ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Πετρίδου, Ε.Δ.
Αγωγή αρ.: 1241/2019
Μεταξύ:
ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΘΕΟΔΩΡΑ
Ενάγουσα
-και-
1. TRUST INTERNATIONAL INSURANCE COMPANY (CYPRUS) LTD
2. ΝΤΟΣΚΑ KUNCHEVA
Εναγόμενων
Ημερομηνία: 20 Ιουνίου 2025
Εμφανίσεις:
Για την Ενάγουσα: κ. Χρυσάνθου για Λ. Παπαφιλίππου & Σια ΔΕΠΕ.
Για τις Εναγόμενες 1 και 2: κ. Ο. Καϊλής για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η Ενάγουσα επιζητεί εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 (αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα), το ποσό των €4.352,29 για τις ζημίες που υπέστη το όχημα της, συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που επεσυνέβη κατά ή περί τις 8.5.2018 (στο εξής «το επίδικο ατύχημα»), μεταξύ του εν λόγω οχήματος της και αυτού που οδηγούσε η Εναγόμενη 2.
Κοινώς αποδεκτά και/ή μη αμφισβητούμενα γεγονότα
Στη βάση των κοινώς αποδεκτών γεγονότων, ως τούτα προκύπτουν από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, της μη αμφισβητηθείσας μαρτυρίας[1], ως επίσης και των παραδεκτών γεγονότων[2] που κατέθεσαν οι συνήγοροι των διαδίκων, με συνημμένη, επ’ αυτών, δέσμη 9 φωτογραφιών (Έγγραφο Α), τα πιο κάτω προκύπτουν ως κοινώς αποδεκτά γεγονότα.
Η Ενάγουσα, καθ’ όλους τους ουσιώδεις χρόνους, ήταν η οδηγός και η ιδιοκτήτρια του οχήματος, με συγκεκριμένους αριθμούς εγγραφής, ως τούτοι καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης[3] (στο εξής «το όχημα της Ενάγουσας»).
Η Εναγόμενη 2, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ήταν η οδηγός του οχήματος, με συγκεκριμένους αριθμούς εγγραφής, ως τούτοι καταγράφονται ρητώς στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας[4] (στο εξής «το όχημα της Εναγόμενης 2»). Η δε Εναγόμενη 1 αποτελεί ασφαλιστική εταιρεία, δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο, η οποία, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στο δεύτερο όχημα.
Στις 8.5.2018 και περί ώρα 16.30, τόσο το όχημα της Ενάγουσας όσο και αυτό της Εναγόμενης 2 κινούντο εντός της Λεωφόρου Λεμεσού (στο εξής η «Λεωφόρος») προς την ίδια κατεύθυνση, και δη από τα «Φώτα Καλησπέρα» (από το Στρόβολο) προς τα «Φώτα ΑΠΟΕΛ» (προς τη Λευκωσία). Αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι το όχημα της Εναγόμενης 2, καθ’ όλους τους ουσιώδεις χρόνους, τηρούσε την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου. Ως προς το ποια λωρίδα κυκλοφορίας τηρούσε το όχημα της Ενάγουσας, αμέσως πριν την επίδικη σύγκρουση, τούτο παραμένει ζήτημα διαφιλονικούμενο. Σε κάποια στιγμή, εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφόρου, έλαβε χώρα το επίδικο ατύχημα, με το όχημα της Εναγόμενης 2 να συγκρούεται στο πίσω μέρος του προπορευόμενου του, εκείνη τη στιγμή, οχήματος της Ενάγουσας. Ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος, τούτες παραμένουν ζήτημα προς εξέταση από το Δικαστήριο.
Μετά το επίδικο ατύχημα, η Ενάγουσα κάλεσε την οδική βοήθεια και στη σκηνή μετέβη λειτουργός της εταιρείας οδικής βοήθειας Rescue Line, ο οποίος και έλαβε τις φωτογραφίες των ενεχόμενων οχημάτων που αποτελούν το Έγγραφο Α και οι οποίες, ως είναι κοινός τόπος μεταξύ των μερών, απεικονίζουν τις ζημιές που τα εν λόγω οχήματα υπέστηκαν συνεπεία της επίδικης σύγκρουσης[5].
Επίσης, αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι, η Ενάγουσα, μετά την επίδικη σύγκρουση και προτού στο σημείο μεταβεί ο λειτουργός της Rescue Line, μετακίνησε το όχημα της λίγα μέτρα πιο μπροστά από το σημείο που αυτό ακινητοποιήθηκε μετά την επίδικη σύγκρουση, καθότι τούτο (το όχημα) βρισκόταν εντός της διασταύρωσης της Λεωφόρου με τη Λεωφόρο Αγλαντζιάς (στο εξής «η Διασταύρωση»[6]) και εμπόδιζε την κυκλοφορία των υπόλοιπων διερχόμενων οχημάτων. Το όχημα της Εναγόμενης 2 δεν μετακινήθηκε από την τελική του θέση μετά το επίδικο ατύχημα και, επομένως, η τελική του θέση είναι ως αυτή απεικονίζεται στις φωτογραφίες του Εγγράφου Α, και ειδικότερα στις φωτογραφίες με αρ. 5, 6, 8 και 9, με αυτό να βρίσκεται εντός της Διασταύρωσης.
Η Λεωφόρος, στην πορεία των ενεχόμενων οχημάτων, τόσο πριν από τη Διασταύρωση όσο και μετά από αυτήν, αποτελείτο από τρεις (3) λωρίδες κυκλοφορίας, ήτοι την αριστερή, την μεσαία (στην οποία η Εναγόμενη 2 αναφέρεται ως την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας) (στο εξής «η μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας») και την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, από την οποία τα οχήματα μπορούσαν να στρίψουν μόνο προς τα δεξιά στη Διασταύρωση ή μετά από αυτήν (την Διασταύρωση) στον επόμενο φωτεινό σηματοδότη που επέτρεπε στροφή προς την οδό Καλλιπόλεως.
Ο λειτουργός της Rescue Line έλαβε τις δηλώσεις των οδηγών των ενεχόμενων οχημάτων (Ενάγουσας και Εναγόμενης 2), αμφότερες οι οποίες έδωσαν τη δική τους εκδοχή ως προς τις συνθήκες του επίδικου ατυχήματος (βλ. Τεκμήρια 1 και 2[7]).
Ένεκα της επίδικης σύγκρουσης, η Ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των €4.352,29, για την επισκευή των ζημιών του οχήματος της, ποσό το οποίο η Ενάγουσα δικαιούται στην περίπτωση που αποδειχθεί πλήρης ευθύνη της Εναγόμενης 2 για το επίδικο ατύχημα.
Όλα τα πιο πάνω, καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου από αυτό το στάδιο.
Αμφισβητούμενα γεγονότα
Στη βάση των πιο πάνω, κοινώς αποδεκτών γεγονότων, το μόνο που παραμένει ως επίδικο, υπό αμφισβήτηση, ζήτημα προς εξέταση, είναι η ευθύνη για το επίδικο ατύχημα.
Οι εκδοχές των μερών
Προτού προχωρήσω να παραθέσω την ενώπιον μου μαρτυρία, κρίνω ορθό, στο σημείο αυτό, να καταγράψω, με εντελώς συνοπτικό τρόπο, τις εκδοχές των διαδίκων, σε ότι αφορά το μοναδικό επίδικο ζήτημα προς επίλυση.
Η εκδοχή της Ενάγουσας
Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι η ίδια οδηγούσε το όχημα της, καθ’ όλα νόμιμα και κανονικά επί της Λεωφόρου, κρατώντας την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, ως η πορεία της. Ισχυρίζεται ότι, σε κάποιο σημείο της Λεωφόρου, εντελώς ξαφνικά, το όχημα της Εναγόμενης 2, το οποίο ακολουθούσε το όχημα της, προσέκρουσε στο πίσω μέρος του τελευταίου, προκαλώντας σε αυτό τις ανωτέρω συμφωνηθείσες, επί πλήρους ευθύνης, ζημίες. Είναι η δικογραφημένη θέση της ότι το επίδικο ατύχημα επεσυνέβη συνεπεία της αποκλειστικής αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων της Εναγόμενης 2 και δικογραφεί προς τούτο σχετικές λεπτομέρειες[8].
Η εκδοχή των Εναγομένων
Είναι η θέση των Εναγομένων ότι η Εναγόμενη 2 οδηγούσε το όχημα της, νόμιμα και κανονικά, εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφόρου, ως η πορεία της. Κατά το χρόνο που ο φωτεινός σηματοδότης στην πορεία της Εναγόμενης 2 ήταν πράσινος, το όχημα της Ενάγουσας εισήλθε, απότομα και/ή παράνομα και/ή αντικανονικά, από τη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου, στην οποία αυτό βρισκόταν προηγουμένως, εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να ανακόψει την ελεύθερη πορεία του οχήματος της Εναγόμενης 2 και να επισυμβεί το επίδικο ατύχημα. Κατά συνέπεια, αποδίδουν στην Ενάγουσα αποκλειστική και/ή σε μεγάλο βαθμό συντρέχουσα αμέλεια και/ή παράβαση των νομίμων καθηκόντων της Ενάγουσας και δικογραφούν προς τούτο σχετικές λεπτομέρειες.
Ακροαματική διαδικασία
Κατά την ακροαματική διαδικασία, προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας, κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, η ίδια (ΜΕ 1), ενώ εκ μέρους των Εναγομένων, μαρτυρία παρουσιάστηκε από την Εναγόμενη 2 (ΜΥ 1). Τέλος, σημειώνω ότι, ενώπιον του Δικαστηρίου, κατατέθηκαν, πέραν των παραδεκτών γεγονότων, συνολικά 2 Τεκμήρια.
Κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις, ενώ τους δόθηκε η ευκαιρία να αναφέρουν και προφορικώς τις κύριες θέσεις τους. Έχω μελετήσει με προσοχή αυτές και αναφορά στα επιχειρήματα των συνηγόρων των διαδίκων θα γίνει, όπου αυτό κριθεί απαραίτητο, κατωτέρω.
Μαρτυρία
Δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω με λεπτομέρεια την ενώπιον μου μαρτυρία. Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά. Σκοπός της παρούσας απόφασης, δεν είναι η λεπτομερής παράθεση του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον, κάτι τέτοιο, θεωρώ, δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Αναφορά στα κυριότερα σημεία της μαρτυρίας θα γίνει, για σκοπούς αξιολόγησης της, λαμβανομένου υπόψη των ανωτέρω επίδικων ζητημάτων (βλ. Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. ν. Α. Ʃταθιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35).
Προχωρώ τώρα, να σκιαγραφήσω τη μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, στη βάση του μοναδικού ζητήματος που παρέμεινε υπό αμφισβήτηση.
Ενάγουσα
Η Ενάγουσα προώθησε ισχυρισμούς ως η ανωτέρω εκδοχή της. Ανέφερε ότι, κατά τον επίδικο χρόνο, το όχημα της βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου, ως η πορεία της, καθότι αυτή είχε σκοπό, στα φώτα της διασταύρωσης «του ΑΠΟΕΛ», να στρίψει αριστερά και να εισέλθει εντός της λεωφόρου Τζον Κέννεντυ. Ήταν η θέση της ότι, μόλις εισήλθε στην φωτοελεγχόμενη Διασταύρωση και ενώ κινείτο με το όχημα της σε ευθεία πορεία, πάντα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, ως η πορεία της, εντελώς ξαφνικά, το όχημα της Εναγόμενης 2, προσέκρουσε στο πίσω μέρος του δικού της οχήματος (της Ενάγουσας). Πάντα, κατά τους ισχυρισμούς της, η ίδια οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα, καθότι υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση μπροστά της. Ανέφερε, επίσης, ότι, όταν κατέφθασε ο λειτουργός της Rescue Line, την ρώτησε πως έγινε το ατύχημα, με την ίδια να του αναφέρει τα όσα έγιναν και αφού αυτός τα κατέγραψε, αυτή διάβασε την εν λόγω δήλωση της και την υπέγραψε (βλ. Τεκμήριο 1). Αναγνωρίζοντας τα ενεχόμενα οχήματα στις φωτογραφίες του Εγγράφου Α, η Ενάγουσα ανέφερε ότι η φωτογραφία αρ. 1 απεικονίζει το όχημα της, το οποίο είναι κτυπημένο στο πίσω μέρος, στο κέντρο, κάτω από τους αριθμούς εγγραφής, ενώ οι φωτογραφίες αρ. 5, 6, 7, 8 και 9 απεικονίζουν το όχημα της Εναγόμενης 2, το οποίο είναι κτυπημένο στο μπροστινό μέρος, στο κέντρο και είναι σηκωμένο και «το καπό» του. Περαιτέρω, η Ενάγουσα, βλέποντας τη φωτογραφία αρ. 1 (του Εγγράφου Α), δέχθηκε ότι στο πίσω μέρος του οχήματος της, φαίνεται ότι η αριστερή εξάτμιση ήταν κτυπημένη και ότι παρουσιάζονται και κάποιες ζημίες στην αριστερή πλευρά του πίσω μέρους αυτού. Εντούτοις, ήταν η θέση της ότι το μεγαλύτερο μέρος των ζημιών παρουσιάζεται στο κέντρο της πίσω πλευράς του οχήματος της. Ισχυρίστηκε, ακόμη, ότι, προτού μετακινήσει το όχημα της, η τελική του θέση (αμέσως μετά το επίδικο ατύχημα) ήταν μπροστά από το όχημα της Εναγόμενης 2, εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφόρου («στην αριστερή πλευρά του δρόμου»), κοντά στο πεζοδρόμιο. Τέλος, στη βάση του τρόπου που επήλθε η σύγκρουση, ήταν η θέση της ότι, το επίδικο ατύχημα προκλήθηκε λόγω του ότι η Εναγόμενη 2 δεν είχε την απαραίτητη προσοχή και εποπτεία του δρόμου, εντός του οποίου οδηγούσε, καθώς, επίσης, και γιατί δεν τηρούσε ασφαλή απόσταση από το προπορευόμενο όχημα της (της Ενάγουσας), με αποτέλεσμα να προσκρούσει επ’ αυτού.
Εναγόμενη 2
Η Εναγόμενη 2 προώθησε ισχυρισμούς ως η ανωτέρω εκδοχή των Εναγομένων. Ανέφερε ότι, κατά τον επίδικο χρόνο, οδηγούσε το όχημα της στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου, ως η πορεία της, και εισήλθε στη Διασταύρωση ενώ ο φωτεινός σηματοδότης, στην πορεία της, ήταν πράσινος. Ισχυρίστηκε, ακόμη, ότι, στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου, μετά τη Διασταύρωση, υπήρχε πολλή τροχαία κίνηση, λόγω των πολλών οχημάτων που ήθελαν να εισέλθουν εντός της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, η οποία επέτρεπε στροφή δεξιά προς την οδό Καλλιπόλεως, με τα οχήματα, στην εν λόγω μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας να ήταν σταματημένα εντός της Λεωφόρου και να εκτείνοντο μέχρι και τη Διασταύρωση. Ήταν η θέση της ότι, το όχημα της Ενάγουσας ήταν το τελευταίο στην εν λόγω ουρά οχημάτων και ήταν σταματημένο εντός της Διασταύρωσης. Σε κάποια χρονική στιγμή, εντελώς ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση, το όχημα της Ενάγουσας εκκίνησε και από την μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας εισήλθε στην αριστερή («μπήκε αριστερά»), μπροστά από το όχημα της (της Εναγόμενης 2) και του ανέκοψε την πορεία του, με αποτέλεσμα να επέλθει η επίδικη σύγκρουση. Ήταν η θέση της ότι η ίδια έθεσε αμέσως σε εφαρμογή τα φρένα του οχήματος της, εντούτοις δεν πρόλαβε να το σταματήσει, εξού και συγκρούστηκε με το προπορευόμενο όχημα της Ενάγουσας. Επίσης, αποτέλεσε ισχυρισμό της ότι, την πρώτη φορά που είδε το όχημα της Ενάγουσας, τούτο ήταν σταματημένο και μετά το είδε να στρίβει απότομα προς τα αριστερά, με σκοπό η Ενάγουσα να αποφύγει την τροχαία κίνηση που παρουσιάζετο εντός της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφόρου και, ακολούθως, να μπαίνει μπροστά της (εντός της αριστερής λωρίδας). Η δε απόσταση μεταξύ των δύο ενεχόμενων οχημάτων, κατά τον χρόνο που η ίδια αντιλήφθηκε το όχημα της Ενάγουσας να κινείται προς την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, ήταν περί τα 5 μέτρα. Ήταν, περαιτέρω, η θέση της ότι, η ίδια με το όχημα της, κατά τον εν λόγω χρόνο, κινείτο με ταχύτητα 50km/h και η απόσταση που τηρούσε με το προπορευόμενο όχημα της Ενάγουσας, στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας (προτού το όχημα της Ενάγουσας εισέλθει εντός αυτής), ήταν περί τα 20 μέτρα. Αποτέλεσε βασική εκδοχή της ότι, από την επίδικη σύγκρουση, το δικό της όχημα είχε κτυπηθεί στο μπροστινό μέρος αυτού «περίπου στο κέντρο» και προς τα δεξιά, ενώ το όχημα της Ενάγουσας κτυπήθηκε στο πίσω μέρος αυτού, με τις ζημιές του να είναι από τα αριστερά προς το κέντρο (της πίσω πλευράς του).
Αξιολόγηση μαρτυρίας
Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, είχα την ευκαιρία, μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες, οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον μου, ώστε να είμαι σε θέση να αξιολογήσω την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, με βάση τις σχετικές παραμέτρους που έχει καθορίσει η πλούσια επί του θέματος νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων, Ζαβρού v. Χαραλάμπους (1996) 1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους (1997) 1 Α.Α.Δ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614).
Εν πρώτοις, σημειώνω ότι το επίδικο ατύχημα δεν διερευνήθηκε από την Αστυνομία, αλλά ούτε ετοιμάστηκε σχέδιο της σκηνής αυτού, με ακριβείς μετρήσεις. Τα μόνα τεκμήρια τα οποία δεικνύουν τον χώρο όπου έγινε τούτο, ως επίσης και τις ζημιές των δύο ενεχόμενων οχημάτων, είναι οι φωτογραφίες που κατατέθηκαν ως Έγγραφο Α, από κοινού, από τους συνήγορους των διαδίκων. Με δεδομένο ότι, το περιεχόμενο των εν λόγω φωτογραφιών δεν αμφισβητείται, ούτε αμφισβητείται, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, ότι αυτές απεικονίζουν το χώρο που επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα, τη φύση της Λεωφόρου και της Διασταύρωσης, ως επίσης και τις ζημιές στα ενεχόμενα οχήματα μετά το επίδικο συμβάν[9], αυτές αποτελούν πραγματική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και δύνανται να χρησιμοποιηθούν για να το διαφωτίσουν επί των επίδικων θεμάτων, αφού τούτες συνυπολογιστούν με την υπόλοιπη, ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρία. Σε υποθέσεις, όπως η παρούσα, η πραγματική μαρτυρία αποκτά ιδιαίτερη σημασία, εφόσον μπορεί να αποτελέσει ασφαλές μέσο για την άσκηση κρίσης αναφορικά με την αξιοπιστία της μαρτυρίας, ως επίσης και για την ακρίβεια της μαρτυρίας αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος (βλ. Κυριάκου ν Δημητρίου (1997) 1 ΑΑΔ 1362 και Conway v Νεοφύτου (2003) 1 ΑΑΔ 540). Επομένως, το Δικαστήριο, δύναται, στη βάση των εν λόγω φωτογραφιών, να προβεί σε ευρήματα αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του επίδικου ατυχήματος (βλ. επίσης, το σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη, 2η έκδοση, «Το Δίκαιο της Απόδειξης», στη σελ. 337, όπου αναφέρεται ότι μια φωτογραφία μπορεί να κατατεθεί ως πραγματική μαρτυρία για οποιοδήποτε σκοπό).
Υπό το φως των πιο πάνω αρχών, και αφού παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες, κατά τη στιγμή που παρέθεσαν την μαρτυρία τους, προχωρώ στην πιο κάτω αξιολόγηση.
Ενάγουσα (MΕ 1)
Η Ενάγουσα μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ενώπιον του Δικαστηρίου προσήλθε για να αναφέρει τα γεγονότα όπως η ίδια τα βίωσε κατά τον επίδικο χρόνο. Ήταν σταθερή στις τοποθετήσεις της, χωρίς να μεταβάλει, σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της, τα όσα ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση της, ενώ η μαρτυρία της συνάδει πλήρως και με τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα, ως επίσης και με το περιεχόμενο των φωτογραφιών που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου (Έγγραφο Α), ειδικά σε ότι αφορά τα σημεία που παρουσιάζονται οι ζημιές στα ενεχόμενα οχήματα, από την επίδικη σύγκρουση.
Αποτελεί θέση της πλευράς των Εναγομένων ότι η Ενάγουσα δεν αποτέλεσε μάρτυρα αλήθειας, καθότι όταν της υποδείχθηκαν οι φωτογραφίες του οχήματος της (του Εγγράφου Α), αυτή επέμενε ότι οι ζημιές που παρουσιάζοντο σε αυτό ήταν στο πίσω μέρος του, στο κέντρο και όχι αριστερά. Με κάθε σεβασμό στην πιο πάνω θέση, τούτη δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Εκείνο που ουσιαστικά ανέφερε η Ενάγουσα, κατά τη μαρτυρία της, ήταν ότι οι ζημιές στο όχημα της παρουσιάζοντο από το κέντρο, περίπου, του πίσω μέρους του («είναι κτυπημένο στο κέντρο κάτω από τα νούμερα», δηλαδή κάτω από την πινακίδα του αριθμού εγγραφής) και ότι τούτες εκτείνοντο μέχρι αριστερά («και ύστερα φτάνει αριστερά»). Τα όσα δε πιο πάνω ανέφερε η Ενάγουσα, φαίνονται και δια γυμνού οφθαλμού στις φωτογραφίες του Εγγράφου Α.
Στρέφομαι τώρα να εξετάσω τη θέση της πλευράς των Εναγομένων ότι η μαρτυρία της Ενάγουσας θα πρέπει να κριθεί ως αναξιόπιστη, καθότι ο συνήγορος της, κατά την αντεξέταση της Εναγόμενης 2, υπέβαλε στην τελευταία, για πρώτη φορά, τη θέση ότι αυτή οδηγούσε με τέτοιο τρόπο πριν την επίδικη σύγκρουση, με αποτέλεσμα, όταν η Ενάγουσα ελάττωσε την ταχύτητα του οχήματος της, αυτή (η Εναγόμενη 2) να προσκρούσει με το όχημα της σε αυτό της Ενάγουσας. Είναι η θέση των Εναγομένων ότι η πιο πάνω υποβληθείσα, εκ μέρους της Ενάγουσας, θέση, ελλείπει παντελώς από την εκδοχή που αυτή παρουσίασε μέσω της μαρτυρίας της ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον ουδέποτε η Ενάγουσα ανέφερε ότι είχε ελαττώσει την ταχύτητα του οχήματος της πριν την επίδικη σύγκρουση, με αποτέλεσμα η πιο πάνω υποβολή να αντιμάχεται της βασικής εκδοχής της και να πλήττει την αξιοπιστία της. Με κάθε σεβασμό στην πιο πάνω θέση των Εναγομένων, τούτη δεν έχει τη δυναμική που θέλουν να της προσδώσουν. Και εξηγώ.
Κατ’ αρχάς, τα γεγονότα της υπόθεσης Susan Hickey Ελευθερίου v. Μάριου Χρυσοστόμου κ.α. (2007) 1 ΑΑΔ 348, στην οποία με παρέπεμψε ο συνήγορος των Εναγομένων, δεν βοηθούν την πιο πάνω θέση τους. Στην εν λόγω υπόθεση, εκείνο που ανέφερε το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη κρίση, ήταν ότι η παρουσίαση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, από πλευράς της εφεσείουσας, η οποία σκοπό είχε να αντικρούσει τη μαρτυρία του αστυνομικού εξεταστή της υπόθεσης που η ίδια (η εφεσείουσα) κάλεσε ως μάρτυρα, όχι μόνο έπληττε την εκδοχή της, αλλά έπληττε και την αξιοπιστία της μαρτυρίας της. Εν προκειμένω, ως εντοπίζει και ο συνήγορος των Εναγομένων, η πλευρά της Ενάγουσας ουδέποτε παρουσίασε μαρτυρία ότι αυτή ελάττωσε την ταχύτητα του οχήματος της πριν την επίδικη σύγκρουση. Ήταν πάντα, τόσο δικογραφικώς όσο και καθ’ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της, η εκδοχή της Ενάγουσας ότι καθώς αυτή οδηγούσε το όχημα της εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφόρου, σε κάποια στιγμή, ξαφνικά, το όχημα της Εναγόμενης 2, προσέκρουσε στο πίσω μέρος του πρώτου. Συνεπώς, εν προκειμένω, σε αντίθεση με τα γεγονότα στην υπόθεση Susan Hickey Ελευθερίου (ανωτέρω), το Δικαστήριο δεν έχει, ενώπιον του, οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία, από πλευράς της Ενάγουσας, που να αντικρούει την πιο πάνω βασική και μόνη θέση της, για να τίθετο, κατ’ αυτό τον τρόπο, ζήτημα αξιοπιστίας της μαρτυρίας και της εκδοχής της πλευράς της.
Η εν λόγω υποβολή, από πλευράς του συνηγόρου της Ενάγουσας, προς την Εναγόμενη 2, θα είχε τη σημασία της, αν υπήρχε σχετική θέση από πλευράς των Εναγομένων ότι η επίδικη σύγκρουση επεσυνέβη ένεκα κάποιας ενέργειας της Ενάγουσας να ελαττώσει απότομα και/ή να σταματήσει απότομα το όχημα της. Εν προκειμένω όμως, υπενθυμίζω ότι, η θέση της πλευράς των Εναγομένων, τόσο δικογραφικώς όσο και κατά τη μαρτυρία της Εναγόμενης 2, ήταν ότι το όχημα της Ενάγουσας, πριν το επίδικο ατύχημα, βρισκόταν εντός της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας και ξαφνικά εισήλθε στην αριστερή λωρίδα, με αποτέλεσμα να ανακόψει την ελεύθερη πορεία του οχήματος της πρώτης και να επέλθει η επίδικη σύγκρουση.
Στη βάση όλων των ανωτέρω, δεν μπορώ να αποδεκτώ τη θέση που προβάλλεται εκ μέρους των Εναγομένων ότι η πιο πάνω αναφερόμενη υποβολή, εκ μέρους της Ενάγουσας, πλήττει την μαρτυρία της.
Κρίνεται σημαντικό να τονιστεί ότι, παρά την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας της Ενάγουσας, τούτη (η μαρτυρία της) δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για ασφαλή κρίση ως προς την οδική συμπεριφορά της Εναγόμενης 2 πριν την επίδικη σύγκρουση, εφόσον, στη βάση της, μπορώ απλώς να καταλήξω ως προς την οδική συμπεριφορά της Ενάγουσας και μόνο, και δη ότι αυτή οδηγούσε το όχημα της, καθ’ όλους τους ουσιώδεις χρόνους, εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφόρου και σε κάποια στιγμή, εντελώς ξαφνικά, το όχημα της Εναγόμενης 2 κτύπησε το πίσω μέρος του πρώτου, χωρίς, ουσιαστικά, αυτή (η Ενάγουσα) να έχει γνώση του πραγματικού γεγονότος ή της όποιας, τυχόν, παράλειψης της Εναγόμενης 2 προκάλεσε τούτη τη σύγκρουση, εφόσον η τελευταία έγινε, για πρώτη φορά, αντιληπτή στην Ενάγουσα κατά το χρόνο της εν λόγω σύγκρουσης. Η όποια δε θέση της προβλήθηκε, κατά την μαρτυρία της, με την οποία, ουσιαστικά, προβάλλει διαζευκτικές αιτίες για την επίδικη σύγκρουση, αποτελεί την έκφραση γνώμης της, στη βάση της κοινής λογικής και ως εκ του αποτελέσματος της (της σύγκρουσης), και όχι κατ’ επίκληση σχετικής γνώσης των εν λόγω αιτιών.
Στη βάση όλων των ανωτέρω, τη μαρτυρία της Ενάγουσας, πλην των όσων αυτή αναφέρει ως προς τις πιθανές αιτίες σύγκρουσης των ενεχόμενων οχημάτων, τα οποία αποτελούν την έκφραση γνώμης της ίδιας και μόνο, τη λοιπή μαρτυρία της Ενάγουσας την αποδέχομαι και στη βάση αυτής προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα.
Εναγόμενη 2 (ΜΥ 1)
Η μαρτυρία της Εναγόμενης 2 δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια και τη γνησιότητα της εκδοχής της, καθότι η μαρτυρία της, σε ουσιώδη σημεία της, συγκρούεται με την κοινή λογική και την αδιαμφισβήτητη και λογική εξέλιξη των πραγμάτων, ενώ, σε σημεία της, συγκρούεται και με την ενώπιον του Δικαστηρίου κοινώς αποδεκτή μαρτυρία, αλλά και με το περιεχόμενο των φωτογραφιών που αποτελούν το Έγγραφο Α.
Ήταν δε έκδηλη η προσπάθεια της να προωθήσει ισχυρισμούς με μόνο σκοπό να βοηθήσει την υπόθεση της πλευράς των Εναγομένων, αλλά και με σκοπό η ίδια να αποφύγει οποιαδήποτε ευθύνη σε σχέση με το επίδικο ατύχημα. Σε διάφορα δε ουσιώδη σημεία, σε σχέση με το που παρουσιάζονται οι ζημιές στα ενεχόμενα οχήματα, η μαρτυρία της ήταν και αντιφατική. Δεν πρόκειται, επομένως, για πρόσωπο που προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου για να το διαφωτίσει ως προς τα πραγματικά γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Για σκοπούς πληρότητας και αιτιολογίας της πιο πάνω κρίσης μου, ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας της Εναγόμενης 2, σημειώνω, όχι εξαντλητικά, τα ακόλουθα.
Κατ’ αρχάς, ενώ η βασική θέση της Εναγόμενης 2, κατά την κυρίως εξέταση της, ήταν ότι το όχημα της συγκρούστηκε με αυτό της Ενάγουσας στο πίσω μέρος «αριστερά προς το κέντρο», πράγμα που είναι εμφανές και από το περιεχόμενο των φωτογραφιών που κατατέθηκαν από κοινού από τους συνήγορους των διαδίκων (Έγγραφο Α), κατά την αντεξέταση της, επέμενε ότι δεν κτύπησε το όχημα της Ενάγουσας στο κέντρο του πίσω μέρους αυτού. Και τούτο, παρά το γεγονός ότι η ίδια δέκτηκε, αντεξεταζόμενη, βλέποντας την φωτογραφία αρ. 3 του Εγγράφου Α, ότι κάτω από τις πινακίδες εγγραφής του οχήματος της Ενάγουσας, στην πίσω πλευρά αυτού (με την ίδια να αναφέρει ότι το σημείο που εμφαίνεται το γράμμα «Ρ» στους αριθμούς εγγραφής είναι περίπου το κέντρο της πίσω πλευράς του εν λόγω οχήματος), παρουσιάζεται μεγάλη ζημία. Συγκεκριμένα, η Εναγόμενη 2, στις σχετικές ερωτήσεις και υποβολές που της τέθηκαν, ανέφερε τα εξής:
«Ε. Σας υποβάλλω, περαιτέρω, ότι ο λόγος που μέχρι εκεί εκτυπήσετε αυτό το αυτοκίνητο ήταν γιατί εκτυπήσετε το κέντρο του. Ακριβώς το κέντρο του.
Α. Διαφωνώ.
Ε. Κάτω από τα νούμερα του αυτοκινήτου βλέπετε ζημιά;
Α. Ναι.
Ε. Βούλωμα μεγάλο;
Α. Ναι.
Ε. Το κέντρο το αυτοκινήτου ξέρετε που είναι;
Α. Εκεί που είναι το γράμμα «Ρ», κάτω από τα νούμερα του αριθμού εγγραφής.
Ε. Περίπου στο κέντρο του αυτοκινήτου από κάτω από το γράμμα «Ρ»;
Α. Μεταξύ του γράμματος «Ρ» και «9».»
Εύλογα, επομένως, διερωτάται κανείς πως από τη μία η Εναγόμενη 2 ισχυρίζεται ότι το όχημα της δεν κτύπησε στο κέντρο της πίσω πλευράς του οχήματος της Ενάγουσας, ενώ, την ίδια ώρα, από την άλλη, αποδέχεται ότι υπάρχει μεγάλη ζημία στο εν λόγω σημείο, η οποία ζημιά, αποτελεί κοινό τόπο ότι προκλήθηκε από το επίδικο ατύχημα;
Επίσης, παρά το ότι κάτω από τον αριθμό «4» της πινακίδας των αριθμών εγγραφής του οχήματος της Ενάγουσας, στην πίσω πλευρά αυτού, υπάρχει εμφανής, δια γυμνού οφθαλμού, ζημία στο εν λόγω σημείο (βλ. φωτογραφίες με αρ. 3 και 4), η Εναγόμενη 2, επέμενε ότι δεν υπάρχει ζημία, με τη μαρτυρία της αυτή να συγκρούεται, ουσιαστικά, με την ενώπιον του Δικαστηρίου κοινώς αποδεκτή πραγματική μαρτυρία (βλ. Έγγραφο Α).
Επιπρόσθετα με τα ανωτέρω, η μαρτυρία της παρουσιάζει αντιφάσεις και σε ότι αφορά τον τόπο που παρουσιάζονται ζημιές, από την επίδικη σύγκρουση, στο όχημα της, προσπαθώντας, εμφανώς, η Εναγόμενη 2, κατά αυτό τον τρόπο, να υποστηρίξει τη βασική εκδοχή της ως προς τις συνθήκες του επίδικου ατυχήματος. Σημειώνω εδώ ότι, ενώ αποτέλεσε βασική θέση της ότι οι ζημιές στο δικό της όχημα παρουσιάζοντο στο μπροστινό μέρος αυτού «περίπου κέντρο προς δεξιά», κατά την αντεξέταση της, κατά μία άλλη εκδοχή της, βλέποντας τη φωτογραφία αρ. 5 του Εγγράφου Α, ανέφερε ότι οι ζημιές σε αυτό είναι από «το κέντρο προς τα αριστερά» και όταν οδηγεί κάποιος αυτό (το όχημα) παρουσιάζονται στο «κέντρο προς δεξιά». Σε άλλο δε σημείο της μαρτυρίας της ανέφερε ότι, από τη θέση του οδηγού του εν λόγω οχήματος της, οι ζημίες παρουσιάζονται στα «αριστερά» και όταν βλέπεις το όχημα (από μπροστά), αυτές είναι «στα δεξιά», δηλαδή στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση με την προηγούμενη εκδοχή της. Εν τέλει, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας της, ανέφερε ότι οι ζημιές στο εν λόγω όχημα, όταν κάποιος στέκει μπροστά από αυτό και το βλέπει είναι «κέντρο προς αριστερά». Αυτές οι εναλασσώμενες προβληθείσες θέσεις, από πλευράς της Εναγόμενης 2, αποδυναμώνουν τη μαρτυρία της σε τέτοιο βαθμό που το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε αυτές, με αποτέλεσμα η σχετική μαρτυρία της, να μην είναι αποδεκτή. Εξάλλου, ως προς τα σημεία επί των ενεχόμενων οχημάτων που παρουσιάζονται ζημιές, το περιεχόμενο του Εγγράφου Α αποτελεί επαρκές υπόβαθρο για σχετική κρίση.
Πέραν των ανωτέρω, η μαρτυρία της αναφορικά με το πως, ως επίσης και τον χρόνο, που, κατά την ίδια, το όχημα της Ενάγουσας εισήλθε, από τη μεσαία, εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφόρου, δεν συνάδει με την κοινή λογική και τη λογική εξέλιξη των πραγμάτων, ή ακόμη και με το περιεχόμενο των φωτογραφιών Έγγραφο Α. Αποτέλεσε θέση της Εναγόμενης 2, κατά την αντεξέταση της, ότι το εν λόγω όχημα, πριν την επίδικη σύγκρουση, εισήλθε ολόκληρο, υπό γωνία, εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφόρου, χωρίς τούτο, ουσιαστικά, να προλάβει να ευθυγραμμιστεί εντός αυτής, εξού και η ίδια, με το όχημα της, συγκρούστηκε με το εν λόγω όχημα της Ενάγουσας, στην πίσω αριστερή γωνία του. Κατ’ αρχάς, η πιο πάνω θέση της δεν συνάδει με το περιεχόμενο των φωτογραφιών του Εγγράφου Α, αλλά ούτε και με την παραδεκτή, από την ίδια, θέσης περί ύπαρξης μεγάλης ζημίας («βούλωμα μεγάλο») στο κέντρο του πίσω μέρους του οχήματος της Ενάγουσας. Από τις φωτογραφίες δε με αρ. 3 και 4 του Εγγράφου Α, είναι εμφανές ότι οι ζημιές στο όχημα της Ενάγουσας, ένεκα της επίδικης σύγκρουσης, παρουσιάζονται τόσο στο κέντρο όσο και προς τα αριστερά, στο πίσω μέρος αυτού, με την ζημία στο κέντρο να είναι πιο μεγάλη. Επομένως, αν η θέση της Εναγόμενης 2 ότι το όχημα της συγκρούστηκε με το όχημα της Ενάγουσας στην πίσω αριστερή γωνία του τελευταίου, ευσταθούσε, εύλογα διερωτάται κανείς πως παρουσιάζονται ζημιές στο κέντρο της πίσω πλευράς του οχήματος της Ενάγουσας, ακριβώς κάτω από τις πινακίδες εγγραφής του.
Η δε εξήγηση της Εναγόμενης 2 ως προς το γιατί δεν παρουσιάζονται τόσο εμφανείς ζημιές στην αριστερή γωνία του πίσω μέρους του οχήματος της Ενάγουσας, παρά το ότι είναι σε αυτήν (τη γωνία) που, κατά την εκδοχή της, συγκρούστηκε με αυτό, δεν μπορεί να γίνει δεκτή για διάφορους λόγους. Παρεμβάλλω εδώ ότι, κατά τη σχετική αναφορά της, ισχυρίστηκε ότι «Τη στιγμή της σύγκρουσης εγώ πατούσα stoper με όση δύναμη είχα και το δικό μου το αυτοκίνητο είναι πιο χαμηλό από το αυτοκίνητο της Ενάγουσας. Οπόταν, το κέντρο του δικού μου του αυτοκινήτου εκτύπησε στο δεξί μέρος που φαίνεται και επειδή ήταν χαμηλά το καπό σηκώθηκε, διότι ακούμπησα από εδώ και το καπό μου ακούμπησε στο αριστερό μέρος».
Αρχικά, η εν λόγω εκδοχή της συγκρούεται πλήρως με τη βασική της θέση που θέλει το όχημα της να συγκρούστηκε με αυτό της Ενάγουσας, στην αριστερή πίσω γωνία του τελευταίου, όταν τούτο εισήλθε, ολόκληρο, υπό γωνία, εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφόρου. Εύλογα διερωτάται κανείς πως μπορεί, από τη μία, η Εναγόμενη 2 να επικαλείται ότι το όχημα της συγκρούστηκε στην αριστερή πίσω γωνία του οχήματος της Ενάγουσας, αλλά την ίδια ώρα, η εξήγηση που δίδει ως προς το λόγο που δεν παρουσιάζονται έντονες ζημίες στο εν λόγω σημείο να είναι ότι το κεντρικό μέρος του δικού της οχήματος, λόγω της κλίσης αυτού της Ενάγουσας, εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, συγκρούστηκε «δεξιότερα» (δηλαδή προς το κέντρο) στην πίσω πλευρά του οχήματος της Ενάγουσας και ότι είναι το καπό του δικού της οχήματος που ακούμπησε στην αριστερή πλευρά του πίσω μέρους του πρώτου. Είτε η πρόσκρουση ήταν στην πίσω αριστερή γωνία του οχήματος της Ενάγουσας και, επομένως, οι ζημιές σε αυτό θα ήταν πιο εμφανείς στο εν λόγω σημείο, είτε η πρόσκρουση ήταν προς το κέντρο της πίσω πλευράς του εν λόγω οχήματος, με τις ζημιές επί τούτου να είναι πιο εμφανείς στο εν λόγω σημείο. Σημειώνω εδώ ότι πουθενά η Εναγόμενη 2, κατά τη μαρτυρία της, ανέφερε ότι η ίδια προέβη σε οποιοδήποτε ελιγμό, με σκοπό να αποφύγει την επίδικη σύγκρουση.
Επιπρόσθετα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ως προς τις διαστάσεις, ύψος, πλάτος κτλπ, των ενεχόμενων οχημάτων, είτε το ύψος επί των οποίων παρουσιάζονται οι ζημίες σε αυτά από την επίδικη σύγκρουση. Επίσης, δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε υπόβαθρο ότι η Εναγόμενη 2 δύναται να εκφράσει γνώμη. Συνεπώς, τα όσα η Εναγόμενη 2 ανέφερε προσπαθώντας να επεξηγήσει γιατί παρουσιάζεται ζημία στο κέντρο του πίσω μέρους του οχήματος της Ενάγουσας, αναλύοντας τις ενέργειες που αυτή έκανε, κατά τον εν λόγω χρόνο, σε συνδυασμό με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, για να καταλήξει ότι, στη βάση αυτών, η ζημιά στο κεντρικό μέρος του οχήματος της Ενάγουσας δικαιολογείται, ισοδυναμεί με έκφραση γνώμης επί μη στέρεου εδάφους και χωρίς να έχει τεθεί το σχετικό υπόβαθρο.
Επίσης, δεν μπορώ να αποδεκτώ τη θέση της Εναγόμενης 2 ότι, κατά τον επίδικο χρόνο, οδηγούσε το όχημα της με ταχύτητα 50km/h, εφόσον δεν τέθηκε, μέσω της μαρτυρίας της, οποιαδήποτε θέση της ίδιας ότι είχε παρατηρήσει το ταχύμετρο κατά τον εν λόγω χρόνο και είδε την εν λόγω ταχύτητα της ή οτιδήποτε άλλο σχετικό, που να μπορεί να αποτελέσει τη βάση για έλεγχο της ορθότητας της εν προκειμένω θέσης της.
Στη βάση όλων των ανωτέρω, κρίνω τη μαρτυρία της Εναγόμενης 2 ακροσφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων ή έστω συμπερασμάτων, επί των υπό αμφισβήτηση επίδικων γεγονότων.
Τελικά Ευρήματα
Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας, μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια και στα, επιπρόσθετα, των αρχικών, εξής ευρήματα:
Κατά τον επίδικο χρόνο, η Ενάγουσα, οδηγούσε το όχημα της, στην αριστερή λωρίδα της Λεωφόρου ως η πορεία της. Η δε Εναγόμενη 2 οδηγούσε το όχημα της, επίσης, στην αριστερή λωρίδα της Λεωφόρου ως η πορεία της και βρισκόταν πίσω από το όχημα της Ενάγουσας, σε άγνωστη όμως απόσταση από αυτό. Στη Λεωφόρο και εντός της λωρίδας κυκλοφορίας των ενεχόμενων οχημάτων υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση, εξού και η Ενάγουσα οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα, η οποία όμως ακριβής ταχύτητα παρέμεινε άγνωστη στο Δικαστήριο. Άγνωστη παρέμεινε στο Δικαστήριο και η ταχύτητα με την οποία οδηγείτο το όχημα της Εναγόμενης 2 κατά τον επίδικο χρόνο. Σε κάποια στιγμή, το όχημα της Εναγόμενης 2 προσέκρουσε στο πίσω μέρος του οχήματος της Ενάγουσας, με αποτέλεσμα να επέλθουν ζημίες στο τελευταίο τόσο στο κέντρο, όσο και στην αριστερή πλευρά, του πίσω μέρους αυτού, ύψους €4.352,29. Η αιτία της σύγκρουσης των ενεχόμενων οχημάτων παρέμεινε άγνωστη στο Δικαστήριο, αφού η εκ μέρους της Εναγόμενης 2, μόνη σχετική εκδοχή, δεν έγινε δεκτή, για τους λόγους που αναπτύχθηκαν ανωτέρω.
Νομική πτυχή και υπαγωγή των τελικών ευρημάτων του Δικαστηρίου σε αυτήν
Εκείνο που προκύπτει από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι, κατά την οδήγηση, κάθε οδηγός πρέπει να ασκεί προσήκουσα προσοχή. Το ερώτημα δε που εγείρεται ως προς το κατά πόσο ένας οδηγός οδηγούσε αμελώς, είναι το κατά πόσο εκπλήρωσε την υποχρέωση του εξασκώντας την απαραίτητη λογική φροντίδα και προσοχή για τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το εφαρμοστέο κριτήριο για τον έλεγχο αυτό, είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του θα πρέπει να εξετάζονται σε συνάρτηση με την συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα οδηγού και όχι με την συμπεριφορά ενός τέλειου οδηγού. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (Duty of Care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που λογικά μπορεί να προβλεφθεί ότι μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις και/ή ενέργειες του οδηγού. Για να συγκεκριμενοποιηθεί το απρόσωπα προσδιορισμένο καθήκον κάθε οδηγού προς κάθε πρόσωπο που είναι λογικά δυνατόν να επηρεαστεί από τις πράξεις του πρώτου, θα πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης, έτσι που να διασαφηνιστεί η φύση του καθήκοντος, και στην περίπτωση που διαπιστώνεται τέτοιο καθήκον, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Η πρόβλεψη, για σκοπούς του ελέγχου αυτού, συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και την λογική συνέπεια. Κάθε οδηγός οφείλει να τηρεί την δέουσα παρατηρητικότητα και η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Παράλειψη δε, να δει κανείς ότι απλά είναι ορατό ή όπου η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή και ο οδηγός παραλείπει να λάβει μέτρα προφύλαξης, αποτελούν αμέλεια. Για μια ενδιαφέρουσα επί του θέματος συζήτηση βλέπε Νικολαίδη ν Οικονομίδη (1963) 2 C.L.R. 78, Κωσταντίνου ν Κατσούρη (1976) 1 C.L.R. 188, Ioannis Charalambous v Police (1982) 1 C.L.R. 134, Portokalides v Police (1987) 2 C.L.R. 86, Σωκράτους ν Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν Αστυνομίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 31, Θεοφάνους v Αστυνομίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v Αστυνομίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 51, Βασιλείου ν Αστυνομίας (1994) 2 Α.Α.Δ. 202, Παλαιομυλίτης ν Τροχαίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 300, Ξιπτέρα ν Κυπριανού (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1696, Αναστάσης Παύλου ν Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 68, Κουμής ν Χίνη (2000) 1 Α.Α.Δ. 383 και Κυριάκος Αργυρού ν Αστυνομίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 378.
Στο βαθμό που αφορά στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, έχει αναφερθεί από τα αγγλικά δικαστήρια ότι, η απόσταση που πρέπει να χωρίζει δύο οχήματα που οδηγούνται το ένα πίσω από το άλλο, εξαρτάται από πολλούς μεταβλητούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων είναι η ταχύτητα των οχημάτων, η φύση της περιοχής, η υπόλοιπη τροχαία κίνηση, η δυνατότητα του οδηγού του οχήματος που ακολουθεί να δει μπροστά από το προπορευόμενο του όχημα και το εύρος της απόστασης που επιτρέπει σε ένα οδηγό να ακινητοποιήσει το όχημα του, χωρίς τούτο να συγκρουστεί στο προπορευόμενο του. Γενικότερα, κάθε οδηγός οχήματος που ακολουθεί άλλο, υπέχει υποχρέωση, στο βαθμό που αυτό είναι εύλογα δυνατό, να οδηγεί με τέτοιο τρόπο και να τηρεί τέτοια απόσταση έτσι ώστε να έχει δυνατότητα να αντιμετωπίσει επιτυχώς όλες τις λογικά προβλέψιμες ανάγκες της τροχαίας κίνησης. Το ζήτημα είναι πάντα πραγματικό, όπως πραγματικό είναι και το κατά πόσο ο οδηγός του οχήματος που ακολουθεί, σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, ενήργησε με ετοιμότητα, δεξιοτεχνία και κρίση που εύλογα αναμένεται υπό τις περιστάσεις (βλ. Brown and Lynn v. Western Scottish Motor Traction Co. Ltd [1945] SC31, Thompson v. Spedding [1973] RTR 312 CA και Scott v. Warren [1974] RTR 104).
Για να αποδοθεί, έστω και μερική ευθύνη σε ένα οδηγό θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η ενέργεια του, που προκάλεσε κίνδυνο, ήταν το αποτέλεσμα κατώτερης του μέσου συνετού οδηγού οδήγησης και όχι αναγκαίας και λογικής δράσης για αποφυγή απρόβλεπτου κινδύνου που προκλήθηκε από τρίτο. Επίσης, δεν θα αποδοθεί ευθύνη σε οδηγό που δεν έλαβε μέτρα αποφυγής ενός εντελώς απρόβλεπτου κινδύνου που προέκυψε αποκλειστικά από αμελή οδήγηση τρίτου. Ως έχει, συναφώς, αναφερθεί «Το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας από άλλους οδηγούς. Ο νουνεχής οδηγός εύλογα μπορεί να υποθέσει ότι όπως ο ίδιος έτσι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον επιμέλειας έναντι των ιδίων και των άλλων οδηγών». Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Δημητράκης Ζαχαρία κ.α. ν. Παναγιώτας Καραολή (2004) 1Α.Α.Δ. 72, Ιωάννης Παρασκευά Τσολιά ν. Ιάκωβου Χριστοφίδη (2002) 1 Α.Α.Δ. 730, Χριστοδούλου ν. Μπίλλη (1998) 1(Α) Α.Α.Δ. 164, Θρασυβούλου ν. Κουλέρμου κ.α. (1996), 1(Α) Α.Α.Δ. 253 και Κυριάκου ν. Φιλίππου (1992) 1(Α) Α.Α.Δ. 642.
Εν προκειμένω, ως ήδη ανέφερα ανωτέρω, αποτελεί εύρημα μου ότι το όχημα της Εναγόμενης 2 ακολουθούσε το όχημα της Ενάγουσας, εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφόρου. Είχε, επομένως, καθήκον η Εναγόμενη 2, ως η οδηγός που ακολουθούσε το προπορευόμενο σε αυτήν όχημα της Ενάγουσας, να τηρεί τέτοια θέση και να οδηγεί σε τέτοια απόσταση από αυτό και με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να μπορεί να αντιμετωπίζει με επιτυχία όλες τις ανάγκες της τροχαίας που εύλογα μπορούν να προβλεφθούν (βλ. Brown and Lynn (ανωτέρω)). Υπενθυμίζω, όμως, επίσης, ότι, στην παρούσα περίπτωση, ενόψει σχετικής άγνοιας της Ενάγουσας, η οποία δεν παρουσίασε σχετική μαρτυρία, παρέμεινε άγνωστη στο Δικαστήριο η οδική συμπεριφορά της Εναγόμενης 2 αμέσως πριν το επίδικο ατύχημα και, επομένως, παρέμεινε άγνωστη η αιτία της επίδικης σύγκρουσης. Περαιτέρω, τα ανωτέρω ευρήματα μου, σε σχέση με το επίδικο ατύχημα, δεν συμβιβάζονται με την ύπαρξη αμέλειας από πλευράς της Ενάγουσας. Συνεπώς, το κενό στη μαρτυρία ως προς τα πραγματικά αίτια του επίδικου ατυχήματος, μόνο συμπερασματικά μπορεί να συμπληρωθεί.
Έχοντας ως δεδομένο ότι, (α) η Εναγόμενη 2 ακολουθούσε με το όχημα της, το όχημα της Ενάγουσας, (β) ότι η Εναγόμενη 2, ως η οδηγός που ακολουθούσε το προπορευόμενο όχημα της Ενάγουσας, είχε καθήκον για επίδειξη επιμέλειας έναντι της τελευταίας, καθώς επίσης και τις ανωτέρω κρίσεις μου περί, (1) αδυναμίας κατάληξης σε ασφαλές εύρημα ως προς την αιτία της επίδικης σύγκρουσης και (2) μη σχέσης της Ενάγουσας με αυτήν, παρά την απουσία σχετικής προς τούτο δικογράφησης, πλην όμως έχοντας υπόψη τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της τελευταίας και τα ανωτέρω αποδεδειγμένα γεγονότα (βλ. Τζιαρρή ν. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λάρνακας, Πολιτική Έφεση αρ. 95/2013, απόφαση ημερομηνίας 9.4.2019 και G.S.K. Mechanical Services Ltd v. Αντωνίου, Πολιτική Έφεση αρ. 377/2012, απόφαση ημερομηνίας 20.9.2019), ECLI:CY:AD:2019:A382, κρίνω, εν προκειμένω, ότι η αιτία της σύγκρουσης μπορεί να εξαχθεί υπό το φως των αρχών που διέπουν τον κανόνα του Res Ipsa Loquitur[10], τις οποίες παραθέτω ευθύς αμέσως πιο κάτω.
Στην υπόθεση G.S.K. Mechanical Services Ltd v. Αντωνίου (ανωτέρω), αναφέρθηκαν τα εξής:
««Η κλασσική περιγραφή του κανόνα res ipsa loquitur εντοπίζεται στην απόφαση του δικαστή Earle C.J. στην υπόθεση Scott v London & St Katherine’s Docks (1865) 3 H & C 596, 601: «There must be reasonable evidence of negligence. But where the thing is shown to be under the management of the defendant or his servants, and the accident is such as in the ordinary course of things does not happen if those who have the management use proper care, it affords reasonable evidence, in the absence of explanation by the defendants, that the accident arose from want of care[11].»
Το άρθρο 55 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 καθιερώνει τον κανόνα του αγγλικού κοινοδικαίου res ipsa loquitur ως μέρος και του Κυπριακού δικαίου (Morides v. Ioannou (1973) 1 C.L.R. 177) και η Κυπριακή νομολογία δέχεται την εφαρμογή του κατά τρόπο ανάλογο προς εκείνο που ισχύει στο Αγγλικό δίκαιο (Αθανασίου κ.ά ν Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614). Δεν απαιτείται η δικογράφησή του, αρκεί να προκύπτει από τα δικογραφημένα και αποδεδειγμένα γεγονότα ότι το ατύχημα προκλήθηκε, εκ πρώτης όψεως, λόγω αμέλειας εκ μέρους του εναγομένου. Όπως λέχθηκε από το δικαστή Davies LJ, στην υπόθεση Bennett v. Chemical Construction (G.B.) Ltd, [1971] 1 W.L.R. 1571:
«I have said that in my opinion it is not necessary to plead res ipsa loquitur. If the facts pleaded and the facts proved show that the cause of the accident was apparently and on its face due to some negligence, that is sufficient ...»
Περιγράφοντας τον κανόνα στη Lloyde v West Midlands Gas Board [1971] 1 WLR 749, η οποία έχει υιοθετηθεί από την κυπριακή νομολογία, ο δικαστής Megaw, LJ παρατήρησε τα ακόλουθα:
«I doubt whether it is right to describe res ipsa loquitur as a "doctrine." I think that it is no more that an exotic, although convenient, phrase to describe what is in essence no more than a common sense approach, not limited by technical rules, to the assessment of the effect of evidence in certain circumstances. It means that a plaintiff prima facie establishes negligence where: (i) it is not possible for him to prove precisely what was the relevant act or omission which set in train the events leading to the accident; but (ii) on the evidence as it stands at the relevant time it is more likely than not that the effective cause of the accident was some act or omission of the defendant or of someone for whom the defendant is responsible, which act or omission constitutes a failure to take proper care for the plaintiff's safety.»
Επί του ιδίου θέματος αναφέρεται στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts (22η έκδοση) παρά. 8-195:
«It is only a convenient label to apply to a set of circumstances in which a claimant proves a case so as to call for a rebuttal from the defendant without having to allege and prove any specific act or omission on the part of the defendant. He merely proves a result, not any particular act or omission producing the result».
Η φράση res ipsa loquitur δεν παραπέμπει σε αρχή δικαίου, γεγονός που επισημαίνεται και στη πιο σύγχρονη αγγλική νομολογία, όπως και η υπόθεση O’ Connor v Pennine Acute Hospitals NHS [2015] EWCA Civ 1244 στην οποία επισημάνθηκαν τα ακόλουθα:
«More recent authority has tended to the view that res ipsa loquitur is not a principle of law at all. There is no reversal of the burden of proof. The so-called res ipsa loquitur cases are merely cases in which, on the totality of the evidence, the court was able to make a finding of negligence. It has always been the position that courts can make findings of fact by means of inference when there is no direct evidence of the events in issue.»
Σύμφωνα με την προσέγγιση αυτή, το αποδεικτικό βάρος της αμέλειας παραμένει στους ώμους του ενάγοντα (βλ. επίσης Lloyde (ανωτέρω) και Ng Chun Pui v Lee Chuen Tat and Another [1988] R.T.R 298).
Θεωρούμε ότι χρήσιμη αναφορά για το ζήτημα μπορεί να γίνει στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Hobson LJ στην υπόθεση Ratcliffe v Playmouth & Torbay Health Authority; Exeter & North Devon Health Authority [1998] P.I.Q.R. 170:
«Res ipsa loquitur is no more than a convenient Latin phrase used to describe the proof of facts which are sufficient to support an inference that a defendant was negligent and therefore to establish a prima facie case against him.
[...]
The burden of proving the negligence of the defendant remains throughout upon the plaintiff. The burden is on the plaintiff at the start of the trial and absent an admission by the defendant is still upon the plaintiff at the conclusion of the trial. At the conclusion of the trial the judge has to decide whether upon all the evidence adduced at the trial he is satisfied upon the balance of probabilities that the defendant was negligent and that his negligence caused the plaintiff's injury. If he is so satisfied he gives judgment for the plaintiff: if not, he gives judgment for the defendant. *p187
Whether or not the plaintiff has at some earlier stage relied upon a prima facie case does not alter this position. The plaintiff may or may not have needed to call evidence to establish a prima facie case. The admitted facts may suffice for that purpose. Conversely, the defendant may have chosen to call no evidence, in which case the court will have to decide whether the evidence adduced by the plaintiff suffices to satisfy the court, in the absence of any evidence to contradict it, that the defendant was negligent and that his negligence caused the plaintiff's injury. In all these situations the task of the judge at the end of the trial is the same. The only difference is that he may be left without direct evidence of what occurred and may have to act upon inferences to be drawn from incomplete evidence. Where the defendant is in a position to adduce evidence as to what occurred but has refrained from doing so, the court will be more willing to draw inferences adverse to the defendant than might otherwise be the case. Where the plaintiff is not in a position himself to give an account himself of what occurred and where the relevant situation was under the control of the defendant and the relevant facts are known to the defendant, the case may come fairly and squarely within the statement of Earle C.J. quoted above. But it does so because the facts proved have given rise to an inference that the defendant was negligent. Where there is direct evidence as to what occurred there is no need to rely upon inferences (Barkway v. South Wales Transport [1950] 1 All E.R. 392).»
Στην ίδια απόφαση (G.S.K. Mechanical Services Ltd (ανωτέρω)), σημειώθηκαν και τα εξής, τα οποία θεωρώ ότι είναι σχετικά με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής:
«Ο εφεσίβλητος, με τη μαρτυρία που προσκόμισε, αποκάλυψε τα γεγονότα στα οποία στοιχειοθετείτο η κατ' ισχυρισμό αμέλεια, εκ πρώτης όψεως. Δεν υπήρχε άμεση μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για τις πραγματικές περιστάσεις που προκάλεσαν το ατύχημα. Καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, ο εφεσίβλητος και ο κ. Τριταίος δεν ανέφεραν ότι οι εφεσείοντες ήταν αμελείς ούτε προέβησαν σε οποιαδήποτε αναφορά που να αποκάλυπτε γνώση εκ μέρους τους των πραγματικών περιστάσεων του ατυχήματος. Αποτέλεσε δε διαπίστωση του Δικαστηρίου, η οποία δεν αμφισβητείται με την έφεση, ότι ο εφεσίβλητος δεν συνέβαλε με δική του παράλειψη «στην πρόκληση της βλάβης».
Το κενό στη μαρτυρία για τα πραγματικά αίτια του ατυχήματος μόνο συμπερασματικά μπορούσε να συμπληρωθεί.
[…]
Τα στοιχεία που είχε ενώπιον του το πρωτόδικο Δικαστήριο αναδείκνυαν ότι ήταν πιο πιθανό να είναι παρά να μην είναι γενεσιουργός αιτία του ατυχήματος κάποια ενέργεια ή παράλειψη των εφεσειόντων, η οποία συνιστούσε παράλειψη λήψης κατάλληλων μέτρων επιμέλειας για την ασφάλεια του εφεσίβλητου. Συναγόταν δε λογικά, από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο εφεσίβλητος βρισκόταν στο υπό ανέγερση εργοστάσιο και τον τρόπο που εξελίχθηκε το ατύχημα, ότι αυτός στερείτο γνώσης και της δυνατότητας να αποδείξει το πραγματικό γεγονός ή την παράλειψη που προκάλεσε το συμβάν.
Έχοντας ο εφεσίβλητος αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, απαιτείτο από τους δύο εφεσείοντες να εξηγήσουν ότι το επίδικο συμβάν δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής τους αμέλειας. Ωστόσο, ούτε ο ένας ούτε ο άλλος πρόσφερε οποιαδήποτε εξήγηση σε σχέση με το λόγο πρόκλησης του ατυχήματος - ούτε εισηγήθηκαν, αντεξετάζοντας τον εφεσίβλητο και τον κ. Τριταίο, κάποιο λόγο - με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του τη μαρτυρία μόνο που προσκόμισε ο εφεσίβλητος. Θεωρούμε ότι στην απουσία μαρτυρίας που να επεξηγεί την πραγματική αιτία για το επίδικο συμβάν από πλευράς των εφεσειόντων, το ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό, ιδωμένο στο σύνολό του, με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, επέτρεπε στο πρωτόδικο Δικαστήριο να καταλήξει στο μόνο λογικό συμπέρασμα ότι το επίδικο συμβάν οφειλόταν στη μη λήψη μέτρων από τους εφεσείοντες, για την ασφάλεια του εφεσίβλητου κατά την εκτέλεση της εργασίας του. Επομένως ορθά κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι οι εφεσείοντες υπήρξαν υπό τις περιστάσεις αμελείς».
Σημειώνω εδώ, ουδιωδώς, τα εξής. Δεν μου διαφεύγει σε καμία περίπτωση το γεγονός ότι ο κανόνας του res ipsa loquitor χρησιμοποιείται δύσκολα και/ή σπανίως σε υποθέσεις τροχαίων ατυχημάτων και ότι τούτο γίνεται μόνο στις περιπτώσεις όπου τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με το ατύχημα δεν συμβιβάζονται με την ύπαρξη αμέλειας από πλευράς του Ενάγοντα (βλ. σύγγραμμα Ηλιάδη & Σάντη, 2η έκδοση, «Το Δίκαιο της Απόδειξης», στη σελ. 209). Δεν μου διαφεύγει, επίσης, ότι δεν έχει γίνει επίκληση του εν λόγω κανόνα από πλευράς της Ενάγουσας. Εντούτοις, τούτο δεν είναι απαραίτητο, εφόσον το Δικαστήριο δύναται και αυτεπαγγέλτως να εφαρμόσει τον εν λόγω κανόνα. Περαιτέρω, δεν μου διαφεύγει ότι, εν προκειμένω, η Ενάγουσα έχει δικογραφήσει λεπτομέρειες αμέλειας της Εναγόμενης 2, πλην όμως, ως αναφέρεται στη σχετική με το ζήτημα νομολογία (βλ. Κωνσταντίνος Κώστα κ.α. v. Νίκης Δημητρίου και Ευρυπίδη Γεωργίου, υπό την ιδιότητα τους ως Διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα Δημήτρη Δημητρίου (2009) 1 ΑΑΔ 1073), τούτο δεν συνιστά εμπόδιο για τη χρήση του εν λόγω κανόνα. Εμπόδιο θα ήταν η, από πλευράς της Ενάγουσας, προσκόμιση σαφούς και συγκεκριμένης μαρτυρίας προς απόδειξη της κατ’ ισχυρισμόν αμέλειας της Εναγόμενης 2, κάτι που, εν προκειμένω, δεν έχει γίνει, εφόσον, ως ανέφερα ανωτέρω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Ενάγουσας, τα όσα αυτή ανέφερε περί των αιτιών της επίδικης σύγκρουσης μπορούν να ιδωθούν μόνο ως έκφραση γνώμης της ίδιας, για τις πιθανές αιτίες της επίδικης σύγκρουσης, ως εκ του αποτελέσματος τούτης (της σύγκρουσης) και όχι ως μαρτυρία προερχόμενη από αυτήν κατ’ επίκληση σχετικής γνώσης της αιτίας σύγκρουσης. Η Ενάγουσα, στη βάση της αποδεκτής εκδοχής της, στερείτο της γνώσης και δυνατότητας να αποδείξει το πραγματικό γεγονός ή την παράλειψη που προκάλεσε την επίδικη σύγκρουση. Ως λέχθηκε στην υπόθεση Κωνσταντίνος Κώστα (ανωτέρω):
«Η εφαρμογή της πιο πάνω αρχής δεν συνάδει με την προσκόμιση μαρτυρίας για την απόδειξη της αμέλειας του εναγομένου. Στην παρούσα περίπτωση οι εφεσίβλητοι δεν είχαν στη διάθεσή τους μαρτυρία αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και συνεπώς ετύγχανε εφαρμογής η αρχή res ipsa loquitur. Οι λεπτομέρειες αμέλειας οι οποίες εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης δεν συνιστούν κώλυμα για την επίκληση του εν λόγω κανόνα. Σ' αυτές γίνεται μια εκ πρώτης όψεως πιθανολόγηση της αμέλειας του οδηγού του εκσκαφέα η οποία προέκυψε από στοιχεία μαρτυρίας τα οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσουν τελικά στον καταλογισμό της ευθύνης εις βάρος του.»
Έχοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, ως επίσης και τα τελικά ευρήματα μου, καθώς επίσης και τη νομική πτυχή που τα περιβάλλει, κρίνω ότι η Ενάγουσα έχει αποδείξει την υπόθεση της στη βάση της αρχής του res ipsa loquitor, και δη έχει αποδείξει εκ πρώτης όψεως αμέλεια από πλευράς της Εναγόμενης 2. Το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, ιδωμένο στο σύνολο του, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, μου επιτρέπει να καταλήξω στο μόνο λογικό συμπέρασμα ότι η γενεσιουργός αιτία του επίδικου ατυχήματος ήταν κάποια ενέργεια ή παράλειψη από πλευράς της Εναγόμενης 2, ως η οδηγός του οχήματος που ακολουθούσε αυτό της Ενάγουσας, με αυτήν (την Εναγόμενη 2) να μην λαμβάνει μέτρα για την ασφάλεια της τελευταίας, ως όφειλε, ούσα η ακολουθούσα οδηγός του εν λόγω προπορευόμενου οχήματος της Ενάγουσας. Εν ολίγοις, ενώ η Εναγόμενη 2 όφειλε, ως η οδηγός που ακολουθούσε το προπορευόμενο σε αυτήν όχημα της Ενάγουσας, εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφόρου, να έχει τη δέουσα προσοχή και παρατηρητικότητα, λαμβάνοντας όλα τα δέοντα μέτρα ούτως ώστε να οδηγεί ως συνετός οδηγός, όπως συνάγεται από την ενώπιον μου μαρτυρία, εκ πρώτης όψεως, παρέλειψε να το πράξει, με αποτέλεσμα το όχημα της να συγκρουστεί στο πίσω μέρος του οχήματος της Ενάγουσας και να προκαλέσει σε αυτό ζημιές ύψους €4.352,29. Όφειλε δε η Εναγόμενη 2, η οποία ήταν και η μόνη γνώστης των συνθηκών που οδήγησαν στην επίδικη σύγκρουση, να παρουσιάσει τέτοια μαρτυρία με την οποία να εξηγεί ότι το επίδικο ατύχημα δεν ήταν το αποτέλεσμα της δικής της αμέλειας, μαρτυρία, όμως, η οποία, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, λεπτομερώς, ανωτέρω (στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Εναγόμενης 2), απορρίφθηκε. Αποτέλεσμα τούτου, είναι ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί παρά να έχει επιτυχή κατάληξη για την Ενάγουσα.
Παρεμφερώς και μόνο, και στην περίπτωση που η ανωτέρω κρίση μου, περί εφαρμογής του κανόνα res ipsa loquitor στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, ήθελε εφετειακώς ανατραπεί, σημειώνω το εξής.
Εν προκειμένω, υπενθυμίζω ότι η Εναγόμενη 2, χωρίς οποιαδήποτε εκ μέρους της ικανοποιητική εξήγηση, εφόσον η όποια μαρτυρία αυτή παρουσίασε δεν έγινε αποδεκτή, ενώ οδηγούσε το όχημα της πίσω από αυτό της Ενάγουσας, συγκρούστηκε με το τελευταίο στο πίσω μέρος αυτού. Με αυτά τα δεδομένα, δεν μπορεί, κατά την άποψη μου, παρά να θεωρηθεί ότι, κατά την ώρα του ατυχήματος, η Εναγόμενη 2, για λόγους που μόνο η ίδια γνωρίζει, οδηγούσε το όχημα της αμελώς.
Παραπέμπω, συναφώς, στο πιο κάτω απόσπασμα από την ποινική έφεση Ιωάννου Χαράλαμπος ν. Αστυνομίας (2008) 2 ΑΑΔ 399, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε στη βάση του αποδεικτικού βάρους του «πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας» ότι ο κατηγορούμενος ήταν ένοχος αλόγιστης ή απερίσκεπτης οδικής συμπεριφοράς (στη βάση του άρθρου 210 του Κεφ. 154):
«Κρίνουμε ότι, στη βάση των διαπιστώσεων του πρωτόδικου Δικαστηρίου, μπορούμε, κατ' εφαρμογή της πρόνοιας στο Άρθρο 145(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, του Κεφ. 155, να επικυρώσουμε την καταδίκη του εφεσείοντος, βάσει του Άρθρου 210. Και τούτο διότι, στη βάση πάντοτε των διαπιστώσεων του πρωτόδικου Δικαστηρίου, βρισκόμαστε μπροστά στην ακόλουθη εικόνα: Ο εφεσείων οδηγεί το αυτοκίνητο με ταχύτητα μερικά χιλιόμετρα πέραν της επιτρεπόμενης των 80χαω, σε ασφαλτοστρωμένο δρόμο, με αναμμένα φώτα. Αφού διέρχεται αριστερόστροφη καμπή του δρόμου και βρίσκεται επί της ευθείας, ξαφνικά παρεκκλίνει της πορείας του, προσκρούει στον αριστερό όχθο και, ακυβέρνητο, ακινητοποιείται τελικά μεταξύ του όχθου και ενός κυπαρισσιού. Ως αποτέλεσμα, το αυτοκίνητο καταστρέφεται ολοσχερώς, ο εφεσείων και ένας από τους συνεπιβάτες τραυματίζονται, ο δε δεύτερος συνεπιβάτης τραυματίζεται θανάσιμα. Ο εφεσείων δίδει σειρά εξηγήσεων ως προς τους λόγους για τους οποίους έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου. Όμως, το πρωτόδικο Δικαστήριο απορρίπτει όλες τις εξηγήσεις του ως αναξιόπιστες. Τι παραμένει ως πραγματικό γεγονός; Το μόνο που παραμένει είναι ότι ο εφεσείων, χωρίς οποιαδήποτε εκ μέρους του ικανοποιητική εξήγηση, ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο με ταχύτητα μερικών μόνο χιλιομέτρων πέραν του επιτρεπομένου, αφού διήλθε αριστερόστροφη καμπή του δρόμου και βρέθηκε επί της ευθείας, ξαφνικά παρεξέκλινε της πορείας του, προσέκρουσε στον αριστερό όχθο και, με ακυβέρνητο πλέον το αυτοκίνητο, ακινητοποιήθηκε μεταξύ του όχθου και ενός κυπαρισσιού, με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα. Με αυτά τα δεδομένα, δεν μπορεί, κατά την άποψή μας, παρά να θεωρηθεί, πέραν πάσης ευλόγου αμφιβολίας, ότι, κατά την ώρα του δυστυχήματος, ο εφεσείων, για λόγους που μόνο ο ίδιος γνωρίζει, οδηγούσε το αυτοκίνητο κατά τρόπο που συνιστούσε αλόγιστη και ή απερίσκεπτη εκ μέρους του οδική συμπεριφορά ώστε να στοιχειοθετείται τόσο η αντικειμενική όσο και η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος του Άρθρου 210.
Η έφεση κατά της καταδίκης απορρίπτεται».
Εν προκειμένω, η μαρτυρία της Εναγόμενης 2 κρίθηκε ως ακροσφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή σχετικών ευρημάτων, με την εκδοχή που αυτή παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου, ως προς τους λόγους που οδήγησαν στην επίδικη σύγκρουση να έχει απορριφθεί. Εντούτοις, ενώπιον μου, αποτελεί πραγματικό και κοινώς αποδεκτό γεγονός ότι η επίδικη σύγκρουση μεταξύ των ενεχόμενων οχημάτων έχει λάβει χώρα. Και τούτο, παρά το ότι δεν μπορεί να προσδιοριστεί, στη βάση του ενώπιον μου μαρτυρικού υλικού, η πραγματική αιτία της εν λόγω σύγκρουσης, και δη αν τούτη (η σύγκρουση) ήταν (α) λόγω υπερβολικής ταχύτητας του οχήματος της Εναγόμενης 2, (β) της απόστασης που αυτό τηρούσε από το όχημα της Ενάγουσας ή (γ) της παρατηρητικότητας της Εναγόμενης 2, κατά τον εν λόγω χρόνο, στη Λεωφόρο, ή, τέλος, του όποιου τυχόν συνδυασμού των πιο πάνω παραγόντων.
Στην απουσία, όμως, ικανοποιητικής εξήγησης, εκ μέρους της Εναγόμενης 2, η οποία οδηγούσε το όχημα της πίσω από αυτό της Ενάγουσας, εντός της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της Λεωφόρου, ως προς το λόγο που ξαφνικά συγκρούστηκε με το τελευταίο, προκαλώντας σε αυτό τις ανωτέρω συμφωνηθείσες ζημίες, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι αυτή δεν οδηγούσε με τη δέουσα παρατηρητικότητα εντός της Λεωφόρου, για λόγους που μόνο η ίδια γνωρίζει.
Ειδικές αποζημιώσεις και Τόκος
Αφ’ ης στιγμής το ποσό των ειδικών αποζημιώσεων που διεκδικούνται από την Ενάγουσα είναι παραδεκτό επί πλήρους ευθύνης, εκείνο που παραμένει να εξεταστεί είναι το θέμα του τόκου. Είναι γνωστό ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια σε σχέση με το θέμα του τόκου. Σχετικό είναι το άρθρο 58 (Α) του Κεφ. 148 και το άρθρο 33 του Ν. 14/60. Υπάρχει δε επί του θέματος πλούσια νομολογία. Ενδεικτικά αναφέρω τις αποφάσεις στις υποθέσεις Φοινικαρίδης κ.ά. v. Γεωργίου κ.α. (1991) 1 Α.Α.Δ. 475) και Θεοφάνους v. Κουρουκλά (2006) 1 Α.Α.Δ. 528.
Στην υπό εξέταση περίπτωση, σε ότι αφορά το ποσό των ειδικών αποζημιώσεων ύψους €4.352,29, κρίνω ότι η Ενάγουσα δικαιούται τόκο, από την ημερομηνία καταχώρησης του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος της (16.5.2019), όταν ήταν ήδη αποκρυσταλλωμένες τούτες οι ζημιές, αφού είχε ήδη καταβάλει τα σχετικά ποσά (βλ. Fysco -ν- Γεωργίου (1991) 1 Α.Α.Δ. 1014).
Κατάληξη
Στη βάση των όσων προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, κρίνω ότι αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, φέρει η Εναγόμενη 2 και, κατ’ επέκταση, και η Εναγόμενη 1.
Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και/ή 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για το ποσό των €4.352,29 ως ειδικές αποζημιώσεις, πλέον νόμιμο τόκο από τις 16.5.2019 μέχρι εξόφλησης.
Σε ότι αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω κανέναν λόγο για να αποκλίνω από τον γενικό κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα και, κατά συνέπεια, επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και/ή 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα της αγωγής (€2.000 - €10.000).
(Υπογρ.)……………………..
Ν. Πετρίδου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] βλ. Frederickou Schoοls Co. Ltd v. Acuac Inc. (2002) 1 ΑΑΔ 1527.
[2] Βλ. πρακτικό του Δικαστηρίου, ημερ. 13.11.2023.
[3] Ως επίσης και στον κατάλογο παραδεκτών γεγονότων που κατατέθηκε από τα μέρη στο Δικαστήριο.
[4] Ως επίσης και στον κατάλογο παραδεκτών γεγονότων που κατατέθηκε από τα μέρη στο Δικαστήριο.
[5] Βλ. τις δηλώσεις των συνηγόρων των διαδίκων στην παράγραφο 4 στον κατάλογο παραδεκτών γεγονότων.
[6] Στην οποία η Εναγόμενη 2 κατά τη μαρτυρία της αναφέρεται ως «τα φώτα του Aluminium Tower».
[7] Αποτέλεσε κοινή δήλωση των συνηγόρων των διαδίκων, κατά την ακροαματική διαδικασία (βλ. πρακτικό Δικαστηρίου ημερ. 14.12.2023, ότι παρά το γεγονός ότι αμφότερα τα Τεκμήρια 1 και 2 υπογράφησαν τόσο από την Ενάγουσα όσο και από την Εναγόμενη, η μία δεν αποδέχεται το αληθές του περιεχομένου της δήλωσης της άλλης σε αυτά.
[8] Βλ. παράγραφο που τιτλοφορείται «Λεπτομέρειες αμέλειας και/ή συντρέχουσας αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του Νόμου και Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων της Εναγόμενης 2».
[9] Βλ. τον Κατάλογο Παραδεκτών Γεγονότων που κατατέθηκε από τους συνήγορους των διαδίκων, στις 13.11.2023, και τη δήλωση τους στην παράγραφο 4 αυτού.
[10] Το άρθρο 55 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, κωδικοποιεί τον κανόνα του αγγλικού κοινοδικαίου res ipsa loquitor. Το εν λόγω άρθρο 55, έχει ως ακολούθως: «Σε αγωγή πoυ εγείρεται σε σχέση με ζημιά, κατά τηv oπoία απoδεικvύεται-
(α) Ότι o εvάγovτας στερείται γvώσης ή μέσωv γvώσης τωv πραγματικώv περιστατικώv, τα oπoία πρoκάλεσαv τo συμβάv τo oπoίo oδήγησε στη ζημιά, και
(β) ότι η ζημιά πρoκλήθηκε από ιδιoκτησία, επί της oπoίας o εvαγόμεvoς είχε πλήρη έλεγχo, και κρίvεται από τo Δικαστήριo ότι η επέλευση τoυ συμβάvτoς πoυ πρoκάλεσε τη ζημιά συvδέεται περισσότερo με τo γεγovός ότι o εvαγόμεvoς παρέλειψε vα καταβάλει εύλoγη επιμέλεια παρά πρoς τηv καταβoλή τέτoιας επιμέλειας, o εvαγόμεvoς φέρει τo βάρoς της απόδειξης τoυ ότι δεv υφίστατo αμέλεια για τηv oπoία αυτός ευθύvεται σε σχέση με τo συμβάv τo oπoίo oδήγησε στη ζημιά».
[11] Η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς και όσες ακολουθούν.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο