
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 2154/2022
Μεταξύ:
1. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΚΚΟΥΡΑ
2. ΣΤΕΛΛΑΣ ΠΑΠΑΜΙΧΑΗΛ
Εναγόντων
και
ΧΑΡΗ ΣΤΑΥΡΑΚΗ
Εναγόμενου
9 Ιανουαρίου, 2025
Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντες & Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους/Αιτητές: κα Χριστοδούλου για Γεώργιος Κολοκασίδης & Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενο & Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα/Καθ’ ου η Αίτηση: κ. Σταυράκης για Ρ. & Χ. Σταυράκης Δ.Ε.Π.Ε. και Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
στην αίτηση των Εναγόντων & Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενων ημερομηνίας 23.10.2024
για τροποποίηση της Απάντησης στην Υπεράσπιση & Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση
Η Ενάγουσα 2 και ο Εναγόμενος είναι αδέρφια. Έχουν ακόμα μια αδερφή που δεν είναι διάδικος. Η μητέρα τους απεβίωσε στις 21.5.2022 και τα τρία αδέρφια είναι οι κληρονόμοι της. Οι Ενάγοντες καταχώρησαν από κοινού την αίτηση διαχείρισης υπ΄ αριθμό 621/2022 στις 12.8.2022 για την παραχώρηση σε αυτούς εγγράφων διαχείρισης. Ο Εναγόμενος καταχώρησε στις 26.8.2022 ειδοποίηση απαγόρευσης χορήγησης εγγράφων διαχείρισης (caveat). Η θέση των Εναγόντων είναι ότι το caveat που καταχώρησε ο Εναγόμενος είναι αδικαιολόγητο και ότι δεν συντρέχει λόγος να μην διοριστούν από κοινού ως διαχειριστές της περιουσίας της αποβιώσασας. Καταχώρησαν την παρούσα κληρονομική αγωγή ζητώντας τον παραμερισμό του caveat και την χορήγηση εγγράφων διαχείρισης σε αυτούς.
Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπιση του ισχυρίζεται ότι η καταχώρηση του caveat είναι δικαιολογημένη. Εν πολλοίς, αμφισβητεί την ικανότητα των Εναγόντων να εκτελέσουν ορθά την διαχείριση της περιουσίας της αποβιώσασας. Μεταξύ άλλων, υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα 2 και η έτερη αδερφή δεν διατηρούσαν καλές σχέσεις με τη μητέρα τους, ότι η Ενάγουσα 2 είναι «αναξιόπιστη» και «διακατέχεται από εχθρικό μένος εναντίον του εναγόμενου» (όπως το θέτει) διότι ο Εναγόμενος αρνείτο να συναινέσει στον διαχωρισμό των περιουσιακών στοιχείων οικογενειακών εταιρειών. Αναφέρει και πολλά άλλα για το υπόβαθρο των οικογενειακών διενέξεων που δεν χρειάζεται να παραθέσω. Ισχυρίζεται επίσης ότι η Ενάγουσα 2 δεν διαθέτει την κατάρτιση που απαιτείται για να διοριστεί ως διαχειρίστρια και ότι έγιναν λάθη από τους Ενάγοντες στον καθορισμό της αξίας του αδιάθετου μέρους της περιουσίας της αποβιώσασας στην αίτηση διαχείρισης.
Ο Εναγόμενος εγείρει και Ανταπαίτηση με την οποία αξιώνει την απόρριψη της αίτησης διαχείρισης υπ’ αριθμό 621/2022 και τον διορισμό του ιδίου και του δικηγόρου του ως συνδιαχειριστές της περιουσίας της αποβιώσασας.
Οι Ενάγοντες καταχώρησαν Απάντηση στην Υπεράσπιση & Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση. Συνοπτικά, αρνούνται όσα τους καταλογίζει ο Εναγόμενος και αντικρούουν όσα εκείνος αναφέρει για τις ενδο-οικογενειακές διαφορές. Υποστηρίζουν ότι ο Εναγόμενος ευθύνεται για τις εχθρικές οικογενειακές σχέσεις και ότι αυθαίρετα επιδιώκει να αποκλείσει τους άλλους κληρονόμους από την περιουσία της αποβιώσασας για να την ελέγξει και καρπωθεί ο ίδιος.
Δεν θα επεκταθώ περαιτέρω στις δικογραφημένες θέσεις γιατί δεν χρειάζεται στο παρόν στάδιο.
Τα δικόγραφα της αγωγής έκλεισαν από τον Νοέμβριο 2022 και έχουν καταχωρηθεί κλήσεις για οδηγίες.
Με την παρούσα αίτηση, οι Ενάγοντες ζητούν άδεια να τροποποιήσουν την Απάντηση στην Υπεράσπιση & Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση με την προσθήκη (στην παράγραφο 20 του δικογράφου) ισχυρισμών που αφορούν γεγονότα τα οποία συνέβησαν μεταξύ Ιουλίου και Οκτωβρίου 2024. Συνοπτικά, τα γεγονότα αυτά αφορούν αίτηση της Ενάγουσας 2 και της έτερης αδερφής στα πλαίσια της οποίας εξασφάλισαν διάταγμα για τον διορισμό προσωρινού διαχειριστή Pedente Lite για τους αποβιώσαντες γονείς τους σε σχέση με συγκεκριμένες αγωγές που εκκρεμούν στο Δικαστήριο. Είναι η θέση τους ότι ο Εναγόμενος δεν συμμορφώνεται με το εν λόγω διάταγμα και αρνείται να συνεργαστεί με τον προσωρινό διαχειριστή, αναφέροντας συγκεκριμένα γεγονότα. Πέραν της προσθήκης αυτών των ισχυρισμών στην παράγραφο 20 του δικογράφου, ζητούν να επιτραπούν και κάποιες επιμέρους προσθήκες σε άλλες παραγράφους που, ουσιαστικά, παραπέμπουν στα προαναφερόμενα.
Η θέση των Εναγόντων είναι ότι οι προσθήκες αυτές είναι αναγκαίες ώστε τα εν λόγω γεγονότα να είναι ενώπιον του Δικαστηρίου όταν θα αποφασίζει την αγωγή.
Ο Εναγόμενος ενίσταται να δοθεί άδεια για την αιτούμενη τροποποίηση. Εγείρει συνολικά 30 λόγους ένστασης που, όμως, ομαδοποιούνται ως εξής. Υποστηρίζει ότι η αίτηση είναι αντικανονική γιατί καταχωρήθηκε χωρίς να δοθεί προηγουμένως άδεια από το Δικαστήριο, ότι οι ισχυρισμοί που επιχειρείται να εισαχθούν είναι άσχετοι με τα επίδικα θέματα, ότι οι Ενάγοντες ενεργούν κακόπιστα, καταχρηστικά, ότι η νομική βάση της Αίτησης είναι ελλιπής και ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για χορήγηση της αιτούμενης άδειας. Παρενθετικά σημειώνω ότι εγείρετο ως λόγος ένστασης ζήτημα αντικανονικότητας γιατί στο σώμα της Αίτησης αναφέρεται ότι υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση κάποιας Ευρυδίκης Μαυρομμάτη όμως η ενόρκως δηλούσα είναι η Ενάγουσα 2. Αυτή η παρατυπία θεραπεύτηκε από το Δικαστήριο κατόπιν σχετικού προφορικού αιτήματος και αφού ακούστηκαν και οι δύο πλευρές, σε ενωρίτερο στάδιο της διαδικασίας.
Πριν προχωρήσω σημειώνω ότι στα πλαίσια της ακρόασης, οι δύο πλευρές παρουσίασαν γραπτές αγορεύσεις τις οποίες έχω μελετήσει, όπως μελέτησα και το σύνολο των δεδομένων που είναι ενώπιον μου.
Ξεκινώ από τη θέση του Εναγόμενου ότι απαιτείτο προηγούμενη άδεια για να καταχωρηθεί η παρούσα Αίτηση. Η συγκεκριμένη προϋπόθεση εισήχθηκε στη δικονομία με τους περί Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2022 που προβλέπουν ότι η καταχώρηση ενδιάμεσης αίτησης σε αγωγές επιτρέπεται μόνο με τη λήψη σχετικής άδειας από το Δικαστήριο. Με την τελευταία τροποποίηση, οι εν λόγω Κανονισμοί εφαρμόζονται σε αγωγές που καταχωρήθηκαν μέχρι 31.12.2021. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε το 2022 και συνεπώς είναι εκτός του πλαισίου εφαρμογής των Κανονισμών. Άρα δεν χρειαζόταν προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώρηση της Αίτησης.
Προχωρώ στη θέση του Εναγόμενου περί κακοπιστίας και κατάχρησης από πλευράς των Εναγόντων. Παρότι προβάλλονται αυτοί οι ισχυρισμοί από τον Εναγόμενο, δεν παρουσιάζονται γεγονότα που να στοιχειοθετούν τέτοιο συμπέρασμα. Είναι φανερό ότι οι τεταμένες οικογενειακές σχέσεις και η καχυποψία εκατέρωθεν, προκαλούν δυσφορία και αναστάτωση για κάθε διάβημα που λαμβάνει η μια ή η άλλη πλευρά, τόσο στην παρούσα αγωγή όσο και σε άλλες διαδικασίες που εκκρεμούν μεταξύ των εμπλεκομένων. Αυτό όμως δεν είναι αρκετό για να στοιχειοθετήσει ισχυρισμό για κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας.
Αναφορικά με τη νομική βάση της Αίτησης, αυτή περιλαμβάνει τη Δ.25 Θ1-5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (στη μορφή που εφαρμόζονται στην παρούσα αγωγή), που θεωρώ ότι επαρκεί.
Προχωρώ στην ουσία της Αίτησης, δηλαδή κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για χορήγηση της αιτούμενης άδειας.
Η Δ. 25 Θ. 3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (όπως διαμορφώθηκε με τον Διαδικαστικό Κανονισμό ημερομηνίας 27.4.2018), προνοεί τα εξής:
Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.
Προκύπτει από το πιο πάνω λεκτικό ότι μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες, όπως στην παρούσα περίπτωση, η τροποποίηση δικογράφου επιτρέπεται μόνο σε δύο περιπτώσεις.
Η πρώτη είναι για διόρθωση καλόπιστου λάθους στη σύνταξη της δικογραφίας. Η παρούσα Αίτηση σαφώς δεν προωθείται σε αυτή τη βάση.
Η δεύτερη περίπτωση αφορά υποθέσεις όπου προέκυψαν νέα γεγονότα μετά την ανταλλαγή των δικογράφων τα οποία, εκ των πραγμάτων, δεν ήταν εφικτό να δικογραφηθούν εξ αρχής. Αυτό επικαλούνται οι Ενάγοντες στην παρούσα Αίτηση.
Όπως σημείωσα πιο πάνω, η θέση των Εναγόντων είναι ότι τα γεγονότα που επιδιώκουν να δικογραφήσουν συνέβησαν μεταξύ Ιουλίου και Οκτωβρίου 2024. Από την πλευρά του ο Εναγόμενος φαίνεται να συμφωνεί ότι τότε είχαν επισυμβεί τα εν λόγω γεγονότα (δίνει όμως τη δική του ερμηνεία σε σχέση με αυτά και τις προθέσεις του ιδίου και της άλλης πλευράς).
Από τα ενώπιον μου στοιχεία επομένως έχω ικανοποιηθεί ότι τα γεγονότα που οι Ενάγοντες θέλουν να προσθέσουν στο δικόγραφο τους πράγματι είναι μεταγενέστερα της καταχώρησης του υφιστάμενου δικογράφου.
Παρά τη διαπίστωση αυτή, πρέπει στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση στην παρούσα περίπτωση. Η γενικότερη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου απορρέει από τη Δ.25 Θ.5 των Θεσμών που προβλέπει τα εξής:
«Το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται από ή κατά τη διαδικασία.»
Καθοριστικός παράγοντας στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει ή όχι τροποποίηση είναι κατά πόσο εξυπηρετούνται οι άμεσες ανάγκες της αγωγής με την προσθήκη των ισχυρισμών για τα νέα γεγονότα. Δηλαδή, το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο οι νέοι ισχυρισμοί είναι σχετικοί με τα προς απόφαση ζητήματα.
Το αντικείμενο της παρούσας αγωγής είναι κατά πόσο οι Ενάγοντες (ως υποστηρίζουν στα πλαίσια της αγωγής) ή ο Εναγόμενος και ο δικηγόρος του (ως ο Εναγόμενος υποστηρίζει στα πλαίσια της ανταπαίτησης) πρέπει να λάβουν έγγραφα διαχείρισης της αποβιώσασας. Ο μεν Εναγόμενος αμφισβητεί την καταλληλότητα των Εναγόντων να διοριστούν διαχειριστές, οι δε Ενάγοντες αμφισβητούν την καταλληλότητα του Εναγόμενου και του δικηγόρου του.
Οι νέοι ισχυρισμοί που οι Ενάγοντες θέλουν να προσθέσουν αφορούν λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι ο Εναγόμενος είναι ακατάλληλο πρόσωπο να διοριστεί διαχειριστής. Συνεπώς, φαίνεται εκ πρώτης όψεως πως είναι σχετικοί με τα πραγματικά και νομικά ζητήματα που θα αποφασιστούν στη δίκη.
Παράλληλα, έχω συνυπολογίσει ότι είμαστε ακόμα στο αρχικό στάδιο της αγωγής, η ακρόαση της οποίας δεν έχει ακόμα ξεκινήσει. Συνυπολόγισα ότι ο Εναγόμενος θα έχει τη δυνατότητα να τοποθετηθεί αναφορικά με τους νέους ισχυρισμούς στην τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση που θα έχει τη δυνατότητα να καταχωρήσει.
Συνεπώς, στη βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι είναι ορθότερο και προς το συμφέρον την δικαιοσύνης να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση.
Καταληκτικά, η Αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα ως οι παράγραφοι Α, Β, Γ και Δ αυτής, όμως το τροποποιημένο δικόγραφο να καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος το οποίο να ζητηθεί εντός 5 ημερών από σήμερα. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας.
Παραμένει το θέμα των εξόδων της Αίτησης. Επειδή η Αίτηση καταχωρήθηκε με πρωτοβουλία των Εναγόντων, κρίνω ορθό όπως μη επιβαρυνθεί τα έξοδα ο Εναγόμενος, παρά την επιτυχία αυτής. Συνεπώς τα έξοδα της Αίτησης και τυχόν σπαταληθέντα ένεκα της τροποποίησης, επιδικάζονται εναντίον των Εναγόντων και υπέρ του Εναγόμενου, ως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν.
……………………………………………
Γ. Κυθραιώτου Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο