
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 2955/2023
NAVA PHARM LIMITED
Ενάγουσα
και
ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΛΟΪΖΟΥ
Εναγόμενος
και ως τροποποιήθηκε δυνάμει της Δ. 25 Θ.1(2)
Μεταξύ:
NAVA PHARM LIMITED
Ενάγουσα
και
1. ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΛΟΪΖΟΥ
2. ΝΙΚΟΣ ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΠΑΠΑΛΟΪΖΟΥ
3. ΑΝΝΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΛΛΕΝΟΥ
Εναγόμενοι
Αίτηση της Ενάγουσας/Αιτήτριας ημερομηνίας 26.10.2023
για ενδιάμεσα διατάγματα
8 Ιανουαρίου, 2025.
Εμφανίσεις:
Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: κ. Μ. Παπαλοΐζου με κ. Γκούντρα
Για Εναγόμενους 1-3/Καθ’ ων η Αίτηση 1-3: κα Ιακώβου για Μ. Ιακώβου & Συνεργάτες
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Προς καλύτερη κατανόηση των προς απόφαση ζητημάτων, προβαίνω σε μια συνοπτική αναφορά στις θέσεις των δύο πλευρών ως προς τα γεγονότα.
Ξεκινώ με την εκδοχή της Ενάγουσας όπως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης και που έχει παρουσιάσει προς υποστήριξη της παρούσας Αίτησης.
Η Ενάγουσα δραστηριοποιείται στον κλάδο εκτροφής αγελάδων και προμήθειας γάλακτος επί χονδρικής βάσης σε βιομηχανίες παραγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων.
Στις 21.9.2016, η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος 1 υπέγραψαν συμφωνία ενοικίασης ακινήτου που χρησιμοποιείτο ως φάρμα εκτροφής αγελάδων και περιείχε συναφή υποστατικά. Κατά τον χρόνο εκείνο ο Εναγόμενος 1 ήταν ο ιδιοκτήτης του ακινήτου (στο εξής η «Αρχική Συμφωνία» και το «Επίδικο Ακίνητο», αντίστοιχα). Η Αρχική Συμφωνία είχε διάρκεια ενοικίασης 6 ετών και καθόριζε το ενοίκιο που ήταν πληρωτέο από την Ενάγουσα προς τον Εναγόμενο 1. Περιλάμβανε επίσης πρόνοια ότι με τη συμπλήρωση της περιόδου ενοικίασης, η Ενάγουσα θα είχε το δικαίωμα να αγοράσει το ενοικιαζόμενο ακίνητο στην τιμή των €210.000, από το οποίο θα αφαιρούνταν ποσά που πληρώθηκαν ως ενοίκια.
Μετά την υπογραφή της Αρχικής Συμφωνίας και ανάληψη κατοχής του Επίδικου Ακινήτου, η Ενάγουσα επιδιόρθωσε, αναβάθμισε και επέκτεινε τα υφιστάμενα υποστατικά με δικά της έξοδα και με τη συγκατάθεση του Εναγόμενου 1.
Στις 29.9.2022, η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος 1 υπέγραψαν συμφωνία με την οποία παρατάθηκε η διάρκεια της ενοικίασης του Επίδικου Ακινήτου μέχρι 31.3.2023 (στο εξής η «2η Συμφωνία»). Οι υπόλοιποι όροι της Αρχικής Συμφωνίας παρέμειναν ως είχαν. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 προσυπέγραψαν την 2η Συμφωνία ως μάρτυρες.
Παράλληλα με την υπογραφή της 2η Συμφωνίας, η Ενάγουσα πλήρωσε στον Εναγόμενο 1 ποσό €50.000 έναντι του τιμήματος αγοράς του Επίδικου Ακινήτου. Ακολούθως, στις 30.3.2023, η Ενάγουσα με επιστολή που επιδόθηκε στον Εναγόμενο 1 άσκησε το δικαίωμα της για αγορά του Επίδικου Ακινήτου και κάλεσε τον Εναγόμενο 1 όπως προσέλθει προς διενέργεια της μεταβίβασης στην τιμή των €210.000 μείον τα μισθώματα και το ποσό των €50.000, που ήδη πληρώθηκαν.
Ο Εναγόμενος 1 με διάφορες προφάσεις καθυστερούσε και αρνείτο να προσέλθει για διενέργεια της μεταβίβασης. Παρά αυτό, στις 24.5.2023 εισέπραξε από την Ενάγουσα ποσό €4.500, επίσης έναντι του τιμήματος πώλησης του Επίδικου Ακινήτου.
Ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ των μερών και των δικηγόρων τους, χωρίς αποτέλεσμα, ενώ ο Εναγόμενος 1 αρνείτο πλέον να παραλάβει μισθώματα. Ουσιαστικά, ο Εναγόμενος 1 υποστήριζε ότι υπήρχε ασάφεια στην Αρχική Συμφωνία στον καθορισμό του εμβαδού του Επίδικου Ακινήτου και ένεκα αυτής δεν ήταν σε θέση να το μεταβιβάσει.
Η στάση αυτή του Εναγόμενου 1 ώθησε την Ενάγουσα να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή, αρχικά μόνο εναντίον του Εναγόμενου 1. Με την καταχώρηση της αγωγής, η Ενάγουσα διενήργησε έρευνα στο Κτηματολόγιο σε σχέση με το Επίδικο Ακίνητο. Η έρευνα διενεργήθηκε στις 24.10.2023. Από την έρευνα, η Ενάγουσα διαπίστωσε ότι στις 21.6.2017 και 6.7.2017 ο Εναγόμενος 1 είχε μεταβιβάσει δια δωρεάς το Επίδικο Ακίνητο στα αδέρφια του, Εναγόμενους 2 και 3. Σύμφωνα με την Ενάγουσα, τότε αποκαλύφθηκε ότι οι Εναγόμενοι 1-3 ενήργησαν δόλια και σε συμπαιγνία εις βάρος της.
Επαναλαμβάνω ότι τα πιο πάνω συνιστούν την εκδοχή της Ενάγουσας.
Ακολούθως, η Ενάγουσα προχώρησε σε τροποποίηση της αγωγής και προσθήκη των Εναγόμενων 2 και 3.
Στις σχετικές λεπτομέρειες της έκθεσης απαίτησης και στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την Αίτηση η Ενάγουσα υποστηρίζει μεταξύ άλλων ότι η μεταβίβαση έγινε παρότι ο Εναγόμενος 1 γνώριζε το συμβατικό δικαίωμα της Ενάγουσας να αγοράσει το Επίδικο Ακίνητο. Επισημαίνει ότι ο Εναγόμενος 1 συνέχιζε να παρουσιάζει τον εαυτό του ως ιδιοκτήτη του Επίδικου Ακινήτου και να εισπράττει μισθία ενώ το είχε ήδη μεταβιβάσει στους Εναγόμενους 2 και 3. Σημειώνει επίσης ότι ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε την 2η Συμφωνία ως ιδιοκτήτης του ακινήτου και οι Εναγόμενοι 2 και 3 ως μάρτυρες ενώ όλοι τους γνώριζαν πως το Επίδικο Ακίνητο είχε ήδη μεταβιβαστεί. Σημειώνει τέλος ότι ο Εναγόμενος 1 εισέπραξε ποσό €50.000 και €4.500 έναντι του τιμήματος αγοράς του Επίδικου Ακινήτου ενώ γνώριζε ότι δεν ήταν ιδιοκτήτης.
Μέσω της αγωγής η Ενάγουσα ζητά την ακύρωση της μεταβίβασης του Επίδικου Ακινήτου προς τους Εναγόμενους 2 και 3, καθώς και την ακύρωση μεταβιβάσεων άλλων ακινήτων που διενεργήθηκαν μεταξύ τους. Ζητά επίσης να διαταχθεί ο Εναγόμενος 1 να μεταβιβάσει το Επίδικο Ακίνητο προς την Ενάγουσα έναντι του υπολοίπου τιμήματος αγοράς, αφού μεριμνήσει για τον «καθορισμό και διαχωρισμό» του Επίδικου Ακινήτου.
Διαζευκτικά αξιώνει εναντίον του Εναγόμενου 1 ειδικές αποζημιώσεις για έξοδα και ζημιές που θα υποστεί σε περίπτωση που αναγκαστεί να εγκαταλείψει το Επίδικο Ακίνητο. Συγκεκριμένα, αξιώνει αποζημιώσεις ύψους €300.000 που αφορούν στα έξοδα μετακίνησης της κτηνοτροφικής μονάδας, πλέον €326,511 που αφορούν έξοδα μετακίνησης κινητού εξοπλισμού και €6.000 για τη μετεγκατάσταση φωτοβολταϊκών συστημάτων που εγκατέστησε στην κτηνοτροφική μονάδα.
Παράλληλα με την τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος και προσθήκη των Εναγόμενων 2 και 3, η Ενάγουσα καταχώρησε και την υπό κρίση Αίτηση.
Μέσω της Αίτησης η Ενάγουσα επιδιώκει την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων που απαγορεύουν τους Εναγόμενους 2 και 3 να μεταβιβάσουν, επιβαρύνουν ή αποξενώσουν το Επίδικο Ακίνητο (αιτητικό Α). Ζητούν επίσης ενδιάμεσα διατάγματα που να απαγορεύουν στον Εναγόμενο 1 να μεταβιβάσει, επιβαρύνει ή αποξενώσει άλλα 7 ακίνητα των οποίων είναι ιδιοκτήτης (αιτητικό Β) και διατάγματα που να απαγορεύουν στους Εναγόμενους 2 και 3 να μεταβιβάσουν, επιβαρύνουν ή αποξενώσουν 10 ακίνητα ιδιοκτησίας τους, τα οποία έλαβαν δια δωρεάς από τον Εναγόμενο 1.
Η Αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς όμως δεν εξετάστηκε μονομερώς αλλά δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της προς τους Εναγόμενους 1-3.
Οι Εναγόμενοι 1-3 ήγειραν ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
Ως προς τα γεγονότα, οι Εναγόμενοι 1-3 δέχονται την υπογραφή της Αρχικής Συμφωνίας και της 2ης Συμφωνίας. Δεν αμφισβητούν επίσης την είσπραξη από τον Εναγόμενο 1 των μισθωμάτων και προαναφερόμενων ποσών έναντι του τιμήματος αγοράς του Επίδικου Ακινήτου. Δέχονται επίσης ότι ο Εναγόμενος 1 μεταβίβασε δια δωρεάς το Επίδικο Ακίνητο στους Εναγόμενους 2 και 3, όπως και άλλα ακίνητα, ως ανωτέρω αναφέρεται.
Πέραν αυτών όμως, υποστηρίζουν ότι η Ενάγουσα γνώριζε για τη μεταβίβαση του Επίδικου Ακινήτου από το 2020, ήτοι πριν την υπογραφή της 2ης Συμφωνίας. Αναφέρονται στην τοποθέτηση φωτοβολταϊκού συστήματος από την Ενάγουσα στο Επίδικο Ακίνητο και παρουσιάζουν έντυπο που υπογράφεται από τους Εναγόμενους 2 και 3 ως ιδιοκτήτες του Επίδικου Ακινήτου το οποίο, είναι η θέση τους, είχε υποβληθεί μαζί με τα άλλα έγγραφα στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου για σκοπούς της σχετικής αίτησης.
Σε σχέση με τη 2η Συμφωνία, υποστηρίζουν μεν ότι είναι άκυρη και άνευ νομικού αποτελέσματος γιατί υπογράφεται από τον Εναγόμενο 1 που δεν ήταν ο ιδιοκτήτης του Επίδικου Ακινήτου κατά τον χρόνο εκείνο. Από την άλλη υποστηρίζουν ότι η προσυπογραφή της από τους Εναγόμενους 2 και 3 ως μάρτυρες είναι ένδειξη, όπως το θέτουν, ότι οι Εναγόμενοι έχουν πρόθεση να τιμήσουν τη συμβατική υποχρέωση για πώληση του Επίδικου Ακινήτου προς την Ενάγουσα. Παράλληλα υποστηρίζουν ότι η πώληση δεν είναι εφικτή γιατί υπάρχει ασάφεια σε σχέση με το εμβαδό του Επίδικου Ακινήτου στην Αρχική Συμφωνία. Είναι η θέση τους ότι προς επίλυση αυτής της ασάφειας, είχε διοριστεί, από κοινού, συγκεκριμένος χωρομέτρης όμως το αποτέλεσμα της μελέτης του δεν ικανοποίησε την Ενάγουσα η οποία δεν το αποδέχτηκε. Είναι επίσης η θέση των Εναγόμενων ότι η απόκρυψη αυτών των στοιχείων από την Ενάγουσα πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη της Αίτησης. Είναι επίσης η θέση τους ότι δεν πληρούνται οι γενικές προϋποθέσεις του νόμου και της νομολογίας για έγκριση της Αίτησης.
Μετά την καταχώρηση της ένστασης από τους Εναγόμενους, η Ενάγουσα καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της Αίτησης. Μέσω αυτής υποστηρίζει ότι δεν γνώριζε από το 2020 (όπως οι Εναγόμενοι 1-3 ισχυρίζονται) για την μεταβίβαση του Επίδικου Ακινήτου. Είναι η θέση της ότι στα έγγραφα που η ίδια γνώριζε ότι υποβλήθηκαν για σκοπούς τοποθέτησης των φωτοβολταϊκών στο Επίδικο Ακίνητο, δεν κατονομάζονται οι Εναγόμενοι 2 και 3 ως ιδιοκτήτες. Αμφισβητεί τη γνησιότητα του εγγράφου που παρουσιάστηκε από τους Εναγόμενους ως απόδειξη για τον σχετικό ισχυρισμό τους. Απορρίπτει επίσης τη θέση ότι είχε διοριστεί κοινός χωρομέτρης. Σημειώνει ότι η ίδια είχε διορίσει δικό της χωρομέτρη ο οποίος κατέληξε σε συγκεκριμένο πόρισμα με το οποίο δεν συμφώνησε ο χωρομέτρης της άλλης πλευράς. Υποστηρίζει επίσης ότι η χωρομετρική εργασία που διενεργήθηκε από τον χωρομέτρη των Εναγόμενων είναι λανθασμένη.
Δεν θα επεκταθώ περαιτέρω στη μαρτυρία που περιλαμβάνεται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Περιορίζομαι να σημειώσω ότι έχω εξετάσει την Αίτηση και ένσταση, τις ένορκες δηλώσεις καθώς και τις γραπτές αγορεύσεις που ετοιμάστηκαν από τους συνηγόρους για σκοπούς της ακρόασης της Αίτησης.
Προχωρώ επομένως να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και της νομολογίας για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
H γενική εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα παρέχεται από το άρθρο 32(1) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 που κατά τον ουσιώδη χρόνο προέβλεπε ότι το Δικαστήριο:
«…δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία:
Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov.»
Όπως προκύπτει από το λεκτικό, το Δικαστήριο εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα μόνο εάν πληρούνται, σωρευτικά, οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στην πιο πάνω διάταξη. Δηλαδή εάν ο αιτητής καταδείξει (α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ότι υπάρχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και (γ) εάν δείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Τέλος, διάταγμα εκδίδεται μόνο εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης.
Συνεπώς, προχωρώ να εξετάσω εάν για κάθε ένα από τα αιτούμενα διατάγματα πληρούνται οι σωρευτικές προϋποθέσεις του άρθρου 32(1) του Ν.14/60 για έκδοση του[1].
Αναφορικά με την 1η προϋπόθεση του άρθρου 32(1) του Ν.14/1960, το Δικαστήριο ανατρέχει στα δικόγραφα για να αποφασίσει κατά πόσο αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής.
Όπως επαναλήφθηκε στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Laxiflora Holdings Ltd κ.α. ν Κώστα Ζερβού κ.α., πολιτικές εφέσεις Ε38/2021 και Ε42/2021, ημερομηνίας 12.2.2024:
«για εκπλήρωση της πρώτης προϋπόθεσης απαιτείται απλώς η δικογραφημένη ανάδειξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. Δεν πληρούν την πρώτη προϋπόθεση, αγωγές στηριζόμενες σε βάσεις άγνωστες στον Νόμο ή και τη Νομολογία όπου η συνέχιση τους θα απολήξει να είναι ανούσια και ενοχλητική (frivolous and vexatious), αλλά και απαιτήσεις όπου επιδιώκεται η απόδοση θεραπείας παράλογης ή απαράδεκτης.»
Στην προκείμενη περίπτωση, η έκθεση απαίτησης περιλαμβάνει ισχυρισμούς σε σχέση με τα γεγονότα όπως τα έχω συνοψίσει πιο πάνω. Από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, προκύπτει ότι η Ενάγουσα επικαλείται παράβαση συμφωνίας, δόλο, απάτη, ψευδείς παραστάσεις για να βασίσει τις αξιώσεις που εγείρει. Κρίνω ότι το περιεχόμενο του δικογράφου αποκαλύπτει πραγματικά και νομικά ζητήματα προς απόφαση στα πλαίσια δίκης και, συνεπώς, κρίνω ότι πληρείται η 1η προϋπόθεση του άρθρου 32 Ν.14/60.
Η 2η προϋπόθεση του άρθρου 32(1) του Ν. 14/60 αφορά κατά πόσο διαπιστώνεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας στις αξιώσεις που εγείρονται με την αγωγή. «Ορατή πιθανότητα επιτυχίας» σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[2]. Εξετάζοντας κατά πόσο πληρείται αυτή η προϋπόθεση, το Δικαστήριο περιορίζεται να διαπιστώσει μόνο αν υπάρχει ενδεχόμενο, με βάση το μαρτυρικό υλικό, ο αιτητής να επιτύχει στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας[3].
Στην Laxiflora (ανωτέρω), η προσέγγιση της νομολογίας συνοψίστηκε ως εξής:
«Κατά την εξέταση της προϋπόθεσης αυτής γίνεται συσχέτιση της νομικής βάσης της αγωγής με την προσκομισθείσα, από πλευράς αιτητή, μαρτυρίας. Σταθμίζεται βέβαια και η αντίθετη εκδοχή του καθ' ου η αίτηση. Η υποκειμενική και εξαντλητική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά και η επιλογή εκδοχών και η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων θα πρέπει να αποφεύγεται. Αυτά είναι αξιώματα που ανήκουν στην κυρίως δίκη. Αυτού λεχθέντος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία, κάποια αποτίμηση της αποδεικτικής δύναμης της μαρτυρίας εκείνου που ζητά τη θεραπεία, θα πρέπει να γίνεται από το Δικαστήριο.»
Από τη συνοπτική αναφορά στις εκατέρωθεν θέσεις προκύπτει ότι υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές ως προς τα γεγονότα, τις προθέσεις των εμπλεκομένων, την ερμηνεία εγγράφων, τα εκατέρωθεν νομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις.
Η διαδικασία έκδοσης παρεμπίπτοντων διαταγμάτων δεν προσφέρεται για εις βάθος αξιολόγηση αντικρουόμενης μαρτυρίας ώστε να καταλήξει το Δικαστήριο σε ευρήματα για αμφισβητούμενα γεγονότα. Ούτε είναι αυτό το κατάλληλο στάδιο για εξέταση του περιεχόμενου εγγράφων και διατύπωσης συμπερασμάτων. Η μαρτυρία που παρουσιάζεται εκατέρωθεν προσεγγίζεται και εξετάζεται μόνο στο βαθμό που είναι απαραίτητο για τα προς απόφαση ζητήματα.
Ο πήχης για το τί συνιστά «ορατή πιθανότητα επιτυχίας», δεν έχει τεθεί πολύ ψηλά από τη νομολογία. Στην προκείμενη περίπτωση, στη βάση όλων των στοιχείων ενώπιον μου, κρίνω ότι η Ενάγουσα έχει παρουσιάσει μαρτυρία που να αποκαλύπτει πραγματικό έρεισμα για τους ισχυρισμούς που προβάλλει και τις αξιώσεις που εγείρει. Συνεπώς, κρίνω ότι ικανοποιείται και η 2η προϋπόθεση του άρθρου 32(1) του Ν. 14/60.
Πριν προχωρήσω στην 3η προϋπόθεση του άρθρου 32(1), στέκομαι σε ένα ζήτημα που εγέρθηκε από την πλευρά των Εναγόμενων στην ένσταση τους και αφορά τη θέση τους για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και παραπλάνηση του Δικαστηρίου από την Ενάγουσα.
Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα εκπηγάζει από τις αρχές της επιείκειας[4]. Ένα από τα αξιώματα της επιείκειας είναι ότι όποιος προσέρχεται στην επιείκεια πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια. Το καθήκον αυτό εμπεριέχει την υποχρέωση στον εκάστοτε αιτητή να αποκαλύπτει πλήρως και ειλικρινά όλα τα δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση, είτε είναι υπέρ του είτε εναντίον του, τα οποία ενδεχομένως να επενεργήσουν στην κρίση του Δικαστηρίου. Διάδικος που αιτείται την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος οφείλει να αποκαλύψει πλήρως και δίκαια (fully and fairly)[5] όλα τα γεγονότα τα οποία είναι σημαντικά και ουσιώδη για να έχει το Δικαστήριο ολοκληρωμένη εικόνα κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας.
Η ουσία είναι να δοθεί στο Δικαστήριο μια σαφής εικόνα για τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση. Στην παρούσα περίπτωση δεν διαπιστώνω ουσιώδη απόκρυψη ή προσπάθεια παραπλάνησης από πλευράς της Ενάγουσας.
Υπάρχουν διαφορετικές εκδοχές σε σχέση με κάποια γεγονότα καθώς και διαφορετική ερμηνεία των προθέσεων των μερών. Όμως όχι τέτοιας έκτασης που να δικαιολογεί την εισήγηση των Εναγόμενων ότι υπάρχει εσκεμμένη απόκρυψη ή στρέβλωση γεγονότων που να καθιστούν την Αίτηση έκθετη σε απόρριψη για αυτό τον λόγο.
Η Ενάγουσα δεν αναφέρθηκε στην Αίτηση στον διορισμό χωρομέτρη. Όμως η χωρομετρική εργασία είναι γεγονός μεταγενέστερο της 2ης Συμφωνίας και δεν συνδέεται άμεσα με τη θέση της Ενάγουσας για απάτη και δόλο από πλευράς των Εναγόμενων.
Επαναλαμβάνω ότι αυτό δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να αποφασιστεί ποια από τις διιστάμενες εκδοχές για διάφορα γεγονότα είναι η αληθινή. Ούτε είναι το κατάλληλο στάδιο για να αποφασιστούν προθέσεις, επιδιώξεις, κίνητρα των εμπλεκόμενων.
Προσθέτω επίσης ότι στην παρούσα περίπτωση η Αίτηση δεν εξετάστηκε μονομερώς αλλά δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της στους Εναγόμενους, οι οποίοι είχαν την ευκαιρία να ακουστούν πριν αποφασιστεί. Συνεπώς, στην απουσία στοιχείων που να συνηγορούν ότι υπήρξε εσκεμμένη προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου από μέρους της Ενάγουσας, το ζήτημα απόκρυψης δεν είναι καθοριστικό.
Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση του Εφετείου Investar SPC Ltd v Investar Investments Ltd, Πολιτική έφεση Ε50/2021, ημερομηνίας 15.2.2024, σε αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα η οποία καταχωρείται ή καθίσταται δια κλήσεως η παράληψη πλήρους αποκάλυψης μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης μόνο εφόσον διαπιστωθεί ότι έγινε εσκεμμένα, με πρόθεση παραπλάνησης του Δικαστηρίου.
Προχωρώ στην 3η προϋπόθεση του άρθρου 32(1) του Ν. 14/60. Η συγκεκριμένη προϋπόθεση αφορά κατά πόσο η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας είναι απαραίτητη για να αποφευχθεί ανεπανόρθωτη βλάβη τους Ενάγοντες/Αιτητές.
Η «ανεπανόρθωτη ζημιά» και, γενικότερα, η «δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο» εξετάζονται σε συνάρτηση με κάθε ένα από τα αιτούμενα διατάγματα που ζητά η πλευρά των Εναγόντων/Αιτητών. Δηλαδή για το κάθε Επίδικο Αιτούμενο Διάταγμα πρέπει να αποφασιστεί εάν η έκδοση του είναι απαραίτητη για να αποτραπεί ο κίνδυνος συγκεκριμένης, ενδεχόμενης ζημιάς.
Με το αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου Α της Αίτησης, η Ενάγουσα ζητάν να απαγορευτεί στους Εναγόμενους 2 και 3 να μεταβιβάσουν, επιβαρύνουν ή αποξενώσουν το Επίδικο Ακίνητο.
Κεντρική επιδίωξη της Ενάγουσας μέσω της αγωγής είναι η ολοκλήρωση της πώλησης και η μεταβίβαση του Επίδικου Ακινήτου που δεν θα μπορεί να αποδοθεί εάν αποξενωθεί περαιτέρω το ακίνητο. Παράλληλα, τόσο στην έκθεση απαίτησης όσο και στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την παρούσα Αίτηση, υπάρχει αναφορά σε ζημιές που θα υποστεί η Ενάγουσα σε περίπτωση που δεν το αγοράσει και αναγκαστεί να μετακινήσει την κτηνοτροφική μονάδα από το Επίδικο Ακίνητο. Στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την Αίτηση επεξηγείται η φύση της ζημιάς και οι άμεσες συνέπειες σε περίπτωση που η Ενάγουσα απωλέσει κατοχή του Επίδικου Ακινήτου.
Η φύση των ισχυρισμών, των επίδικων θεμάτων και των αξιώσεων, κρίνω ότι καθιστούν αναγκαία την προστασία το Επίδικου Ακινήτου ώστε να διαφυλαχθεί η δυνατότητα παροχής αποτελεσματικής θεραπείας σε περίπτωση επιτυχίας των σχετικών αξιώσεων στα πλαίσια της δίκης.
Συνεπώς, κρίνω ότι αναφορικά με το αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου Α της Αίτησης, πληρείται και η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32, Ν. 14/60.
Δεν ισχύει όμως το ίδιο για τα διατάγματα των παραγράφων Β και Γ της Αίτησης. Με εκείνα τα διατάγματα, η Ενάγουσα επιδιώκει να εμποδίσει την αποξένωση, επιβάρυνση ή μεταβίβαση άλλων ακινήτων των Εναγόμενων 1-3. Όπως εξηγεί ο συνήγορος της Ενάγουσας στην αγόρευση του, επιδιώκεται η έκδοση διαταγμάτων τύπου Mareva αλλά και κατ΄ επίκληση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, με σκοπό να διασφαλιστεί η πληρωμή οποιασδήποτε αποζημίωσης τυχόν διαταχθεί στο τέλος της αγωγής.
Από τα ενώπιον μου στοιχεία δεν διαπιστώνω ενδείξεις που να καθιστούν αναγκαία την έκδοση αυτών των διαταγμάτων. Τέτοια διατάγματα πρέπει να εκδίδονται με φειδώ και η παρούσα περίπτωση, με τα στοιχεία και δεδομένα που είναι σήμερα ενώπιον μου, δεν εμπίπτει στις ιδιαίτερες περιπτώσεις όπου είναι απαραίτητη η χορηγία τόσο δραστικής θεραπείας. Ειδικότερα, μαρτυρία ότι επίκειται περαιτέρω αποξένωση ή επιβάρυνση αυτών των ακινήτων δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο ενδεχόμενος κίνδυνος. Έστω όμως και αν υπάρχει αυτή η πιθανότητα, η περιουσία που επιδιώκεται να παγοποιηθεί είναι ακίνητη περιουσία, η οποία βρίσκεται στη Δημοκρατία και υπάρχουν οι μηχανισμοί και η δυνατότητα να ακυρωθεί οποιαδήποτε τέτοια μεταγενέστερη πράξη σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι διενεργήθηκε δόλια από τους εμπλεκόμενους.
Συνεπώς, αναφορικά με τα συγκεκριμένα αιτούμενα διατάγματα Β και Γ της Αίτησης, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η έκδοση τους είναι αναγκαία προς αποτροπή ανεπανόρθωτης ζημιάς.
Τέλος, σε σχέση με το αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου Α της αίτησης έχω αναλογιστεί κατά πόσο είναι πρόσφορο και δίκαιο να εκδοθεί και η απάντηση είναι θετική. Η δυσχέρεια που θα προκληθεί στους Εναγόμενους 2 και 3, εναντίον των οποίων στρέφεται εκείνο το διάταγμα, από την έκδοση τους δεν είναι δυσανάλογη ή δυσβάστακτη. Δεν υπάρχει τέτοια εισήγηση στην ένσταση. Αντίθετα, οι ενδεχόμενοι κίνδυνοι για την Ενάγουσα εάν δεν εκδοθεί, είναι μεγαλύτερη.
Καταληκτικά, για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, κρίνω ότι η Αίτηση επιτυγχάνει σε σχέση με το αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου Α, το οποίο εκδίδεται.
Τα Αιτούμενα Διατάγματα των παραγράφων Β και Γ της Αίτησης δεν μπορούν να εκδοθούν. Συνεπώς, η Αίτηση απορρίπτεται αναφορικά με αυτά.
Σε σχέση με τα έξοδα της Αίτησης, ενόψει της μερικής επιτυχίας της, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 2 και 3, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Καμία διαταγή για έξοδα σε σχέση με τον Εναγόμενο 1, ενόψει της κοινής εκπροσώπησης με τους υπόλοιπους Εναγόμενους.
(Υπ.) …………………………………………………
Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής