Armada OJSC ν. Γεώργιος Χρ. Γεωργίου κ.α., Αγωγή Αρ. 645/24, 7/10/2025
print
Τίτλος:
Armada OJSC ν. Γεώργιος Χρ. Γεωργίου κ.α., Αγωγή Αρ. 645/24, 7/10/2025
Armada OJSC ν. Γεώργιος Χρ. Γεωργίου κ.α., Αγωγή Αρ. 645/24, 7/10/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ.

 

Αγωγή Αρ. 645/24

Μεταξύ:

Armada OJSC

Ενάγουσας

και

 

1.    Γεώργιος Χρ. Γεωργίου

2.    WCS Worldwide Corporate Services Ltd

3.    Μιχαηλίνα Ζήνωνος

4.    Alexey Kuzovkin

Εναγομένων

---------------------------------------------

Ημερομηνία: 07 Οκτωβρίου 2025

 

Για τον αιτητή – εναγόμενο 4: κ. Α. Νικολάου

Για την καθ’ ης η αίτηση – ενάγουσα: κ. Παπαχριστοδούλου Χάρης, για Παπαδόπουλος, Λυκούργος ΔΕΠΕ.

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

(Αίτηση ημερ. 7.7.25 για αναστολή εκτέλεσης απόφασης)

 

Με την υπό κρίση αίτηση, ως περιορίστηκε κατά το στάδιο της ακρόασης, ο εναγόμενος 4/αιτητής (στο εξής «ο Αιτητής») ζητεί αναστολή εκτέλεσης της ενδιάμεσης απόφασης και/ή διαταγμάτων ημερ. 30.6.25 μέχρι εκδικάσεως της έφεσης που καταχωρήθηκε κατά της εν λόγω ενδιάμεσης απόφασης.   Για σκοπούς ευχερέστερης κατανόησης των όσων έπονται, σημειώνεται ότι με την ως άνω απόφαση εκδόθηκαν διατάγματα αποκάλυψης ως οι παράγραφοι 2 και 3 της αίτησης ημερομ. 21.06.2024, ενώ επιπλέον το διάταγμα φίμωσης που είχε εκδοθεί μονομερώς κατέστη απόλυτο και τέλος, εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο εξουσιοδοτείτο η ενάγουσα (εκεί αιτήτρια) να χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε πληροφορία ή και έγγραφο που θα λάμβανε δυνάμει της συμμόρφωσης με τα διατάγματα, προς υποστήριξη αγωγής ή και λήψης νομικών μέτρων εναντίον οποιουδήποτε αδικοπραγούντα.  Το εν λόγω διάταγμα ρητώς διαλάμβανε πως δεν θα επιτρέπετο η χρήση οποιασδήποτε πληροφορίας ληφθεί συνεπεία της έκδοσης των διαταγμάτων, στο πλαίσιο των διαδικασιών που εκκρεμούν στην Αυστρία και ΗΠΑ μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 4.

 

Η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στον Κ.41.7 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023,  τα δε γεγονότα τα οποία την υποστηρίζουν εμφαίνονται στην Ε/Δ του Σ.Β., δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή.  Ο ομνύων αναφέρεται στο ιστορικό της ενδιάμεσης απόφασης της οποίας ζητείται η αναστολή, επεξηγεί γιατί κατά την κρίση του η καταχωρηθείσα έφεση έχει πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας, τονίζει πως η πλευρά του έδρασε έγκαιρα καταχωρώντας την υπό κρίση αίτηση, για να καταλήξει εν τέλει να επισημάνει πως με την εν λόγω αίτηση που οδήγησε στην εκκαλούμενη απόφαση, ζητούντο οι ίδιες θεραπείες που ζητούνται με την αγωγή και αν δεν ανασταλεί η εν λόγω απόφαση και αφεθεί η διαδικασία να προχωρήσει και υπάρξει συμμόρφωση με τα διατάγματα, τότε η τυχόν επιτυχία της έφεσης δε θα έχει καμία σημασία και ο Αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά και ανυπολόγιστο ψυχικό και οικονομικό κόστος.  Παράλληλα τονίζει πως η Καθ’ ης η αίτηση χρησιμοποίησε τις εν λόγω πληροφορίες ήδη ενώ δεν εδικαιούτο να πράξει κάτι τέτοιο, δυνάμει των προνοιών της απόφασης του Δικαστηρίου και μάλιστα το έπραξε διαστρεβλώνοντας τις.  

 

Σημειώνει δε πως οι εναγόμενοι 2 και 3 προέβησαν σε Ε/Δ αποκάλυψης των εγγράφων χωρίς ωστόσο να τα παραδώσουν στην Ενάγουσα/Καθ’ ης η αίτηση, όμως με δεδομένη τη διαταγή όπως το πράξουν εντός του χρόνου που καθορίζει το διάταγμα παράληψη τους να συμμορφωθούν θα συνιστά παρακοή, με όλες τις συνέπειες που τούτο μπορεί να έχει, συμπεριλαμβανομένης και της επιβολής ποινής φυλάκισης ενώ τυχόν παράδοση τους θα πλήξει ουσιαστικά το δικαίωμα προώθησης της καταχωρηθείσας έφεσης.  Παρενθετικά δε σημειώνει πως η ποινική διαδικασία που εκκρεμούσε εναντίον του Αιτητή και ενός ακόμη κατηγορούμενου στην Αυστρία, στη βάση καταγγελιών της Ενάγουσας/Καθ’ ης η αίτηση απερρίφθη και σε επίπεδο έφεσης, υποστηρίζοντας πως τούτο καταδεικνύει έτι περαιτέρω ότι οι ισχυρισμοί της ενάγουσας/καθ’ ης η αίτηση είναι ανυπόστατοι.

 

Η Ενάγουσα/Καθ’ ης η αίτηση (στο εξής καλούμενη «η Καθ’ ης η αίτηση») καταχώρησε ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας επτά λόγους ένστασης με τους οποίους ουσιαστικά ισχυρίζεται ότι:

 

1.     Η αίτηση είναι παράτυπη και η νομική βάση αυτής εσφαλμένη, ελλιπής και ανεπαρκής.

2.     Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ο Αιτητής δεν κατέδειξε βάσιμο λόγο ή ζημιά ώστε να δικαιολογείται η έκδοση τους, ενώ αντίθετα αν ανασταλεί η ισχύς των εκδοθέντων διαταγμάτων η Καθ’ ης η αίτηση είναι αυτή που θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά.

3.     Η η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική αφού με αυτή ζητείται η ανατροπή ισχύος των εκδοθέντων διαταγμάτων, η Ε/Δ που την υποστηρίζει περιέχει γεγονότα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και σκοπό έχει να καθυστερήσει τη συλλογή πληροφοριών και ή κίνηση διαδικασιών κατά του Αιτητή.

4.     Υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να καταστραφούν περαιτέρω στοιχεία εάν ανασταλεί η ισχύς του διατάγματος, αφού ο Αιτητής είναι μέρος του κυκλώματος που αποξένωσε τα περιουσιακά στοιχεία της Καθ’ ης η αίτηση.

 

Η ένσταση υποστηρίζεται από την Ε/Δ του Κ.Χ. δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Καθ’ ης η αίτηση, ο οποίος ουσιαστικά επαναλαμβάνει και αναπτύσσει περαιτέρω τους λόγους ένστασης τονίζοντας ότι ενώ ο Αιτητής ισχυριζόταν σθεναρά πως ουδεμία σχέση είχε με την εταιρεία Denerhey, εν τέλει διαφάνηκε ότι ήταν άμεσα εμπλεκόμενος και τούτο, όχι μόνο μέσω μιας και μόνο συναλλαγής που αφορούσε πώληση των μετοχών του το 2011, ως ψευδώς δήλωσε στην Ε/Δ που συνόδευε την ενδιάμεση αίτηση που οδήγησε στην έκδοση των εκκαλούμενων διαταγμάτων.  Προς τούτο επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2ΚΧ, δέσμη εγγράφων από τα αποκαλυφθέντα δυνάμει των εκδοθέντων διαταγμάτων έγγραφα από οποία διαφαίνεται, ως η θέση του, ξεκάθαρα η εμπλοκή του Αιτητή στην ως άνω εταιρεία, αφού φαίνεται πως είχε υπογραφεί πληρεξούσιο έγγραφο το 2013 το οποίο εξουσιοδοτούσε τον Αιτητή να δρα για την εταιρεία καθώς επίσης είχε υπογραφεί το ίδιο πληρεξούσιο έγγραφο προς όφελος συγγενικού του προσώπου, ενώ επιπλέον διαφαίνεται πως το 2017 έγινε μεταβίβαση μετοχών στο όνομα άλλου συγγενικού προσώπου του Αιτητή, καθορίζοντας την ως την τελική πραγματική δικαιούχο της εταιρείας Denerhey. Και όλα αυτά ενώ στο πλαίσιο της ενδιάμεσης διαδικασίας που οδήγησε στην έκδοση των διαταγμάτων ισχυριζόταν πως η μόνη του σχέση με την εταιρεία ήταν το 2011, κάτι που όπως αποκαλύπτεται μέσα από τα έγγραφα, προφανώς δεν ευσταθεί.  

 

Συναφώς υποστηρίζει ότι εφόσον ο Αιτητής προσήλθε στο Δικαστήριο με λερωμένα χέρια έχοντας πει ψέματα δεν μπορεί τώρα να αιτείται από το Δικαστήριο να εξασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να αναστείλει την ισχύ του διατάγματος αποκάλυψης.   Περιπλέον υποστηρίζει ότι επειδή τώρα αποκαλύφθηκαν τα ψεύδη του προσπαθεί να στρέψει την προσοχή του Δικαστηρίου προς τις αυστριακές διαδικασίες, παραλείποντας να αναφέρει ότι αυτές κινήθηκαν προτού η Καθ’ ης η αίτηση λάβει στην κατοχή της τα στοιχεία που κατέχει τώρα, συνεχίζοντας έτσι την τακτική διαστρέβλωσης που ακολούθησε και στην προηγούμενη διαδικασία.  Πέραν των ανωτέρω εξηγεί πως με την τυχόν αναστολή και την καθυστέρηση που θα μεσολαβήσει μέχρι την εκδίκαση της έφεσης, δημιουργείται κίνδυνος καταστροφής πληροφοριών, ιδίως αν συνυπολογιστεί ότι σκοπός του Αιτητή και των άλλων μελών του δολίου σχεδίου του είναι να καταστρέψουν τις πληροφορίες που θα έδειχναν την εμπλοκή τους.

 

Παρά δε τους ισχυρισμούς περί ανεπανόρθωτης ζημιάς και επηρεασμού δικαιωμάτων που προβάλλει ο Αιτητής, δεν υπάρχει, ως υποστηρίζει, καμμιά τεκμηρίωση του εν λόγω ισχυρισμού, ιδίως αν αναλογιστεί κάποιος πως η θέση που προώθησε κατά την ενδιάμεση διαδικασία που προηγήθηκε, ήταν πως δεν είχε σχέση με την εταιρεία Denerhey.  Από την άλλη αν ανασταλεί η ισχύς των εκδοθέντων διαταγμάτων η Καθ’ ης η αίτηση είναι αυτή που θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά ένεκα καταστροφής πληροφοριών που είναι ζωτικής σημασίας για να μπορεί να κινήσει διαδικασίες και να ιχνηλατήσει τα χαμένα περιουσιακά της στοιχεία καθώς και όλους τους αδικοπραγήσαντες.    

 

Τόσο η πλευρά του Αιτητή όσο και της Καθ’ ης η αίτηση καταχώρησαν συμπληρωματικές Ε/Δ, επιχειρώντας, εκατέρωθεν να απαντήσουν στους ισχυρισμούς που τέθηκαν με τις Ε/Δ που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα.

 

Η Σ.Σ. δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή, η οποία προβαίνει στη συμπληρωματική Ε/Δ εκ μέρους του τελευταίου, απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί κακοπιστίας λέγοντας πως γνήσια καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση για να μην καταστεί άνευ αντικειμένου η έφεση του Αιτητή, ο οποίος είχε άπλετο χρόνο στη διάθεση του για να καταστρέψει στοιχεία, αν αυτός ήταν ο σκοπός του. Και τούτο εφόσον, σύμφωνα πάντα με την ομνύουσα, οι προσπάθειες της Καθ’ ης η αίτηση άρχισαν 12 έτη προηγουμένως με ανεπιτυχή αποτελέσματα.   Αν δε, επιτραπεί η χρήση των πληροφοριών παραβλάπτονται σοβαρά τα δικαιώματα του και παραβιάζονται «πλήθος συνταγματικών του δικαιωμάτων».

 

Εστιάζει στην πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης τονίζοντας πως η Καθ’ ης η αίτηση αποδέχεται τους ισχυρισμούς περί γνώσης των κρίσιμων γεγονότων από το 2020, ενώ η αποκάλυψη των πληροφοριών που δήθεν θα στήριζαν αστική ή ποινική ευθύνη του Αιτητή τίποτε δεν κατέδειξε παρά μόνον εισήλθε στη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής του Αιτητή, η οποία είναι προστατευόμενη και δεν επιτρέπεται η εισβολή σε αυτήν στη βάση ανυπόστατων και αστήρικτων ισχυρισμών.

 

Ως προς τον ισχυρισμό ότι ο Αιτητής δεν μπορεί, λόγω της προηγούμενης συμπεριφοράς, του να επικαλείται το δίκαιο της επιείκειας, η ομνύουσα αναφέρει πως το αίτημα στηρίζεται σε Κανονισμό και πως το τι έγινε σε προηγούμενη διαδικασία δεν θα μπορούσε να επιδράσει στο πλαίσιο της παρούσας, αλλά εν πάση περιπτώσει επεξηγεί γιατί δεν αποδέχεται πως ο Αιτητής απέκρυψε στοιχεία από το Δικαστήριο αφού ως αναφέρει το μόνο «μεμπτό» έγγραφο είναι ένα πληρεξούσιο από το «μακρινό 2013», το οποίο δόθηκε για συγκεκριμένους σκοπούς οι οποίοι όμως ουδέποτε υλοποιήθηκαν και δεν παρήγαγαν καρπούς, πόσω δε μάλλον τους παράνομους καρπούς που ισχυρίζεται η  Καθ’ ης η αίτηση. Εξ ου και ο Αιτητής ανέφερε ότι η μόνη συναλλαγή που είχε με την Denerhey, ήταν η πώληση μετοχών που έλαβε χώρα προς το τέλος του 2011.

 

Επισημαίνει περιπλέον ότι κατά παραδοχή της Καθ’ ης η αίτηση, πρόθεση της είναι να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της παρούσας διαδικασίας για να προσπαθήσει να θεμελιώσει ποινική ευθύνη του Αιτητή, κάτι που δεν συνάδει με τον κίνδυνο να υποστεί υλική ζημιά η Καθ’ ης η αίτηση και αφετέρου δε, δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος,

 

Για το δε ζήτημα της ζημιάς αναφέρει ότι υπάρχει ζημιά αφού δεν μπορεί να αποκαλύπτονται έγγραφα που άπτονται συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του Αιτητή και της επαγγελματικής του ζωής, του απορρήτου της αλληλογραφίας και επικοινωνίας, το δικαίωμα στη ιδιωτική ζωή και στην προστασία των προσωπικών του δεδομένων.

 

Στη συμπληρωματική Ε/Δ που καταχώρησε ο Κ.Χ. εκ μέρους της Καθ’ ης η αίτηση απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι επειδή ο Αιτητής δεν κατέστρεψε στοιχεία μέχρι τώρα δεν πρόκειται να το πράξει στο μέλλον, λέγοντας πως τα στοιχεία δεν καταστράφηκαν επειδή υπήρχαν αξιόπιστοι πάροχοι εταιρικών υπηρεσιών και αυτοί είναι που δεν τα κατέστρεψαν και έτσι έφτασαν στα χέρια της Καθ’ ης η αίτηση.  Απορρίπτει επίσης τις θέσεις περί πρόδηλης επιτυχίας της έφεσης λέγοντας πως ούτως ή άλλως αυτός είναι ένας εκ των παραγόντων που συνυπολογίζονται.  Απορρίπτει περαιτέρω και τον ισχυρισμό περί εισβολής στην ιδιωτική ζωή του Αιτητή, αφού το διάταγμα αφορούσε έγγραφα της εταιρείας Denerhey με την οποία ο ίδιος αρνείτο ότι είχε την οποιαδήποτε ουσιαστική εμπλοκή.   Τονίζει δε την αντιφατικότητα των θέσεων του Αιτητή ο οποίος αφενός επικαλείται παραβίαση των συνταγματικών του δικαιωμάτων και δη του δικαιώματος του απορρήτου της αλληλογραφίας, του σεβασμού στην ιδιωτική ζωή καθώς και το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών του δεδομένων, ενώ παράλληλα ισχυρίζεται πως δεν έχει καμία σχέση με την Denerhey.   Εξάλλου, ως περαιτέρω τονίζει, το μόνο έγγραφο που αποκαλύφθηκε και τον αφορά δεν παραβιάζει το δικαίωμα του απορρήτου της αλληλογραφίας αφού πρόκειται για πληρεξούσιο έγγραφο που τον εξουσιοδοτεί να δρα για την εταιρεία Denerhey.

 

Η Διαδικασία

 

Κατά την ακροαματική διαδικασία, ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους ενώ αγόρευσαν και προφορικά.  Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών, θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω, και στον βαθμό που χρειάζεται.  Τονίζεται ότι κατά το στάδιο της ακρόασης η πλευρά του Αιτητή περιόρισε την αίτηση στο αιτητικό υπ’ αρ. 1 της υπό εξέταση αίτησης.

 

Νομική Πτυχή

 

Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στον Κανονισμό 41.7 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023, ο οποίος προνοεί ότι εκτός αν το Εφετείο ή το κατώτερο Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, η έφεση δεν επενεργεί ως αναστολή οποιουδήποτε διατάγματος ή απόφασης του κατώτερου Δικαστηρίου και ακόμα πως αίτηση για αναστολή διατάγματος ή απόφασης κατώτερου Δικαστηρίου, γίνεται πρώτα στο κατώτερο Δικαστήριο.  

 

Η πρόνοια αυτή, των νέων Κανονισμών του 2023, έτυχε ερμηνείας στην  Μ. Ρ. Θεοφάνους v. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ.: 207/2021, 206/2021, ημερομηνίας 6.9.2023, όπου λέχθηκε πως η μέχρι σήμερα σχετική, επί του θέματος της αναστολής εκτέλεσης αποφάσεων, νομολογία εξακολουθεί να ισχύει και να αποτελεί δεσμευτικό προηγούμενο:

 

«Οι νέοι Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2023 ισχύουν για τις διαδικασίες ενώπιον του Εφετείου (βλέπε Μέρος 60 (1)) από 03.07.2023 συνεπώς αυτοί έχουν εφαρμογή και στην παρούσα Αίτηση της οποίας η εξέταση γίνεται με βάση το Μέρος 41.7. Ως διαφαίνεται η ουσία της ρύθμισης της αναστολής δεν άλλαξε. Δεν παραγνωρίζεται ότι στο Μέρος 41.7 δεν γίνεται πρόνοια για εξουσία του Εφετείου να θέσει όρους κατά την έκδοση διατάγματος αναστολής, ωστόσο παρέχεται τέτοια εξουσία δυνάμει του Μέρους 41.12 (1) όπου προνοείται πως «Σε σχέση με έφεση το Εφετείο έχει όλες τις εξουσίες του κατώτερου δικαστηρίου» παραπέμποντας έτσι, σ' ό,τι αφορά το ζήτημα της έκδοσης διατάγματος υπό όρους, στο Μέρος 3.1 (3) όπου κατώτερο δικαστήριο δύναται να θέτει όρους κατά την έκδοση διατάγματος. Κατ' επέκταση η μέχρι σήμερα σχετική, επί του θέματος της αναστολής εκτέλεσης αποφάσεων, νομολογία εξακολουθεί να ισχύει και να αποτελεί δεσμευτικό προηγούμενο». (έμφαση δοθείσα)

 

Στην πιο πάνω απόφαση το Εφετείο προχώρησε και επανέλαβε τις αρχές που διέπουν το ζήτημα ως είχαν καθοριστεί με βάση την Δ.35. Θ18, των παλαιών θεσμών με αναφορά στην Χαραλάμπους v. A. Panayides Constracting Ltd (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1978, λέγοντας πως:

 

«(α)   Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης.

 

(β)   Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της  από το Εφετείο. Έπεται ότι ο  επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης.

 

Το δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, έχει καθήκον να εξισορροπήσει δύο σημαντικούς παράγοντες· ήτοι, τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της έφεσης από την άλλη. Στην The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Sapphire Seas (2001) 1 Α.Α.Δ. 955, ειπώθηκαν τα εξής:

 

"Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ' αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας."

 

Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει  τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Εναπόκειται επομένως στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουομένων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης. .........»

 

Όσον αφορά το τελευταίο αυτό ζήτημα σημειώνεται πως παρόλο που στους νέους Κανονισμούς δεν γίνεται ρητή μνεία ως προς την εξουσία του πρωτόδικου Δικαστηρίου να επιβάλει όρους, εντούτοις τούτο είναι δυνατόν δυνάμει των προνοιών του Μέρους 3.1(3) των Κανονισμών του 2023, ως και το Εφετείο επεσήμανε στην Θεοφάνους (ανωτέρω). 

 

Τα πιο πάνω επαναλήφθηκαν και πιο πρόσφατα στην υπόθεση Όλγα Παναγιώτου κ.α. v. Μαρία Αριστοτέλους, Πολ. Εφ. Ε72/23, ημερ. 14.3.24, όπου επιβεβαιώθηκε πως ενόψει της ομοιότητας των νέων Κανονισμών με τους παλαιούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, τυγχάνει εφαρμογής και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με τους τελευταίους.  Έγινε επίσης αναφορά στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου (1991) 1 Α.Α.Δ 1147, όπου επεξηγήθηκε πως η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση Έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχήν παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.  Ακόμα ότι η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με της επιπτώσεις της αναστολής όσον και την ζωτικότητα του δικαιώματος για άσκηση Έφεσης και πως οι προοπτικές επιτυχίας της Έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις.

  

Δεδομένης της σχετικότητας της νομολογίας που αφορά στους παλαιούς θεσμούς, θεωρώ χρήσιμο να παραπέμψω και στην υπόθεση Demetriades Group of Companies Ltd ν. Apm Italian Type Ice-Cream Ltd, Πολ. Έφ. 372/15, ημερ. 15.2.17, ECLI:CY:AD:2017:A47, όπου το ζήτημα αναλύθηκε πολύ περιεκτικά και εύστοχα ως εξής:

 

Με βάση τη νομολογία, το όλο θέμα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, η οποία ασκείται δικαστικά και με βάση την εξισορρόπηση δύο πυλώνων, υπό το φως πάντα των συμφερόντων της δικαιοσύνης:

 

(α) Της διασφάλισης της τελεσιδικίας, με παράλληλη κατοχύρωση ότι ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει στην υπόθεσή του δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο, του καρπού της επιτυχίας του, και

 

(β) ότι το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του και να καθίσταται κενό περιεχομένου.

 

Μεταξύ των κριτηρίων που λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο κατά την πορεία εξέτασης αιτήσεων αυτής της μορφής είναι οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης, στοιχείο όμως οριακής σημασίας και χωρίς καθοριστική επίπτωση (Ιωσηφάκη ν. Αριστοδήμου (1990) 1 ΑΑΔ 284, Ναυτικός Ομιλος Πάφου (ανωτέρω), Χρίστος Σωκράτους Ιωάννου (ανωτέρω)).

 

Χωρίς αμφιβολία, σε αιτήσεις αυτής της μορφής, δεν είναι πάντοτε εύκολο το καθήκον του Δικαστηρίου για εξισορρόπηση των προαναφερόμενων ουσιαστικών παραγόντων και θέσεων. Προβάλλει σε όλες τις περιπτώσεις, ως βασικό κριτήριο, το κατά πόσο υπάρχει ενδεχόμενο να προκληθεί ανεπανόρθωτη αδικία στο ένα ή στο άλλο μέρος εάν το Δικαστήριο, ανάλογα, χορηγήσει ή αρνηθεί την αναστολή. Η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου εξαρτάται από το σύνολο των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Παραμένει όμως ως ουσιαστικό ερώτημα το κατά πόσο υπάρχει κίνδυνος πρόκλησης αδικίας σε ένα από τους δύο διάδικους, ή ακόμη και στους δύο, στην περίπτωση έκδοσης ή μη του διατάγματος αναστολής. Όπως τέθηκε στην υπόθεση Hammond Suddard Solicitors v. Agrichem International Holdings Ltd (2001) EWCA Civ 2065, para. 22, προβάλλουν ως ερωτήματα τα οποία χρήζουν απάντησης:

 

“...if a stay is refused what are the risks of the appeal being stifled? If a stay is granted and the appeal fails, what are the risks that the respondent will be unable to enforce the judgment? On the other hand,  if a stay is refused and the appeal succeeds, and the judgment is enforced in the meantime, what are the risks of the appellant being able to recover any monies paid from the respondent?...”»

 

Επίσης στην υπόθεση Λίζα Λουκαΐδου-Θεοφάνους ν. Γεωργίου κ.ά., Πολ. Έφ. 251/14, ημερ. 19.2.16, λέχθηκε ότι:

 

«Για να εγκριθεί αίτημα αναστολής εκτέλεσης, θα πρέπει να καταδειχθεί ότι υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες να το δικαιολογούν. Περαιτέρω, ο αιτητής θα πρέπει να καταδείξει ότι τυχόν απόρριψη της αίτησης θα του επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη.»

 

Όπως προκύπτει από την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, το αίτημα του Αιτητή εν προκειμένω περιστρέφεται γύρω από δύο βασικούς πυλώνες:

 

(α) Ο πρώτος αφορά στο ότι η ασκηθείσα έφεση έχει πολύ καλή προοπτική επιτυχίας για τους λόγους που επεξηγούνται και,

 

(β) Ο δεύτερος στο ότι αν η απόφαση εκτελεσθεί, θα χάσει το αντικείμενο της η έφεση και ο αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά και ανυπολόγιστο ψυχικό και οικονομικό κόστος, τα δε δικαιώματα του δε θα μπορούν να αποκατασταθούν μεταγενέστερα αφού παραβιάζονται ουσιώδη συνταγματικά του δικαιώματα ήτοι το δικαίωμα στο απόρρητο της αλληλογραφίας και επικοινωνίας, της ιδιωτικής ζωής και το δικαίωμα στην προστασία προσωπικών του δεδομένων.

 

Ξεκινώντας από τις προοπτικές επιτυχίας της έφεσης, επαναλαμβάνω ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, ο παράγοντας αυτός είναι μεν σχετικός σε αιτήσεις στο πλαίσιο αιτήματος για αναστολή εκτέλεσης, πλην, όμως, δεν είναι ο δεσπόζων και αποφασιστικός παράγοντας σε τέτοιου είδους αιτήσεις.  Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγω της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. (Ναυτικός Όμιλος Πάφου, ανωτέρω, σελ. 1150-1151, Βογιαζάνου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 591, 594, Κωνσταντινίδη ν. Κωμοδρόμου, Πολ. Έφ. 283/15, ημερ. 23.3.16, Θεοφάνους, ανωτέρω).  Κατ’ ακρίβειαν, ο παράγοντας αυτός έχει κατά κανόνα οριακή σημασία και είναι χωρίς καθοριστική επίπτωση και μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου (Ναυτικός Όμιλος Πάφου, ανωτέρω, σελ. 1151, Θεοφάνους, ανωτέρω).

 

 Όπως προκύπτει από την καταχωρηθείσα έφεση (βλ. Τεκμήριο ΣΒ2 που συνοδεύει την αίτηση),  οι λόγοι έφεσης που ο Αιτητής προωθεί αφορούν την κατ’ ισχυρισμό εσφαλμένη κρίση του Δικαστηρίου ότι πληρούντο οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 που αφορούν την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων αφού το Δικαστήριο «δεν εφάρμοσε τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 864/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Ιουλίου 2007, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις εξωσυμβατικές ενοχές (Ρώμη ΙΙ) (ο «Κανονισμός») ως όφειλε, κρίνοντας ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση και αφού λανθασμένα διαφοροποίησε τα γεγονότα της παρούσας από τα γεγονότα της Bullock κ.α. v. Gorsoan Limited κ.α., Πολ. Εφ. 41/13, ημερ. 20/7/13, ημερ. 20/07/2021, και Χριστοδούλου κ.α. v. Κυπριακής Δημοκρατίας Πολ. Εφ. Ε.137/16, ημερ. 26/03/2024 – ενώ καμία διαφοροποίηση δεν υφίσταται, ως καταγράφεται στην αιτιολογία του πρώτου λόγου έφεσης».  

 

Πέραν τούτου αποδίδουν στο εκδικάσαν Δικαστήριο πως παρέλειψε να εξετάσει την τρίτη προϋπόθεση η οποία εν πάση περιπτώσει επίσης δεν πληρούτο, ενώ προωθείται και η θέση πως η Καθ’ ης η αίτηση δεν προσήλθε με καθαρά χέρια, ζήτημα σχετικό κατά τον Αιτητή καίτοι η αίτηση εξετάστηκε ως δια κλήσεως. Περαιτέρω προβάλλεται και η θέση ότι από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία φαινόταν ότι η Καθ’ ης η αίτηση είχε στην κατοχή της πλήθος πληροφοριών για να στοιχειοθετήσει οποιαδήποτε τυχόν απαίτηση καθώς και για να διαπιστώσει ποιοι ήταν οι πιθανοί αδικοπραγούντες, χωρίς να χρειάζεται τα εκδοθέντα διατάγματα, ενώ επίσης υποστηρίζει ότι η Καθ’ ης η αίτηση παρήκουσε το διάταγμα χρησιμοποιώντας τις αποκαλυφθείσες πληροφορίες στο πλαίσιο της διαδικασίας στην Αυστρία και μάλιστα διαστρεβλώνοντας τις.

 

Στον αντίποδα η Καθ’ ης η αίτηση υπεραμύνθηκε της εκκαλούμενης απόφασης για τους λόγους που εκτενώς αναλύονται τόσο στις Ε/Δ που συνοδεύουν την ένσταση όσο και στην γραπτή αγόρευση που κατέθεσε εκ μέρους της ο ευπαίδευτος συνήγορος της.

 

Έχω εξετάσει τους λόγους έφεσης σε συνάρτηση πάντοτε με την εκκαλούμενη απόφαση και καταλήγω ότι  παρόλο που δεν μπορεί να λεχθεί πως πρόκειται για μια εντελώς επιπόλαιη έφεση, εντούτοις θεωρώ ότι είναι αδύνατη, η με βεβαιότητα πρόγνωση της επιτυχίας της έφεσης και μάλιστα στο βαθμό που να μπορεί να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. 

 

Ως προς την ανεπανόρθωτη ζημιά, θέση του αιτητή είναι πως τούτο το στοιχείο καταδεικνύεται ένεκα αφενός του ότι θα χάσει το αντικείμενο της η έφεση και αφετέρου λόγω του ότι ως εκ της χρήσης των αποκαλυφθέντων πληροφοριών ο αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά και ανυπολόγιστο ψυχικό και οικονομικό κόστος αφού παραβιάζονται ουσιώδη συνταγματικά του δικαιώματα ήτοι το δικαίωμα στο απόρρητο της αλληλογραφίας και επικοινωνίας, της ιδιωτικής ζωής και το δικαίωμα στην προστασία προσωπικών του δεδομένων, δικαιώματα τα οποία ως εκ της φύσεως τους δεν θα μπορούν να αποκατασταθούν μεταγενέστερα, ενώ υπάρχει κίνδυνος να χρησιμοποιηθούν οι πληροφορίες εναντίον του σε αλλοδαπές διαδικασίες, κάτι που ήδη άρχισε να συμβαίνει χωρίς ωστόσο να στοιχειοθετηθεί υπόθεση εναντίον του.

 

Οι πιο πάνω θέσεις όμως, παρέμειναν στη σφαίρα της θεωρίας αφού στην πράξη τίποτε συγκεκριμένο τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα που εισηγείται ο Αιτητής.  Επί τούτου σημειώνεται πως δεν δόθηκε καμία λεπτομέρεια ψυχικού ή οικονομικού κόστους, το οποίο ο Αιτητής διατείνεται ότι θα υποστεί.  Ούτε και κατέδειξε ο Αιτητής ποια θα είναι η ζημιά του από την αποκάλυψη πληροφοριών που αφορούν την εταιρεία Denerhey, ιδιαίτερα υπό το φως του ότι θέση του κατά την ακρόαση της ενδιάμεσης αίτησης ήταν πως η μόνη συναλλαγή που είχε με την εν λόγω εταιρεία Denerhey, ο Αιτητής ήταν η πώληση μετοχών του το 2011.   Ούτε όμως επεξηγείται πως πλήττονται τα δικαιώματα του από την πληροφορία που αποκαλύφθηκε προς συμμόρφωση με τα εκδοθέντα διατάγματα,  ότι υπεγράφη πληρεξούσιο έγγραφο προς όφελος του κατά το 2013, έτσι ώστε να ενεργεί εκ μέρους της εταιρείας Denerhey.  Η δε θέση του πως δεν απέκρυψε οτιδήποτε από το Δικαστήριο και δη την πιο πάνω πληροφορία, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, δεν δύναται να πείσει αφού δεν εξήγησε για ποιο λόγο έκρινε σκόπιμο να αναφερθεί στην πώληση των μετοχών του κατά το 2011, ενώ δεν ανέφερε οτιδήποτε για το πληρεξούσιο που υπεγράφη προς όφελος του το 2013, δηλαδή πιο πρόσφατα από το 2011 και αντί τούτου προσπαθεί να δικαιολογήσει τη μη αποκάλυψη αυτής της πτυχής, χαρακτηρίζοντας το 2013 «μακρινό», τη στιγμή που η πώληση των μετοχών του έγινε στο «μακρινότερο» 2011.

 

Ούτε και μπορεί βέβαια να παραβλεφθεί η αντιφατικότητα των προβαλλόμενων από τον Αιτητή θέσεων, ο οποίος αφενός επικαλείται παραβίαση των συνταγματικών του δικαιωμάτων και δη του δικαιώματος του απορρήτου της αλληλογραφίας, του σεβασμού στην ιδιωτική ζωή καθώς και το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών του δεδομένων, ενώ παράλληλα ισχυρίζεται πως δεν είχε καμία σχέση με την Denerhey πλην μιας πράξης που αφορούσε την πώληση μετοχών.  Ούτε βέβαια επεξήγησε πως το γεγονός που αποκαλύφθηκε στη συνέχεια και αφορά στο ότι κατά το 2013 είχε παραχωρηθεί σε αυτόν πληρεξούσιο έγγραφο άπτεται συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιωμάτων του Αιτητή και δη του απορρήτου της αλληλογραφίας και επικοινωνίας ή και το δικαίωμα στη ιδιωτική ζωή και στην προστασία των προσωπικών του δεδομένων.

 

Ως προς τη θέση του περί χρήσης των πληροφοριών αυτών σε εκκρεμούσες διαδικασίες, κατ’ αρχάς πρέπει να λεχθεί πως η θέση αυτή δεν ήταν αποδεκτή από την πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση η οποία υποστήριξε πως η διαδικασία στην Αυστρία απορρίφθηκε ακριβώς διότι δεν συμπεριλήφθηκαν οι συγκεκριμένες πληροφορίες στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας, χωρίς ο ομνύσας την Ε/Δ και τη Συμπληρωματική Ε/Δ να αντεξεταστεί.   Εν πάση περιπτώσει το εύρος των διαταγμάτων καθορίζεται από το ίδιο το Δικαστήριο στην απόφαση του κατά τρόπο που δεν επιτρέπει κάτι τέτοιο και καμία αίτηση παρακοής έχει καταχωρηθεί εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση. Το περιορισμένο δε εύρος χρήσης των πληροφοριών σύμφωνα με τους όρους του εκδοθέντος διατάγματος απαντά και στη θέση πως σε περίπτωση εκτέλεσης της απόφασης δεν θα μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. 

 

Εν τέλει αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι πως η κατάδειξη ανεπανόρθωτης βλάβης στο πρόσωπο του Αιτητή, αποτελεί στοιχείο προεξάρχουσας σημασίας σε αιτήσεις για αναστολή εκτέλεσης, δεδομένης της ανάγκης εξισορρόπησης μεταξύ της διασφάλισης των καρπών της επιτυχίας του επιτυχόντος διαδίκου και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος άσκησης έφεσης.  Στην προκειμένη περίπτωση, ο Αιτητής απέτυχε να θεμελιώσει κίνδυνο ανεπανόρθωτης βλάβης.  Όπως επισημάνθηκε στην Demetriades Group of Companies, (ανωτέρω), το σχετικό βάρος για κατάδειξη ανεπανόρθωτης βλάβης εναποτίθεται στους ώμους του κάθε αιτητή που επιζητεί αναστολή της εκτέλεσης της εις βάρος του εκδοθείσας απόφασης, ο οποίος επίσης φέρει το βάρος να θεμελιώσει την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, προκειμένου να καταστεί δυνατό να κλίνει η πλάστιγγα υπέρ της αρχής ότι το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο, όπως λέχθηκε, ασκείται δικαιωματικά, δεν θα αποστερείται της αποτελεσματικότητάς του. 

 

Όμως για τους λόγους που πιο πάνω επεξηγήθηκαν από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την υπό κρίση αίτηση δεν τεκμηριώνεται ανεπανόρθωτη βλάβη ή ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων ως προς το επίδικο αίτημα για αναστολή.  Τούτου δοθέντος, καταλήγω ότι ο Αιτητής απέτυχε να αποσείσει από τους ώμους του το σχετικό βάρος.   Το εάν πράγματι υπάρχει ο κίνδυνος καταστροφής των στοιχείων που επικαλείται η καθ’ ης η αίτηση, ίσως εκ του περισσού, για να υποστηρίξει τη θέση της ότι δεν θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, δεν είναι βέβαια το ζητούμενο αφού οι αιτητές όφειλαν να πείσουν για την ανεπανόρθωτη βλάβη που θα υποστούν ως εκ της μη έκδοσης του διατάγματος αναστολής, κάτι που αναμφίβολα απέτυχαν να πράξουν.

 

Κατάληξη

 

Υπό το φως όλων των ανωτέρω, είναι η κρίση μου ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει.  Συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται. 

 

Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα.  Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της καθ’ ης η αίτηση – ενάγουσας και εναντίον του Αιτητή- εναγόμενου 4 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. 

 

 

 

 

 

        (Υπ.) ……………………………….…

                                                                                N. Μαθηκολώνη, Π. Ε.Δ

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο