ΑΠΟΛΛΩΝΕΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΛΤΔ ν. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ κ.α., Αρ. Απαίτησης: 158 / 2024, 14/11/2025
print
Τίτλος:
ΑΠΟΛΛΩΝΕΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΛΤΔ ν. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ κ.α., Αρ. Απαίτησης: 158 / 2024, 14/11/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Χ. Σατσιά, Ε. Δ.

Αρ. Απαίτησης: 158 / 2024

 

Μεταξύ:

ΑΠΟΛΛΩΝΕΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΛΤΔ (ΗΕ33353)

Ενάγουσα

και

 

1. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ

2. ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ ΛΕΩΝΙΔΟΥ

3. ΜΕΛΑΝΗ ΡΑΟΥΝΑ

Εναγόμενες

 

 

Ημερομηνία: 14.11.2025

 

Εμφανίσεις:

Για Ενάγοντες / Καθ’ ων η Αίτηση:       κα Γ. Κ. Τσόκκου για Σ.Ν. Χριστοφόρου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενες / Αιτήτριες :                 κος Α. Χατζηχριστοφή για Μ. Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η   Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Εκδίκαση προδικαστικού σημείου: το κατά πόσον η απαίτηση έχει παραγραφεί

 

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

1.         Η Ενάγουσα η οποία αποτελεί ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και διατηρεί νοσηλευτήριο μέσω του οποίου «προσφέρει νοσηλευτικές, ιατρικές, παραϊατρικές και/ή άλλες υπηρεσίες» (παρ. 1, Έκθεση Απαίτησης) αξιώνει εναντίον των Εναγόμενων το ποσό των €3.798 το οποίο οφείλεται δυνάμει:

 

«κατάστασης λογαριασμού και/ή δυνάμει τιμολογίων και/ή δυνάμει των παρασχεθέντων ιατρικών και/ή παραϊατρικών και/ή νοσηλευτικών υπηρεσιών που παρείχαν προς την Εναγόμενη 1 και/ή δυνάμει συμφωνιών παροχής υπηρεσιών ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και/ή δυνάμει των εγγυήσεων και/ή εγγράφων ανάληψης υποχρέωσης τις οποίες υπέγραψαν οι Εναγόμενες 2 και 3 μέσω των οποίων υποσχέθηκαν … όπως αποπληρώσουν …. όλα τα ιατροφαρμακευτικά έξοδα τα οποία θα προέκυπταν στα πλαίσια της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης που παρείχε η Ενάγουσα προς την Εναγόμενη 1 και/ή άλλως πως.» (παρ. 13 (Α), Έκθεση Απαίτησης).

 

2.         Οι Εναγόμενες στην Υπεράσπιση τους εγείρουν προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενες ότι η απαίτηση, ή μέρος αυτής, η οποία βασίζεται στην έκδοση τιμολογίων περί την 29.07.2019 και περί την 22.11.2019 έχει παραγραφεί με βάση το άρθρο 7 του περί Παραγραφής Νόμου του 2012, ως έχει τροποποιηθεί, Ν. 66(Ι) / 2012 (εφεξής «Νόμος Παραγραφής»). Επομένως, κατά τις Εναγόμενες, η απαίτηση είναι καταχρηστική και πρέπει να απορριφθεί.

 

3.         Σημειώνεται σε αυτό το σημείο ότι αποτελεί παραδεκτό γεγονός πως η Εναγόμενη 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλος του Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας και μέλος στο ομαδικό ασφαλιστήριο GP-50247 στην Liberty Life Insurance Public Company Ltd η οποία τέθηκε υπό εκκαθάριση. Είναι επίσης παραδεκτό ότι η πληρωμή των επίδικων τιμολογίων  αξιώθηκε από την εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία χωρίς επιτυχία.

 

4.         Το ζήτημα το οποίο θα πρέπει να αποφασίσει το Δικαστήριο είναι το κατά πόσον εν προκειμένω εφαρμόζεται το άρθρο 7(2), ή το άρθρο 7(1) του Νόμου Παραγραφής.

 

5.         Με βάση το άρθρο 7(2) το οποίο αφορά σύμβαση ή οιονεί σύμβαση σε σχέση με συμφωνηθείσα ή εύλογη αμοιβή ιατρού, μεταξύ άλλων, ή άλλου ανεξάρτητου επαγγελματία, η περίοδος παραγραφής είναι τρία έτη από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής. Με βάση το άρθρο 7(1) το οποίο αφορά συμβάσεις, η περίοδος παραγραφής είναι έξι έτη.

 

6.         Κατά συνέπεια, εάν το Δικαστήριο κρίνει ότι εφαρμόζεται το άρθρο 7(2) του Νόμου Παραγραφής, σημαίνει πως η απαίτηση παραγράφηκε εντός του έτους 2022 και θα πρέπει να απορριφθεί / ανασταλθεί.

 

Β. ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ

 

7.         Η απαίτηση καταχωρίστηκε στις 19.02.2024. Στις 22.04.2025 καταχωρίστηκε η Υπεράσπιση των Εναγόμενων.

 

8.         Ακολούθησε η Απάντηση της Ενάγουσας, η καταχώριση ερωτηματολογίων οδηγιών και στις 10.04.2025 υποβλήθηκε αίτηση για προδικαστική εκδίκαση νομικού σημείου / προδικαστικής ένστασης.

 

9.         Η Ενάγουσα / Καθ’ ης η Αίτηση συμφώνησε όπως εκδικαστεί προδικαστικά το νομικό σημείο.

10.      Ακολούθως, μέσω ειδοποιήσεων παραδοχών γεγονότων κατέστη παραδεκτό γεγονός ότι η Ενάγουσα προχώρησε στην έκδοση του τιμολογίου αρ. 556717 προς την Εναγόμενη 1 στις 29.07.2019 και του τιμολογίου αρ. 573577 στις 22.11.2019.

 

11.      Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών υπέβαλαν στο Δικαστήριο εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Τα επιχειρήματα και όλη η μαρτυρία η οποία προσκομίσθηκε, αμφοτέρων των πλευρών, εξετάστηκαν σε όλη τους την εμβέλεια από το Δικαστήριο, χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησής τους καθότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης η ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[1]

 

Γ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ

 

12.      Ο χρονικός περιορισμός στην άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη κρίθηκε ότι είναι θεμιτός και απαραίτητος ως εργαλείο για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, του δικαιώματος στη δίκαιη δίκη και της ασφάλειας δικαίου. Υπάρχει έννομο συμφέρον στη δημιουργία ασφάλειας δικαίου και τελεσιδικίας στις διαφορές των διαδίκων.

 

13.      Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Φοινικαρίδου ν. Οδυσσέως (2001) 1 Α.Α.Δ. 1744 αναφέρθηκε ότι «[η] γενική αρχή που αναδύεται από τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι πως το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο υπόκειται σε θεμιτούς περιορισμούς, ακριβώς για την ορθολογική λειτουργία του προς όλους τους ενδιαφερόμενους στη δικαστική διαδικασία. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κρίνει πως η περίοδος παραγραφής δικαιώματος εξυπηρετεί θεμελιώδεις σκοπούς άρρηκτα συνυφασμένους με τη βεβαιότητα για τα δικαιώματα των ατόμων και αποσκοπεί στην τελεσιδικία της διαφοράς.»

 

14.      Ως αναφέρθηκε στην ομιλία - διάλεξη του έντιμου Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Στ. Ναθαναήλ με το θέμα «Παραγραφή» την 31.03.2006 (τότε ήταν Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου):

 

«Γενικά θεωρείται, και αυτό έχει λάβει κατά καιρούς και την έγκριση των Δικαστηρίων µέσα από σχετικές αποφάσεις, ότι η µη καταχώριση για µεγάλο χρονικό διάστηµα αγωγής δυνατόν να δηµιουργεί αδικία στον εναγόµενο, ο οποίος µπορεί να µην είναι σε θέση στον αποµακρυσµένο αυτό χρόνο να παρουσιάσει τη µαρτυρία που άλλως θα είχε διαθέσιµη προς υπεράσπιση του, ενώ θα µπορούσε η χρονική αυτή αδράνεια να οδηγήσει και στο εύλογο συµπέρασµα ότι ο ενάγων έχει απεµπολήσει το οποιοδήποτε δικαίωµα του. Πρόσθετα, στη φιλοσοφία του δικαίου θεωρείται ότι άτοµα µε καλό και βάσιµο αγώγιµο δικαίωµα θα πρέπει να το προωθούν µε εύλογη επιµέλεια και το ενωρίτερο δυνατό. Αυτό προέρχεται από τις επιταγές του δικαίου της επιείκειας που εκφράζεται και µε το λατινικό αξίωµα: «vigilantibus non dormientibus subvenit aequitas».

 

15.      Όπως αναφέρθηκε στη Νεοφύτου ν. Malak κ.ά., Πολ. Εφ. 118/2012, 21.6.2018, ECLI:CY:AD:2018:A297, ECLI:CY:AD:2018:A297, με αναφορά στη Χατζηστυλλή ν. Papadema κ.ά. (2000) 1 ΑΑΔ 551:

 

 «Το ζήτημα της παραγραφής άπτεται αυτής ταύτης της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου να επιληφθεί μιας υπόθεσης.»

 

16.      Εφόσον είναι δικαιοδοτικό μπορεί να εγερθεί και αυτοβούλως από το Δικαστήριο αν και το άρθρο 20 του Νόμου Παραγραφής προνοεί ότι το Δικαστήριο «δεν λαμβάνει αυτεπάγγελτα υπόψη την παραγραφή δικαιώματος έγερσης αγωγής».

 

17.      Ως προς το πότε θα πρέπει να εξετάζονται ζητήματα παραγραφής στην Μιχαήλ ν. Ανδρέου, Πολ. Εφ. 229 / 2014, 19.01.2022, ECLI:CY:AD:2022:A17 αναφέρθηκε ότι εφόσον «[τ]ο ζήτημα της παραγραφής είχε δεόντως δικογραφηθεί και όλα τα απαραίτητα προς κρίση στοιχεία ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου από τα αρχικά στάδια της υπόθεσης…» θα έπρεπε να εξεταστεί κατά προτεραιότητα. Ωστόσο, η παράλειψη αίτησης για εξέταση του ζητήματος κατά προτεραιότητα, δεν ήταν μοιραία προς την κατεύθυνση απόρριψης της εισήγησης περί παραγραφής. Το ζήτημα μπορούσε να εξεταστεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας.

 

18.      Για σκοπούς εξέτασης του ζητήματος δε, «το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος»[2] και είναι «με αναφορά στο χρόνο καταχώρησης της αγωγής (που) εξετάζεται κατά πόσο η απαίτηση έχει εκ τούτου παραγραφεί».[3]

 

19.      Το κρίσιμο χρονικό σημείο, τόσο για σκοπούς επιμέτρησης του χρόνου παραγραφής όσο και για καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου είναι η ημέρα καταχώρισης της αγωγής. Είναι σε συνάρτηση με αυτή την ημερομηνία που θα εξεταστεί το κατά πόσον το αγώγιμο δικαίωμα έχει ή όχι παραγραφεί καθώς επίσης και ο χρόνος που παρήλθε από την ημέρα που έλαβε χώρα η κατ' ισχυρισμό πράξη ή παράλειψη από την οποία πηγάζει το αγώγιμο δικαίωμα.[4]

 

20.      Σε περίπτωση κατά την οποία κριθεί ότι μια αξίωση έχει παραγραφεί, η διαδικασία αναστέλλεται.[5]

21.      Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου παραγραφής «βάση της αγωγής» σημαίνει το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα στο οποίο αφορά η αγωγή. Το άρθρο 3 προνοεί ότι ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρά από την συμπλήρωση της βάσης της αγωγής.

 

22.      Το άρθρο 7 του Νόμου Παραγραφής προνοεί για την περίοδο παραγραφής στις περιπτώσεις στις οποίες η βάση αγωγής αφορά σύμβαση. Κρίνεται σκόπιμο για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης όπως παρατεθούν αυτούσια τα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 7 του Νόμου Παραγραφής:

 

«Σύμβαση

7.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (2) και (3), καμιά αγωγή που αφορά σύμβαση δεν εγείρεται μετά την πάροδο έξι ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.

 

(2) Καμιά αγωγή που αφορά σύμβαση ή οιονεί σύμβαση σε σχέση με συμφωνηθείσα ή εύλογη αμοιβή δικηγόρου, ιατρού, οδοντίατρου, αρχιτέκτονα, πολιτικού μηχανικού, εργολάβου, άλλου ανεξάρτητου επαγγελματία δεν εγείρεται μετά πάροδο τριών ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.»

 

 

Δ. ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΙΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

 

23.      Οι Αιτήτριες στην αγόρευση τους προωθούν τη θέση ότι οι οποιεσδήποτε υπηρεσίες παρασχέθηκαν ήταν υπό ιατρική καθοδήγηση και εποπτεία στα πλαίσια μιας ευρύτερης θεραπευτικής παρέμβασης και δεν συνιστούν απλή προμήθεια υλικών. Παρέπεμψαν σε σχετική νομολογία προς υποστήριξη της θέσης ότι η φροντίδα παρέχεται ως μία ενιαία ιατρική παροχή.

 

24.      Η Καθ’ ης η Αίτηση  προωθεί τη θέση ότι εν προκειμένω εφαρμόζεται το άρθρο 7(1) του Νόμου Παραγραφής διότι ουδεμία ανάμιξη δεν είχε στην επιλογή του θεράποντα ιατρού, στην παροχή ιατρικών υπηρεσιών ή στην επιλογή θεραπείας και στην ουσία παρέχει διευκολύνσεις στους ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων οι οποίοι παρέχουν ανεξάρτητα τις δικές τους υπηρεσίες. Στα τιμολόγια δεν περιλαμβάνονται αμοιβές ιατρού «αλλά μόνο έξοδα παραϊατρικά, φαρμακευτικά, ακτινολογικά, αναλύσεων, νοσηλείας και/ή θεραπευτικής αγωγής όπως καθορίστηκε από τους θεράποντες ιατρούς της Αιτήτριας 1.»

 

25.      Αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων ότι η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε με την έκδοση  των επίδικων τιμολογίων ήτοι την 29.07.2019 και την 22.11.2019, αντίστοιχα καθώς και το ότι η απαίτηση καταχωρίστηκε την 19.02.2024 και επομένως είχαν παρέλθει τα τρία έτη ως το άρθρο 7(2), αλλά όχι τα έξι έτη, ως το άρθρο 7(1) του Νόμου Παραγραφής.

26.      Η προσεκτική ανάγνωση του άρθρου 7(2) αποκαλύπτει ότι αυτό δεν αφορά μόνο τις συμβάσεις ή οινοεί συμβάσεις με δικηγόρους, ιατρούς ή άλλους ανεξάρτητους επαγγελματίες σε σχέση με την αμοιβή της, αλλά συμβάσεις ή οινοει συμβάσεις «σε σχέση» με συμφωνηθείσα ή εύλογη αμοιβή ιατρού ή άλλου ανεξάρτητου επαγγελματία.

 

27.      Θεωρώ πως η προσθήκη της φράσης «σε σχέση…» διευρύνει την εφαρμογή του άρθρου 7(2) και στις συμβάσεις οι οποίες σχετίζονται ή συνδέονται με την αμοιβή ιατρού.

 

28.      Είναι η σύμβαση στην παρούσα αγωγή σύμβαση ή οινοεί σύμβαση σχετιζόμενη με εύλογη αμοιβή ιατρού;

 

29.      Θεωρώ ότι η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα είναι ζήτημα κοινής λογικής. Είναι παραδεκτό εξάλλου ότι οι οποιεσδήποτε ενέργειες έγιναν όπως π.χ. η νοσηλεία, οι διαγνωστικές εξετάσεις, η χορήγηση φαρμάκων ήταν μέρος της θεραπείας η οποία αποφασίστηκε από τον θεράποντα ιατρό της Εναγόμενης 1. Το ότι αυτές οι υπηρεσίες χρεώθηκαν σε ξεχωριστό τιμολόγιο το οποίο εξέδωσε η Ενάγουσα δεν τις καθιστά ανεξάρτητες από τη θεραπεία.

 

30.      Η Ενάγουσα στην Έκθεση Απαίτησης της αναφέρει ότι η Εναγόμενη 1 εισήχθη στο νοσηλευτήριο τον Ιούλιο του 2019 λόγω υπογλυκαιμικού επεισοδίου και παρασχέθηκαν από την Ενάγουσα οι απαραίτητες εξετάσεις, νοσηλευτικές υπηρεσίες «για τις ανάγκες της θεραπείας της» (Έκθεση Απαίτησης, παρ. 6.i.). Το ίδιο και τον Νοέμβριο του 2019  όταν η Εναγόμενη εισήχθη στο νοσηλευτήριο της Ενάγουσας στις Πρώτες Βοήθειες λόγω πυελονεφρίτιδας και νοσηλεύθηκε και «αφού της παρασχέθηκαν οι απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις και νοσηλευτικές υπηρεσίες … για σκοπούς θεραπείας της ασθένειας της».

 

31.      Σημειώνω ότι στην αγόρευση της η Καθ’ ης η Αίτηση κατά κάποιον τρόπο προσπαθεί να αποστασιοποιηθεί από την παροχή ιατρικών υπηρεσιών και την παροχή θεραπείας και επικεντρώνεται σε έξοδα νοσηλείας, φαρμακευτική αγωγή, ακτινολογικές εξετάσεις και ειδικά στις παραϊατρικές υπηρεσίες.  Παρά ταύτα, στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης της η Ενάγουσα αναφέρει ότι παρέχει νοσηλευτικές, ιατρικές, παραϊατρικές και άλλες υπηρεσίες. Επίσης, στην ίδια παράγραφο της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρεται πως το ποσό αξιώνεται από την Ενάγουσα «δυνάμει συμφωνιών παροχής υπηρεσιών ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης».

 

32.      Στις παραγράφους 6.i και 6.ii  της Έκθεσης Απαίτησης σε σχέση με τις συμβάσεις εγγύησης αναφέρεται ότι οι Εναγόμενες 2 και 3 εγγυήθηκαν την αποπληρωμή «όλων των ιατροφαρμακευτικών εξόδων που θα προέκυπταν από στα πλαίσια της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης που θα παρείχε η Ενάγουσα προς την Εναγόμενη 1». Η ίδια η Ενάγουσα, συνεπώς, ισχυρίζεται ότι παρείχε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και δεν παρέχει απλώς την υποδομή στους ιατρούς π.χ. σελ.7 Γραπτής Αγόρευσης  Εναγόντων.

33.      Θεωρώ ότι εν προκειμένω το Δικαστήριο θα πρέπει να επικεντρωθεί στην ουσία του ζητήματος, ήτοι τη φύση της υπηρεσίας και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες παρασχέθηκε η εν λόγω υπηρεσία.

 

34.      Η Εναγόμενη 1 εισήχθη στο νοσοκομείο της Ενάγουσας για σκοπούς θεραπείας, επειδή αντιμετώπιζε ένα ιατρικό πρόβλημα και έλαβε θεραπεία αφού έγινε η διάγνωση. Δεν γίνεται αναφορά σε δύο διαφορετικές συμβάσεις, ήτοι μια σύμβαση με την Ενάγουσα και μια διακριτή σύμβαση με τον ιατρό.

 

35.      Αντιθέτως, η Ενάγουσα προβάλλει και είναι παραδεκτό ότι οι Εναγόμενες 2 και 3 υπέγραψαν μία σύμβαση εγγύησης για όλα τα «ιατροφαρμακευτικ[ά] έξοδ[α]» τα οποία θα προέκυπταν στα πλαίσια «της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης που θα παρείχε η Ενάγουσα προς την Εναγόμενη 1».

 

36.      Ο διαχωρισμός μεταξύ των υπηρεσιών που θα χρέωνε ο ιατρός και των υπηρεσιών για νοσηλεία, εξετάσεις, φάρμακα που διεκδικεί η Ενάγουσα θεωρώ ότι οδηγεί σε παράλογα αποτελέσματα, είναι τεχνητός και δεν υφίσταται στην πραγματικότητα ως θέμα κοινωνικής και οικονομικής λογικής.

 

37.      Περαιτέρω, εάν γινόταν τέτοιος διαχωρισμός θα προσβαλλόταν η αρχή της ασφάλειας δικαίου και νομικής βεβαιότητας και θα οδηγούσε στη δημιουργία σύγχυσης. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τέτοια διάκριση και θα ήταν παράλογο να εισάγεται εκ των υστέρων η διάκριση αυτή μεταξύ των υπηρεσιών που πρόσφερε η Ενάγουσα και αυτών που πρόσφερε ο Ιατρός για σκοπούς παραγραφής και μόνο.

 

38.      Σημειώνεται ότι στην παρούσα περίπτωση δεν είναι άμεσα σχετική με το υπό κρίση ζήτημα η σχέση μεταξύ της Ενάγουσας και των ιατρών η οποία αναλύεται στη γραπτή αγόρευση της Ενάγουσας. Σχετική είναι η συμβατική σχέση μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγόμενων.

 

39.      Εάν υιοθετηθεί η λογική της Ενάγουσας τότε μια επίσκεψη σε έναν ιατρό για την χορήγηση ενός εμβολίου, για παράδειγμα, δεν θα θεωρείται μια ενιαία υπηρεσία / ιατρική παρέμβαση, αλλά δύο ή τρεις διακριτές υπηρεσίες, ήτοι διάγνωση/διαπίστωση ανάγκης για χορήγηση εμβολίου, πράξη χορήγησης, αγορά εμβολίου, οδηγίες για τυχόν παρενέργειες.

 

40.      Ένας ιατρός ο οποίος διατηρεί δική του κλινική και παρέχει ιατροφαρμακευτική περίθαλψη σε έναν ασθενή, ο οποίος στη συνέχεια παραλείπει να πληρώσει το τιμολόγιο το οποίο εκδόθηκε, θα μπορεί να εγείρει αγωγή και θα εφαρμόζονται δύο διαφορετικά καθεστώτα παραγραφής; Για αναλώσιμα και διαμονή στη κλινική του θα μπορεί να εγείρει αγωγή εντός έξι ετών αλλά για την διάγνωση ή την επέμβαση θα πρέπει να εγείρει αγωγή εντός τριών ετών; Εάν παρέλθουν τα τρία έτη θα εγερθεί αγωγή μόνο για ορισμένα κονδύλια επί του ίδιου τιμολογίου;

 

41.      Θεωρώ ότι η πιο πάνω ερμηνεία ενισχύεται και από το περιεχόμενου του άρθρου 19(1) του περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου (Κεφ. 250):

 

«19.-(1) Κάθε γιατρός εγγεγραμμένος δυνάμει του Νόμου αυτού και κάθε Εταιρεία Ιατρών, μέσω γιατρών εγγεγραμμένων δυνάμει του Νόμου αυτού, δικαιούνται να ασκούν την ιατρική και να απαιτούν, να ενάγουν για και να εισπράττουν χρηματική αμοιβή για ιατρικές υπηρεσίες, για την αξία οποιουδήποτε φαρμάκου και για την αξία ή χρήση οποιουδήποτε ιατρικού ή χειρουργικού οργάνου

 

42.      Το πιο πάνω άρθρο θεωρώ ότι απαντά και στο επιχείρημα της Ενάγουσας ότι το άρθρο 7(2) του Νόμου Παραγραφής μπορεί να εφαρμοστεί μόνο σε περίπτωση φυσικών προσώπων.

 

43.      Η απόφαση του House of Lords  στην Beynon and Partners v. Her Majestys Commissioners of Customs & Excise [2004] UKHL 53, παρότι αφορούσε το κατά πόσον η χορήγηση εμβολίου από ιατρό φορολογείται για σκοπούς επιβολής Φ.Π.Α., είναι βοηθητική. Η ιατρική και παραϊατρική φροντίδα εξαιρούνταν από την επιβολή Φ.Π.Α. ενώ η παροχή αγαθών φορολογείτο.

 

44.      Γίνεται παραπομπή και σε νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Card Protection Plan Ltd v Customs and Excise Commissioners (Case C349/96) [1999] 2 AC 601). Ο Λόρδος Ηoffman καταλήγει ως εξής:

 

«In my opinion the level of generality which corresponds with social and economic reality is to regard the transaction as the patient’s visit to the doctor for treatment and not to split it into smaller units. If one takes this view, then in my opinion the correct classification is that which the NHS has always taken of the personal administration of drugs to nonregulation 20 patients, namely that there is a single supply of services.»

 

45.      Στην ουσία αναφέρει ότι ο ασθενής επισκέπτεται τον ιατρό για θεραπεία και δεν θα ήταν ορθό να γίνεται διαχωρισμός ή διαίρεση σε μικρότερες μονάδες. Εν ολίγοις, πρόκειται για μια υπηρεσία και δεν θα ήταν λογικό να διαιρείται κατά τρόπο τεχνητό σε διακριτές συναλλαγές.

 

 

 

 

46.      Παρόμοιο σκεπτικό υιοθετήθηκε και από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-106/05, L.U.P. GmbH κατά Finanzamt Bochum-Mitte, 08.06.2006, σκέψεις 30 και 31:

 

30. Οι ιατρικές αναλύσεις οι οποίες, όπως εν προκειμένω, πραγματοποιούνται κατόπιν εντολής γενικών ιατρών, στο πλαίσιο θεραπευτικής αγωγής, συμβάλλουν στη διατήρηση της υγείας, καθόσον, όπως και κάθε ιατρική υπηρεσία παρεχόμενη προληπτικώς, αποσκοπούν στην παρατήρηση και την εξέταση των ασθενών, πριν καταστεί αναγκαία η διάγνωση, η νοσηλεία ή η θεραπεία ενδεχόμενης ασθενείας.

 

31.  Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, όπως υποστήριξε η L.u.P. κατά την προφορική διαδικασία, άποψη που τόσο το αιτούν δικαστήριο όσο και η Επιτροπή έκριναν ότι μπορεί να ευσταθεί, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, ενόψει του σκοπού της μειώσεως του κόστους της ιατρικής περιθάλψεως, τον οποίο επιδιώκουν οι ως άνω απαλλαγές, ιατρικές αναλύσεις, όπως αυτές περί των οποίων πρόκειται στην κύρια δίκη, που αποσκοπούν στην προληπτική παρακολούθηση και εξέταση των ασθενών, μπορούν να συνιστούν «νοσοκομειακή και ιατρική περίθαλψη» κατά την έννοια του άρθρου 13, Α, παράγραφος 1, στοιχείο β', της έκτης οδηγίας ή «παροχές ιατρικής περιθάλψεως» κατά την έννοια της αυτής παραγράφου, στοιχείο γ' (βλ., υπό αυτή την έννοια, απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας, προαναφερθείσα, σκέψη 30).

 

47.      Εν ολίγοις, το ΔΕΕ έκρινε ότι οι ιατρικές αναλύσεις είναι μέρος της θεραπείας για φορολογικούς σκοπούς μεν, αλλά δεν βλέπω λόγο να υιοθετηθεί διαφορετική άποψη εν προκειμένω. Αντιθέτως, η κοινή λογική, θεωρώ, επιτάσσει το να αντικριστεί η όλη νοσηλεία της Ενάγουσας ως μια ενιαία θεραπευτική παρέμβαση.

 

48.      Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι οι υπηρεσίες τις οποίες προσέφερε η Ενάγουσα αποτελούν υπηρεσίες στο πλαίσιο σύμβασης ή οιονεί σύμβασης σε σχέση με συμφωνηθείσα ή εύλογη αμοιβή ιατρού. Δεν θα ήταν ορθός ο διαχωρισμός μεταξύ της αμοιβής του ιατρού αφενός και αφετέρου της παροχής ιατροφαρμακευτικών, νοσηλευτικών και παραϊατρικών υπηρεσιών και αναλύσεων.

 

49.      Χρήζει επίσης αναφοράς το ότι οι οποιεσδήποτε υπηρεσίες προσφέρθηκαν από την Ενάγουσα ήταν κατόπιν οδηγιών των ιατρών της Εναγόμενης. Για παράδειγμα, ο ιατρός αποφάσισε την περίοδο νοσηλείας, τη φαρμακευτική αγωγή, την υποβολή της Εναγόμενης σε ιατρικές εξετάσεις. Όλα τα προαναφερόμενα εντάσσονται στην έννοια της «θεραπείας» ή της ιατρικής περίθαλψης. Και αυτό το γεγονός υποστηρίζει την ερμηνεία ότι οι υπηρεσίες που πρόσφερε η Ενάγουσα ήταν στο πλαίσιο σύμβασης ή οιονεί σύμβασης σε σχέση με εύλογη αμοιβή ιατρού.

50.      Ένα άλλο επιχείρημα υπέρ της υιοθέτησης του πιο πάνω σκεπτικού είναι το ότι εάν, για παράδειγμα, γινόταν κάποιο λάθος κατά την νοσηλεία της Ενάγουσας αυτό θα χαρακτηρίζετο ως ιατρική αμέλεια, όχι ως παράβαση σύμβασης για την παροχή υπηρεσιών (αν και θα μπορούσε να θεωρείτο και παράβαση σύμβασης λόγω παραβίασης εξυπακουόμενου όρου άσκησης δέουσας επιμέλειας).  

 

51.      Περαιτέρω, η τριετής παραγραφή συνάδει με τη φύση της απαίτησης. Τα τιμολόγια δεν αποτελούν απλά τιμολόγια για αγορά ενός προϊόντος στο πλαίσιο σύμβασης που η εξαετής αναστολή θα μπορούσε να λεχθεί ότι δεν επηρεάζει δυσμενώς σε σημαντικό βαθμό την υπεράσπιση.

 

52.      Εν προκειμένω, πρόκειται περί τιμολογίων για ιατρικές υπηρεσίες, εξετάσεις και φαρμακευτική αγωγή, μεταξύ άλλων, που η πάροδος μακρού χρόνου επηρεάζει κατά τρόπο αρνητικό την υπεράσπιση υπό την έννοια ότι είναι πιο σημαντική η μνήμη του προσώπου το οποίο υπερασπίζεται για να είναι σε θέση να αμφισβητήσει ορισμένες χρεώσεις. Κατά συνέπεια, αν ληφθεί υπόψη η φύση της απαίτησης, εκτός από την ουσία του πράγματος, προκύπτει ότι είναι πιο λογική η εφαρμογή του άρθρου 7(2) του Νόμου Παραγραφής. 

 

53.      Ως εκ τούτου, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση εφαρμόζεται το άρθρο 7(2) του Νόμου Παραγραφής.

 

54.      Δεδομένου του ότι παρήλθαν τα τρία έτη από την ημερομηνία συμπλήρωσης της βάσης αγωγής μέχρι την καταχώριση της απαίτησης, η απαίτηση εναντίον της Εναγόμενης 1 αναστέλλεται.  

 

55.      Δεν τέθηκε ζήτημα αναστολής του χρόνου παραγραφής ή διακοπής αυτού με βάση το άρθρο 17 του Νόμου Παραγραφής.

 

56.      Όσον αφορά τις συμβάσεις εγγύησης τις οποίες υπέγραψαν οι Εναγόμενες 2 και 3, θεωρώ ότι είναι συμβάσεις σε σχέση με συμφωνηθείσα ή εύλογη αμοιβή ιατρού και ως εκ τούτου συμπαρασύρονται με την ίδια λογική.

 

57.      Οι Εναγόμενες 2 και 3 εγγυήθηκαν την αποπληρωμή των «ιατροφαρμακευτικών εξόδων που θα προέκυπταν στα πλαίσια της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης» (ίδετε παρ. 6.i και 6.ii,Έκθεση Απαίτησης). Η εγγύηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη σύμβαση σε σχέση με εύλογη/συμφωνηθείσα αμοιβή ιατρού σε βαθμό στον οποίο θα ήταν παράλογο να υπήρχε οποιοδήποτε άλλο αποτέλεσμα, ήτοι διαφορετικός χρόνος παραγραφής.

 

 

 

 

Ε. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 

58.      Υπό το φως των όσων έχουν προαναφερθεί, η απαίτηση αναστέλλεται στο σύνολο της.

 

59.      Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Εναγομένων και εναντίον της Ενάγουσας ύψους €2.461 πλέον ΦΠΑ, πλέον €50.50 πραγματικά έξοδα, ποσό το οποίο προέκυψε κατόπιν αντιπαραβολής του υπολογισμού στον οποίο προέβη το Δικαστήριο  με τους καταλόγους εξόδων που υπέβαλαν τα μέρη κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου στο πλαίσιο υποβοήθησης του για τον συνοπτικό υπολογισμό των εξόδων.

 

 

Υπ. _________________

Χ. Σατσιάς, Ε.Δ.

 

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY, Πολ. Εφ. Αρ. 117/2018, 16.032022, ECLI:CY:AD:2022:A113, Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490

[2] Δημητρίου ν. Δημητρίου (2012) 1(Α) ΑΑΔ 834

[3] Όμηρος Χριστοδουλίδης ν Global Capital Securities and Financial Services Ltd (2012) 1 Α.Α.Δ. 636

[4] ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ ν. LOUIS HOTELS PUBLIC COMPANY LTDΠολιτική Έφεση Αρ. 8/2013, 01.10.2019

[5] Φεσσά κ.ά. ν. Κασάπη (1994) 1 Α.Α.Δ. 337


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο