025
print
Τίτλος:
Vaulterra Trustees and Corporate Limited ν. Ελένη Χριστοφόρου κ.α., Αριθμός Αγωγής: 695/2020, 8/1/2025
Ημερομηνία:
8 Ιανουαρίου 2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

Αριθμός Αγωγής: 695/2020

 

Μεταξύ:

Vaulterra Trustees and Corporate Limited

Ενάγουσα

 

και

 

1. Ελένη Χριστοφόρου

2. Έλενα Τζιηγκούλη

3. Winkelried Asset Management L.L.C.

4. Jonas Baumann

5. Jonathan Evans

Εναγόμενων

 

 

και ως τροποποιήθηκε δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας

 

 

Μεταξύ:

Vaulterra Trustees and Corporate Limited

Ενάγουσα

 

και

 

1. Ελένη Χριστοφόρου

2. Έλενα Τζιηγκούλη

3. Winkelried Asset Management L.L.C.

4. Jonas Baumann

5. Jonathan Evans

6. Jonas Rey

7. Athena Intelligence & Risk Management Sarl

Εναγόμενων


8 Ιανουαρίου, 2025

 

Εμφανίσεις:

Για Εναγόμενους 6 και 7/Αιτητές: κ. Αλ. Μαυρομμάτης δια Σωτήρης Πίτττας & Σία Δ.Ε.Π.Ε.

Για Ενάγουσα/Καθ’ ης η Αίτηση: κα Ματσεντίδου δια Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

στην αίτηση των Εναγόμενων 6 & 7/Αιτητών ημερομηνίας 31.5.2024

για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης τους στην αίτηση ημερομηνίας 1.6.2020

 

 

Με την παρούσα αγωγή, η Ενάγουσα εγείρει αριθμό αξιώσεων εναντίον της Εναγόμενης 1, πρώην εργοδοτούμενης της, υποστηρίζοντας ότι κατά παράβαση συμφωνίας εργοδότησης διοχέτευσε εμπιστευτικές πληροφορίες προς τρίτα πρόσωπα. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι αυτό έγινε με τη συνδρομή των υπόλοιπων εναγόμενων εναντίον των οποίων επίσης διεκδικεί αποζημιώσεις και συναφείς θεραπείες.

 

Στα πλαίσια της αγωγής, η Ενάγουσα είχε εξασφαλίσει ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα (που στην πορεία κατέστη απόλυτο) εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 (στο εξής το «Αρχικό Διάταγμα»).

 

Ακολούθως, η Ενάγουσα τροποποίησε την έκθεση απαίτησης και πρόσθεσε ως εναγόμενους στην αγωγή τους νυν Εναγόμενους 6 & 7.

 

Την 1.6.2020 η Ενάγουσα καταχώρησε μονομερή αίτηση (στο εξής η «Κυρίως Αίτηση») με την οποία ζητούσε την έκδοση αριθμού διαταγμάτων εναντίον των Εναγόμενων 6 & 7. Στις 2.6.2020 εκδόθηκε μονομερώς διάταγμα που απαγορεύει στους Εναγόμενους 6 & 7 να αποκαλύψουν σε οποιοδήποτε πρόσωπο την ύπαρξη και αντικείμενο της παρούσας αγωγής και να χρησιμοποιούν οποιοδήποτε έγγραφο στην κατοχή τους που προήλθε από τα αρχεία της Ενάγουσας (στο εξής το «Προσωρινό Διάταγμα»). Με την Κυρίως Αίτηση, η Ενάγουσα διεκδικεί και άλλα διατάγματα τα οποία δεν εκδόθηκαν μονομερώς και διατάχθηκε επίδοση. Πρόκειται, μεταξύ άλλων, για διατάγματα που διατάζουν τους Εναγόμενους 6 & 7 να αποκαλύψουν πληροφορίες και στοιχεία που αφορούν τον τρόπο με τον οποίο περιήλθαν στη γνώση και/ή κατοχή τους διάφορα έγγραφα και εμπιστευτικές πληροφορίες και άλλα συναφή διατάγματα.

 

Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Κυρίως Αίτηση κατά την εκτέλεση του Αρχικού Διατάγματος, που περιλάμβανε και διάταγμα αποκάλυψης, προέκυψαν στοιχεία που οδήγησαν στη προσθήκη των Εναγόμενων 6 & 7 ως εναγόμενων. Προέκυψαν επίσης στοιχεία που εμπλέκουν τους Εναγόμενους 6 & 7 σε ευρύτερη ισχυριζόμενη απάτη που διενεργήθηκε εναντίον της Ενάγουσας. Η ευρύτερη αυτή απάτη περιλάμβανε, σύμφωνα πάντα με τη θέση της Ενάγουσας, προσπάθεια να ληφθούν πληροφορίες με παράνομο τρόπο από την Ενάγουσα με σκοπό να χρησιμοποιηθούν στη Διαιτησία 183837 που διεξαγόταν τότε ενώπιον του LCIA και στην Αγγλική αγωγή CL-2019-000412.

 

Οι Εναγόμενοι 6 & 7 έχουν καταχωρήσει ένσταση στην Κυρίως Αίτηση. Προβάλλουν κάποιους νομικούς λόγους για τους οποίους η Κυρίως Αίτηση πρέπει να απορριφθεί και το Προσωρινό Διάταγμα να ακυρωθεί. Είναι επίσης η θέση των Εναγόμενων 6 & 7 ότι δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία που να δεικνύει συνομωσία μεταξύ των υπόλοιπων Εναγόμενων, ούτε που να συνδέει τους Εναγόμενους 6 & 7 στην ισχυριζόμενη συνομωσία. Υποστηρίζουν επίσης, μεταξύ άλλων, ότι δεν αποκαλύπτεται σύνδεση μεταξύ της Ενάγουσας και της Διαιτησίας στο LCIA ούτε της Αγγλικής αγωγής, σημειώνοντας ότι οι Εναγόμενοι 6 & 7 δεν είναι διάδικοι σε εκείνες τις διαδικασίες. Παραπονούνται ότι η Κυρίως Αίτηση συνιστά προσπάθεια αλίευσης μαρτυρίας. Στην ένσταση γίνεται επίσης αναφορά σε μερική διαιτητική απόφαση (partial award) που εκδόθηκε στις 23.6.2021 στα πλαίσια της Διαιτησίας στο LCIA. Γίνεται αναφορά στο αντικείμενο της Διαιτησίας και στο αποτέλεσμα της μερικής διαιτητικής απόφασης (partial award). Οι Εναγόμενοι 6 & 7 υποστηρίζουν επίσης ότι η Ενάγουσα χρησιμοποιείται ως όχημα από την οικογένεια Mints στα πλαίσια απάτης που διενεργήθηκε εναντίον της τράπεζας Otkritie.Είναι επίσης η θέση τους ότι η παρούσα διαδικασία αποσκοπεί να βοηθήσει την οικογένεια Mints να συγκαλύψει την απάτη που διενήργησε.

 

Δεν θα επεκταθώ περαιτέρω στις θέσεις που προβλήθηκαν εκατέρωθεν σε σχέση με την Κυρίως Αίτηση.

 

Σημειώνω ότι με αίτηση ημερομηνίας 13.9.2023 η Ενάγουσα αιτήθηκε άδεια να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Κυρίως Αίτησης. Ουσιαστικά, επιδίωκε να παρουσιάσει δημοσίευμα που εμπλέκει τους Εναγόμενους 6 & 7 σε διεθνές κύκλωμα υποκλοπών και εξαπάτησης. Η αίτηση εκείνη εκδικάστηκε και απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12.4.2024.

 

Έρχομαι στην παρούσα Αίτηση. Με αυτήν οι Εναγόμενοι 6 & 7 ζητούν να τους επιτραπεί να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης τους στην Κυρίως Αίτηση. Με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτουν στην Αίτηση, θέλουν να παρουσιάσουν την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 12.5.2023 με την οποία εγκρίθηκε αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση στην Κύπρο της μερικής διαιτητικής απόφασης (partial award) που εκδόθηκε στη Διαιτησία αρ. 183837 του LCIA.

 

Πριν προχωρήσω, σημειώνω ότι εξέτασα το σύνολο των στοιχείων που έχω ενώπιον μου καθώς και τις αγορεύσεις των συνηγόρων που παρουσιάστηκαν κατά την ακρόαση της Αίτησης. Γνωρίζω επίσης το περιεχόμενο του φακέλου.

 

Σύμφωνα με τη Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (στη μορφή που ισχύουν για διαδικασίες που ξεκίνησαν πριν την 1.9.2023) ενδιάμεσες αιτήσεις εκδικάζονται κατά κανόνα στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρούνται από την κάθε πλευρά όμως το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η διακριτική αυτή ευχέρεια του Δικαστηρίου πηγάζει από τη Δ.48 θ.4(2) η οποία προνοεί ότι:

 

«Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων…»

 

Οι γενικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας του Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί στη νομολογία από την οποία αντλώ σχετική καθοδήγηση[1].

 

Όπως προκύπτει από τη νομολογία, δεν αμφισβητείται η δυνατότητα του Δικαστηρίου να παραχωρήσει άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Όμως η άδεια αυτή πρέπει να παρέχεται στις κατάλληλες περιπτώσεις, υπό την προϋπόθεση ότι ο αιτητής αποκαλύπτει καλό λόγο για τον οποίο θα πρέπει να του δοθεί η ευκαιρία να συμπληρώσει τη μαρτυρία του. Τι συνιστά «καλό λόγο» για τους σκοπούς της Δ.48 θ4(2), δεν είναι κάτι που μπορεί να προσδιοριστεί κατά τρόπο γενικό. Είναι ζήτημα πραγματικό και εξαρτάται από το είδος της κυρίως αίτησης στα πλαίσια της οποίας υποβάλλεται το αίτημα, τα δεδομένα της κάθε περίπτωσης και την αιτιολόγηση που προβάλλεται από την πλευρά του αιτητή.

 

Με αυτά κατά νου, επανέρχομαι στην προκείμενη περίπτωση.

 

Όπως σημείωσα, ο σκοπός της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι να παρουσιαστεί μέσω αυτής η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 12.5.2023 για αναγνώριση και εγγραφή της μερικής Διαιτητικής απόφασης (partial award) του LCIA.

 

Oι δικαστικές αποφάσεις καλύπτονται από το δόγμα της δικαστικής γνώσης (judicial notice). Αυτό σημαίνει ότι οι δικαστικές αποφάσεις δεν είναι γεγονότα που χρήζουν απόδειξης με μαρτυρία. Επίσημα αντίγραφα δικαστικών αποφάσεων μπορούν να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όντας έγγραφα αυταπόδεικτα.

 

Συνεπώς, δεν διακρίνω λόγο για τον οποίο να απαιτείται να επιτραπεί η προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να παρουσιαστεί, μέσω αυτής, απόφαση Κυπριακού Δικαστηρίου.

 

Πέραν από την παρουσίαση της εν λόγω Δικαστικής απόφασης, το υπόλοιπο μέρος της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης περιλαμβάνει παράθεση αποσπασμάτων από την απόφαση εκείνη και περιλαμβάνει σχολιασμό αυτής και των νομικών συνεπειών της.

 

Ούτε αυτά είναι γεγονότα τα οποία πρέπει να παρουσιαστούν με μαρτυρία. Κρίνω ότι πρόκειται για επιχειρήματα που μπορούν να εγερθούν από το συνήγορο των Εναγόμενων 6 & 7 στην αγόρευση του επί της Κυρίως Αίτησης.

 

Συνεπώς, κρίνω ότι δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της Κυρίως Αίτησης η καταχώρηση της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης[2] και δεν υπάρχει «καλός λόγος» ώστε αυτή να επιτραπεί.

 

Για τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι η Αίτηση δεν πρέπει να εγκριθεί και απορρίπτεται.

 

Αναφορικά με τα έξοδα, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας/Καθ’ ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγόμενων 6 & 7/Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν.

 

 

 

 

(Υπ.) ……………………………………….…………..

Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Ενδεικτικά, A. Messios & Sons Ltd (2010) 1 Α.Α.Δ. 195, Αναφορικά με την αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Λτδ (1997)1 Α.Α.Δ. 979, Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α. (2008) 1 Α.Α.Δ. 510

[2] Σχετική και η Χαράλαμπου Ανδρέα Κούππα ν Πούλλας Τσαδιώτης Λίμιτεδ, Πολιτικές Εφέσεις 312/2010 και 351/2011, ημερομηνίας 17.7.2014


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο