ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 1330/2024
Μεταξύ:
1. ALPHA PANARETI PUBLIC LIMITED
2. THE SUNSET BOULEVARD TOURIST AND ESTATE COMPANY LIMITED
Ενάγοντες
και
ΕΦΟΡΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ
Εναγόμενος
Και ως τροποποιήθηκε με Διάταγμα ημερομηνίας 12.5.2025
Μεταξύ:
1. ALPHA PANARETI PUBLIC LIMITED
2. THE SUNSET BOULEVARD TOURIST AND ESTATE COMPANY LIMITED
Ενάγοντες
και
1. ΕΦΟΡΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ
2. SKY CAC LIMITED
3. ALPHA BANK CYPRUS LTD
Εναγόμενοι
Ημερομηνία: 16.12.2025
Για Ενάγοντες: κ. Λ. Παρπαρίνος για Λούκας & Βίας Λ. Παρπαρίνος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενους 2 & 3: κ. Καλλένος για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
σε αίτημα που υποβλήθηκε από τους Ενάγοντες και αντεξέταση ενόρκως δηλούντα
στα πλαίσια της αίτησης ημερομηνίας 14.7.2025
Εκκρεμεί προς εκδίκαση αίτηση των Εναγόμενων 2 & 3 ημερομηνίας 14.7.2025 με την οποία ζητούν τον παραμερισμό της παρούσας αγωγής ένεκα έλλειψης δικαιοδοσίας και λόγω κατάχρησης (στο εξής η «Κυρίως Αίτηση»). Η Κυρίως Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Ελευθέριου Θεοδώρου, λειτουργού της Εναγόμενης 3. Η πλευρά των Εναγόντων έχει καταχωρήσει ένσταση στην Κυρίως Αίτηση. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Ν. Ιωάννου, διευθυντή και μέτοχου των Εναγουσών εταιρειών. Ακολούθως, καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση από τους Εναγόμενους 2 & 3 προς απάντηση των θέσεων στην ένσταση καθώς και συμπληρωματική ένορκη δήλωση από τους Ενάγοντες προς απάντηση των θέσεων στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της άλλης πλευράς.
Η Κυρίως Αίτηση είναι ορισμένη για ακρόαση τον Ιανουάριο 2026.
Η πλευρά των Εναγόντων έχει υποβάλει αίτημα για να της επιτραπεί να αντεξετάσει τον κ. Θεοδώρου, ενόρκως δηλούντα των Εναγόμενων. Το αίτημα υποβλήθηκε χωρίς γραπτή αίτηση (σύμφωνα με προηγούμενες οδηγίες του Δικαστηρίου[1]) και προωθήθηκε μέσω της επικοινωνίας της πλατφόρμας I-Justice. Στο σχετικό μήνυμα, ο συνήγορος των Εναγόντων παρέθεσε τις παραγράφους επί των οποίων επιθυμεί να αντεξετάσει και εξήγησε τους λόγους για τους οποίους το αίτημα πρέπει να εγκριθεί. Ο συνήγορος των Εναγόμενων 2 & 3 απάντησε, εκφράζοντας τη διαφωνία του και εξηγώντας τους λόγους της ένστασης του. Οι θέσεις των δύο πλευρών παρουσιάστηκαν σε σαφή και περιεκτικό τρόπο μέσω των ηλεκτρονικών τους μηνυμάτων και κρίνω ότι μπορώ να αποφασίσω το ζήτημα, συνοπτικά[2], στη βάση των μηνυμάτων αυτών.
Οι Ενάγοντες επιθυμούν να αντεξετάσουν τον κ. Θεοδώρου επί 146 παραγράφων της αρχικής ένορκης του δήλωσης και επί 13 παραγράφων της συμπληρωματικής ένορκης του δήλωσης. Η αντεξέταση επιδιώκεται ώστε να αποκαλυφθεί η καταχρηστική και παρελκυστική τακτική της άλλης πλευράς (ως η θέση των Εναγόντων) και για να βοηθηθεί το Δικαστήριο να αποφασίσει επί της Κυρίως Αίτησης. Οι Εναγόμενοι 2 & 3 διαφωνούν. Η δική τους θέση είναι ότι δεν υφίσταται καλός λόγος ώστε να επιτραπεί η αντεξέταση.
Όπως σημείωσα πιο πάνω, πέραν από τις θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών σε σχέση με το προς απόφαση αίτημα αντεξέτασης, γνωρίζω το περιεχόμενο του φακέλου, της Έκθεσης Απαίτησης (ως τροποποιήθηκε), της Κυρίως Αίτησης και ένστασης καθώς και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν.
Το αίτημα των Εναγόντων βασίζεται στο Μέρος 23.13(2) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023 (στο εξής «ΚΠΔ») που προβλέπει ότι:
«Το δικαστήριο δύναται για καλό λόγο να επιτρέψει την αντεξέταση οποιουδήποτε προσώπου δίδει γραπτή μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης ή της ένστασης ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου η αντεξέταση του οποίου επιτρέπεται από οποιοδήποτε κανονισμό ή νόμο.»
Οι Ενάγοντες επικαλούνται επίσης το Μέρος 32.6 των ΚΠΔ που προβλέπει ότι:
«Όταν σε ακρόαση άλλη από δίκη δίδεται γραπτή μαρτυρία, οποιοσδήποτε διάδικος δύναται να αιτηθεί από το δικαστήριο άδεια αντεξέτασης του προσώπου το οποίο δίδει τη μαρτυρία.»
Δεν έχω εντοπίσει Κυπριακή νομολογία που να δίνει κατεύθυνση σε σχέση με την προσέγγιση αιτημάτων για αντεξέταση στη βάση του Μέρους 23.13 ή του Μέρους 32.6 των ΚΔΠ 2023. Από το λεκτικό όμως των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι το ζήτημα επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η διακριτική ευχέρεια ασκείται δικαστικά με γνώμονα τον ορθό, δίκαιο και εύλογο χειρισμό υπό τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης και λαμβάνοντας υπόψη, τη φύση και ανάγκες της διαδικασίας στην οποία υποβάλλεται το αίτημα αντεξέτασης.
Οι παλαιοί Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, παρείχαν επίσης την ευχέρεια στο Δικαστήριο να επιτρέψει την αντεξέταση ενόρκως δηλούντα. Πρόκειται για τη διάταξη Δ.39 Θ.1 σύμφωνα με την οποία:
«Upon an application evidence may be given by affidavit; but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross - examination».
Μέσω της νομολογίας που αφορούσε την Δ.39 Θ.1 των παλαιών Θεσμών αναγνωρίστηκαν κάποιοι παράγοντες που το Δικαστήριο πρέπει να προσμετρά όταν καλείται να αποφασίσει εάν θα επιτρέψει την αντεξέταση ενόρκως δηλούντα[3].
Το Μέρος 23.13(2) των ΚΠΔ 2023 καθορίζει ρητά ότι για να επιτραπεί αντεξέταση ενόρκως δηλούντα πρέπει να υφίσταται «καλός λόγος». Η διατύπωση του Μέρους 32.6 των ΚΠΔ 2023 είναι πιο γενική.
Θα μπορούσα να προσεγγίσω τη δυνατότητα που παρέχουν οι νέοι ΚΠΔ υπό το πρίσμα της καθοδήγησης της νομολογίας για τη Δ.39 Θ.1 των παλαιών Θεσμών. Οι παράγοντες που εκεί αναγνωρίζονται θεωρώ ότι είναι σχετικοί.
Υπάρχει όμως μια ουσιαστική διαφοροποίηση στο νέο καθεστώς που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Πρόκειται για το γεγονός ότι στα πλαίσια εκδίκασης μιας ενδιάμεσης αίτησης με τους νέους ΚΠΔ 2023, πλέον παρέχεται η δυνατότητα στα μέρη να καταχωρήσουν και συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Μέσω αυτών έχουν την ευκαιρία να απαντήσουν στις θέσεις της άλλης πλευράς και να συμπληρώσουν την αρχική τους μαρτυρία. Δεδομένης πλέον αυτής της δυνατότητας, οι περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να επιτραπεί η αντεξέταση με βάση τους ΚΠΔ 2023 περιορίζονται ακόμα περισσότερο παρά με τους παλαιούς Θεσμούς.
Το βασικό κριτήριο κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου με βάση τους ΚΠΔ 2023, θεωρώ ότι παραμένει το ίδιο όπως και στους παλαιούς Θεσμούς. Αυτό είναι κατά πόσο η αντεξέταση εξυπηρετεί τις ανάγκες της Κυρίως Αίτησης. Εάν η αντεξέταση δεν είναι αναγκαία ή δεν θα είναι βοηθητική για την απόφαση στην Κυρίως Αίτηση, τότε δεν πρέπει να επιτραπεί.
Καθοριστικής επίσης σημασίας παραμένει η φύση της Κυρίως Αίτησης και εάν αυτή δικαιολογεί την αντεξέταση. Αυτό με δεδομένο ότι μια ενδιάμεση αίτηση δεν είναι συνήθως κατάλληλο πλαίσιο για διερεύνηση αμφισβητούμενων γεγονότων ευρείας φύσης, ούτε για αξιολόγηση της αξιοπιστίας μαρτύρων ή εις βάθος ενασχόληση με ζητήματα που ενδέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης στην κυρίως δίκη.
Παράλληλα, το Δικαστήριο πρέπει να ελέγχει εάν τα ζητήματα για τα οποία ο αιτών διάδικος επιδιώκει να αντεξετάσει μπορούσαν να καλυφθούν μέσω της αρχικής και τυχόν συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Εάν η απάντηση είναι θετική, τότε το πεδίο για να επιτραπεί αντεξέταση περιορίζεται εξαιρετικά.
Να προσθέσω ότι στους Αγγλικούς Civil Procedure Rules δεν υπάρχει πρόνοια αντίστοιχη με το Μέρος 23.13(2) των ΚΠΔ 2023. Όμως το Rule 32.7(1) των Αγγλικών Civil Procedure Rules είναι πανομοιότυπο με τη διάταξη του Μέρους 32.6 των ΚΠΔ[4]. Η Αγγλική νομολογία για το Rule 32.7(1) CPR είναι σταθερή επί του ζητήματος. Βοηθητική για σκοπούς καθοδήγησης είναι και η ανάλυση στο σύγγραμμα White Book, Volume 1, 2021, παράγραφος 32.7, σελίδες 1139-1140. Σχετική είναι και η πρόσφατη απόφαση του Court of Appeal στην υπόθεση Hunt v Annolight Limited [2021] EWCA Civ 1663 (μεταξύ άλλων, παράγραφοι 28-31 της απόφασης). Η θέση των Αγγλικών Δικαστηρίων είναι πως η αντεξέταση ενόρκως δηλούντα σε ενδιάμεση αίτηση συνιστά εξαίρεση και όχι κανόνα.
Επανέρχομαι στην παρούσα περίπτωση. Όπως σημείωσα πιο πάνω, οι Ενάγοντες είχαν την ευκαιρία να παρουσιάσουν τη θέση σε σχέση με την Κυρίως Αίτηση, τόσο στην αρχική όσο και στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχώρησαν. Επίσης, είχαν την ευκαιρία μέσω αυτών των ενόρκων δηλώσεων να απαντήσουν στις θέσεις που εκφράζει η άλλη πλευρά.
Μέσω της Κυρίως Αίτησης προβάλλονται ισχυρισμοί περί έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και κατάχρησης διαδικασίας από τους Ενάγοντες. Κρίνω ότι αυτά δεν είναι ζητήματα για τα οποία είναι αναγκαία ή θα ήταν βοηθητική η αντεξέταση του κ. Θεοδώρου. Τυχόν διάσταση στις θέσεις των δύο πλευρών για τα γεγονότα μπορεί να αναδειχθεί μέσω των αγορεύσεων, κατά την ακρόαση της Κυρίως Αίτησης. Ως προς την ισχυριζόμενη κατάχρηση, αυτό είναι ζήτημα που αφορά τη δικονομική συμπεριφορά των Εναγόντων (στην παρούσα αγωγή και σε άλλες αγωγές και διαδικασίες) και κατά πόσο αυτή απολήγει σε κατάχρηση διαδικασίας (ως οι Εναγόμενοι 2 & 3 ισχυρίζονται). Δεν είναι ζήτημα που σχετίζεται με τις προθέσεις, κακή πίστη ή άλλως πως του ενόρκως δηλούντα της άλλης πλευράς. Συνεπώς, δεν διακρίνω ότι η αντεξέταση του κ. Θεοδώρου θα βοηθούσε να αποφασιστεί εάν οι Ενάγοντες ενεργούν καταχρηστικά.
Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων, καταλήγω ότι η αιτούμενη αντεξέταση του κ. Θεοδώρου δεν είναι αναγκαία ούτε θα ήταν βοηθητική. Αντίθετα, ενόψει και της έκτασης της επιδιωκόμενης αντεξέτασης, κρίνω ότι θα εκτροχιάσει τη διαδικασία, θα αποπροσανατολίσει από τα επίδικα θέματα της Κυρίως Αίτησης και θα προκαλέσει αχρείαστη καθυστέρηση και έξοδα.
Για αυτούς τους λόγους, το αίτημα αντεξέτασης απορρίπτεται. Η Κυρίως Αίτηση παραμένει για ακρόαση ως έχει προγραμματιστεί.
Τα έξοδα που προκλήθηκαν σε σχέση με το αίτημα και την απόφαση επί αυτού θα ληφθούν υπόψη στον υπολογισμό των εξόδων της Κυρίως Αίτησης, όμως δεν θα είναι εναντίον των Εναγόμενων 2 & 3.
(Υπ.) ……………………………………………
Γ. Κυθραιώτου Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Μεταξύ άλλων σχετικό το Μέρος 1.5(2)(γ),(ι) και (λ) των νέων ΚΠΔ.
[2] Μέρος 1.5(2)(γ) των νέων ΚΠΔ.
[3] Μεταξύ άλλων σχετικές οι Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοϊζου (2008)1 Α.Α.Δ. 280 και Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 21, σελ. 418 - 419, παρ. 878.
[4] Rule 32.7(1) CPR: «Where, at a hearing other than the trial, evidence is given in writing, any party may apply to the court for permission to cross-examine the person giving the evidence».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο