Volodina Liudmila Grigorievna ν. Vincot Invest Ltd κ.α., Αρ. Αγ. 3517/19, 27/11/2025
print
Τίτλος:
Volodina Liudmila Grigorievna ν. Vincot Invest Ltd κ.α., Αρ. Αγ. 3517/19, 27/11/2025
Volodina Liudmila Grigorievna ν. Vincot Invest Ltd κ.α., Αρ. Αγ. 3517/19, 27/11/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ.

Αρ. Αγ. 3517/19

 

Μεταξύ:

Volodina Liudmila Grigorievna

Ενάγουσας

και

 

1.     Vincot Invest Ltd

2.     Darya Zhyvkina

3.     Bairelly Ltd, υπό εκκαθάριση, μέσω του εκκαθαριστή της, Ντίνου Φραγκούδη

4.     STS Euroscan Limited

5.     Ζήνωνα Καμπάνα

6.     Futuramio Ltd, υπό εκκαθάριση μέσω του εκκαθαριστή της Ντίνου Φραγκούδη

7.     Transstroibank Joint Stock Commercial Bank

8.     Andrey Yurievich Patronov

9.     Peter Stepanovich Chitipakhovyan

10.  Non-Public Joint Stock Company “CH Development”

11.  Sberbank banka d.d.

12.  Societe Generale Private Banking (Suisse) S.A.

13.  EFG Bank AG

Εναγομένων

---------------------------------------------------------------------

Αίτηση ημερ. 8.8.24 για ασφάλεια εξόδων

σε σχέση με τους εναγόμενους 7 και 9

 

Ημερομηνία: 27 Νοεμβρίου 2025

 

Εμφανίσεις:

Για τους Εναγόμενους 7 και 9/Αιτητές: κα Η. Καραβιώτου, για D. Katsis LLC

Για την Ενάγουσα/Καθ’ ης η αίτηση: κ. Ο. Καϊλης με κα Μ. Κυριακού, για Χαβιαράς & Φιλιππου Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Εισαγωγή

 

Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 4.11.2019 με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και την ίδια μέρα καταχωρήθηκε και μονομερής αίτηση για προσωρινά διατάγματα, η οποία στη συνέχεια κατέστη δια κλήσεως εφόσον το Δικαστήριο έκρινε πως δεν ενδείκνυτο η έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων μονομερώς.  Αφού δε μεσολάβησαν διάφορα ενδιάμεσα διαβήματα στο πλαίσιο της εν λόγω αίτησης, στις 4.10.23 εκδόθηκε απόφαση με την οποία η ως άνω αίτηση απορρίφθηκε με έξοδα σε βάρος της ενάγουσας αφού μεταξύ άλλων αποτέλεσε κατάληξη του Δικαστηρίου πως η ενάγουσα δεν είχε καταδείξει ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης ή ορατή πιθανότητα επιτυχίας.  Ακολούθως στις 9.1.24 καταχωρήθηκε η Έκθεση Απαίτησης της ενάγουσας, αφού είχε προηγηθεί αίτηση για απόρριψη της αγωγής.  Με την αγωγή η ενάγουσα αξιώνει μεταξύ άλλων τα ποσά των US$14.580.881,27 και US$9.909.709,55 ως υπόλοιπα δανείων ή και ως αποζημιώσεις για κατ’ ισχυρισμό ζημιά που υπέστη πλέον τόκους.

 

Η Αίτηση

 

Με την υπό εξέταση αίτηση οι Εναγόμενοι 7 και 9 / Αιτητές (στο εξής καλούμενοι «οι Αιτητές»), αιτούνται διάταγμα που να διατάσσει την Ενάγουσα/Καθ’ ης η αίτηση (στο εξής «η Καθ’ ης η αίτηση), όπως εντός 30 ημερών από την έκδοση του, παράσχει ασφάλεια αναφορικά με τα έξοδα των Αιτητών για το ποσό των €98.549,28 ή για οποιοδήποτε άλλο ποσό κρίνει το Δικαστήριο εύλογο και δίκαιο. Περαιτέρω αιτούνται διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η αναστολή της διαδικασίας στην αγωγή μέχρι την παροχή της ασφάλειας που θα διατάξει το Δικαστήριο και περαιτέρω ότι σε περίπτωση που δεν παρασχεθεί τέτοια ασφάλεια εντός του καθορισθέντος χρόνου, η αγωγή να θεωρείται απορριφθείσα σε σχέση με τους Αιτητές, με έξοδα σε βάρος της Καθ’ ης η αίτηση, χωρίς να χρειάζεται να γίνει οποιοδήποτε άλλο διάβημα από πλευράς Αιτητών.

 

Η Αίτηση, ως αναφέρεται στη νομική βάση αυτής, στηρίζεται στο άρθρο 43 του Ν. 14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 ΘΘ. 1-3 και 9, Δ.59, Δ.60 ΘΘ 1 - 6 και Δ.64, στη Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Πρώην Σοβιετικής Ένωσης για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου που κυρώθηκε με τον Ν. 177/86 και στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Ως δε αναφέρεται στον κορμό της αίτησης, τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην Ε/Δ του Σ.Χ. καθώς και στις Ε/Δ του Χ.Κ. ημερ. 15.11.21 οι οποίες καταχωρήθηκαν προς υποστήριξη των ενστάσεων των Εναγομένων 7 και 9 στο πλαίσιο της αίτησης ημερ. 4.11.19.

 

Στην ένορκη δήλωση του ο Σ.Χ. αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης και μεταξύ άλλων υποστηρίζει πως δεν υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης δεδομένου και του ότι η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε περισσότερο από τέσσερα χρόνια μετά την καταχώριση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου και αφού καταχωρίστηκε αίτηση για απόρριψη της αγωγής λόγω μη προώθησης της.  Περαιτέρω επικαλείται και το ότι απαιτήθηκε χρόνος για να συλλεγούν και να αξιολογηθούν οι πληροφορίες που αναφέρονται στην αίτηση, σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία της ενάγουσας.

 

Επίσης αναφέρεται και στην απόρριψη της αίτησης για προσωρινά διατάγματα που καταχώρησε η Καθ’ ης η αίτηση, δίδοντας έμφαση στο ότι στην εν λόγω απόφαση τονίζεται πως η τελευταία δεν κατέδειξε την ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης ή ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής. Με αναφορά δε τόσο στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου όσο και την ίδια την Ε/Α και τους ισχυρισμούς της Καθ’ ης η αίτηση, η ομνύουσα υποστηρίζει πως η αγωγή δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας και πως η αγωγή σε σχέση με τους Αιτητές πιθανότατα θα απορριφθεί. Για λόγους δε που παραθέτει, οι Αιτητές ανησυχούν ότι εάν η Καθ’ ης η αίτηση δεν διαταχθεί να παράσχει ασφάλεια εξόδων, οι ίδιοι δεν θα μπορέσουν να εισπράξουν ούτε τα έξοδα που έχουν ήδη επιδικαστεί υπέρ τους κατόπιν απόρριψης της ενδιάμεσης αίτησης για προσωρινά διατάγματα, ούτε όμως και τα έξοδα που τυχόν ήθελαν επιδικαστεί υπέρ τους στο μέλλον σε περίπτωση απόρριψης της παρούσας αγωγής.

 

Συγκεκριμένα αναφέρει ότι η Καθ’ ης η αίτηση είναι πολίτης της Ρωσικής Ομοσπονδίας η οποία διαμένει στο Λονδίνο, σε διεύθυνση που δήλωσε στο κλητήριο ένταλμα και έκθεση απαίτησης και επομένως δεν διαμένει σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενώ δεν έχει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία στην Κύπρο.  Η ίδια δεν έχει δική της ανεξάρτητη επιχειρηματική δραστηριότητα πέραν από μια μικρή επιχείρηση διαχείρισης καφετέριας από την οποία έπαυσε να είναι μέτοχος το 2023 και διοικητικός σύμβουλος από το 2021. Πέραν τούτου το διαμέρισμα που είναι εγγεγραμμένο επ’ ονόματι της δεν μπορεί να αγοράστηκε με δικά της χρήματα και εύλογα συνάγεται πως τελικός δικαιούχος αυτού είναι ο «Volodin» (σύζυγος της). Περιπλέον ενώ ήταν μέτοχος σε οκτώ ρωσικές εταιρείες που στην πραγματικότητα ανήκαν στον «Volodin», πλέον δεν παρουσιάζεται ως μέτοχος σε καμία εξ αυτών και αυτές έχουν διαλυθεί ή καταστεί ανενεργές.  Περιπλέον δεν είναι μέτοχος σε οποιαδήποτε άλλη ρωσική εταιρεία ενώ ούτε είναι ιδιοκτήτρια άλλης περιουσίας στο Ηνωμένο Βασίλειο, πλην του διαμερίσματος αναφορά στο οποίο έγινε ανωτέρω.

 

Επίσης αναφέρει ότι μετά από έρευνα στη δημόσια βάση δεδομένων της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Επιδοτών, έχει διαπιστωθεί ότι κατά το 2023 λήφθηκαν μέτρα εκτέλεσης εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση σε σχέση με δύο απλήρωτους λογαριασμούς κοινής ωφελείας, συνολικού ποσού €250.  Ως αναφέρει, στηριζόμενη στα σχετικά τεκμήρια που έλαβε από την ως άνω βάση δεδομένων, εκδόθηκαν εναντίον της τουλάχιστον δύο δικαστικά διατάγματα με τα οποία παρέλειψε να συμμορφωθεί και η διαδικασία εκτέλεσης τερματίστηκε, κάτι το οποίο σύμφωνα με τον σχετικό ρωσικό νόμο συμβαίνει όταν δεν μπορεί να εντοπιστεί το πρόσωπο εναντίον του οποίου λαμβάνονται τα μέτρα ή δεν μπορούν να εντοπιστούν περιουσιακά στοιχεία αυτού.  Τα πιο πάνω ως αναφέρει επιβεβαιώνουν ότι η Καθ’ ης η αίτηση δεν έχει πλέον οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία στη Ρωσία και ότι τυχόν διαταγή για την καταβολή εξόδων, δεν υπάρχει περίπτωση να εκτελεστεί εναντίον της στη Ρωσία ενώ επιπλέον καταδεικνύουν ότι η Καθ’ ης η Αίτηση αποφεύγει να συμμορφωθεί με δικαστικά διατάγματα που εκδόθηκαν εναντίον της στη Ρωσία και αφορούν την καταβολή ενός πολύ μικρού χρηματικού ποσού, καθιστώντας έτσι την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων απολύτως αναγκαία.  Εν τέλει υποστηρίζει πως το ποσό που διεκδικείται είναι εύλογο και αιτείται ως η αίτηση.

 

Ακολούθως επεξηγεί τα ποσά που διεκδικούνται και υποστηρίζει πως το ποσό που αξιώνεται είναι εύλογο και αιτείται ως η Αίτηση.

 

Η Ένσταση

 

Η Καθ’ ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας 15 λόγους ένστασης, οι οποίοι μπορούν πρόσφορα να συνοψιστούν ως ακολούθως:

 

1.  H αίτηση υποβλήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

2.  Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιου διατάγματος αφού η Καθ’ ης η αίτηση είναι πολίτης της Ρωσικής Ομοσπονδίας και εν πάση περιπτώσει έχει τη συνήθη διαμονή της στη Γαλλία που είναι χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έτσι που δεν δύναται να διαταχθεί να καταβάλει ποσό ως ασφάλεια εξόδων.

3.  Τα ποσά που ζητούνται δεν δικαιολογούνται και/ή δεν προβλέπονται και/ή είναι διογκωμένα και/ή η προθεσμία για την καταβολή τους απαράδεκτη, η δε αίτηση καταπιεστική και καταχρηστική αφού στοχεύει στο να ανακόψει την ομαλή πορεία της αγωγής ενώ έχουν καταχωρηθεί ακόμα τρεις πανομοιότυπες αιτήσεις μέσα σε διάστημα δύο ημερών κάτι που συνηγορεί προς τους ισχυρισμούς της Καθ΄ης η αίτηση περί συνωμοσίας.

 

Η ένσταση υποστηρίζεται από την Ε/Δ της Σ.Β, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Καθ’ ης η αίτηση, η οποία επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης τονίζοντας πως, την ίδια στιγμή καταχωρήθηκαν τέσσερις πανομοιότυπες αιτήσεις για να εμποδίσουν την Καθ’ ης η αίτηση από του να προωθήσει την αξίωση της ενώ επί της ουσίας υποστηρίζει πως έχει καλή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής και πως με δεδομένο ότι πρόκειται για πολίτη της Ρωσικής Ομοσπονδίας που διαμένει στη Γαλλία, ήτοι σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν υπάρχει δυνατότητα έκδοσης σχετικού διατάγματος.  Προς τούτο επισυνάπτει βεβαίωση από την Αρχή Ηλεκτρισμού της Γαλλίας με την οποία, ως υποστηρίζει, πιστοποιείται ότι η Καθ’ ης η αίτηση έχει συμβόλαιο ηλεκτροδότησης του σπιτιού που βρίσκεται στη διεύθυνση που αναφέρει στην Ε/Δ. Υποστηρίζει πως δεν σχετίζεται καθόλου ο χρόνος που η Καθ’ ης η αίτηση καταχώρησε την έκθεση απαίτησης της, αλλά σχετικό είναι το ότι οι Αιτητές καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 18.12.20 και την υπό κρίση αίτηση τον Αύγουστο του 2024, γεγονός που την καθιστά καταχρηστική.

 

Συμπληρωματική Μαρτυρία

 

Η πλευρά των Αιτητών καταχώρησε συμπληρωματική Ε/Δ («ΣΕΔ Αιτητών»), με την οποία αμφισβητεί τη θέση της Καθ΄ ης η αίτηση ότι παρόλο που κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής διέμενε στο Λονδίνο, αυτή «στο μεσοδιάστημα» μετακόμισε στη Γαλλία όπου κατοικεί μόνιμα σε κατοικία που βρίσκεται σε συγκεκριμένη διεύθυνση που αναφέρεται στην Ε/Δ που συνοδεύει την ένσταση.   Συγκεκριμένα με την ΣΕΔ Αιτητών αναφέρεται πως:

 

-     Πρόκειται για ένα εντελώς νέο ισχυρισμό, ο οποίος προβλήθηκε για πρώτη φορά στο πλαίσιο της ένστασης, όταν η Καθ’ ης η αίτηση βρέθηκε αντιμέτωπη με την παρούσα Αίτηση αλλά και τις αιτήσεις που καταχωρήθηκαν από τους υπόλοιπους εναγόμενους στην παρούσα.

-     Δεν αναφέρεται καν πότε ακριβώς έγινε η ισχυριζόμενη μετακόμιση στη Γαλλία.

-     Η βεβαίωση από τη γαλλική Αρχή Ηλεκτρισμού δεν στάλθηκε στη διεύθυνση στην οποία κατ’ ισχυρισμόν διαμένει η Καθ’ ης η αίτηση στη Γαλλία αλλά στο «Ubidoca Centre 16894» στη διεύθυνση 78 Alle Primavera, 74370, Agency, Pringy και πως η εταιρεία Ubidoca η οποία είναι ιδιοκτήτρια του «Ubidoca Centre 16894», στο οποίο στάλθηκε η βεβαίωση, είναι εταιρεία η οποία προσφέρει διευθύνσεις για λήψη αλληλογραφίας στη Γαλλία σε πρόσωπα τα οποία δεν διαμένουν στη Γαλλία.  Προς τούτο παραπέμπει στο Τεκμήριο 2 της ΣΕΔ Αιτητών, όπου φαίνονται οι πληροφορίες που παρουσιάζονται στην ιστοσελίδα της εν λόγω εταιρείας στο διαδίκτυο εν σχέσει με τις υπηρεσίες που προσφέρει και από το οποίο προκύπτει ότι η προαναφερθείσα εταιρεία προσφέρει διεύθυνση στη Γαλλία για λήψη αλληλογραφίας ή λογαριασμών, η οποία διεύθυνση ευρίσκεται σε κέντρο που διαχειρίζεται η εταιρεία, η οποία εν συνεχεία αναλαμβάνει να προωθήσει την αλληλογραφία στους πελάτες της οπουδήποτε στον κόσμο.

-     Στη διεύθυνση που αναφέρει η Καθ’ ης η αίτηση ως διεύθυνση διαμονής της, σύμφωνα με την ιστοσελίδα της εθνικής βάσης δεδομένων για διευθύνσεις της Γαλλίας ( «Base Adresse Nationale» - adresse.data.gouv.fr), βρίσκεται μια εξοχική έπαυλη πολυτελείας η οποία προσφέρεται προς ενοικίαση μέσω διαφόρων ιστοσελίδων οι οποίες διαφημίζουν επαύλεις που είναι διαθέσιμες προς ενοικίαση (βλ. Τεκμήρια 3,4, 5, 6 και 7 στη ΣΕΔ Αιτητών).

 

Συμπληρωματική Ε/Δ καταχώρησε και η πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση (στο εξής η «ΣΕΔ Καθ’ ης η αίτηση»), στην οποία η ομνύουσα αναφέρει πως πράγματι η Καθ΄ ης η αίτηση συνεργάζεται με εταιρεία διαχείρισης η οποία λαμβάνει όλη της την αλληλογραφία αλλά αναλαμβάνει και την πληρωμή λογαριασμών της προς διευκόλυνση της ίδιας κάτι που έχει κάθε δικαίωμα να πράττει. Τούτο δε ως υποστηρίζει δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν διαμένει στη διεύθυνση που έχει δηλωθεί.

 

Περιπλέον αναφέρει πως η οικία που παρουσιάζεται στη ΣΕΔ Αιτητών δεν παρουσιάζει την οικία της ίδιας.  Επίσης αρνείται ότι είχε ποτέ ενοικιάσει την κατοικία που βρίσκεται στην εν λόγω διεύθυνση ή και ότι την έθεσε υπό ενοικίαση.  Το γεγονός δε πως συνεχίζει να είναι εγγεγραμμένη δικαιούχος ιδιοκτησίας στο Ηνωμένο Βασίλειο επουδενί αποτελεί απόδειξη ότι συνεχίζει να είναι μόνιμη κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου. Τέλος επισυνάπτει βεβαίωση από τον λογιστή της Καθ’ ης η αίτηση, με την οποία βεβαιώνει ότι η τελευταία από το 2022 δεν είναι φορολογικός κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου.

 

H Ακροαματική Διαδικασία

 

Ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις στις οποίες εμπεριέχονται οι θέσεις τους, θέσεις τις οποίες ανέπτυξαν και προφορικά κατά το στάδιο της ακρόασης της Αίτησης.  Τα όσα ανέφεραν οι συνήγοροι των δύο πλευρών είναι υπόψη του Δικαστηρίου στο σύνολο τους, χωρίς να χρειάζεται στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο να προβεί σε λεπτομερή παράθεση τους.  Αναφορά στις θέσεις τους θα γίνει πιο κάτω, στο πλαίσιο ανάλυσης της νομικής πτυχής της αίτησης και στον βαθμό που κρίνεται αναγκαίο, προς αποφυγή επαναλήψεων.

 

Νομική Πτυχή

 

Η σχετική διάταξη των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, στη μορφή που τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα διαδικασία, είναι η Δ.60 Θ. 1, επί της οποίας στηρίζεται μεταξύ άλλων η υπό κρίση Αίτηση και η οποία προνοεί τα εξής:

 

« A plaintiff [...] ordinarily resident out of Cyprus ή Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής ένωσης may, at any stage of the action, be ordered to give security for costs, though he may be temporarily resident in Cyprus ή σε Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. […]»

 

Κατ’ αρχήν, σύμφωνα με την τροποποιηθείσα Δ.60 θ.1, διάταγμα για ασφάλεια εξόδων δεν εκδίδεται αν ο ενάγων έχει τη συνήθη διαμονή του στην Κύπρο ή σε Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. μεταξύ άλλων Tariq Rashid v Άλκη Παπόρη (2012) 1 Γ Α.Α.Δ. 2710). Από την ίδια υπόθεση προκύπτει ότι όταν αμφισβητείται ο τόπος διαμονής του καθ’ ου η αίτηση, το βάρος απόδειξης του τόπου διαμονής του, το έχει ο αιτητής:

 

« Ο εφεσείων στην προκείμενη περίπτωση λέγει ότι διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο, Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν ο εφεσίβλητος-αιτητής, αμφισβητεί τον τόπο διαμονής του εφεσείοντα, ο ίδιος έχει το βάρος απόδειξης του τόπου διαμονής του εφεσείοντα, εκτός Κύπρου και εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κάτι τέτοιο δεν ισχυρίστηκε ούτε και απέδειξε ο εφεσίβλητος (Δέστε: Κυριάκου ν. Μιχαήλ (2007) 1 Α.Α.Δ. 933 και Annual Practice, 1958, σελ. 1885)».

 

Στη δε υπόθεση Κυριάκου v. Μιχαήλ (2007)1 Α.Α.Δ 933, λέχθηκε ότι ο αιτητής στο πλαίσιο αίτησης για ασφάλεια εξόδων, φέρει το βάρος να αποδείξει ότι ο καθ’ ου η αίτηση διαμένει σε χώρα εκτός της δικαιοδοσίας. Δεν αρκεί απλώς να δείξει ότι δεν έχει τη συνήθη του διαμονή στην Κύπρο ή, πλέον, σε χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλέπε The Annual Practice 1958, σελ. 1885).

 

Επανερχόμενη τώρα στο λεκτικό της επίδικης πρόνοιας ό,τι προκύπτει από αυτό είναι πρώτον, ότι προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της είναι η εκτός Κύπρου/Ευρωπαϊκής Ένωσης μόνιμη/συνήθης διαμονή του ενάγοντα και δεύτερον ότι εν συνεχεία το ζήτημα της έκδοσης ή όχι διατάγματος για παροχή ασφάλειας εξόδων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλ. χρήση της λέξης «may»).  Τούτο εξάλλου επιβεβαιώνεται και μέσα από τη σχετική με το θέμα νομολογία[1].

 

Βοηθητική για τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίζει αίτηση αυτής της φύσης είναι η ακόλουθη ανάλυση στο σύγγραμμα Halsbury’s Laws of England, 4η έκδοση, παρ. 304:

 

« Discretion to order security for costs. The court may order security for costs in the cases in which power to do so exists, only if, having regard to all the circumstances of the case, it thinks it just to do so. The court thus has discretion whether or not to order the security for costs to be given... Thus, if there is a strong prima facie likelihood that the defendant will fail in his defence, he may be refused security, and so also if he admits his liability, even where he counterclaims or admits an amount equal to the security that would have been ordered or if the plaintiff has an unsatisfied judgement against the defendant…»

 

Όπως περαιτέρω επεξηγήθηκε στην υπόθεση Genemp Trading Ltd v Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (2011) 1 A.A.Δ 1314[2]:

 

« Η παροχή ασφάλειας εξόδων συνεπάγεται την άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τέτοια ασφάλεια διατάσσεται κατά κανόνα όταν ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού ή έχει τη συνήθη διαμονή του εκτός δικαιοδοσίας… Στα ευρύτερα κριτήρια για την παροχή ασφάλειας εξόδων συγκαταλέγεται και η δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα διότι αν έχει καλή υπόθεση, η δε υπεράσπιση φαίνεται να μην ευσταθεί, τότε θα ήταν αντίθετο με το πνεύμα της δικαιοσύνης να διαταχθεί η καταβολή ασφάλειας εξόδων επιβραβεύοντας έτσι ουσιαστικά τον εναγόμενο και καθυστερώντας την όλη διαδικασία.»

 

Ως προς το βάρος για την τεκμηρίωση ισχυρής υπόθεσης, τούτο βρίσκεται στους ώμους του ενάγοντα (βλ. Alahmari v Alia The Royal Jordanian Airline (1995) 1 Α.Α.Δ. 371).

Σε κάθε περίπτωση, είναι πρωταρχικής σημασίας να διαφυλαχτεί η ελεύθερη και απρόσκοπτη πρόσβαση διαδίκων στο Δικαστήριο[3].

 

Έχοντας παραθέσει το γενικότερο πλαίσιο εντός του οποίου θα αποφασιστεί η παρούσα, καθίσταται σαφές πως το πρώτο ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπίσει το Δικαστήριο, είναι βέβαια το κατά πόσον στην προκείμενη περίπτωση, για τους σκοπούς της Δ.60 Θ.1, η Καθ’ ης η αίτηση συνιστά πρόσωπο (ενάγοντα) που έχει τη συνήθη διαμονή του εκτός της Κύπρου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ordinarily resident out of Cyprus ή Κράτους Μέλους), έτσι ώστε να δύναται να ενεργοποιηθεί η εξουσία του Δικαστηρίου στη βάση της Δ.60 Θ.1.

 

Επί τούτου σημειώνεται πως οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι η Καθ’ ης η Αίτηση διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο και συγκεκριμένα στο Λονδίνο.  Προς τούτο, επικαλούνται το γεγονός πως η ίδια η Καθ’ ης η αίτηση κατά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής είχε δηλώσει ως διεύθυνση διαμονής, συγκεκριμένη διεύθυνση στο Ηνωμένο Βασίλειο, διεύθυνση η οποία ίσχυε και κατά τον χρόνο εκδίκασης της ενδιάμεσης αίτησης για προσωρινά διατάγματα ημερ. 4.11.19 αλλά και καθ’ ον χρόνο καταχωρήθηκε η Έκθεση Απαίτησης, η οποία καταχωρίστηκε στις 9.1.24.  Είναι δε σαφές πως εφόσον η διαμονή της Καθ’ ης η αίτηση είναι πράγματι στο Ηνωμένο Βασίλειο, τούτο την καθιστά αναμφίβολα πρόσωπο που έχει τη συνήθη διαμονή της εκτός Κύπρου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεδομένης της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

 

Όμως με την Ε/Δ που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της ένστασης στην παρούσα αίτηση, η Καθ’ ης η αίτηση διατείνεται πως έχει αλλάξει τόπο διαμονής και πως διαμένει πλέον στη Γαλλία σε συγκεκριμένη διεύθυνση που αναφέρει και προς τούτο επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1, βεβαίωση από τη γαλλική Αρχή Ηλεκτρισμού με την οποία, ως αναφέρει η ομνύουσα στην Ε/Δ που συνοδεύει την ένσταση, πιστοποιείται ότι η Ενάγουσα έχει συμβόλαιο ηλεκτροδότησης του σπιτιού που βρίσκεται στη ρηθείσα διεύθυνση.

 

Βέβαια οι Αιτητές αμφισβήτησαν έντονα και σθεναρά τη θέση αυτή για τους λόγους που αναφέρουν στη ΣΕΔ Αιτητών και οι οποίοι παρατέθηκαν εν συντομία σε άλλο σημείο πιο πάνω.

 

Έχω εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς στο σύνολό τους.

 

Αυτό που εν πρώτοις πρέπει να λεχθεί είναι πως οι Αιτητές, που έχουν και το σχετικό βάρος απόδειξης, υποβάλλοντας την παρούσα αίτηση στηρίχθηκαν ως προς τον τόπο διαμονής της Καθ΄ ης η αίτηση, σε στοιχεία που η τελευταία έδωσε από της καταχωρήσεως της αξίωσης της το 2019 και τα οποία παρέμειναν αναλλοίωτα μέχρι και την καταχώρηση της ένστασης της στην παρούσα αίτηση και με βάση τα οποία η μόνιμη διαμονή και διεύθυνση της ευρίσκεται στο Λονδίνο.  Δεν αποκλείεται βέβαια να διαφοροποιηθεί η διαμονή ενός προσώπου, εκκρεμούσης μιας αγωγής, ως διατείνεται η Καθ’ ης η αίτηση ότι συνέβη στην παρούσα περίπτωση.

 

Όμως εν προκειμένω δημιουργεί πράγματι κάποια εκ πρώτης όψεως ερωτηματικά το γεγονός πως έγινε αναφορά από την Καθ΄ ης η αίτηση σε διεύθυνση στη Γαλλία για πρώτη φορά κατά την καταχώρηση της ένστασης της στην παρούσα, όπου ομολογουμένως το ζήτημα έχει προφανέστατα καίρια σημασία και ουδέποτε προηγουμένως.  Τα πιο πάνω ερωτηματικά οπωσδήποτε εντείνονται αφού δεν γίνεται καμμιά αναφορά, σε καμμιά εκ των Ε/Δ που συνοδεύουν την ένσταση στο πότε κατ’ ισχυρισμόν έγινε η εν λόγω μετακόμιση.

 

Πέραν δε αυτού η βεβαίωση από τη γαλλική Αρχή Ηλεκτρισμού την οποία επικαλείται η πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση για να πείσει εν σχέσει με την αλλαγή διεύθυνσης, αναφέρει πως εκδόθηκε στη βάση δηλώσεων των ίδιων των προσώπων που αφορά, πράγμα το οποίο αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο να πρόκειται για πληροφορία που δεν διασταυρώθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας από την πλευρά των γαλλικών αρχών.  Ανεξαρτήτως δε τούτου λογαριασμοί στη βάση αυτής της σύμβασης δεν παρουσιάζονται, χωρίς για τούτο να δίδεται κάποια εύλογη εξήγηση ή πειστική δικαιολογία.

 

Πέραν των πιο πάνω η εν λόγω βεβαίωση, δεν στάλθηκε στη διεύθυνση στην οποία κατ’ ισχυρισμόν διαμένει η Καθ’ ης η αίτηση στη Γαλλία.  Και λέγω τούτο αφού η θέση των Αιτητών πως απεστάλη στο «Ubidoca Centre 16894» στη διεύθυνση «78 Allee Primavera, 74370, Annecy Pringy», παρέμεινε αναντίλεκτη.  Αναντίλεκτη παρέμεινε και η θέση των Αιτητών ότι η εταιρεία Ubidoca η οποία είναι ιδιοκτήτρια του «Ubidoca Centre 16894», στο οποίο στάλθηκε η βεβαίωση, είναι εταιρεία η οποία προσφέρει διευθύνσεις για λήψη αλληλογραφίας στη Γαλλία.

 

Οι δε θέσεις αυτές των Αιτητών, ως προς το αντικείμενο εργασιών της εν λόγω εταιρείας Ubidoca, επιβεβαιώνονται και από το Τεκμήριο 2 της ΣΕΔ Αιτητών, όπου φαίνονται οι πληροφορίες που παρουσιάζονται στην ιστοσελίδα της εν λόγω εταιρείας στο διαδίκτυο εν σχέσει με τις υπηρεσίες που προσφέρει και από το οποίο προκύπτει ότι η εταιρεία πράγματι, προσφέρει διεύθυνση στη Γαλλία για λήψη αλληλογραφίας, η οποία διεύθυνση ευρίσκεται σε κέντρο που διαχειρίζεται η εταιρεία, η οποία εν συνεχεία αναλαμβάνει να προωθήσει την αλληλογραφία στους πελάτες της, οπουδήποτε στον κόσμο και αν αυτοί ευρίσκονται.

 

Σε κάθε περίπτωση το ουσιαστικότερο εν προκειμένω είναι πως και η ίδια η πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση παραδέχεται πως πράγματι χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες της εταιρείας αυτής, προβάλλοντας βέβαια τη δική της θέση, ότι δηλαδή τούτο γίνεται για σκοπούς διαχείρισης της αλληλογραφίας της και πως μάλιστα η εν λόγω εταιρεία διαχειρίζεται και τους λογαριασμούς της.

 

Όμως παρά τη θέση αυτή και παρά το ότι αμφισβητήθηκε τόσο έντονα η θέση της Καθ’ ης η αίτηση πως διαμένει στην ισχυριζόμενη διεύθυνση στη Γαλλία, η τελευταία δεν παρουσίασε κανένα λογαριασμό ο οποίος έστω να αποστάλθηκε στην εν λόγω εταιρεία, η οποία κατ’ ισχυρισμόν της Καθ’ ης η αίτηση εκτελεί χρέη διαχείρισης των λογαριασμών της ούτε όμως παρουσίασε οποιοδήποτε φωτογραφικό υλικό που να αντικατοπτρίζει τη διαμονή της στην επίδικη κατοικία.  Και τούτο παρά το ότι τέτοια μαρτυρία θα ήταν λογικά πολύ εύκολο να αποκτηθεί από την ίδια ενώ παράλληλα θα είχε αναμφίβολα και πολύ μεγάλη αποδεικτική αξία.

 

Η πορεία αυτή ήταν κατά την κρίση μου αναγκαία και επιβεβλημένη εφόσον οι Αιτητές όχι μόνο παρέθεσαν μαρτυρία ως είχαν υποχρέωση ως προς τη διαμονή της εκτός της Δημοκρατίας (ήτοι στο Λονδίνο), αλλά εν συνεχεία και μετά που η ίδια η Καθ’ ης η αίτηση ισχυρίστηκε πως μετακόμισε εξ αυτής και πως διαμένει στη Γαλλία, αμφισβήτησαν κατά τρόπον ουσιαστικό τη θέση της. Η ίδια δε που είχε και την απαραίτητη πρόσβαση σε στοιχεία που υποστηρίζουν τη θέση της, δεν παρέθεσε στοιχεία ικανά ώστε να πείσει πως πράγματι άλλαξε τη χώρα διαμονής της, που σύμφωνα με δική της παραδοχή ήταν η Αγγλία και πως διαμένει πλέον σε χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Πιο συγκεκριμένα παρατέθηκε μαρτυρία από τους Αιτητές ότι στη διεύθυνση που αναφέρει η Καθ’ ης η αίτηση ως διεύθυνση διαμονής της, σύμφωνα με την ιστοσελίδα της εθνικής βάσης δεδομένων για διευθύνσεις της Γαλλίας («Base Adresse Nationale» - adresse.data.gouv.fr), βρίσκεται μια εξοχική έπαυλη πολυτελείας η οποία προσφέρεται προς ενοικίαση μέσω διαφόρων ιστοσελίδων οι οποίες διαφημίζουν επαύλεις που είναι διαθέσιμες προς ενοικίαση (βλ. Τεκμήρια 3,4, 5, 6 και 7 στη ΣΕΔ των Αιτητών).

 

Υπό τις περιστάσεις και με δεδομένη την πιο πάνω αμφισβήτηση της οποίας έτυχαν οι θέσεις της, θα ήταν πολύ εύκολο και απλό για την Καθ’ ης η αίτηση η οποία μπήκε στη διαδικασία για να απαντήσει στις θέσεις των Αιτητών, επισυνάπτοντας μάλιστα και κάποια τεκμήρια, να παρουσιάσει αντίστοιχο υλικό υποδεικνύοντας πού ευρίσκεται η εν λόγω κατοικία, αν δεν είναι εκεί που αναφέρουν οι Αιτητές καθώς και φωτογραφικό υλικό από την καθημερινότητα της στην εν λόγω διεύθυνση αλλά σωρεία άλλων αποδεικτικών μέσων που ως θέμα κοινής λογικής και ανθρώπινης εμπειρίας έχει ένα πρόσωπο που διαμένει σε μια οικία, όπως είναι λογαριασμοί ρεύματος ή και νερού για πρόσφατες ημερομηνίες.  Αντί τούτου περιορίζεται να αναφέρει γενικά πως τα τεκμήρια στην ΣΕΔ Αιτητών δεν παρουσιάζουν την οικία της, παραλείπει να αναφέρει καν από πότε διαμένει στην εν λόγω διεύθυνση, η δε βεβαίωση από τη γαλλική Αρχή Ηλεκτρισμού, ως ήδη υποδείχθηκε αναφέρει ότι η σχετική σύμβαση με τη γαλλική Αρχή Ηλεκτρισμού έγινε στα ονόματα της Καθ’ ης η αίτηση και της θυγατέρας της στη βάση δηλώσεων των ιδίων («based on their own statements»), αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο να πρόκειται για πληροφορία που δεν διασταυρώθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας από την πλευρά των γαλλικών αρχών, ενώ ούτε λογαριασμοί στη βάση αυτής της σύμβασης παρουσιάστηκαν.

 

Υπό το φως των ανωτέρω δεν έχω πειστεί πως η Καθ’ ης η αίτηση έχει διαφοροποιήσει τη διεύθυνση διαμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο που η ίδια δήλωσε και ότι διαμένει πλέον στη συγκεκριμένη διεύθυνση στη Γαλλίας.  Το γεγονός και μόνο ότι έχει παρουσιάσει βεβαίωση του Λογιστή ότι από το 2022 δεν είναι φορολογικός κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου, δεν μπορεί επουδενί να τεκμηριώσει τη θέση της πως διαμένει μόνιμα στη συγκεκριμένη διεύθυνση στη Γαλλία στην οποία ισχυρίζεται.  Αντίθετα εύλογα διερωτάται κάποιος για ποιο λόγο ο εν λόγω λογιστής δεν αναφέρεται θετικά σε ποιο κράτος είναι φορολογικός κάτοικος η Καθ’ ης η αίτηση καθώς και ποιες είναι προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ως τέτοιος.

 

Βέβαια, ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης μου, δεν μου διαφεύγει πως εν πάση περιπτώσει είναι η θέση της Καθ’ ης η αίτηση, ότι διαταγή για παροχή ασφάλειας εξόδων δεν μπορεί να εκδοθεί εναντίον της, ως πολίτης της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ενόψει των προνοιών του περί της Κύρωσης της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Νόμου 1986 (Ν. 172/1986) (στο εξής η «Συνθήκη»).  Συγκεκριμένα η πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση επικαλείται τις πρόνοιες του άρθρου 17 της Συνθήκης που προνοεί τα εξής:

 

« Waiving of security for legal costs.

Citizens of one Contracting Party who appear before the Courts of the other Contracting Party may not be required to give security for legal costs solely by reason of the fact that they are foreigners or do not have their permanent or their temporary residence in the territory of the Contracting party before whose Courts they appear.»

 

Στη βάση αυτής της πρόνοιας η πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση υποστηρίζει ότι δεν επιτρέπεται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για παροχή ασφάλειας εξόδων. Προς υποστήριξη της θέσης αυτής, οι συνήγοροι της Καθ’ ης η αίτηση παρέπεμψαν το Δικαστήριο στην απόφαση Romir Monitoring v MB Romir Holdings (2008) 1 Α.Α.Δ 106 καθώς και σε άλλες πρωτόδικες αποφάσεις.

 

Από την άλλη η θέση των Αιτητών είναι ότι το άρθρο 17 της Συνθήκης δεν δημιουργεί γενική απαγόρευση για παροχή ασφάλειας εξόδων αλλά εμποδίζει την έκδοση τέτοιας διαταγής σε περιπτώσεις όπου το διάταγμα ζητείται αποκλειστικά στη βάση ότι ο Ρώσσος υπήκοος είναι αλλοδαπός ή δεν διαθέτει μόνιμη ή προσωρινή διαμονή στη Δημοκρατία. Προς τούτο έγινε επίκληση αριθμού πρωτόδικων αποφάσεων.

 

Έχω μελετήσει τις εκατέρωθεν θέσεις υπό το φως και της νομολογίας στην οποία με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι.  Αυτό το οποίο εν πρώτοις διαπιστώνω είναι ότι από το λεκτικό του άρθρου 17 της Συνθήκης δεν προκύπτει ότι δημιουργείται μια καθολική απαγόρευση παροχής ασφάλειας εξόδων στην περίπτωση Ρώσων υπηκόων που ενάγουν ή ενάγονται στη Δημοκρατία. Και λέγω τούτο αφού η επίμαχη διάταξη αναφέρει ότι διάδικος «may not be required to give security for legal costs solely by reason of the fact that they are foreigners or do not have their permanent or their temporary residence in the territory» (έμφαση δοθείσα).

 

Εν ολίγοις δηλαδή είναι σαφές από το ίδιο το λεκτικό της επίδικης διάταξης πως η απαγόρευση ρητά περιορίζεται στις περιπτώσεις όπου το διάταγμα ζητείται αποκλειστικά στη βάση του ότι ο διάδικος είναι αλλοδαπός ή δεν διαθέτει τη μόνιμη ή προσωρινή διαμονή του στη Δημοκρατία.  Ανάλογη ήταν και η απόφαση της έντιμης Δικαστού κας Ε. Εφραίμ Π.Ε.Δ (ως ήταν τότε), στην ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 16.6.2020 στην αγωγή 862/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Ivanov κ.α. ν W.C.S. Worldwide Corporate Services Ltd, όπου λέχθηκαν τα εξής:

 

« Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου o Κυρωτικός της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών

Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Ν.172/86, το άρθρο 17 του οποίου προνοεί τα εξής:

[…]

Η ισχύς του εν λόγω Νόμου συνεχίζεται και μετά τη δημιουργία της Ρωσικής Ομοσπονδίας ως διάδοχου κράτους της ΕΣΣΔ, όπως προνοείται στον περί του Πρωτοκόλλου μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κυβέρνησης της Ρωσικής Ομοσπονδίας για το Ευρετήριο των Διμερών Συμφωνιών που υπογράφηκε στη Μόσχα στις 11.10.00 Ν.34(ΙΙΙ)/01. Είναι ορθή η εισήγηση του δικηγόρου των Αιτητριών πως αυτή η νομοθετική πρόνοια δεν είναι απαγορευτική της έκδοσης διαταγής για ασφάλεια εξόδων εναντίον προσώπου το οποίο διαμένει στη Ρωσία, απλώς απαγορεύει την έκδοση τέτοιας διαταγής στη βάση αποκλειστικά και μόνο του τόπου διαμονής του.

Η υπόθεση Romir Monitoring v. MB Romir Holdings Ltd (2008) 1(Α) Α.Α.Δ. 106 όντως διαφοροποιείται από την υπό κρίση περίπτωση καθότι εκεί το μόνο ζήτημα που απασχόλησε το Δικαστήριο ήταν η συνέχιση ισχύος του άρθρου 17 στη Ρωσική Ομοσπονδία μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, και με τη διαπίστωση της ισχύος αυτού, χωρίς την προβολή οποιουδήποτε άλλου λόγου, το Εφετείο κατέληξε ότι δεν επιτρεπόταν η έκδοση διατάγματος για παροχή εγγύησης για δικαστικά έξοδα εναντίον πολιτών των συμβαλλομένων μερών.»

(έμφαση δοθείσα)

 

Παραμένοντας στην Romir η οποία απασχόλησε, ως φαίνεται από το ανωτέρω απόσπασμα, το πιο πάνω Δικαστήριο, αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι πως στην εν λόγω απόφαση Romir (ανωτέρω), η πρωτόδικη απόφαση με την οποία διατάχθηκε η παροχή ασφάλειας εξόδων εναντίον Ρωσικής εταιρείας, ανατράπηκε διότι κρίθηκε λανθασμένη η κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως η Συνθήκη είχε παύσει να ισχύει. Το Ανώτατο Δικαστήριο όμως δεν αναφέρθηκε στα γεγονότα επί των οποίων είχε ζητηθεί το διάταγμα για ασφάλεια εξόδων ούτε και προκύπτει αν η αίτηση στηριζόταν μόνο στο ότι οι εκεί καθ’ ων η αίτηση ήταν αλλοδαποί ή δεν είχαν τη μόνιμη διαμονή τους στη Δημοκρατία, πράγμα το οποίο είναι ουσιώδες.  Αφού πράγματι αν το διάταγμα ζητείται εναντίον πολιτών συμβαλλόμενου κράτους και στηρίζεται μόνο στην πιο πάνω παράμετρο τότε πράγματι δεν είναι επιτρεπτή η έκδοση του.  Ανάλογο ήταν και το σκεπτικό της αδελφής Δικαστού κας Γ. Κυθραιώτου Θεοδώρου (Π.Ε.Δ), στη Γεν. Αίτ. Αρ. 200/22, M.V. Shcherbinina v. C & L Trustees Ltd, ημερ. 6.3.24.

 

Επομένως και στρεφόμενοι στα της παρούσης, εάν εν προκειμένω οι Αιτητές αιτούνται την έκδοση διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων βασιζόμενοι μόνο στο ότι η Καθ’ ης η αίτηση είναι αλλοδαπή ή δεν έχει τη μόνιμη ή την προσωρινή διαμονή της στη Δημοκρατία, τότε το αιτούμενο διάταγμα δεν θα μπορεί να εκδοθεί γιατί εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 17 της Σύμβασης.

 

Όμως, αυτό δεν ισχύει εδώ, εφόσον είναι σαφές πως οι Αιτητές επικαλούνται όχι μόνο ότι η Καθ’ ης η Αίτηση είναι αλλοδαπή, χωρίς διαμονή (μόνιμη ή προσωρινή) στη Δημοκρατία αλλά και ότι δεν διαθέτει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία στη Δημοκρατία (και όχι μόνον), με τα οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να ικανοποιηθεί απόφαση για πληρωμή εξόδων. Επικαλούνται επίσης ότι η αγωγή δεν διαθέτει καλές πιθανότητες επιτυχίας.  Επομένως αυτό που εντοπίζεται είναι πως οι Αιτητές στηρίζονται και σε άλλες βάσεις για να διεκδικούν τη διαταγή ασφάλειας εξόδων, διακριτές από εκείνη που καθορίζει το άρθρο 17 της Σύμβασης. Συνεπώς, η Σύμβαση δεν θεωρώ ότι εμποδίζει την ενδεχόμενη έκδοση σχετικού διατάγματος.

 

Έχοντας καταλήξει πως η Καθ’ ης η αίτηση είναι αλλοδαπό πρόσωπο που δεν έχει τη συνήθη ή προσωρινή διαμονή του στην Κύπρο ή και την Ευρωπαϊκή Ένωση και έχοντας καταλήξει πως θα πρέπει να συντρέχουν και άλλοι λόγοι για να μπορεί να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα πέραν της ιδιότητας της ως πρόσωπο που δεν διαμένει μόνιμα στη Δημοκρατία, με δεδομένες τις πρόνοιες της «Σύμβασης», προχωρώ να εξετάσω τις λοιπές θέσεις που προβάλλουν οι Αιτητές.

 

Ως έχει ήδη αναφερθεί οι Αιτητές διατείνονται πως η Καθ΄ ης η αίτηση δεν διαθέτει άλλους πόρους είτε με την έννοια της κινητής είτε ακίνητης περιουσίας στη Δημοκρατία.  Τούτο δεν αμφισβητήθηκε καθ’ οιονδήποτε συγκεκριμένο τρόπο.  Όπως επίσης δεν αμφισβητήθηκε ότι έπαυσε να είναι μέτοχος στη δική της μικρή επιχείρηση διαχείρισης καφετέριας από το 2023 και διοικητικός σύμβουλος σε αυτήν από το 2021. Περιπλέον αναντίλεκτο παρέμεινε και το ότι ενώ ήταν μέτοχος σε ρωσικές εταιρείες που στην πραγματικότητα ανήκαν στον σύζυγο της Volodin, πλέον δεν παρουσιάζεται ως μέτοχος σε καμία εξ αυτών και αυτές έχουν διαλυθεί ή καταστεί ανενεργές.  Περιπλέον δεν είναι μέτοχος σε οποιαδήποτε άλλη ρωσική εταιρεία ενώ επίσης αναντίλεκτη παρέμεινε και η θέση των Αιτητών ότι μετά από έρευνα στη δημόσια βάση δεδομένων της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Επιδοτών, έχει διαπιστωθεί ότι κατά το 2023 λήφθηκαν μέτρα εκτέλεσης εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση σε σχέση με δύο απλήρωτους λογαριασμούς κοινής ωφελείας, συνολικού ποσού €250 τους οποίους δεν εξόφλησε και η διαδικασία εκτέλεσης τερματίστηκε.  Τούτο σύμφωνα με την ομνύουσα για τους Αιτητές η οποία δεν αμφισβητήθηκε, συμβαίνει σύμφωνα με τον σχετικό ρωσικό νόμο όταν δεν μπορεί να εντοπιστεί το πρόσωπο εναντίον του οποίου λαμβάνονται τα μέτρα ή δεν μπορούν να εντοπιστούν περιουσιακά στοιχεία αυτού.  Τα πιο πάνω ως αναφέρει επιβεβαιώνουν ότι η Καθ’ ης η Αίτηση δεν έχει πλέον οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία στη Ρωσία και ότι τυχόν διαταγή για την καταβολή εξόδων δεν υπάρχει περίπτωση να εκτελεστεί εναντίον της στη Ρωσία ενώ επιπλέον καταδεικνύουν ότι η Καθ’ ης η Αίτηση αποφεύγει να συμμορφωθεί με δικαστικά διατάγματα που εκδόθηκαν εναντίον της στη Ρωσία και αφορούν την καταβολή ενός πολύ μικρού χρηματικού ποσού, καθιστώντας έτσι την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων απολύτως αναγκαία.

 

Τα πιο πάνω δεν αντικρούστηκαν καθ’ οιονδήποτε θετικό και συγκεκριμένο τρόπο από την Καθ΄ ης η αίτηση, η οποία με την Ε/Δ που συνοδεύει την ένσταση περιορίζεται γενικόλογα να ισχυρίζεται ότι: «…έχει αρκετή περιουσία που υπερκαλύπτει τυχόν έξοδα που επιδικαστούν υπέρ των Εναγομένων, σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής. Και η περιουσία αυτή υπάρχει τόσο στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσον και στην Αγγλία και εξ όσων συμβουλεύομαι υπάρχουν ικανοποιητικά μέτρα για εξασφάλιση των εξόδων τους.», χωρίς ωστόσο πουθενά να διευκρινίσει και να παραθέσει με ευκρίνεια ποια είναι αυτή η περιουσία και ποια η αξία της.

 

Ουσιαστικότερη όμως ένδειξη του ότι οι Αιτητές γνήσια παραπονούνται για το ότι κινδυνεύουν να μην μπορέσουν να ικανοποιήσουν μελλοντική απαίτηση για τα έξοδα τους, αποτελεί η θέση που επίσης παρέμεινε αναντίλεκτη στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας πως σε σχέση με τους εναγόμενους 1, 2, 4, 5 και 6 αλλά και τον εναγόμενο 8, ενώ έχουν υπολογιστεί τα έξοδα που αφορούν την ενδιάμεση αίτηση ημερ. 4.11.19 και ενώ έχουν ζητηθεί, η Καθ’ ης η αίτηση μέχρι και σήμερα δεν τα έχει καταβάλει.

 

Επομένως και στη βάση των ανωτέρω θεωρώ ότι πράγματι με βάση τα ενώπιον μου δεδομένα στοιχειοθετείται κίνδυνος σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής η Καθ’ ης η αίτηση να μην ανταποκριθεί στην καταβολή των εξόδων των Αιτητών.  Τονίζω εν προκειμένω πως δεν διαπιστώνεται πλήρης οικονομική αδυναμία της Καθ΄ ης η αίτηση να ικανοποιήσει τυχόν απαίτηση για έξοδα, κάτι που ενδεχομένως και με βάση τη νομολογία στην οποία έγινε αναφορά ανωτέρω (Conway ανωτέρω), να μπορούσε είχε ως αποτέλεσμα να θεωρηθεί ότι εμποδίζεται η πρόσβαση της Καθ’ ης η αίτηση στο Δικαστήριο.  Εξ άλλου τούτη δεν ήταν ποτέ η θέση της ίδιας της Καθ΄ ης η αίτηση.  Αυτό το οποίο διαπιστώνεται είναι πως με βάση τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον μου συμπεριλαμβανομένων και των όσων η Καθ΄ ης η αίτηση ισχυρίστηκε αλλά και ως εκ της συμπεριφοράς της σε σχέση με ήδη υπολογισθέντα και ζητηθέντα έξοδα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, είναι πως πράγματι στοιχειοθετείται ο κίνδυνος για τον οποίο παραπονούνται οι Αιτητές, ήτοι να μην ικανοποιηθεί η απαίτηση τους για έξοδα σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής.

 

Ως προς το ότι δεν υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής σημειώνω ότι το ζήτημα αυτό, ως ορθώς αναφέρουν οι Αιτητές τέθηκε και εξετάστηκε στο πλαίσιο της ενδιάμεσης αίτησης για προσωρινά διατάγματα ημερ. 4.11.19, από το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) και το οποίο κατέληξε ότι δεν καταδεικνύεται η ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης ή ορατής πιθανότητας της αξίωσης της Καθ’ ης η αίτηση.   Ενώπιον μου, όπου το ζήτημα εγείρεται εκ νέου προς απόφανση, η Καθ΄ ης η Αίτηση υποστήριξε μόνο ότι έχει καλή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής χωρίς αναφορά σε οποιαδήποτε γεγονότα εισηγούμενη πως τώρα δεν είναι το στάδιο για να αποφασίσει το ζήτημα το Δικαστήριο.  Και τούτο παρά το ότι η δύναμη της υπόθεσης είναι ζήτημα σχετικό στο πλαίσια μιας τέτοιας αίτησης με βάση και την ανωτέρω νομολογία και μάλιστα ο ενάγων έχει το βάρος να αποδείξει τούτο. Εν προκειμένω και στην απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας από πλευράς Καθ΄ ης η Αίτηση εν σχέσει με τη δύναμη της υπόθεσης της, δεν μπορώ να θεωρήσω πως αυτή απέσεισε το σχετικό βάρος που φέρει.

 

Η διαπίστωση αυτή απαντά και στο επιχείρημα της Καθ΄ ης η αίτηση πως ενώ οι Αιτητές ενάγονται επί τω ότι δολίως απομείωσαν τα περιουσιακά στοιχεία της Καθ’ ης η αίτηση, επιχειρούν επιπλέον να απομειώσουν ακόμα περισσότερο την οικονομική της δυνατότητα. Και τούτο διότι αν δεν έχει καταφέρει να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας των αξιώσεων της, δεν μπορεί εύλογα να προβάλλει το ως άνω παράπονο ούτε βέβαια να ισχυρίζεται ότι της αποστερείται το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία η ίδια πουθενά στην ένσταση ή στις Ε/Δ που τη συνοδεύουν δεν επικαλέστηκε δυσχέρεια, πόσω δε μάλλον οικονομική αδυναμία στην καταβολή των εξόδων των Αιτητών, ενώ κατ’ επιλογήν της δεν έδωσε καμμιά συγκεκριμένη λεπτομέρεια ως προς την περιουσία που κατ’ ισχυρισμόν έχει για να μπορεί το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ως προς τη δυνατότητα της να ανταποκριθεί σε τυχόν διαταγή για έξοδα, σε περίπτωση που η αγωγή ήθελε απορριφθεί.

 

Ακόμα όμως και να κατέληγα σε σχέση με το ζήτημα της ισχύος της υπόθεσης της ενάγουσας, πως εγείρονται ουσιαστικά επιχειρήματα και από τις δύο πλευρές που χρήζουν εξέτασης και απόφανσης στο πλαίσιο εκδίκασης της αγωγής και πως ένεκα τούτου η παράμετρος αυτή δεν θα μπορούσε να είναι καθοριστική για σκοπούς της Αίτησης, δεν θα διαφοροποιείτο εν προκειμένω το αποτέλεσμα.

 

Και τούτο διότι το ουσιώδες εν προκειμένω που γέρνει την πλάστιγγα υπέρ της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, είναι αφενός το ότι η Καθ’ ης η αίτηση είναι πρόσωπο που δεν έχει τη συνήθη διαμονή της στη Δημοκρατία ή στην Ευρωπαϊκή Ένωση και αφετέρου ότι σύμφωνα και με τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, διαπιστώνεται κίνδυνος σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής, να μην καταβάλει τα έξοδα των Αιτητών.

 

Ως προς τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας αίτησης, σημειώνω ότι στην υπόθεση Union de Cooperatives v. Apak Agro (Αρ. 2) (1992) 1 Α.Α.Δ 1170, λέχθηκε πως:

 

« Δεν αποκλείεται να υπάρχουν περιπτώσεις που η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί για ασφάλεια εξόδων σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες δυνατό να προσανατολίσει ένα δικαστήριο στην απόρριψη τέτοιου αιτήματος (βλέπε Lindsay Parkinson LtdvTriplan Ltd. [1973] 2 All E.R. 273). Όμως ο δικαστής εδώ δεν παραγνώρισε την καθυστέρηση. Την επισημαίνει. Ιδιαίτερα αναφορικά με την εφεσίβλητη 2. Έκρινε όμως ότι σε συνδυασμό με άλλα στοιχεία που σχετίζονται με τη βασιμότητα της υπεράσπισης και την πορεία που πήρε η υπόθεση, η βραδύτης με την οποία ενήργησαν οι εφεσίβλητοι δεν ήταν αρκετή για να τους αρνηθεί θεραπεία. Εξάλλου με τη ρητή διάταξη της Δ.60 θ.1 η εγγύηση μπορεί να δοθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Με τα δεδομένα αυτά βρίσκουμε ότι ο πρωτόδικος δικαστής δεν είχε υπερβεί τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας.»

 

Στη δε Genemp Trading (ανωτέρω) «…… Ο χρόνος υποβολής της αίτησης είναι ένα πρόσθετο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη και δεν αποκλείεται η περίπτωση η καθυστέρηση διαδίκου να αποταθεί έγκαιρα για ασφάλεια εξόδων σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες να οδηγήσει σε απόρριψη του αιτήματος ……».

 

Εν προκειμένω δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η υπό κρίση αίτηση, με δεδομένο το ότι η αγωγή χρονολογείται από το 2019, καταχωρήθηκε χρονικά με καθυστέρηση. Παρόλα αυτά, από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι εκκρεμούσε μέχρι και τις 4.10.23 η αίτηση για προσωρινά διατάγματα ημερ. 4.11.19, η δε Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε μόλις τον Ιανουάριο του 2024, και τούτο μετά από καταχώρηση σχετικής αίτησης για απόρριψη της αγωγής.  Θέση των Αιτητών επί τούτου είναι πως όταν πλέον κατέστη σαφές πως, παρά την απόρριψη της ενδιάμεσης αίτησης και των διαπιστώσεων του Δικαστηρίου στο πλαίσιο εκείνο, ως προς τη δύναμη της υπόθεσης της Καθ’ ης η αίτηση, η τελευταία επέλεξε να προωθήσει περαιτέρω την αγωγή, αποφάσισαν να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση. Για την οποία όμως έπρεπε να προηγηθεί ουσιαστική έρευνα εν σχέσει με την οικονομική κατάσταση της Καθ΄ ης η Αίτηση.  Κατά συνέπεια, και χωρίς να παραγνωρίζω ότι η διαμονή της Καθ’ ης η αίτηση στο Λονδίνο ήταν από την αρχή γνωστή στους Αιτητές, εν προκειμένω και λαμβάνοντας υπόψη την καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής από την ενάγουσα καθώς και τις λοιπές παραμέτρους που αναφέρθηκαν ανωτέρω, οι οποίες συνηγορούν υπέρ της έγκρισης της, δεν θεωρώ ότι ο χρόνος καταχώρησης της υπό κρίση Αίτησης θα πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της. Και τούτο ανεξαρτήτως αν υπό άλλες συνθήκες μια τέτοια καθυστέρηση μπορεί να είχε ως συνέπεια την απόρριψη της αίτησης.

 

Τέλος, παρά τη θέση που προβάλλεται μέσω της ένστασης ότι η παρούσα Αίτηση είναι αθέμιτη και καταχρηστική ή και προϊόν συνωμοσίας, δεν διακρίνω στοιχεία που να παραπέμπουν σε κάτι τέτοιο δεδομένου του ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για να διεκδικείται το αιτούμενο διάταγμα.  Το δε γεγονός πως και άλλοι εναγόμενοι προβάλλουν ανάλογο αίτημα, στηριζόμενοι στους ίδιους λόγους, δεν καθιστά εκ προοιμίου και αφ’ εαυτής την παρούσα αίτηση κακόπιστη ή και καταχρηστική, τη στιγμή που αποτελεί κατάληξη μου ότι συντρέχουν βάσιμοι λόγοι για την έκδοση του αιτούμενου με αυτή διατάγματος.  Εξάλλου δεν πρέπει να λησμονείται ότι είναι η ίδια η ενάγουσα που επέλεξε να προωθήσει την αγωγή εναντίον όλων αυτών των εναγομένων, οι οποίοι ως διάδικοι έχουν ανάλογα δικαιώματα, η νόμιμη εξάσκηση των οποίων δεν νοείται να θεωρείται πως συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά έναντι της Καθ’ ης η αίτηση, που επέλεξε να τους συμπεριλάβει στην παρούσα αγωγή.

 

Συνυπολογίζοντας όλα όσα προανέφερα, κρίνω ότι στην προκείμενη περίπτωση είναι ορθό και δίκαιο η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου εξασκηθεί υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων.

 

Ως προς το ύψος του ποσού εξόδων για το οποίο ζητείται η παροχή ασφάλειας, έχω εξετάσει τον ενδεικτικό κατάλογο εξόδων που επισυνάπτεται στην Αίτηση και τα προβλεπόμενα στις σχετικές κλίμακες των κανονισμών ποσά αλλά καθώς και τα έξοδα που θα επιδικαστούν εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση στο πλαίσιο της παρούσας. Έχοντας υπόψη όλα τα δεδομένα κρίνω εύλογο το ποσό των €35.000.

 

Στρεφόμενη τώρα στο χρόνο συμμόρφωσης, η πλευρά των Αιτητών ζητά όπως διαταχθεί η συμμόρφωση της Καθ΄ης η Αίτηση για παροχή ασφάλειας εξόδων εντός 30 ημερών από την έκδοση σχετικού διατάγματος. Η πλευρά της Καθ΄ ης η αίτηση θεωρεί το περιθώριο αυτό ασφυκτικό και καταπιεστικό χωρίς ωστόσο να εισηγείται κάποιο άλλο διάστημα. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω ποσά σε σχέση με τα οποία θα διαταχθεί η παροχή ασφάλειας καθώς και το γεγονός ότι αντίστοιχες αιτήσεις εκκρεμούν εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση και από τους λοιπούς εναγόμενους, κρίνω εύλογο το χρονικό διάστημα των 90 ημερών.

 

Κατάληξη

 

Καταληκτικά, η Αίτηση εγκρίνεται. Η ενάγουσα/Καθ’ ης η αίτηση στην παρούσα, διατάσσεται να παράσχει ασφάλεια εξόδων των Αιτητών 7 και 9 για το ποσό των €35.000.

 

Η ασφάλεια εξόδων να παρασχεθεί είτε με κατάθεση του εν λόγω ποσού είτε με την παροχή τραπεζικής εγγύησης, στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου, εντός 90 ημερών από σήμερα.

 

Μέχρι την συμμόρφωση της ενάγουσας ή την εκπνοή του χρόνου που έχει καθοριστεί, η διαδικασία της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής αναστέλλεται. Αν η ενάγουσα παραλείψει να παράσχει τη διαταχθείσα ασφάλεια εντός της καθορισμένης προθεσμίας, τότε η υπόθεση θα θεωρείται ότι έχει εγκαταλειφθεί και θα καταστεί αυτομάτως απορριφθείσα. Σε τέτοια περίπτωση οι Αιτητές θα δικαιούνται τα έξοδα της αγωγής όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης €4.500 πλέον Φ.Π.Α., επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών 7 και 9 και εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση.

 

Στην περίπτωση που υπάρξει συμμόρφωση με τη διαταγή για την παροχή της ασφάλειας εξόδων, τότε οποιοσδήποτε διάδικος μπορεί να αιτηθεί όπως ο φάκελος τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για περαιτέρω χειρισμό.

 

 

 

 

 

 

(Υπ.) ………………………………..

                                     Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ.

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 

 

 



[1] Βλ. Sally Line v Greenmar Navigation Ltd, (1993) 1 Α.Α.Δ. 633, Alahmari v Alia The Royal Jordanian Airline (1990) 1Β Α.Α.Δ. 633, Stejaru v Ιωάννου, (2002) 1Β Α.Α.Δ. 909.

[2] Σχετική και η The Continental Insurance Company of Hampshire v Sac Eugene O' Regan (1998) 1 Α.Α.Δ. 1087

[3] Conway v Ηλία (2002) 1Γ Α.Α.Δ. 1653


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο