ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Χ. Σατσιά, Ε.Δ.
Αρ. Απαίτησης: 955 / 2024
Μεταξύ:
1. ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΣΕΡΓΙΟΥ
2. ΙΡΙΣ ΣΕΡΓΙΟΥ
Ενάγουσα
και
ΒΙΚΕΝΤΙΟΣ ΘΑΝΑΙΛΙΔΗΣ
Εναγόμενες
Ημερομηνία: 18.11.2025
Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντες / Αιτητές: κος Ο. Καΐλης για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενο / Καθ’ ου η Αίτηση : κα Ε. Βασιλείου για Χριστοφή, Μερακλής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
Αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερομηνίας 25.02.2025 («Αίτηση»)
Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1. Οι Ενάγοντες / Αιτητές δια του Εντύπου Απαίτησης τους αξιώνουν αναγνωριστική απόφαση ότι ο Εναγόμενος επεμβαίνει παράνομα στο διαμέρισμα αρ. 201 στην οδό […..], 2028 Στρόβολος, Λευκωσία (εφεξής «Διαμέρισμα»), διάταγμα παράδοσης ελεύθερης κατοχής του Διαμερίσματος, διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στον Εναγόμενο να επεμβαίνει στο Διαμέρισμα, απόφαση για καθυστερημένα ενοίκια και απόφαση σε σχέση με ενδιάμεσα οφέλη από την 01.06.2024 μέχρι και την παράδοση ελεύθερης κατοχής του Διαμερίσματος.
2. Ο Εναγόμενος / Καθ’ ου η Αίτηση στην Υπεράσπιση του εγείρει προδικαστική ένσταση σε σχέση με την αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπόθεση και ισχυρίζεται ότι το καθ’ ύλην αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων.
3. Παραδέχεται ότι ενοικίασε το Διαμέρισμα από τον Ενάγοντα 1 δυνάμει συμφωνίας ενοικίασης ημερ. 22.08.2016 (εφεξής «Ενοικιαστήριο») και ότι η ενοικίαση έληξε ένα χρόνο μετά. Προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η ενοικίαση ανανεωνόταν κατόπιν προφορικής συμφωνίας με τον Ενάγοντα 1 από έτος εις έτος. Παραδέχεται ότι το ενοίκιο κατά το έτος 2021 καθορίστηκε σε €500 μηνιαίως. Περαιτέρω, παραδέχεται ότι έλαβε την επιστολή τερματισμού 26.04.2024 και ότι όφειλε ενοίκια δύο μηνών τα οποία είχε καταβάλει στις 18.06.2024. Αρνείται ότι οφείλει ένα ενοίκιο και προβάλλει τον ισχυρισμό ότι υπήρχαν φυσικές φθορές τις οποίες διόρθωσε ιδίοις εξόδοις.
Β. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΩΝ ΑΙΤΗΤΩΝ
4. Στις 25.02.2025 καταχωρίστηκε Απάντηση στην Υπεράσπιση. Την ίδια ημέρα καταχωρίστηκε η Αίτηση δια της οποίας ζητείται συνοπτική απόφαση εναντίον του Εναγόμενου ως η απαίτηση καθότι ο Εναγόμενος στερείται (καλής) υπεράσπισης και/ή η υπεράσπιση του δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας.
5. Η Αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στο Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (εφεξής «ΚΠΔ») το οποίο παραθέτει τη διαδικασία με την οποία το Δικαστήριο «δύναται να αποφασίσει επί απαίτησης ή συγκεκριμένου ζητήματος χωρίς δίκη».
6. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 1 (εφεξής «ΕΔ ΣΣ») στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι:
6.1 Το Διαμέρισμα ανεγέρθηκε πάνω από την ισόγεια κατοικία του πατέρα του. Μεταβιβάστηκε σε αυτόν μερίδιο επί του οικοπέδου και ακολούθως ο ίδιος το μεταβίβασε στη θυγατέρα του (Ενάγουσα 2) ωστόσο διατηρεί δικαίωμα επικαρπίας επ’ αυτού. Παρουσιάζει προς τούτο τα Τεκμήρια 1 - 3 ΕΔ ΣΣ.
6.2 Από τον χρόνο ανέγερσης του Διαμερίσματος, ήτοι από το 2000 μέχρι το 2006, διέμενε σ’ αυτό ο ίδιος με την οικογένεια του. Το Διαμέρισμα ενοικιάστηκε για πρώτη φορά στις 15.09.2006 και παρουσιάζει το Ενοικιαστήριο Έγγραφο ως Τεκμήριο 4 ΕΔ ΣΣ.
6.3 Το Διαμέρισμα ενοικιάστηκε στον Εναγόμενο την 01.09.2016 μέχρι την 31.08.2017 δυνάμει του Ενοικιαστηρίου – Τεκμήριο 5 ΕΔ ΣΣ.
6.4 Αποτελεί ρητό όρο του Ενοικιαστηρίου ότι η περίοδος ενοικίασης δεν ανανεώνεται αυτόματα. Υπήρχε η δυνατότητα ανανέωσης για ακόμα ένα έτος νοουμένου ότι ο Ενοικιαστής απέστελλε συστημένη επιστολή προς τον ιδιοκτήτη δύο μήνες πριν από τη λήξη. Το δε ενοίκιο θα καταβαλλόταν μηνιαίως.
6.5 Ο Εναγόμενος δεν απέστειλε επιστολή για ανανέωση δυνάμει του Ενοικιαστηρίου ωστόσο παρέμεινε στο Διαμέρισμα. Η ενοικίαση μετατράπηκε από μήνα σε μήνα.
6.6 Το 2021 με προφορική συμφωνία το ενοίκιο καθορίστηκε σε €500 μηνιαίως.
6.7 Στις 04.01.2024 απέστειλε προειδοποιητική επιστολή με συστημένο ταχυδρομείο με την οποία τον καλούσε να παραδώσει την κατοχή του Διαμερίσματος μέχρι την 31.03.2024, παρέχοντας δηλαδή εύλογη προειδοποίηση στον Εναγόμενο σχεδόν τριών μηνών επειδή η Ενάγουσα 2 χρειαζόταν και χρειάζεται το Διαμέρισμα για σκοπούς ιδιοκατοίκησης (Τεκμήριο 6 ΕΔ ΣΣ). Ο Εναγόμενος δεν απάντησε στην επιστολή.
6.8 Αφού ο Εναγόμενος δεν ανταποκρινόταν αποτάθηκε σε δικηγόρο. Οι δικηγόροι του κατόπιν εντολής του απέστειλαν επιστολή ημερομηνίας 26.04.2024 η οποία επιδόθηκε στον Εναγόμενο στις 29.04.2024 και δια της οποίας τερματίστηκε η ενοικίαση την 31.05.2024 και καλείτο ο Εναγόμενος να καταβάλει δύο καθυστερημένα ενοίκια (Τεκμήριο 7 ΕΔ ΣΣ).
6.9 Την 01.06.2024 η Ενάγουσα 2 επισκέφθηκε το Διαμέρισμα για να παραλάβει την κατοχή του πλην όμως ο Εναγόμενος αρνήθηκε να την παραδώσει. Από την 01.06.2024 ο Εναγόμενος κατέστη παρανόμως επεμβαίνων.
6.10 Στις 18.06.2024 ο Εναγόμενος πλήρωσε μέσω εμβάσματος το ποσό €1000 για δύο καθυστερημένα ενοίκια (Μάρτιος και Απρίλιος 2024) τα οποία ο Ενάγων έλαβε με πλήρη επιφύλαξη του δικαιώματος του να απαιτήσει έξωση του.
6.11 Στις 28.06.2024 αποστάλθηκε επιστολή απαίτησης με βάση το προδικαστηριακό πρωτόκολλο και επιδόθηκε στις 04.07.2024 (Τεκμήριο 8 ΕΔ ΣΣ). Ο Εναγόμενος δεν απάντησε στην επιστολή.
6.12 Ο Εναγόμενος οφείλει το ενοίκιο του Μαΐου (€500). Με βάση την αγοραία ενοικιαστική αξία του Διαμερίσματος η αποζημίωση για παράνομη κατοχή ανέρχεται στα €1.100.
6.13 Ο Εναγόμενος δεν έχει καλή υπεράσπιση και καταχρηστικά επιδιώκει την καθυστέρηση της παράδοσης κατοχής. Κατέχει το Διαμέρισμα παράνομα, δεδομένου του ότι δεν έχει κανένα δικαίωμα κατοχής και χρήσης του.
7. Στη Συμπληρωματική του Ένορκη Δήλωση ο Ενάγων 1 απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι δήθεν ο Εναγόμενος δεν ειδοποιήθηκε για τα επίδικα ζητήματα πριν την επιστολή ημερομηνίας 28.06.2025. Του είχε αποστείλει συστημένη επιστολή καθώς και επιστολή με επιδότη. Παρέλαβε και τις δύο επιστολές (Τεκμήρια 6 και 7 ΕΔ ΣΣ).
8. Απέρριψε επίσης τον ισχυρισμό ότι η ενοικίαση ανανεωνόταν με προφορική συμφωνία από έτος εις έτος. Ουδέποτε συμφώνησε σε τέτοια ενοικίαση. Προσθέτει ότι αν και δεν χρειάζεται οποιοσδήποτε λόγος για τον τερματισμό της ενοικίασης από μήνα σε μήνα, τερμάτισε την ενοικίαση επειδή ο Εναγόμενος όφειλε τα ενοίκια.
9. Καταχωρίστηκε επίσης και η ένορκη δήλωση του Κλαύδιου Ρωσσίδη ο οποίος είναι εκτιμητής ακινήτων στην εταιρεία Danos Valuations LLC. Στην ένορκη του δήλωση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4 – ΕΔ ΚΡ η έκθεση εκτίμησης ημερομηνίας 17.07.2025 την οποία ετοίμασε ο ίδιος. Σύμφωνα με την εκτίμηση το αγοραίο ενοίκιο ανέρχεται σε €1.120 ανά μήνα.
Γ. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΑΙΤΗΣΗ
10. Ο Εναγόμενος υπέβαλε ένσταση στην Αίτηση στο σώμα της οποίας παρατίθενται έντεκα λόγοι ένστασης (εφεξής «Ένσταση»).
11. Μεταξύ άλλων προβάλλεται στην Ένσταση ότι ο Εναγόμενος έχει πολύ καλή, ουσιαστική, ευλογοφανή, συζητήσιμη και καλόπιστη υπεράσπιση και αυτό προκύπτει από την ένορκη του δήλωση, αμφισβητεί την αλήθεια των ισχυρισμών του Ενάγοντος 1, ισχυρίζεται ότι υπάρχουν ζητήματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν σε δίκη, αμφισβητείται η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, προβάλλει το ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης και η αίτηση είναι καταχρηστική και αποσκοπεί στον περιορισμό του δικαιώματος του Εναγόμενου σε δίκαιη δίκη.
12. Η Ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου (εφεξής «ΕΔ ΒΘ») στην οποία αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
11.1 Ενοικίασε για πρώτη φορά το Διαμέρισμα την 22.08.2016 με βάση το Ενοικιαστήριο (Τεκμήριο 1 ΕΔ ΒΘ).
11.2 Ουδέποτε οχλήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο πριν από την επιστολή 28.06.2024 η οποία του επιδόθηκε στις 04.07.2025 (παραπέμψει στο Τεκμήριο 7 ΕΔ ΣΣ).
11.3 Αρνείται την κατ’ ισχυρισμό ιδιοκατοίκηση της Ενάγουσας 2 και θεωρεί ότι οποιαδήποτε κάρπωση από την Ενάγουσα 2 δεν είναι δυνατή.
11.4 Έχει καλή υπεράσπιση ενώ τα γεγονότα στα οποία αναφέρονται οι Αιτητές είναι παραπλανητικά.
11.5 Ως Τεκμήριο 2 ΕΔ ΒΘ επισυνάπτει έγγραφο χαρακτηριστικών του ακινήτου το οποίο εξασφάλισε μέσω της διαδικτυακής πύλης του Κτηματολογίου στο οποίο αναφέρεται ότι το Διαμέρισμα ανεγέρθηκε το 1998. Αυτό δείχνει ότι δικαιοδοσία έχει το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων.
11.6 Είναι προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης και συνάδει με το Άρθρο 30 του Συντάγματος να προχωρήσει η υπόθεση σε δίκη.
Δ. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ
13. Ουδείς εκ των μαρτύρων αντεξετάστηκε. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών υπέβαλαν στο Δικαστήριο εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Αγόρευσαν επίσης προφορικά προς υποστήριξη των θέσεων τους.
14. Ο συνήγορος των Αιτητών ανέφερε πως πρόκειται για ένα κλασσικό παράδειγμα περίπτωσης στην οποία πρέπει να εκδοθεί συνοπτική απόφαση. Ο Εναγόμενος δεν αποκάλυψε λεπτομέρειες για να τεκμηριώσει το δικαίωμα του να προβάλει υπεράσπιση και αρκέστηκε σε γενικόλογους και αόριστους ισχυρισμούς.
15. Η συνήγορος του Εναγόμενου αντέτεινε ότι τίθεται ζήτημα δικαιοδοσίας καθότι το Διαμέρισμα ανεγέρθηκε το 2000 (και όχι το 1998 ως αναφέρει ο Ενάγων 1), ωστόσο δεν είναι σε θέση να γνωρίζει εάν διατίθετο προς ενοικίαση. Περαιτέρω, εισηγήθηκε ότι η παρούσα δεν αποτελεί μία από τις περιπτώσεις οι οποίες είναι καθαρές για να μπορεί να εκδοθεί συνοπτική απόφαση.
16. Τα επιχειρήματα των συνηγόρων και όλη η μαρτυρία η οποία προσκομίσθηκε, αμφοτέρων των πλευρών, εξετάστηκαν σε όλη τους την εμβέλεια από το Δικαστήριο, χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησής τους καθότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY, Πολ. Εφ. Αρ. 117/2018, 16.032022, ECLI:CY:AD:2022:A113, Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490).
Ε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
17. Σύμφωνα με το Μέρος 24.2 των ΚΠΔ με τίτλο «λόγοι έκδοσης συνοπτικής απόφασης»:
«(1) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν:
(α) κρίνει ότι:
(i) ο ενάγων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος· ή
(ii) ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και
(β) δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.»
18. Το Μέρος 24.4 προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι η αίτηση ή η μαρτυρία η οποία περιέχεται σε αυτή για την έκδοση συνοπτικής απόφασης θα πρέπει να αναφέρει ότι υποβάλλεται διότι ο Αιτητής πιστεύει πως ο Καθ΄ ου η Αίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή υπεράσπισης του και ότι δεν γνωρίζει άλλο λόγο για τον οποίο η απαίτηση ή το ζήτημα πρέπει να εκδικαστεί.
19. Στο σύγγραμμα Blackstone’s Civil Practice 2022 παράγραφος 34.1 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με τις περιπτώσεις στις οποίες ένας εναγόμενος δεν έχει πραγματική υπεράσπιση:
“Where there is no real defence, a defendant may go through the motions of defending in order to delay the time when judgment may be entered. It is possible for defendants to put up the pretence of having a real defence to such an extent that some cases run all the way through to trial before judgment can be entered. The CPR provide several ways of preventing this happening. The court can use its power to strike out to knock out hopeless defences, such as those that simply do not amount to a legal defence to a claim. Entering summary judgment is a related procedure, and is used where a purported defence can be shown to have no real prospect of success and there is no other compelling reason why the case should be disposed off at trial.”
20. Πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης: Στην Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91 αναφέρθηκε ότι ο όρος “no real prospect of success” δεν χρήζει ιδιαίτερης επεξήγησης καθότι μιλά από μόνος του. Το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει πραγματική / ρεαλιστική προοπτική επιτυχίας σε αντίθεση με μια «ευφάνταστη» (fanciful) προοπτική επιτυχίας.
21. Στον Blackstone’s Civil Practice 2022, παρ. 34.10, σελ. 640, αναφέρονται τα ακόλουθα ως προς το πότε μια απαίτηση ή υπεράσπιση είναι ευφάνταστη και πότε θα πρέπει να απορρίπτονται οι αιτήσεις για συνοπτική απόφαση:
“A claim may be fanciful where it is entirely without substance, or where it is clear beyond question that the statement of case is contradicted by all the documents or other material on which it is based (Three Rivers District Council v. Bank of England (No. 3)). The judge should have regard to the witness statements and also to the question of whether the case is capable of being supplemented by evidence at trial (Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond (No. 5) [2001] BLR 297). Where the respondent’s evidence taken at its highest, does not raise a possibility of a defence, but it is in the realm of a mere (and distinctly improbable) possibility, it is right to enter summary judgment (Akinleye v East Sussex Hospitals NHS Trust [2008] EWHC 68 (QB), [2008] LS Law Medical 216) Conversely, where there is some prospect of success, summary judgment should be refused, and the court should not conduct a mini-trial into disputed questions of fact (Cotton v Rickard Metals Inc. [2008] EWHC 824 (QB), LTL 25/4/2008).
The question of whether there is a real prospect of success is not approached by applying the usual balance of probabilities standard of proof (Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond).
…. In E. D. and F. Man Liquid Products Ltd v Patel Potter LJ at [6] regarded the terms ‘real prospect’ and ‘realistic prospect’ as interchangeable. Lord Woolf MR in Swain v Hillman said that summary judgment applications have to be kept within their proper role. They are not meant to dispense with the need for a trial where there are issues which should be considered at trial. Further, summary judgment hearings should not be mini-trials. They are simply summary hearings to dispose of cases where there is no real prospect of success. Without allowing the application to become a mini-trial, there are occasions when the court has to consider fairly voluminous evidence in order to understand the facts that are in issue (Miles v ITV Networks Ltd [2003] EWHC 3134 (Ch), LTL 9/12/2003). »
22. Στο The White Book Service 2024, στην παράγραφο 24.2.3 καταγράφονται τα κριτήρια και οι εφαρμοστέες αρχές για την έκδοση από το Δικαστήριο συνοπτικών αποφάσεων. Παραθέτω αυτούσιο σχετικό απόσπασμα:
«The following principles applicable to applications for summary judgment were formulated by Lewison J in Easyair Ltd v Opal Telecom Ltd [2009] EWHC 339 (Ch) and approved by the Court of Appeal in AC Ward & Sons Ltd v Caitlin (Five) Ltd [2009] EWCA Civ 1098; [2010] Lloyd's Rep. I.R. 301 at 24:
i) The Court must consider whether the claimant has a realistic as opposed to a fanciful prospect of success: Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91;
ii) A "realistic" claim is one that carries some degree of conviction. This means a claim is more than merely arguable: ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472;
iii) In reaching its conclusion the Court must not conduct a "mini-trial": Swain v Hillman;
iv) This does not mean that the court must take at face value and without analysis everything that a claimant says in his statements before the court. In some cases it may be clear that there is no real substance in factual assertions made, particularly if contradicted with contemporaneous documents: ED & F Man Liquid Products v Patel;
v) However, in reaching its conclusion the court must take into account not only the evidence actually placed before it on the application for summary judgment, but also the evidence that can reasonably be expected to be available at trial: […]
vi) Although a case may turn out at trial not to be really complicated, it does not follow that it should be decided without the fuller investigation into the facts at trial than is possible or permissible on summary judgment. Thus the court should hesitate about making a final decision without a trial even where there is no obvious conflict of fact at the time of the application, where reasonable grounds exist for believing that a fuller investigation into the facts of the case would add to or alter the evidence available to a trial judge and so affect the outcome of the case: Doncaster Pharmaceuticals Group Ltd v Bolton Pharmaceutical Co 100 Ltd [2007] F.S.R. 3;
vii) On the other hand it is not uncommon for an application under Pt 24 to give rise to a short point of law or construction and, if the court if satisfied that it has before it all the evidence necessary for the proper determination of the question and that the parties have had an adequate opportunity to address it in argument, it should grasp the nettle and decide it. The reason is quite simple: if the respondent's case is bad in law, the sooner that is determined, the better. If it is possible to show by evidence that although material in the form of documents or oral evidence that would put the documents in another light is not currently before the Court, such material is likely to exist and can be expected to be available at trial, it would be wrong to give summary judgment because there would be a real, as opposed to fanciful, prospect of success. However, it is not enough simply to argue that the case should be allowed to go to trial because something may turn up which would have a bearing on the question of construction: ICI Chemicals & Polymers Ltd v TTE Training Ltd [2007] EWCA Civ 725.»
23. Το έργο του Δικαστηρίου στο πλαίσιο μιας αίτησης για συνοπτική απόφαση δεν είναι να αποφασίσει εάν ο Αιτητής έχει δίκαιο αλλά να αποφασίσει ποια μέρη της υπόθεσης πρέπει να οδηγηθούν σε ακρόαση και ποια όχι επειδή υπάρχει πραγματική προοπτική επιτυχίας της υπεράσπισης (Mellor v Partridge [2013] EWCA Civ 477).
24. Στο σύγγραμμα Zuckerman on Civil Procedure, Principles of Practice, 4η έκδοση, 2021 στις παραγράφους 9.59-9.64 γίνεται μια σύγκριση με το προηγούμενο καθεστώς και επεξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους δημιουργήθηκε ένα καινούριο test - κριτήριο, ήτοι αυτό της πραγματικής προοπτικής επιτυχίας της υπεράσπισης σε αντίθεση με το προηγούμενο το οποίο στην ουσία προϋποθέτει την απουσία υπεράσπισης:
''9.59. An applicant for summary judgment must establish that the respondent has no real prospect of succeeding; it is not for the respondent to show a real prospect of success. A respondent will be called upon to show its hand only if the applicant has established that there are grounds for concluding that the respondent has no real prospect of success.
… It has been said that "real" means that the respondent has to have a case which is better than merely arguable but has some degree of conviction, even if it is difficult to make out. […]
9.61 To appreciate the full implications of the test one must first articulate its rationale. The pre-CPR position was that only claimants could apply for summary judgment, and they had to demonstrate that the defendant had "no defense" to the claim. It was not enough for the court to conclude that the defendant was unlikely to succeed in its defence; it had to be convinced beyond reasonable doubt that the defendant could not succeed. As a result, leave to defend had to be given even where the defence was very weak, or "shadowy", though the court had the power to impose conditions on the leave to defend if it considered the defence to be doubtful or lacking in substance.
9.62 In his Access to Justice reports Lord Woolf found the old rule unsatisfactory because it allowed unmeritorious cases to go to trial when they should have been disposed of summarily. The test of "a real prospect of succeeding" must therefore be understood in the context of the reports' policy to promote proportionate use of resources. The purpose of the CPR test is to avoid the use of the normal pre-trial and trial procedures for resolving disputes that cannot benefit from use of these procedures. It follows that summary judgment must be given where the normal processes are not likely to turn up something that could make a difference to the outcome.
9. 63 Whether a party has a real prospect of success therefore depends on an assessment of two distinct matters: first, whether the party has a real prospect of success on the basis of the facts that are known at the time; and second, whether there is a real prospect that some material support for the party's case would emerge if the case followed the normal procedural route. It is only when the court is convinced that the party has no real prospect in respect of both these matters that the use of the normal process would be wasteful.
9.64 Support for this interpretation of the test is found in S v Gloucestershire County Council where the Court of Appeal explained that before giving summary judgment the court must be satisfied of the following matters: (1) that it had before it all substantial relevant facts that were reasonably capable of being before it; (2) that those facts were undisputed or there was no real prospect of successfully disputing them; and (3) that there was no real prospect of oral evidence affecting the court's assessment of the facts. The Court of Appeal stressed that even where there were gaps in the evidence, the court could proceed to summary judgment if there was no real prospect that the gaps would be filled.”
25. Το βάρος απόδειξης ότι ο Εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης και ότι δεν υπάρχει άλλος επιτακτικός λόγος για τη διεξαγωγή δίκης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα (White Book Service 2024, ανωτέρω, παρ. 24.2.3 και Blackstone’s, ανωτέρω, 34.11). Ο Αιτητής πρέπει να αποδείξει ότι υπάρχει βάση σε σχέση με το ότι η Υπεράσπιση του Καθ’ ου η Αίτηση δεν έχει προοπτικές επιτυχίας και δεν υπάρχει άλλος λόγος για να οδηγηθεί η υπόθεση σε δίκη. Όταν ικανοποιηθεί το νομικό βάρος απόδειξης και ο Αιτητής δείξει ότι εκ πρώτης όψεως ο Καθ’ ου η Αίτηση δεν έχει καλή υπεράσπιση, τελευταίος επωμίζεται το αποδεικτικό βάρος (evidential burden) να καταδείξει ότι η υπεράσπιση του έχει προοπτική επιτυχίας.
26. Δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη: Παραπέμπω στην παράγραφο 34.46 στο σύγγραμμα Blackstone’s (ανωτέρω) όπου αναλύεται η προϋπόθεση αυτή και παρατίθενται ορισμένα παραδείγματα.
27. Λόγοι για να οδηγηθεί η υπόθεση σε δίκη περιλαμβάνουν την περίπτωση που ο Καθ’ ου η Αίτηση δεν μπορεί να επικοινωνήσει με ένα ουσιώδη μάρτυρα ο οποίος μπορεί να παράσχει μαρτυρία για την υπεράσπιση, όταν η υπόθεση είναι περίπλοκη και πολύπλοκή, ή τα γεγονότα είναι παράξενα και χρήζουν περαιτέρω έρευνας και όταν ο αιτητής ενήργησε κατά τρόπο άδικο ή πολύ σκληρό (harshly or unconscionably) ή τα γεγονότα εγείρουν υποψία ανεντιμότητας από μέρους του αιτητή ώστε να είναι αναγκαίο να διεξαχθεί δημόσια δίκη.
ΣΤ. ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΙΣ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
28. Εν πρώτοις σημειώνω ότι οι τυπικές προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης έχουν τηρηθεί (παρ. 29, ΕΔ ΣΣ).
29. Προχωρώ τώρα να εξετάσω το κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις τις οποίες θέτουν οι ΚΠΔ και η σχετική νομολογία για την έκδοση συνοπτικής απόφασης.
30. Η απαίτηση των Εναγόντων στηρίζεται στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης / κατοχής.
31. Εν προκειμένω, δεν αμφισβητήθηκε η ιδιοκτησία του ακινήτου. Προσκομίστηκαν τίτλοι ιδιοκτησίας από τους οποίους προκύπτει ότι η Ενάγουσα 2 είναι η ιδιοκτήτρια του ακινήτου.
32. Το ότι ο Ενάγων 1 είναι ο προηγούμενος ιδιοκτήτης του και έχει δικαίωμα επικαρπίας επί του Διαμερίσματος δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να κατοικήσει σε αυτό η Ενάγουσα 2. Το επιχείρημα αυτό στην παρ. 7 στην ΕΔ ΒΘ δεν μπορεί να ευσταθεί. Σε κάθε περίπτωση δεν έχει σημασία καθότι δεν χρειάζεται λόγος για τον τερματισμό της ενοικίασης και η ενοικίαση τερματίστηκε εν τέλει πάνω σε άλλη βάση.
33. Ο Εναγόμενος ήταν ενοικιαστής. Η ενοικίαση τερματίστηκε με επιστολή από τους δικηγόρους των Εναγόντων ημερομηνίας 26.04.2024 η οποία επιδόθηκε στον Εναγόμενο (Τεκμήριο 7 ΕΔ ΣΣ). Ο Εναγόμενος στην παρ. 15 της Υπεράσπισης του αναφέρει ότι παραδέχεται το περιεχόμενο της παραγράφου 12 της Έκθεσης Απαίτησης στην οποία ότι αναφέρεται ότι το Τεκμήριο 7 επιδόθηκε σε αυτόν. Μάλιστα αναφέρει πως η εν λόγω επιστολή ήταν καταχρηστική και εκβιαστική και αγνοούσε τις οικονομικές δυσκολίες του.
34. Η Υπεράσπιση συνοδεύεται από δήλωση αλήθειας η οποία υπογράφεται από τον Εναγόμενο. Επομένως, υπάρχει παραδοχή ότι έλαβε την επιστολή τερματισμού Τεκμήριο 7 ΕΔ ΣΣ.
35. Ο Εναγόμενος είναι παραδεκτό ότι δεν έχει εγκαταλείψει το Διαμέρισμα και δεν παρέδωσε ελεύθερη κατοχή. Επομένως, φαίνεται να υπάρχει παράνομη επέμβαση / κατοχή του Διαμερίσματος από τον Εναγόμενο.
36. Από τον τερματισμό της ενοικίασης ο Εναγόμενος δεν έχει καταβάλει κανένα ενοίκιο και αυτό είναι παραδεκτό γεγονός. Δεν αμφισβητείται από τον Εναγόμενο ότι δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό μετά από την 18.06.2024 όταν κατέβαλε δύο καθυστερημένα ενοίκια (Μάρτιος - Απρίλιος 2024).
37. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται πως υπήρχε προφορική συμφωνία για ενοικίαση από έτος εις έτος. Δεν αμφισβητεί ότι κατέβαλλε ενοίκιο κάθε μήνα, ούτε και αμφισβητείται ότι το Ενοικιαστήριο έληξε και παρέμεινε στο Διαμέρισμα. Δεν παραθέτει καμία απολύτως λεπτομέρεια για να τεκμηριώσει τη θέση του περί προφορικής συμφωνίας για ενοικίαση διάρκειας ενός έτους.
38. Ο ισχυρισμός περί ανανέωσης από έτος εις έτος δεν μπορεί να ευσταθεί καθότι δεν αμφισβητείται ότι το ενοίκιο καταβάλλεται μηνιαίως. Ο ισχυρισμός περί προφορικής συμφωνίας δεν εξειδικεύεται ούτε και παρέχονται οι απαραίτητες λεπτομέρειες οι οποίες ενδεχομένως να έδειχναν ότι υπάρχει κάποια υπεράσπιση με πραγματική προοπτική επιτυχίας επί αυτής της βάσης.
39. Ούτε και η παρούσα είναι μία από τις περιπτώσεις στις οποίες ίσως ο Εναγόμενος να είναι σε θέση να προσκομίσει περαιτέρω μαρτυρία κατά την δίκη καθότι επικαλείται μια προφορική συμφωνία μεταξύ του ιδίου και του Ενάγοντος.
40. Παρενθετικά σημειώνω πως το ότι μια συμφωνία είναι προφορική δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να δοθούν κάποιες απαραίτητες λεπτομέρειες ικανές να προσδώσουν κάποια βεβαιότητα στη συμφωνία π.χ. ως προς το πότε έλαβε χώρα, που έλαβε χώρα, ποιοι ήταν οι όροι της;
41. Η παντελής έλλειψη εξειδίκευσης υποδηλώνει την ανυπαρξία πραγματικής προοπτικής επιτυχούς υπεράσπισης πάνω σε αυτή την βάση και την προώθηση ευφάνταστων, αστήρικτων και ατεκμηρίωτων ισχυρισμών προς θεμελίωση ενός ίχνους υπεράσπισης.
42. Όπως έχει προαναφερθεί «a "realistic" claim is one that carries some degree of conviction. This means a claim is more than merely arguable». Δηλαδή, πρέπει να υπάρχει ένας βαθμός βεβαιότητας ή πειστικότητας. Δεν αρκεί η προώθηση ενός απλού, γενικού, αόριστου και αστήρικτου ισχυρισμού.
43. Εν προκειμένω, όχι μόνο δεν δόθηκε μαρτυρία προς υποστήριξη του ισχυρισμού ετήσιας σύμβασης, αλλά υπάρχει και παραδοχή ως προς τη συχνότητα πληρωμής του ενοικίου, γεγονός το οποίο δημιουργεί αντίφαση και καταρρίπτει την οποιαδήποτε υποψία περί του αντιθέτου.
44. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Nicos Christou Developments Ltd v. Παναγιώτη Τοφίνη (1998) 1 ΑΑΔ 1990 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την διάρκεια της ενοικίασης με βάση άκυρο ενοικιαστήριο τα οποία εφαρμόζονται εν προκειμένω κατ’ αναλογία (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):
«Σύμφωνα με τη νομολογία, όπου ο ενοικιαστής λαμβάνει κατοχή του ακινήτου και πληρώνει το συμφωνηθέν με βάση το άκυρο ενοικιαστήριο έγγραφο, η ενοικίαση καθίσταται ενοικίαση από έτος εις έτος ή από μήνα σε μήνα, ανάλογα με το αν με βάση το συμβόλαιο το ενοίκιο είναι πληρωτέο ετήσια ή κατά μήνα. (Δέστε Georghiades & Others v. Lambis (1976) 8 J.S.C. 1332, Petrolina Ltd v. Vassiliades (1975) 1 C.L.R. 289, L. & A. Tryfon Co. Ltd v. Black & Decker Co. Ltd (1983) 1 C.L.R. 975 και Woodfall' s Law of Landlord and Tenant 27η Έκδοση, Tόμος 1, §§ 446, 663).
Σύμφωνα με τα πιο πάνω η ορθή θέση είναι ότι το υπό εξέταση άκυρο συμβόλαιο αφού προνοούσε για πληρωμή μηνιαίου ενοικίου κατέστησε τη σύμβαση εκμισθώσεως σύμβαση από μήνα σε μήνα.»
45. Επομένως, δεν μπορεί βάσιμα να αποτελέσει υπεράσπιση με πραγματική προοπτική επιτυχίας η θέση του Εναγόμενου περί ύπαρξης ετήσιας σύμβασης.
46. Ως προς το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δεν έχει αμφισβητηθεί η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου με τον ορθό τρόπο. Οι ΚΠΔ προνοούν στο Μέρος 12 αυτών, συγκεκριμένη διαδικασία για την αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, η οποία στην προκειμένη περίπτωση δεν ακολουθήθηκε.
47. Κατ’ αρχάς ο Εναγόμενος θα έπρεπε να υποδηλώσει την πρόθεση του για αμφισβήτηση δικαιοδοσίας στο Σημείωμα Εμφάνισης με την σημείωση της κατάλληλης επιλογής (Μέρος 12.1, κ. (2)) και ακολούθως να υποβάλει αίτηση εντός 14 ημερών από την καταχώριση του Σημειώματος Εμφάνισης (Μέρος 12.1, κ. (3)). Ο Εναγόμενος παρέλειψε να προβεί στα προαναφερόμενα διαβήματα.
48. Επομένως, με βάση το Μέρος 12.1 (4) ο Εναγόμενος θεωρείται ότι έχει αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και δεν δύναται να ισχυριστεί το αντίθετο.
49. Όμως επειδή με βάση το Μέρος 12.1 (5) «η αποδοχή από διάδικο δικαιοδοσίας δεν συνεπάγεται ανάληψη δικαιοδοσίας από δικαστήριο εκεί όπου αυτό στερείται δικαιοδοσίας δυνάμει Νόμου» θα προχωρήσω να εξετάσω το επιχείρημα του Εναγόμενου ως προς το ότι δικαιοδοσία έχει το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων.
50. Εν πάση περιπτώσει, το βάρος ότι το Διαμέρισμα διατίθετο προς ενοικίαση το φέρει ο Εναγόμενος / Καθ’ ου η Αίτηση ο οποίος προβάλλει τον ισχυρισμό αυτό.
51. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση ΦΥΣΕΝΤΖΙΔΗ v. K&C SNOOKER & POOL ENTERTAINMENT, Πολ. Εφ. 30/2019, 01.06.2020 διευκρινίστηκε ότι για να εφαρμοστεί ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος του 1983 (Ν.23/1983), ως έχει τροποποιηθεί θα πρέπει το κτίριο να βρίσκεται σε ελεγχόμενη περιοχή, να έχει συμπληρωθεί μέχρι και την 31.12.1999 και κατά την εν λόγω ημερομηνία να ήταν είτε υπό ενοικίαση είτε προς ενοικίαση.
52. Ο Εναγόμενος δεν προέβαλε καν τον ισχυρισμό ότι το Διαμέρισμα την 31.12.1999 ήταν υπό ή προς ενοικίαση. Ο δε Ενάγων 1 στην ΕΔ ΣΣ προέβαλε τον ισχυρισμό ότι από τον χρόνο ανέγερσης του Διαμερίσματος μέχρι το 2006 διέμενε σε αυτό ο ίδιος με την οικογένεια του. Το Διαμέρισμα ενοικιάστηκε για πρώτη φορά στις 15.09.2006 και παρουσιάζει και το Ενοικιαστήριο Έγγραφο (Τεκμήριο 4 ΕΔ ΣΣ).
53. Ο Ενάγων 1 δεν αντεξετάστηκε σε σχέση με τον ισχυρισμό του αυτό, ούτε και επιχειρήθηκε να αντικρουστεί με οποιοδήποτε τρόπο. Αντιλαμβάνομαι τη δυσκολία του να προσαχθεί θετική μαρτυρία από πρόσωπο που δεν είναι ο ιδιοκτήτης του ακινήτου ως προς το κατά πόσον πριν από 26 χρόνια αυτό ήταν υπό ή προς ενοικίαση, ωστόσο αυτή είναι η ισχύουσα αυθεντία και νομική θέση επί του ζητήματος. Εν προκειμένω ο Εναγόμενος δεν έχει ισχυριστεί ότι ήταν προς ενοικίαση στην 31.12.1999 το Διαμέρισμα.
54. Κατά συνέπεια, ούτε και η αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου από τον Εναγόμενο μπορεί να αποτελέσει υπεράσπιση με πραγματική προοπτική επιτυχίας.
55. Σε σχέση με το ενοίκιο του Μαΐου δεν αμφισβητείται ότι δεν έχει καταβληθεί. Στην Υπεράσπιση υπάρχει ένας ισχυρισμός περί επιδιορθώσεων ο οποίος ωστόσο δεν συμπεριλήφθηκε στην ΕΔ ΒΘ και δεν προωθήθηκε. Επομένως, θεωρείται ότι δεν αμφισβητείται αυτό το σκέλος της απαίτησης.
56. Στην ουσία δεν υπάρχει πραγματική προοπτική επιτυχίας της υπεράσπισης η οποία προβάλλεται. Προβάλλονται μόνο γενικόλογοι ισχυρισμοί π.χ. ότι ο Εναγόμενος δεν έλαβε καμία επιστολή τερματισμού της ενοικίασης χωρίς να αμφισβητεί την ένορκη δήλωση του επιδότη ότι του επέδωσε την εν λόγω επιστολή έναντι της υπογραφής του.
57. Υπάρχει επίσης ένας γενικός ισχυρισμός ότι τα όσα αναφέρονται είναι παραπλανητικά χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση και επί της ουσίας αμφισβήτηση τους.
58. Δεν προωθήθηκε η θέση ότι υπάρχει κάποιος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση να πρέπει να οδηγηθεί και να αποφασιστεί σε δίκη και από τα γεγονότα δεν προκύπτει κάποιος λόγος να μην εκδοθεί συνοπτική απόφαση, τουλάχιστον εν μέρει.
59. Δεν προωθήθηκε ισχυρισμός ότι πιθανώς κατά τη δίκη να προσκομιστεί κάποια μαρτυρία η οποία ενδεχομένως να αλλάξει την εικόνα. Η υπεράσπιση ότι η σύμβαση ενοικίασης ήταν ετήσια βασίζεται στην μαρτυρία του Εναγόμενου ο οποίος είχε την ευκαιρία να παρέχει λεπτομέρειες για να τεκμηριώσει ή, εν πάση περιπτώσει, να καταστήσει πιο πειστικό τον ισχυρισμό του περί συμφωνίας με τον Ενάγοντα περί τούτου.
60. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι ο Εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος και δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη. Συνεπακόλουθα εκδίδεται συνοπτική απόφαση ως η παράγραφος 21, παράγραφοι Α – Δ του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης.
61. Σημειώνεται ότι η διαδικασία αυτή έχει κριθεί από την Βουλή των Λόρδων ότι συνάδει με το δικαίωμα στη δίκαιη δίκη με βάση το Άρθρο 6.1 της ΕΣΔΑ (Blackstone’s 2022, 34.10). Ο ισχυρισμός περί παραβίασης του δικαιώματος της δίκαιης δίκης σε κάθε περίπτωση δεν προωθήθηκε.
62. Εν προκειμένω, εξυπηρετείται ο πρωταρχικός σκοπός και είναι προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης να μην οδηγηθεί η υπόθεση σε δίκη από τη στιγμή που δεν υπάρχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης. Το να οδηγηθεί μια υπόθεση στην οποία δεν υπάρχει πραγματική προοπτική επιτυχίας της υπεράσπισης σε δίκη είναι αντίθετο με τον πρωταρχικό σκοπό και το στοιχείο της αναλογικότητας το οποίο εισαγάγει και επηρεάζει δυσμενώς το σύστημα απονομής αστικής δικαιοσύνης καθώς και τα δικαιώματα διαδίκων σε άλλες υποθέσεις όπου υπάρχει καλή υπεράσπιση, δεδομένου του ότι ο χρόνος και οι πόροι του Δικαστηρίου είναι περιορισμένοι.
63. Οι Ενάγοντες διεκδικούν και ενδιάμεσα οφέλη ύψους €1.100 από 01.06.2024 μέχρι την παράδοση ελεύθερης κατοχής, ή/και «οποιοδήποτε άλλο ποσό κρίνει το Δικαστήριο ορθό και δίκαιο». Οι Ενάγοντες έχουν προσκομίσει Έκθεση Εκτίμησης στην οποία αναφέρεται ότι η αγοραία ενοικιαστική αξία του Διαμερίσματος ανέρχεται σε €1.120 μηνιαίως.
64. Ο Εναγόμενος στην υπεράσπιση του αμφισβητεί αυτό το ποσό και λέγει ότι είναι υπερβολικό.
65. Στην απόφαση της υπόθεσης MUKHTAR MOHAMED AL NWILI v. MAREMONTE INVESTEMENTS LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε205/2017, 9/1/2024 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«.Σε σχέση με την επιδίκαση αποζημιώσεων μέχρι την παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής της κατοικίας, σημειώνουμε ότι στο Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ζητείτο αποζημίωση €1.500 μηνιαίως μέχρι την εκκένωση και παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής της κατοικίας στην Εφεσίβλητη. Ωστόσο, δεν επρόκειτο για προσυμφωνημένη αποζημίωση στην οποία η Εφεσίβλητη θα εδικαιούτο χωρίς άλλο. Δικογραφείτο ότι το ποσό, δηλαδή €1.500 μηνιαίως, ήταν η ενοικιαστική αξία της επίδικης κατοικίας, όμως δεν ήταν περίπτωση ανάκτησης κατοχής από ενοικιαστή που ήταν υπόχρεος στην καταβολή συγκεκριμένου ενοικίου. Δεν εγειρόταν καν ζήτημα διαπίστωσης υπεράσπισης του Εφεσείοντα στην επιμέρους απαίτηση, αλλά αξίωσης που η Εφεσίβλητη όφειλε να αποδείξει με μαρτυρία, που θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο κατόπιν αξιολόγησης, στο πλαίσιο της μόνης προσφερόμενης διαδικασίας, της «κανονικής» δίκης. Το μηνιαίο ποσό που επιδικάστηκε ως αποζημίωση με την πρωτόδικη απόφαση δεν ήταν €1.500, αλλά €1.067, για το οποίο είχε προσφερθεί μαρτυρία με την επισύναψη σχετικού τεκμηρίου, έκθεσης εκτίμησης ημερ.13.3.2017, στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για συνοπτική απόφαση. Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς την αποδοχή ως αξιόπιστης της σχετικής μαρτυρίας (έκθεσης) από το πρωτόδικο Δικαστήριο, διεργασία ανεφάρμοστη στο πλαίσιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση.
Στην J. & M. Loizides Ag. Ltd κ.ά. ν. Τράπ. Κύπρου Δημ. Ετ. Λτδ (2011) 1(Β) Α.Α.Δ. 1280, 1288-9, αναφέρθηκε ότι:
«Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. ........Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματά του (βλ. Άρθρο 30 του Συντάγματος)».
Υπόλογος ή όχι να πληρώσει αποζημιώσεις για την κατοχή της κατοικίας μέχρι την παράδοση της, ο Εφεσείων είχε κάθε δικαίωμα να αντεξετάσει τον εκτιμητή της Εφεσίβλητης και να παρουσιάσει και δικό του, για να καταδείξει ότι η ενοικιαστική αξία της κατοικίας ήταν μικρότερη και συνεπώς και η αποζημίωση που όφειλε να καταβάλει πιο μικρή. Αυτό μόνο στο πλαίσιο της «κανονικής» δίκης μπορούσε να γίνει.»
66. Με γνώμονα τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψιν ότι τα πιο πάνω αξιούμενα ποσά από την στιγμή που δεν συνιστούν προσυμφωνημένες ή προκαθορισμένες αποζημιώσεις, αλλά αποζημιώσεις το ύψος και η φύση των οποίων θα πρέπει να αποδειχτεί με την ανάλογη μαρτυρία και συνεπώς «μόνο στο πλαίσιο της «κανονικής» δίκης» μπορούν να εξεταστούν, δεν μπορούν να εκδοθούν και ανάλογες σχετικές αποφάσεις στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση.
67. Σημειώνω ότι η MUKHTAR (ανωτέρω) αποφασίστηκε με βάση τους προηγούμενους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Παρά ταύτα και παρά το γεγονός ότι οι Ενάγοντες ζητούν από το Δικαστήριο να επιδικάσει ως ενδιάμεσα οφέλη οποιοδήποτε άλλο ποσό κρίνει το Δικαστήριο ορθό η δίκαιο, θεωρώ πως η αγοραία ενοικιαστική αξία του Διαμερίσματος θα πρέπει να αποφασιστεί στο πλαίσιο της δίκης και αφού δοθεί η δυνατότητα στον Εναγόμενο να προσκομίσει μαρτυρία πραγματογνώμονα εκτιμητή και/ή αφού αντεξετάσει τον εκτιμητή των Εναγόντων.
68. Ο Εναγόμενος στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας επικεντρώθηκε στο να προβάλει υπεράσπιση σε σχέση με το ότι συνεχίζεται η ενοικίαση και το επί του κατά πόσον έχει καταστεί επεμβαίνων παρανόμως και θα ήταν παράλογο σε αυτό το σημείο να απαιτείται από αυτόν να προσκομίσει μαρτυρία εκτιμητή.
69. Ούτε και θέλω να αποστερήσω από τους Ενάγοντες την αποζημίωση επί τη βάσει της αγοραίας ενοικιαστικής αξίας του Διαμερίσματος τους με το να επιδικάσω ενδιάμεσα οφέλη με βάση το ύψος του ενοικίου που είχε συμφωνηθεί με τον Εναγόμενο το 2021.
70. Επομένως, σε σχέση με την αποζημίωση για παράνομη κατοχή – τα αιτητικά Ε και ΣΤ στο παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης – δίδεται άδεια στον Εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπιση του.
Ζ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
71. Υπό το φως των όσων έχουν προαναφερθεί, η Υπεράσπιση του Εναγόμενου διαγράφεται και εκδίδεται συνοπτική απόφαση ως η παράγραφος 21, στοιχεία Α, Β, Γ και Δ.
72. Όσον αφορά το ποσό των €500 – ενοίκιο Μαΐου – επιδικάζεται νόμιμος τόκος από την καταχώριση της απαίτησης μέχρι την πληρωμή του.
73. Ο χρόνος συμμόρφωσης σε σχέση με τα αιτητικά Β και Γ θα είναι 30 μέρες από την επίδοση του Διατάγματος του Δικαστηρίου. Δηλαδή, ο Εναγόμενος διατάσσεται όπως παραδώσει ελεύθερη κατοχή του Διαμερίσματος και να παύσει οποιαδήποτε επέμβαση επί του Διαμερίσματος εντός 30 ημερών από την επίδοση του Διατάγματος.
74. Όσον αφορά την αποζημίωση για παράνομη κατοχή του Διαμερίσματος ο Εναγόμενος μπορεί να καταχωρίσει Υπεράσπιση εντός 30 ημέρων από σήμερα.
75. Νοείται ότι η Υπεράσπιση θα αφορά αποκλειστικά το ζήτημα της αγοραίας ενοικιαστικής αξίας του Διαμερίσματος.
76. Ακολούθως, να ακολουθηθούν οι ΚΠΔ.
77. Όσον αφορά τα έξοδα, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών υποβοήθησαν το Δικαστήριο με το να συμφωνήσουν στο ποσό των εξόδων ανάλογα με το αποτέλεσμα.
78. Επιδικάζονται συμφωνηθέντα έξοδα ύψους €2.560 πλέον Φ.Π.Α. πλέον €226,21 πραγματικά έξοδα υπέρ των Αιτητών και εναντίον του Καθ’ ου η Αίτηση, μειωμένα όμως κατά το 1/3 δεδομένου του ότι εν τέλει δόθηκε άδεια για καταχώριση υπεράσπισης μόνο σε σχέση με το ποσό των αποζημιώσεων.
Υπ. _________________
Χ. Σατσιάς, Ε. Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο