ΚΑΣΤΩΡ Α.Β.Ε.Ε. ν. FASHION ICON CLOTHING LTD, Αρ. Αγωγής: 637/2020, 25/8/2025
print
Τίτλος:
ΚΑΣΤΩΡ Α.Β.Ε.Ε. ν. FASHION ICON CLOTHING LTD, Αρ. Αγωγής: 637/2020, 25/8/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Ν. Πετρίδου, Ε.Δ.

 

Αρ. Αγωγής: 637/2020

 

Μεταξύ:

 

ΚΑΣΤΩΡ Α.Β.Ε.Ε.

 

Ενάγουσα

-και-

 

FASHION ICON CLOTHING LTD

 

Εναγόμενη

 

 

Ημερομηνία: 25 Αυγούστου 2025

 

Εμφανίσεις:

Για την Ενάγουσα – Αιτήτρια: κα Τ. Χριστοφίδη

Για την Εναγόμενη – Καθ’ ης η Αίτηση: κ. Σ. Τζιάζας

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

(στην αίτηση έρευνας ημερομηνίας 7.9.2021)

 

Στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, στις 24.11.2020, εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης (στο εξής «η Απόφαση»), για το ποσό των €21.027,90, πλέον τόκο 9% ετησίως από τις 10.3.2020, πλέον έξοδα €1.181, πλέον τόκο 2% επί των εξόδων από τις 10.3.2020, πλέον ΦΠΑ, πλέον €16,50 έξοδα επίδοσης (στο εξής «το εξ αποφάσεως χρέος»).

Με την υπό κρίση Αίτηση, η Ενάγουσα επιζητεί, μεταξύ άλλων, την έκδοση Διατάγματος πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους της Εναγόμενης, «με δόσεις προς €800 ή ως ήθελε κρίνει εύλογο το Δικαστήριο» (βλ. παράγραφο 2(α) της Αίτησης). 

Σε ό,τι αφορά τα λοιπά αιτούμενα διατάγματα, και δη την ακύρωση καταδολιευτικής μεταβίβασης (βλ. παράγραφο 2(β) της Αίτησης) και την αποκοπή μισθού (βλ. παράγραφο 2(γ)), τούτα δεν προωθήθηκαν από πλευράς της Ενάγουσας και, ως εκ τούτου, θεωρείται ότι έχουν εγκαταλειφθεί.    

Η υπό κρίση Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση, στην οποία η πλευρά της Ενάγουσας αναφέρει ότι, στις 24.11.20, εκδόθηκε η πιο πάνω Απόφαση και ότι, στις 22.2.2021, εκδόθηκε ένταλμα κινητών εναντίον της Εναγόμενης, το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο. Επίσης, η πλευρά της Ενάγουσας αναφέρει ότι, η Εναγόμενη ουδέν ποσό πλήρωσε έναντι του εξ αποφάσεως χρέους της μέχρι σήμερα, με αποτέλεσμα τούτο να παραμένει απλήρωτο. Είναι, τέλος, η θέση της ότι, η Εναγόμενη «έχει εισοδήματα» από τα οποία μπορεί να πληρώνει το εξ αποφάσεως χρέος της.

Προς αναχαίτιση της υπό κρίση Αίτησης, η Εναγόμενη καταχώρησε Ένσταση, στην οποία προβάλλει 4 λόγους ένστασης, οι οποίοι, επί της ουσίας τους, έχουν ως ακολούθως: (1) ότι αυτή (η Εναγόμενη) δεν ασκεί καμία εμπορική ή οικονομική δραστηριότητα, (2) ότι δεν έχει περιουσιακά στοιχεία ή εισοδήματα και (3) ότι αδυνατεί να πληρώνει οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα.

Την Ένσταση υποστηρίζει η ένορκη δήλωση ενός εκ των διευθυντών της Εναγόμενης (στο εξής «ο ομνύοντας»), ο οποίος, εν πολλοίς, επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης, πλην όμως με περισσότερη λεπτομέρεια και επιχειρηματολογία. Αναφέρει εκεί ο ομνύοντας ότι, η Εναγόμενη ασχολείτο με την πώληση ειδών ένδυσης, υπόδησης και αξεσουάρ, αλλά και ότι, μετά το «κούρεμα», κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, εμφανίστηκαν τα πρώτα προβλήματα, αφού η Εναγόμενη έχασε πολλούς πελάτες, ενώ αυτή υπέστη και μεγάλο πλήγμα όταν, μετέπειτα, «έχασε» την αντιπροσωπεία γνωστής μάρκας. Ως ισχυρίστηκε ο ομνύοντας, τα έξοδα της Εναγόμενης ήταν πολλά και τα έσοδα λίγα, αφού αυτή έπρεπε κάθε μήνα να πληρώνει το προσωπικό της, ηλεκτρισμό, εμπορεύματα, λογιστές, φόρους, ως επίσης και ενοίκιο ύψους €7.000 για το κατάστημα που διατηρούσε. Ακόμη, ισχυρίστηκε ότι, το 2019, όταν διεξάγονταν εργασίες στην οδό Στασικράτους και ο δρόμος και τα πεζοδρόμια ήταν κατεστραμμένα, η διέλευση των πελατών στο κατάστημα της Εναγόμενης να ήταν μηδενική και ως εκ τούτου το κατάστημα της υπολειτουργούσε. Εν τέλει, τον Αύγουστο 2019, το εν λόγω κατάστημα έκλεισε και έκτοτε η Εναγόμενη δεν ασκεί οποιαδήποτε εμπορική ή οικονομική δραστηριότητα και δεν είχε οποιοδήποτε εισόδημα. Περαιτέρω, ανέφερε ο ομνύοντας ότι, σήμερα, η Εναγόμενη δεν έχει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο, παρά μόνο εμπορεύματα στοκ που της είχαν απομείνει. Οφείλει δε, η Εναγόμενη, σε διάφορους πιστωτές της υπέρογκα ποσά, τα οποία αδυνατεί να πληρώσει. Ισχυρίστηκε, ακόμη, ότι, τον Ιούνιο του 2022, η Εναγόμενη, με επιστολή της προς την Ενάγουσα (Τεκμήριο 2 επί της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση), εισηγήθηκε στην τελευταία όπως της εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος της με την παράδοση των εμπορευμάτων στοκ που της είχαν απομείνει. Εντούτοις, η Ενάγουσα ουδέποτε απάντησε στην εν λόγω επιστολή. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι, η Εναγόμενη παραμένει πρόθυμη να προχωρήσει στην παράδοση των εν λόγω εμπορευμάτων της στην Ενάγουσα προς εξόφληση του εν λόγω εξ αποφάσεως χρέους. Πέραν των ανωτέρω, ο ομνύοντας αναφέρει ότι το ποσό των €277.147,50 το οποίο πιστώθηκε στο λογαριασμό της Εναγόμενης (βλ. Τεκμήριο 4 επί της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση), δεν αποτελεί χρηματικό ποσό ή περιουσιακό στοιχείο της Εναγόμενης, αλλά αποτελεί ποσό το οποίο έλαβε, προσωπικά, η μητέρα του (και έτερη διευθύντρια της Εναγόμενης), υπό την ιδιότητα της ως κληρονόμος της περιουσίας του αποβιώσαντα θείου της στο πλαίσιο της Διαχείρισης (Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού) αρ. 304/2018 (βλ. Τεκμήριο 5 επί της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση). Τα δε ενοίκια που καταβάλλονταν από την εταιρεία ISCT (η οποία στη συνέχεια μετονομάστηκε σε ELESNER) στον λογαριασμό της Εναγόμενης (βλ. Τεκμήριο 4 επί της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση), καταβάλλονταν προς όφελος της μητέρας του, η οποία ήταν και η ιδιοκτήτρια των εν λόγω υποστατικών, και όχι προς όφελος της Εναγόμενης (βλ. Τεκμήριο 6 επί της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση).

Πέραν των πιο πάνω, στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ημερ. 28.11.2023, που καταχωρήθηκε προς περαιτέρω υποστήριξη της Ένστασης της Εναγόμενης, η διευθύντρια της τελευταίας (στο εξής «η ομνύουσα») επαναλαμβάνει ότι η επιχείρηση της Εναγόμενης έκλεισε τον Αύγουστο 2019 και ότι η τελευταία έκτοτε δεν ασκεί καμία εμπορική ή οικονομική δραστηριότητα. Επίσης, ανέφερε ότι εναντίον της Εναγόμενης εκκρεμεί αγωγή για τραπεζικό χρέος για ποσό άνω του €1.500.000. Επιπλέον, ανέφερε ότι το ποσό των €277.147,50 το οποίο πιστώθηκε στο λογαριασμό της Εναγόμενης, αποτελούσε ποσό το οποίο έλαβε η ίδια προσωπικά ως κληρονομιά και ότι κατέθεσε τούτο στο λογαριασμό της Εναγόμενης με σκοπό να βοηθήσει τούτη, εξού και το μεγαλύτερο μέρος του εν λόγω ποσού δόθηκε για πληρωμές στο φόρο, κοινωνικές ασφαλίσεις, πληρωμές υπαλλήλων της Εναγόμενης, οφειλόμενα ενοίκια, ένα μέρος στην Ενάγουσα για προηγούμενες παραγγελίες, κτλ. Τέλος, αναφέρεται στις προσωπικές της οικονομικές συνθήκες. 

Επιπρόσθετα με τα ανωτέρω, η Εναγόμενη, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, καταχώρησε προς περαιτέρω υποστήριξη της Ένστασης της, τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ημερ. 22.11.2024, στην οποία ο διευθυντής της (ο ομνύοντας ανωτέρω) αναφέρεται στις προσωπικές του οικονομικές συνθήκες.

Στο στάδιο εξέτασης της παρούσας Αίτησης, εξετάστηκαν ενόρκως η διευθύντρια (η ομνύουσα) και ο διευθυντής (ο ομνύοντας) της Εναγόμενης (άρθρο 84 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6). 

Η ομνύουσα ανέφερε ότι από την ημερομηνία που προέβη στην ένορκη δήλωσή της δεν άλλαξε το ο,τιδήποτε σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης. 

Ο δε ομνύοντας υιοθέτησε το περιεχόμενο των δύο ενόρκων δηλώσεων του που υποστηρίζουν την Ένσταση της Εναγόμενης. Επανέλαβε, ακόμη, ότι η Εναγόμενη είναι ανενεργή εδώ και 6 χρόνια, ενώ ανέφερε ότι το εμπόρευμα στοκ που της απέμεινε, αξίας €30.000 - €35.000, σήμερα, βρίσκεται σε αποθήκη γνωστού τους προσώπου. 

Οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν γραπτώς, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους.

Αποτελεί θέση της συνηγόρου της Ενάγουσας ότι, η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί καθότι υπάρχει απόθεμα στο όνομα της Εναγόμενης. Ακόμη, εισηγήθηκε ότι διαφαίνεται ότι η Εναγόμενη είχε εισοδήματα για την περίοδο 2018-2022, την ίδια ώρα που η τελευταία δηλώνει ότι η επιχείρηση της έκλεισε από το έτος 2019. Παρενθετικά, σημειώνω ότι, η πλευρά της Ενάγουσας, στην αγόρευσή της, επισύναψε «έρευνα που έγινε μέσω της επίσημης ιστοσελίδας του Εφόρου Εταιρειών, η οποία παρουσιάζει την εταιρεία ως ενεργή». Υπενθυμίζω ότι, αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο προσαγωγής μαρτυρίας (Ιακώβου v. Gordian Holdings Ltd, Πολιτική Έφεση 83/2019, ημερ. 11.6.2024, Geopet Aluminium Ltd v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση 306/2014, ημερ. 13.3.2024, Παπαργυρού v. Μιχαηλίδης (2016) 1 ΑΑΔ 144). Η μαρτυρία που μπορεί να ληφθεί υπόψη προκύπτει είτε από τις ένορκες δηλώσεις, είτε μέσα από τη μαρτυρία κατά την ακροαματική διαδικασία και, ως εκ τούτου, οποιαδήποτε μαρτυρία παρατίθεται μέσω της αγόρευσης της Ενάγουσας δεν μπορεί και δεν θα ληφθεί υπόψη.

Αντίθετα, ο συνήγορος της Εναγόμενης, στην αγόρευσή του, εισηγήθηκε ότι, από το σύνολο της μαρτυρίας, προκύπτει ότι η Εναγόμενη αδυνατεί να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό με μηνιαίες δόσεις έναντι του εξ αποφάσεως χρέους της, καθότι, εδώ και χρόνια, δεν έχει εισοδήματα και δεν διεξάγει οποιαδήποτε δραστηριότητα.

Έλαβα υπόψη μου όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, υπό το φως των αγορεύσεων της κάθε πλευράς. Ιδιαίτερη αναφορά θα γίνει, όπου αυτό κριθεί σκόπιμο, κατωτέρω.   

Η ουσιαστική δικονομική βάση της παρούσας Αίτησης είναι τα Μέρη VIII και IX του Κεφ. 6. Οι πρόνοιες αυτές, του Κεφ. 6, έχουν αναλυθεί εκτεταμένα από τη νομολογία και έχω κατά νου τις καλά καθιερωμένες αρχές αναφορικά με τον ρόλο και το καθήκον του Δικαστηρίου σε αιτήσεις αυτής της φύσης. Παραπέμπω, ενδεικτικά, στις υποθέσεις Αντώνης Φλαγκοφάς ν Αταλεζα Λτδ (1989) 1(Ε) ΑΑΔ 686 και National Bank of Greece v Nicos Trihinas (1976) 2 JSC 411.

Σκοπός της νομοθεσίας είναι η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων, η οποία συναρτάται άμεσα με το κύρος της δικαστικής διαδικασίας. Τα προβλεπόμενα μέσα αναγκαστικής εκτέλεσης δεν πρέπει να καταντούν ατελέσφορα, εκτός σε απόλυτα δικαιολογημένες περιπτώσεις (Ηροδότου v. Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, Πολ. Έφεση Ε95/16, απόφαση ημερ. 7.6.2023, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου, Πολ. Έφεση 29/19, απόφαση ημερ. 15.2.2022, ECLI:CY:DOD:2022:5, Χριστοφόρου v. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Ακακίου (2008) 1 ΑΑΔ 708). 

Οι αρχές αποκρυσταλλώθηκαν μέσα από την πλούσια νομολογία του Εφετείου (Evdoras Kouppis Ltd v. KPMG Limited, Πολιτική Έφεση 377/19, απόφαση ημερ. 29.11.2024, Καλαβάς κ.ά. v. Κάνθερ, Πολιτική Έφεση 199/19, απόφαση ημερ. 30.10.2024 και Πιερή v. Ματθαίου, Πολιτική Έφεση 378/18, απόφαση ημερ. 24.5.2024). 

Η διαδικασία είναι ερευνητικού χαρακτήρα. Αποσκοπεί στη διακρίβωση της οικονομικής ικανότητας του εξ αποφάσεως οφειλέτη να πληρώνει κάποιο ποσό περιοδικώς, συνήθως μηνιαίως, έναντι του οφειλόμενου χρέους (Σωκράτους v. Παναγιώτου, Πολιτική Έφεση 253/15, απόφαση ημερ. 29.11.2023). Ο καθορισμός του ύψους της μηνιαίας δόσης επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Λαμβάνονται υπόψη τα εισοδήματα του οφειλέτη, τα αναγκαία έξοδά του και άλλοι παράγοντες, χωρίς να υπάρχουν εξαντλητικά κριτήρια. Οι ίδιες αρχές εφαρμόζονται όταν ο οφειλέτης είναι είτε φυσικό, είτε νομικό πρόσωπο (Gesico Photographic Ltd v. J.K. Video Art Co. Ltd (1991) 1 Α.Α.Δ. 134). Το δε βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του εξ' αποφάσεως οφειλέτη, ο οποίος θα πρέπει να καταδείξει ότι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει το χρέος του. Υποχρεούται, προς τούτο, να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των περιουσιακών του στοιχείων (βλ. Βασιλειάδης ν. Τσουρή (2007) 1 (Α) Α.Α.Δ. 43 και THE OLD SALT YACHTING CO. LTD. v. BίκηςΑγ. Ναυτ. 42/2014, απόφαση ημερ. 11.7.2018, ECLI:CY:AD:2018:D358).

Εξετάζοντας με προσοχή τη μαρτυρία αμφότερων των μαρτύρων, ουδεμία τάση καταφυγής στο ψέμα διαπιστώνεται, ούτε και οποιαδήποτε προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Τουναντίον, η μαρτυρία τους ήταν σαφής και θετική. 

Η διευθύντρια της Εναγόμενης (ομνύουσα) αναφέρθηκε, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις της συνηγόρου της Ενάγουσας, στη συνεργασία των διαδίκων (Ενάγουσας και Εναγόμενης). Ερωτηθείσα σχετικά, ανέφερε τους λόγους για τους οποίους τον Αύγουστο του 2019, η επιχείρηση της Εναγόμενης οδηγήθηκε σε κλείσιμο. 

Ο διευθυντής της Εναγόμενης (ομνύοντας) αναφέρθηκε στην οικονομική κατάσταση της τελευταίας, παραπέμποντας σε σχετικά τεκμήρια. Απαντώντας στις ερωτήσεις που του τέθηκαν, αναφέρθηκε στα διάφορα οικονομικά προβλήματα της Εναγόμενης και τους λόγους για τους οποίους, το έτος 2019, αναγκάστηκαν να κλείσουν την επιχείρηση της Εναγόμενης. Αναφέρθηκε, ακόμη, στην προσπάθεια της Εναγόμενης, να αποπληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος της, με την παράδοση, στην Ενάγουσα, του εμπορεύματος στοκ που είχε απομείνει στην πρώτη, αξίας €30.000 - €35.000.   

Σημειώνω εδώ, ότι, ουδεμία θέση των πιο πάνω μαρτύρων αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Ενάγουσας.

Επίσης, στο σημείο αυτό, διευκρινίζω - όπως άλλωστε έγινε και κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας - ότι το εξ αποφάσεως χρέος οφείλεται από την Εναγόμενη, και όχι από τους διευθυντές της. Συνεπώς, οποιαδήποτε μαρτυρία δόθηκε και σχετίζεται με την οικονομική κατάσταση των διευθυντών της Εναγόμενης, υπό την προσωπική τους ιδιότητα, είναι ουδέτερης σημασίας, για τους σκοπούς της παρούσας Αίτησης.

Από την προσκομισθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι η επιχείρηση της Εναγόμενης έκλεισε το 2019, ενώ σήμερα, δεν έχει οποιαδήποτε εισοδήματα. Το γεγονός ότι «δεν υπάρχουν οποιαδήποτε Διατάγματα και/ή αποφάσεις» εναντίον της Εναγόμενης, δεν αποδεικνύει, από μόνο του, ότι υπάρχει δυνατότητα έκδοσης Διατάγματος αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους της, με μηνιαίες δόσεις, ως φαίνεται να εισηγείται η πλευρά της Ενάγουσας. Ούτε προκύπτει, από την ενώπιον μου μαρτυρία, ότι η Εναγόμενη έχει την ικανότητα να δραστηριοποιηθεί ή ότι έχει, γενικά, προοπτική για λήψη εισοδήματος. Αντίθετα, ό,τι προκύπτει, από την προσκομισθείσα μαρτυρία, είναι ότι δεν υπάρχει η δυνατότητα, υπό τις περιστάσεις, αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους της Εναγόμενης, με μηνιαίες δόσεις. Με αυτά τα δεδομένα - τα οποία ουδόλως αμφισβητήθηκαν από πλευράς της Ενάγουσας - δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. 

Η πλευρά της Ενάγουσας στην αγόρευσή της σημειώνει: «Τέλος, φαίνεται ότι υπάρχει απόθεμα, το οποίο παραμένει επ’ ονόματι της ενάγουσας/αιτήτριας [σ.σ. εννοεί προφανώς της εναγόμενης/καθ’ ης η αίτηση] και θεωρείται ως περιουσία αυτής, την ίδια ώρα που το Τεκμήριο 4 της ένορκης δήλωσης του [διευθυντή της εναγόμενης], η οποία συνοδεύει την ένσταση της εναγόμενης, ημερομηνίας 13.10.21, παρουσιάζει ως κληρονομία το ποσό των €277.147,50, μαζί με το ποσό των €48.685,13, ποσό το οποίο εμπίπτει στην κατηγορία του συνολικού εισοδήματος για την χρονική περίοδο Οκτώβριος 2018-Ιούνιο 2022, την ίδια ώρα που οι διευθυντές της εναγόμενης/καθ’ ης η αίτηση έχουν δηλώσει ότι η επιχείρηση έκλεισε κατά ή περί τον Αύγουστο του 2019».

Υπενθυμίζω ότι, σε σχέση με το ποσό των €277.147,50, το οποίο κατατέθηκε τον Οκτώβριο του 2018 στον λογαριασμό της Εναγόμενης (βλ. Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση), ο ομνύοντας, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, ανέφερε ότι τα χρήματα αυτά προήλθαν από κληρονομιά που έλαβε η έτερη διευθύντρια της Εναγόμενης (και μέτοχος κατά 80%), η οποία τα κατέθεσε στον λογαριασμό της Εναγόμενης. Το μεγαλύτερο δε μέρος του εν λόγω ποσού, χρησιμοποιήθηκε για την πληρωμή εξόδων της Εναγόμενης, ως ανέφερε η ομνύουσα στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ημερ. 28.11.2023.  Επιπρόσθετα, ως επεξήγησε ο ομνύοντας, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, παραπέμποντας στην εν λόγω κατάσταση του τραπεζικού λογαριασμού της Εναγόμενης (Τεκμήριο 4), μετά το κλείσιμο της επιχείρησης, τον Αύγουστο 2019, η Εναγόμενη δεν είχε εισοδήματα, εκτός από την πληρωμή στο λογαριασμό της κάποιων ενοικίων για ακίνητα τα οποία ανήκουν στην έτερη διευθύντρια της Εναγόμενης (Τεκμήριο 6). Σημειώνω δε εδώ ότι, η εν λόγω μαρτυρία αμφότερων των διευθυντών της Εναγόμενης, ουδόλως αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Ενάγουσας κατά την ακροαματική διαδικασία.     

Σε σχέση τώρα με το εμπόρευμα στοκ που απέμεινε της Εναγόμενης, η ύπαρξη του δεν καταδεικνύει, από μόνη της, εισοδηματική ικανότητα για σκοπούς της παρούσας Αίτησης, ιδίως για μια επιχείρηση η οποία σταμάτησε να λειτουργεί εδώ και 6 χρόνια. Εξάλλου, ο διευθυντής της ανέφερε – κάτι το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς της Ενάγουσας - ότι αυτό (το εμπόρευμα) βρίσκεται σε κάποια αποθήκη, η οποία ανήκει σε γνωστό τους, και για την οποία (αποθήκη) η Εναγόμενη δεν πληρώνει κάποιο ποσό. 

Εν ολίγοις, δεν προκύπτει, από την προσκομισθείσα μαρτυρία, ότι η Εναγόμενη έχει εισοδήματα ή, έστω, εισοδηματική ικανότητα ώστε να μπορεί να πληρώνει το εξ αποφάσεως χρέος της με μηνιαίες δόσεις. Αποτελεί δε πάγια νομολογημένη αρχή ότι, αν τα γεγονότα είναι τέτοια που δεν δικαιολογείται η καταβολή οποιουδήποτε ποσού, το Δικαστήριο οφείλει, αντί να διατάξει την πληρωμή μιας συμβολικής μηνιαίας δόσης, να απορρίψει την αίτηση και να αποφύγει την έκδοση Διατάγματος μηνιαίας δόσης για ευτελές ποσό (Αρέστης ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (2002) 1(Β) ΑΑΔ 1258).

Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται.

Όσον αφορά τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη την εξεταστική φύση της υπό κρίση Αίτησης, κρίνω ότι δεν πρέπει να εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. 

 

 

 (Υπογρ.) …….….…………..

Ν. Πετρίδου, Ε.Δ.

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο