PJSC NATIONAL BANK ‘TRUST’ ν. Abacus Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 182/2023, 30/12/2025
print
Τίτλος:
PJSC NATIONAL BANK ‘TRUST’ ν. Abacus Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 182/2023, 30/12/2025
PJSC NATIONAL BANK ‘TRUST’ ν. Abacus Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 182/2023, 30/12/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ

 

Αρ. Αγωγής: 182/2023

 

Μεταξύ:

PJSC NATIONAL BANK ‘TRUST’,

Ενάγουσας

και 

 

1.     Abacus Limited, από τη Λευκωσία

2.     Παναγιώτης Χριστοδούλου, από τη Λευκωσία

3.     Morden Finance Limited, από Βρετανικές Παρθένες Νήσους

4.     Ruslan Valitov, από Ρωσία

5.     Oleg Soloshanskiy, από Ρωσία

6.     Svetlana Strelina, από Ηνωμένο Βασίλειο

7.     Konstantin Edel, από Ρωσία

8.     Grigory Edel, από Ηνωμένο Βασίλειο

9.     Dmitry Yusov, από Ρωσία

10.  Oleg Sudakov, από Ρωσία

Εναγομένων

-------------------------------------

Αίτηση ημερομ. 01/11/2023

 

Ημερομηνία: 30 Δεκεμβρίου 2025

 

Εμφανίσεις:

Για τους Εναγόμενους 3 -10/Αιτητές: κα Ήβη Καραβιώτου, για D. Katsis LLC.

Για την Ενάγουσα/Καθ’ ης η Αίτηση: κα Μ. Κίτσιου, για Κώστας Τσιρίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Εισαγωγή

 

Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 25.01.2023 μέσω γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και με αυτήν ζητούνται μεταξύ άλλων:

 

·      Αποζημιώσεις στη βάση του άρθρου 32(3) του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60 λόγω ακύρωσης μονομερώς εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος το οποίο εκδόθηκε επί ανεπαρκών λόγων.

·      Γενικές ή και ειδικές ή και επαυξημένες ή και τιμωρητικές αποζημιώσεις για απάτη και/ή δόλο και/ή συνωμοσία προς διάπραξη απάτης και/ή πρόκληση ζημιάς με παράνομα μέσα και ή συνομωσία προς πρόκληση ζημιάς με παράνομα μέσα.

·      Διαζευκτικά των ανωτέρω, αποζημιώσεις για αστικό αδίκημα σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 15 και 1064-1101 του Αστικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας.

 

Την ίδια ημέρα καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση μέσω της οποίας η Ενάγουσα/Καθ’ ης η αίτηση (στο εξής καλούμενη η «Καθ’ ης η αίτηση») εξαιτείτο την έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων εναντίον των Εναγομένων 3-10/Αιτητών (στο εξής καλούμενοι «οι Αιτητές»).  Η αίτηση κατέστη εν συνεχεία δια κλήσεως και ακολούθως εκδόθηκε διάταγμα το οποίο επέτρεπε την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας/υποκατάστατη επίδοση των σχετικών εγγράφων στους Αιτητές, οι οποίοι αφότου εμφανίστηκαν στη διαδικασία καταχώρησαν την υπό εξέταση αίτηση με την οποία αιτούνται ως ακολούθως:

 

A.     Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διαγράφει (strike out) και/ή παραμερίζει (set aside) και/ή ακυρώνει την επίδοση του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή και όλων των εγγράφων και αιτήσεων και διαταγμάτων που καταχωρίστηκαν και/ή εκδόθηκαν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και/ή ακύρωσης και/ή παραμερισμού της διαδικασίας στην αγωγή και/ή του Κλητηρίου Εντάλματος εναντίον των Αιτητών και/ή της επίδοσης τους στους Αιτητές  και/ή αναστολή της διαδικασίας και/ή κάθε διαδικασίας στην παρούσα αγωγή εναντίον των Αιτητών, λόγω κακής επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή λόγω του ότι η Ενάγουσα – Καθ’ής η Αίτηση δεν κατέδειξε εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής και/ή λόγω πολλαπλότητας διαδικασιών και/ή κατάχρησης της διαδικασίας και/ή άλλως πως.

 

Β.   Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διαγράφει (strike out) και/ή παραμερίζει (set aside) και/ή απορρίπτει και/ή ακυρώνει και/ή αναστέλλει (stay of proceedings) την διαδικασία στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή του Κλητηρίου Εντάλματος εναντίον των Αιτητών λόγω του ότι η Ενάγουσα προσφεύγει ενώπιον του Δικαστηρίου καταχρηστικά και/ή με αλλότρια κίνητρα και/ή του ότι η υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική (frivolous or vexatious) και/ή πρόωρη, καθότι η Ενάγουσα δεν αποκαλύπτει οποιονδήποτε αγώγιμο δικαίωμα και/ή οποιαδήποτε βάση αγωγής εναντίον των Αιτητών και/ή λόγω μη προώθησης της.

 

Γ.    Περαιτέρω και/ή Διαζευκτικά με τα πιο πάνω, Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να παραμερίζει και/ή ακυρώνει τη διαδικασία στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή του Κλητηρίου Εντάλματος εναντίον των Αιτητών και/ή της αίτησης ημερομηνίας 25/1/2023 και/ή της επίδοσης του στους Αιτητές λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και/ή λόγω κατάχρησης της διαδικασίας του Δικαστηρίου καθότι υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία και/ή φαίνεται από στοιχεία που υπάρχουν στο φάκελο του Δικαστηρίου και από την αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 25/01/2023, ότι το Κυπριακό Δικαστήριο, δεν είναι υπό τις περιστάσεις το κατάλληλο Δικαστήριο να επιληφθεί της υπόθεσης, έναντι της Ρωσίας, η οποία είναι πιο αρμόδιο και κατάλληλο Δικαστήριο (forum conveniens)  για να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση αφού όλες οι περιστάσεις της έχουν άμεση σχέση (μαρτυρία και Ρωσικό δίκαιο) με τη Ρωσία, αφού το εφαρμοστέο δίκαιο είναι ο Αστικός Κώδικας της Ρωσικής Ομοσπονδίας και δικαιοδοσία για οποιοδήποτε ζήτημα αφορά την πώληση των μετοχών της εταιρείας CJSC INTECO (στο εξής «INTECO») υπέχουν τα Δικαστήρια της Ρωσίας αφού η INTECO είναι εγγεγραμμένη σύμφωνα με τους Νόμους της Ρωσίας και η οποιαδήποτε κατ’ ισχυρισμό απώλεια και/ή οι οποιεσδήποτε ζημιές και/ή παραβάσεις, έλαβαν χώρα στη Ρωσία.

 

Δ.   Περαιτέρω και/ή Διαζευκτικά με τα πιο πάνω, Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να παραμερίζει και/ή ακυρώνει τη διαδικασία στην αγωγή και/ή του Κλητηρίου Εντάλματος εναντίον των Αιτητών και/ή της αίτησης ημερομηνίας 25/1/23 και/ή της επίδοσης του στους Αιτητές λόγω κατάχρησης της διαδικασίας καθότι τα επίδικα θέματα και/ή επίδικα ζητήματα και/ή η απαίτηση της Ενάγουσας στην αγωγή αφορά κατ’ισχυρισμό ζημιές που έλαβαν χώρα στη Ρωσία και αυτά τα ζητήματα θα πρέπει να αποφασιστούν από αρμόδια Δικαστήρια στη Ρωσία.

 

Ε.   Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται το Διάταγμα το Δικαστηρίου ημερομηνίας 2/03/2023 με το οποίο δόθηκε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους Εναγόμενους 4 - 10/ Αιτητή του (i) Κλητηρίου Εντάλματος και/ή της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, (ii) της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 16/02/2023 για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, και (iii) της αίτησης για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων ημερομηνίας 25/01/2023.

 

Στ.  Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή της Ειδοποίησης το Κλητηρίου Εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής που έγινε στους Εναγόμενους 5,6,7,9 και 10/ Αιτητές.

 

Η.   Συνακόλουθα της έκδοσης οποιουδήποτε εκ των ανωτέρω αιτούμενων Διαταγμάτων, Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται οποιαδήποτε ενδιάμεση διαδικασία εκκρεμεί και/ή οποιοδήποτε Διάταγμα εκδόθηκε στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής.

 

Θ.   Περαιτέρω και/ή Διαζευκτικά και/ή χωρίς βλάβη σε οτιδήποτε αναφέρεται με τα πιο πάνω, Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να αναστέλλει (stay of proceedings) τη διαδικασία στην αγωγή και/ή του Κλητηρίου Εντάλματος και αίτησης ημερομηνίας 25/1/23 και/ή κάθε παραπέρα διαδικασίας στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή μέχρι την τελεσίδικη εκδίκαση της αγωγής με αριθμό 2478/2021 μεταξύ MORDEN FINANCE LIMITED -v- 1) PJSC NATIONAL BANKTRUST”, 2) NIVERSON HOLDINGS Limited, 3) DARWOOD INVESTMENTS LIMITED, 4) MEDITERRANEAN DIRECTORS LIMITED, 5) MEDITERRANEAN SECRETARIES LIMITED, 6) ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΡ. ΚΥΡΟΥ, 7) AUREVO LIMITED και 8) GALANTOR FINANCE LIMITED που έχει καταχωρήσει η Εναγόμενη 3 εναντίον της Ενάγουσας και άλλων προσώπων  ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και που εκκρεμεί μέχρι σήμερα, με σκοπό τον τελεσίδικο καθορισμό και/ή απόφαση σε ότι αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς της INTECO και/ή στην οποία ανωτέρω δικαστική διαδικασία αναφέρεται και/ή εδράζεται η παρούσα αγωγή όπως φαίνεται από το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα.

 

Ι.     Διαζευκτικά και/ή Συμπληρωματικά Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η απόρριψη (dismiss) και/ή καθολική διαγραφή (strike out) και/ή ο παραμερισμός και/ ή να ακυρώνεται εξαρχής και/ ή ως αντικανονική και/ ή ως παράτυπη και/ ή ως καταχρηστική της δικαστικής διαδικασίας η αίτηση ημερομηνίας 25/01/23 που καταχώρησε η Ενάγουσα – Κθα’ής η Αίτηση στην υπό την ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή όπως και το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, για τους ακόλουθους λόγους:

 

(1)Έχει εγερθεί και προωθείται παράτυπα και/ή αντινομικά και/ή κατά παράβαση βασικών νομικών αρχών και/ή των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και/ή λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους δικονομικούς κανόνες και/ή λόγω ακυρότητας και/ή λόγω αντικανονικότητας της διαδικασίας και/ή λόγω μη τήρησης των προβλεπόμενων από τους σχετικούς νόμους και/ή διαδικαστικούς κανονισμούς,

 

(2)Δεν αποκαλύπτει νόμιμο και/ή καλό και/ή υπαρκτό αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγομένης 3 – Καθ’ής η Αίτηση,

 

(3)Τα νομικά και/ή πραγματικά περιστατικά τα οποία συγκροτούν την βάση της Αγωγής και αίτησης ημερομηνίας 25/01/2023 της Ενάγουσας, αφορούν γεγονότα που επεσυνέβησαν στη Ρωσία και το κατάλληλο Δικαστήριο για να επιλύσει τις οποιεσδήποτε διαφορές είναι το Δικαστήριο στη Ρωσία.

 

Κ.   Διαζευκτικά και/ή Συμπληρωματικά Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου που να διατάσσει την απόρριψη (dismiss) και/ή καθολική διαγραφή (strike out) και/ή τον παραμερισμό τόσο της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 25/01/2023 η οποία στρέφεται εναντίον της Εναγόμενης 3 - Αιτήτριας ως νομικά αβάσιμης και/ή επιπόλαιας (frivolous and vexatious) και/ή καταπιεστικής και/ή αντινομικής και/ή στερούμενης οποιουδήποτε νομικού ερείσματος και/ή ως μη αποκαλύπτουσας αγώγιμο και/ή λογικό δικαίωμα και/ή στερημένης βάσης και/ή αιτίας για τους λόγους που φαίνονται στις συνημμένες Ένορκες Δηλώσεις που συνοδεύουν και υποστηρίζουν την παρούσα αίτηση.

 

Σημειώνεται για σκοπούς πληρότητας πως κατά το στάδιο της ακρόασης της αίτησης οι Αιτητές απέσυραν τα αιτητικά υπό στοιχεία Α, Ε και ΣΤ.  Ό,τι συνάγεται εκ των ανωτέρω είναι πως έχουν συνεπώς εγκαταλειφθεί τα ζητήματα που άπτονται της ορθότητας/νομιμότητας των διαταγμάτων για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας/υποκατάστατη επίδοση. Από τα εναπομείναντα αιτητικά και παρά την αχρείαστη πολυλογία που χαρακτηρίζει τούτα, προκύπτει πως οι Αιτητές ουσιαστικά κινούνται επί τριών βασικών αξόνων. 

 

Με τον πρώτο άξονα ζητούν τη διαγραφή του κλητηρίου, παραμερισμό ή και αναστολή της διαδικασίας λόγω του ότι η Καθ΄ ης η αίτηση δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα και/ή οποιαδήποτε βάση αγωγής εναντίον των Αιτητών και/ή λόγω του ότι δεν την προωθεί, επικαλούμενοι αφενός κατάχρηση/αλλότρια κίνητρα και αφετέρου ότι αγωγή είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική (frivolous/vexatious) ή και πρόωρη. 

 

Με τον δεύτερο άξονα ζητείται ο παραμερισμός τους κλητηρίου και της ενδιάμεσης αίτησης ημερ. 25.1.23 λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας ή και κατάχρησης εφόσον από τα στοιχεία που επικαλούνται φαίνεται ότι το Κυπριακό Δικαστήριο δεν είναι το κατάλληλο Δικαστήριο να επιληφθεί της αίτησης (Forum Conveniens) αλλά το Ρωσικό αφού όλες οι περιστάσεις της υπόθεσης έχουν άμεση σχέση με τη Ρωσία , το εφαρμοστέο δίκαιο είναι ο Αστικός Κώδικας της Ρωσικής Ομοσπονδίας και δικαιοδοσία για οποιοδήποτε ζήτημα αφορά την πώληση μετοχών της της εταιρείας CJSC INTECO (στο εξής “Inteco”) υπέχουν τα Δικαστήρια της Ρωσίας, αφού η εν λόγω εταιρεία είναι εγγεγραμμένη σύμφωνα με τους Νόμους της Ρωσίας και οποιαδήποτε ζημιά ή απώλεια ή παραβιάσεις έλαβαν χώρα στη Ρωσία.

 

Με τον τρίτο άξονα ζητούν την αναστολή της διαδικασίας στην παρούσα αγωγή μέχρι την εκδίκαση της αγωγής 2478/21 του Ε.Δ Λευκωσίας με σκοπό τον τελεσίδικο καθορισμό του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της εταιρείας Inteco.

 

Η Αίτηση

 

Η Αίτηση, ως αναφέρεται στη νομική βάση αυτής, βασίζεται στο Άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στα άρθρα 2, 21 και 22 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, Κεφ.113, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5 Θ.Θ. 1, 2, 3 και 7, Δ.5Α, Δ.6 Θθ.1-9, Δ.16 Θ.9, Δ.19, Θ.26, Δ.20 Θ.1, Δ.26 Θ.1, Δ.27 Θ.Θ.1-3, Δ.36 Θ.2, Δ.39, Δ.48 Θ.Θ.1-9 και Δ.64, στην Σύμβαση της Χάγης περί Επιδόσεως και κοινοποιήσεως στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (Κυρωτικό) Νόμο του 1982, Ν.40/1982, στον Κυρωτικό της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Νόμο του 1986 Ν. 172/1986, το άρθρο 2(4) του Πρωτοκόλλου μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης της Ρωσικής Ομοσπονδίας Ν.34(ΙΙΙ)/2001, στους κανόνες επιείκειας και επί των Γενικών και Συμφυών Εξουσιών και/ή Πρακτική του Σεβαστού Δικαστηρίου και/ή στην Αγγλική και/ή Κυπριακή Νομολογία επί των ζητημάτων που εγείρονται.

 

Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η παρούσα αίτηση εκτίθενται (1) στην ένορκο δήλωση της  Ιωάννας Χριστοφή ημερομηνίας 01.11.2023, (2) του  Dmitry Yusov ημερομηνίας 1.11.2023 και του (3) Ruslan Valitov επίσης ημερομηνίας 01.11.2023.  Με τις ένορκες τους δηλώσεις οι ομνύοντες ουσιαστικά καταπιάνονται επεξηγούν εν εκτάσει τους λόγους για τους οποίους στερείται δικαιοδοσίας εκδίκασης της παρούσας το παρόν Δικαστήριο και γιατί κατάλληλο Δικαστήριο είναι αυτό της Ρωσίας αλλά και γιατί δεν καταδεικνύεται, ως η θέση τους, κανένα αγώγιμο δικαίωμα έναντι τους καταδεικνύοντας έτσι πως η παρούσα προωθείται καταχρηστικά και με αλλότρια κίνητρα.  Περαιτέρω αναφορά στους επί μέρους ισχυρισμούς τους θα γίνει στη συνέχεια στο πλαίσιο εξέτασης της ουσίας της Αίτησης προς αποφυγή άσκοπων επαναλήψεων. 

 

Η Ένσταση

 

Με την ένσταση που καταχώρησε η Καθ΄ ης η αίτηση εγείρει τους κάτωθι λόγους ένστασης:

 

1.     Δεν αποκαλύπτεται η πηγή της γνώσης της ενόρκως δηλούσας Ιωάννας Χριστοφή.

 

2.     Η Εναγόμενη 3 κωλύεται να προωθεί την αίτηση αφού καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης ανεπιφύλαχτα.

 

3.     Οι Εναγόμενοι 3-10 είναι αναγκαίοι διάδικοι στην αγωγή που επιδόθηκε στους Εναγόμενους 1 και 2

 

4.     Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία σε σχέση με βάσεις αγωγής

 

5.     Τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι τα καταλληλότερα για να ακούσουν την υπόθεση

 

6.     Οι αδικοπραξίες συντελέστηκαν στην Κύπρο

 

7.     Οι επιδόσεις έγινα ορθά και/ή οι Εναγόμενοι 3-10 έλαβαν γνώση και δεν υπέστησαν καμία ζημιά.

 

8.     Ακόμη κι αν θεωρηθεί ότι η επίδοση δεν έγινε νομότυπα και/ή κανονικά, πρόκειται για παρατυπία η οποία θεραπεύεται και/ή έχει θεραπευτεί.

 

9.     Η αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις της νομολογία και νομοθεσίας για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων

 

10.  Η παρούσα Αίτηση είναι κακόβουλή και/ή κακόπιστη και/ή αποτελεί προσπάθεια των Εναγομένων 3-10 να καθυστερήσουν την εκδίκαση της αίτησης για απαγορευτικά διατάγματα

 

11.  Η Ενάγουσα ικανοποίησε πλήρως τις απαιτήσεις τις νομολογίας και νομοθεσίας για παροχή άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας

 

Ως αναφέρεται στην ένσταση τα γεγονότα που την υποστηρίζουν εμφαίνονται στο φάκελο της υπόθεσης ως και στην ένορκη δήλωση του Dmitry Popkov, ημερομηνίας 30.1.2024 (ο οποίος υιοθετεί και επισυνάπτει και την Ε/Δ στην οποία προέβη προς υποστήριξη της αίτησης ημερ. 25.1.23 για προσωρινά διατάγματα) αλλά και στην Ε/Δ της Εβελίνας Κουδουνάρη, ημερομηνίας 30.1.2024.

 

 

 

Νομική Πτυχή

 

Πρώτος Άξονας – Διαγραφή /Παραμερισμός/Αναστολή λόγω μη αποκάλυψης αγώγιμου δικαιώματος/ Κατάχρηση

 

Αρχίζοντας από τον πρώτο άξονα αναφορά στον οποίο έγινε ανωτέρω που στην ουσία καλύπτεται από το Αιτητικό Β της Αίτησης, σημειώνεται πως με αυτό ζητείται η διαγραφή (strike out) και/ή ο παραμερισμός (set aside) και/ή και/ή η απόρριψη της και/ή αναστολή (stay of proceedings) της διαδικασίας στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή του Κλητηρίου Εντάλματος εναντίον των Αιτητών.

 

Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.19 Θ. 26[1] αλλά και στη Δ.27 Θ. 3[2].  Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Cyber Group Ltd v. Κ. Χαραλαμπίδης (2004) ΙΓ Α.Α.Δ. 1852[3], η Δ.19 Θ.26 διαφέρει από την Δ.27 Θ.3, αφού όπως επεξηγείται στην ίδια απόφαση η Δ.19 Θ. 26  επιτρέπει τη διαγραφή μέρους δικογράφου το οποίο είναι μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή τείνει να προκαταλάβει ή επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής και έχει ως κύριο σκοπό τη συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων.   Με τη διάταξη Δ.19 Θ.26 δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του δικογράφου, αφού αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27. Θ.3. 

 

Με βάση τα πιο πάνω και δεδομένου του ότι με την υπό εξέταση αίτηση ζητείται η διαγραφή ολόκληρης της απαίτησης λόγω του ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα θεωρώ ότι η νομική βάση που διέπει το αίτημα είναι η Δ.27 Θ. 3.

 

Προχωρώντας τώρα στην εξέταση της ουσίας της αιτήσεως σημειώνω ότι από τη σχετική με το θέμα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Cyber  Group Ltd v. Κ. Χαραλαμπίδης (2004) ΙΓ Α.Α.Δ. 1852) η διαγραφή δικογράφου είτε με βάση τη Δ.19 Θ.26 είτε με βάση τη Δ.27 Θ. 3, συνιστά εξαιρετικό μέτρο και η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με εξαιρετική φειδώ, διαφορετικά η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του άρθρου 30(1) του Συντάγματος (βλ. και In re Pelmako Development Ltd (1991) 1 C.L.R. 246).  Εφόσον λοιπόν το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασισθεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του.

 

Αναφορικά με τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για επιτυχή επίκληση της Δ.27 Θ.3, σχετική είναι η απόφαση στην Πολιτική Έφεση 9512 Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ v. Εθνικής Τράπεζας ΑΕ (1999) 1Β Α.Α.Δ 1316, όπου αναφέρθηκε ότι το Δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής παρά μόνο όπου διαπιστώνεται ότι: (1) πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, χωρίς καμία αμφιβολία, αιτία αγωγής και (2) η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί με τροποποίηση που μπορεί νόμιμα το Δικαστήριο να επιτρέψει.  Διαφορετικά όπως επισημαίνεται στην ίδια απόφαση θα έμενε κενό γράμμα το Συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο Δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά.  Στην εν λόγω απόφαση τονίζεται επίσης ότι από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη  αγωγής, που όπως και η παρούσα, βρίσκεται ακόμα στα σπάργανα. 

 

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η αγγλική νομολογία.  Στην υπόθεση Pearce v. Ove Arup Partnership Ltd and Others (1999) 1 ALL ER 769, 782 αναφορά στην οποία έγινε στην Λουκά (πιο πάνω) αναφέρονται τα εξής:

 

The jurisdiction to strike out an action as an abuse ought to be very sparingly exercised (see eg Lawrance v. Lord Norreys [1890] 15 App Cas 210 at 219, [1886-90] All ER Rep 858 at 863), and should not be extended to become a trial of contentious matters on affidavit (see Wenlock v. Moloney [1965] 2 All ER 871, [1965] 1 W.L.R. 1238)."

 

Είναι δε σημαντικό να τονισθεί ότι η άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου στα πλαίσια αυτά κρίνεται με βάση το ίδιο το δικόγραφο και το περιεχόμενο του και δεν τίθεται θέμα μαρτυρίας, ούτε αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων. (Βλ. In Re Pelmako (ανωτέρω) και Λουκά ανωτέρω).

 

Βάση για τις σχετικές εισηγήσεις των Αιτητών αποτελεί η θέση τους ότι η Καθ’ ης η αίτηση προσφεύγει ενώπιον του Δικαστηρίου καταχρηστικά και/ή με αλλότρια κίνητρα και η υπό αγωγή είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική (frivolous or vexatious) και/ή πρόωρη, καθ’ ότι η Καθ’ ης η Αίτηση δεν αποκαλύπτει οποιονδήποτε αγώγιμο δικαίωμα και/ή οποιαδήποτε βάση αγωγής εναντίον των Αιτητών.

 

Έχει ήδη γίνει αναφορά στις αξιώσεις της Καθ’ ης αίτηση στην αγωγή.   Αυτό που εν συντομία μπορεί να γίνει αντιληπτό από όλα όσα ισχυρίζονται οι Αιτητές, είναι πως η κατάχρηση την οποία ισχυρίζονται, αφορά αφενός το γεγονός ότι για την απάτη και/ ή συνομωσία προς διάπραξη απάτης ή πρόκλησης ζημιάς με αθέμιτα μέσα δεν υπάρχει καμία ουσιαστική μαρτυρία εναντίον των εναγομένων και εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία που παρουσιάζεται αντικρούεται και καταρρίπτεται από τους ισχυρισμούς των Αιτητών ενώ ούτε ζημιά προκλήθηκε από το εκδοθέν διάταγμα στο πλαίσιο της αγωγής 2478/21, η οποία σε κάθε περίπτωση θα έπρεπε να προωθηθεί αίτηση στο πλαίσιο της αγωγής 2478/21 και όχι με νέα αγωγή, η οποία είναι και αυτή εν πάση περιπτώσει πρόωρη.

 

Συνομωσία προς διάπραξη απάτης ή και πρόκλησης ζημιάς με αθέμιτα μέσα

 

Αρχίζω από τη βάση αξίωσης της που αφορά στη συνομωσία προς διάπραξη απάτης ή και πρόκλησης ζημιάς με αθέμιτα μέσα.  Θέση της Καθ’ ης η αίτηση είναι πως υπήρξε το θύμα συνωμοσίας στην οποία συμμετείχαν όλοι οι εναγόμενοι, με σκοπό να προκληθεί ζημιά σε αυτήν και ν’ αποσπάσουν χρήματα από αυτήν. Το αντικείμενο της συνωμοσίας ήταν σύμφωνα πάντα με την Καθ’ ης η αίτηση να εμποδίσουν την προτιθέμενη πώληση από την Καθ’ ης η αίτηση με δημοπρασία των μετοχών της Ρωσικής εταιρείας ανάπτυξης, Inteco, τον Νοέμβριο 2021 (η «Δημοπρασία»). Προς τούτο είναι ο ισχυρισμός της Καθ’ ης η αίτηση πως προκάλεσαν εν γνώσει τους να γίνουν ψευδείς και/ή εμφανώς παραπλανητικές δηλώσεις στο Κυπριακό Δικαστήριο στο πλαίσιο της αγωγής 2478/21 (μεταξύ των ομνυόντων τονίζουν πως ήταν και ο εναγόμενος 2 ως διευθυντής της εναγόμενης 1), από το οποίο ζήτησαν (procured) και πέτυχαν την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος (το «Απαγορευτικό Διάταγμα της Δημοπρασίας»), το αποτέλεσμα του οποίου ήταν να εμποδίσει την πώληση της Inteco εκκρεμούσας της επίλυσης της διαφοράς στο Κυπριακό Δικαστήριο που θα μπορούσε να πάρει χρόνια.  Το εν λόγω διάταγμα πράγματι προκάλεσε την ακύρωση της Δημοπρασίας από πλευράς της Καθ’ ης η αίτηση η οποία επέλεξε να συμμορφωθεί με αυτό και αποτελούσε συνάμα τη βάση για να ασκηθεί πίεση στην Καθ’ ης η αίτηση για να υποκύψει (accede) στα αιτήματα εκβιασμού που υποβλήθηκαν αμέσως μετά την έκδοση του διατάγματος για την καταβολή ποσού 20 εκατομμυρίων USD, προς απόσυρση των εκκρεμούντων μέτρων από την εναγόμενη 3 (Αιτήτρια στην αγωγή 2478/21) έτσι ώστε να μπορέσει να προχωρήσει η Δημοπρασία.

 

Ως η θέση της Καθ’ ης η αίτηση, δεν ενέδωσε στις ασκηθείσες πιέσεις για να καταβάλει χρηματικά ανταλλάγματα και το Απαγορευτικό Διάταγμα της Δημοπρασίας παραμερίστηκε στη συνέχεια αρκετούς μήνες μετά και συγκεκριμένα στις 26.4.22, μεταξύ άλλων, λόγω ουσιώδους μη αποκάλυψης.  Παρά ταύτα η Καθ’ ης η αίτηση δεν μπόρεσε να πωλήσει την Inteco άμεσα αλλά τον Δεκέμβριο του 2022, ήτοι 1 έτος μετά. Παρά δε το γεγονός πως οι μετοχές πωλήθηκαν εν τέλει σε ένα εκ των προσώπων που υπέβαλαν δικαίωμα συμμετοχής και μάλιστα κατά 5.8 εκατομμύρια περισσότερα από την επιφυλασσόμενη κατώτατη τιμή της Δημοπρασίας, εντούτοις η Καθ’ ης η αίτηση διατείνεται πως υπέστη ζημιά που αποκρυσταλλώνεται στους τόκους που θα λάμβανε κατά τη χρονική περίοδο του ενός έτους που μεσολάβησε μέχρις ότου η Καθ’ ης η αίτηση πωλήσει τις μετοχές της Inteco στην Sminex, την οποία υπολογίζει κατά το ελάχιστον σε 38.75 εκατομμύρια ευρώ (βλ. Τεκμήριο 48 στην Ε/Δ Popkov ημερ. 25.1.23). Ως εκ τούτου υπέστη ζημιά ως αποτέλεσμα των παράνομων ενεργειών τόσο εναγόμενης 3 που ήταν η αιτήτρια στο εν λόγω διάταγμα αλλά και των λοιπών των εναγομένων οι οποίοι είχαν προς τούτο συνωμοτήσει μαζί της.

 

Από την άλλη οι Αιτητές διατείνονται πως γνήσια η Αιτήτρια 3 αποτάθηκε για να σταματήσει τον πλειστηριασμό αφού είχε απωλέσει το έμμεσο συμφέρον που είχε στην εταιρεία Inteco (μέσω άλλων εταιρειών) το οποίο απώλεσε χωρίς γνώση και πως ουδέποτε έγινε προσπάθεια να εξασκηθεί πίεση για απόσυρση των μέτρων που λήφθηκαν στην Κύπρο με αντάλλαγμα την καταβολή χρηματικού ποσού, πως ο εναγόμενος 4 γνήσια απέκτησε ιδιοκτησιακό συμφέρον στην εναγόμενη 3, οι δε εναγόμενοι 1 και 2 προστέθηκαν ως εναγόμενοι πλασματικά και καταχρηστικά έτσι ώστε να προσδώσουν δικαιοδοσία στο κυπριακό Δικαστήριο την οποία στην πραγματικότητα στερείται ενώ οι εναγόμενοι 5, 6, 7 και 8 δεν έχουν καμία σχέση και εμπλοκή με τα ισχυριζόμενα γεγονότα.

 

Στην Ε/Δ Popkov ημερ. 25.1.23 την οποία ο προαναφερθείς υιοθετεί στο πλαίσιο και για τους σκοπούς και της παρούσας διαδικασίας, ο τελευταίος αναφέρει και επεξηγεί πως ο κάθε εναγόμενος εμπλέκεται στην ισχυριζόμενη συνωμοσία.  Σχετικές είναι οι παράγραφοι 117 -147, της εν λόγω ένορκης δήλωσης (σελ. 27- 39).  Συνοπτικά και με βάση το σύνολο των ισχυρισμών που προωθούνται από τον Popkov μπορούν να λεχθούν τα εξής.

 

Για τον εναγόμενο 2 εξηγεί ότι αυτός ήταν διευθυντής της εναγόμενης 1 η οποία ήταν πάροχος διοικητικών υπηρεσιών της εναγόμενης 3 και παραχώρησε Ε/Δ προς όφελος της με σκοπό την εξασφάλιση του ακυρωθέντος διατάγματος ενώ γνώριζε πολύ καλά πως το συμφέρον της εναγόμενης 3 στην Inteco δεν είχε καμία αξία για τους λόγους που εξηγεί στις παραγράφους 65 -67 της ίδιας Ε/Δ και επομένως δε θα μπορούσε ποτέ να είχε υποστεί τη ζημιά που παραπλανητικά ισχυριζόταν ότι υπέστη στο πλαίσιο διεκδίκησης του προσωρινού διατάγματος στην αγωγή 2478/21, Ε.Δ Λευκωσίας. Επεξηγεί δε πως δεν ζητούνται προσωρινά διατάγματα εναντίον τους επειδή πρόκειται για εναγόμενους εντός δικαιοδοσίας για τους οποίους δεν θεωρούν πως υπάρχει κίνδυνος που να δικαιολογεί την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων.

 

Εν σχέσει με τους εναγόμενους 9 και 10 επεξηγεί πως προέβησαν και αυτοί σε ένορκες δηλώσεις παραπλανώντας το Δικαστήριο στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων στην αγωγή 2478/21, ενώ ο εναγόμενος 10 είχε λάβει μέρος και στη συνάντηση που έλαβε χώρα μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος στην αγωγή 2478/21, στην οποία κατά τη θέση της Καθ’ ης η αίτηση της ζητήθηκαν υπέρογκα ποσά με αντάλλαγμα την απόσυρση των μέτρων από τα κυπριακά Δικαστήρια συμπεριλαμβανομένου και του μετέπειτα ακυρωθέντος προσωρινού διατάγματος, το οποίο όμως τότε βρισκόταν σε ισχύ.

 

Όσον αφορά τον εναγόμενο 4 αναφέρει πως αυτός απέκτησε την εναγόμενη 3 ακριβώς πριν ή κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξασφάλισης του απαγορευτικού διατάγματος της Δημοπρασίας και ενώ ουσιαστικά η εναγόμενη 3 δεν είχε καμία πραγματική αξία πέραν του (αμφισβητούμενου από την Καθ’ ης η αίτηση) δικαιώματος της να διεκδικεί αποζημιώσεις στην αγωγή 2478/21 ένεκα της ισχυριζόμενης απώλειας του ιδιοκτησιακού συμφέροντος που είχε στην Inteco μέσω άλλων εταιρειών. Δικαίωμα το οποίο ήταν πλασματικό αφού ως ισχυρίζεται ο Popkov, οι εν λόγω εταιρείες μέσω των οποίων αντλούσε το δικαίωμα η εναγόμενη 3 ήταν σε πολύ κακή οικονομική κατάσταση με εκατομμύρια σε οφειλές έτσι που το όποιο όφελος από την εν λόγω πώληση δεν θα μπορούσε να φτάσει στους μετόχους ή τελικούς δικαιούχους, για να τίθεται θέμα να υπέστησαν ζημιά.  Περαιτέρω ο εναγόμενος 4 ήταν, σύμφωνα πάντα με την Καθ΄ ης η αίτηση αυτός που επέδωσε προσωπικά το εκδοθέν απαγορευτικό διάταγμα στην Καθ΄ ης η αίτηση πριν ακόμα εκδοθεί διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και ήταν αυτός που έλαβε μέρος στη συνάντηση κατά την οποία έγιναν οι απειλητικές προτάσεις ή προσπάθεια εξαναγκασμού της Καθ’ ης η αίτηση για καταβολή υπέρογκων χρηματικών (20 εκατομμυρίων USD) ποσών για απόσυρση των εκκρεμούσων διαδικασιών στην Κύπρο έτσι ώστε να μπορεί να προχωρήσει η πώληση δια Δημοπρασίας των μετοχών της IntecoΕξ ου και διασυνδέει την απόκτηση του ιδιοκτησιακού συμφέροντος (του εναγόμενου 4) στην εναγόμενη 3 με τη φήμη που του αποδίδει να επιλύει διαφορές με «ανορθόδοξους τρόπους», όπως δηλαδή του αποδίδουν πως επιχείρησε να πράξει και στην παρούσα περίπτωση. 

 

Αλληλένδετος με αυτό τον ισχυρισμό είναι και ο ισχυρισμός ότι οι εναγόμενοι 5 και 7 ήταν και παρέμειναν οι πραγματικοί ιδιοκτήτες της εναγόμενης 3 (της οποίας UBOs ήταν από το 2014 οι εναγόμενοι 6 και 8 μέχρι και το μέσο της διαδικασίας της Δημοπρασίας), με τον εναγόμενο 4 να έχει αποκτήσει εικονικά το ιδιοκτησιακό συμφέρον της εναγόμενης 3 για να προβεί στις ενέργειες εκβιασμού που του αποδίδει ένεκα και της φήμης και των διασυνδέσεων που έχει.  Προς τούτο ο Popkov παραθέτει αναλυτικά τους λόγους που κατά τη θέση του οδηγούν σε αυτό το συμπέρασμα στην παράγραφο 121 της Ε/Δ ημερ. 25.1.23 την οποία, ως ήδη λέχθηκε, υιοθετεί και για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας.   Μάλιστα στους εναγόμενους 5 και 7 αποδίδει ότι είχαν επιπλέον κίνητρο να παρουσιάσουν τον εναγόμενο 4 ως ιδιοκτήτη της εναγόμενης 3 έτσι ώστε να αποκρύψουν πως δεν ήταν απλά επενδυτές μέσω άλλων εταιρειών στην Inteco, ως η εικόνα που επιχείρησαν να παρουσιάσουν στην αγωγή 2478/21 αλλά ήταν «senior managers» στην Inteco μέχρι τον 12/2017 και 1/2018 αντίστοιχα κάτι που αν αποκαλυπτόταν θα δυσχέραινε την έκδοση του διατάγματος στην αγωγή 2478/21 αφού θα διαφαινόταν πως ένεκα τούτου ή και του γεγονότος ότι στενά συγγενικά τους πρόσωπα εργάζονταν στην Inteco, είχαν γνώση της πώλησης του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της στην Καθ’ ης η αίτηση από πολύ προηγουμένως και παρά ταύτα περίμεναν κυριολεκτικά την υστάτη να λάβουν μέτρα έτσι ώστε να δημιουργήσουν τις συνθήκες που θα τους επέτρεπαν στη συνέχεια, εκβιαστικά να ζητούν την καταβολή εκατομμυρίων ευρώ  προς απόσυρση των μέτρων που εμπόδιζαν τη Δημοπρασία από του να προχωρήσει.


Ως προς τους εναγόμενους 6 και 8 δε επεξηγεί ότι αυτοί ενάγονται αφού αυτοί ήταν πραγματικοί δικαιούχοι μέχρι τουλάχιστον το μέσον της διαδικασίας της δημοπρασίας και χωρίς τις οδηγίες τους η εναγόμενη 3 δε θα άρχιζε τις διαδικασίες στην Κύπρο και τη Ρωσσία και επομένως τοιουτοτρόπως εμπλέκονται στη διαδικασία της εξασφάλισης του προσωρινού διατάγματος στο πλαίσιο της αγωγής 2478/21, το οποίο, ως η θέση της Καθ’ ης η αίτηση, τροχιοδρομήθηκε χωρίς ουσιαστικά να έχει υποστεί ζημιά η εναγόμενη 3 και μάλιστα ζημιά της τάξεως που ισχυρίστηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης του προσωρινού διατάγματος στην αγωγή 2478/21 και με μόνο σκοπό την αποκόμιση αθέμιτου οικονομικού κέρδους.

 

Ως έχει επεξηγηθεί το πλαίσιο αυτό δεν προσφέρεται για μια εις βάθος ανάλυση και αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας ή και των όποιων δικογραφημένων ισχυρισμών.  Στη βάση όμως των όσων προβάλλει η Καθ’ ης η αίτηση, θεωρώ πως επεξηγεί για ποιους λόγους θεωρεί έκαστο εκ των εναγομένων ως πρόσωπο που συμμετείχε στη συνομωσία της απάτης που ισχυρίζεται και η οποία, σύμφωνα πάντα με την ίδια, είχε ως σκοπό την εξασφάλιση με παραπλανητικό τρόπο του προσωρινού διατάγματος στην αγωγή 2478/21 έτσι ώστε στη συνέχεια εκβιαστικά να ζητούνται χρηματικά ανταλλάγματα για την απόσυρση του εν λόγω διατάγματος, συνεπεία του οποίου η Καθ’ ης η αίτηση υπέστη ζημιά η οποία αποκρυσταλλώνεται στους απωλεσθέντες τόκους από το ποσό που θα λάμβανε η Καθ’ ης η αίτηση για τις μετοχές από τη Δημοπρασία και το οποίο θα καταβαλλόταν μέχρι τις 14.12.21 ενώ η πώληση των μετοχών της Inteco μετά την ακύρωση του επίμαχου διατάγματος επετεύχθη τον Δεκέμβριο του 2022.  

 

Στην πιο πάνω κατάληξη μου έλαβα ιδιαίτερα υπόψη το σύνολο των θέσεων που προβάλλουν οι Αιτητές, οι οποίες έχουν συνεκτιμηθεί και οι οποίες βεβαίως θα αξιολογηθούν επί της ουσίας στο ανάλογο στάδιο.  Οι εν λόγω θέσεις όμως, δεν θεωρώ πως είναι τέτοιες που να εκβαραθρώνουν τους ισχυρσμούς της  της Καθ’ ης η αίτηση έτσι που η περίπτωση να εμπίπτει σε εκείνες τις εξαιρετικές περιπτώσεις που θα πρέπει να διαγραφεί η απαίτηση και να μην επιτραπεί ουσιαστικά στην Καθ’ ης η αίτηση να προωθήσει καν τις θέσεις της επί της ουσίας.   Ούτε και μπορώ να θεωρήσω πως η Καθ’ ης η αίτηση δεν καταδεικνύει κανένα αγώγιμο δικαίωμα έναντι των Αιτητών ή και των εναγομένων 1 και 2 και κατ’ επέκταση δεν θεωρώ πως το Δικαστήριο δύναται στο στάδιο αυτό να καταλήξει ότι η παρούσα προωθείται καταχρηστικά και με αλλότρια κίνητρα, παρόλο που τονίζω πως το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση του ζητήματος στα πλαίσια και για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, αφού το ζήτημα ενδεχομένως να αποτελέσει αντικείμενο ενασχόλησης κατά την εξέταση της ουσίας της επίδικης διαφοράς, καθότι ζήτημα κατάχρησης ή και καταχρηστικής περίληψης των εναγομένων δύναται να κριθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας.

 

Αξίωση στη βάση του άρθρου 32(3) του Ν. 14/60

 

Στρέφομαι τώρα στην αξίωση της Καθ’ ης η αίτηση που στηρίζεται στο άρθρο 32(3) του Ν. 14/60 το οποίο προνοεί τα εξής:

 

« (3) Εάν ήθελε φανή εις το δικαστήριον ότι οιονδήποτε εκδοθέν ενδιάµεσο διάταγμα δυνάμει του εδαφίου (1) εβασίσθη επί ανεπαρκών λόγων, ή εάν η απαίτηση του αιτητή με αίτηση του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα αποτύχει ή έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον του συνεπεία παραλείψεως ή άλλως και φανεί στο δικαστήριο ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για την έγερση της απαίτησής του, το δικαστήριο δύναται, εάν νοµίζει τούτο πρέπον, με αίτηση του διαδίκου εναντίον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα να διατάξει την καταβολή σ’ αυτόν εύλογης αποζηµίωσης για τις δαπάνες και την βλάβην ήτις προσεγένετο εις αυτόν διά της εκτελέσεως του διατάγματος.

 

Πληρωµή αποζηµιώσεως δυνάμει του εδαφίου τούτου θα είναι κώλυµα δι’ οιανδήποτε αγωγήν δι’ αποζηµιώσεις εν σχέσει προς οτιδήποτε εγένετο συνεπεία του διατάγματος. Και εάν τοιαύτη αγωγή έχη ήδη εγερθή το δικαστήριον δύναται να διακόψη αυτήν κατά τοιούτον τρόπον και επί τοιούτοις όροις ως ήθελε θεωρήσει τούτο πρέπον.»

 

Διατείνονται οι Αιτητές πως στη βάση του εδαφίου αυτού η Καθ’ ης η αίτηση όφειλε να αποταθεί με αίτηση στο πλαίσιο της διαδικασίας όπου εκδόθηκε το διάταγμα ήτοι στο πλαίσιο της αγωγής 2478/21 και να διεκδικήσει τις ισχυριζόμενες αποζημιώσεις της εκεί και όχι να εγείρει την παρούσα αγωγή η οποία είναι εν πάση περιπτώσει πρόωρη.   Επί της ουσίας δε ισχυρίζονται πως καμία ζημιά έχει καταδείξει να έχει υποστεί εκ της ακύρωσης του διατάγματος. 

 

Αρχίζοντας με το ζήτημα του κατά πόσον νομιμοποιείτο η Καθ’ ης η αίτηση να προωθήσει αγωγή για αξίωση αποζημιώσεων σε σχέση με μονομερώς εκδοθέν διάταγμα που ακυρώθηκε επί ανεπαρκών λόγων κρίνω ορθό να παραπέμψω στην απόφαση στην υπόθεση Greenock Navigation Co Ltd v. Tradax Ocean Transportation S.A. (1999) 1 ΑΑΔ 852 όπου λέχθηκαν τα εξής τα οποία απαντούν τον σχετικό ισχυρισμό:  

 

« Προτού προχωρήσουμε στην εξέταση των λόγων της έφεσης και της αντέφεσης θεωρούμε σκόπιμο να ασχοληθούμε με το ακόλουθο νομικό σημείο που εγείρεται στην εισαγωγή του περιγράμματος αγόρευσης της εφεσίβλητης. Ο δικηγόρος της εφεσίβλητης εισηγείται ότι, εφόσον η εφεσείουσα διεκδικούσε αποζημιώσεις στηριζόμενη στο άρθρο 32(3) του περί Δικαστηρίων Νόμου, έπρεπε να απευθυνθεί στο Δικαστήριο με αίτηση και όχι με αγωγή. Η θέση αυτή δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Το άρθρο 32(3) δεν αποκλείει τη διεκδίκηση αποζημιώσεων με αγωγή. Ο εναγόμενος έχει την ευχέρεια να διεκδικήσει εύλογη αποζημίωση είτε με αίτηση στην αγωγή στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το εναντίον του απαγορευτικό διάταγμα, οπότε και πρέπει να απευθυνθεί στο δικαστήριο της αγωγής με αίτηση, είτε να εγείρει ανεξάρτητη αγωγή, "για αποζημιώσεις σε σχέση με οτιδήποτε έγινε συνεπεία του διατάγματος". Μόνο στην περίπτωση που επιδικάστηκαν και πληρώθηκαν αποζημιώσεις ύστερα από αίτηση στην αγωγή όπου εκδόθηκε το διάταγμα δημιουργείται κώλυμα για την έγερση αγωγής πάνω στην ίδια βάση. Τούτο προκύπτει σαφώς από την όλη διατύπωση του άρθρου 32(3).» (έμφαση δοθείσα)

 

Το πιο πάνω απόσπασμα δεν αφήνει αμφιβολία πως η Καθ’ ης η αίτηση εφόσον επικαλείται την ακύρωση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος στην αγωγή 2478/21 ως εκδοθέν επί ανεπαρκών λόγων και συγκεκριμένα λόγω μη πλήρους και ελικρινούς αποκάλυψης, εδικαιούτο να καταχωρήσει αγωγή και να αξιώσει αποζημιώσεις για τη ζημιά που κατ’ ισχυρισμόν υπέστη από την έκδοση του εναντίον της εναγόμενης 3 που ήταν η αιτήτρια στην αγωγή 2478/21.   Το μόνο εμπόδιο που θα είχε θα ήταν αν είχε διεκδικήσει αποζημιώσεις στο πλαίσιο της εν λόγω αγωγής για το ίδιο ζήτημα κάτι το οποίο παραδεκτώς δεν έπραξε.

 

Δεν μου διαφεύγει βέβαια πως οι Αιτητές διατείνονται ακόμα πως καμία ζημιά κατέδειξε πως υπέστη η Καθ’ ης η αίτηση για να νομιμοποιείται να αξιώνει αποζημιώσεις στη βάση του ακυρωθέντος διατάγματος, ισχυρισμός ο οποίος επίσης θα δικαιολογούσε τη διαγραφή της σχετικής αξίωσης εάν και εφόσον ήθελε φανεί πως ευσταθεί.

 

Όμως ως ήδη επεξηγήθηκε παρά τη θέση της Καθ’ ης η αίτηση ότι το Απαγορευτικό Διάταγμα της Δημοπρασίας παραμερίστηκε στη συνέχεια αρκετούς μήνες μετά και συγκεκριμένα στις 26.4.22, μεταξύ άλλων, λόγω ουσιώδους μη αποκάλυψης, εντούτοις η Καθ’ ης η αίτηση δεν μπόρεσε να πωλήσει την Inteco άμεσα αλλά τον Δεκέμβριο του 2022, ήτοι 1 έτος μετά. Παρά δε το γεγονός πως οι μετοχές πωλήθηκαν εν τέλει σε ένα εκ των προσώπων που υπέβαλαν δικαίωμα συμμετοχής και μάλιστα κατά 5.8 εκατομμύρια περισσότερα από την επιφυλασσόμενη κατώτατη τιμή της Δημοπρασίας εντούτοις η Καθ’ ης η αίτηση διατείνεται πως υπέστη ζημιά που αποκρυσταλλώνεται στους τόκους που θα λάμβανε κατά τη χρονική περίοδο του ενός έτους που μεσολάβησε μέχρις ότου η Καθ’ ης η αίτηση πωλήσει τις μετοχές της Inteco στην Sminex, την οποία υπολογίζει σε πέραν των 30 εκατομμυρίων ευρώ. Ως εκ τούτου υποστηρίζει πως υπέστη ζημιά ως αποτέλεσμα των παράνομων ενεργειών τόσο εναγόμενης 3 που ήταν η αιτήτρια στο εν λόγω διάταγμα αλλά και των λοιπών εναγομένων οι οποίοι είχαν προς τούτο συνωμοτήσει.

 

Η Αιτητές διατείνονται πως δεν είναι βέβαιο το τί θα συνέβαινε στη δημοπρασία και αν θα πωλούντο τότε οι μετοχές και αν θα λάμβανε το ελάχιστο ποσό επιφυλασσόμενης τιμής και πως οι Αιτητές δεν μπορούσαν να γνωρίζουν πως θα σταματούσε η Δημοπρασία αφού τα προσωρινά διατάγματα δεν αναγνωρίζονται στη Ρωσία.   Επί τούτου αντιτείνει η Καθ’ ης η αίτηση πως η Sminex ήταν εκ των προσώπων που υπέβαλαν ενδιαφέρον συμμορφούμενοι προς τα απαιτούμενα για τον σκοπό αυτό και ήταν η ίδια εταιρεία που αγόρασε τις μετοχές 1 έτος μετά επομένως θεωρεί πως υπάρχει μαρτυρία πως ένας εκ των 5 προσώπων θα προχωρούσε με την αγορά των μετοχών κατά τη Δημοπρασία, ότι τα χρήματα θα καταβάλλονταν μέχρι την 14.12.21 και ότι απ’ εκείνη την ημερομηνία και μέχρι να καταστεί δυνατή η πώληση των επίδικων μετοχών που εν τέλει έλαβε χώρα στις 14.12.22 (στις 26.4.22 ακυρώθηκε το προσωρινό διάταγμα) θα μπορούσε να λάβει τόκο η Καθ’ ης η αίτηση τον οποίο στη βάση των όσων υπολογισμών επικαλείται θα ανήρχετο σε 38,75 εκατομμύρια ευρώ. Έχω υποδείξει ήδη πως το πλαίσιο αυτό δεν προσφέρεται προς αξιολόγηση μαρτυρίας και κατάληξης σε ευρήματα επί αμφισβητούμενων ζητημάτων όμως στη βάση των όσων τίθενται ενώπιον μου δεν μπορώ να θεωρήσω πως η Καθ’ ης η αίτηση δεν καταδεικνύει αγώγιμο δικαίωμα έναντι τουλάχιστον της εναγόμενης 3 που ήταν η Αιτήτρια στην αίτηση που οδήγησε στην έκδοση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος που ακυρώθηκε.

 

Εισηγούνται ακόμα οι Αιτητές πως η αγωγή είναι πρόωρη αφού θα έπρεπε να περιμένει την ολοκλήρωση της αγωγής προτού καταχωρήσει την αξίωση αυτή, εισήγηση η οποία εκ του λεκτικού του άρθρου 32(3) δεν βρίσκει πραγματικό έρεισμα.   Και τούτο διότι σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο αποζημιώσεις μπορούν να αξιωθούν σε τρεις διαζευκτικές περιπτώσεις ήτοι:

 

-     οιονδήποτε εκδοθέν ενδιάµεσο διάταγμα δυνάμει του εδαφίου (1) εβασίσθη επί ανεπαρκών λόγων, ή

-     εάν η απαίτηση του αιτητή με αίτηση του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα αποτύχει ή

-     έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον του συνεπεία παραλείψεως ή άλλως και φανεί στο δικαστήριο ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για την έγερση της απαίτησής του

 

Εν προκειμένω η Καθ’ ης η αίτηση επικαλείται την πρώτη περίπτωση εκ της οποίας διαδικαστικά τουλάχιστον δεν υπάρχει οτιδήποτε που φαίνεται πως εμπόδιζε την έγερση αγωγής πριν την αποπεράτωση της αγωγής 2478/21, στο πλαίσιο της οποίας πράγματι το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ακυρώθηκε. 

 

Έχοντας καταλήξει πως η Καθ’ ης η αίτηση αποκαλύπτει αιτία αγωγής, σε σχέση και με τις δύο βάσεις αξίωσης δεν θεωρώ πως καταδεικνύεται λόγος διαγραφής ούτε όμως λόγος αναστολής της διαδικασίας ή παραμερισμού της ούτε βέβαια κατάχρησης με αυτή την έννοια.   Για τους ίδιους λόγους δεν θεωρώ πως καταδεικνύεται λόγος διαγραφής της ενδιάμεσης αίτησης που εκκρεμεί προς εκδίκαση και η οποία παραμένει να αποφασιστεί επί των δικών της όρων στο κατάλληλο στάδιο.  

 

Δεύτερος Άξονας -  Δικαιοδοσία – Forum Conveniens

 

Το επόμενο ζήτημα που εγείρεται με το Αιτητικό Γ της αίτησης είναι το ζήτημα της δικαιοδοσίας.  Η εισήγηση των Αιτητών πηγάζει από το ότι ως η θέση τους υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία και/ή φαίνεται από στοιχεία που υπάρχουν στο φάκελο του Δικαστηρίου και από την αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 25/01/2023, ότι το Κυπριακό Δικαστήριο, δεν είναι υπό τις περιστάσεις το κατάλληλο Δικαστήριο να επιληφθεί της υπόθεσης, έναντι της Ρωσίας, η οποία είναι πιο αρμόδιο και κατάλληλο Δικαστήριο (forum conveniens)  για να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση αφού όλες οι περιστάσεις της έχουν άμεση σχέση (μαρτυρία και Ρωσικό δίκαιο) με τη Ρωσία, αφού το εφαρμοστέο δίκαιο είναι ο Αστικός Κώδικας της Ρωσικής Ομοσπονδίας και δικαιοδοσία για οποιοδήποτε ζήτημα αφορά την πώληση των μετοχών της εταιρείας CJSC INTECO (στο εξής «INTECO») υπέχουν τα Δικαστήρια της Ρωσίας αφού η INTECO είναι εγγεγραμμένη σύμφωνα με τους Νόμους της Ρωσίας και η οποιαδήποτε κατ’ ισχυρισμό απώλεια και/ή οι οποιεσδήποτε ζημιές και/ή παραβάσεις, έλαβαν χώρα στη Ρωσία όπου ευρίσκονται και οι περισσότεροι μάρτυρες/εναγόμενοι.

 

Αντίθετη είναι η θέση της Καθ’ ης η αίτηση η οποία ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία δυνάμει του ΕΚ1215/12 και πως εν πάση περιπτώσει τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι τα πιο κατάλληλα για την εκδίκαση της διαφοράς για τους λόγους που επεξηγούν στις σελίδες 36-37 της αγόρευσης τους.

 

Παρόμοιο ζήτημα είχε τεθεί και απασχόλησε την Έντιμη Δ. Ε.Εφραίμ (Π.Ε.Δ ως ήταν τότε) στο πλαίσιο της αγωγής 838/17, Ε.Δ. Λευκωσίας, Bioter Global Holdings Ltd  κ.α. v. Bioter Overseas (CY) Ltd κ.α., απόφαση ημερ. 9.1.2019 στην οποία η εναγόμενη 1 ήταν εταιρεία συσταθείσα στην Κύπρο ενώ οι εναγόμενοι 2-8 δεν ήταν υπήκοοι της Κυπριακής Δημοκρατίας και διέμεναν εκτός Κύπρου και Ευρωπαϊκής Ένωσης, όμως ήταν, κατά τους ενάγοντες, απαραίτητοι διάδικοι αφού από κοινού με τους εναγόμενους 1, κατ’ ισχυρισμόν πάντοτε των εναγόντων, συνωμότησαν για να πλήξουν τα συμφέροντα των εναγόντων.  Οι ενάγοντες στην εν λόγω διαδικασία επικαλέστηκαν την εφαρμογή του άρθρου 4(1) του ΕΚ1215/12, καθότι οι εναγόμενοι 1 είχαν την έδρα τους στη Λεμεσό και περαιτέρω επικαλέστηκαν και την απόφαση στην υπόθεση του ΔΕΕ Owusu vJackson and Others, Υπόθ. C-281/02, ημ. 1.3.05, στην οποία αποφασίστηκε πως το άρθρο 2 της Σύμβασης των Βρυξελλών έχει επιτακτικό χαρακτήρα και πως μπορεί να υπάρξει παρέκκλιση από τον βασικό κανόνα που καθιερώνει αυτή η διάταξη μόνο στις ρητώς προβλεπόμενες από την εν λόγω Σύμβαση περιπτώσεις ενώ δεν έχει προβλεφθεί από τους συντάκτες αυτής ένσταση βασιζόμενη στη θεωρία του forum non conveniens.  Αρχή η οποία υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Hampton Advisory Group S.AvBost AD κ.ά. (2012) 1(Α) Α.Α.Δ. 549, στην οποία με αναφορά στην προαναφερόμενη απόφαση και στο άρθρο 2 της Σύμβασης λέχθηκε ότι «… οι συντάκτες της Σύμβασης των Βρυξελλών δεν προέβλεψαν για εξαίρεση στη βάση του forum non conveniens».

 

Στην πιο πάνω υπόθεση (838/17 Ε.Δ Λευκωσίας) αποτέλεσε επιχείρημα των δικηγόρων των εναγομένων που δεν διέμεναν στην Κύπρο, ότι οι πιο πάνω νομικές αρχές δεν τύγχαναν εφαρμογής στην περίπτωση εκείνη εφόσον οι εναγόμενοι δεν ήταν διάδικοι που έδρευαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά σε τρίτη χώρα και ότι εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο διατηρεί εξουσία να εφαρμόσει την αρχή του forum non conveniens  αν διαπιστώσει πως ο εναγόμενος είναι πλασματικός διάδικος και πως η διαφορά μεταξύ των διαδίκων δεν είναι πραγματική, παραπέμποντας σε απόσπασμα από τη Γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέως στην υπόθεση Owusu (ανωτέρω). Το Δικαστήριο δεν συμφώνησε με κανένα από τα δύο σκέλη της εισήγησης.   Συγκεκριμένα ανέφερε τα εξής:

 

«Το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά πόσο οι Ενάγοντες επικαλούνται καταχρηστικά τις πρόνοιες του ΕΚ1215/12 ακριβώς για να προσδώσουν δικαιοδοσία σε Δικαστήριο κράτους μέλους, όπως αναγνωρίστηκε μεταξύ άλλων στην υπόθεση του ΔΕΕ Reisch Montage AG v. Kiesel Baumaschinen GmbH, C-103/05, ημ. 13.7.06, και στην Αγγλική υπόθεση Sabbagh vKhoury (2017) EWCA Civ 1120 η οποία υιοθέτησε την υπόθεση Reisch Montage. Στα πλαίσια της παρούσας και σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί ότι υπήρξε καταχρηστική περίληψη των Εναγομένων 1 ως πλασματικού διαδίκου για να προσδώσει δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια.

Ούτε και το πρώτο σκέλος της εισήγησης με βρίσκει σύμφωνη. Θεωρώ πως από τη στιγμή που ο ΕΚ1215/12 τυγχάνει εφαρμογής για να προσδώσει δικαιοδοσία σε Δικαστήριο κράτους μέλους, τότε το εν λόγω Δικαστήριο αποκτά και αντλεί δικαιοδοσία δυνάμει του ΕΚ και οποιαδήποτε παρέκκλιση από αυτόν ισοδυναμεί με παράκαμψη εφαρμογής του και συνάμα άρνησης της ισχύος και αναγνώρισης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου του κράτους μέλους. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στην ίδια την απόφαση στην υπόθεση Owusu (ανωτέρω), στην οποία τονίστηκε η εφαρμογή της Σύμβασης στις περιπτώσεις που καλύπτονται από τις πρόνοιες της νοουμένου ότι αφορούν κράτος μέλος και επεκτείνονται σε τρίτο κράτος. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό:

 

«26 Ωστόσο, ο διεθνής χαρακτήρας της επίμαχης έννομης σχέσεως δεν πρέπει κατ' ανάγκην να απορρέει, για την εφαρμογή του άρθρου 2 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, από την εμπλοκή περισσοτέρων συμβαλλομένων κρατών λόγω της ουσίας της διαφοράς ή της αντίστοιχης κατοικίας των διαδίκων. Η εμπλοκή συμβαλλομένου κράτους και τρίτου κράτους, λόγω, π.χ., της κατοικίας του ενάγοντος και ενός εναγομένου στο πρώτο κράτος και της τελέσεως των επίμαχων πράξεων στο δεύτερο κράτος, είναι και αυτή ικανή να προσδώσει διεθνή χαρακτήρα στην επίμαχη έννομη σχέση. Συγκεκριμένα, η κατάσταση αυτή είναι ικανή να θέσει, στο συμβαλλόμενο κράτος, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, ζητήματα σχετικά με τον καθορισμό της διεθνούς δικαιοδοσίας των δικαστηρίων, που αποτελεί ακριβώς έναν από τους σκοπούς της Συμβάσεως των Βρυξελλών, όπως προκύπτει από την τρίτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της.

 

27 Το Δικαστήριο έχει ερμηνεύσει κατ' αυτόν τον τρόπο τους περιεχόμενους στη Σύμβαση των Βρυξελλών κανόνες διεθνούς δικαιοδοσίας σε περιπτώσεις που ο ενάγων είχε την κατοικία ή έδρα του σε τρίτο κράτος, ενώ ο εναγόμενος κατοικούσε στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους βλ. αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 1991, C-190/89, Rich, Συλλογή 1991, σ. Ι-3855· της 6ης Δεκεμβρίου 1994, C-406/92, Tatry, Συλλογή 1994, σ. Ι-5439, και Group Josi, προπαρατεθείσα, σκέψη 60).

 

28 Εξάλλου, οι σχετικοί με την αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία ή τη ρητή παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας κανόνες της Συμβάσεως των Βρυξελλών μπορούν, επίσης, να εφαρμοστούν σε έννομες σχέσεις στις οποίες εμπλέκονται μόνον ένα συμβαλλόμενο κράτος και ένα ή περισσότερα τρίτα κράτη. Τούτο ισχύει, όσον αφορά το άρθρο 16 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, σε περίπτωση διαφοράς σε υποθέσεις εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων ή μισθώσεων ακινήτων μεταξύ προσώπων τα οποία κατοικούν σε μη συμβαλλόμενο κράτος, η οποία αφορά ακίνητο που βρίσκεται σε συμβαλλόμενο κράτος, ή ακόμη, όσον αφορά το άρθρο 17 της Συμβάσεως των Βρυξελλών, στην περίπτωση που μια συμφωνία περί διεθνούς δικαιοδοσίας, που δεσμεύει τουλάχιστον ένα μέρος το οποίο έχει την κατοικία του σε μη συμβαλλόμενο κράτος, επιλέγει το δικαστήριο που βρίσκεται στο έδαφος συμβαλλομένου κράτους.

 

29 Ομοίως, καίτοι είναι αληθές, όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 142 έως 152 των προτάσεων του, ότι οι σχετικοί με την εκκρεμοδικία και τη συνάφεια ή με την αναγνώριση και την εκτέλεση κανόνες της Συμβάσεως των Βρυξελλών εφαρμόζονται, όπως προκύπτει σαφώς από τη διατύπωση τους, στις σχέσεις μεταξύ διαφορετικών συμβαλλομένων κρατών, εφόσον οι εν λόγω κανόνες αφορούν άλλοτε διαδικασίες που είναι εκκρεμείς ενώπιον δικαστηρίων διαφορετικών συμβαλλομένων κρατών και άλλοτε αποφάσεις εκδοθείσες από δικαστήρια συμβαλλομένου κράτους προς αναγνώριση και εκτέλεση σε άλλο συμβαλλόμενο κράτος, γεγονός παραμένει ότι οι διαφορές τις οποίες αφορούν οι επίμαχες διαδικασίες ή αποφάσεις μπορούν να έχουν διεθνή χαρακτήρα εμπλέκοντας ένα συμβαλλόμενο κράτος και ένα τρίτο κράτος και να έχουν προκαλέσει, για τον λόγο αυτό, την προσφυγή στον γενικό κανόνα διεθνούς δικαιοδοσίας που διατυπώνεται στο άρθρο 2 της Συμβάσεως των Βρυξελλών.

 

30 Στον ισχυρισμό ότι το ως άνω άρθρο 2 έχει εφαρμογή σε μια νομική κατάσταση στην οποία εμπλέκονται μόνον ένα συμβαλλόμενο κράτος και ένα ή περισσότερα μη συμβαλλόμενα κράτη, οι εναγόμενοι της κύριας δίκης και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αντέταξαν την αρχή ότι οι συνθήκες δεσμεύουν μόνον τα συμβαλλόμενα μέρη, δεδομένου ότι η Σύμβαση των Βρυξελλών δεν μπορεί να επιβάλει καμία υποχρέωση στα κράτη που δεν συμφώνησαν να δεσμεύονται από αυτήν.

 

31 Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι ο καθορισμός του δικαστηρίου ενός συμβαλλομένου κράτους ως δικαστηρίου έχοντος διεθνή δικαιοδοσία, λόγω του ότι ο εναγόμενος έχει την κατοικία του στο έδαφος του εν λόγω κράτους, ακόμη και επί διαφοράς που συνδέεται, τουλάχιστον εν μέρει, λόγω του αντικειμένου της ή της κατοικίας του ενάγοντος, με τρίτο κράτος δεν είναι ικανός να επιβάλει υποχρέωση στο τελευταίο κράτος. …

 

35 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι το άρθρο 2 της Συμβάσεως των Βρυξελλών εφαρμόζεται σε κατάσταση όπως αυτή της υποθέσεως της κύριας δίκης, που καλύπτει τις σχέσεις μεταξύ των δικαστηρίων ενός και μόνο συμβαλλομένου κράτους και εκείνων ενός μη συμβαλλομένου κράτους και όχι τις σχέσεις μεταξύ των δικαστηρίων περισσοτέρων συμβαλλομένων κρατών.»

(η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)

 

Άλλωστε στον ίδιο τον Κανονισμό περιλαμβάνονται πρόνοιες, και συγκεκριμένα τα άρθρα 33 και 34, που παρέχουν εξουσία στο Δικαστήριο κράτους μέλους να αναστείλει την ενώπιον του διαδικασία ενόσω εκκρεμεί διαδικασία σε τρίτο κράτος. Η ύπαρξη τέτοιων προνοιών επιβεβαιώνει πως ο Κανονισμός καλύπτει όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο κράτους μέλους αποκτά δικαιοδοσία, ανεξαρτήτως του κατά πόσον τίθεται ζήτημα δικαιοδοσίας και Δικαστηρίου άλλου κράτους μέλους ή τρίτου κράτους.

 

Επομένως, σύμφωνα με τις πιο πάνω νομικές αρχές, το Δικαστήριο καταλήγει πως από τη στιγμή που αντλεί διεθνή δικαιοδοσία σύμφωνα με το άρθρο 4(1) του ΕΚ1215/12, τότε δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής forum non conveniens, ακόμα και αναφορικά με τρίτα κράτη. Τέτοια προσέγγιση θα ξέφευγε του σκοπού και του πλαισίου εφαρμογής του ΕΚ και συνάμα θα συνιστούσε άρνηση της εφαρμογής του στον βαθμό που ισχύει για να προσδώσει δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια».

 

Τα πιο πάνω ισχύουν κατ’ αναλογίαν και εδώ αφού εν προκειμένω έχει ήδη αποτελέσει διαπίστωση μου ότι η Καθ’ ης η αίτηση έχει καταδείξει για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας ικανά στοιχεία που δικαιολογούν τη συμπερίληψη των εναγομένων 1 και 2 στην αγωγή οι οποίοι έχουν έδρα διαμονή στη Δημοκρατία, και τούτο ανεξαρτήτως του ότι ως υπέδειξε και η έντιμη Δ. Ε. Εφραίμ (Π.Ε.Δ ως ήταν τότε) «…το Δικαστήριο περιορίζεται στην εξέταση του ζητήματος στα πλαίσια και για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, ενώ το ζήτημα ενδεχομένως να αποτελέσει αντικείμενο ενασχόλησης κατά την εξέταση της ουσίας της επίδικης διαφοράς, καθότι ζήτημα καταχρηστικής περίληψης των Εναγομένων 1 και ή έλλειψης δικαιοδοσίας δύναται να κριθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας».

 

Δεδομένου λοιπόν του ότι έχω ικανοποιηθεί περί της ύπαρξης δικαιοδοσίας στη βάση του Κανονισμού ΕΚ1215/12 και δη του άρθρου 4(1) αυτού, το γεγονός ότι δικαιοδοσία διαφαίνεται να υπάρχει ή δυνατόν να υπάρχει και για τρίτο κράτος δεν διαφοροποιεί τα πράγματα, αφού ως υπέδειξε και η Έντιμη Δ. Ε. Εφραίμ (Π.Ε.Δ ως ήταν τότε) από τη στιγμή που ο ΕΚ1215/12 τυγχάνει εφαρμογής για να προσδώσει δικαιοδοσία σε Δικαστήριο κράτους μέλους, τότε το εν λόγω Δικαστήριο αποκτά και αντλεί δικαιοδοσία δυνάμει του ΕΚ και οποιαδήποτε παρέκκλιση από αυτόν για λόγους άλλους από αυτούς που εκεί προβλέπονται ισοδυναμεί με παράκαμψη εφαρμογής του και συνάμα άρνησης της ισχύος και αναγνώρισης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου του κράτους μέλους. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου, ως επίσης υπέδειξε, βρίσκει έρεισμα στην ίδια την απόφαση στην υπόθεση Owusu (ανωτέρω), στην οποία τονίστηκε η εφαρμογή της Σύμβασης στις περιπτώσεις που καλύπτονται από τις πρόνοιες της νοουμένου ότι αφορούν κράτος μέλος και επεκτείνονται σε τρίτο κράτος.

 

Επομένως θεωρώ πως το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της παρούσας και δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής στο πλαίσιο της παρούσας των αρχών του forum conveniens.  Υπό το φως της ανωτέρω κατάληξης μου παρέλκει η ανάγκη εξέτασης στο πλαίσιο αυτό του ζητήματος που αφορά το ότι η εναγόμενη 3 δεν καταχώρησε εμφάνιση υπό διαμαρτυρία.

 

Τρίτος Αξονας

 

Με τον τρίτο άξονα επικαλούνται οι Αιτητές πως θα πρέπει να ανασταλεί η διαδικασία μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής 2478/21 στο πλαίσιο της οποίας θα αποσαφηνιστεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Inteco που αποτελεί επίδικο ζήτημα στην παρούσα.  Ούτε αυτή η εισήγηση με βρίσκει σύμφωνη αφού εάν τυχόν και υπάρχουν κοινά ζητήματα με την αγωγή 2478/21 τα οποία είναι πρόσφορο να συνεκδικαστούν υπάρχουν κατάλληλες διαδικασίες που μπορεί να χρησιμοποιηθούν χωρίς να χρειάζεται να ανασταλεί η παρούσα στο σύνολο της.

 

 

Καθυστέρηση στην προώθηση

 

Ως προς την εισήγηση πως η Καθ’ η η αίτηση δεν προωθεί την αξίωση της αφού δεν καταχωρήθηκε ακόμα η Έκθεση Απαίτησης σημειώνω πως πράγματι φαίνεται να μην έχει καταχωρηθεί ακόμα η Έκθεση Απαίτησης, όμως με δεδομένο το περιεχόμενο της παρούσας αίτησης που εκκρεμούσε προς εκδίκαση και με την οποία ζητείτο η διαγραφή της απαίτησης και όλων των μέτρων ουσιαστικά που λήφθηκαν έως τώρα, δεν θεωρώ ότι υπό αυτές τις περιστάσεις η μη καταχώρηση Έκθεσης Απαίτησης θα πρέπει να αποτελέσει λόγο για να έχει η παρούσα διαφορετική κατάληξη.  Ειδικά ενόψει της κατάληξης του Δικαστηρίου επί των λοιπών ζητημάτων.   Αναμένεται όμως πως μετά και από την έκδοση της παρούσας η Καθ΄ ης η αίτηση θα προωθήσει τάχιστα την υπόθεση, με τους Αιτητές να έχουν πάντοτε στη διάθεση τους σχετικά δικονομικά μέτρα που μπορούν να λάβουν εάν και εφόσον θεωρούν πως η προώθηση της απαίτησης καθυστερεί αναιτιολόγητα.

 

Κατάληξη

 

Τα πιο πάνω δεν αφήνουν περιθώριο άλλης κατάληξης παρά την απόρριψη της αίτησης η οποία και απορρίπτεται.  Τα έξοδα δεν βλέπω λόγο γιατί να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και συνεπώς αυτά επιδικάζονται υπέρ της Καθ’ ης η αίτηση και εναντίον των Αιτητών ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.  

 

 

 

                                                                                                ……………………………………..

                                                                                                       Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ.

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any endorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action»

[2] «3. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.»

[3] Βλ . επίσης Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) (1998) 1Γ Α.Α.Δ 1338, Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. ν. Alpha Bank Ltd πρώην Lombard Natwest Bank Ltd (2003) 1Β Α.Α.Δ. 990


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο