Μ. Κ. ν. Σ. Δ., Αρ. Αγωγής: 1107/25, 5/12/2025
print
Τίτλος:
Μ. Κ. ν. Σ. Δ., Αρ. Αγωγής: 1107/25, 5/12/2025
Μ. Κ. ν. Σ. Δ., Αρ. Αγωγής: 1107/25, 5/12/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 1107/25

 

Μεταξύ:

Μ. Κ.

Ενάγουσας

και

 

Σ. Δ.

Εναγόμενου

----------------------------------------------

Αίτηση ημερ. 25.7.25 για προσωρινά διατάγματα

 

Ημερομηνία: 5 Δεκεμβρίου 2025

 

Εμφανίσεις:

Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κ. Γ. Αγγελίδης, για Π. Αγγελίδης και Σια Δ.Ε.Π.Ε.

Για τον Εναγόμενο/Καθ’ ου η αίτηση: κ. Λ. Βραχίμης, για Ελένη Βραχίμη & Σια Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Εισαγωγή

Στις 25.7.25 η Ενάγουσα/Αιτήτρια (στο εξής καλούμενη «η Αιτήτρια»), καταχώρησε την παρούσα αγωγή με την οποία αιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον στον Εναγόμενο/Καθ’ ου η αίτηση (στο εξής καλούμενο «ο Καθ’ ου η αίτηση») να παρενοχλεί και/ή να επιδίδεται σε απρεπή συμπεριφορά εναντίον της Αιτήτριας και/ή και να ενοχλεί και/ή να επεμβαίνει στην ακεραιότητα και ησυχία της καθώς και διάταγμα απαγορεύον στον Καθ’ ου η αίτηση να παρενοχλεί, παρακολουθεί και/ή εκφοβίζει την Αιτήτρια και/ή να επισκέπτεται και να εισέρχεται στο ακίνητο που περιγράφεται στην Αίτηση και που στο εξής θα αναφέρεται ως «η Οικία».

 

Περιπλέον αιτείται και γενικές και/ή ονομαστικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και/ή ιδιωτική οχληρία στην «Οικία» στην οποία διαμένει και/ή την οποία κατέχει αποκλειστικά η Αιτήτρια αλλά και αποζημιώσεις για το αστικό αδίκημα της επίθεσης και/ή λόγω πρόκλησης σωματικής βλάβης, γενόμενης στις 18.07.2025.  Περαιτέρω αιτείται και γενικές αποζημιώσεις για ψυχική βλάβη και/ή οδύνη και/ή ανησυχία και/ή αγωνία και/ή για τη ζημιά και/ή βλάβη που προκλήθηκε συνεπεία παρενόχλησης και/ή παρενοχλητικής συμπεριφοράς καθώς και τιμωρητικές ή και παραδειγματικές αποζημιώσεις.

 

Την ίδια μέρα καταχώρησε και την υπό εξέταση αίτηση (μονομερώς) με την οποία εξαιτείτο ως ακολούθως:

 

« Α.   Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον στον εναγόμενο και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες του να επεμβαίνει και/ή να κατέχει και/ή να εισέρχεται και/ή να διαμένει και/ή να χρησιμοποιεί με οιονδήποτε τρόπο την οικία ή μέρος αυτής που βρίσκεται επί του ακινήτου με αρ. εγγρ. 0/[ ] Φ/Σχ 21/61W1, Τμ. 5, Τεμ. [ ] στην οδό [ ] 9, [ ], [ ] στο Στρόβολο, Λευκωσία.

Β. Διάταγμα  του  Δικαστηρίου  το  οποίο  να  διατάζει  τον  εναγόμενο  και/ή  τους υπαλλήλους  και/ή  αντιπροσώπους  και/ή  υπηρέτες  του  όπως  παύσει  να επεμβαίνει με οιονδήποτε τρόπο την οικία ή μέρος αυτής που βρίσκεται επί του ακινήτου με αρ. εγγρ. 0/[ ] Φ/Σχ 21/61W1, Τμ. 5, Τεμ. [ ] στην οδό [ ] 9, [ ], [ ]  στο Στρόβολο, Λευκωσία.

Γ.  Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στον Εναγόμενο όπως προσεγγίζει, πλησιάζει και/ή άλλως πως ευρίσκεται εντός πεδίου 300 μέτρων από το ακίνητο / σπίτι με αρ. εγγρ. 0/[ ] Φ/Σχ 21/61W1, Τμ. 5, Τεμ. [ ] στην οδό [ ] 9, [ ],  [ ] στο Στρόβολο, Λευκωσία.

Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στον Εναγόμενο όπως επικοινωνεί, είτε γραπτώς είτε προφορικώς την Ενάγουσα και/ή προσεγγίζει και/ή ευρίσκεται εντός πεδίου 300(διακοσίων) μέτρων την Ενάγουσα και/ή παρενοχλεί και/ή απειλεί και/ή εν γένει ενοχλεί την Ενάγουσα μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας Αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρα διαταγή του Δικαστηρίου.

Ε. Οποιαδήποτε περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις.

ΣΤ. Έξοδα πλέον ΦΠΑ, πλέον έξοδα.»

 

Αφού η Αιτήτρια περιόρισε την μονομερή αξίωση της στα διατάγματα Γ και Δ ανωτέρω[1], το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) που επιλήφθηκε της υπόθεσης εξέδωσε μονομερώς διατάγματα ως ακολούθως:

 

« (Α) Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου που απαγορεύει στον Εναγόμενο, από το να πλησιάζει σε απόσταση μικρότερη των 25 μέτρων, το Ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/[ ], Φ/Σχ 21/61W1,Τμήμα 5,Τεμάχιο [ ], που βρίσκεται στην οδό  [ ] 9,  [ ]  [ ],  Στρόβολος μέχρι  την  εκδίκαση και  αποπεράτωση της Απαίτησης ή μέχρι νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου.

(Β) Προσωρινό Διάταγμα το Δικαστηρίου που απαγορεύει στον Εναγόμενο, από το να επικοινωνεί είτε γραπτώς είτε προφορικώς με την Ενάγουσα και που απαγορεύει στον Εναγόμενο από το να την πλησιάζει την Ενάγουσα σε απόσταση μικρότερη των 25 μέτρων, μέχρι την εκδίκαση και αποπεράτωση της Απαίτησης ή μέχρι νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου».

 

Η Αίτηση

Η Αίτηση ως αναφέρεται στη νομική βάση αυτής στηρίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60, άρθρο 32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, Άρθρα 4, 5, 7 και 9, στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ.148, άρθρα 2, 3, 12, 13, 26, 43, 44, 46, 51 στον περί της Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική Παρακολούθηση Νόμο του 2021 (114(I)/2021), άρθρα 2, 7, 8 και 10, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023, Μέρος 23, Κανονισμοί 2, 4, 6,8, 9 και 13 και Μέρος 25, Κανονισμοί 1, 2, 3, 6, 7, στο αξίωμα quia timet, στο Δίκαιο της Επιείκειας, στις αρχές του Κοινού Δικαίου, στις Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

 

Υποστηρίζεται από δύο Ε/Δ της ίδιας της Αιτήτριας (η μια αφορά το ζήτημα του κατεπείγοντος) και μία του συντρόφου της Κ.Μ. (στο εξής καλούμενος «ο Κ.Μ.»).

 

Στην Ε/Δ της η Αιτήτρια αναφέρεται στο γάμο της με τον Καθ’ ου η αίτηση στις 8.9.2002, στα δύο παιδιά που απέκτησαν μαζί, ηλικίας 22 και 17 ετών (κατά τον χρόνο υποβολής της Αίτησης[2]), στο ότι διέμεναν μαζί στην Οικία μέχρι τις 31.12.2020, ότι ο Καθ΄ ου η Αίτηση έφυγε οικειοθελώς από την Οικία την 1.1.21, ότι από τον Οκτώβριο του 2020 ζούσαν σε διάσταση κάτω από την ίδια στέγη και κοιμούνταν σε χωριστά δωμάτια και ότι αφότου έφυγε διέμενε σε δικό του χώρο, χωρίς ωστόσο να τους αποκαλύψει πού ενώ τα τελευταία χρόνια εκ των επισκέψεων των παιδιών του διαπιστώθηκε πως διαμένει σε ένα εκ των γραφείων όπου στεγάζεται το δικηγορικό του γραφείο.

 

Αναφέρει επίσης ότι έφυγε οικειοθελώς εξ ου και πήρε μαζί του τα προσωπικά του αντικείμενα καθώς και αντικείμενα της Αιτήτριας αλλά και χρήματα που βρίσκονταν σε χρηματοκιβώτιο και ανήκαν και στους δύο χωρίς τη συγκατάθεση της, ότι ήταν σαφές ότι η ίδια θα διέμενε στην Οικία, εξ ου και εκδόθηκε διάταγμα κοινή συναινέσει στο Οικογενειακό Δικαστήριο (βλ. Τεκμήριο 1), δυνάμει του οποίου ο χώρος διαμονής του ανήλικου υιού τους καθορίστηκε ως ο εκάστοτε χώρος διαμονής της Αιτήτριας, που ήταν πάντα η εν λόγω Οικία.

 

Αναφέρεται στις συνθήκες που επικρατούσαν κατά τον χρόνο της διάστασης τους και δη πως κοιμούνταν σε ξεχωριστά δωμάτια, πως η Αιτήτρια κλείδωνε την πόρτα για να τον αποτρέψει από του να μπει μέσα κάτι που δεν επιτύγχανε πάντα, αφού σε κάποιες περιπτώσεις έμπαινε μέσα με δεύτερο κλειδί οπόταν η ίδια αναγκαζόταν να αποταθεί τηλεφωνικώς προς τη μητέρα της, ότι σε κάποια περίπτωση άσκησε βία έναντι της, στην παρουσία της θυγατέρας της, στο ότι η συμπεριφορά του επιδεινώθηκε όταν του ανακοίνωσε πως ήθελε διαζύγιο με αποτέλεσμα να την εξυβρίζει («πουτάνα» και «σκρόφα») και να της φτύνει μπροστά στα παιδιά ή στο φαγητό της και άλλες φορές την καλούσε να έρθει σε σεξουαλική επαφή μαζί του για τελευταία φορά «για αποχαιρετιστήριο» όπως της έλεγε. Αναφέρει επίσης ότι στις 3.12.20 τη βίασε ζήτημα για το οποίο ασκήθηκε ποινική δίωξη, από την οποία αθωώθηκε ο Καθ’ ου η Αίτηση για λόγους που δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει και παρά το ότι ο ίδιος κρίθηκε από το Δικαστήριο αναξιόπιστος ενώ ως προς το κείμενο της απόφασης αναφέρει τους λόγους για τους οποίους δεν το είχε στην κατοχή της για να το επισυνάψει και αφορούν ουσιαστικά την απουσία του συνηγόρου της Δημοκρατίας που χειριζόταν την υπόθεση.

 

Επίσης αναφέρει ότι με τον Καθ’ ου η αίτηση είναι συνιδιοκτήτες κατά ίσα μερίδια τόσο στην Οικία όσο και στα γραφεία αλλά και σε χωράφι στη Δευτερά, ότι ο γάμος τους λύθηκε στις 10.4.24, με λόγο τη μοιχεία που αφορούσε την ίδια, κάτι με το οποίο διαφωνεί αφού ο δικηγόρος της, χωρίς η ίδια να συναινεί, αποδέχθηκε τον συγκεκριμένο λόγο ως λόγο διαζυγίου έτσι ώστε να εκδοθεί γρήγορα το διαζύγιο και να απαλλαγεί από αυτόν. Αναφέρεται στο ότι και οι δύο προχώρησαν με τις ζωές τους, δημιουργώντας νέες σχέσεις, ότι ένεκα της επιδεινωμένης κατάστασης των σχέσεων τους καταχώρησε εναντίον του την αγωγή [ ]/21 με την οποία ζητούσε διάφορα διατάγματα ακριβώς γιατί φοβόταν (και εξακολουθεί να φοβάται, ενόψει και των νέων εξελίξεων που αναφέρει πιο κάτω) να έρχεται ο Καθ΄ ου η αίτηση σε επαφή μαζί της, αφού πρόκειται για ένα άτομο κακό, βίαιο, αδίστακτο, ραδιούργο, δολοπλόκο και απατεώνα και προς τούτο επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρει στην Ε/Δ δήλωση της ημερ. 12.05.2021 και ιδιαίτερα το ότι της κατήγγελλε ψευδώς, την εξύβριζε όπως και την οικογένεια της και την παρακολουθούσε. Ιδίως επαναλαμβάνει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση μετά τον χωρισμό τους την κατηγορούσε συνεχώς για διάφορα κατ’ ισχυρισμόν αδικήματα τα οποία επινοούσε, ότι έβριζε τόσο την ίδια όσο και την οικογένεια της στα παιδιά της, ότι ρύθμισε το κινητό της και το GPS της για να γνωρίζει που είναι και να μαθαίνει το περιεχόμενο των συνδιαλέξεων της και ότι την παρακολουθούσε.

 

Περιπλέον αναφέρεται στα δικόγραφα της προαναφερθείσας αγωγής, τα οποία επισυνάπτει συμπεριλαμβανομένης και της υπεράσπισης και ανταπαίτησης που καταχώρησε ο Καθ’ ου η αίτηση και εν συνεχεία αναφέρει ότι στο πλαίσιο ενδιάμεσης αίτησης εκδόθηκαν απαγορευτικά διατάγματα με τα οποία απαγορευόταν στον Καθ’ ου η Αίτηση να την ακολουθεί ή να την παρακολουθεί μέχρι την εκδίκασεως της αγωγής, διάταγμα το οποίο του επεδόθη στις 20.07.2021, και με το οποίο ακυρώθηκε και αντικαταστάθηκε το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα, ημερ. 12.05.2021 (βλ. Τεκμήριο 12). Επίσης ισχυρίζεται ότι παρά την επίδοση του εν λόγω διατάγματος ημερ. 30.06.21, ο Καθ’ ου η αίτηση συνέχισε να την παρακολουθεί και να την ακολουθεί μέχρι έξω από το σπίτι της, ότι είχε απαιτήσεις σε σχέση με το σπίτι, ότι πρόβαλε απαίτηση για αποζημιώσεις στη βάση ισχυριζόμενου αποκλεισμού του δικαιώματος του να διαμένει στο σπίτι (κάτι το οποίο ανταπαιτεί μέσω του δικογράφου που καταχώρησε στην αγωγή [ ]/2021), παρά το ότι ο ίδιος είχε αποχωρήσει οικειοθελώς την 01.01.21.

 

Ως προς τα περιστατικά αναφέρει πως αυτά ήταν τόσα πολλά που δεν μπορεί να τα θυμηθεί όλα με ακρίβεια, ότι εξάλλου το κύριο παράπονο της επί του οποίου στηρίζει κατά κύριο λόγο την παρούσα αγωγή και την επίδικη Αίτηση έλαβε χώρα λίγες μέρες πριν την καταχώρηση της αίτησης και μετά την έκδοσης της αθωωτικής απόφασης του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας στην ποινική υπόθεση αρ.  [ ]/2022. Επί τούτου αναφέρει ότι ενώ μέχρι πρόσφατα ο Καθ΄ ου η αίτηση δεν προσπαθούσε να εισέλθει στο σπίτι, αυτό άρχισε να γίνεται μετά την έκδοση της απόφασης του Κακουργιοδικείου στις 16.07.2025, ότι δεν εμβαθύνει περισσότερο στα εκατέρωθεν περιουσιακά δικαιώματα τους αφού η αγωγή δεν εγείρεται για να καθοριστούν τούτα, αλλά σχετίζεται με την παράνομη επέμβαση στην Οικία που διαμένει τα τελευταία χρόνια, μετά από τη διάσταση τους αλλά και τα περιστατικά σωματικής, λεκτικής και ψυχολογικής επίθεσης που δέχεται από αυτόν μετά από τον χωρισμό τους, εξαιρουμένων φυσικά αυτών που αφορούν στην αγωγή αρ. [ ]/2021 (συμπεριλαμβανομένης της αίτησης ημερ 12.05.21 και του προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος ημερ. 30.06.21). Επισημαίνει δε ότι όλα τα περιστατικά τα οποία αναφέρονται πιο πάνω αλλά και όσα περιγράφει στη συνέχεια έλαβαν χώρα καθ’ ον χρόνο βρίσκεται σε ισχύ το διάταγμα ημερ. 30.06.21, το οποίο ο Καθ’ ου η αίτηση ηθελημένα παραγνωρίζει και παρακούει.

 

Περαιτέρω αναφέρεται στα γεγονότα της 16.7.25, ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του κακουργιοδικείου, στην επίδοση προς την ίδια επιστολής μέσω επιδότη ενώ έβγαινε από το κομμωτήριο της, ότι με αυτήν ο Καθ’ ου η αίτηση την καλούσε όπως του παραχωρήσει κλειδί της κατοικίας εντός 24 ωρών από την λήψη της εν λόγω επιστολής και ότι ήταν ουσιαστικά τελεσίγραφο και ότι σε απάντηση της εν λόγω επιστολής, η ίδια απέστειλε απαντητική επιστολή μέσω του δικηγόρου της Ν.Θ. (βλ. Τεκμήριο 14) με την οποία απέρριψε το κάλεσμα του για παράδοση των κλειδιών.

 

Αναφέρεται και στα γεγονότα της 17.7.25, τη συνάντηση της με τα παιδιά και το σύντροφο της στην εκκλησία, στο ότι η κόρη της όταν πήγε στην εκκλησία ήταν πάρα πολύ αναστατωμένη, ότι της ζήτησε να μεταβούν γρήγορα στην Οικία γιατί θεωρούσε ότι θα γινόταν μεγάλο κακό αφού ως έμαθε αργότερα ο Καθ’ ου η αίτηση την είχε πάρει τηλέφωνο και της είχε πει με απειλητικές διαθέσεις «Απόψε θα γίνει μεγάλο πάρτι» και «Κατίσση της μάνας σου», ότι όταν έφτασαν αντίκρισαν τον Καθ΄ ου η αίτηση μαζί με όλο του το σόι, έναν κλειδαρά και τον δικηγόρο του, ότι η ίδια έπαθε πανικό, ότι αναγκάστηκε να παρκάρει το αυτοκίνητο της έξω από το σπίτι, στο πεζοδρόμιο, καθώς το αυτοκίνητο του Καθ’ ου η αίτηση ήταν σταθμευμένο στο γκαράζ της οικίας, ότι ακολούθως, μπαίνοντας μέσα στο σπίτι είδε τον κλειδαρά να κρατά την πόρτα που οδηγεί στο εσωτερικό του σπιτιού μέσω του γκαράζ, την οποία παραβίασε, αφαιρώντας τους μεντεσέδες πράγμα που έγινε με απαίτηση του Καθ’ ου η αίτηση και χωρίς γνώση ή συγκατάθεση της και ότι μπαίνοντας στο σπίτι, ήρθε αντιμέτωπη με τον Καθ’ ου η αίτηση ο οποίος με το που την είδε άρχισε να της φωνάζει «Ήρθα στο σπίτι μου!» και «Θα κοιμηθώ στο κρεβάτι μου!», και ξεκίνησε να αρπάζει όλα τα κλειδιά που εντόπιζε μεταξύ αυτών και τα κλειδιά της κύριας εισόδου, και φώναζε και πάλι εκφοβιστικά και σε πολύ κοντινή απόσταση για να την τρομοκρατήσει ότι «Είναι το σπίτι μου!» και ότι «Θα κοιμηθώ στο κρεβάτι μου!».

 

Ακολούθως περιγράφει τις ενέργειες του, ότι δηλαδή αυτός άνοιξε την κύρια είσοδο και φώναξε στο σόι του να εισέλθει εντός της κατοικίας, ότι η ίδια κάλεσε την Αστυνομία και κατήγγελλε τον Καθ΄ ου η αίτηση και τους παρευρισκόμενους για παράνομη κατάληψη της οικίας της και για είσοδο χωρίς τη συγκατάθεση της, ενώ παράλληλα τηλεφωνούσε των γονέων της να έρθουν, καθώς επίσης τηλεφώνησε και στον σύντροφο της οι οποίοι όμως δεν ήρθαν αμέσως, λόγω απόστασης, ότι και η Αστυνομία κατέφθασε μετά από λίγη ώρα, ότι αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο Καθ’ ου η αίτηση να ξεκινήσει να ουρλιάζει να ωρύεται, μπροστά σε όλους, ότι οι συγγενείς του Εναγόμενου έκαναν κατάληψη της κατοικίας της, με κάποιους εξ αυτών να βρίσκονται μέσα και κάποιους έξω και ότι ο δικηγόρος του δεν έδειξε κάποια ανταπόκριση στο κάλεσμα της για βοήθεια, ενώ παράλληλα ο Καθ’ ου η αίτηση συνεχώς ερχόταν κοντά της και της φώναζε μέσα στα μούτρα μου ότι «Είμαι στο σπίτι μου!» και «Θα κοιμηθώ στο κρεβάτι μου!» και ότι από το όλο επεισόδιο έπαθε κρίση πανικού, μπέρδευε τα λόγια της και δεν μπορούσε να ανταποκριθεί, ενώ εν τέλει λόγω της κρίσης πανικού απώλεσε τις αισθήσεις της, λιποθύμησε και έπεσε πάνω στο πεζοδρόμιο.  Όταν επανάκτησε τις αισθήσεις της, με την βοήθεια των αστυνομικών, είδε ότι στον χώρο ήταν η μητέρα της και ο πατέρας της, αλλά λόγω του ότι ήταν σε πανικό δεν μπορούσε να αντιληφθεί πλήρως το τι λάμβανε χώρα.

 

Ακόμα αναφέρει ότι αστυνομία της ανέφερε ότι δεν μπορούσε να κάνει κάτι για την κατάληψη που λάμβανε χώρα εντός της οικίας της γιατί ο Καθ’ ου η αίτηση είναι συνιδιοκτήτης, ότι η αστυνομία δεν είχε υπόψη της το απαγορευτικό διάταγμα ημερ. 30.06.21, αφού ούτε ο Καθ’ ου η αίτηση ανέφερε την ύπαρξη του, ότι ούτε η ίδια ήταν σε κατάσταση να θυμηθεί την ύπαρξη του, η δε κόρη της όμως είχε δήλωσε ρητά στην Αστυνομία ότι δεν ήθελε τον Καθ’ ου η αίτηση να μένει στο σπίτι.  Στο μεταξύ σύμφωνα πάντα με την ομνύουσα οι συγγενείς του Καθ’ ου η αίτηση είχαν καθίσει στο σαλόνι της και έτρωγαν σουβλάκια τα οποία είχαν παραγγείλει, κάποιοι κάπνιζαν μέσα στο σπίτι και έπιναν μπίρες ενώ παράλληλα ο δικηγόρος του Καθ’ ου η αίτηση, κρατούσε ένα laptop και κατέγραφε διάφορα πράγματα, ο ίδιος δε ο Καθ’ ου η αίτηση ήθελε να πάει στο κρεβάτι της στο υπνοδωμάτιο της να κοιμηθεί. Η ίδια απαιτούσε να αποχωρήσει, αλλά δεν την λάμβανε υπόψη, ενώ ο γιος της του είπε ότι δεν μπορεί να κοιμηθεί μαζί της και να πάνε να κοιμηθούν στο δωμάτιο του.

 

Όπως περαιτέρω αναφέρει σε κάποια φάση μεταφέρθηκαν μαζί με τον σύντροφο της και την οικογένεια της στο χώρο της κουζίνας, ότι ο Καθ’ ου η αίτηση ήρθε στον χώρο της κουζίνας και άρχισε να κτυπά με βία την πόρτα, η οποία είναι κυρίως γυάλινη, ότι όλοι τρόμαξαν από τη βίαιη συμπεριφορά του και φοβόντουσαν ότι θα σπάσει την πόρτα και ότι ο σύντροφος της τότε κάλεσε την Αστυνομία, η οποία είχε αποχωρήσει από το τον χώρο, για να καταγγείλει το περιστατικό και τη βίαιη συμπεριφορά του.

 

Τελικά αναφέρει ότι η ώρα 12:00 τα μεσάνυκτα αποχώρησαν οι συγγενείς του Καθ’ ου η αίτηση, ότι ο δικηγόρος του Καθ’ ου η αίτηση κρύφτηκε στο σαλόνι, έκατσε σ’ ένα καναπέ στον οποίο δεν είχαν οπτική επαφή και εξακολουθούσε να γράφει διάφορα πράγματα, ότι ο Καθ’ ου η αίτηση δεν έφυγε αλλά πήγε μαζί με τον γιο τους να κοιμηθούν στο κρεβάτι του και η ίδια παρέμεινε στο υπνοδωμάτιο της μαζί με τον σύντροφο της, εφόσον φοβόταν ότι ο Καθ’ ου η αίτηση θα προσπαθούσε να εισέλθει παράνομα στον υπνοδωμάτιο εάν ήταν μόνη της.

 

Εν τέλει αναφέρει ότι το πρωί της 18.7.25 ο Καθ’ ου η αίτηση έφυγε και πήρε τον γιό τους στον στρατό, ότι ο σύντροφος της πήγε στη δουλειά, ότι ο Καθ΄ ου η αίτηση επέστρεψε στο σπίτι μετά που πήρε τον γιό τους στον στρατό, ότι η ίδια δεν το είχε καταλάβει, και το αντελήφθη μόνο όταν άνοιξε την πόρτα του υπνοδωματίου της και τον είδε να τρέχει στον διάδρομο οπόταν η ίδια τρόμαξε ενώ στη συνέχεια, ο Καθ’ ου η αίτηση επέστρεψε μαζί με κλειδαρά για να φτιάξει την πόρτα που είχε ξηλωθεί την προηγούμενη μέρα, ότι μόλις την είδε ο Καθ’ ου η αίτηση τα μάτια του γυάλισαν, ότι η ίδια ξεκίνησε να ανεβαίνει τη σκάλα, ότι αυτός την ακολούθησε και την άρπαξε.  Ότι κατάφερε να ξεφύγει με ελιγμούς και επιχείρησε να μπει στο υπνοδωμάτιο και να κλειδώσει την πόρτα και ότι στην προσπάθεια της αυτή, ο Καθ’ ου η αίτηση πρόλαβε να την αρπάξει από το χέρι και την τραβούσε με πάρα πολλή δύναμη και η ίδια προσπαθούσε να φύγει από το κράτημα του και παράλληλα προσπαθούσε να κλείσει την πόρτα, με αποτέλεσμα, να κλειστεί βίαια το χέρι της στην πόρτα, κάτι που της δημιούργησε μελανιές. Αναφέρει ότι ξεκίνησε να φωνάζει από τον πόνο και ζητούσε φωνακτά βοήθεια και την ίδια ώρα άκουσε τον κλειδαρά να φωνάζει στον Καθ’ ου η αίτηση «Σ., έλα κάτω. Δεν ήρτα δαμαί για να θωρώ τούτα τα πράματα» και ο Καθ’ ου η αίτηση προφανώς φοβήθηκε και κατέβηκε κάτω.

 

Μετά από το περιστατικό αυτό, αναφέρει ότι η ίδια κλείστηκε στο δωμάτιο και μίλησε τηλεφωνικώς με τον σύντροφο της, ότι του ζήτησε να μεταβεί στην Οικία και μόνο όταν ήρθε ένιωσε ασφαλής να κατεβεί κάτω, ότι μπαίνοντας μέσα άρχισε να λέει στην ίδια να καλέσει την Αστυνομία, ότι στο άκουσμα της ο Καθ’ ου η αίτηση τράπηκε σε φυγή ενώ όταν έφτασε αστυνομικός στην Οικία και είδε το χέρι της τραυματισμένο, της είπε ότι θα πρέπει να βγει διάταγμα για να μην την πλησιάζει ο Καθ’ ου η αίτηση και να μην εισέρχεται στο σπίτι και της παρέδωσε έγγραφο με τίτλο «Ιατρική Βεβαίωση» που στην ουσία πρόκειται για παραπεμπτικό, σε γιατρό για εξέταση του τραυματισμού (βλ. Τεκμήριο 15).

 

Στη συνέχεια αναφέρει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση πήρε τηλέφωνο την κόρη της και της είπε ότι θα κάνει καταγγελία εναντίον του συντρόφου της Αιτήτριας ότι τον κτύπησε, κάτι το οποίο ήταν ψέμα ότι η ίδια πήγε στην αστυνομία όπου της είπαν ότι θα πρέπει να βγει διάταγμα που να απαγορεύει στον Καθ’ ου η αίτηση να εισέρχεται στο σπίτι και να την πλησιάζει, ότι την ίδια νύκτα ο Καθ’ ου η αίτηση μιλούσε στον γιο της στο τηλέφωνο και του έλεγε διάφορους τρόπους για να λύσουν τις περιουσιακές τους διαφορές, ότι αφού αντιλήφθηκε ότι η ίδια ήταν εκεί, της είπε ότι για να μην καταγγείλει τον σύντροφο της θα έπρεπε να κάνουν έγγραφα, γραπτώς για να «ππέσουν υπογραφές για τα περιουσιακά» που, ως η Αιτήτρια υποστηρίζει, είναι το κύριο μέλημα του και ο λόγος που επιδεικνύει αυτές τις συμπεριφορές. Η ίδια του είπε να το κάνουν την Τρίτη, γιατί ήθελε κερδίσει χρόνο για να προλάβει να συμβουλευτεί δικηγόρο, πριν κάνουν οτιδήποτε αφού δεν είχε την οποιαδήποτε πρόθεση να δεχθεί οτιδήποτε σε σχέση με την επίλυση των περιουσιακών τους διαφορών, πριν συμβουλευτεί δικηγόρο της επιλογής της.

 

Μετά το περιστατικό που συνέβη, η Αιτήτρια αναφέρει ότι άλλαξε τις κλειδαριές για να νιώθει ασφάλεια, αφού ο Καθ’ ου η αίτηση εισέρχετο στην οικία της παράνομα και προκαλούσε ζημιές και εντάσεις στην ίδια και στην οικογένεια της, χρησιμοποιώντας προς τούτο σωματική και λεκτική βία εναντίον της.

 

Αναφέρει επίσης ότι ο Καθ΄ ου η αίτηση επανήλθε το επόμενο πρωί στο σπίτι για να πάρει τον γιό της στον Πρωταρά, ότι ο τελευταίος άνοιξε την πόρτα, αυτή τον είδε πάγωσε και τον ρώτησε γιατί μπήκε μέσα στο σπίτι και τότε αυτός ξεκίνησε να ουρλιάζει και να την βρίζει με μανία μπροστά στον γιο της ενώ στη συνέχεια αναφέρεται στην τυχαία συνάντηση της στις 19.7.25 με τον Καθ’ ου η αίτηση στον Πρωταρά στο ξενοδοχείο όπου η ίδια συχνάζει εδώ και χρόνια, πράγμα που ο Καθ’ ου η αίτηση γνωρίζει, στο ότι κατά τον δεδομένο χρόνο ο Καθ’ ου η αίτηση διέμενε στο εν λόγω ξενοδοχείο με τη σύντροφο του, ότι αυτοί την φωτογράφιζαν και την βιντεογραφούσαν από απόσταση γελώντας, ενώ η ίδια προσπαθούσε να τους αποφύγει κάτι το οποίο επαναλήφθηκε και στις 20.7.25, ημερομηνία κατά την οποία αναφέρει ότι έφυγαν από τον Πρωταρά και πήγαν στην Οικία.

 

Αποτελεί περαιτέρω θέση της ότι κατά τις 19:00, το απόγευμα της ίδιας ημέρας, άκουσε έξω από το σπίτι τον Καθ’ ου η αίτηση, ότι του άνοιξε επειδή δεν ήθελε να καταλάβει ότι άλλαξε κλειδαριές, ρωτώντας τον τι ήθελε, ότι αυτός χωρίς άδεια εισήλθε στο σπίτι, χρησιμοποίησε την τουαλέτα και είπε ότι θέλει να έρθει να κάνει σούβλα ή σουβλάκια για να φάνε μαζί με τα παιδιά παρόλο που οι τελευταίοι και η ίδια του είπαν ότι έχουν κανονισμένα σχέδια και δεν μπορεί να έρθει ενώ η σύντροφος του Καθ’ ου η αίτηση, η οποία ήταν στο αυτοκίνητο, την έβγαζε φωτογραφίες και την βιντεογραφούσε.  Αναφέρει ακόμα ότι η ίδια της απηύθυνε τον λόγο και αυτή απλώς γελούσε, χωρίς να της απαντά, ότι ο Καθ’ ου η αίτηση κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο για να φύγουν και ότι γελούσε μαζί της και μετά έφυγαν.

 

Αναφέρει ακόμα ότι η ώρα 21:00 της ίδιας ημέρας, ενόσω ήταν σπίτι και ντυμένη ελαφριά, έλαβε τηλέφωνο από τον γιό της ότι ήταν κάτω για να του ανοίξει κάτι που έπραξε επειδή δεν κατάλαβε ότι θα ήταν με τη συνοδεία του πατέρα του, ότι πάγωσε όταν τον είδε ξαφνικά μπροστά της και ότι αυτός χωρίς να ενδιαφερθεί καθόλου για την αντίδραση της, ξεκίνησε να λέει τα δικά του, ότι δηλαδή το σπίτι είναι δικό του και θα έρχεται όποτε θέλει και προχώρησε στον χώρο της κουζίνας για να δει εάν όντως ήρθαν οι φίλοι της κόρης τους και όταν αντιλήφθηκε πως όντως βρίσκονταν εκεί, προσπάθησε να δείξει έναν άλλο χαρακτήρα για να κερδίσει την εύνοια τους.

 

Αναφέρει ακόμα ότι στις 21.7.25 ενώ πήγαινε περίπατο με τον σύντροφο της στη γειτονιά, αντιλήφθηκε τον Καθ’ ου η αίτηση να είναι σταθμευμένος στο όχημα του, προφανώς παρακολουθώντας την, ότι απέναντι από το σπίτι της έχει χωράφια και ο Καθ’ ου η αίτηση πάει και παρκάρει σε μία εισδοχή για στάση / στάθμευση στη λεωφόρο Αρχαγγέλου και την παρακολουθεί, ότι ο χώρος αυτός απέχει περίπου 300 μέτρα απόσταση από το σπίτι της και ότι ο λόγος που κατάλαβαν ότι είναι αυτός είναι γιατί είχε το Porsche, με φώτα χαρακτηριστικά. Αναφέρει ακόμα ότι είδε τον ίδιο να βρίσκεται μέσα στο αυτοκίνητο, αφού έχει φως πάνω στην στάση και ότι μόλις τους αντιλήφθηκε ότι τον είδαν, το αυτοκίνητο ξεκίνησε και έφυγε (βλ. Τεκμήριο 16 το σημείο όπου στάθμευσε και την παρακολουθούσε).

 

Περιπλέον αναφέρει ότι την Τρίτη 22.7.25, αφού άκουσε συνομιλία του Καθ’ ου η αίτηση που είχε με την κόρη της, η ίδια ήταν σίγουρη ότι ο Καθ’ ου η αίτηση καραδοκούσε και έτσι έμεινε στην Οικία όμως σε κάποια στιγμή που χρειάστηκε να βγει, ο Καθ’ ου η αίτηση άρχισε να χτυπά την πόρτα, η κόρη της που ήταν μαζί με τον φίλο της στο σπίτι φοβήθηκε ότι ο Καθ’ ου η αίτηση θα έσπαζε την πόρτα αφού αντιλήφθηκε ότι κτυπούσε με κάποιο άλλο αντικείμενο, την κάλεσε στο τηλέφωνο και της είπε «Μάμα βούρα γρήορα, έλα σπίτι, εν τούτος δαμαί» και η ίδια αμέσως έτρεξε σπίτι και αντιλήφθηκε την παρουσία του Καθ’ ου η αίτηση μέσα στο σπίτι. Ο ίδιος φώναζε ότι έχει κλειδαρά «μέσα στο αυτοκίνητο» και επαναλάμβανε τα ίδια, ότι θα κοιμηθεί στο σπίτι και ότι μάλιστα θα φέρει και την φιλενάδα του να κοιμηθούν στο κρεβάτι της Αιτήτριας, η οποία του είπε ότι δεν θέλει να έχει την οποιαδήποτε επαφή μαζί της και να μιλά μαζί με τους δικηγόρους της.  Αναφέρει ακόμα ότι στο μέρος έφτασαν και οι γονείς της τους οποίους ειδοποίησε η θυγατέρα της, ότι όταν έφτασε ο δικηγόρος της και ο σύντροφος της ήταν ήδη η ώρα 19:00, ότι έδειξαν στην αστυνομία το διάταγμα ημερ. 30.06.21 και τόνισαν στην αστυνομία ότι με βάση το εν λόγω διάταγμα, οι πράξεις του συνιστούν παραβίαση του διατάγματος και ότι προσπαθεί παράνομα να αποκτήσει κατοχή στην οικία με τον ίδιο να απαντά επιδεικτικά και φωνάζοντας ότι κανείς δεν μπορεί να του στερήσει το δικαίωμα εισόδου, ότι «Το δικαίωμα του ιδιοκτήτη σε κατοχή είναι συνεχές», προφανώς παραγνωρίζοντας ότι ο ίδιος εγκατέλειψε την εν λόγω οικία την 01.01.21 και όλα τα πιο πάνω που αναφέρει σε σχέση με την κατοχή της οικίας.

 

Ως αναφέρει η παρουσία του στον χώρο ήταν παράγοντας πρόκλησης ανησυχίας στην ίδια στην κόρη της το φίλο της και στη γειτονιά, αφού ο ίδιος φώναζε, δημιουργούσε ταραχές και τους κατηγορούσε ψευδώς ότι δήθεν του έκλεψαν τα αντικείμενα του, πράγμα το οποίο όμως δεν ευσταθεί.  Αναφέρει ακόμα ότι ο δικηγόρος της μαζί με την αστυνομία, προσπάθησαν να τον πείσουν να αποχωρήσει με ήρεμο τρόπο, εφόσον έβλεπαν ότι η Αιτήτρια βρισκόταν σε κατάσταση ταραχής ότι δεν μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί του λόγω της προσβλητικής και εκφοβιστικής του συμπεριφοράς προς την ίδια και ότι ο ίδιος αρνείτο να αποχωρήσει, ενώ φαίνεται ότι και η Αστυνομία δεν ήταν πρόθυμη σε εκείνο το στάδιο να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη απομάκρυνσης του αφού όπως τους ανέφεραν δεν ήταν δυνατό να επικοινωνήσουν με το Δικαστήριο για να λάβουν οποιαδήποτε διαβήματα εκείνη την ημέρα.

 

Επίσης αναφέρει ότι στην πολλή ώρα λόγω της κατάστασης και της προχωρημένης ώρας, που ήταν πλέον 21:00 ρωτήθηκε ο Εναγόμενος τι ήθελε για να αποχωρήσει ειρηνικά, ότι ο ίδιος είπε ότι εάν διδόταν κλειδί της οικίας στον γιο του, θα αποχωρούσε και ότι θα συμφωνούσε στο να αρχίσουν σε διαπραγματεύσεις για 10 μέρες αναφορικά με τα περιουσιακά, διάστημα κατά το οποίο δεσμεύτηκε ότι δεν θα ερχόταν καθόλου στην οικία, νοουμένου ότι δεν θα ερχόταν ούτε ο σύντροφος της Αιτήτριας ενώ τονίστηκε ενώπιον των πέντε μελών της αστυνομίας ότι το κλειδί θα διδόταν αποκλειστικά στον γιό του και όχι στον γιό του ως θεματοφύλακα ή εκ μέρους του, κάτι το οποίο αποδέχθηκε και αποχώρησε μετά από τον χώρο (ως προς το περιεχόμενο της συμφωνίας παραπέμπει στο Τεκμήριο 18 που αφορά σε συνομιλία του Καθ’ ου η αίτηση με τον συνήγορο της Αιτήτριας). Η ίδια επειδή ήταν σε καθεστώς ψυχικής πίεσης εκείνη την ώρα, εφόσον αυτός φαινόταν πως θα πραγματοποιούσε την πρόθεση του να μείνει εκεί για το βράδυ, με ό,τι κίνδυνο αυτό θα συνεπάγετο για την ίδια, αναγκάστηκε να αποδεχθεί την εν λόγω λύση εφόσον ήταν η μόνη οδός για να εξασφαλίσει την ασφάλεια της.

 

Όπως αναφέρει ο γιός της δεν ήταν εκεί εκείνη την ημέρα εφόσον ήταν στον στρατό αλλά την επόμενη ημέρα, δηλαδή στις 23.7.25 όταν ήρθε από τον στρατό (τον οποίο είχε φέρει ο Καθ’ ου η αίτηση), περί τις 17:00 στο σπίτι, του παρέδωσε το κλειδί και του είπε ότι το κλειδί αυτό είναι για τον ίδιο και δεν πρέπει να το παραδώσει στον πατέρα του, εφόσον γνώριζε ότι ο Καθ’ ου η αίτηση θα προσπαθούσε να εκμεταλλευθεί την επιρροή που έχει στον γιο τους, για να του πάρει το κλειδί. Παρά τη συνεννόηση που έκαναν όμως την προηγούμενη μέρα ο Καθ’ ου η αίτηση πάλι πήγε στο σπίτι, και συγκεκριμένα στην πόρτα του σπιτιού, φωνάζοντας ότι θέλει να διαπιστώσει ότι η ίδια παρέδωσε το κλειδί και ότι το κλειδί ήταν το σωστό με την Αιτήτρια να τον διαβεβαιώνει πως το έδωσε και πως ο ίδιος δεν θα έπρεπε να είναι εκεί και έκλεισε την πόρτα, κλείνοντας τον έξω.

 

Αναφέρει ότι τότε αυτός άρχισε να φωνάζει, ότι η κόρη της φοβήθηκε και του άνοιξε την πόρτα, ότι εκμεταλλευόμενος το γεγονός αυτό, μπήκε απευθείας μέσα στο σπίτι, ότι η ίδια του είπε να φύγει αυτός εξακολούθησε να φωνάζει, να την απειλεί και να της φτύνει, ότι αυτό της προκάλεσε πανικό και ο Καθ’ ου η αίτηση πρόταξε ένα αντικείμενο στο πρόσωπο της το οποίο έμοιαζε με μαγνητόφωνο και της ζητούσε να αναφέρει ότι αυτό το κλειδί θα γινόταν δικό του σε 10 (δέκα) μέρες εάν δεν κατέληγαν για τα περιουσιακά. Η ίδια του ζήτησε να περάσει έξω και ότι έπραξε αυτά που συμφωνήθηκαν και ότι ήταν αυτός που παραβίαζε την συμφωνία και τότε ότι επενέβησαν ο γιος και ο πατέρας της για να του ζητήσουν να φύγει, πράγμα το οποίο παρά τις φωνές του εν τέλει έπραξε.

 

Επεξηγεί ακολούθως πως η οικία δεν έχει ξεχωριστές εισόδους ούτε έχει την οποιαδήποτε ξεχωριστή μονάδα κατά τρόπο που θα μπορούσε έστω και σε θεωρητικό σενάριο να διαμένει ή να κατέχει ο Καθ’ ου η αίτηση ξεχωριστό μέρος της οικίας, ότι ακόμη και στην παρουσία της Αστυνομίας ανέφερε ότι δήθεν ήθελε να επιστρέψει στο «δωμάτιο του», το οποίο όμως δεν υπάρχει αφού είναι το αποκλειστικό δωμάτιο της Αιτήτριας από την 01.01.21 και δεν δύνανται με οποιονδήποτε τρόπο να συνυπάρξουν στο εν λόγω σπίτι και ότι η συμπεριφορά του δείχνει ότι μοναδικός του σκοπός είναι να της δημιουργήσει έντονη αγωνία και άγχος σε μια προσπάθεια εξαναγκασμού της, να αποδεχθεί μια επιθυμητή κατ’ αυτόν λύση αναφορικά με τις περιουσιακές τους διαφορές.

 

Τέλος, αναφέρει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση ανέφερε στα παιδιά της ότι το Σάββατο θα πήγαινε στο σπίτι ενώ την ίδια μέρα η Αιτήτρια με την κόρη της την Κωνσταντίνα θα αναχωρούσαν με την πρωινή πτήση των 07:00 για την Αγγλία, λόγω του ότι η Κωνσταντίνα θα αποφοιτούσε από το πανεπιστήμιο της. Αναφέρει ακόμα ότι αυτή η δήλωση του Καθ’ ου η αίτηση της προκαλεί απίστευτη και αφόρητη ανησυχία αφού φοβάται να σκεφτεί τι μπορεί να κάνει μέσα στο σπίτι εάν αποκτήσει είσοδο, είτε μέσω του γιου τους, ο οποίος έχει κλειδί και τον οποίο θα προσπαθήσει να πειθαναγκάσει να του δώσει το κλειδί του, είτε με το να παραβιάσει πάλι κάποια πόρτα του σπιτιού.

 

Τονίζει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση μέρα με τη μέρα γίνεται ακόμη πιο επικίνδυνος, όπως επιμαρτυρεί και η πιο πάνω περιγραφείσα συμπεριφορά του αφού είναι βίαιος, της επιτέθηκε το πρωί της Παρασκευής 18.7.25 όπου της τράβηξε το χέρι το οποίο κλείστηκε στη πόρτα, με αποτέλεσμα να της προκαλέσει πραγματική σωματική βλάβη και πως εάν δεν του φώναζε ο κλειδαράς, πραγματικά δεν ξέρει που θα σταματούσε, αφού όπως επαναλαμβάνει, τα μάτια του γυάλιζαν.

 

Επιστέγασμα όλων υποστηρίζει πως είναι οι παράνομες επεμβάσεις στο σπίτι, στο οποίο εισέρχεται και προς τούτο δεν διστάζει να παίρνει τον νόμο στα χέρια του και να διαρρηγνύει την κατοικία, όπως έκανε στις 17.7.25, προσκαλώντας μάλιστα όλους του τους συγγενείς, χωρίς απολύτως καμία προειδοποίηση και παραβιάζοντας την πόρτα της κατοικίας της και πως πραγματικά φοβάται να σκεφτεί ποιο θα είναι το επόμενο του βήμα ιδίως τώρα που ο γιος τους έχει κλειδί του σπιτιού.

 

Επίσης εάν δεν εκδοθούν τα ζητούμενα διατάγματα και δεν ανακοπεί η πιο πάνω περιγραφείσα συμπεριφορά του Εναγόμενου, που έχει ως αποτέλεσμα να παρεμβαίνει στην Οικία, υπάρχει κίνδυνος, πέραν από τις επιδράσεις στην δική της ψυχική και σωματική υγεία, να επηρεάσει δυσμενώς και να προκαλέσει ψυχικά τραύματα και στα παιδιά τους, πράγμα το οποίο ήδη πράττει με τη συμπεριφορά του, αφού εργαλειοποιεί τα παιδιά τους και τα εμπλέκει στις διαφορές τους, λέγοντας άσχημα λόγια για την ίδια και υποσκάπτοντας την υπόληψη της σε αυτά.

 

Ο φόβος της αναφέρει πως ενισχύεται περαιτέρω και από το γεγονός ότι ο Καθ’ ου η αίτηση πλέον γνωρίζει ότι έχει αλλάξει κλειδαριές και θα επιχειρήσει να κάνει ζημιές στο σπίτι, ως επίσης ότι δήλωσε στα παιδιά της ότι το Σάββατο θα πήγαινε στο σπίτι ενώ επίσης δεν έχουν επιλύσει το ζήτημα με τις περιουσιακές διαφορές, κάτι το οποίο τον κάνει έξαλλο. Αναφέρει δε πως θεωρεί ότι είναι δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως εκδοθούν τα ζητούμενα διατάγματα για όλους τους πιο πάνω λόγους, αφού τυχόν μη έκδοση ή οριστικοποίηση των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων θα διαταράξει και μάλιστα με δριμύτητα το status quo ante. Επίσης υποστηρίζει ότι η ίδια δεν έχει άλλο χώρο να διαμείνει πόσω δε μάλλον τα παιδιά της τα οποία μένουν μαζί της στο σπίτι. Θεωρεί πως είναι αδιανόητο να επιτρέπεται στον Καθ’ ου η αίτηση να εισέρχεται στην Οικία της και να δημιουργεί εντάσεις και πως έχει προβεί σε σχετική καταγγελία στην αστυνομία.

 

Υποστηρίζει εν τέλει πως είναι εξαιρετικά επείγον όπως εκδοθούν τα διατάγματα το συντομότερο δυνατό για όλους τους πιο πάνω λόγους ως επίσης για τους λόγους που περιγράφονται στην επιπρόσθετη υποστηρικτική της Ε/Δ στην οποία επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της εν σχέσει με τη συμπεριφορά του προς το πρόσωπο της καθώς και τα γεγονότα που αφορούν την αποχώρηση της από την οικία για να μεταβεί στην αποφοίτηση της κόρης της και στα όσα φοβάται πως θα πράξει στην οικία της ο Καθ΄ ου η αίτηση, ενόσω θα απουσιάζει. Ούτως ή άλλως τονίζει ότι εξέφρασε πρόθεση προς τα παιδιά του να μεταβεί στην Οικία το Σάββατο παρά τη συμφωνία στην οποία είχαν καταλήξει ότι δε θα μετέβαινε ούτε αυτός ούτε ο Κ.Μ. στην Οικία για περίοδο 10 ημερών, διάστημα εντός του οποίου θα κατέβαλλαν προσπάθεια να λύσουν τις περιουσιακές τους διαρροές, ενώ επίσης εκφράζει φόβους εγκατάστασης κοριών ή καμερών ή άλλου συστήματος για να λαμβάνει παράνομα πληροφορίες για την ίδια.  Περιπλέον επικαλείται και τις επικίνδυνες του προθέσεις προς το πρόσωπο της και ότι θα συνεχίσει να είναι βίαιος και εριστικός και επιθετικός για να πετύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα.

 

Ο Κ.Μ (σύντροφος της Αιτήτριας), στη δική του Ε/Δ αναφέρεται στα γεγονότα της 17.7.25 λέγοντας πως τη δεδομένη μέρα έλαβε κλήση στο τηλέφωνο του από την Αιτήτρια, ότι αυτή ήταν έντρομη και αναστατωμένη, ότι του ζήτησε να μεταβεί στο σπίτι της γιατί πήγε ο Καθ’ ου η αίτηση μαζί με συγγενείς του και τον δικηγόρο του και έκαναν κατάληψη του σπιτιού και ότι πέραν του ίδιου στη σκηνή κλήθηκε και κατέφθασε η Αστυνομία αλλά και οι γονείς της Αιτήτριας. Παρεμβάλλει επίσης ότι μετά από τον χωρισμό της Αιτήτριας από τον Καθ΄ου η Αίτηση και πριν ακόμα λάβουν διαζύγιο, ο τελευταίος διέμενε σε ξεχωριστή κατοικία και η Αιτήτρια είχε την αποκλειστική κατοχή και χρήση του σπιτιού στον Στρόβολο, όπου διέμενε μαζί με τα παιδιά τους.

 

Ως προς την 17.7.25 περιγράφει την κατάσταση κατ’ ανάλογο τρόπο προς την Αιτήτρια και επισημαίνει ότι ο τρόπος με τον οποίο πέτυχαν είσοδο στο σπίτι ήταν με την αφαίρεση της πόρτας του γκαράζ που οδηγεί στο σπίτι από κλειδαρά, τον οποίο έφερε ο Καθ’ ου η αίτηση. Ως προς τη συνέχεια επαναλαμβάνει ουσιαστικά τα ίδια γεγονότα που αναφέρει η Αιτήτρια ότι συνέβησαν στην κουζίνα, τα όσα ακολούθησαν το ίδιο βράδυ καθώς και το επόμενο πρωί αφότου έφυγε από την Οικία, για να καταλήξει να αναφέρει ότι στη συνέχεια έλαβε τηλεφώνημα από την Αιτήτρια η οποία ήταν πάρα πολύ αναστατωμένη και τρομαγμένη επειδή την είχε χτυπήσει ο Καθ’ ου η αίτηση οπόταν και μετέβη στην Οικία όπου συνάντησε τον Καθ’ ου η αίτηση και τον κλειδαρά στον οποίο είπε να του ανοίξει πράγμα που ο τελευταίος έκανε οπόταν και ο ίδιος προέτρεψε την Αιτήτρια να καλέσει την Αστυνομία.  Μετά από αυτό αναφέρει ότι εισηγήθηκε στην Αιτήτρια να αλλάξει οπωσδήποτε τις κλειδαριές του σπιτιού γιατί κινδύνευε η σωματική της ακεραιότητα και ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να είναι 24 ώρες παρών στο σπίτι, πράγμα που η Αιτήτρια έπραξε την ίδια ημέρα.  Αναφέρεται επίσης στα γεγονότα της 19.7.25 στο ξενοδοχείο Flamingo, στη συνάντηση του ίδιου και της Αιτήτριας με τον Καθ’ ου η αίτηση και τη σύντροφο του, στο ότι αυτοί την φωτογράφιζαν και τη βιντεογραφούσαν από απόσταση γελώντας αλλά και στη συνάντηση της επόμενης μέρας 20.7.25 όπως και στα γεγονότα της 21.7.25 όταν πήγαινε περίπατο με την Αιτήτρια στην γειτονιά της, έξω από το σπίτι της, οπόταν και αντιλήφθηκαν τον Καθ’ ου η αίτηση να είναι σταθμευμένος στο όχημα του και ο οποίος προφανώς παρακολουθούσε την Αιτήτρια. Πέραν των ανωτέρω αναφέρεται και στα γεγονότα της 22.7.25 όπου τον κάλεσε η Αιτήτρια, ότι του ανέφερε ότι ο Καθ’ ου η αίτηση πήγε στο σπίτι πάλι μαζί με κλειδαρά και ότι απαιτούσε να μείνει μέσα στο σπίτι μαζί με την σύντροφο του και να κοιμηθούν το βράδυ, ότι ο ίδιος έσπευσε στο μέρος αφού η Αιτήτρια ήταν αναστατωμένη, ότι περί τις 19:00 το βράδυ έφτασε στον χώρο μαζί με τον δικηγόρο της Αιτήτριας καθώς και την αστυνομία, ότι υπέδειξαν το διάταγμα ημερ. 30.06.2021, ότι τόνισαν στην αστυνομία ότι με βάση το εν λόγω διάταγμα, οι πράξεις του Καθ’ ου η αίτηση συνιστούν παραβίαση του διατάγματος και ότι αυτός προσπαθεί παράνομα να αποκτήσει κατοχή στην οικίας.  Ο δε Καθ’ ου η αίτηση απαντούσε επιδεικτικά, φωνάζοντας ότι κανείς δεν μπορεί να του στερήσει το δικαίωμα εισόδου φωνάζοντας ότι «Το δικαίωμα του ιδιοκτήτη σε κατοχή είναι συνεχές».

 

Καταλήγει δε να αναφέρει ότι η παρουσία του Καθ’ ου η αίτηση στον χώρο ήταν παράγοντας πρόκλησης ανησυχίας σε όλους αφού φώναζε, δημιουργούσε ταραχές και εξαπέλυε κατηγορίες εναντίον τους και της Αιτήτριας για κλοπή αντικειμένων του ενώ ουδέποτε είπε στο παρελθόν κάτι τέτοιο και ενώ κάτι τέτοιο δεν ισχύει.  Ο συνήγορος της Αιτήτριας μαζί με την αστυνομία, προσπάθησαν να πείσουν τον Καθ’ ου η αίτηση να αποχωρήσει με ήρεμο τρόπο, ο ίδιος αρνείτο να αποχωρήσει, ενώ φαίνεται ότι και η Αστυνομία δεν ήταν πρόθυμη σε εκείνο το στάδιο να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη απομάκρυνσης του, ούτε ήταν δυνατόν ως τους λέχθηκε να επικοινωνήσουν με το Δικαστήριο για να λάβουν οποιαδήποτε διαβήματα εκείνη την ημέρα.

 

Η Ένσταση

Ο Καθ’ ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση με την οποία προβάλλει συνολικά 20 λόγους ένστασης οι οποίοι μπορούν πρόσφορα να συνοψιστούν ως ακολούθως:

 

1.  Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων (Λόγοι Ένστασης 1, 2, 6, 7, 8, 11, 12, 14, 17, 18, 19 και 20)

2.  Δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος (Λόγοι Ένστασης 10, 11)

3.  Η παρούσα αγωγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας αφού φυσικός δικαστής της υπόθεσης είναι ο δικαστής που εκδικάζει την αγωγή 1163/21 (Λόγος Ένστασης 3).

4.  Η ενάγουσα κωλύεται λόγω συμπεριφοράς και υποσχέσεων αφού ενήργησε πριν παρέλθει η πάροδος των 10 ημερών με σκοπό να κερδίσει προβάδισμα (Λόγος Ένστασης 4, 12, 13).

5.  Υπάρχει δεδικασμένο για όλα τα γεγονότα μέχρι την ημερομηνία μέχρι τις 30.6.21 (Λόγος Ένστασης 5).

6.  Υπάρχει ουσιώδης απόκρυψη γεγονότων/ η ενάγουσα δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (Λόγοι Ένστασης 9 και 15)

7.  Υπάρχει σύγκρουση μεταξύ των αιτούμενων διαταγμάτων και του διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου ότι θα πρέπει να παραλαμβάνει και να παραδίδει τον ανήλικο γιο του στην επίδικη κατοικία (Λόγος Ένστασης 16)

 

Η ένσταση συνοδεύεται από τις Ε/Δ του Καθ’ ου η αίτηση και της συντρόφου του, Ο.Π. Ο Καθ΄ ου η αίτηση στη δική του Ε/Δ αναφέρει ότι η παρούσα αίτηση και αγωγή είναι καταχρηστικές ενόψει του ότι για τα ίδια ζητήματα καταχωρήθηκε η αγωγή 1163/21 όπου μάλιστα με ενδιάμεση αίτηση ζητούσε παρόμοιας φύσεως διατάγματα, ότι ο ίδιος καταχώρησε ένσταση την οποία η Αιτήτρια παρέλειψε να αποκαλύψει, ότι σε αυτήν υποστήριζε ότι το Δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπόθεση, ότι αμφισβητούσε τη θέση της Αιτήτριας πως έφυγε οικειοθελώς από το σπίτι και ότι εν τέλει αποδέχθηκε, για λόγους που εξηγεί, να εκδοθεί εκ συμφώνου διάταγμα στο πλαίσιο της ως άνω αγωγής που να του απαγορεύει να την ακολουθεί ή να την παρακολουθεί και για το οποίο δεν υπήρξε κανένα παράπονο παρακοής.  Με την Ε/Δ του υποστηρίζει ακόμα ότι η Αιτήτρια δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα για παράνομη επέμβαση εφόσον είναι συνιδιοκτήτης και δεν έχει εκδιώξει την Αιτήτρια ούτε προέβη σε καταστροφή της οικίας ενώ όσον αφορά την παρενόχληση υποστηρίζει πως δεν μπορεί να θεωρείται παρενόχληση η απόλαυση του δικαιώματος ιδιοκτησίας του και το μόνο που θα μπορούσε να ζητήσει η Αιτήτρια είναι να μην την παρενοχλεί κατά την απόλαυση του δικαιώματος χρήσης της οικίας του και τούτο στα πλαίσια της (προηγηθείσας) εκκρεμούσας αγωγής που καταχώρησε.

Δίδει τη θέση του εν σχέσει με τα διαδραματισθέντα στον Πρωταρά στις 19.7.25-20.7.25, για να εισηγηθεί πως είναι η Αιτήτρια με τον σύντροφο της αυτοί που τον παρενοχλούσαν παραμένοντας στους χώρους που βρίσκονταν αυτοί, οι οποίοι διέμεναν στο εν λόγω ξενοδοχείο ενώ η Αιτήτρια με τον σύντροφο της όχι.  Συμφωνεί ότι από 1.1.21 δεν διαμένει στην Οικία όμως δεν αποδέχεται πως έφυγε οικειοθελώς, επεξηγεί τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδιώχθηκε, ότι ήγειρε ανταπαίτηση στο πλαίσιο της αγωγής 1163/21 και επίσης αναφέρει που διέμενε για να καταλήξει πως ενοικίαζε διαμέρισμα και πως δεν διέμενε στο γραφείο του αφού εκεί απλώς διαμόρφωσε ένα χώρο για να ξεκουράζεται τις μεσημεριανές ώρες, αφού δεν μπορούσε να πηγαίνει στην Οικία πλέον. Επειδή δε το διαμέρισμα που ενοικίασε ήταν μεγάλο και διαμορφωμένο για να μπορεί να φιλοξενήσει και τα παιδιά του, όταν η Αιτήτρια δεν επέτρεπε στα παιδιά να πηγαίνουν εκεί το άφησε και ενοικίασε ένα διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου και αργότερα διέμενε σε διαμέρισμα πελάτη του ο οποίος απουσιάζει τον περισσότερο χρόνο.  Υποστηρίζει ακόμα πως έχοντας φύγει με τον τρόπο που περιέγραψε δεν πήρε τα προσωπικά του αντικείμενα ή ό,τι άλλο ισχυρίζεται η Αιτήτρια ότι πήρε και ουδέποτε κατέστη σαφές ότι η ίδια θα διέμενε στην Οικία.  Ενόψει δε του ότι εκκρεμούσε από τον Ιανουάριο του 2021 ποινική καταγγελία και εν συνεχεία υπόθεση εναντίον του για βιασμό, έλαβε συμβουλή να μην επιχειρήσει να εισέλθει στην οικία.

 

Αναφέρεται ακόμα στο πότε επήλθε η διάσταση στη σχέση τους λέγοντας πως τούτο συνέβη 5.12.20 και όχι προηγουμένως και προς τούτο επικαλέστηκε σχετική δήλωση υπογεγραμμένη από την Αιτήτρια με την οποία δηλώνει τούτο (Τεκμήριο ΣΔ4) και την οποία η Αιτήτρια ενώ είχε υπόψη δεν αποκάλυψε ενώ ως προς τα διατάγματα γονικής μέριμνας αναφέρει πως δεν του επέτρεπε στην πραγματικότητα να έχει επικοινωνία με τα παιδιά του ενώ επίσης αναφέρει πως το γεγονός ότι στο διάταγμα αναφέρει πως ο τόπος διαμονής του ανήλικου γιου τους θα ήταν ο εκάστοτε τόπος διαμονής της Αιτήτριας το μόνο που καταδεικνύει είναι πως η Αιτήτρια μπορούσε να αλλάζει τόπο διαμονής και τίποτε άλλο.  Επικαλείται την αίτηση γονικής μέριμνας για τα προβλήματα που του δημιουργούσε η Αιτήτρια στην επικοινωνία με τα παιδιά του, την οποία επίσης παραπονείται πως η τελευταία δεν αποκάλυψε ενώ εν σχέσει με την αθωωτική απόφαση του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας λέγει πως θα μπορούσε να την εξασφαλίσει ακόμα και αν απουσίαζε ο δικηγόρος που τη χειριζόταν ή ακόμα μπορούσε να την ζητήσει και από τον συνήγορο του Κατηγορούμενου.

 

Αναφέρεται περιπλέον και στην απόρριψη της αίτησης διαζυγίου που καταχώρησε η ίδια, τονίζοντας πως αποδέχθηκε το λόγο της μοιχείας ως λόγο διαζυγίου και λέγει πως πράγματι αυτός ήταν και ο λόγος της κατάρρευσης της σχέσης τους, ότι δηλαδή η ίδια ως είχε παραδεχθεί και στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης συνουσιαζόταν με τον σύντροφο της ενώ ακόμα ζούσε στη συζυγική οικία με τον Καθ΄ ου η αίτηση, τον κατήγγειλε ψευδώς για βιασμό για να τον κρατήσει μακριά από τα παιδιά και το σπίτι του και μέχρι την αθώωση του τον έβριζε, τον μείωνε και του συμπεριφερόταν με τον πιο χυδαίο τρόπο.  Επικαλείται δε την πιο πάνω εναλλαγή των θέσεων της για να αναδείξει την αναξιοπιστία της.

 

Εξηγεί τις περιστάσεις υπό τις οποίες αποδέχθηκε την εκ συμφώνου έκδοση διατάγματος στην προαναφερθείσα αγωγή, που ήταν να αποφύγει μια άσκοπη ακρόαση αφού δεν είχε σκοπό να την παρακολουθεί ή να την ακολουθεί και έτσι δεν τον επηρέαζε ένα τέτοιο διάταγμα ενώ παράλληλα θα ακυρωνόταν και το διάταγμα που του απαγόρευε να πλησιάζει την Οικία του και την Αιτήτρια κάτι που του δημιουργούσε προβλήματα στην καθημερινότητα του αφού συχνάζουν στους ίδιους χώρους. Περιπλέον τονίζει πως δεν υπήρξε παραβίαση του εν λόγω διατάγματος και περαιτέρω επικαλείται τη σύγκρουση του εκδοθέντος διατάγματος με το διάταγμα γονικής μέριμνας όπου αναφέρεται ότι θα πρέπει να παραλαμβάνει και να παραδίδει τον ανήλικο γιο του από την Οικία, έτσι τώρα αναγκάζεται να τον αφήνει στον ήλιο φορτωμένο με τα πράγματα του στρατού για να πάει σπίτι περπατητός.

 

Αρνείται ότι παρακολουθούσε την Αιτήτρια στο κομμωτήριο λέγοντας πως την πληροφορία την έλαβε από την θυγατέρα του που χρησιμοποιεί το ίδιο κομμωτήριο, αρνείται ότι έλαβε το νόμο στα χέρια του, ή ότι η Αιτήτρια έπαθε πανικό αλλά παραδέχεται πως ήταν παρόντα τα αδέλφια του φοβούμενοι μήπως ο σύντροφος της Αιτήτριας επιχειρούσε να του επιτεθεί και εισήλθαν στην Οικία μόνο μετά που εισήλθαν οι γονείς της Αιτήτριας και κατόπιν υποδείξεων της αστυνομίας, η οποία έφτασε πριν μπει οποιοσδήποτε στο σπίτι.  Ο δε κλειδαράς άνοιξε την πόρτα του γκαράζ αφού η Αιτήτρια παρά την αποστολή επιστολής παρέλειψε να του δώσει κλειδί. Ως προς τον δικηγόρο του ανέφερε ότι αυτός ήρθε μετά αφού τον παρακάλεσε να έρθει για να μιλήσει με την αστυνομία, ότι ήταν εκεί διακριτικά, ότι δεν πλησίασε στην Οικία και την περισσότερη ώρα παρέμενε στο όχημα του.  Αναφέρεται σε εξυβρίσεις του από τον σύντροφο της Αιτήτριας και τους γονείς της οι οποίοι τον αποκάλεσαν «βιαστή», πως δικαιωματικά πάρκαρε στο χώρο στάθμευσης που στάθμευε πάντα και πως δεν πήρε κλειδιά μαζί του πέραν ενός κλειδιού της κύριας πόρτας που η Αιτήτρια του έδωσε στις 17.7.25.  Εν γένει αμφισβητεί την εξέλιξη των γεγονότων που αναφέρει η Αιτήτρια, αρνείται ότι προκάλεσε αναστάτωση, λέει ότι η Αιτήτρια ήταν αυτή που ούρλιαζε, όπως και οι γονείς και ο σύντροφος της λέγοντας ότι «είναι το σπίτι της Μαρίνας και να βγείτε όλοι έξω, χώρκατοι», ότι δεν λιποθύμησε αλλά αντιλαμβανόταν πλήρως τι έκανε και τι γινόταν και ότι προβάλλει τους ισχυρισμούς αυτούς για να κερδίσει τη συμπάθεια του Δικαστηρίου. Αρνείται δε ότι δεν είχε το διάταγμα ημερ. 30.6.21 αφού ο δικηγόρος της το είχε μαζί του και το έδειξε στην αστυνομία η οποία ανέφερε πως δεν εφαρμοζόταν στην εν λόγω περίπτωση, ενώ ούτε η θυγατέρα τους εξέφρασε την άποψη πως δεν τον θέλει στην Οικία αλλά πρόκειται για προσπάθεια της Αιτήτριας να χρησιμοποιήσει τα παιδιά τους για αλλότριους σκοπούς.

 

Αναφέρει ακόμα ότι είχαν συμφωνήσει να παραμείνει στην Οικία και να κοιμηθεί με τον υιό του, ότι παρέμεινε κάτω περιμένοντας την κόρη του τον σύντροφο της και τον υιό του να πάνε να κάνουν μπάνιο και να ετοιμαστούν για ύπνο και ακολούθως να πάει και ο ίδιος για ύπνο, ότι επειδή εν τω μεταξύ οι γονείς της παρέμειναν εκεί παρέμειναν και οι δικοί του συγγενείς όπως και ο δικηγόρος του εκεί και ενόψει της τεταμένης κατάστασης που επικρατούσε μετακινήθηκαν στην αυλή και επειδή ήταν αργά παρήγγειλαν σουβλάκια τα οποία έφαγαν, αλλά δεν κάπνιζαν και ο συνήγορος του δεν κατέγραφε πράγματα ως η Αιτήτρια ισχυρίζεται και έφυγε μόλις έφυγε και ο υιός του να ετοιμαστεί για μπάνιο, ενώ αντίθετα ο σύντροφος της Αιτήτριας παρέμεινε και μιλούσε δυνατά για να τον ακούει και να τον προκαλεί.

 

Ως προς την επόμενη μέρα, συμφωνεί πως πήρε τον υιό τους στον στρατό, αρνείται ότι ο σύντροφος της Αιτήτριας έφυγε αλλά λέγει ότι επιστρέφοντας για να πάρει τον φορτιστή του είδε την Αιτήτρια και τον σύντροφο της να φορτώνουν πράγματα αξίας €60.000 (πίνακες, χρυσαφικά και άλλα αντικείμενα αξίας) ζήτημα για το οποίο υπέβαλε καταγγελία ενώ αρνείται όσα άλλα του καταλογίζει η Αιτήτρια συμπεριλαμβανομένης και της ισχυριζόμενης επίθεσης και τονίζει ότι αν η Αιτήτρια είχε τραυματιστεί θα είχε μεταβεί στο Νοσοκομείο για να εξεταστεί πράγμα που ο ίδιος έκανε σε σχέση με το χτύπημα που υπέστη στον τοίχο ένεκα χτυπήματος που δέχθηκε από τον σύντροφο της Αιτήτριας ζήτημα για το οποίο υπέβαλε καταγγελία.

 

Λέγει ακόμα ότι ο Κ.Μ. την παρότρυνε από τις 17.7.25 να αναφέρει ότι την χτύπησε για να τον «πετάξουν έξω» πράγμα που ως υποστηρίζει εν τέλει έκανε στις 18.7.25..  Αναφέρει ακόμα ότι στις 18.7.25 συνομίλησαν μεταξύ τους και αντάλλαξαν ηλεκτρονική αλληλογραφία για σκοπούς επίλυσης των περιουσιακών διαφορών τους, ότι συμφώνησαν να βρεθούν τελικώς στις 22.7.25, ότι εν τω μεταξύ η Αιτήτρια άλλαξε τις κλειδαριές έτσι όταν ο ίδιος πήγε στην Οικία, αναγκάστηκε να ζητήσει από την θυγατέρα του να του ανοίξει πράγμα που έκανε.  Ισχυρίζεται ακόμα πως φαίνεται πως η Αιτήτρια άλλαξε τις κλειδαριές στις 19.7.25, πως τον κοροϊδευε για τις συμφωνίες που έκαναν για να κερδίσει χρόνο και να τον αποκλείσει από την Οικία, η δε συμπεριφορά της αυτή να προβαίνει σε μέτρα εντός του χρόνου που συμφωνήθηκε για να βρουν λύση συνιστά κώλυμα εκ της συμπεριφοράς και της υποσχέσεως της αφού υπήρχαν συμφωνίες και δεσμεύσεις τις οποίες δεν τήρησε.

Ως προς τα γεγονότα του Πρωταρά παραθέτει τις θέσεις του και εξηγεί γιατί ήταν η Αιτήτρια και ο σύντροφος της αυτοί που τους παρενοχλούσαν, ότι ήταν ενήμεροι ότι θα διέμενε στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο και πως αυτοί ήταν που απέκλεισαν το όχημα του στο χώρο στάθμευσης του ξενοδοχείου, ότι το όχημα του Κ.Μ. μετακινήθηκε κατόπιν επικοινωνίας του Καθ’ ου η αίτηση μέσω των παιδιών τους, ότι όταν συναντήθηκαν ο σύντροφος της τον απείλησε και τον εξύβρισε και αργότερα η Αιτήτρια τον κάλεσε στο κινητό και τον εξύβρισε «πεζεβέγκη».  Αναφέρεται στη συνέχεια της μέρας, στο ότι εν τέλει πήρε τον γιο του και αποχώρησαν από το ξενοδοχείο και επέστρεψαν στην Οικία, ότι εισήλθε στην Οικία για να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα όμως η Αιτήτρια εξύβρισε τόσο αυτόν όσο και τη σύντροφο του και ούρλιαζε και έτσι έφυγαν γρήγορα έχοντας αναστατωθεί από τη συμπεριφορά της. Αρνείται την περιγραφή του συμβάντος στην παρ. 57 της Ε/Δ της Αιτήτριας και αναφέρει ότι αρνείται το συμβάν παρακολούθησης που του αποδίδει και λέγει ότι εν πάση περιπτώσει αυτό θα καλυπτόταν από το υφιστάμενο διάταγμα.  Αναφέρει ότι στις 22.7.25 πήγε για να διαπιστώσει αν άλλαξε τις κλειδαριές και έχοντας διαπιστώσει πως τις άλλαξε χτύπησε την πόρτα και του άνοιξε η θυγατέρα του και ακολούθως ήρθε στο σπίτι η Αιτήτρια και ο σύντροφος της αλλά και η αδελφή και η μητέρα της και τον εξύβριζαν και του επιτίθεντο ενώ αργότερα προσήλθε η αστυνομία.

 

Αρνείται ότι την κατήγγειλε ότι έκανε εμπορία ναρκωτικών, λέγει ότι είναι η μητέρα της αυτή που τον πληροφόρησε πως βρέθηκαν ναρκωτικά στο αίμα της μετά από ανάλυση. Λέγει ακόμα ότι ουδέποτε κατήγγειλε τη μητέρα της ότι τον χτύπησε/πάτησε με το αυτοκίνητο αλλά εξηγεί ότι σε μια περίπτωση που οδήγησε το αυτοκίνητο με φόρα προς το μέρος της προέβη σε καταγγελία για να της γίνει σύσταση και επέμεινε στη θέση του πως ο σύντροφος της Αιτήτριας τον χτύπησε αλλά δεν τον κατήγγειλε για να μην οξύνει τα πράγματα.

 

Αρνείται ακόμα ότι ο ίδιος είχε απειλητική και επιθετική συμπεριφορά έναντι της, υποστηρίζει ότι ο ίδιος ήταν αυτός που δέχθηκε τέτοια συμπεριφορά από την ίδια τον σύντροφο της και τους γονείς της, ότι συμφώνησε για 10 μέρες να μην εισέλθει στην Οικία ούτως ώστε να μην εισέλθει ούτε ο σύντροφος της Αιτήτριας, ότι η διευθέτηση δεν επηρέαζε αρνητικά τα συμφέροντα της Αιτήτριας για να τίθετο θέμα να ισχυρίζεται πως έγινε υπό καθεστώς πίεσης, ότι συμφώνησαν για 10 μέρες το κλειδί του να το κρατά ο υιός του και ότι όταν τελείωνε αυτή η προθεσμία αν δεν κατέληγαν σε διευθέτηση θα του έδιδε το κλειδί και πως η ίδια άλλαξε τις κλειδαριές για να τον εμποδίσει από του να μπει και πως ο ίδιος συμμορφώθηκε αλλά η Αιτήτρια χρησιμοποίησε το χρόνο για να προχωρήσει και να καταχωρήσει την παρούσα διαδικασία ενώ εν τέλει υποστηρίζει ότι ο μόνος λόγος που βρισκόταν εκεί στις 23.7.25 ήταν για να μεταφέρει τον υιό του και να ελέγξει ότι και τα δύο κλειδιά που του παρέδωσε λειτουργούσαν.

 

Υποστηρίζει ακόμα ότι η ίδια όχι μόνο δεν τον φοβάται αλλά συνειδητά επιλέγει να ευρίσκεται σε χώρους όπου γνωρίζει ότι βρίσκεται ο ίδιος όπως γυμναστήριο ή χώρους αναψυχής χωρίς να έχει κανένα πρόβλημα.  Αναφέρει ότι ο ίδιος το μόνο που επιθυμεί είναι να χρησιμοποιεί την Οικία χωρίς να προκαλεί πρόβλημα ενώ η Αιτήτρια επιθυμεί να τον εκδιώξει ουρλιάζοντας, ή φωνάζοντας τον σύντροφο της για να τον εκφοβίσει ή να τον απειλήσει ή και τους γονείς της ή και την αστυνομία παρά το ότι η τελευταία της εξήγησε πως ο Καθ’ ου η αίτηση έχει δικαίωμα να διαμένει εκεί.

 

Αναφέρει ότι η Αιτήτρια είπε ψέματα πως η θυγατέρα τους θα αναχωρούσε μαζί της και επεσύναψε εισιτήρια του συντρόφου της και της ίδιας, για να δημιουργήσει συνθήκες κατεπείγοντος ενώ γνώριζε η θυγατέρα τους πως θα ταξίδευε μαζί με τον Καθ΄ ου η αίτηση και έτσι ο κίνδυνος που επικαλέστηκε ήταν πλασματικός.

 

Αναφέρει επίσης ότι απέκρυψε την απομάκρυνση πολύτιμων αντικειμένων όπως και την τοποθέτηση καμερών κάτι που θα της έδινε τη δυνατότητα παρακολούθησης της Οικίας για τις λίγες ώρες που ο Καθ’ ου η αίτηση θα ήταν στην Κύπρο και η ίδια θα απουσίαζε.  Υπό το φως των ανωτέρω υποστηρίζει πως η Αιτήτρια δεν έχει καταφέρει να εκπληρώσει τις προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ενώ ο ίδιος με τα όσα ισχυρίζεται αποδυναμώνει τα όσα η Αιτήτρια έχει παρουσιάσει στο Δικαστήριο έτσι που να μην δικαιολογείται η έκδοση κανενός διατάγματος.

 

Περιπλέον αναφέρει ότι η Αιτήτρια συνεχίζει να τον προκαλεί και προς τούτο αναφέρει ότι η σύντροφος του την αντελήφθη να είναι μέσα στο γυμναστήριο να ψάχνει κάποιον για 10 λεπτά και να αποχωρεί, ότι σε άλλη περίπτωση ενώ άφησε τη θυγατέρα τους στο γραφείο του παρέμεινε εκεί παρκαρισμένη για αρκετή ώρα κλείνοντας την είσοδο εμποδίζοντας τον να κατεβεί λόγω της ύπαρξης του διατάγματος με αποτέλεσμα να χάσει προγραμματισμένο ραντεβού εκτός γραφείου, πράγματα τα οποία υποστηρίζει ότι δείχνουν ότι προσπαθεί να εκμεταλλευθεί το εκδοθέν διάταγμα για να τον προκαλέσει να διαπράξει παρακοή.  Καταλήγει δε ν’ αναφέρει πως το εκδοθέν διάταγμα και οι ενέργειες της Αιτήτριας τον έχουν επηρεάσει δραματικά, αφού δεν μπορεί να πηγαίνει στα μέρη που πήγαινε προηγουμένως, π.χ. γυμναστήριο, ξενοδοχείο, νυχτερινά κέντρα καφετέριες κάτι που έχει ως επακόλουθο να μην πηγαίνει ούτε η σύντροφος του αποστερώντας του τοιουτοτρόπως τη ψυχαγωγία και την κοινωνικοποίηση του, οι οποίες μειώθηκαν δραματικά και προς τούτο επισυνάπτει απόδειξη ότι εν τέλει στις 2.8.25 δεν μετέβησαν για στον Πρωταρά αλλά στη Λεμεσό, για να αποφύγουν τυχόν συνάντηση με την Αιτήτρια και τον σύντροφό της. Αναφέρεται επίσης στην αλλαγή πτήσης της Αιτήτριας κατά την αναχώρηση της από την Αγγλία έτσι ώστε εν τέλει ταξίδευσε στην ίδια πτήση με τον Καθ΄ ου η αίτηση και μάλιστα καθόταν σχεδόν δίπλα τους ενώ στο αεροδρόμιο τον παρενοχλούσαν με διάφορα υπονοούμενα και φωνακτά γέλια προφανώς, ως υποστηρίζει, επειδή γνώριζαν ότι στις 29.7.25 εκδόθηκε το επίδικο απαγορευτικό διάταγμα.

 

Υποστηρίζει ακόμα ότι η ψευδής καταγγελία της για βιασμό του προκάλεσε για 4 ½ χρόνια εξαιρετικά δύσκολες στιγμές άγχος, ταλαιπωρία, δυσφήμιση, μείωση του όγκου των εργασιών του γραφείου του για να καταλήξει ως αναφέρει εν τέλει το Κακουργιοδικείο πως οι καταγγελίες της ήταν εκδικητικές προς εξασφάλιση οικονομικών ανταλλαγμάτων και παρά ταύτα μετά την απόφαση ξεκίνησε ένα νέο κύκλο ψευδών καταγγελιών για να συνεχίζει να εκμεταλλεύεται μόνη της την περιουσία του και να επηρεάζει δραστικά τη ζωή του.

 

Η Ο.Π. (σύντροφος του Καθ’ ου η Αίτηση) στη δική της Ε/Δ περιγράφει η σχέση της με τον Καθ΄ ου η αίτηση και δίδει λεπτομέρειες της συμπεριφοράς του προς την ίδια και τα παιδιά του λέγοντας πως δεν είναι βίαιος αλλά υποστηρικτικός και ότι προσπαθεί πολύ να κτίσει τις σχέσεις του με τα παιδιά του.  Ιδιαίτερα αναφέρεται στα γεγονότα που επεσυνέβησαν στον Πρωταρά στην ίδια γραμμή με τον Καθ΄ ου η αίτηση, στην αλλαγή των σχεδίων τους στις 2.8.25 όπου πήγαν στη Λεμεσό για να αποφύγουν συνάντηση μαζί τους και εν γένει εξηγεί πως το εν λόγω διάταγμα επηρεάζει αρνητικά τη ζωή του Καθ΄ ου η αίτηση, την επικοινωνία του με τα παιδιά του επειδή μεταξύ άλλων φοβάται να τους πει που βρίσκεται μήπως και προσέλθει η Αιτήτρια, αλλά και πως εν γένει επηρέασε και περιόρισε την κοινωνική του ζωή αλλά και τη ζωή της ίδιας.

 

Συμπληρωματική Μαρτυρία

Η Αιτήτρια με τη συμπληρωματική Ε/Δ που καταχώρησε (στο εξής «ΣΕΔ Αιτήτριας») αρνείται ότι:

 

·      υφίσταται κώλυμα ή κατάχρηση ένεκα της αγωγής [ ]/21 ή λόγω της συνεννόησης που είχαν αφού την καταπάτησε ο Καθ’ ου η αίτηση.

·      παρέλειψε να αποκαλύψει οτιδήποτε ουσιώδες σε σχέση με την εν λόγω αγωγή αφού αποκάλυψε τόσο τα δικόγραφα όσο και το εκδοθέν εκ συμφώνου διάταγμα, τα δε κίνητρα του Καθ’ ου η αίτηση στο να εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα δεν αποτελούν μέρος του διατάγματος και τα αμφισβητεί, ενώ η ένσταση του Καθ’ ου δεν είχε σχέση με τα επίδικα ζητήματα στην παρούσα που αφορούν τα γεγονότα της 18.7.25 και εν πάση περιπτώσει παρέθεσε την υπεράσπιση και ανταπαίτηση του στην εν λόγω αγωγή.

·      ότι το εκδοθέν διάταγμα αντιμάχεται το διάταγμα γονικής μέριμνας αφού ο Καθ’ ου η αίτηση μπορεί να αφήνει το τέκνο τους 25 μέτρα από την οικία και υποστηρίζει ότι ο δικαστής που το εξέδωσε έλαβε υπόψη αυτή την παράμετρο εξ ου και έθεσε την απόσταση αυτή.

·      ότι υπήρξε εύρημα στην απόφαση του Κακουργιοδικείου στη βάση της μαρτυρίας του συνηγόρου του Καθ΄ ου η αίτηση ότι ο τελευταίος εκδιώχθηκε από την Οικία και υποστηρίζει ότι δεν είναι δυνατόν κάποιος που εκδιώχθηκε και «να έχει πακεττάρει όλα του τα ρούχα και προσωπικά του αντικείμενα, να έχει πάρει καναπέδες, χαλιά, πίνακες, οικιακά σκεύη, μέχρι και όλα τα ποτά (οινοπνευματώδη αξίας) και τρόφιμα που υπήρχαν στο σπίτι, όπως επίσης και τα μπαστούνια του golf και μεγάλο barbeque το οποίο ήταν στο πίσω μέρος του κήπου». Υποστηρίζει δε ότι μετά την αποχώρηση του κατέστη σαφές ότι η ίδια θα κατείχε το σπίτι και θα διέμενε εκεί με τα παιδιά της ως επιβεβαιώνεται και από το διάταγμα γονικής μέριμνας

·      ότι παρουσίασε ψευδή γεγονότα εν σχέση με τη θυγατέρα τους αφού ανέφερε ότι αποφοιτά εξ ου και θα μετέβαιναν στην Αγγλία και εν πάση περιπτώσει αυτό δεν είναι ζήτημα ουσιώδες όπως και το αν διαμένει μαζί τους ο σύντροφος της θυγατέρας της.

·      τον ισχυρισμό κλοπής αντικειμένων αξίας €60.000 και λέγει ότι είναι αποκύημα της φαντασίας του Καθ’ ου η αίτηση τον οποίο δε θα μπορούσε η ίδια να αποκαλύψει.

·      ότι οι θεραπείες που προωθούνται με την εν λόγω Αγωγή, αν και ορισμένες πανομοιότυπες (αφού δεν μπορούν να αξιωθούν διαφορετικές θεραπείες για το αδίκημα της παρενόχλησης και παρενοχλητικής συμπεριφοράς), δεν είναι ίδιες και ότι τα γεγονότα που αφορούν στην παρούσα αγωγή έχουν να κάνουν κυρίως με την παράνομη επέμβαση στην Οικία και την επιθετική (με αναφορά στο το περιστατικό ημερ. 18/07/2025 το οποίο συντελεί το αστικό αδίκημα της επίθεσης) και παρενοχλητική συμπεριφορά του Καθ’ ου η αίτηση προς την ίδια, στη βάση των γεγονότων που έλαβαν χώρα τον Ιούλιο του 2025.

·      ότι παρέλειψε να αποκαλύψει την απόφαση του Κακουργιοδικείου και επεξηγεί γιατί δεν την επεσύναψε (δεν την είχε και δεν μπορούσαν να περιμένουν ένεκα του κατεπείγοντος) και εν πάση περιπτώσει υποστηρίζει πως δεν είναι σχετική με τα επίδικα γεγονότα η Απόφαση του Κακουργιοδικείου και το κατηγορητήριο αυτής αφού η συμπεριφορά του και οι πράξεις του κατά τον χρόνο αυτόν δεν αποτελούν συστατικά στοιχεία των αστικών αδικημάτων (βάσεων αγωγής) που αφορούν στην παρούσα υπόθεση και δεν μπορεί να αποτελέσει υπεράσπιση του Εναγόμενο το αποτέλεσμα της Απόφασης του Κακουργιοδικείου. Η δε αναφορά σε αυτή την απόφαση έγινε για να καταδείξει το έναυσμα για την επέμβαση στην Οικία ενώ απορρίπτει και τη θέση πως υπήρξε εύρημα στην απόφαση πως η καταγγελία της ήταν εκδικητική προς εξασφάλιση οικονομικών ανταλλαγμάτων.

·      Ότι είχε στην κατοχή της την απόδειξη ημερ. 29.12.2020 την οποία χρησιμοποιεί ο Καθ’ ου η αίτηση για να πει ότι η διάσταση τους επήλθε στις 5.12.2020 και λέγει ούτως ή άλλως η ίδια ανέφερε πως ήταν σε διάσταση από τον Οκτώβριο του 2020 και εν πάση περιπτώσει είναι επουσιώδες εν σχέσει με τα επίδικα θέματα ιδίως εφόσον είναι παραδεκτό πως ο Καθ’ ου η αίτηση έφυγε από 1.1.21 και έλαβαν στο μεταξύ διαζύγιο.

·      Ότι δεν υπήρξε παραβίαση του διατάγματος ημερ. 30.6.21 και προς τούτο αναφέρει πως προέβη σε καταγγελία του Καθ’ ου η αίτηση μετά τα περιστατικά του Ιουλίου (βλ. Τεκμήριο 1 στη ΣΕΔ Αιτήτριας).

·      ότι όφειλε να αποκαλύψει την ηλεκτρονική αλληλογραφία για τις περιουσιακές διαφορές αφού δεν είναι αυτό το αντικείμενο της αγωγής

·      τις θέσεις του Καθ’ ου η Αίτηση για τα γεγονότα στον Πρωταρά και δη για το επεισόδιο με το αυτοκίνητο και τη χρήση των χώρων του ξενοδοχείου και λέγει πως εν πάση περιπτώσει τα όσα ισχυρίζεται δεν αποτελούν υπεράσπιση στα αστικά αδικήματα για τα οποία ηγέρθη αγωγή εναντίον του.

·      ότι μπορεί να αποτελέσει λόγο ακύρωσης ή λόγο υπεράσπισης του Καθ’ ου η αίτηση εάν αποκάλυψε ή όχι την ενδιάμεση αίτηση του ημερ. 04/03/2022 στα πλαίσια της Γονικής Μέριμνας (αντίγραφο της οποίας δεν έχει καν), η οποία αφορούσε τον γιο τους σε σχέση με τον οποίο εκδόθηκε διάταγμα κοινή συναινέσει και δεν υπάρχουν δικαστικά ευρήματα για τους ισχυρισμούς που πρόβαλε μέσω αυτής ο Καθ’ ου η αίτηση στην παρούσα.

·      ότι δημιουργήθηκε δεδικασμένο με την απόσυρση της αίτησης διαζυγίου της, κάτι το οποίο είναι νομικό σημείο∙ όπως επίσης διευκρινίζω ότι η μη αποκάλυψη της ύπαρξης και απόσυρσης της αίτησης της για έκδοση διαζυγίου δεν αποτελεί απόκρυψη εν τη έννοια που σχετίζεται με τις προϋποθέσεις έκδοσης και συνέχισης του επίδικου διατάγματος, αφού η αίτηση αυτή είναι άσχετη με τα επίδικα θέματα, κυρίως λαμβανομένου υπόψη ότι εν τέλει εκδόθηκε διαζύγιο, το οποίο μάλιστα επισύναψε ως τεκμήριο στην ένορκη δήλωση μου (Τεκμήριο 6 της αρχικής Ε/Δ).

·      ότι υπάρχουν ευρήματα στην απόφαση του Κακουργιοδικείου αντίθετα με τα όσα προωθεί και τονίζει πως εν πάση περιπτώσει η υπόθεση αφορά σε γεγονότα του 2020 και όχι του 2025

·      ότι Καθ’ ου η αίτηση υπέβαλε καταγγελία εναντίον του συντρόφου της για επίθεση αφού αυτός ποτέ δεν κλήθηκε για κατάθεση

·      αρνείται ότι τον κάλεσε στο τηλέφωνο και τον αποκάλεσε «πεζεβέγκη» αφού η διάρκεια κλήσης ήταν 1 δευτερόλεπτο.

·      ότι τοποθέτησε κάμερες και το απέκρυψε από το Δικαστήριο αλλά αντιθέτως υποστηρίζει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση εμπόδισε τον τεχνικό να τις εγκαταστήσει κάτι που καταδεικνύει ότι αυτός θέλει να δρα ανεξέλεγκτα και επικαλούμενος την συνιδιοκτησία (παρά το γεγονός ότι η ίδια η νόμιμη και de facto κάτοχος της κατοικίας από την ημέρα της αποχώρησης του), να εισέρχεται όποτε το επιθυμεί στο σπίτι, ακριβώς για να της ασκεί ψυχολογική και σωματική βία για να ενδώσει στους εκβιασμούς του.

·      Αρνείται τα όσα της αποδίδει για εργαλειοποίηση των παιδιών και υποστηρίζει πως αυτός δεν συνεισέφερε στα της διατροφής τους όλα αυτά τα χρόνια ούτε στα έξοδα πανεπιστημίου της θυγατέρας τους

 

Ως προς την αναφορά της για την αναχώρηση της Κωνσταντίνας μαζί της αναφέρει πως ήταν ένα εκ παραδρομής λάθος και υπό την πίεση του χρόνου και το γεγονότων που λαμβάναν χώρα και ότι δεν αντιλήφθηκε τη συγκεκριμένη λανθασμένη αναφορά της.  Σε κάθε όμως περίπτωση, όμως υποστηρίζει ουδεμία βαρύτητα φέρει αυτό της το λάθος, αφού πουθενά μέσα στην ένορκη της δήλωση δεν βασίστηκε σε αυτό το λάθος, για να καταδείξει τους κινδύνους σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος και του κατεπείγοντος της αίτησης και πως ο βασικός της ο φόβος ήταν ότι ο γιός της κρατούσε κλειδί της οικίας και στον οποίο δυστυχώς ασκείται μεγάλη επιρροή από τον πατέρα του και υπήρχε κίνδυνος να του δώσει το κλειδί και να πετύχει είσοδο ο Καθ’ ου η αίτηση ενόσω έλειπε η ίδια. Επιπλέον αναφέρει ότι, δεν είναι μόνο σε αυτό το περιστατικό που βασίστηκε αφού είναι στη βάση όλης της προηγούμενης συμπεριφοράς του Καθ’ ου η αίτηση, ιδίως κατά τις προηγούμενες μέρες, αρχής γενομένης κατά την 16.07.2025 που της δημιουργήθηκε αυτός ο φόβος και γεννήθηκε η κατεπείγουσα αυτή ανάγκη για εξασφάλιση των επίδικων διαταγμάτων.

 

Σε σχέση με το ζήτημα της επιστροφής τους από την Αγγλία στις 30/07/2025 στην οποία πτήση θα ήταν και ο Καθ’ ου η αίτηση και ο γιος τους, αναφέρει πως δεν γνώριζαν ότι ο Καθ’ ου η αίτηση θα αναχωρούσε με αυτήν την συγκεκριμένη πτήση, οπόταν δεν υπήρχε υποχρέωση να αποκαλύψουν το οτιδήποτε σε σχέση με το ζήτημα αυτό.  Σε κάθε όμως περίπτωση, το ζήτημα είναι επουσιώδες και δεν αποτελεί υπεράσπιση στα επίδικα ζητήματα της αγωγής.

 

Αναφέρει ακόμα ότι ο Καθ΄ ου η αίτηση είναι αυτός που άλλαξε το όνομα του λογαριασμού στο «Netflix» για να προσάψει κάποιου είδους ανάρμοστη συμπεριφορά στην ίδια και ακολούθως ο ίδιος φαίνεται να έχει μπλοκάρει το λογαριασμό, αφού είναι αυτός ο δικαιούχος του λογαριασμού αυτού με αποτέλεσμα να μην μπορεί κανένας στο σπίτι να έχει πρόσβαση στο Netflix.

 

Σε σχέση με την ένορκη δήλωση της Ο.Π. αναφέρει ότι τα λεγόμενα της είναι όλα ψευδή και αποκύημα της φαντασίας της και τα απορρίπτει ως τέτοια και τονίζει πως δεν είχε το οποιοδήποτε δικαίωμα να την φωτογραφίζει και να την βιντεογραφεί εξ ου και το σύνολο του υλικού αυτού θα πρέπει να αγνοηθεί αφού πάρθηκε χωρίς τη συναίνεση της ενώ εν πάση περιπτώσει επισημαίνει ότι η ίδια και ο Κ.Μ. φαίνονται ιδιαίτερα ενοχλημένοι και καθόλου δεν φαίνεται από το ύφος τους ότι χλευάζον ή παρακολουθούν τον Καθ’ ου η αίτηση και τη σύντροφο του, ως τους καταλογίζεται.

 

Για το γυμναστήριο αναφέρει ότι είναι χρόνια πελάτισσα επειδή εκεί έπαιρνε κολύμπι τα παιδιά της και δεν ισχύει το περιστατικό που αναφέρει η σύντροφος του Καθ’ ου η αίτηση και το μόνο που αποκαλύπτει είναι πως είναι αυτή που την παρακολουθούσε και την χρονομέτρησε.

 

Περιπλέον αναφέρει ότι από όλη την υπόθεση με τον Καθ’ ου η αίτηση, τη βία που δέχεται από αυτόν και τον ψυχολογικό πόλεμο και τα περιστατικά που λαμβάνουν χώρα το τελευταίο διάστημα, έχει υποστεί ψυχική βλάβη, υπέφερε από ίλιγγο και προς τούτο αναζήτησε τη βοήθεια γιατρού η οποία διέγνωσε γενικευμένη αδυναμία μετά από στρεσογόνο επεισόδιο και περιστροφική ζάλη με αστάθεια βάδισης και τάση προς πτώση, της χορήγησε ενέσιμο διάλυμα και θεραπεία με χάπια (δισκία) ενώ στη συνέχεια αναφέρει ότι η κατάσταση της επιδεινώθηκε αφού είχε και τάσεις για εμετούς, παρά το ότι έπαιρνε τα χάπια nautisol ως η συμβουλή της γιατρού, έστω και με δύο ημέρες διακοπή. Στις 19.08.25 αναφέρει ότι επισκέφθηκε εκ νέου τη γιατρό συνεπεία ζάλης και έντονου stress, ότι μετά από εξέταση της δόθηκε σύσταση για έναρξη φαρμακευτικής αγωγής και να ξεκινήσει να βλέπει ψυχίατρο. Προς τούτο της έγραψε συνταγή για τα χάπια Mersinol τα οποία θεραπεύουν το άγχος και την ανησυχία και χρησιμοποιούνται και ως αντικαταθλιπτικά (βλ. Τεκμήριο 4 και 5).  Εν ολίγοις, ως αναφέρει από τα περιστατικά αυτά και τη βίαιη και επιθετική συμπεριφορά του και θα αναγκαστεί να λαμβάνει ψυχοφάρμακα για να ηρεμεί.

 

Συμπληρωματική Ε/Δ καταχώρησε και ο Καθ’ ου η αίτηση (στο εξής «ΣΕΔ Καθ΄ ου») στην οποία εν πολλοίς επαναλαμβάνει τις ίδιες θέσεις. Αναφέρεται στην γονική αποξένωση του από τα παιδιά του ένεκα ενεργειών της Αιτήτριας και της μητέρας της αλλά από το 2024 και του συντρόφου της Αιτήτριας, υποστηρίζει ότι οι ισχυρισμοί περί επίθεσης είναι ατεκμηρίωτοι, ότι δεν εξετάστηκε από ιατρό και δεν έβγαλε καν μια φωτογραφία και εν πάση περιπτώσει δεν είναι τόσο σοβαροί που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αλλά οι συμπεριφορές της αυτές γίνονται προσχηματικά για να τον εμποδίσουν από την απόλαυση της περιουσίας του. Παρά δε το ότι ισχυρίζεται ότι υπήρξε παρενοχλητική συμπεριφορά εκ μέρους της εντούτοις ποτέ δεν προέβη σε αίτηση παρακοής ούτε αποτάθηκε για τροποποίηση του υφιστάμενου διατάγματος ή έκδοση νέου, παρά μόνο μετά από 4 και πλέον έτη ενώ δεν ζήτησε ούτε περιοριστικά μέτρα κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης του Κακουργιοδικείου.  Αναφέρεται στο δυσανάλογο των διαταγμάτων που επηρεάζουν κατάφορα τα ανθρώπινα του δικαιώματα, με τον τρόπο που εξηγεί ενώ είναι δυσανάλογα σε σχέση με τα γεγονότα που επικαλείται η Αιτήτρια. Παραπονείται ότι η Αιτήτρια όφειλε να αποκαλύψει ότι ο ίδιος είναι πρόσφυγας αλλά και την περιουσία των γονέων της μαζί με τους οποίους μπορεί να διαμείνει αν δεν αντέχει την συγκατοίκηση μαζί του ενώ ακόμα μπορεί να διαμείνει με την αδελφή της που έχει οικία 5 υπνοδωματίων.  Αντίθετα το σπίτι που διαμένουν οι δικοί του γονείς είναι τουρκοκυπριακό και μόνο ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών περιουσιών μπορεί να αποφασίσει αν θα μείνει εκεί οποιοδήποτε πρόσωπο εκτός από την υπερήλικη μητέρα του και την οικιακή της βοηθό ενώ παράλληλα επισημαίνει πως τόσο η επαγγελματική του βάση όσο και τα παιδιά του βρίσκονται στη Λευκωσία. Εμμένει στη θέση του ότι η αιτήτρια εγκατέστησε κάμερες και στη θέση του ότι προέβη σε καταγγελία κατά του Κ.Μ. αλλά και στη θέση του όσον αφορά την απομάκρυνση και κλοπή πολύτιμων αντικειμένων από την οικία, ισχυρίζεται πως η συμφωνία των 10 ημερών συνιστούσε κώλυμα εξ υποσχέσεως που την εμπόδιζε να καταχωρήσει την παρούσα αφού ο ίδιος βασίστηκε σε αυτήν προς ζημία του, ενώ επίσης εμμένει στη θέση του ως προς την ιδιότητα υπό την οποία ο υιός του έλαβε το κλειδί της Οικίας.  Υποστηρίζει πως οι ισχυρισμοί της σε σχέση με το ιστορικό κρατήσεων του ξενοδοχείου “Flamingo” είναι ατεκμηρίωτοι ενώ διερωτάται για ποιο λόγο επιλέγει να μεταβαίνει στο ίδιο ξενοδοχείο ή γυμναστήριο που πηγαίνει ο Καθ’ ου η αίτηση αφού ως η θέση της τον φοβάται, ενώ απορρίπτει για λόγους που εξηγεί πως δεν γνώριζαν πως το όχημα audi ήταν δικό του.

 

Παραπονείται ότι απέκρυψε το ότι προσέλαβε τεχνικούς για την τοποθέτηση καμερών κάτι που θα έπρεπε να το αποκάλυπτε στην Ε/Δ για το κατεπείγον αλλά δεν το έπραξε για να μπορεί να επικαλείται ότι φοβάται ότι ο Καθ’ ου η αίτηση θα εγκαθιστούσε κάμερες και να πείσει για την αναγκαιότητα έκδοσης του διατάγματος.  Υποστηρίζει ακόμα ότι δεν μπορεί να κατέστη νόμιμη ή de facto κάτοχος της κατοικίας από την ημέρα αποχώρησης του ως εάν να απέκτησε δικαίωμα επί συνιδιόκτητης οικίας.  Αναφέρει ακόμα ότι η δικαιολογία της ως προς το ψέμα που είπε ότι θα ταξίδευε μαζί της η θυγατέρα της δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και αφήνει έκθετη τη θέση της ως προς το κατεπείγον αφού εμφανώς είχε χρησιμοποιήσει την απουσία της κόρης της και της ίδιας και την ευαλωτότητα του υιού της προς τον πατέρα του για να πείσει ότι ήταν αναγκαία η έκδοση μονομερώς των αιτούμενων διαταγμάτων.  Ως προς το ζήτημα με το Netflix ανέφερε ότι η Αιτήτρια είχε τους κωδικούς του και χρησιμοποιούσε το λογαριασμό του, πλην όμως τώρα τους έχει αλλάξει και έχει δώσει πρόσβαση μόνο στα παιδιά του. Αμφισβητεί ότι η Αιτήτρια έχει υποστεί προβλήματα υγείας εξ αιτίας της συμπεριφοράς του και υποστηρίζει πως τα όσα αναφέρει στις παρ. 53-56 της ΣΕΔ της είναι κατασκευασμένη μαρτυρία για αλλότριους σκοπούς. Εν πάση περιπτώσει καμμιά σημασία έχει με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης αφού τα όσα επικαλείται έγιναν μεταγενέστερα και το μόνο που αποδεικνύουν ως η θέση του είναι πως η Αιτήτρια πάντα είχε πρόβλημα με ίλιγγο, τρέμουλα, ουρολοιμώξεις, όζο στο λαιμό και δυσκοιλιότητα και πάντα λάμβανε παραπεμπτικό για ωτορινολαρυγγολόγο ενώ επίσης υποστηρίζει πως ένεκα των συμπτωμάτων ζάλης και ιλίγγου θα έπρεπε να της συστηθεί ωτολογική εξέταση και MRI κάτι που δεν φαίνεται να έγινε.  Παράλληλα ενώ είχε αυτά τα συμπτώματα φαίνεται να συνέχιζε να πηγαίνει γυμναστήριο με σκοπό να τον παρεμποδίζει να πηγαίνει εκεί λόγω της ύπαρξης του διατάγματος, πράγμα που έκανε στις 5.8.25 και στις 7.8.25 που ήταν πάνω στο μηχάνημα δρόμου και έτρεχε, ενώ σύμφωνα με ενημέρωση της οποίας έτυχε από τα παιδιά της κατά το διάστημα του Αυγούστου η Αιτήτρια με τον σύντροφο της έβγαιναν έξω και πήγαν διακοπές.  Εν τέλει δε υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει χειροπιαστή απόδειξη από που προκλήθηκε ο ίλιγγος ενώ εν πάση περιπτώσει το ότι η ίδια αναφέρει ότι θα λαμβάνει ψυχοφάρμακα χωρίς να κάνει εξετάσεις και να επισκεφθεί ψυχίατρο καταδεικνύει τη σκοπιμότητα και το ψέμα της.

 

Αρνείται την πρόκληση ζημιών στην Οικία για τις οποίες η Αιτήτρια καμία συγκεκριμένη μαρτυρία προσήγαγε και αναφέρει πως αυτή είναι που θέτει σε κίνδυνο την Οικία με το να μην υπογράφει από τον Νοέμβριο του 2021 για να ασφαλίζεται το σπίτι, αφήνει την Οικία να καταστρέφεται χωρίς να κάνει επιδιορθώσεις, ενώ με βάση το διάταγμα ο ίδιος δεν μπορεί καν να προσεγγίσει και να προφυλάξει το σπίτι του ή τα παιδιά του σε περίπτωση που χρειαστούν βοήθεια κάτι που του προκαλεί κατάθλιψη και πολλά ψυχολογικά και άλλα προβλήματα υγείας.

 

Εν τέλει υποστηρίζει πως τα αιτούμενα διατάγματα προδικάζουν τη υπόθεση, προκαλούν στον ίδιο ανεπανόρθωτη ζημιά, τον απομακρύνουν από τα παιδιά του αφού δεν μπορεί να επισκέπτεται την Οικία ενώ θα συνεχίσει να αποστερείται την περιουσία του για άλλα 5 περίπου χρόνια μέχρι να αποπερατωθεί η αγωγή ενώ ήδη την αποστερήθηκε χωρίς λόγο από το 2021, τη στιγμή μάλιστα που η ίδια από κανένα φόβο δεν διακατέχεται και καμμιά απτή απόδειξη πρόκλησης ζημιάς στην Οικία φαίνεται.  Εάν δε την είχε παρακολουθήσει το βράδυ που ισχυρίζεται σίγουρα θα αποτείνετο στην Αστυνομία για παρακοή του διατάγματος ημερ.30.6.21 κάτι που δεν έπραξε.

 

Η Διαδικασία

Ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξέταστηκε και οι συνήγοροι περιορίστηκαν σε αγορεύσεις στο πλαίσιο των οποίων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους.  Αναφορά δε σε αυτές θα γίνει πιο κάτω στο πλαίσιο της νομικής πτυχής και στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο, προς αποφυγή αχρείαστων επαναλήψεων.

 

Νομική Πτυχή

Η αίτηση βασίζεται συνδυαστικά στο άρθρο 32 του Ν. 14/60 καθώς και στο άρθρο 10 του Ν. 114(Ι)/2021.

 

Το εν λόγω άρθρο 10 του Ν. 114(Ι)/21 προβλέπει τα εξής:

 

« 10.-(1) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του άρθρου 32 του περί ∆ικαστηρίων Νόμου και των προνοιών οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισµού, δικαστήριο το οποίο εκδικάζει αγωγή που καταχωρίζεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους, ανεξαρτήτως εάν αυτό ασκεί πρωτοβάθµια ή δευτεροβάθµια δικαιοδοσία, δύναται να εκδώσει ενδιάµεσο διάταγμα με το οποίο επιβάλλει στον καθ’ ου η αίτηση οποιαδήποτε απαγόρευση ή/και περιορισµό θεωρεί αναγκαίο ή/και επιθυµητό υπό τις περιστάσεις, με σκοπό την ασφάλεια ή/και την προστασία του αιτητή.

(2) ∆ικαστήριο ασκούν την εξουσία του δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), δύναται να εκδώσει ενδιάµεσο διάταγμα με το οποίο, μεταξύ άλλων- (α) περιορίζει ή/και απαγορεύει στον καθ’ ου η αίτηση να προσεγγίζει ή/και να ακολουθεί τον αιτητή· (β) περιορίζει ή/και απαγορεύει την πρόσβαση του καθ’ ου η αίτηση στον τόπο διαµονής ή/και εργασίας του αιτητή ή/και σε ακίνητη ή κινητή περιουσία που ανήκει ή κατέχεται ολικώς ή µερικώς από τον αιτητή· (γ) απαγορεύει στον καθ’ ου η αίτηση να επικοινωνεί με τον αιτητή.

(3) Το προβλεπόµενο στο εδάφιο (1) διάταγμα εκδίδεται κατόπιν αίτησης που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση στην οποία καταγράφονται γεγονότα ή/και στοιχεία τα οποία αποτελούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη ότι λαμβάνει χώραν παρενοχλητική παρακολούθηση ή παρενόχληση ή υφίσταται κίνδυνος επανάληψης ή εξακολούθησης συµπεριφοράς που συνιστά παρενοχλητική παρακολούθηση ή παρενόχληση του ενάγοντος ή µέλους της οικογένειάς του.

(4) Διάταγμα εκδοθέν δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) ισχύει για περίοδο που δεν υπερβαίνει τις οκτώ (8) ηµέρες από την ηµέρα επίδοσής του στον καθ’ ου η αίτηση και είναι επιστρεπτέο στο δικαστήριο εντός της περιόδου αυτής σε µέρα και ώρα που θα ορίσει το δικαστήριο.

(5) Ο διάδικος εναντίον του οποίου εξεδόθη διάταγμα δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) δύναται να ζητήσει την ακύρωση ή την τροποποίηση του διατάγματος πριν από τη λήξη της καθοριζόµενης σε αυτό περίοδο.»

(έμφαση δοθείσα)

 

Ό,τι άλλο αξίζει να σημειωθεί εδώ είναι πως σύμφωνα με τον Ν. 114(Ι)/21, «παρενόχληση» σημαίνει την πρόκληση ανησυχίας ή αγωνίας σε άλλο πρόσωπο ενώ «συμπεριφορά» σε σχέση με την παρενόχληση προσώπου, σημαίνει την επίδειξη τουλάχιστον δύο (2) φορές συμπεριφοράς που συνιστά παρενόχληση, και στην περίπτωση που αυτή αφορά στην παρενόχληση δύο (2) ή περισσότερων προσώπων, στην επίδειξη τοιαύτης συμπεριφοράς, τουλάχιστον µία (1) φορά για κάθε πρόσωπο.

 

Στρεφόμενη τώρα στις αρχές που διέπουν το ζήτημα έκδοσης διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 στο οποίο επίσης βασίζεται η αίτηση, αυτές έχουν καθορισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο σε πλειάδα αποφάσεων και είναι πολύ καλά γνωστές (βλ. ενδεικτικά Οδυσσέως v. Πιερής Estates (1982) 1 A.A.Δ. 557, Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos Ltd (2002) 1 (B) A.A.Δ. 1361, Μαίρη Ν. Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού (2002) 1(Γ) 1980, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου (2003) 1 Α.Α.Δ. 741 Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Limited, Πολιτική Έφεση 145/2011, ημερομηνίας 13/06/2013). Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 περιέχει ουσιαστικό και όχι δικονομικό δίκαιο. Τούτο προκύπτει από την υπόθεση Χάρης Φεσσάς, Αίτηση (1990) 1 Α.Α.Δ. 704, όπου υιοθετήθηκαν τα λεχθέντα στην υπόθεση Heli-Air v. Drescher (1988) 1 C.L.R. 234, στη σελ. 237 στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής:-

 

" We have come to the conclusion that section 32 is a section of substantive law and does not prescribe any procedure. The procedure to be followed in invoking its provisions has to be sought in the Civil Procedure Law and the rules made thereunder or any other law or rules prescribing procedures covering such instances."

 

Οι τρείς απαραίτητες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να καταστεί δυνατή η επιτυχής επίκληση του άρθρου 32, είναι:

 

(α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση

(β) να υπάρχει πιθανότητα οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και

(γ)   να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα.

 

Αναλύοντας τις πιο πάνω προϋποθέσεις συνοπτικά και στη βάση πάντα της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον αιτητή να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που να είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης (βλ. Α/φοί Μυλωνά κ.ά. v. Michalakis Avraamides & Co. Ltd, (1998) 1 ΑΑΔ 1513 στη σελίδα 1516[3]).  Όπως όμως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti (ανωτέρω), το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιόν του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας.  Όπως δε εμφαντικά αναφέρεται υπόθεση Τ. A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (2002) 1 ΑΑΔ 802 από το Δ. Νικολάου: 

«Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou (1978) 1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates and Others (1982) 1 C.L.R. 557 κ.ά. και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.ά. (1996) 1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά»

 

(βλ. επίσης και Bacardi and Co Ltd. v. Vimco Ltd (1996) 1 ΑΑΔ 788, Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Nicantony Trading Co. Ltd (1998) 1 C.L.R. 1653, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ.ά., Πολιτική Έφεση 11156/19.10.2002)

 

Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, αυτή ως έχει νομολογηθεί φέρνει στο προσκήνιο το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων κάτω από το φως των γεγονότων της υπόθεσης (βλ. Οδυσσέως (πιο πάνω) στη σελίδα 570). Ως ξεκάθαρα σημειώνεται στην Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Αλκιβιάδη Θεωρή (1989) 1(A) Α.Α.Δ. 255 στη σελίδα 258, αν η επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο, είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη.  Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι στην υπόθεση Papapetrou Bros Ltd v. Ανδρούλας Παπαπέτρου (2003) 1Β 741, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε ενώπιον του οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο ώστε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ των αιτητών, υπό περιστάσεις όπου στην ένορκο δήλωση που υποστήριζε την αίτηση γινόταν αναφορά ότι, σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος οι αιτητές θα υποστούν ανυπολόγιστες ζημιές.  Θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι στην υπόθεση Κυρίσαββα v. Κύζη (2001) 1 Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». Στην εν λογω υπόθεση κρίθηκε ότι η τρίτη προϋπόθεση πληρούτο στη βάση του ότι μεταξύ άλλων ο χαρακτήρας του επίδικου κτήματος θα είχε αλλοιωθεί αν αφηνόταν η οικοδομή (που περιλάμβανε την κατασκευή πεζοδρομίων, χώρου στάθμευσης, πρέμιξ, σιδηρών πασσάλων, πρόνοια όπως ορισμένα τμήματα παραχωρηθούν και εγγραφούν ως δημόσιοι πεζόδρομοι) να τελεσφορήσει (βλ. και Papastratis v. Pierides (1979) 1 C.L.R. 231).

 

Το θέμα όμως δεν τελειώνει με την εκπλήρωση των πιο πάνω προϋποθέσεων. Όπως υποδεικνύεται στην Οδυσσέως (ανωτέρω), στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, ζήτημα το οποίο κρίνεται πάντα με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ" Βασίλη (1989) 1 Α.Α.Δ. (Ε) 152 και Θεωρή (ανωτέρω)).

 

Το δε πρόσωπο που αιτείται την έκδοση του προσωρινού διατάγματος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και σε περίπτωση αμφισβητούμενων γεγονότων η υποχρέωση απόδειξης τους βαρύνει τους αιτητές (βλ. Iacovou Brothers v. Fashionwise Ltd (2000) 1 (B) A.A.Δ. 1377). Όπως βέβαια έχει ήδη λεχθεί το Δικαστήριο σε αιτήσεις έκδοσης ή οριστικοποίησης προσωρινών διαταγμάτων περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσον ικανοποιούνται ή όχι οι προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και χωρίς να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης αφού αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 ΑΑΔ 248, Jonitexo Ltd v. Adidas (1984) 1 CLR 263). Με άλλα λόγια αμφισβητούμενα γεγονότα και δύσκολα νομικά σημεία αφήνονται να αποφασισθούν με την ουσία της αγωγής. Απαιτείται κρίση μόνο σε ότι αφορά την ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 (βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita (2002) 1(Γ) A.A.Δ 2015 και Ντάγκλας ν. Ντάγκλας (2004) 1(A) Α.Α.Δ 629).

 

Τούτων λεχθέντων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι σίγουρα κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω), αλλά σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο, θα προβεί στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο σε τελεσίδικη κρίση επί των ζητημάτων αυτών, αλλά απλώς θα περιοριστεί στη διαπίστωση της παρουσίας ή απουσίας οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. (βλ. Φαέθων Μιχαηλίδης v. Παπακυριακού (2004) 1 ΑΑΔ 209).

 

Προδικαστικά Ζητήματα

 

Προτού όμως προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης θεωρώ ότι θα πρέπει να εξεταστούν κάποια ζητήματα που εγείρει η πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση, τα οποία κατά λογική προτεραιότητα χρήζουν εξέτασης πριν από οτιδήποτε άλλο.

 

(1)   Εκπνοή ισχύος του Διατάγματος

Παραπονείται εν πρώτοις ο Καθ΄ ου η αίτηση, πως το εκδοθέν διάταγμα του επεδόθη στις 31.7.25 και επομένως η ισχύς του έπαυσε στις 8.8.25 σύμφωνα με τον Ν.114(Ι)/21 (βλ. άρθρο 10(4) ανωτέρω), επομένως στις 11.8.25 που ορίστηκε επιστρεπτέο το εν λόγω διάταγμα αυτό ήταν χωρίς ισχύ.  Το ότι όντως το επίδικο διάταγμα επεδόθη στις 31.7.25 και ορίστηκε επιστρεπτέο στις 11.8.25 δεν αμφισβητείται.  Όμως δεν με βρίσκει σύμφωνη η θέση ότι τούτο το καθιστά άκυρο αφού η αίτηση στηρίζεται και στο άρθρο 32 του Ν. 14/60 ως ήδη προαναφέρθηκε, οι πρόνοιες του οποίου δεν περιέχουν αντίστοιχο περιορισμό.  Το ίδιο δε το άρθρο 10 του Ν. 114/21 καθιστά σαφές πως η ύπαρξη του δεν επηρεάζει ουδόλως τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα που κρίνει αναγκαίο στη βάση του άρθρου 32, αφού αναφέρει εξ αρχής πως εφαρμόζεται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν. 14/60.

 

Πέραν και ανεξαρτήτως των πιο πάνω σημειώνεται πως ακόμα και να ήθελε θεωρηθεί αντίθετα με τα πιο πάνω πως είχε παύσει η ισχύς του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος για τον τυπικό στην ουσία λόγο που επικαλείται η υπεράσπιση, τούτο δεν θα εμπόδιζε ούτως ή άλλως το Δικαστήριο να εξετάσει την αίτηση και να εκδώσει ή να επανεκδώσει το διάταγμα που κρίνει ότι δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις.  Εξ άλλου η συγκεκριμένη πρόνοια τίθεται, προφανώς, για σκοπούς προστασίας των δικαιωμάτων του Καθ’ ου η αίτηση, τα οποία βέβαια ουδόλως έχει καταδειχθεί πώς παραβλάφτηκαν με την συνέχιση ισχύος του διατάγματος, για την πολύ μικρή περίοδο (συγκεκριμένα 3 μέρες) πέραν των οκτώ ημερών που προβλέπει ο Νόμος.

 

(2)   Αναρμοδιότητα του Δικαστηρίου

Το επόμενο ζήτημα που εγείρεται είναι το ζήτημα της ισχυριζόμενης αναρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου να εξετάσει την αίτηση αφού ως η πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση ισχυρίζεται τα εγειρόμενα ζητήματα εμπίπτουν εντός της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου.  Η εισήγηση εδράζεται στο άρθρο 11 του Συντάγματος καθώς και το άρθρο 17 του Περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 23/90 το οποίο προβλέπει τα εξής:

 

Με βάση το λεκτικό του άρθρου ισχυρίζεται πως η Αιτήτρια ήταν υποχρεωμένη να προσφύγει στο Οικογενειακό Δικαστήριο για να διεκδικήσει αποκλειστική χρήση της Οικίας, αφού ο Νόμος της επιτρέπει κάτι τέτοιο, τονίζοντας πως εφόσον το διαζύγιο εκδόθηκε στις 10.4.24, το δικαίωμα της αυτό εκπνέει στις 29.4.26.

 

Η εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνη.  Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Κατζουράκη Μελπωμένη ν. Μαρίνου Επαμεινώνδα, (2005) 1 Α.Α.Δ. 219:

 

« Κατά τη συζήτηση της έφεσης, ο συνήγορος της εφεσείουσας αναφέρθηκε εν πρώτοις στη βάση της αγωγής, την οποία εξήγησε με αναφορά τόσο στις αρχές του κοινού δικαίου σε σχέση με τις οποίες παρέπεμψε στις αποφάσεις του Αγγλικού Εφετείου στις υποθέσεις Burris v. Azadani [1995] 4 All E.R. 802 και Khorasandjian v. Bush [1993] 3 All E.R. 669, όσο και στο Σύνταγμα, κυρίως στο Άρθρο 15, με το οποίο διασφαλίζεται το δικαίωμα ιδιωτικής ζωής και μας παρέπεμψε, ως προς αυτό, στη Γιάλλουρου ν. Νικολάου, (2001) 1(Α) Α.Α.Δ. 558. Το επίδικο θέμα αρμοδιότητας το εξετάζουμε μέσα στο τεθέν πλαίσιο το οποίο, για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας, θα εκλάβουμε ως δεδομένο, δίχως να εκφέρουμε επ' αυτού οριστική άποψη.

Η θέση της εφεσείουσας ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου έχει, καθώς μας φαίνεται, ως κεντρικό άξονα τα ακόλουθα τα οποία μεταφέρουμε από τη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της:

«Στην προκείμενη περίπτωση, το δικαίωμα ενός διαδίκου να ζητήσει δικαστική προστασία για να παρεμποδίσει την παρενόχληση του ή την επέμβαση στην ιδιωτική ή προσωπική του ζωή δεν εξαρτάται από τη σχέση συγγένειας που έχει με το πρόσωπο που διαπράττει την επέμβαση ή την παρενόχληση. Είναι ένα δικαίωμα που υφίσταται ανεξάρτητα από τη σχέση συγγένειας παραπονούμενου και υπαίτιου και άρα ανήκει στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Το ζήτημα αυτό θα υπαγόταν στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, μόνο αν η ύπαρξη του γάμου δημιουργούσε τέτοια δικαιώματα ή υποχρεώσεις μεταξύ των διαδίκων που αφενός απέκλειαν την εφαρμογή των διατάξεων του αστικού αδικήματος της παρενόχλησης και αφετέρου ήταν δικαιώματα και υποχρεώσεις η έκταση των οποίων επιδεχόταν δικαστικής ρύθμισης από το Οικογενειακό Δικαστήριο.»

Ο συνήγορος του εφεσιβλήτου εισηγήθηκε, αντιθέτως, ότι αρμοδιότητα για όλες τις αστικές διαφορές μεταξύ συζύγων έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο. Στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου τέθηκε ως εξής:

«.... θα πρέπει να τεθεί αυστηρά ο κανόνας ότι οι διαφορές μεταξύ συζύγων πρέπει να παραπέμπονται για εκδίκαση στα Οικογενειακά Δικαστήρια. Αναφερόμαστε πάντα στις οποιεσδήποτε αστικές διαφορές και οι αστικές διαφορές περιλαμβάνουν για παράδειγμα περιουσιακές διαφορές δεν περιορίζονται όμως σε αυτές. Μπορεί να περιλάβουν απαίτηση αποζημιώσεων για δάνειο άρα καλύπτουν και το δίκαιο των συμβάσεων. Δεν μπορούν παρά να περιλαμβάνουν επίσης αποζημιώσεις για τραύματα μετά από αμέλεια ή μετά από επίθεση ή και κάτω από το αστικό αδίκημα της παρενόχλησης ή του εκφοβισμού όπως τη συγκεκριμένη περίπτωση.»

Πρέπει κατ' αρχάς να υποδείξουμε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν διατηρούσε δυνατότητα να εξέταζε παρεμπιπτόντως, στην αίτηση για μη συμμόρφωση με το διάταγμα, ζήτημα αρμοδιότητος για την έκδοση του διατάγματος. Το ζήτημα θα μπορούσε να είχε τεθεί προτού το διάταγμα καταστεί απόλυτο. Μετά, μόνο με ένδικο μέσο στο Ανώτατο Δικαστήριο θα μπορούσε να αμφισβητηθεί η εγκυρότητα του διατάγματος. Η νομολογία ότι ζήτημα δικαιοδοσίας μπορεί να τεθεί οποτεδήποτε δεν σημαίνει και ότι τέτοιο ζήτημα βρίσκεται έξω από δικονομικό έλεγχο ώστε να μπορεί να παρεμβάλλεται οπουδήποτε κατά το δοκούν. Έτσι όμως όπως ήρθαν τα πράγματα μας φαίνεται ότι ενδείκνυται τώρα στην έφεση η εξέταση αυτού του ζητήματος.

Ως προς το πού βρίσκεται η αρμοδιότητα σε τέτοιες περιπτώσεις, έχοντας υπόψη μας το τεθέν πλαίσιο μέσα στο οποίο εξετάζουμε το ζήτημα, δεν συμμεριζόμαστε την πρωτόδικη άποψη ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας. Θεωρούμε ορθή την επί του προκειμένου θέση της εφεσείουσας, για τους λόγους ακριβώς που ανέπτυξε ο συνήγορος της στο απόσπασμα που παραθέσαμε. Δεν χρειάζεται να τους εκφράσουμε με άλλο τρόπο. Κατά τη γνώμη μας το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα.

Η έφεση επιτυγχάνει με έξοδα. Δεδομένου ότι, καθώς διαπιστώθηκε πρωτοδίκως, ο εφεσίβλητος δεν συμμορφώθηκε με το διάταγμα, ο Δικαστής που επιλήφθηκε της υπόθεσης θα πρέπει τώρα να προχωρήσει με τα περαιτέρω.»

 

Εν προκειμένω γίνεται επίκληση των αστικών αδικημάτων της επίθεσης της παρενόχλησης και παρενοχλητικής παρακολούθησης καθώς και της παράνομης επέμβασης, πράγμα το οποίο θεωρώ προσδίδει δικαιοδοσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο κατ’ αναλογίαν των ανωτέρω να εκδικάσει τα εγειρόμενα ζητήματα.  Αν τώρα καταδεικνύεται ή όχι πιθανότητα επιτυχίας σε σχέση με τις βάσεις αγωγής που επικαλείται ή και αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η νομολογία τούτο είναι διαφορετικό ζήτημα που θα απασχολήσει στη συνέχεια.

 

(3)   Σύγκρουση των αιτουμενων/εκδοθέντων διαταγμάτων με προηγηθέν διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου

Επικαλείται εν συνεχεία ότι υπάρχει σύγκρουση των εκδοθέντων ή αιτούμενων διαταγμάτων με το διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου με βάση το οποίο ο Καθ’ ου η αίτηση θα πρέπει να παραλαμβάνει τον υιό των διαδίκων από την Οικία και να τον επιστρέφει εκεί, για σκοπούς άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας του με αυτόν.  Το ζήτημα όμως αυτό αφενός ήταν υπόψη του Δικαστή που εξέδωσε τα εν λόγω διατάγματα μονομερώς αφού είχε επισυναφθεί το σχετικό διάταγμα ως Τεκμήριο και αφετέρου και εν πάση περιπτώσει το ζήτημα αυτό εξέλιπε πολύ σύντομα μετά την έκδοση του διατάγματος ήτοι από 1.9.25 οπόταν και ενηλικιώθηκε ο υιός των διαδίκων, χωρίς στο μεταξύ να προκύψει οποιοδήποτε ζήτημα παρακοής οιουδήποτε εκ των διαταγμάτων και δη του διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου για τέτοιο λόγο.  Εξάλλου και ο ίδιος ο Καθ’ ου η αίτηση αναφέρει πως ήταν δυνατόν να συμμορφώνεται και με τα δύο διατάγματα αφήνοντας τον υιό του στην ανάλογη απόσταση από την Οικία.

 

(4)   Κατάχρηση ένεκα της αγωγής [ ]/21, Ε. Δ. Λευκωσίας

Ως προς τον ισχυρισμό περί κατάχρησης λόγω της ύπαρξης της αγωγής [ ]/21 η οποία αφορά και πάλι το αστικό αδίκημα της επίθεσης και της παρενοχλητικής συμπεριφοράς και όπου ζητούνται «πανομοιότυπες» θεραπείες ενώ έχει εκδοθεί και εκ συμφώνου διάταγμα στο πλαίσιο ενδιάμεσης αίτησης, σημειώνω τα εξής.  Είναι γεγονός πως το ιστορικό της παρούσας αγωγής φαίνεται εκ πρώτης όψεως να έχει συνάφεια με τα γεγονότα που αποτελούν τη βάση της προηγηθείσας αγωγής. Τούτο είναι άλλωστε λογικό αφού καταπιάνεται με το ιστορικό του γάμου των μερών.  Όμως αυτό που δεν πρέπει να διαλανθάνει την προσοχή, είναι πως εν προκειμένω η Αιτήτρια επικαλείται νέα γεγονότα που επεσυνέβησαν τον Ιούλιο του 2025 και εντεύθεν, τα οποία κατά τη θέση της πάντοτε, στοιχειοθετούν το αστικό αδίκημα της επίθεσης, της παράνομης επέμβασης καθώς και της παρενόχλησης και της παρενοχλητικής παρακολούθησης.  Σημειώνεται εδώ ότι το αστικό αδίκημα της παρενόχλησης σύμφωνα με το σχετικό νόμο διαπράττεται εφόσον ο Καθ’ ου η αίτηση επιδεικνύει συμπεριφορά δύο τουλάχιστον φορές, που συνιστά παρενόχληση.  Εν προκειμένω η Αιτήτρια φαίνεται να επικαλείται νέα γεγονότα που επεσυνέβησαν από τον Ιούλιο του 2025 και μετά για να στοιχειοθετήσει το αστικό αδίκημα της επίθεσης, της παρενόχλησης και παράλληλα περιλαμβάνει και νέες βάσεις αγωγής όπως την παράνομη επέμβαση, έτσι που θα ήταν τουλάχιστον αμφίβολο κατά πόσον θα της επιτρεπόταν να εντάξει τα γεγονότα στην υφιστάμενη αγωγή με βάση και τη σχετική με το θέμα νομολογία που αφορά τη Δ.25 των παλαιών θεσμών ως τροποποιήθηκε, που φαίνεται να είναι και η διάταξη η οποία τυγχάνει εφαρμογής για τους σκοπούς της αγωγής [ ]/21.  Ανεξαρτήτως τούτου όμως και στο βαθμό που τυχόν υπάρχουν κοινά θέματα προς εκδίκαση υπάρχουν διαθέσιμες διαδικασίες για να αποφευχθούν τα ενδεχόμενα για τα οποία εκφράζει φόβους ο Καθ’ ου η αίτηση και που αφορούν την εκδίκαση των ίδιων ζητημάτων από διαφορετικά Δικαστήρια. Επομένως ούτε το επιχείρημα περί κατάχρησης ένεκα της αγωγής [ ]/21 μπορεί στο στάδιο τουλάχιστον αυτό να επιτύχει.

 

(5)   Δεδικασμένο

Ως προς τον ισχυρισμό περί δεδικασμένου σε σχέση με τα γεγονότα μέχρι τις 30.6.21, σημειώνεται κατ’ αρχάς ότι ως θέμα αρχής σε ενδιάμεσες αιτήσεις δεν δημιουργείται ζήτημα δεδικασμένου. Η δε ουσία της αγωγής 1163/21 δεν εκδικάστηκε ακόμα.  Εν πάσει περιπτώσει επικαλούμενη τα γεγονότα μέχρι την 30.6.21 στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης, η Αιτήτρια είναι σαφές πως δεν τα επικαλείται για να ζητήσει θεραπεία στηριζόμενη σε αυτά.  Άλλωστε το αναφέρει και η ίδια σαφώς πως στηρίζεται στα γεγονότα του Ιουλίου του 2025 και εντεύθεν.  Επομένως ό,τι γίνεται αντιληπτό είναι πως θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου προηγούμενα γεγονότα για να θέσει πλήρως το ιστορικό, ως όφειλε, που προηγείται των γεγονότων της 18.7.25 και εντεύθεν που αποτελούν και τη βάση, ως η ίδια διατείνεται, για την καταχώρηση και προώθηση της παρούσας αγωγή αλλά και τη βάση για την αξίωση των προσωρινών διαταγμάτων που ζητά με την αίτηση της. Επομένως ούτε αυτή η εισήγηση βρίσκω πως ευσταθεί.

 

(6)   Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς/υποσχέσεων – προηγηθείσα συνεννόησης μεταξύ των διαδίκων

Επικαλείται ακόμα ο Καθ’ ου η αίτηση πως η Αιτήτρια κωλύετο να προχωρήσει με οιαδήποτε αίτηση μέσα στο χρόνο που είχαν προβεί σε συνεννόηση/συμφωνία, ώστε τόσο ο Καθ’ ου η αίτηση όσο και ο σύντροφος της Αιτήτριας να μην μεταβαίνουν στην Οικία για περίοδο 10 ημερών, διάστημα εντός του οποίου θα κατέβαλλαν προσπάθεια επίλυσης των περιουσιακών διαφορών τους.  Επί τούτου αρκούμαι να σημειώσω πως η Αιτήτρια διατείνεται πως δεν δεσμευόταν από τη συνεννόηση τους εφόσον για λόγους που επεξηγεί ο Καθ΄ ου η αίτηση δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα.  Ο Καθ΄ ου η αίτηση καίτοι δεν αρνείται στην παρουσία του στην Οικία μετά τη συμφωνία εντούτοις εξηγεί για ποιο λόγο το έκανε και στην ουσία αρνείται πως παραβίασε τη συμφωνία/συνεννόηση.  Ως έχει ήδη λεχθεί το στάδιο αυτό δεν προσφέρεται για τελικές κρίσεις επί αμφισβητούμενων ζητημάτων και συνεπώς δεν μπορώ να θεωρήσω πως το ζήτημα αυτό που προβάλλει η υπεράσπιση, δύναται υπό το φως και των θέσεων που προβάλλει η Αιτήτρια να αποτελέσει λόγο για να απορριφθεί η αίτηση στην ολότητα της.

 

(7)   Απόκρυψη Γεγονότων

Το επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι το ζήτημα της ισχυριζόμενης απόκρυψης γεγονότων.  Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα έχουν συνοψίζονται στην υπόθεση Τσιερκέζου Κατερίνα ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd (2009) 1 ΑΑΔ 734, στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων ότι:

 

« Η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο εκείνα τα γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά επεκτείνεται και σε εκείνα τα γεγονότα τα οποία ο αιτητής θα μπορούσε να αποκαλύψει με μια εύλογη έρευνα. (Βλ. Χριστοφόρου v. Γρηγορίου (1995) 1 Α.Α.Δ. 248). Αν ο αιτητής παραλείψει να συμμορφωθεί με την πιο πάνω υποχρέωση τότε το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να προβεί στην έκδοση του διατάγματος, ανεξάρτητα αν η παράλειψη ήταν αθώα ή σκόπιμη. (ΒλLloyds Bowmaker Ltd v. Britannia Arrow Holdings plc (Lavens, third party) [1988] 3 All E.R. 178).] Οι προεκτάσεις της υποχρέωσης αποκάλυψης των γεγονότων εξετάστηκαν στην αγγλική υπόθεση Brink's - MAT Ltd v. Elcombe a.o. [1988] 3 All E.R. 188, στην οποία τονίστηκαν τα ακόλουθα:

(1)  Ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβαίνει σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων.

(2)  Τα ουσιώδη στοιχεία είναι εκείνα τα οποία θα πρέπει να γνωρίζει ο Δικαστής όπως αυτά καθορίζονται από το Δικαστή και όχι από τους δικηγόρους των διαδίκων.

(3)  Η υποχρέωση της αποκάλυψης δεν περιορίζεται στα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά και σε εκείνα που μπορούσαν να αποκαλυφθούν με μια εύλογη έρευνα.

(4)  Η έκταση της έρευνας που πρέπει να γίνει εξαρτάται από τα περιστατικά της υπόθεσης που περιλαμβάνει τη (i) φύση της υπόθεσης και (ii) το επιζητούμενο διάταγμα και τα επακόλουθα της έκδοσης του για τον εναγόμενο.

(5)  Το Δικαστήριο που διαπιστώνει τη μη αποκάλυψη θα πρέπει να αποστερήσει από τον αιτητή οποιοδήποτε πλεονέκτημα που έχει αποκομίσει.

(6)  Η μη αποκάλυψη που οφείλεται σε αθώα συμπεριφορά ή σε μη ορθή εκτίμηση της σχετικότητας της είναι μια σημαντική πτυχή, αλλά όχι αποφασιστική στην εξέταση της μη αποκάλυψης· και

(7)  Κάθε παράλειψη δεν εξυπακούει την άμεση ακύρωση του διατάγματος.»

 

Όπως δε τονίζεται στην Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G κ.α. ν. Adeona Holdings Limited κ.α. Πολ.Εφ. Ε6/2014 ημερ. 27.2.2015:

 

« Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου.  Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων.

Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση.  Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής.  Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim) (1985) F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014, ECLI:CY:AD:2014:A269).  Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος.  Στην υπόθεση Brink´s-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188 o δικαστής Balcombe LJ επεξηγώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής:-

«The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a two-fold purpose.  It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R v Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 509.  But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realise that they have this duty of disclosure and of the consequences (which may include a liability in costs) if they fail in that duty.  Nevertheless, this judge-made rule cannot be allowed itself to become an instrument of injustice.  It is for this reason that there must be a discretion in the court to continue the injunction, or to grant a fresh injunction in its place, notwithstanding that there may have been non-disclosure when the original ex parte injunction was obtained: see in general Bank Mellat v Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87, 90 and Lloyds Bowmaker Ltd v Britannia Arrow Holdings Plc., ante p. 1337, a recent decision of this court in which the authorities are fully reviewed.  I make two comments on the exercise of this discretion. (1) Whilst, having regard to the purpose of the rule, the discretion is one to be exercised sparingly, I would not wish to define or limit the circumstances in which it may be exercised. (2) I agree with the views of Dillon L.J. in the Lloyds Bowmaker case, at. P. 1349C-D, that if there is jurisdiction to grant a fresh injunction, then there must also be a discretion to refuse, in an appropriate case, to discharge the original injunction.»

Χρήσιμη ανάλυση της νομολογίας για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δίδεται επίσης στην αγγλική υπόθεση Arena Corporation Ltd (In Provisional Liquidations) v. Schroeder (2003) All ER (D) 199.

Λόγω των δραστικών επιπτώσεων που συνήθως ακολουθούν εύρημα δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη, τα τελευταία χρόνια διαπιστώθηκαν δύο φαινόμενα.  Πρώτον, μια δικαιολογημένη φοβία εκ μέρους των δικηγόρων των αιτητών ως προς τον κίνδυνο να θεωρηθεί η πλευρά τους ότι δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη.  Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τίθενται ενώπιον των δικαστηρίων όγκοι εγγράφων, τα οποία, χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση, τις περισσότερες φορές τείνουν να συσκοτίζουν παρά να διαφωτίζουν το δικαστήριο.  Όπως τονίστηκε από το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση National Bank of Sharjah v. Dellborg, The Times, December 24, 1992 (CA),  υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης και του κατακλυσμού του δικαστηρίου με σωρεία εγγράφων, πλείστα των οποίων είναι μη ουσιώδη και αχρείαστα για τους σκοπούς που τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου.  Γι' αυτό είναι πολύ σημαντικό όπως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, να επεξηγείται με τρόπο λακωνικό η σημασία των εγγράφων που επισυνάπτονται.  Περαιτέρω, θα πρέπει να τονίζεται το σημαντικό μέρος των εγγράφων, ώστε τα ουσιώδη θέματα να αναδύονται εύκολα με μια απλή συνδυασμένη ανάγνωση της ένορκης δήλωσης και των εγγράφων.  Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος η αποκάλυψη να μην θεωρηθεί ειλικρινής και πλήρης

Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων».  Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες.

Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός.  Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας (βλ. Brink´s-Mat Elcombe, ανωτέρω). »

 

Εν προκειμένω η πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση επικαλείται σωρεία παραλείψεων από πλευράς Αιτήτριας τα οποία ως η θέση του θα πρέπει να οδηγήσουν σε ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων και να εμποδίσουν την έκδοση οιωνδήποτε άλλων.  Επικαλείται συγκεκριμένα τα εξής:

 

1.  Την απόκρυψη της απόφασης του Κακουργιοδικείου ημερ. 16.7.25 με την οποία ο Καθ’ ου η αίτηση αθωώθηκε από υπόθεση βιασμού όπου Παραπονούμενη ήταν η Αιτήτρια.  Παραπονείται συγκεκριμένα ότι δεν την επεσύναψε ενώ θα μπορούσε να την εξασφαλίσει από άλλες πηγές καίτοι ο δικηγόρος της Δημοκρατίας που την χειρίστηκε απουσίαζε ενώ επίσης παραπονείται ότι η Αιτήτρια εστιάζει στο ότι ο Καθ΄ ου η Αίτηση δεν κρίθηκε αξιόπιστος, αποκρύβοντας ότι ούτε η ίδια που ήταν μάλιστα η Παραπονούμενη κρίθηκε αξιόπιστη.  Αντίθετη είναι η θέση της Αιτήτριας η οποία υποστηρίζει πως αποκάλυψε την εν λόγω απόφαση και εξήγησε για ποιο λόγο δεν μπορούσε να επισυνάψει αντίγραφο της.

 

Επί τούτου παρατηρώ ότι πράγματι η Αιτήτρια δεν απέκρυψε το γεγονός της έκδοσης της επίμαχης απόφασης αλλά αντίθετα ρητώς αναφέρεται σε αυτήν λέγοντας ξεκάθαρα πως ο Καθ’ ου η αίτηση αθωώθηκε, εξηγώντας για ποιο λόγο δεν ήταν σε θέση να επισυνάψει αντίγραφο της κατά τον δεδομένο χρόνο αφού ο συνήγορος που την χειριζόταν απουσίαζε και οποιαδήποτε αναμονή θα επηρέαζε το επείγον της αίτησης και ακόμα πως η ίδια με βάση την αντίληψη που είχε μετέφερε τα δεδομένα που είχε υπόψιν της.  Εξάλλου επί του ζητήματος αξιοπιστίας των μαρτύρων πρέπει να λεχθεί ότι το παρόν Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τα όποια ευρήματα στο πλαίσιο εκείνο που είχε ως αντικείμενο ποινικά αδικήματα.  Σε κάθε περίπτωση το ουσιώδες που ήταν η αθώωση του Καθ’ ου η αίτηση, τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου.  Ως προς το ότι αναφέρει ότι ο Καθ΄ ου η αίτηση εκεί Κατηγορούμενος κρίθηκε αναξιόπιστος ενώ την ίδια στιγμή δεν αποκαλύπτει σύμφωνα πάντα με τον Καθ΄ ου η αίτηση πως ούτε η ίδια κρίθηκε αξιόπιστη δε θεωρώ ότι μεταβάλλει την ουσία που αποκαλύφθηκε, ότι δηλαδή ο Καθ΄ ου η αίτηση αθωώθηκε.

 

2.  Την απόκρυψη και μη παρουσίαση της ένστασης του Καθ’ ου η αίτηση ημερ. 12.5.21, στην ενδιάμεση αίτηση στην αγωγή [ ]/21 με την οποία ως υποστηρίζει θα αναδιπλώνονταν ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε τα μονομερή διατάγματα, οι θέσεις του ιδίου συμπεριλαμβανομένης και της θέσης του πως δεν αποχώρησε οικειοθελώς από το σπίτι.  Επί τούτου πρέπει να πω πως η Αιτήτρια επεσύναψε τα δικόγραφα της εν λόγω αγωγής συμπεριλαμβανομένης της υπεράσπισης και ανταπαίτησης όπου ξεκάθαρα φαίνονται οι θέσεις και απαιτήσεις του Καθ΄ ου η αίτηση και είναι σαφές εξ αυτής πως δεν συναινεί στη μη είσοδο του στο σπίτι.  Επομένως και λαμβάνοντας υπόψη την ανωτέρω νομολογία με βάση την οποία απαιτείται η αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων και με βάση την οποία δεν θα πρέπει να αφήνεται ο κανόνας αυτός να μετατρέπεται σε «εργαλείο αδικίας», δεν μπορώ να καταλήξω πως υπήρξε ουσιώδης παράλειψη αποκάλυψης που να δικαιολογεί την ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων.

 

3.  Τη μη αποκάλυψη του γεγονότος ότι η Αιτήτρια με τον Καθ’ ου η αίτηση απομάκρυναν παράνομα πολύτιμα αντικείμενα αξίας €60.000,. Επί του ζητήματος αυτού υπάρχει διάσταση ως προς τι διαμείφθηκε με την Αιτήτρια να υποστηρίζει ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε.  Ως δε ήδη εξηγήθηκε το στάδιο αυτό δεν προσφέρεται για την αξιολόγηση αντικρουόμενων εκδοχών.  Συναφώς θα ήταν αντινομικό το Δικαστήριο να καταλήξει πως τα όσα ο Καθ’ ου η αίτηση παραπονείται συνιστούν μη αποκάλυψη γεγονότων, όταν η ίδια η Αιτήτρια δεν τα υιοθετεί με τον τρόπο που τα εξιστορεί ο ίδιος.

 

Κατά τον ίδιο τρόπο το ότι άλλαξε τη πτήση της και επέστρεψε από την Αγγλία με τη πτήση στην οποία ταξίδευε ο Καθ’ ου η αίτηση, γνωρίζοντας πως ο τελευταίος θα ήταν ταξίδευε με την εν λόγω πτήση, είναι κάτι που επίσης αμφισβητείται από την ίδια και δεν μπορεί συναφώς να θεωρηθεί στο πλαίσιο αυτό απόκρυψη.

Το ίδιο σκεπτικό απαντά και στον ισχυρισμό περί μη αποκάλυψης του γεγονότος ότι η Αιτήτρια με τον Καθ’ ου η αίτηση εγκλώβισαν το όχημα του Καθ΄ ου η αίτηση στο χώρο στάθμευσης του ξενοδοχείου στον Πρωταρά για αρκετό χρόνο.  Επί του ζητήματος αυτού υπάρχει διάσταση ως προς τι διαμείφθηκε με την Αιτήτρια να υποστηρίζει ότι τούτο έγινε χωρίς αντίληψη ότι επρόκειτο για το όχημα του Καθ΄ ου η αίτηση και εν πάση περιπτώσει ότι τούτο δεν έγινε από την ίδια.  Συναφώς θα ήταν αντινομικό το Δικαστήριο να καταλήξει πως τα όσα ο Καθ’ ου παραπονείται συνιστούν μη αποκάλυψη γεγονότων, αφού η ίδια δεν τα υιοθετεί με τον τρόπο που τα εξιστορεί ο ίδιος.

 

Κατά τον ίδιο τρόπο το γεγονός ότι σύμφωνα με τον Καθ’ ου η αίτηση απέκρυψε την τοποθέτηση καμερών ασφαλείας εντός της οικίας, πρέπει να σημειωθεί πως είναι επίσης αμφισβητούμενο ζήτημα, αφού η ίδια υποστηρίζει πως ο Καθ’ ου η αίτηση εμπόδισε τον τεχνικό από του να τις εγκαταστήσει.  Έτσι και πάλιν δεν νοείται να θεωρείται παράλειψη αποκάλυψης γεγονός που δεν υιοθετεί η ίδια.  Βέβαια υποστηρίζει ο Καθ’ ου η αίτηση πως θα έπρεπε έστω και αυτή της η θέση να είχε αποκαλυφθεί αφού κατά τον Καθ’ ου η αίτηση ο λόγος που δεν αποκαλύφθηκε ήταν για να μπορεί να προβάλλει μετά ως φόβο το ότι ο Καθ’ ου η αίτηση θα εγκαθιστούσε κάμερες ή κοριούς στην οικία προσπαθώντας να ενισχύσει την ανάγκη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με αυτόν τον καθ’ όλα υποθετικό συλλογισμό του Καθ’ ου η αίτηση ούτε και μπορεί εύκολα να συσχετιστούν οι φόβοι της για την τοποθέτηση μυστικών μέσων παρακολούθησης από τον Καθ΄ ου η αίτηση όπως είναι οι κοριοί ή και κάμερες των οποίων την ύπαρξη η ίδια μπορεί μην μπορούσε να αντιληφθεί, με το ότι η ίδια επιχείρησε να τοποθετήσει κάμερες για να ελέγχει την κατάσταση στην Οικία, χωρίς ωστόσο εν τέλει να το καταφέρει.

 

4.  Δεν αποκάλυψε ποτέ το γεγονός ότι απέσυρε ανεπιφύλακτα την αίτηση διαζυγίου.  Το γεγονός αυτό θεωρώ ότι είναι επουσιώδες αφού η ουσία (την οποία αποκαλύπτει) είναι πως εκδόθηκε το διαζύγιο εναντίον της λόγω μοιχείας, ενώ εξηγεί και τους κατά τη θέση της λόγους που οδήγησαν σε αυτή την κατάληξη, ασχέτως αν οι εξηγήσεις της είναι ή όχι αποδεκτές.  Κατά τον ίδιο τρόπο δεν είναι αντιληπτό γιατί είναι ουσιώδες, σε αυτό το πολύ συγκεκριμένο και περιορισμένο πλαίσιο, το Δικαστήριο να απασχοληθεί με την ημερομηνία διάστασης, τη στιγμή που ο γάμος λύθηκε προ δύο σχεδόν ετών και μάλιστα κατά παραδοχήν της με λόγο τη μοιχεία που αφορούσε στο πρόσωπο της.  Ούτε είναι αντιληπτό τι άλλο θα προσέθετε στα επίδικα γεγονότα η αποκάλυψη της αγωγής που κατέθεσε ο εναγόμενος για άλλα ζητήματα πέραν του να καταδείξει ότι έχουν άλλη μια εκκρεμούσα διαδικασία μεταξύ τους που δεν σχετίζεται με το αντικείμενο της παρούσας.  Η δε αίτηση γονικής μέριμνας για την οποία επίσης παραπονείται έχει αποπερατωθεί με την έκδοση διατάγματος εκ συμφώνου (το οποίο αποκαλύφθηκε) και χωρίς οι εκατέρωθεν τοποθετήσεις να έχουν εκδικαστεί.

 

Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό ότι στην οικία διαμένει και ο σύντροφος της θυγατέρας του, η παρουσία του οποίου δεν είναι αντιληπτό για ποιο λόγο αποτελεί ουσιώδες ζήτημα ή πώς θα διαφοροποιούσε τα γεγονότα που επικαλείται η Αιτήτρια και τους κινδύνους που αισθάνεται.  Αν θέση του Καθ’ ου η αίτηση είναι πως αυτό διασυνδέεται με το ότι σύντροφος της θυγατέρας εφόσον βρισκόταν στο σπίτι θα εμπόδιζε την παρουσία του Καθ’ ου η αίτηση, δεν θεωρώ ότι τούτο θα μπορούσε να διαφοροποιήσει ουσιωδώς την εικόνα ή να αλλοιώσει τους κινδύνους που προβάλλει η η Αιτήτρια, αφού και σε άλλες περιπτώσεις που επικαλείται η Αιτήτρια, άλλα πρόσωπα ήταν παρόντα περιλαμβανομένης της κόρης της Αιτήτριας, και παρά ταύτα ο Καθ’ ου η αίτηση σύμφωνα με την ίδια προέβη στις συμπεριφορές που κατ’ ισχυρισμόν του καταλογίζει.

 

Το πιο πάνω σκεπτικό όπως θα εξηγήσω και πιο κάτω απαντά ουσιαστικά και τον ισχυρισμό του Καθ’ ου η αίτηση πως η Αιτήτρια ανέφερε πως η θυγατέρα της θα έφευγε μαζί της στις 26.7.25 ενώ τούτο δεν ήταν ορθό και το οποίο ο Καθ’ ου η αίτηση θεωρεί πως είναι κεφαλαιώδους σημασίας αφού διασυνδέεται με το ζήτημα του κατεπείγοντος.  Επί τούτου σημειώνω ότι πράγματι η Αιτήτρια αναφέρει πως θα αναχωρούσε στις 26.7.25 αφήνοντας να γίνει σαφώς αντιληπτό εκ των λεχθέντων της πως η θυγατέρα της θα έφευγε μαζί της.  Εξάλλου η ίδια δεν αμφισβητεί πως τούτο ανέφερε και το αποδίδει σε λάθος ένεκα του όγκου των πληροφοριών που είχε να διαχειριστεί.  Λέγει εν συνεχεία πως ο Καθ’ ου η αίτηση θα παρέμενε στην Κύπρο και πως στο διάστημα αυτό θα μπορούσε να εισέλθει και να προκαλέσει ζημιές ένεκα και της ευαλωτότητας του υιού τους προς τον ίδιο τον Καθ’ ου η αίτηση.  Παρ΄ ότι είναι αντιληπτό το γιατί ο Καθ’ ου η αίτηση διασυνδέει το ζήτημα αυτό με το κατεπείγον, εντούτοις δεν θεωρώ πως το ζήτημα έχει τη βαρύνουσα σημασία που του προσδίδει ο Καθ’ ου η αίτηση.  Και τούτο ακριβώς διότι και σε άλλη περίπτωση που ήταν παρούσα η θυγατέρα της Αιτήτριας, ο Καθ’ ου η αίτηση φέρεται κατά την Αιτήτρια πάντοτε να εισήλθε στην Οικία και να προέβη στις συμπεριφορές που του καταλογίζει. Πέραν όμως και ανεξαρτήτως τούτου είναι επίσης σαφές από όλα όσα προβάλλει, πως για το ζήτημα του κατεπείγοντος η ίδια στηρίζεται κυρίως στη δική της απουσία στο εξωτερικό αλλά και στο σύνολο των συμπεριφορών του από τον Ιούλιο που αθωώθηκε από την ποινική υπόθεση και εντεύθεν.  Επομένως παρότι πράγματι η Αιτήτρια όφειλε να θέσει τα πράγματα στην ορθή τους διάσταση, δεν θεωρώ πως η παράμετρος αυτή υπό το φως ιδιαίτερα και του ότι και άλλα συμβάντα συνέβησαν - κατ’ ισχυρισμόν της Αιτήτριας πάντοτε - ενώ η θυγατέρα της (καθώς και άλλα πρόσωπα ήταν παρόντα) θα αποτελούσε ουσιώδη παράγοντα που θα διαφοροποιούσε την κρίση του Δικαστηρίου

 

5.  Το ότι του τηλεφώνησε και τον εξύβρισε.  Πράγματι δεν αναφέρθηκε σε αυτό το τηλεφώνημα η Αιτήτρια, στο οποίο αναφέρθηκε δια της ΣΕΔ της στην οποία δεν αμφισβητεί ότι τον κάλεσε.  Πρόκειται όμως για ένα μεμονωμένο τηλεφώνημα (αφού δεν υπήρξε ισχυρισμός περί άλλης κλήσης) διάρκειας μόλις ενός δευτερολέπτου το οποίο δεν θεωρώ ότι θα μπορούσε να έχει τη διάσταση την οποία επιδιώκει ο Καθ’ ου η αίτηση να του προσδώσει ούτε και να αποτελέσει αφ’ εαυτού λόγο για την ακύρωση των διαταγμάτων. 

 

6.  Μη αποκάλυψη της ιδιότητας του ως πρόσφυγα καθώς και του ότι δεν παρέχεται η ευχέρεια να φιλοξενηθεί στην Οικία της μητέρας του αφού η οικία της τυγχάνει διαχείρισης από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών περιουσιών ο οποίος είναι και ο μόνος που μπορεί να αποφασίσει αν θα μείνει εκεί οποιοδήποτε πρόσωπο εκτός από την υπερήλικη μητέρα του και την οικιακή της βοηθό.  Ούτε και αυτή εισήγηση με βρίσκει σύμφωνη έχοντας κατά νου τη θέση και πεποίθηση που εκφράζει η Αιτήτρια πως ο Καθ’ ου η αίτηση έχει διαμορφώσει χώρο πλησίον των γραφείων του όπου διαμένει.  Επομένως εφόσον αυτή είναι η θέση της δεν είναι αντιληπτό γιατί θα έπρεπε να αναφέρει πως δεν είναι δυνατόν να διαμείνει ο ίδιος στην οικία της μητέρας του (σε άλλη επαρχία) τη στιγμή που η ίδια προωθεί τη θέση πως ήδη διαθέτει δικό του χώρο διαμονής στη Λευκωσία, ανεξάρτητα αν ο ίδιος απορρίπτει τη θέση αυτή.

 

Έχοντας καταλήξει πως δεν στοιχειοθετείται οποιοσδήποτε λόγος που να καθιστά απορριπτέα τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε ευρήματα για την ουσία της υπόθεσης είτε όσον αφορά γεγονότα είτε νομικά σημεία, προχωρώ να εξετάσω την παρούσα αίτηση στην ουσία της.

 

Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, σημειώνω πως, ό,τι απαιτείται στο στάδιο αυτό είναι η κατάδειξη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.  Με άλλα λόγια στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος έχει άμεση σχέση με την ύπαρξη νομικής βάσης αγωγής, εφόσον κάτι τέτοιο αποκαλύπτεται από το δικόγραφο.  Εν προκειμένω η αξίωση ως ήδη λέχθηκε βασίζεται στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης, της επίθεσης και της παρενόχλησης/παρενοχλητικής παρακολούθησης (Ν. 114(Ι)/21) που συνιστούν αναγνωρισμένες βάσεις αξίωσης.

 

Έρχομαι τώρα στη δεύτερη προϋπόθεση η οποία υπό το φως των όσων πιο πάνω έχουν λεχθεί θα εξεταστεί με αναφορά στη βάση αγωγής που αφορά (1) την ισχυριζόμενη παράνομη επέμβαση (2) την επίθεση και (3) την παρενόχληση/παρενοχλητική παρακολούθηση.  Ό,τι άλλο πρέπει να τονισθεί στο σημείο αυτό είναι πως η Αιτήτρια για σκοπούς υποστήριξης των βάσεων αυτών επικαλείται γεγονότα του Ιουλίου του 2025, έχοντας βέβαια θέσει για σκοπούς ιστορικού γεγονότα που προηγούνται και αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής  [ ]/21 και της ενδιάμεσης αίτησης στη βάση της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα ημερ. 30.6.21, χωρίς ωστόσο να τα επικαλείται για να στοιχειοθετήσει την αξίωση της στην παρούσα.

 

Επανερχόμενη τώρα στη δεύτερη προϋπόθεση, που αφορά στην ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία, αυτή ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης που αφορά την παρουσίαση μιας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Αυτή η δεύτερη προϋπόθεση συσχετίζει στην ουσία τη νομική θεμελίωση που απορρέει από το καταχωρημένο δικόγραφο με την πραγματική διαθέσιμη μαρτυρία όπως αυτή καταγράφεται στις ένορκες δηλώσεις για να θεμελιώσει την αγωγή. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι την πιθανότητα επιτυχίας, η οποία ως έχει αναφερθεί περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, σημειώνω ότι προβαίνω στην κατάληξη μου με βάση το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου, χωρίς να το αξιολογώ και χωρίς να προβαίνω σε ευρήματα για την ουσία της υπόθεσης, αλλά με σκοπό να διαπιστώσω την παρουσία ή απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηνε έκδηλα ανικανοποίητα τα κριτήρια που εφαρμόζονται στη δοσμένη περίπτωση.

 

Σε σχέση με την αξίωση για παράνομη επέμβαση ό,τι είναι ουσιώδες να σημειωθεί είναι πως εν προκειμένω οι διάδικοι είναι συνιδιοκτήτες κατά ½ μερίδιο, πράγμα που δεν αμφισβητείται.  Τούτου δοθέντος καθίσταται απόλυτα σχετικό να σημειωθεί πως στην υπόθεση Μ. Ηροδότου κ.α v. Μ. Παναγίδου, Πολ. Εφ. 336/14, ημερ. 13.7.23, ECLI:CY:AD:2023:A251 λέχθηκαν τα εξής:

 

« Το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλέστηκε το σύγγραμμα Halsburys Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 29, το οποίο πραγματεύεται ως ακολούθως, στην παρ. 726, το ζήτημα της παράνομης επέμβασης σε περίπτωση συνιδιοκτησίας:

«Possession of co-ownersWhere two or more persons are concurrent owners of the same property each ordinarily has both the possession and the right to possession of the whole contemporaneously with the others. Hence one of two co-owners cannot ordinarily maintain an action against the other for the common chattel while it is in the other's possession

Σε ελεύθερη μετάφραση:

«Κατοχή συνιδιοκτητών: Όταν δύο ή περισσότερα πρόσωπα είναι ταυτόχρονοι ιδιοκτήτες του ιδίου αντικειμένου το κάθε ένα από αυτά τα πρόσωπα έχει συνήθως τόσο την κατοχή και το δικαίωμα κατοχής ολοκλήρου του αντικειμένου ταυτόχρονα με τα άλλα πρόσωπα. Κατά συνέπεια ο ένας από τους δύο συνιδιοκτήτες δε νομιμοποιείται να εγείρει ή υποστηρίξει αγωγή εναντίον του άλλου σε σχέση με το κοινό αντικείμενο ενώ βρίσκεται στην κατοχή του άλλου

Ανέφερε περαιτέρω το πρωτόδικο Δικαστήριο πως η πιο πάνω παράγραφος συνοδεύεται με την ακόλουθη σημείωση:

«Harper v. Godsell (1870), L.R. 5, Q.B. 422, at p. 428, per Blackburn, J.; Littleton's Tenures, s. 323. According to Littleton (see Littleton's Tenures, s.323), if one co-owner is dispossessed by the other he has no remedy but by self-help

Σε ελεύθερη μετάφραση:

«Harper v. Godsell (1870), L.R. 5, Q.B. 422, στη σελ. 428, απόφαση του Δικαστή Blackburn, Littleton's Tenures, αρ. 323. Σύμφωνα με τον Littleton (βλ. Littleton's Tenures, αρ. 323), αν ένας συνιδιοκτήτης στερηθεί της κατοχής από τον άλλο δεν έχει θεραπεία εκτός από την αυτοβοήθεια

Επικαλέστηκε επίσης τις παραγράφους 1238 και 1303 των Halsbury's (πιο πάνω), Τόμος 38, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα:

«Co-owner. On co-owner of goods may not sue another co-owner in trespass, unless the latter has ousted the former or destroyed the common property without his consent."

Σε ελεύθερη μετάφραση:

«Ένας συνιδιοκτήτης αντικειμένου δεν δύναται να εναγάγει άλλον συνιδιοκτήτη για παράνομη επέμβαση εκτός εάν ο τελευταίος έχει εκδιώξει τον πρώτο ή καταστρέψει την κοινή ιδιοκτησία χωρίς την συγκατάθεσή του

Είναι σαφές πως με βάση τις ανωτέρω περικοπές αντλείται το συμπέρασμα ότι δεν είναι ευχερής η έγερση αγωγής από συνιδιοκτήτη για παράνομη επέμβαση εναντίον άλλου συνιδιοκτήτη του, εκτός εάν έχει εκδιωχθεί από την περιουσία του.

Στην κρινόμενη περίπτωση, οι εφεσείουσες διέμεναν και κατείχαν μόνιμα και νόμιμα την κατοικία από το 1996 και δεν υπήρξε, ούτε καταλογίσθηκε εις βάρος τους πράξη η οποία να συνιστά είτε παράνομη είσοδο, είτε πρόκληση ζημίας στην περιουσία.

Πλην όμως παραμένει ως γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι οι εφεσείουσες αρνούνται την παραχώρηση των δικαιωμάτων που η Εφεσίβλητη διατηρεί ως συνιδιοκτήτρια της κατοικίας και παρεμποδίζουν την κατοχή της. Επί τούτου το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλέστηκε την υπόθεση Nyburg v. Handelaar (1892) L.JQ.B., Τόμος 61, σελ. 709, όπου αναφέρθηκε στη σελ. 711 ότι: 

«A joint-owner, or a tenant in common, cannot maintain the action against his co-owner unless his co-owner has done something to exclude him from the exercise of his rights in relation to the goods

Σε ελεύθερη μετάφραση:

«Ένας συνιδιοκτήτης ή ενοικιαστής από κοινού δεν μπορεί να εγείρει ή υποστηρίξει αγωγή εναντίον του συνιδιοκτήτη του εκτός αν ο τελευταίος έχει κάμει κάτι που τον αποκλείει από του να ασκεί τα δικαιώματα του σε σχέση με τα αντικείμενα.» 

Παρόμοιο ζήτημα εξετάστηκε στην Kakoullou and another v. Kakoulli (1985) 1 CLR 355 και αποφασίστηκε πως ο συνιδιοκτήτης μπορεί να ενάγει τον άλλο συνιδιοκτήτη για παράνομη επέμβαση, αν πράγματι έχει εκδιωχθεί ή έχει αποστερηθεί της περιουσίας του. Η εν λόγω διατύπωση είναι απόλυτα ταυτισμένη με την παρ. 1328 του συγγράμματος των Clerk & Lindsell on Torts, 14η έκδοση, παρ. 1328, απ’ όπου διαβάζουμε:

«Co-owners. One co-owner of land can only bring an action of trespass against the other, if he has been actually ousted or dispossessed of the Land. Each co-owner is entitled to possession of the whole land, so that if one turns the other off the land or part of it, it is a trespass.»

Στην απόφαση Bull v. Bull (1955) 1 All E.R. 253, την οποία υιοθετεί η Kakoulli (ανωτέρω) αναφέρεται:

«There is plenty of authority about the rights of legal owners in common. Each of them is entitled to the possession of the land and to the use and enjoyment of it in a proper manner. Neither can turn out the other; but if one of them should take more than his proper share the injured party can bring an action for an account. If one of them should go so far as to oust the other he is guilty of a trespass. Such being the rights of legal tenants in common, I think that the rights of equitable owners in common are the same, save only for such differences as are necessarily consequent on the interest being equitable and not legal.»

Στη βάση των ανωτέρω αρχών κρίθηκε στην Kakoulli (ανωτέρω) ότι ο εναγόμενος/εφεσείων, ο οποίος έδιωξε από την οικία τον Εφεσίβλητο και τον εμπόδιζε να κατοικεί σε αυτή, κρίθηκε επεμβασίας.

Στην ίδια απόφαση Kakoulli το Εφετείο υπογράμμισε, αφού αναφέρθηκε στην In the Case of Good Title vTombs, 3 Wills 118 πως ο ενάγων, εκδιωχθείς συνιδιοκτήτης, εδικαιούτο, όπως ήταν η απαίτηση του, σε θεραπεία αποζημιώσεως αποτιμούμενη στην ενοικιαστική αξία της κατοικίας.

Στην κρινόμενη περίπτωση η Εφεσίβλητη αξίωνε πέραν των αποζημιώσεων με βάση την ενοικιαστική αξία του ακινήτου και την απόκτηση της κατοχής του ακινήτου, όπως της αναγνωρίζεται το δικαίωμα αυτό από την προαναφερθείσα νομολογία.

Αντίθετη άποψη θα στερούσε από συνιδιοκτήτη την απόλαυση της περιουσίας του και του συνταγματικά κατοχυρωμένου διά του Άρθρου 23 του Συντάγματος δικαιώματος του για απόλαυση της ιδιοκτησίας του.

Με απόλυτα ορθό τρόπο κρίνουμε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο, αντιμετώπισε τις ανωτέρω αιτιάσεις των εφεσειουσών, αποφασίζοντας αφενός πως ουδέποτε η εφεσίβλητη αποφάσισε να περιορίσει το δικαίωμα επί της ιδιοκτησίας της και ούτε παραχώρησε με συμφωνία την κατοχή της επίδικης κατοικίας σε οποιαδήποτε από τις εφεσείουσες.

Αναφορικά με το συμφωνητικό έγγραφο (Τεκμ. 8) το οποίο ο Τ. Ηροδότου υπέγραψε με την εφεσείουσα 2, έκρινε επίσης ορθά πως «…δεν είναι δυνατό να δεσμεύει την Ενάγουσα, έστω και αν αυτή απόκτησε μεταγενέστερα την ιδιοκτησία. Το δικαίωμα της ιδιοκτησίας υπερέχει της κατοχής, εκτός αν η τελευταία είχε αποκτηθεί με τέτοιο τρόπο που θα λειτουργούσε ως προνόμιο ή δικαίωμα σε βάρος του δικαιώματος της ιδιοκτησίας. Τέτοια θα ήταν η περίπτωση αν η Ενάγουσα παραχωρούσε κατοχή προς τις Εναγόμενες με καταχώριση στα βιβλία του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου που ανήκει το ακίνητο (βλέπε άρθρα 4 και 11(α) του Κεφ. 224).»

Ορθό και μη αμφισβητηθέν ήταν το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η Εφεσίβλητη δεν εγνώριζε για την ύπαρξη του Τεκμ. 8 και το παραχωρηθέν στην Εφεσείουσα 2 δικαίωμα διαμονής της στην επίδικη κατοικία και ούτε σε οποιοδήποτε στάδιο η Εφεσίβλητη αποποιήθηκε του δικαιώματος, να κατέχει την κατοικία, της οποίας είναι συνιδιοκτήτρια».

 

Εν προκειμένω δεν υπάρχει κανένας ισχυρισμός από πλευράς της Αιτήτριας πως ο Καθ΄ ου η αίτηση επεδίωξε ή πέτυχε σε οποιοδήποτε στάδιο τη φυσική εκδίωξη της από την Οικία, ούτε όμως και κατέδειξε πρόθεση καταστροφής τούτης αφού ό,τι φαίνεται εκ πρώτης όψεως πάντα από τις πράξεις του είναι πως πρόκειται αποκλειστικά για ενέργειες που στόχευαν στην είσοδο του στην Οικία, στην οποία δεν του έδιδε πρόσβαση η Αιτήτρια και την οποία είχε ενημερώσει ως προς την επιθυμία του να εισέλθει ως συνιδιοκτήτης που είναι με σχετική επιστολή, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται.  Τα όσα δε γενικά αναφέρει η Αιτήτρια ότι ο Καθ’ ου η αίτηση κατ’ ισχυρισμόν έκανε μετά την πρώτη φορά που μετέβη στην Οικία, ότι δηλαδή συνέχισε να επανέρχεται και να προκαλεί ζημιές (βλ. παρ. 51 της αρχικής Ε/Δ), θεωρώ πως είναι σε τέτοιο βαθμό αόριστα που δεν μπορούν να προσδώσουν υπόσταση και να στοιχειοθετήσουν τον ισχυρισμό αυτό έστω στον περιορισμένο βαθμό που απαιτείτο στο πλαίσιο αυτό, αφού δεν αποκαλύπτουν καν ποιες είναι αυτές οι ισχυριζόμενες ζημιές που προκάλεσε.

 

Ως προς τα όσα η Αιτήτρια επικαλείται περί οικειοθελούς αποχώρησης του Καθ’ ου η αίτηση την 1.1.2021 (τα οποία ο τελευταίος εν πάση περιπτώσει δεν αποδέχεται) καθώς και το γεγονός πως αυτή διέμενε στην Οικία έκτοτε και για σημαντικό χρόνο και πως ο Καθ’ ου η αίτηση δεν επεδίωξε να εισέρχεται στην Οικία στο μεσολαβήσαν διάστημα, δεν οδηγούν χωρίς άλλο και μάλιστα στο στάδιο αυτό, σε διαπίστωση πως ο τελευταίος απεμπόλησε τα δικαιώματα του ως συνιδιοκτήτης και μάλιστα επ’ αόριστον, έτσι που η προσπάθεια του να εισέλθει στην περιουσία στην οποία ήταν και παρέμενε πάντα συνιδιοκτήτης να συνιστά έστω και στο περιορισμένο βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό, ένδειξη ότι συντελείται το αδίκημα της παράνομης επέμβασης.  Η δε θέση της Αιτήτριας πως κατέστη εκ των πραγμάτων «de facto κάτοχος» (κάτι που και πάλιν ο Καθ’ ου η αίτηση αμφισβητεί), δεν έχει καταδειχθεί με ποιο τρόπο διαφοροποιεί τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Ηροδότου (ανωτέρω).

 

Εξάλλου είναι παραδεκτό πως ο ίδιος ο Καθ’ ου η αίτηση σε κάθε περίπτωση καταχώρησε ανταπαίτηση στην αγωγή  [ ]/21 με την οποία εμμένει σαφέστατα στα δικαιώματα του ως συνιδιοκτήτης της Οικίας, ενώ απέστειλε στις 16.7.25 και επιστολή με την οποία καθιστούσε σαφές πως επιθυμούσε την είσοδο στην Οικία.  Το γεγονός δε που επικαλείται η Αιτήτρια ως ένδειξη ή απόδειξη του δικαιώματος της για αποκλειστική κατοχή της Οικίας, ότι δηλαδή στο διάταγμα γονικής μέριμνας καταγράφεται πως η διαμονή του ανήλικου τέκνου θα είναι ο εκάστοτε τόπος διαμονής της ίδιας (δηλ. της Αιτήτριας), δεν θεωρώ πως είναι στην πραγματικότητα τέτοια απόδειξη.  Αφού δεν θεωρώ πως με το λεκτικό του διατάγματος υποδεικνύεται ή αναγνωρίζεται ή επιβάλλεται χωρίς άλλο πως ο τόπος διαμονής της θα ήταν αυτός, αλλά απλώς αναγνωρίζεται πως σε εκείνο το στάδιο εκεί διέμενε η Αιτήτρια.  Για του λόγου το αληθές παραπέμπω στο Τεκμήριο 1 της Ε/Δ της Αιτήτριας όπου αναφέρεται «Εκ συμφώνου εκδίδεται διάταγμα με το οποίο καθορίζεται ως τόπος διαμονής του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, Χ.Δ., ο εκάστοτε τόπος διαμονής της Καθ’ ης η αίτηση εντός της επαρχίας Λευκωσίας, που στο παρόν στάδιο είναι η οδός [ ] 9, [ ], Στρόβολος». (έμφαση δοθείσα).

 

Συνεπώς με τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον μου μέχρι στιγμής δεν μπορώ να θεωρήσω πως έχει στοιχειοθετηθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης εν σχέσει με τη βάση αγωγής που αφορά την παράνομη επέμβαση.

 

Ως προς την επίθεση η Αιτήτρια επικαλείται το περιστατικό της 18.7.25 οπόταν ο Καθ’ ου η αίτηση σύμφωνα πάντα με την ίδια μετά τα γεγονότα της 17.7.25 διανυκτέρευσε στην Οικία και το πρωί της 18.7.25 έφυγε και πήρε τον γιό τους στον στρατό, για να επιστρέψει όμως στο σπίτι σε χρόνο που ο σύντροφος της Αιτήτριας έφυγε για τη δουλειά.  Ως αναφέρει η ίδια δεν το είχε καταλάβει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση είχε επιστρέψει, και το αντελήφθη μόνο όταν άνοιξε την πόρτα του υπνοδωματίου της οπόταν τον είδε να τρέχει στον διάδρομο και τρόμαξε ενώ στη συνέχεια, ο Καθ’ ου η αίτηση επέστρεψε μαζί με κλειδαρά για να φτιάξει την πόρτα που είχε ξηλωθεί την προηγούμενη μέρα.  Αναφέρει δε σχετικά ότι μόλις την είδε ο Καθ’ ου η αίτηση τα μάτια του γυάλισαν, ότι η ίδια ξεκίνησε να ανεβαίνει τη σκάλα, αυτός την ακολούθησε και την άρπαξε, αυτή κατάφερε να ξεφύγει με ελιγμούς και επιχείρησε να μπει στο υπνοδωμάτιο και να κλειδώσει την πόρτα και ότι στην προσπάθεια της αυτή, ο Καθ’ ου η αίτηση πρόλαβε να την αρπάξει από το χέρι και την τραβούσε με πάρα πολλή δύναμη και η ίδια προσπαθούσε να φύγει από το κράτημα του και παράλληλα προσπαθούσε να κλείσει την πόρτα, με αποτέλεσμα, να κλειστεί βίαια το χέρι της στην πόρτα, κάτι που της δημιούργησε μελανιές. Αναφέρει ότι ξεκίνησε να φωνάζει από τον πόνο και ζητούσε φωνακτά βοήθεια και την ίδια ώρα άκουσε τον κλειδαρά να φωνάζει στον Καθ’ ου η αίτηση «Σ., έλα κάτω. Δεν ήρτα δαμαί για να θωρώ τούτα τα πράματα» και ο Καθ’ ου η αίτηση προφανώς φοβήθηκε και κατέβηκε κάτω.  Μετά από το περιστατικό αυτό, αναφέρει ότι η ίδια κλείστηκε στο δωμάτιο και μίλησε τηλεφωνικώς με τον σύντροφο της, ότι του ζήτησε να μεταβεί στην Οικία και μόνο όταν ήρθε ένιωσε ασφαλής να κατεβεί κάτω, ότι μπαίνοντας μέσα άρχισε να λέει στην ίδια να καλέσει την Αστυνομία, ότι στο άκουσμα της ο Καθ’ ου η αίτηση τράπηκε σε φυγή ενώ όταν έφτασε αστυνομικός στην Οικία και είδε το χέρι της τραυματισμένο, της είπε ότι θα πρέπει να βγει διάταγμα για να μην την πλησιάζει ο Καθ’ ου η αίτηση και να μην εισέρχεται στο σπίτι και της παρέδωσε έγγραφο με τίτλο «Ιατρική Βεβαίωση» που στην ουσία πρόκειται για παραπεμπτικό, σε γιατρό για εξέταση του τραυματισμού (βλ. Τεκμήριο 15).

 

Ο Καθ΄ ου η αίτηση από την άλλη αρνείται εξ ολοκλήρου το συμβάν το οποίο αποδίδει στη φαντασία της Αιτήτριας η οποία ισχυρίζεται πως είχε δολίως υποκινηθεί από τον σύντροφο της για να τον καταγγείλουν ψευδώς για επίθεση και να μπορέσουν να τον κρατήσουν μακριά από το σπίτι.  Προς τούτο ο Καθ’ ου η αίτηση επικαλείται το γεγονός πως η Αιτήτρια δεν αναζήτησε ιατρική βοήθεια αλλά ούτε έβγαλε έστω μια φωτογραφία όπου να φαίνονται οι μελανιές που κατ΄ ισχυρισμόν της προκάλεσε.

 

Έχω εξετάσει τις εκατέρωθεν θέσεις επί του ζητήματος αυτού και γενικότερα.  Αυτό που παρατηρώ είναι ότι ο Καθ’ ου η αίτηση παραθέτει τις θέσεις του για κάθε γεγονός που επικαλείται η Αιτήτρια και διατείνεται γενικώς πως όλοι οι ισχυρισμοί της είναι ψευδείς και κακόβουλοι και σκοπό έχουν να δημιουργήσουν εντυπώσεις και το υπόβαθρο για να μπορέσει η Αιτήτρια να τον κρατήσει μακριά από την Οικία και τα παιδιά του.  Προς τούτο επικαλείται και την αναξιοπιστία της στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης στην οποία ήταν Παραπονούμενη και ο ίδιος Κατηγορούμενος από την οποία ο ίδιος αθωώθηκε καθώς και τις κατά την θέση του διαφοροποιήσεις των θέσεων της διαχρονικά κατά πως την βόλευε όπως ήταν και η στάση της για το αν είχε σχέσεις προ της διάστασης με τον Κ.Μ.. Η εξέταση όμως των θέσεων και εισηγήσεων που έχουν υποβληθεί εκ μέρους τους Καθ’ ου η Αίτηση θα οδηγούσε το Δικαστήριο σε εξέταση και διατύπωση κρίσης ως προς την ύπαρξη των ουσιαστικών δικαιωμάτων, ενώ αυτό που χρειάζεται είναι σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης τους. (βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aliminium Co Ltd & Others, (2002) 1Γ ΑΑΔ 2015 και Τ.Α. Micrologic (πιο πάνω). Ό,τι άλλο πρέπει να λεχθεί είναι πως η μη αποδοχή των θέσεων της Παραπονούμενης αλλά του ίδιου του Καθ’ ου η αίτηση στο πλαίσιο άλλης υπόθεσης με άλλο αντικείμενο δεν σημαίνει βέβαια πως είτε ο ένας είτε ο άλλος δεν μπορούν να αξιολογηθούν θετικά στο πλαίσιο μιας άλλης διαδικασίας.

 

Στρεφόμενη στα της παρούσης και στον βαθμό που απαιτείται κάποια προκαταρκτική κρίση στα πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας προς εξέταση των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται, δύναται να λεχθεί κατ’ αρχάς πως η επιλογή της Αιτήτριας να μην εξεταστεί από ιατρό ενώ έλαβε σχετικό παραπεμπτικό ή και η μη λήψη κάποιου φωτογραφικού υλικού που να υποστηρίζει τις θέσεις της πράγματι αποδυναμώνουν σε κάποιο βαθμό τις θέσεις της. Εντούτοις όμως δεν μπορώ να θεωρήσω πως με τα όσα ισχυρίζεται δεν έχει εκπληρώσει έστω και οριακά τη δεύτερη προϋπόθεση στον περιορισμένο μάλιστα βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό.

 

Τώρα στρεφόμενη στην παρενόχληση και την παρενοχλητική παρακολούθηση η Αιτήτρια φαίνεται να επικαλείται όλα τα γεγονότα από τις 17.7.25 και εντεύθεν.  Μεταξύ άλλων επικαλείται το ότι κατά την 17.7.25 αφού ο Καθ’ ου η αίτηση εισήλθε στην Οικία και η ίδια τηλεφώνησε στην αστυνομία ο τελευταίος ξεκίνησε να ουρλιάζει και να ωρύεται μπροστά σε όλους, ότι σε κάποια φάση μεταφέρθηκαν μαζί με τον σύντροφο της και την οικογένεια της στο χώρο της κουζίνας, ότι ο Καθ’ ου η αίτηση ήρθε στον χώρο της κουζίνας και άρχισε να κτυπά με βία την πόρτα, η οποία είναι ως επί το πλείστον γυάλινη, ότι όλοι τρόμαξαν από τη βίαιη συμπεριφορά του και φοβόντουσαν ότι θα σπάσει την πόρτα και ότι ο σύντροφος της τότε κάλεσε την Αστυνομία, η οποία είχε αποχωρήσει από το τον χώρο, για να καταγγείλει το περιστατικό και τη βίαιη συμπεριφορά του.

 

Κατά την επόμενη μέρα 18.7.25 περιγράφει το περιστατικό της επίθεσης που καταγράφεται ανωτέρω ενώ κατά την 19.7.25 αναφέρει ότι ο Καθ΄ ου η αίτηση επανήλθε για να πάρει τον γιό της στον Πρωταρά, ότι ο τελευταίος άνοιξε την πόρτα, αυτή τον είδε πάγωσε και τον ρώτησε γιατί μπήκε μέσα στο σπίτι και τότε αυτός ξεκίνησε να ουρλιάζει και να την βρίζει με μανία μπροστά στον γιο της ενώ στη συνέχεια.

 

Αναφέρει ακόμα ότι στις 21.7.25 ενώ πήγαινε περίπατο με τον σύντροφο της στη γειτονιά, αντιλήφθηκε τον Καθ’ ου η αίτηση να είναι σταθμευμένος στο όχημα του, προφανώς παρακολουθώντας την, ότι απέναντι από το σπίτι της έχει χωράφια και ο Καθ’ ου η αίτηση πάει και παρκάρει σε μία εισδοχή για στάση / στάθμευση στη λεωφόρο Αρχαγγέλου και την παρακολουθεί, ότι ο χώρος αυτός απέχει περίπου 300 μέτρα απόσταση από το σπίτι της και ότι ο λόγος που κατάλαβαν ότι είναι αυτός είναι γιατί είχε το Porsche, με φώτα χαρακτηριστικά. Αναφέρει ακόμα ότι είδε τον ίδιο να βρίσκεται μέσα στο αυτοκίνητο, αφού έχει φως πάνω στην στάση και ότι μόλις τους αντιλήφθηκε ότι τον είδαν, το αυτοκίνητο ξεκίνησε και έφυγε (βλ. Τεκμήριο 16 το σημείο όπου στάθμευσε και την παρακολουθούσε).

 

Περιπλέον και αφού αναφέρεται στα γεγονότα της 22.7.25 καταλήγει να αναφέρει πως με τον Καθ’ ου η αίτηση συμφώνησαν να μην εισέρχεται στην Οικία και πως το ίδιο θα έπραττε και ο σύντροφος της Αιτήτριας για περίοδο 10 ημερών και πως στο διάστημα αυτό θα προέβαιναν σε συζητήσεις για εξεύρεση εξώδικης διευθέτησης για τα περιουσιακά και πως η Αιτήτρια θα παρέδιδε κλειδί στον γιο τους πράγμα το οποίο η ίδια έπραξε.  Παρά ταύτα όμως και παρά τη συνεννόηση που έκαναν την προηγούμενη μέρα ο Καθ’ ου η αίτηση μετέβη εκ νέου στην Οικία στις 23.7.25, και συγκεκριμένα στην πόρτα του σπιτιού, φωνάζοντας ότι θέλει να διαπιστώσει ότι η ίδια παρέδωσε το κλειδί και ότι το κλειδί στον γιο τους και ότι ήταν το σωστό με την Αιτήτρια να τον διαβεβαιώνει πως το έδωσε και πως ο ίδιος δεν θα έπρεπε να είναι εκεί και έκλεισε την πόρτα, κλείνοντας τον έξω.

 

Ακολούθως αυτός άρχισε να φωνάζει, η κόρη της φοβήθηκε και του άνοιξε την πόρτα, και εκμεταλλευόμενος το γεγονός αυτό, μπήκε απευθείας μέσα στο σπίτι, ενώ η ίδια του είπε να φύγει, εξακολούθησε να φωνάζει, να την απειλεί και να της φτύνει, πράγμα που της προκάλεσε πανικό ενώ περιπλέον αναφέρει ότι ο Καθ’ ου η αίτηση πρόταξε ένα αντικείμενο στο πρόσωπο της το οποίο έμοιαζε με μαγνητόφωνο και της ζητούσε να αναφέρει ότι το κλειδί θα γινόταν δικό του σε 10 (δέκα) μέρες εάν δεν κατέληγαν για τα περιουσιακά. Η ίδια του ζήτησε να περάσει έξω λέγοντας του ότι έπραξε αυτά που συμφωνήθηκαν και ότι ήταν αυτός που παραβίαζε την συμφωνία και ότι τότε επενέβησαν ο γιος και ο πατέρας της για να του ζητήσουν να φύγει, πράγμα το οποίο παρά τις φωνές του εν τέλει έπραξε.

 

Ο Καθ’ ου η αίτηση δεν αποδέχεται βέβαια τις πιο πάνω ενέργειες που του αποδίδονται και διατείνεται πως απλώς μετέβαινε στην Οικία του ως είχε δικαίωμα να πράξει και πως είναι η ίδια και οι συγγενείς της που φώναζαν.

 

Στον βαθμό που απαιτείται κάποια προκαταρκτική κρίση στα πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας προς εξέταση των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται, δύναται να λεχθεί κατ’ αρχάς ότι δεν διαλανθάνει την προσοχή του Δικαστηρίου πως φαίνεται πως η Αιτήτρια εκλαμβάνει ως μέρος της παρενόχλησης αυτό καθ’ αυτό το γεγονός πως ο Καθ΄ ου η αίτηση μεταβαίνει στην Οικία, κάτι το οποίο η ίδια δεν επιθυμεί και το οποίο την ενοχλεί και της προκαλεί ανησυχία, άγχος και αγωνία αφού θεωρεί πως είναι η Οικία της ως σε πολλά σημεία την αποκαλεί.  Τούτο βέβαια με δεδομένα τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν εν σχέσει με τη μη κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αξίωσης για παράνομη επέμβαση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ως στοιχείο που καταδεικνύει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης για παρενόχληση.  Παρά ταύτα όμως τα όσα άλλα καταγράφονται ανωτέρω και τα οποία φέρονται κατά την Αιτήτρια να διαδραματίστηκαν σε χρόνους που ο Καθ’ ου η αίτηση βρισκόταν στην Οικία και αναφέρομαι στην ισχυριζόμενη από την ίδια επίθεση, φωνές, φτύσιμο, βίαια χτυπήματα στην πόρτα της κουζίνας καθώς και στο ότι ευρισκόμενος εκτός της Οικίας στο όχημα του κατ’ ισχυρισμόν την παρακολουθούσε, θεωρώ ότι καταδεικνύουν στον περιορισμένο βαθμό που απαιτείται στο πλαίσιο αυτό κάποια ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης της Αιτήτριας για παρενόχληση, αφού πρόκειται για συμπεριφορές που δύνανται να προκαλέσουν ανησυχία, αγωνία και άγχος και έτσι φαίνεται να επέδρασαν στην Αιτήτρια με βάση τους ισχυρισμούς της.

 

Δεν διαλανθάνει βέβαια την προσοχή του Δικαστηρίου πως η Αιτήτρια καιτοι αντελήφθη την παρουσία του Καθ’ ου η αίτηση στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο στον Πρωταρά, όπου δεν αμφισβητείται πως ο τελευταίος ήταν ένοικος, δεν προσπάθησε να φύγει αλλά αντίθετα μετέβη εκεί και την επόμενη μέρα.  Στοιχείο το οποίο καίτοι δεν εξουδετερώνει την πιθανότητα επιτυχίας που διαπιστώθηκε ανωτέρω εν σχέσει με την αποδιδόμενη στον Καθ΄ ου η αίτηση συμπεριφορά, εντούτοις πρόκειται για στοιχείο που έχει και αυτό τη σημασία του, ιδιαίτερα εν σχέσει με το επίπεδο προστασίας που δυνατόν να είναι αναγκαίο εν προκειμένω.  Ζήτημα το οποίο θα απασχολήσει στη συνέχεια.

 

Προχωρώντας τώρα στην τρίτη προϋπόθεση που απαιτεί το να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα, σημειώνω ότι όπως υποδεικνύεται από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η ικανοποίηση αυτής της προϋπόθεσης εξετάζεται κυρίως υπό το φως της επάρκειας των αποζημιώσεων ως θεραπεία στη βάση των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Όπως όμως τονίστηκε στην Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd, Πολ. Εφ. Αρ. 304/2008, ημερομηνίας 21.10.2011, σύμφωνα με τη νομολογία «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ και Παπαστράτης ν. Πετρίδης (1979) 1 ΑΑΔ 240).  Στην δε M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co (1997) 1 A.A.Δ 1799 αποφασίστηκε ότι η έννοια της απονομής της δικαιοσύνης δεν μπορεί να συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία.

 

Εν προκειμένω η Αιτήτρια επικαλείται το άγχος, τον φόβο και την αγωνία που αισθάνεται όταν ο Καθ’ ου η αίτηση την πλησιάζει είτε εντός είτε εκτός κατοικίας της, αφού ισχυρίζεται ότι της επιτέθηκε, της φτύνει, φωνάζει, επέδειξε βίαιη συμπεριφορά εν σχέσει με την πόρτα της κουζίνας και δηλώνει κατ’ επέκταση φόβο για το τι μπορεί να έπεται. Με τη συμπληρωματική Ε/Δ της αναφέρεται σε περαιτέρω επιπτώσεις και επιδείνωση ουσιαστικά της υγείας της υγεία της και τις οποίες διασυνδέει με τη συμπεριφορά του Καθ’ ου η αίτηση.  Από την άλλη ο Καθ΄ ου η αίτηση δεν αποδέχεται οτιδήποτε εξ αυτών και αναφέρει ότι τα όσα ισχυρίζεται για τις επιπτώσεις στην υγεία της δεν μπορούν να λαμβάνονται υπόψη αφού πρόκειται για στοιχεία που δεν δόθηκαν κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης των διαταγμάτων, αμφισβητεί ότι η ίδια έχει οποιαδήποτε επίπτωση στην υγεία της και επικαλείται το ότι θεάθηκε δύο φορές στο γυμναστήριο τη μια φορά μάλιστα να ευρίσκεται στο μηχάνημα του διαδρόμου ασκούμενη και πως όλα όσα προφασίζεται είναι δικαιολογίες για να δημιουργήσει εντυπώσεις.  Ισχυρίζεται ακόμα ότι δεν τον φοβάται εξ ου και παραμένει σε χώρους που είναι και ο ίδιος παρών, του τηλεφώνησε (πρόκειται για την κλήση του 1 δευτερολέπτου) και τον παρενοχλεί με τη συνδρομή του συντρόφου της.

 

Επί των ανωτέρω πρέπει κατ’ αρχάς να λεχθεί πως η Αιτήτρια εξ αρχής επικαλείτο τον φόβο για τη σωματική της ακεραιότητα, το άγχος και την αγωνία που της προκαλούσε η συμπεριφορά του Καθ’ ου η αίτηση. Τα περαιτέρω δε στοιχεία που προέκυψαν μεταγενέστερα και τα οποία παρουσίασε προς περαιτέρω επίρρωση των ήδη προβληθεισών θέσεων της για τις επιπτώσεις που είχε στην ίδια η συμπεριφορά του Καθ΄ ου η αίτηση, δεν θεωρώ πως αποκλείονται από του να ληφθούν υπόψη, αφού αφενός δεν υπήρχαν κατά τον χρόνο που καταχωρήθηκε η αίτηση (εξετάστηκε από ιατρό στη συνέχεια) και αφετέρου δεν προσπαθεί να θέσει μέσω αυτών ενώπιον του Δικαστηρίου ένα νέο ισχυρισμό που δεν υπήρχε προηγουμένως.  Ούτε και κατ’ επέκταση διαπιστώνω προσπάθεια κάλυψης κενών πρωθύστερα κάτι που δεν είναι επιτρεπτό όταν διατάγματα έχουν δοθεί μονομερώς. Βέβαια τούτο δεν σημαίνει ότι αποδέχομαι τις θέσεις της Αιτήτριας επί της ουσίας πλην όμως δεν θεωρώ πως με τα όσα ο Καθ’ ου η αίτηση ισχυρίζεται έχει καταφέρει να εξουδετερώσει τις θέσεις της αιτήτριας κατά τρόπο που να μην μπορούν να ληφθούν υπόψη για να στηρίξουν τα όσα ισχυρίζεται για σκοπούς κατάδειξης της τρίτης προϋπόθεσης.  Για τα όσα δε προβάλλει για να καταρρίψει από ιατρικής απόψεως τις θέσεις της, σημειώνεται πως ο ίδιος δεν έχει καταδείξει το υπόβαθρο ούτως ώστε να εκφράζει κρίση για τέτοια ζητήματα και μάλιστα σε βαθμό που να εξουδετερώνει τις θέσεις της στον περιορισμένο βαθμό που καλείται να ικανοποιήσει το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό.

 

Ανεξαρτήτως λοιπόν των όσων αναφέρονται στη ΣΕΔ της Αιτήτριας, το ουσιώδες εδώ είναι πως εξ αρχής έθεσε θέμα φόβου για τη σωματική της ακεραιότητα, άγχους και αγωνίας που της προκαλείται περιγράφοντας σε κάθε επεισόδιο το πώς η ίδια κατ’ ισχυρισμόν αισθανόταν.  Χωρίς δε να παραβλέπω τις θέσεις του Καθ’ ου η αίτηση αλλά και τα όσα υπέδειξα στο πλαίσιο ανάλυσης της δεύτερης προϋπόθεσης και με δεδομένη την κρίση μου πως έχει καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας σε σχέση με δύο εκ των βάσεων που επικαλείται η Αιτήτρια, θεωρώ πως η βλάβη που επικαλείται από τις ισχυριζόμενες συμπεριφορές που καταλογίζει στον Καθ’ ου η Αίτηση, εύλογα μπορεί να θεωρηθεί ότι καθιστά δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εν τη εννοία της ανωτέρω νομολογίας εάν δεν εκδοθεί κάποιο διάταγμα αφού θεωρώ ότι η Αιτήτρια χρήζει κάποιας προστασίας.

 

Πλην όμως το ποια θα είναι τούτη είναι ζήτημα που θα εξεταστεί στο επόμενο στάδιο αφού ληφθούν υπόψη όλα τα δεδομένα συμπεριλαμβανομένης και της όλης συμπεριφοράς της ίδιας όπως πιο πάνω στο πλαίσιο της δεύτερης προϋπόθεσης έχει σκιαγραφηθεί. Δεν μου διαφεύγει επίσης πως μεγάλο μέρος της ανησυχίας και του άγχους της προκαλείται από το γεγονός και μόνο ότι ο Καθ’ ου η αίτηση εισέρχεται στην Οικία κάτι που δεν επιθυμεί, χωρίς ωστόσο ως έχω ήδη υποδείξει να έχει καταδείξει πως η ίδια έχει δικαίωμα αποκλειστικής κατοχής της Οικίας.  Τούτο όμως είναι στοιχείο που θα συνεκτιμηθεί και αυτό στο στάδιο όπου το Δικαστήριο θα κρίνει ποιο διάταγμα θα πρέπει να εκδοθεί.  Συνακόλουθα καταλήγω ότι πληρούται και η τρίτη προϋπόθεση.

 

Το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσον, από το σύνολο των περιστάσεων είναι δίκαιο και εύλογο να οριστικοποιηθούν τα εκδοθέντα διατάγματα ή κατά πόσον αρμόζει η έκδοση οιουδήποτε άλλου διατάγματος ή και των διαταγμάτων των παραγράφων Γ και Δ της Αίτησης (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η δυσχέρεια που θα προκληθεί στους διαδίκους, από την ύπαρξη ή όχι των διαταγμάτων αντιστοίχως.  Το ισοζύγιο της ευχέρειας («balance of convenience») όπως εξηγείται στην Bacardi Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1 Α.Α.Δ. 788 αναφέρεται στο καθήκον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι έχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Όπως πολύ χαρακτηριστικά αναφέρθηκε για το “balance of convenience” από το May LJ στην Cayne v. Global Natural Resources plc (1984) 1 ALL ER 225 at 237h «the balance that one is seeking to make is more fundamental, more weighty, than mere ‘convenience’. I think it is quite clear … that although the phrase may be substantially less elegant, ‘the balance of the risk of doing an injustice’ better describes the process involved»( η έμφαση δική μου).

 

Οι παράγοντες που μπορούν να ληφθούν στα πλαίσια αυτά είναι πολλοί και εξαρτώνται κάθε φορά από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπως αναφέρεται στην American Cyanamid v. Ethicon (1975) AC 396 στη σελίδα 408 από το L. Diplock “It would be unwise to attempt even to list all various matters which may need to be taken into consideration in deciding where the balance lies, let alone to suggest the relative weight to be attached to them”. Σε μια άλλη υπόθεση Francome v. Mirror Group Newspapers Ltd (1984) 1 W.L.R. 892 προτιμήθηκε ο όρος «balance of justice», όρος ανάλογος με αυτόν που χρησιμοποιήθηκε από τον Δ. Ναθαναήλ στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.α. ν. Frantisek Stepanek κ.α. (2012) 1 ΑΑΔ 1403 όπου έγινε αναφορά στο «ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης».  Όπως επίσης επισημαίνεται από τον πρώην Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κωνσταντινίδη στο άρθρο του «Η εξουσία των Δικαστηρίων για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο» (σελ. 35), γενικά η έκδοση ή η άρνηση της έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος εξαρτάται από τον κεφαλαιώδη γνώμονα των αναγκών της δικαιοσύνης όπως αυτές αποκαλύπτονται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης.

 

Εν προκειμένω ο Καθ’ ου η αίτηση προβάλλει την ταλαιπωρία που θα υφίσταται δεδομένου του ότι διαμένουν στην ίδια πόλη και πολλές φορές συχνάζουν στα ίδια μέρη όπως γυμναστήρια ή νυχτερινά κέντρα, ενώ ιδιαίτερη έμφαση δίδει στο ότι τυχόν συνέχιση ισχύος θα έχει ως αποτέλεσμα να αποστερείται από την απόλαυση της περιουσίας του την οποία έχει ήδη αποστερηθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα ενώ επισημαίνει και τις επιπτώσεις στη σχέση του με τα παιδιά του εάν δεν μπορεί να μεταβαίνει στην εν λόγω Οικία καθώς και την απουσία εναλλακτικού τόπου διαμονής αφού ο χώρος που διαμόρφωσε στο γραφείο του δεν είναι κατάλληλος για σκοπούς μόνιμης διαμονής.  Από την άλλη η Αιτήτρια επιακλείται την αναστάτωση άγχος και αγωνία που υφίσταται, τις επιπτώσεις στην υγεία της, το φόβο για τη σωματική της ακεραιότητα με δεδομένα όσα έχει μέχρι στιγμής πράξει ενώ επίσης εισηγείται ότι με την οριστικοποίηση των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων διατηρείται το status quo ante bellum αφού αυτή διέμενε στην Οικία από το 2021 ενώ και αυτή σημειώνει πως δεν έχει άλλο χώρο διαμονής για την ίδια και τα παιδιά της τα οποία διαμένουν μαζί της.

 

Έχω εξετάσει πολύ σχολαστικά τις εκατέρωθεν εισηγήσεις και σημειώνω τα εξής.  Κατ’ αρχάς και με βάση την ανάλυση που προηγήθηκε η Αιτήτρια έχει καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στις αξιώσεις της για επίθεση και παρενόχληση.  Έχοντας πει βέβαια τούτο σημειώνω και το ότι αποτέλεσε διαπίστωση μου πως η κατάδειξη της ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αξίωσης σε σχέση με την επίθεση ήταν οριακή για λόγους που επεξηγήθηκαν.  Πρόκειται δε για ένα μεμονωμένο περιστατικό, στοιχείο το οποίο παρότι δεν αποκλείει την επανάληψη της συμπεριφοράς αυτής εντούτοις έχει τη σημασία του, όπως έχει τη σημασία του και το ότι για μια περίοδο από την έκδοση του διατάγματος την αγωγή 1163.21 μέχρι το 2025 δεν υπήρξε καμμιά καταγγελία για παρακοή του.  Όσον δε αφορά την αξίωση για την παρενόχληση και παρά τη διαπίστωση μου πως τα γεγονότα που επικαλείται στοιχειοθετούν εκ πρώτης όψεως στον απαιτούμενο βαθμό την ορατή επιτυχία της αξίωσης της, εντούτοις έχω σημειώσει πως η ίδια ενώ γνώριζε πως ο Καθ’ ου η αίτηση βρισκόταν στο συγκεκριμένο ξενοδοχείο στον Πρωταρά, δεν επεδίωξε να αποχωρήσει από εκεί αλλά αντίθετα επανήλθε και την επομένη μέρα, αναλαμβάνοντας τον κίνδυνο να τον συναντήσει ξανά.

 

Πέραν τούτου και πάλιν με βάση την ανάλυση που καταγράφηκε ανωτέρω δεν έχει καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας σε σχέση με την αξίωση για παράνομη επέμβαση και κατ’ επέκταση ούτε και δικαίωμα αποκλειστικής κατοχής και χρήσης της κατοικίας από την Αιτήτρια.  Με αυτό το σκεπτικό κάποιος θα μπορούσε να εισηγηθεί πως συνεπώς δεν δικαιολογείται η έκδοση διαταγμάτων ως οι παράγραφοι Α, Β και Γ αφού αυτά διασυνδέονται με την αξίωση σε σχέση με την οποία δεν καταδείχθηκε ορατή πιθανότητα επιτυχίας.  Και είναι βέβαια καλά γνωστή αρχή ότι τα προσωρινά διατάγματα πρέπει να είναι βοηθητικά κάποιας ουσιαστικής αξίωσης του εκάστοτε ενάγοντα στην απαίτηση.  Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο σύγγραμμα «Injunctions» David Bean, 10th edition, σελ. 4 - παρ. 1.05:

 

« An interim injunction must be ancillary to a substantive claim made in the action, but it need not be in a form which could be granted after final judgement.»

 

(βλ. επίσης και «Kerr on Injunctions” J.Μ. Paterson, 6th edition σελ. 26).

 

Από την άλλη όμως τα διατάγματα των παραγράφων Α, Β και Γ ή και το πρώτο μέρος του διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς θα μπορούσαν εύλογα να θεωρηθούν βοηθητικά της αξίωσης της Αιτήτριας για την παρενόχληση και την επίθεση, ιδίως αν συνυπολογιστεί πως εκ των θεραπειών που μπορεί να εξασφαλίσει στο τελικό στάδιο εάν και εφόσον επιτύχει είναι πέραν των όποιων αποζημιώσεων και σχετικά προστατευτικά διατάγματα.  Όμως δεν θεωρώ πως έχει καταδειχθεί πως ο μόνος τρόπος για να επιτευχθεί η προστασία της Αιτήτριας σε σχέση με το περιορισμένο μέρος της αξίωσης για την οποία έχει καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας και στο βαθμό που έχει καταδείξει τούτη είναι με την έκδοση διαταγμάτων που να αποκλείουν τον Καθ’ ου η αίτηση και μάλιστα εξ ολοκλήρου από την Οικία για την οποία τονίζω ότι η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον ότι έχει δικαίωμα αποκλειστικής κατοχής και χρήσης.  Αυτό στο οποίο δικαιούται είναι κάποια προστασία προς το άτομο της, χωρίς όμως μέσω αυτής να διασφαλίζει και το δικαίωμα να διαμένει αποκλειστικά στην Οικία για την οποία δεν έχει καταδείξει τουλάχιστον στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας πως έχει εκ πρώτης όψεως αποκτήσει δικαίωμα αποκλειστικής κατοχής και χρήσης.  Επομένως καταλήγω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Αιτήτριας αλλά με την έκδοση ενός διατάγματος που αφενός θα την προστατεύει σε σχέση με τις αξιώσεις για τις οποίες κατέδειξε ορατή πιθανότητα επιτυχίας και αφετέρου θα λαμβάνει υπόψη και τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των διαδίκων ουδείς εκ των οποίων έχει καταδείξει ότι έχει δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της Οικίας, το οποίο δεν θεωρώ ότι μπορεί είτε ο ένας διάδικος είτε ο άλλος να εξασφαλίσει μέσω της παρούσας διαδικασίας και χωρίς να υπάρχει ανάλογη μαρτυρία που να δεικνύει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αξίωσης για παράνομη επέμβαση.  Στην κατάληξη μου αυτή έχω λάβει υπόψη το γενικότερο καθήκον του Δικαστηρίου να λάβει υπόψη τη δυσχέρεια που θα προκληθεί στους διαδίκους, από την ύπαρξη ή όχι των διαταγμάτων αντιστοίχως και να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι έχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας.  Εν προκειμένω αν οριστικοποιηθούν τα διατάγματα και εν τέλει η Αιτήτρια δεν επιτύχει στην αξίωση της, θα σημαίνει πως θα έχει αποκλειστεί ο Καθ’ ου η αίτηση εξ ολοκλήρου από την Οικία για απροσδιόριστο χρόνο και μέχρις ότου αποπερατωθεί η αγωγή ενώ είναι συνιδιοκτήτης τούτης και η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει πως έχει αποκλειστικό δικαίωμα να είναι εκεί.  Αντίστοιχα αν δεν εκδοθεί κανένα διάταγμα και η Αιτήτρια επιτύχει στην αγωγή και διαφανεί πως έχρηζε προστασίας είναι και πάλιν προφανής η αδικία που θα υποστεί. Τα δε τέκνα των διαδίκων είναι ενήλικα και δεν επηρεάζονται από την έκβαση της παρούσας εν σχέσει με το πού θα επιλέξουν να διαμένουν.

 

Συνεπώς και ισοζυγίζοντας όλα τα ζητήματα, τις δυσχέρειες που η κάθε πλευρά επικαλείται ως προς την εξεύρεση εναλλακτικών χώρων διαμονής ή ως προς την κοινή διαμονή τους την Οικία καθώς και τις δυσχέρειες που επικαλείται ο Καθ’ ου η αίτηση καθόσον αφορά τις διακινήσεις του ενόσω ευρίσκονται σε ισχύ τα εκδοθέντα διατάγματα, καταλήγω πως το πρώτο μέρος του διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς θα πρέπει να ακυρωθεί και το δεύτερο να διαφοροποιηθεί έτσι ώστε να απαγορεύεται στον Εναγόμενο, από το να επικοινωνεί είτε γραπτώς είτε προφορικώς με την Ενάγουσα ή και με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ή/και να την απειλεί ή/και παρενοχλεί ή/και να την πλησιάζει σε απόσταση μικρότερη των 5 μέτρων οπουδήποτε και αν αυτή ευρίσκεται, μέχρι την εκδίκαση και αποπεράτωση της Απαίτησης ή μέχρι νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου.

 

Νοείται ότι ο όρος περί διατήρησης απόστασης όχι μικρότερης των 5 μέτρων εντός της Οικίας δεν εφαρμόζεται σε περιστάσεις τυχαίας, ή/και αναπόφευκτης ή/και περιστασιακής προσέγγισης λόγω της δομής ή διάταξης του χώρου νοουμένου ότι ο Καθ’ ου η αίτηση δεν προκαλεί εκ προθέσεως τέτοια μικρότερη προσέγγιση και απέχει από κάθε άλλη απαγορευμένη δυνάμει του διατάγματος συμπεριφορά.

 

Προτού ολοκληρώσω αισθάνομαι την ανάγκη να αναφέρω ότι η ίδια η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου καταδεικνύει την ανάγκη για να αποταθούν και μάλιστα τάχιστα οι διάδικοι στο αρμόδιο Δικαστήριο προς επίλυση των περιουσιακών τους διαφορών, οι οποίες από τα όσα έθεσαν ενώπιον μου είναι προφανές πως υπάρχουν.

 

Κατάληξη

Υπό το φως των ανωτέρω το πρώτο μέρος του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος ημερ. 29.7.25 ακυρώνεται και εκδίδεται διάταγμα ως ανωτέρω με την επιφύλαξη που επίσης καταγράφεται ανωτέρω.  Η αίτηση κατά τα λοιπά απορρίπτεται.  Τα έξοδα της αίτησης €5000 πλέον Φ.Π.Α θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της Απαίτησης.

 

 

 

 

                                                                                    (Υπ.) ……………………………

                                                                                                  Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ.

 

 

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1] Κατά τα λοιπά η αίτηση ορίστηκε για επίδοση.

[2] Σημειώνεται ότι από 1.9.25 και το δεύτερο τέκνο είναι πλέον ενήλικο.

[3] Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1516:

«Ερμηνευτική των προϋποθέσεων, που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, για τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας, είναι η Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (1982) 1 C.L.R. 557, στην οποία παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ενώ, όπως εξηγεί στην απόφαση του, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνεται αντικειμενικά, με αναφορά στη διατυπωθείσα από τον εφεσείοντα θέση στην αγωγή του, η πιθανότητα επιτυχίας μικρή έστω στο βαθμό που είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης.»


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο