Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως Αρχή Εξυγίανσης κ.α., Αρ. Αγωγής: 1595/2016, 7/11/2025
print
Τίτλος:
Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως Αρχή Εξυγίανσης κ.α., Αρ. Αγωγής: 1595/2016, 7/11/2025
Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως Αρχή Εξυγίανσης κ.α., Αρ. Αγωγής: 1595/2016, 7/11/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ.

 

Αρ. Αγωγής: 1595/2016

 

Μεταξύ:

Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου

Ενάγοντων

-και-

 

1. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ως Αρχή Εξυγίανσης

2. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου

Εναγόμενων

-----------------------------------------------

 

Ημερομηνία: 7 Νοεμβρίου 2025

 

Εμφανίσεις:

Για τους ενάγοντες/αιτητές: κα Χριστοδούλου,  για Γεώργιος Κολοκασίδης & Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε

Για τους εναγόμενους/καθ’ ων η αίτηση: κα Θ. Ραφτοπούλου Παναγίδη, για Αλεκος Ευαγγέλου και Σια Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

(αίτηση τροποποίησης ημερ. 3.4.25)

 

Εισαγωγή - Ιστορικό

 

Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 28.03.2016 με Γενικώς Οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, η δε Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε στις 22.11.2018 και με αυτή οι Ενάγοντες αιτούνται αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστησαν ένεκα της ισχυριζόμενης βαριάς αμέλειας και ή αμέλειας και ή παράβασης θέσμιου καθήκοντος και ή δόλου και ή απάτης των Εναγομένων, αλλά και ένεκα της ισχυριζόμενης παραβίασης από τους τελευταίους των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των Εναγόντων, αλλά και των δικαιωμάτων τους ως αυτά απορρέουν από την ΕΣΔΑ, κατά τη λήψη μέτρων εξυγίανσης στην Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (στο εξής «η Λαϊκή Τράπεζα») και στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής «η Τράπεζα Κύπρου»).

 

Τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 22.10.20.  Ακολούθησε η καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης καθώς και ονομαστικού καταλόγου μαρτύρων και σύνοψης μαρτυρίας από έκαστη πλευρά, διαδικασία η οποία ολοκληρώθηκε στις 3.9.21 και εν συνεχεία κατά την 6.10.21, η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση στις 24.1.22.

 

Εν τω μεταξύ στις 6.12.21 καταχωρήθηκε ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου από την πλευρά των Εναγόντων και κατά την 24.1.22 οι νέοι συνήγοροι αιτήθηκαν την αναβολή της υπόθεσης με αποτέλεσμα να οριστεί στις 10.5.22 και ακολούθως στις 27.10.22 στη βάση και πάλι αιτήματος των συνηγόρων των Εναγόντων.  Στις 27.10.22 υποβλήθηκε και πάλι αίτημα αναβολής με σκοπό αυτή τη φορά οι Ενάγοντες να προβούν σε νέα αλλαγή δικηγόρων, διαδικασία η οποία ολοκληρώθηκε στις 6.12.22 (με τους νυν δικηγόρους να έχουν αναλάβει πλέον την υπόθεση) και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 3.4.23.  Κατά την εν λόγω ημερομηνία η ακρόαση αναβλήθηκε και ορίστηκε στις 17.5.23 για σκοπούς διαχείρισης οπόταν και εν συνεχεία η υπόθεση ορίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες για ακρόαση και αναβλήθηκε λόγω αιτημάτων που υποβλήθηκαν από τους διαδίκους ή και λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου. 

 

Κατά την 4.3.25 οι συνήγοροι των Εναγόντων υπέβαλαν αίτημα και εξασφάλισαν άδεια στη βάση του Κανονισμού περί Καθυστερημένων Υποθέσεων (από το Δικαστήριο με άλλη σύνθεση) για να καταχωρήσουν αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης, την οποία και υπέβαλαν κατά την 3.4.25.

 

Η Αίτηση

 

Με την υπό εξέταση αίτηση οι Ενάγοντες/Αιτητές (στο εξής καλούμενοι «οι Αιτητές»), αιτούνται την τροποποίηση της παραγράφου  16(ix) της Έκθεσης Απαίτησης δια της προσθήκης σε αυτήν 27 υποπαραγράφων, ως αυτές λεπτομερώς καταγράφονται στον κορμό της αίτησης.

 

Η αίτηση, ως αναφέρεται στη νομική βάση αυτής, στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικovoμίας Θεσμούς, Δ.19 Θ.Θ.2, 4, 10, 13, 14, Δ.21, Δ.25 Θ.Θ. 1,2,3,4,5, Δ.39, Δ.48 Θ. 1-9, Δ.50, Δ.51, Δ.64, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στην πρακτική και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση της Ε.Μ., στην οποία η ομνύουσα αναφέρεται κατ’ αρχάς στο ιστορικό της παρούσας αγωγής, στις αλλαγές δικηγόρων που μεσολάβησαν, για να καταλήξει να επεξηγήσει για ποιο λόγο ζητείται στο στάδιο αυτό η αιτούμενη τροποποίηση. Επί τούτου, είναι η θέση της ότι κατά την ετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση και κατόπιν προσεκτικής θεώρησης των δικογράφων, διαπιστώθηκε ότι εκ παραδρομής και εκ καλόπιστου λάθους στην παράγραφο 16 της Έκθεσης Απαίτησης στην οποία δικογραφούνται οι λεπτομέρειες αμέλειας ή και βαριάς αμέλειας που αφορούν τους Εναγόμενους 2, δεν περιλαμβάνονται οι λεπτομέρειες ελλιπούς άσκησης των εποπτικών και άλλων εξουσιών των Εναγομένων 2 στη Λαϊκή Τράπεζα και στην Τράπεζα Κύπρου, μέχρι το 2012. Πιο συγκεκριμένα αναφέρει ότι, παρόλο που υπήρχε πρόθεση από τους Αιτητές για να συμπεριληφθούν σχετικές λεπτομέρειες, οι οποίες θα προέκυπταν από τη μαρτυρία εμπειρογνώμονα που ήταν υπόψη των προηγούμενων δικηγόρων που εκπροσωπούσαν τους Αιτητές και παρόλο που κάποιες αναφορές υπάρχουν διάσπαρτες στο κείμενο της Έκθεσης Απαίτησης, εν τούτοις εκ παραδρομής ή και κακής συνεννόησης δεν περιλήφθηκαν στην Έκθεση Απαίτησης. Διευκρινίζει δε, ότι μετά την παραλαβή του φακέλου από τους προηγούμενους δικηγόρους, οι νυν δικηγόροι δεν εντόπισαν το περιεχόμενο αυτής της μαρτυρίας και εν προκειμένω, οι λεπτομέρειες που επιθυμούν να προσθέσουν προκύπτουν από νέα έκθεση που ετοίμασε άλλος εμπειρογνώμονας επί χρηματοοικονομικών θεμάτων, ήτοι ο κ. Σ. Τ. Τονίζει δε ότι η μαρτυρία αυτή δεν υπήρχε όταν συντασσόταν η αγωγή, καθ’ ότι ο ως άνω αναφερθείς διορίστηκε μετά την ανάληψη του χειρισμού της παρούσας υπόθεσης από τους τελευταίους δικηγόρους των Αιτητών. Αναφέρεται δε και στο ότι μέσω χειρισμού άλλων υποθέσεων έγινε αντιληπτό ότι η μαρτυρία του συγκεκριμένου εμπειρογνώμονα ήταν απαραίτητη για την απόδειξη της υπόθεσης των Αιτητών και πως για να μπορεί να προσκομιστεί η εν λόγω μαρτυρία ήταν αναγκαία η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, αφού παρά τις σχετικές αναφορές στην παράγραφο 16 δεν υπήρχε η απαραίτητη εξειδίκευση των λεπτομερειών παράβασης των υποχρεώσεων των Εναγομένων 2.

 

Οι δε πτυχές αμέλειας που επιθυμούν να προσθέσουν οι Αιτητές, σύμφωνα πάντα με την ομνύουσα, συνάδουν με τους υφιστάμενους ισχυρισμούς των Αιτητών, δεν αποτελούν προσθήκη νέας βάσης αγωγής, η δε αίτηση γίνεται καλόπιστα και με σκοπό να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι ισχυρισμοί που είναι σχετικοί με τα επίδικα ζητήματα. Περιπλέον, η τροποποίηση δεν σκοπεί να πλήξει τα συμφέροντα των Καθ’ ων η αίτηση αλλά αντιθέτως θα επιτρέψει στους τελευταίους να γνωρίζουν σαφώς τις θέσεις των Αιτητών, προκειμένου να μπορέσουν να ετοιμάσουν τη γραμμή υπεράσπισης τους απαλλαγμένοι από αοριστίες και αμφιβολίες. Επί τούτου, επισημαίνει και το γεγονός ότι η ακροαματική διαδικασία δεν άρχισε ακόμα γεγονός που επιτρέπει στους Καθ’ ων η αίτηση να απαντήσουν έγκαιρα στους ισχυρισμούς των Αιτητών μέσω της τροποποιημένης υπεράσπισης που θα καταθέσουν αλλά και μέσω της επιπλέον μαρτυρίας που θα μπορούν να προσκομίσουν προς αντίκρουση των προβαλλόμενων θέσεων και ισχυρισμών.

 

Η Ένσταση

 

Οι Καθ’ ων η αίτηση καταχώρισαν ένσταση στην αίτηση, με την οποία εγείρουν εννέα λόγους ένστασης, οι οποίοι πρόσφορα μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως:

1.  Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης αφού:

 

(i)     Η παράλειψη των Αιτητών να περιλάβουν τα γεγονότα που επιθυμούν να εισαγάγουν με την παρούσα αίτηση, δεν συνιστά εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας. Το σύνολο δε των γεγονότων που προτίθενται να εισαγάγουν ήταν ή θα μπορούσε να ήταν σε γνώση των Αιτητών πριν την καταχώριση της αγωγής.

 

(ii)    Το σύνολο των γεγονότων που επιχειρείται να εισαχθούν συνιστούν νέους ισχυρισμούς και όχι εξειδίκευση ισχυρισμών που ήδη αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης.

 

(iii)   Η αίτηση επηρεάζει δυσμενώς τα συμφέροντα των Καθ’ ων η αίτηση αφού πέραν της καθυστέρησης που προκαλείται στη διαδικασία, θα αναγκαστούν να τροποποιήσουν την υπεράσπιση τους και να προσκομίσουν μαρτυρία για εντελώς νέα ζητήματα.

 

2.  Η αίτηση καταχωρείται με μεγάλη καθυστέρηση και προκαλεί εκτροχιασμό της δικαστικής διαδικασίας αφού καταχωρείται εννέα χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής και σχεδόν τρία χρόνια μετά από την τελευταία αλλαγή δικηγόρου για την πλευρά των Εναγόντων.

 

3.  Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται η εισαγωγή αγώγιμων δικαιωμάτων εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 2 για αστικά αδικήματα που παραγράφηκαν, αφού αφορούν πράξεις/παραλείψεις, οι οποίες σύμφωνα με τους ίδιους τους ισχυρισμούς των Αιτητών έλαβαν χώρα από το 2006 έως το 2012.

 

Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Μ.Φ., η οποία επαναλαμβάνει και αναλύει ουσιαστικά τους λόγους ένστασης. Με σύντομη αναδρομή στο ιστορικό της υπόθεσης αναδεικνύει την καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης, ενώ επίσης αναφέρεται και σε άλλες αγωγές, με ίδιο αντικείμενο, που καταχωρήθηκαν από το γραφείο που αρχικά εκπροσωπούσε τους Αιτητές στην παρούσα, τέσσερις εκ των οποίων εκδικάστηκαν, χωρίς ωστόσο σε καμμιά από αυτές να προβληθούν τα γεγονότα και ισχυρισμοί που επιχειρούν οι Αιτητές να προσθέσουν με την παρούσα αίτηση. Στη βάση αυτή υποστηρίζει ότι καταδεικνύεται πως δεν πρόκειται για γεγονότα που εκ παραδρομής ή και λόγω καλόπιστου λάθους δεν συμπεριλήφθηκαν κατά την αρχική σύνταξη των δικογράφων.

 

Προς περαιτέρω επίρρωση της θέσης αυτής αναφέρει ότι οι αρχικοί δικηγόροι των Αιτητών αφού μελέτησαν την υπόθεση, καταχώρισαν ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων καθώς και κατάλογο μαρτύρων και σύνοψη μαρτυρίας χωρίς πουθενά να γίνεται αναφορά σε μαρτυρία που θα δοθεί από εμπειρογνώμονα κατά την ακροαματική διαδικασία. Υποστηρίζει δε πως η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε αφού στο πλαίσιο εκδίκασης άλλης αγωγής που επίσης ανέλαβε το γραφείο που εκπροσωπεί τους Αιτητές στην παρούσα, επιχειρήθηκε να προσαχθεί μαρτυρία από τον εμπειρογνώμονα Σ.Τ. (ο οποίος είναι ο εμπειρογνώμονας που προτείνουν και στην παρούσα οι Αιτητές) και πριν την κατάθεση της γραπτής του δήλωσης η συνήγορος των εκεί εναγομένων έφερε ένσταση στην κατάθεση της γραπτής του δήλωσης λόγω του ότι εμπεριείχε ισχυρισμούς που δεν δικογραφούνταν, ένσταση η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, με το συνακόλουθο αίτημα τροποποίησης που υπέβαλαν οι εκεί ενάγοντες να έχει επίσης απορριφθεί. Μετά δε την εξέλιξη αυτή, ως υποστηρίζει η ομνύουσα για τους Καθ’ ων η αίτηση, έγιναν αιτήματα σε όλες τις πιο πάνω αγωγές για τροποποίηση.

 

Πέραν των πιο πάνω, η ομνύουσα επεξηγεί γιατί τα όσα επιχειρείται να εισαχθούν δεν συνιστούν εξειδίκευση υφιστάμενων ισχυρισμών. Ουσιαστικά, υποστηρίζει ότι η παράγραφος 16(ix) βρίσκεται κάτω από τον τίτλο «Βαριά Αμέλεια και/ή αμέλεια Εναγομένων 2, μεταξύ άλλων» και αποτελεί η ίδια μια από τις λεπτομέρειες της ισχυριζόμενης αμέλειας των Εναγομένων 2 που προωθούν οι Αιτητές.  Με τη δε αιτούμενη τροποποίηση οι Αιτητές επιχειρούν να εισαγάγουν 27 νέες (υπο)παραγράφους, οι οποίες για τους λόγους που λεπτομερώς επεξηγούν θεωρούν πως συνιστούν νέα βάση αξίωσης και εν πάση περιπτώσει διευρύνουν και επεκτείνουν ουσιαστικά τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, η ομνύουσα εισηγείται πως κανένας εκ των προτεινόμενων προς εισαγωγή ισχυρισμών δεν περιέχεται στο υφιστάμενο δικόγραφο «ούτε διάσπαρτα ούτε συγκεκριμένα», οι δε προτεινόμενες αλλαγές συνιστούν νέα γεγονότα και στοιχεία που αλλάζουν ριζικά τους ισχυρισμούς των Αιτητών, προσθέτοντας γεγονότα τα οποία συνέβηκαν προ του 2012 κατά τρόπο που σίγουρα δεν καλύπτονται από τις παραγράφους 16 ή 16(ix) και 24 της Έκθεσης Απαίτησης. Τυχόν δε εισαγωγή τους θα εκτροχιάσει την αγωγή, αφού πέραν από την καταχώριση τροποποιημένου δικογράφου, θα πρέπει να καταχωρηθούν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων, νέοι κατάλογοι μαρτύρων, ενώ και η ίδια η μαρτυρία που θα προσκομιστεί θα είναι διαφορετική.

 

Επιπρόσθετα, υποστηρίζει ότι η μεγάλη καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώριση της παρούσας αίτησης επηρεάζει δυσμενώς τα συμφέροντα των Καθ’ ων η αίτηση ενώ χωρίς επηρεασμό των όσων προηγουμένως αναφέρονται, η ομνύουσα υποστηρίζει ακόμα ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και για τον πρόσθετο λόγο ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται η εισαγωγή αγώγιμων δικαιωμάτων εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 2 για αστικά αδικήματα τα οποία παραγράφηκαν, δεδομένου του ότι κατά παραδοχή των Αιτητών αφορούν ισχυριζόμενες πράξεις ή παραλείψεις των Καθ’ ων η αίτηση 2 που έλαβαν χώρα από το 2006 έως το 2012.

 

Η Ακροαματική Διαδικασία

 

Ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν στην καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων προς υποστήριξη των θέσεων τους, τις οποίες ανέπτυξαν και προφορικά.  Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που προωθήθηκαν μέσω αυτών, θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω, και στον βαθμό που χρειάζεται προς αποφυγή επαναλήψεων.

 

Νομική Πτυχή

 

Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στη Δ.25 των Παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.  Ενόψει του ότι η Αγωγή καταχωρήθηκε το 2021, εφαρμόζεται η Δ.25 όπως αυτή τροποποιήθηκε με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2018, ημερ. 27.4.18.  Με δεδομένη δε την καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες, εφαρμόζεται ειδικότερα η Δ.25 Θ.1(3) η οποία προβλέπει τα εξής:

 

« Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.»

(έμφαση δοθείσα)

 

Ό,τι αναδύεται από τη μελέτη της πιο πάνω πρόνοιας, είναι πως η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφου γενικότερα, και η φιλελεύθερη τάση να επιτρέπεται τέτοια τροποποίηση σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ως ήταν η νομολογία πριν την τροποποίηση της Δ.25, έχει πλέον περιοριστεί όταν η υπόθεση περάσει στο στάδιο της Κλήσης για Οδηγίες.  Έτσι, μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ο κανόνας είναι ότι δεν επιτρέπεται τροποποίηση στη δικογραφία.  Στον κανόνα υπάρχουν μόνο δύο εξαιρέσεις: (α) το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας και (β) όταν προκύψουν νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για καταχώρηση του σχετικού δικογράφου.

Λόγω της ουσιαστικής διαφοροποίησης που επήλθε στη Δ.25, είναι κατά την κρίση μου σαφές πως η παλαιότερη νομολογία, που αφορά την καταργηθείσα πλέον Δ.25, εάν έχει κάποια χρησιμότητα, αυτή είναι σίγουρα πολύ περιορισμένη.  Τούτο διότι οι «νέες» Δ.25 και 30 που εισήχθησαν στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας (αρχικά) με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) Κανονισμό του 2014, ημερ. 26.9.14, αναμφίβολα εισήγαγαν νέες διαδικασίες.  Αυτή ήταν και η προσέγγιση στην ενδιάμεση απόφαση ημερ. 14/12/2021 στην αγωγή 1379/18 Ε.Δ. Λευκωσίας (Χ.Β. Χαραλάμπους Π.Ε.Δ. ως ήταν τότε):

 

« Αναμφίβολα η νέα Δ.30 έχει εισαγάγει μια εντελώς νέα διαδικασία όσον αφορά την εκδίκαση αστικών υποθέσεων και όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsburys Laws of England, 5η Έκδοση, Τόμος 11, παρ. 33 σε σχέση με τους τότε νεοεισαχθέντες Civil Procedure Rules (CPR 1998), “The effect of this provision is that previous case law, authorities and other legal material will not usually be applied but are, at most, only persuasive in interpreting and giving effect to the new provisions. This new code has the overriding objective of enabling the court to deal with cases justly.”

Κατ’ αναλογίαν δε, προς ό,τι αναφέρεται σε άλλο σημείο του εν λόγω συγγράμματος (παρ.34) σημειώνεται πως το Δικαστήριο πρέπει να έχει συνεχώς υπόψιν τον πρωταρχικό σκοπό ενόσω εξασκεί οποιαδήποτε εξουσία η οποία χορηγείται από τις νέες διαταγές ή όταν ερμηνεύει οποιοδήποτε κανονισμό αυτών, στοιχείο το οποίο προνοείται και στην ημεδαπή Δ.30 κ.9. Η πρόνοια αυτή αφορά και τις αιτήσεις τροποποίησης δικογράφων, όπως έχει αναγνωριστεί στη Strongway Nominees Ltd v. Pallett (2000) All E.R. (D) 314.»

 

Στην ίδια γραμμή κινείται και η πρόσφατη νομολογία του Εφετείου.  Συγκεκριμένα στην Πολ. Εφ. Ε99/22, Μονοκο (Κοστολογήσεις Επιμετρήσεις Οικοδομών) Λτδ v. C & S Amart Move Developers Ltd, ημερ. 2.20.25, η οποία εκδικάστηκε υπό μονομελή σύνθεση δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 25 (1) του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60) και του Άρθρου 11 (5) του περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλες  διατάξεις) Νόμου του 1964 (33/1964), όπου λέχθηκαν τα εξής από τον Δικαστή Α. Παναγιώτου:

 

« Η παλαιά Δ.25, έδινε ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο για τροποποίηση δικογράφου, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Σε αντίθεση, η νέα Δ.25 προνοεί ότι μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες, η τροποποίηση δεν επιτρέπεται, εκτός αν υφίσταται αυστηρά, μια από τις δύο πιο πάνω εξαιρέσεις που ρητά αναφέρονται στον θ.1(3). Σκοπός κατά την κρίση μου είναι, με τον περιορισμό της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο θέμα αυτό, να αναχαιτιστεί η ανεξέλεγκτη τροποποίηση δικογράφων που προκαλεί μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της ουσίας της αγωγής και συνάμα να καθιερωθεί στους συνηγόρους που συντάσσουν δικόγραφα, πολύ μεγαλύτερη προσοχή και επιμέλεια.

Η νέα Δ.25 καθιερώθηκε με τον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (αρ.2) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2014. Ειδικά στην υπό κρίση περίπτωση, εφαρμόζεται η Δ.25 θ.1 (3) αφού όπως προαναφέρθηκε, η αγωγή βρίσκεται στο διαδικαστικό στάδιο μετά την κλήση για οδηγίες. Επομένως, η νομολογία της παλιάς Δ.25 δεν είναι βοηθητική στην εξέταση της υπό κρίση αίτησης. Οι σχετικές πρόνοιες της νέας Δ.25 είναι εντελώς διαφορετικές και δεν παρέχεται πλέον ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο, όπως προβλεπόταν στην παλαιά Δ.25».

 

Είναι επίσης σημαντικό να υπομνησθεί στο πλαίσιο αυτό πως, κατά την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, μπορεί επίσης να λαμβάνονται υπόψη οι αρχές που καθορίζονται στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023.  Σχετικό είναι το Μέρος 60, Καν. 60.2(1) των νέων Κανονισμών, το οποίο αναφέρεται σε άσκηση διακριτικής ευχέρειας από το Δικαστήριο σε διαδικασία η οποία άρχισε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος των νέων Κανονισμών και προβλέπει ότι:

 

« Όταν ασκείται διακριτική ευχέρεια από το δικαστήριο σε διαδικασία η οποία άρχισε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος των παρόντων κανονισμών, το δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη του τις αρχές οι οποίες καθορίζονται στους παρόντες κανονισμούς και, συγκεκριμένα, στο Μέρος 1 (ο πρωταρχικός σκοπός και καθήκον δικαστηρίου να διαχειρίζεται υποθέσεις) και στο Μέρος 30 (Συνήθεις Απαιτήσεις)».

 

(βλ. και Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας ν. Αδάμου κ.α., Πολ. Έφ. Ε.358/21, ημερ. 9.2.24)

 

Ο πρωταρχικός σκοπός του νέου διαδικαστικού κώδικα είναι ο χειρισμός των υποθέσεων κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος και περιλαμβάνει, σύμφωνα με το Μέρος 1, Καν. 1.2(2), τη διασφάλιση ότι οι διάδικοι τίθενται επί ίσοις όροις, την εξοικονόμηση δαπανών, τη διασφάλιση ταχέος και δίκαιου χειρισμού της υπόθεσης, και τον χειρισμό της ανάλογα με τη σοβαρότητα της, την περιπλοκότητα των θεμάτων κτλ. 

 

Στρεφόμενη τώρα στις εξαιρέσεις της Δ. 25 που ως επεξηγήθηκε τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα, ό,τι μπορεί εύκολα να διαπιστωθεί είναι πως η δεύτερη εξαίρεση, δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη ερμηνευτική δυσκολία.

 

Όσον αφορά τώρα την πρώτη εξαίρεση, σημειώνω πως σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Δ΄ Έκδοση (2012) «παραδρομή» είναι η έλλειψη προσοχής, η απροσεξία.  Συνώνυμη της λέξης είναι η αβλεψία.  Και σύμφωνα με το Μεγάλο Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας του Α. Γεωργοπαπαδάκου «παραδρομή» είναι το λάθος από αβλεψία, απροσεξία.  Έχοντας υπόψη την ερμηνεία της πιο πάνω λέξης, η φράση «εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας» κατά τη γνώμη μου, έχει την έννοια της συμπερίληψης ή της μη συμπερίληψης στη δικογραφία, κάποιου ισχυρισμού, λόγω καλόπιστου λάθους που έγινε κατά τη σύνταξή της, το οποίο οφείλεται σε έλλειψη προσοχής, αβλεψία ή απροσεξία. 

 

Πέραν των πιο πάνω, ως προς την ερμηνεία της εν λόγω διάταξης πολύ χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Μονοκο (ανωτέρω), όπου διαβάζουμε τα εξής:

 

« Η νέα διαταγή 25 δεν αναφέρεται ειδικά, στην ερμηνεία της φράσης  «καλόπιστο λάθος». Κατά την κρίση μου, το καλόπιστο λάθος δεν επεκτείνεται στην παράλειψη προσθήκης κάποιων ισχυρισμών, αλλά περιορίζεται στην τυπικά λανθασμένη σύνταξη του δικογράφου, σε παραλείψεις και σε μικρές ασάφειες ή σε απλά τυπογραφικά λάθη. Με αυτή την έννοια δεν συνιστά καλόπιστο λάθος, η παράλειψη προσθήκης νέων ισχυρισμών, ειδικά αν αυτοί ήταν γνωστοί από πριν στον αιτητή. Σχετική είναι η ενδιάμεση απόφαση της Λ. Δημητριάδου Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) στην αγωγή 813/2017 Οδυσσέως ν. Σ.Κ.Τ., ημερ. 30/12/2019, στην οποία αναφέρθηκε μεταξύ άλλων ότι η παράλειψη καταγραφής γεγονότων που θεμελιώνουν τη βάση της αγωγής, δεν μπορούν να υπαχθούν στην έννοια του εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους.

Στην ίδια υπόθεση Οδυσσέως (ανωτέρω), διατυπώνεται η άποψη ότι οι νέες Δ.25 και Δ.30, αναμφίβολα επιβάλλουν πολύ μεγαλύτερη προσοχή και επιμέλεια στους συνηγόρους κατά το στάδιο σύνταξης των δικογράφων, αφού τα περιθώρια άσκησης διακριτικής ευχέρειας σε αιτήματα τροποποίησης από πλευράς Δικαστηρίου, είναι πλέον ιδιαίτερα περιορισμένα. Εν ολίγοις, η νέα προσέγγιση πραγμάτων, απαιτεί από όλους τους διαδίκους και τους συνηγόρους τους, να μεριμνούν δεόντως για την συμπερίληψη όλων των αναγκαίων ισχυρισμών στα δικόγραφά τους, ούτως ώστε να αποφεύγεται η τροποποίηση δικογράφων, σε προχωρημένο στάδιο της δίκης».

(έμφαση δοθείσα)

 

Υπό το φως των ανωτέρω αρχών προχωρώ να εξετάσω την ουσία της αίτησης. Αυτό που εν πρώτοις παρατηρείται εν προκειμένω είναι πως πράγματι η αίτηση έχει καταχωρηθεί με υπερβολική καθυστέρηση αφού έχει καταχωρηθεί οκτώ περίπου χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής και πέντε και πλέον χρόνια μετά την καταχώριση του δικογράφου της έκθεσης απαίτησης των Εναγόντων. Ό,τι άλλο είναι ουσιώδες να υπομνησθεί στο στάδιο αυτό είναι και το γεγονός πως η αίτηση καταχωρήθηκε ενάμιση χρόνο μετά την τελευταία αλλαγή δικηγόρων για την πλευρά των Εναγόντων. Τούτη η πτυχή βέβαια από μόνη της ενδεχομένως να μην ήταν αρκετή για να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης, εάν κατά τα λοιπά συνέτρεχε κάποια εκ των εξαιρέσεων.  Όμως εν προκειμένω και για τους λόγους που πιο κάτω επεξηγώ δεν είναι αυτή η περίπτωση.

 

Από τη μελέτη της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει αλλά και από τα όσα ανέφερε ενώπιον μου η συνήγορος των Αιτητών στο πλαίσιο των αγορεύσεων, προκύπτει πως το αίτημα ουσιαστικά στηρίζεται στην πρώτη εξαίρεση.  Επί τούτου σημειώνω κατ’ αρχάς ότι το πρώτο που ξενίζει, είναι το πώς τόσο ουσιώδεις κατά τους Αιτητές, ισχυρισμοί διέλαθαν, κατ’ ισχυρισμόν, την προσοχή όλων των προηγούμενων δικηγόρων και μάλιστα για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.  Κατά δεύτερον ακόμα και αν τούτο πράγματι συνέβη, σε κάθε περίπτωση θα αναμένετο οπωσδήποτε ως θέμα κοινής λογικής, να διαπιστωθεί κατά την καταχώριση του ονομαστικού καταλόγου μαρτύρων και της σύνοψης μαρτυρίας, τα οποία τονίζω ότι καταχωρήθηκαν από τους αρχικούς δικηγόρους των εναγόντων, που ήταν και αυτοί οι οποίοι είχαν την ισχυριζόμενη πρόθεση συμπερίληψης αυτών των ισχυρισμών στη βάση μαρτυρίας (διαφορετικού από τον Σ.Τ.) εμπειρογνώμονα, σύμφωνα πάντα με τα όσα οι Αιτητές παραθέτουν στην Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση.  Παρά ταύτα όμως, στα έγγραφα αυτά και δη στον Κατάλογο Μαρτύρων και στη Σύνοψη Μαρτυρίας πρέπει να λεχθεί πως πουθενά δεν γίνεται αναφορά σε μαρτυρία εμπειρογνώμονα, ούτε όμως και υποδείχθηκαν έγγραφα που αποκαλύφθηκαν και τα οποία σχετίζονται με τους ισχυρισμούς που τώρα επιχειρείται να εισαχθούν από τους Αιτητές. Ο δε ισχυρισμός πως έγινε αντιληπτή η ανάγκη τροποποίησης επειδή «περιήλθε στην αντίληψη των δικηγόρων των Εναγόντων-Αιτητή[1] μέσω του χειρισμού άλλων υποθέσεων η ύπαρξη μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, του κ. Σ.Τ., εγκεκριμένου ελεγκτή και χρηματιστή, ο οποίος εμφανίστηκε πρόθυμος να προσφέρει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας και στην παρούσα υπόθεση, αναφορικά με σειρά επίδικων ζητημάτων που εγείρονται και ειδικότερα αναφορικά με την παράβαση νομικών υποχρεώσεων των Εναγομένων-Καθ’ ων η Αίτηση καθώς και για πράξεις ή παραλείψεις τους, οι οποίες προκάλεσαν ή συνέδραμαν στην αναγκαιότητα λήψης μέτρων για τη διάσωση των κυπριακών Τραπεζών.», στην πραγματικότητα πλήττει καίρια και εν τέλει καταρρίπτει τη βασική θέση των Αιτητών πως ήταν εξ αρχής πρόθεση τους να περιλάβουν αυτούς τους ισχυρισμούς που απέρρεαν από μαρτυρία εμπειρογνώμονα και πως δεν το έπραξαν εκ παραδρομής.

 

Αντίθετα αυτό που εν τέλει αναδύεται μέσα από τα όσα οι ίδιοι οι Αιτητές ισχυρίζονται είναι πως, οι τελευταίοι κατόπιν νέας μελέτης της υπόθεσης με τους καινούριους δικηγόρους τους και αφού εντόπισαν τη μαρτυρία αυτή του εμπειρογνώμονα από άλλες υποθέσεις, ως οι ίδιοι παραδέχονται, εντόπισαν διάφορα ζητήματα που επιθυμούν να προωθήσουν και για τα οποία κρίνεται αναγκαία η υποβολή της παρούσας αίτησης ενόψει του ότι δεν υπάρχει στο δικόγραφο των Αιτητών, η απαιτούμενη δικογράφηση για να μπορεί να επιτύχει ένα τέτοιο εγχείρημα.  Υπό το φως των πιο πάνω αδυνατώ επομένως να αποδεχθώ τη θέση ότι οι Αιτητές είχαν πάντα κατά νου την προσαγωγή μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, με σκοπό να προωθήσουν τους προτεινόμενους προς προσθήκη ισχυρισμούς.

 

Ως προς τη φύση και περιεχόμενο των ισχυρισμών, θέση των Καθ’ ων η αίτηση είναι πως πρόκειται για νέους ισχυρισμούς που διευρύνουν και αλλάζουν ριζικά τη βάση αξίωσης των Αιτητών, προσθέτοντας στην Έκθεση Απαίτησης γεγονότα τα οποία συνέβησαν προ του 2012, τα οποία θα έπρεπε να ήταν γνωστά σε αυτούς και να δικογραφηθούν εξ αρχής.  Συγκεκριμένα η ομνύουσα για τους καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζει με την παρ. 18 της Ε/Δ που συνοδεύει την ένσταση, πως πρόκειται για 27 υποπαραγράφους «στις οποίες περιέχονται για πρώτη φορά ισχυρισμοί σχετικοί με την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2009 και 2011, ισχυρισμοί για γεγονότα του 2006 σχετικά με την εξαγορά του μετοχικού κεφαλαίου της Λαϊκής Τράπεζας από την Marfin Financial Group Holdings S.A., επιχειρείται να εισαχθούν ισχυρισμοί αναφορικά με την έκδοση καλυμμένων ομολόγων από την Marfin Egnatia Bank, να προστεθούν ισχυρισμοί αναφορικά με την έκθεση της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου σε Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου (ΟΕΔ), αναφορικά με τις ισχυριζόμενες υποβαθμίσεις από το 2010 των ΟΕΔ από διεθνείς οίκους αξιολόγησης, επιχειρείται να εισαχθούν νέοι ισχυρισμοί σχετικοί με τη διασυνοριακή συγχώνευση της Λαϊκής Τράπεζας με την Marfin Egnatia Bank, γίνονται αναφορές σε αποτελέσματα ελέγχου που διενήργησε η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών το 2011, επιχειρείται να εισαχθούν ισχυρισμοί αναφορικά με ισχυριζόμενες υποβαθμίσεις της Τράπεζας Κύπρου από διεθνείς οίκους αξιολόγησης την περίοδο 2012 και 2013, επιχειρείται να εισαχθούν ισχυρισμοί σχετικοί με υποβαθμίσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας και τον αποκλεισμό της από τις διεθνείς αγορές τον Μάιο του 2011, επιχειρείται να εισαχθούν ισχυρισμοί περί παραλείψεων της Εναγόμενης 2 για λήψη μέτρων για την επέκταση του τραπεζικού τομέα, επιχειρείται να εισαχθούν ισχυρισμοί για δημοσιεύματα και διαβεβαιώσεις των Εναγομένων, επιχειρείται να εισαχθούν αναφορές στην οικονομική κρίση του 2009, επιχειρείται να εισαχθούν αναφορές σε ισχυριζόμενες παραλείψεις για συνεργασία μεταξύ των Εναγομένων 2 και του Υπουργείου Οικονομικών και ζητούν να προσθέσουν τον νομικό κανόνα res ipsa loquitur

 

Έχω εξετάσει με προσοχή τη φύση και εύρος των προς προσθήκη ισχυρισμών σε συνάρτηση με τους ήδη προβληθέντες στο δικόγραφο ισχυρισμούς και αυτό που παρατηρείται, είναι κατ’ αρχάς πως οι προτεινόμενες τροποποιήσεις, πράγματι αφορούν γεγονότα που επεσυνέβησαν αρκετό χρόνο πριν την καταχώρηση της αγωγής και ήταν επομένως γνωστά στους Αιτητές, καθ’ ον χρόνο καταχωρείτο η αγωγή αλλά και η Έκθεση Απαίτησης η οποία καταχωρήθηκε ακόμα πιο μετά.  Πέραν αυτού ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί πως όλα τα ζητήματα που αφορούν οι προς προσθήκη ισχυρισμοί, έχουν κάποια συνάφεια με το γενικότερο ζήτημα της εποπτείας, στο οποίο γίνεται μια γενικόλογη αναφορά στην παράγραφο 16(ix), εντούτοις αυτό που παρατηρείται είναι ότι οι προς προσθήκη ισχυρισμοί είναι ιδιαίτερα εκτενείς και πως με την προσθήκη τους διευρύνονται σε μεγάλο βαθμό τα επίδικα θέματα με την προσθήκη πολλών επιμέρους ζητημάτων για τα οποία ορθά κάνουν λόγο οι Καθ’ ων η αίτηση και για τα οποία μάλιστα θα απαιτηθεί και η μαρτυρία εμπειρογνώμονα καθώς και η προσαγωγή αριθμού νέων εγγράφων.  Πράγμα, που με τη σειρά του θα οδηγήσει στην ανάγκη επανακαταχώρησης όχι μόνο τροποποιημένων δικογράφων αλλά και συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης καθώς και νέων καταλόγων μαρτύρων και συνόψεων μαρτυρίας.

 

Εξετάζοντας τώρα κατά πόσον στη βάση του πιο πάνω διαπιστωθέντος από το Δικαστήριο πραγματικού υποβάθρου, δικαιολογείται η έγκριση της αίτησης καταλήγω πως η Δ.25 όπως έχει αναλυθεί ανωτέρω και η αναφορά σε καλόπιστο λάθος δεν έχει έννοια τέτοια που να καλύπτει τα δεδομένα της παρούσης. Και τούτο αφού δεν μπορεί κατά την κρίση μου και με βάση των ανωτέρω νομολογία, να εμπίπτει στον ορισμό της εν λόγω έννοιας η περίπτωση όπου ένας διάδικος μετά από πάροδο μακρού χρόνου και κατόπιν νέας μελέτης της υπόθεσης με νέους δικηγόρους, αποφασίζει να διευρύνει ουσιαστικά τα επίδικα θέματα και να προβάλει νέους ισχυρισμούς οι οποίοι μάλιστα δημιουργούν την ανάγκη προσθήκης μάρτυρα για την πλευρά των Αιτητών και δη εμπειρογνώμονα, καθώς και καθυστέρηση στην προώθηση της όλης υπόθεσης.  Και αναφέρομαι σε καθυστέρηση αφού με την τυχόν έγκριση της αίτησης θα καταστεί αναγκαίο ως ήδη υποδείχθηκε, να καταχωρηθούν πέραν από τα τροποποιημένα δικόγραφα, και συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης αλλά και νέος κατάλογος μαρτύρων και σύνοψη μαρτυρίας και από τις δύο πλευρές, χωρίς καθόλου να αποκλείεται και η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση να επαναπροσδιορίσει τους μάρτυρες που θα παρουσιάσει.  Τα δε επίδικα θέματα θα επίσης θα επαναπροσδιοριστούν και θα διευρυνθούν κατά τρόπο αρκούντως ουσιαστικό.

 

Η πιο πάνω κατάληξη μου θεωρώ πως επισφραγίζεται από τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Μονόκο (ανωτέρω), από την οποία προκύπτει ευθέως πως δεν συνιστά καλόπιστο λάθος, η παράλειψη προσθήκης νέων ισχυρισμών, ειδικά αν αυτοί ήταν γνωστοί από πριν στον αιτητή (ως δηλαδή συμβαίνει εν προκειμένω) καθώς και ότι η παράλειψη καταγραφής γεγονότων που θεμελιώνουν τη βάση της αγωγής, δεν μπορούν να υπαχθούν στην έννοια του εκ παραδρομής καλόπιστου λάθους.

 

Δεν διαλανθάνει βέβαια την προσοχή του Δικαστηρίου πως οι Αιτητές διατείνονται επίσης ότι πρόσφατα περιήλθε στην αντίληψη τους και πως δεν ήταν στη διάθεση τους κατά την αρχική σύνταξη της αγωγής, η μαρτυρία του εμπειρογνώμονα (Σ.Τ.), από την οποία απορρέουν ουσιαστικά και οι αιτούμενες τροποποιήσεις. Τούτο όμως δεν θεωρώ πως δύναται να εντάξει την περίπτωση στη δεύτερη εξαίρεση της Δ.25, στη βάση δηλαδή του ότι πρόκειται για «νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής». Και εξηγώ.  Κατ’ αρχάς η θέση αυτή αντιφάσκει με τη θέση που επίσης προβάλλεται από τους Αιτητές πως η παρούσα συνιστά περίπτωση καλόπιστου λάθους, συνεπεία του οποίου δεν συμπεριλήφθηκαν ισχυρισμοί που ήταν εξ αρχής γνωστοί και μάλιστα υπήρχε εξ αρχής πρόθεση συμπερίληψης τους στη βάση μαρτυρίας (διαφορετικού έστω) εμπειρογνώμονα.  Βέβαια με βάση τα όσα αμέσως πιο πάνω αναφέρθηκαν, στο πλαίσιο εξέτασης της πρώτης εξαίρεσης, είναι σαφές πως το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί, πως οι Αιτητές είχαν εξ αρχής είχαν αυτή την πρόθεση, για όλους τους λόγους που πιο πάνω επεξηγήθηκαν.

 

Όμως τούτο δεν διαφοροποιεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τα πράγματα, αφού κατά την κρίση μου δεν μπορεί να θεωρείται ότι εμπίπτει εντός της δεύτερης εξαίρεσης, η περίπτωση όπου περιέρχονται στην κατοχή κάποιου αιτητή νέα δεδομένα ή στοιχεία, όπως η μαρτυρία εμπειρογνώμονα, επειδή ο ίδιος δεν τα αναζήτησε (ενώ μπορούσε) κατά το στάδιο όπου συνέτασσε την αξίωση του ή έστω εντός ενός ευλόγου διαστήματος μετέπειτα. Εν προκειμένω δε, είναι σαφές πως η εν λόγω μαρτυρία μπορούσε να αναζητηθεί και να περιληφθεί κατά την αρχική σύνταξη της αγωγής, αφού εξάλλου οι ίδιοι οι Αιτητές προώθησαν (ανεπιτυχώς) τη θέση πως την είχαν εξασφαλίσει από τότε, αποδεχόμενοι, τοιουτοτρόπως πως ήταν δυνατόν να εξασφαλισθεί εξ αρχής.  Επομένως και για να το θέσω αλλιώς δεν μπορεί ένας διάδικος να επικαλείται την εν λόγω εξαίρεση όπου ο ίδιος είναι αυτός που προκαλεί την καθυστέρηση στον εντοπισμό της μαρτυρίας και εν συνεχεία να επιχειρεί την εισαγωγή της με υπέρμετρη καθυστέρηση, περιβάλλοντας το εγχείρημα του αυτό, υπό τον μανδύα των «νέων δεδομένων μη υπαρκτών κατά την έγερση της αγωγής».  Ούτε και μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί πως αυτό είναι το πνεύμα της Δ.25 ως τροποποιήθηκε.  Επομένως αποκλείεται και το ενδεχόμενο να εντάσσεται η περίπτωση στη δεύτερη εξαίρεση. 

 

Υπό το φως όλων των ανωτέρω αποτελεί κατάληξη μου ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση του αιτήματος και η αίτηση θα πρέπει επομένως να απορριφθεί. Η πιο πάνω κατάληξη θεωρώ πως συνάδει και με το πνεύμα των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 και τον πρωταρχικό σκοπό, αφού αντίθετη πορεία θα παρεξέτρεπε μια πολύ καθυστερημένη υπόθεση από την πορεία της προκαλώντας περαιτέρω περιπλοκή και έξοδα χωρίς μάλιστα για τούτο να έχει δοθεί κάποια βάσιμη εξήγηση, έτσι ώστε να ικανοποιείται το κριτήριο της αναλογικότητας, για όλους τους λόγους που πιο πάνω εξήγησα.

 

Δεν διαλανθάνει βέβαια την προσοχή του Δικαστηρίου ότι οι Καθ’ ων η αίτηση εισηγούνται επιπλέον ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι οι ισχυρισμοί που επιχειρούν οι Αιτητές να εισαγάγουν, σκοπούν να στοιχειοθετήσουν αστικά αδικήματα σχετιζόμενα με την αμέλεια των Καθ’ ων η αίτηση που έλαβαν χώρα μέχρι και το 2012 και τα οποία όμως έχουν πλέον παραγραφεί. Με δεδομένη όμως την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει αφού δεν έχουν ικανοποιηθεί οι πρόνοιες της Δ.25 ως τροποποιήθηκε, παρέλκει η ανάγκη εξέτασης του εν λόγω ισχυρισμού.

 

Κατάληξη

 

Υπό το φως όλων των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν βλέπω λόγο γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της αίτησης.  Συνεπώς, επιδικάζονται υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον των Αιτητών έξοδα 3500 πλέον Φ.Π.Α.

 

 

 

                                                                                    (Υπ.) ……………………………………

                                                                                                    Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] sic


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο