ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Ν. Πετρίδου, Ε.Δ.
Αγωγή αρ.: 1276/2021
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ
Ενάγων
-και-
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
Εναγόμενος
Και δι’ Ανταπαιτήσεως:
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντας
-και-
1. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ
2. ΓΕΩΡΓΙΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ άλλη ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, άλλη ΓΕΩΡΓΙΑ ΛΟΥΚΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ
3. ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΩΣ ΣΤΕΓΗΣ
Εξ’ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι
Ημερομηνία: 27 Οκτωβρίου 2025
Εμφανίσεις:
Για τον Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 3 - Αιτητή: κα Γιαπανά για Χρυσοστομίδης & Σια ΔΕΠΕ
Για τον Εναγόμενο/ Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα – Καθ’ ου η Αίτηση: κα Νικολαΐδου για Νεοφύτου & Νεοφύτου ΔΕΠΕ
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
(στην αίτηση ημερ. 4.4.2022 για απόρριψη και/ή διαγραφή και/ή παραμερισμό της Ανταπαίτησης εναντίον του εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 3)
Εισαγωγή
Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης της παρούσας απόφασης, κρίνω ορθότερο όπως, εξ αρχής, αναφερθώ συνοπτικά στην πορεία της παρούσας υπόθεσης.
Ο Ενάγοντας καταχώρησε την πιο πάνω αγωγή εναντίον του Εναγόμενου, με την οποία επιζητεί το ποσό των €6.881,34, ως οφειλόμενο, δυνάμει της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς ημερ. 10.7.2008 (στο εξής «η Συμφωνία Ενοικιαγοράς») που υπογράφηκε μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου, ως επίσης και της συζύγου του τελευταίου. Στη βάση της εν λόγω Συμφωνίας, παραχωρήθηκε στον Ενάγοντα και την τότε σύζυγο του (εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2), κρατικό οικόπεδο (στο εξής «το επίδικο ακίνητο»), εντός του οποίου θα έπρεπε, εντός δύο ετών, αυτοί να ανεγείρουν την κατοικία τους.
Ακολούθως, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, ο Εναγόμενος – εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντας (στο εξής «ο Καθ’ ου η Αίτηση») καταχώρησε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση εναντίον των εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 1-3. Εναντίον δε, του Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 3 – Αιτητή (στο εξής «ο Αιτητής»), ο Καθ’ ου η Αίτηση επιζητεί διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να τον διατάσσει να προβεί στην αναγκαστική πώληση του επίδικου ακινήτου, δια δημόσιου πλειστηριασμού, με σκοπό την πλήρη εξόφληση όλων των οφειλών του Καθ’ ου η Αίτηση και της Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 2, τόσο προς τον Ενάγοντα, όσο και προς τον Αιτητή. Επίσης, ο Καθ’ ου η Αίτηση, μέσω της εν λόγω Ανταπαίτησης, επιζητεί τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις εναντίον των εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων 1 – 3 (αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα), για το ποσό των €50.000, ένεκα των ζημιών που του προκάλεσαν και/ή του προκαλούν στην πιστοληπτική του ικανότητα. Αποτελεί βασικό ισχυρισμό του Καθ’ ου η Αίτηση ότι, στις 10.7.2016, απέστειλε επιστολή προς τον Αιτητή σε σχέση με δύο στεγαστικά δάνεια, των οποίων τους αριθμούς λογαριασμού αναφέρει στην παράγραφο 12 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του, τα οποία έλαβε αυτός και η εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2 από τον Αιτητή για την ανέγερση κατοικίας στο επίδικο ακίνητο. Είναι η θέση του ότι, με την εν λόγω επιστολή του, ενημέρωσε τον Αιτητή ότι, μέχρι τον Ιούλιο του 2016, ο ίδιος κατέβαλλε ανελλιπώς τις δόσεις των πιο πάνω δανείων, αλλά λόγω του διαζυγίου του με την εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2, αυτός (ο Καθ’ ου η Αίτηση) εγκατέλειψε την εν λόγω οικία, εξού και ζητούσε από τον Αιτητή όπως αναστείλει την υποχρέωση του (του Καθ’ ου η Αίτηση) για καταβολή των εν λόγω δόσεων, μέχρι να ολοκληρωθούν οι περιουσιακές διαφορές που είχε με την εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2, η οποία συνεχίζει να κατέχει και να χρησιμοποιεί την εν λόγω οικία. Εντούτοις, ως ισχυρίζεται ο Καθ’ ου η Αίτηση (στην Ανταπαίτηση του), ουδέποτε έλαβε απάντηση στην εν λόγω επιστολή του από τον Αιτητή. Ισχυρίζεται ακόμη, ο Καθ’ ου η Αίτηση, ότι, ένεκα της συμπεριφοράς και/ή της αμέλειας και/ή των ενεργειών και/ή παραλείψεων, μεταξύ άλλων, του Αιτητή, ο οποίος δεν του απάντησε στην πιο πάνω επιστολή, αυτός υπόκειται σε ζημίες.
Η πιο πάνω Ανταπαίτηση επιδόθηκε στον Αιτητή στις 9.3.2022 και, ακολούθως (στις 18.3.2022), η πλευρά του καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, ενώ μετέπειτα (4.4.2022) προχώρησε στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης.
Η υπό κρίση Αίτηση και η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει
Μέσω της υπό κρίση Αίτησης, ο Αιτητής επιζητεί, μεταξύ άλλων, την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την απόρριψη και/ή διαγραφή και/ή τον παραμερισμό της Ανταπαίτησης του Καθ’ ου η Αίτηση, καθότι τούτη δεν στοιχειοθετεί οποιαδήποτε εύλογη αιτία αγωγής εναντίον του και/ή είναι καταπιεστική και/ή ενοχλητική και/η επιπόλαιη. Επίσης, επιζητεί την έκδοση του πιο πάνω διατάγματος, στη βάση του ότι, η εν λόγω Ανταπαίτηση καταχωρήθηκε κατά παράβαση της Δ.21 θ. 8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αφού δεν επιδόθηκε στον Αιτητή η Ειδοποίηση Ανταπαίτησης, σύμφωνα με τον Τύπο 13. Περαιτέρω, ο Αιτητής επιζητεί διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει τη διαγραφή του, ως διαδίκου (εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 3), από τον τίτλο της πιο πάνω αγωγής, καθότι αυτός συνενώθηκε σε αυτήν, κατά παράβαση της Δ.21 θ. 8, αλλά και λόγω του ότι αυτός δεν συνιστά αναγκαίο διάδικο στην παρούσα υπόθεση.
Η υπό κρίση Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Κ. Κουμή (στο εξής «η ομνύουσα»), η οποία είναι υπάλληλος στον Αιτητή και κατέχει τη θέση της λειτουργού μονάδας ανάκτησης χρεών. Ως αναφέρει η ομνύουσα, είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Αιτητή για να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης, ενώ γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από ιδίαν γνώση, αλλά και από πληροφορίες και έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της. Περαιτέρω, η ομνύουσα αναφέρει ότι, στις 9.3.2022, επιδόθηκε στον Αιτητή, η Ανταπαίτηση που καταχώρησε ο Καθ’ ου η Αίτηση στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, χωρίς όμως να του επιδοθεί και ο προβλεπόμενος Τύπος 13, κατά παράβαση της Δ.21 θ. 8. Λόγω δε της αντικανονικότητας και καταχρηστικότητας που χαρακτηρίζει την εν λόγω Ανταπαίτηση, στις 18.3.2022, η πλευρά του Αιτητή καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης υπό αίρεση. Ειδικότερα, είναι η θέση της ομνύουσας ότι, η Ανταπαίτηση του Καθ’ ου η Αίτηση εναντίον του Αιτητή, δεν στοιχειοθετεί οποιαδήποτε εύλογη αιτία αγωγής εναντίον του τελευταίου και/ή στερείται νομικού και πραγματικού ερείσματος, ενώ τούτη είναι καταπιεστική, επιπόλαιη και/ή ενοχλητική. Επίσης, είναι η θέση της ότι, μέσω της εν λόγω Ανταπαίτησης, ο Καθ’ ου η Αίτηση επιδιώκει, κατά τρόπο παράνομο, αυθαίρετο και αντισυμβατικό, στον εξαναγκασμό του Αιτητή για να προβεί ο τελευταίος στην αναγκαστική πώληση του επίδικου ακινήτου προς διευκόλυνση της εξόφλησης των οφειλών του πρώτου, ωσάν αυτό να ήταν συμβατική υποχρέωση του Αιτητή προς τον Καθ’ ου η Αίτηση. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, η ομνύουσα αναφέρει ότι, οι αξιούμενες, από πλευράς του Καθ’ ου η Αίτηση, τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις, δεν συνοδεύονται από οποιεσδήποτε λεπτομέρειες στο δικόγραφο της Ανταπαίτησης, οι οποίες να στοιχειοθετούν τούτη (την Ανταπαίτηση) και/ή να συνδέονται με τον Αιτητή. Είναι ακόμη η θέση της ότι, η παρούσα αγωγή, ουδόλως σχετίζεται με τον Αιτητή, εφόσον τούτη (η αγωγή) στηρίζεται αποκλειστικά στην παράβαση των όρων της επίδικης Συμφωνίας Ενοικιαγοράς μεταξύ του Ενάγοντα και του Καθ’ ου η Αίτηση, και δη στην μη καταβολή, από πλευράς του τελευταίου προς τον πρώτο, των καθυστερημένων ετήσιων δόσεων ενοικίου, αναφορικά με το επίδικο ακίνητο. Τέλος, είναι η θέση της ομνύουσας ότι, ο Καθ’ ου η Αίτηση και η εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2, είναι οφειλέτες του Αιτητή, στη βάση σχετικών συμφωνιών δανείου ημερ. 1.12.2009 και 13.4.2010, οι οποίες, όμως, ουδεμία σχέση έχουν με την παρούσα υπόθεση.
Η Ένσταση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει
Προς αναχαίτιση της υπό κρίση Αίτησης, ο Καθ’ ου η Αίτηση καταχώρησε Ένσταση, στην οποία προβάλλει συνολικά 8 λόγους ένστασης, οι οποίοι, επί της ουσίας, έχουν ως εξής: (1) η παρούσα Αίτηση είναι αντισυνταγματική και/ή παράνομη και/ή αντίκειται στο κράτος δικαίου και στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και/ή ο Καθ’ ου η Αίτηση έχει δικαίωμα στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη, βάσει του Άρθρου 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, (2) η υπό κρίση Αίτηση είναι λανθασμένη και/ή αβάσιμη και/ή στερείται νομικού ερείσματος, καθότι ο Αιτητής εσκεμμένα και/ή ετσιθελικά και/ή παράνομα αγνοεί την επιστολή του Καθ’ ου η Αίτηση, ημερ. 10.7.2016, με σκοπό την επιβάρυνση του οφειλόμενου ποσού του δανείου, ενώ η εν λόγω επιστολή αδικαιολόγητα δεν έχει απαντηθεί μέχρι και σήμερα από τον Αιτητή, κατά παράβαση του άρθρου 51(1) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (Ν. 158(Ι)/1999), (3) η παρούσα Αίτηση αντίκειται στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης, κατά παράβαση της Δ.20 θ. 3, αφού η Ανταπαίτηση αναφέρει όλα τα γεγονότα και/ή «ευκρινή νομικά σημεία» τα οποία είναι ορθό και δίκαιο να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου, (4) ο Αιτητής παραπλανεί το Δικαστήριο σε ό,τι αφορά τα πραγματικά ζητήματα της παρούσας υπόθεσης, (5) το ποσό των δανείων στο όνομα του Καθ’ ου η Αίτηση και της εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 2, είναι ακατόρθωτο να πληρωθεί ένεκα της παντελούς έλλειψης συνεργασίας εκ μέρους της τελευταίας. Το δε γεγονός ότι η επιστολή ημερ. 10.7.2016 του Καθ’ ου η Αίτηση προς τον Αιτητή αδικαιολόγητα δεν έχει απαντηθεί μέχρι σήμερα γίνεται δολίως από τον τελευταίο, με σκοπό την επιβάρυνση του οφειλόμενου ποσού των δανείων και του αντισυμβατικού εξαναγκασμού του Καθ’ ου η Αίτηση να έχει έλλειψη πιστοληπτικής ικανότητας και (6) ο Αιτητής δικαιολογημένα αποτελεί απαραίτητο μέρος και/ή διάδικο στην Ανταπαίτηση του Καθ’ ου η Αίτηση, εφόσον η εν λόγω Ανταπαίτηση βασίζεται σε «ευκρινή νομικά σημεία που άπτονται από τα γεγονότα προς υποστήριξη της υπόθεσης του» Καθ’ ου η Αίτηση και τα οποία είναι ορθό και δίκαιο να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Πιο συγκεκριμένα, το γεγονός ότι αδικαιολόγητα δεν έχει απαντηθεί μέχρι σήμερα από τον Αιτητή η επιστολή ημερ. 10.7.2016 που του απέστειλε ο Καθ’ ου η Αίτηση, κατά παράβαση του άρθρου 51(1) του Ν. 158(Ι)/1999, δημιουργεί περισσότερες εντάσεις και/ή τσακωμούς αναφορικά με τα εκκρεμή ζητήματα των περιουσιακών θεμάτων του Καθ’ ου η Αίτηση με την εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2.
Την εν λόγω Ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του Καθ’ ου η Αίτηση, στην οποία αυτός επαναλαμβάνει, πλην όμως με περισσότερη λεπτομέρεια και επιχειρηματολογία τους πιο πάνω λόγους ένστασης του.
Ακροαματική διαδικασία
Ουδείς εκ των ομνύοντων αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του, και αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο. Έχω μελετήσει με προσοχή αυτές και αναφορά στα επιχειρήματα των συνηγόρων των διαδίκων θα γίνει, όπου αυτό κριθεί απαραίτητο, κατωτέρω.
Νομική πτυχή και συμπεράσματα
Στο σημείο αυτό, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τη νομική πτυχή που περιβάλλει την παρούσα Αίτηση. Ως είναι εμφανές τόσο από τη νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης, ως επίσης και από την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου του Αιτητή, η παρούσα προωθείται τόσο επί τη βάσει της Δ.27, όσο και στη βάση της Δ.21 θ. 10. Προχωρώ, επομένως, κατ’ αρχάς, να παραθέσω τη νομική πτυχή που αφορά τη Δ.27 και να εξετάσω την παρούσα Αίτηση στη βάση αυτής και, ακολούθως, αν τούτο είναι απαραίτητο, να εξετάσω τούτη και στη βάση της Δ.21 θ. 10.
Διαγραφή και/ή απόρριψη της Ανταπαίτησης, βάσει της Δ.27
Ως επικαλείται η ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή στην αγόρευση της, η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στην Δ.27, θ. 2 και 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίες έχουν ως εξής:
«1. […]
2. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.
3. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.»
Η Δ.27, θ. 3 δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να απορρίψει μία αγωγή (και κατ’ αναλογία ανταπαίτηση) αν διαπιστώσει ότι με την Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής. Παρά το όποιο λεκτικό στο αιτητικό της υπό εξέταση Αίτησης ότι η Ανταπαίτηση του Καθ’ ου η Αίτηση είναι επιπόλαιη και/ή ενοχλητική (frivolous and/or vexatious), εντούτοις, εκείνο που ουσιαστικά επιζητεί η πλευρά του Αιτητή είναι τη διαγραφή της εν λόγω Ανταπαίτησης, επί τη βάσει ότι ουδεμία αιτία αγωγής αποκαλύπτεται από το δικόγραφο αυτής, καθότι ελλείπει η βάση επί της οποίας το παρόν Δικαστήριο δύναται να αποδώσει στον Καθ’ ου η Αίτηση τις αιτούμενες θεραπείες.
Η πιο πάνω Διαταγή, είναι πανομοιότυπη με την Δ.25 θ. 4 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών, με αποτέλεσμα η, σχετική, Αγγλική Νομολογία, επί του θέματος, να είναι καθοδηγητική. Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από τις πρόνοιες της Δ.27 θ. 3, είναι ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να εξετάσει προκαταρκτικά κατά πόσο ένα δικόγραφο (εν προκειμένω, η Ανταπαίτηση), αποκαλύπτει ή όχι αγώγιμο δικαίωμα, και στην περίπτωση που κρίνει ότι δεν αποκαλύπτει τέτοιο ή ότι το δικόγραφο είναι επιπόλαιο ή ανούσιο ή ενοχλητικό, σε τέτοιο βαθμό που η προώθησή του δεν δικαιολογείται, τότε δύναται να διατάξει τη διαγραφή του. Καταδεικνύεται δε, από τη σχετική νομολογία, ότι το μέτρο της διαγραφής δικογράφου είναι εξαιρετικό και για αυτό θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και μόνο όπου το δικόγραφο θα κριθεί ξεκάθαρα ανυπόστατο, ως μη αποκαλύπτον οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό υπόβαθρο ή ως απαράδεκτα ενοχλητικό ή επιπόλαιο (βλ. In Re Pelmako Developments Ltd (1991) 1 ΑΑΔ 246, Kozienskaya River Ltd v. KLCC Holding Ltd, Πολ. Έφεση αρ. Ε43/2013, ημερ. 23.3.2017, ECLI:CY:AD:2017:A104, Esquire Holding Ltd v. Tsentas Developers Ltd κ.α., Πολ. Έφεση Ε191/2025, ημερ. 23.3.2016, Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. (1999) 1 ΑΑΔ 1316, Fasili and other v. Sun Boat (1984) 1 CLR 679, Annual Practice 1958, σελ. 477).
Στην υπόθεση Ιn Re Pelmako (ανωτέρω), αναφέρθηκαν τα εξής:
«Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, το οποίο δικαιολογείται μόνο εφ' όσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1. του Συντάγματος.»
Επίσης, στην υπόθεση Re Pelmako (ανωτέρω), σημειώθηκε ότι η κρίση επί αιτήσεως για διαγραφή δικογράφου ως μη αποκαλύπτον αγώγιμο δικαίωμα, κρίνεται αποκλειστικά στη βάση της αντικειμενικής υπόστασης του περιεχομένου του δικογράφου, ανεξάρτητα από το μαρτυρικό υλικό που υποστηρίζει την αίτηση (βλ. επίσης, Buttes Gas & Oil Co v. Hammer (1975) 2 W.L.R. 425[1]). Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Halsbury’ s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 37, παράγραφος 436, αναφέρεται ότι, «…If the application is based only on the ground that the pleading or indorsement does not disclose a reasonable cause of action no evidence is admissible».
Παρεμβάλλω εδώ ότι, ξεκάθαρες περιπτώσεις διαγραφής αγωγής, δυνάμει της Δ.27, θ.3, μπορούν να αποτελέσουν, μεταξύ άλλων, απαιτήσεις όπου το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να διατάξει την αιτούμενη θεραπεία (βλ. Annual Practice (1958), σελ. 575).
Πέραν των ανωτέρω, σύμφωνα με το σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob’ s Precedents of Pleadings (12η έκδοση), σελ. 144, στα πλαίσια μιας τέτοιας αίτησης, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο αποκαλύπτεται βάσιμη αιτία αγωγής, με κάποια πιθανότητα επιτυχίας, στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα. Το ερώτημα δεν είναι κατά πόσο αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής, αλλά εάν αποκαλύπτεται μία εύλογη αιτία αγωγής. Ως προς το τι συνιστά «εύλογη αιτία αγωγής», στην υπόθεση [1970] 1 All E.R. 1094, λέχθηκε ότι εύλογη αιτία αγωγής σημαίνει αιτία αγωγής με κάποια προοπτική επιτυχίας, λαμβανομένων υπόψη, αποκλειστικά και μόνο, των ισχυρισμών που περιέχονται στο δικόγραφο. Εάν η εξέταση των εν λόγω ισχυρισμών, καταδεικνύει ότι η αγωγή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία, τότε το δικόγραφο πρέπει να διαγραφεί.
Σε ό,τι δε αφορά τον χρόνο υποβολής τέτοιου αιτήματος, στη σελ. 575 του Annual Practice (1958), αναφέρεται ότι η αίτηση θα πρέπει να γίνεται εγκαίρως, αν είναι δυνατό πριν την υπεράσπιση, αλλά όχι πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης (βλ. επίσης Mepa Underwriting Management Limited κ.α. v. Αγροτικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων (1997) 1 ΑΑΔ 772.
Προτού προχωρήσω, κρίνω σκόπιμο, στο σημείο αυτό, να σημειώσω το εξής. Ως προανέφερα, η παρούσα Αίτηση εδράζεται τόσο στη Δ.27 θ. 2 όσο και στη Δ.27 θ. 3. Παρά το ότι, τόσο στη βάση της Δ.27 θ. 1 και 2, όσο και στη βάση της Δ.27 θ. 3, μια αγωγή (και κατ’ αναλογία μία ανταπαίτηση) δύναται να οδηγηθεί σε απόρριψη, εντούτοις με την Δ.27 θ. 1 και 2 εκείνο που σκοπείται είναι η προδικαστική εκδίκαση αμιγώς νομικού σημείου που καθορίζει ουσιωδώς την έκβαση της αγωγής ή μέρος αυτής, ενώ με την Δ.27 θ. 3, σκοπείται η διαγραφή δικογράφου για το λόγο ότι τούτο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής ή ότι τούτο είναι ενοχλητικό και/ή κακόπιστο. Ως λέχθηκε από τον Έντιμο αδελφό Δικαστή κ. Παντελή (ΑΕΔ ως ήταν τότε) στην Αγωγή 5638/15, G. Alexandrou Construction Ltd v. Ιωσήφ Γιαλλούρη κ.α. (απόφαση ημερ. 15.4.2022), το οποίο με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη και το οποίο υιοθετώ για σκοπούς της παρούσας: «Κοινό σημείο των εν λόγω κανονισμών είναι πως και οι δυο (Δ.27 κκ 2 και 3) δύνανται να οδηγήσουν την αγωγή σε απόρριψη. Εντούτοις άλλη είναι η οδός που ακολουθεί ο κ.2 και άλλη εκείνη που ακολουθεί ο κ.3 της Δ.27. Οι δε διαφορές τους είναι τόσο ουσιαστικές όσο και δικονομικές. Για παράδειγμα, ο κ.3 της Δ.27 δεν εδράζεται σε γεγονότα, πλην εξαιρετικών περιπτώσεων, εξου και η αίτηση που υποβάλλεται δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και η διερεύνηση τέτοιου αιτήματος δεν εξικνείται πέραν της εξέτασης του σχετικού δικογράφου. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύεται πως ο κ.3 της Δ.27 εντοπίζεται στην παράγραφο (ο) του κ.9 της Δ.48, όπου παρατίθενται οι αιτήσεις που εκδίδονται δια κλήσεως αλλά δεν συνοδεύονται από ένορκη δήλωση. Εντούτοις δεν ισχύει το ίδιο για τον κ.2 της Δ.27, γεγονός το οποίο οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αίτημα τέτοιας φύσης δεν μπορεί να υποβληθεί άνευ ενόρκου δηλώσεως»[2].
Εν προκειμένω, στην ουσία, ο Αιτητής επιζητεί την απόρριψη της Ανταπαίτησης του Καθ’ ου η Αίτηση, στη βάση του ότι αυτή δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής εναντίον του, καθότι ελλείπει οποιαδήποτε βάση επί της οποίας το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα για αναγκαστική πώληση του επίδικου ακινήτου, ενώ, οι όποιες οφειλές του Καθ’ ου η Αίτηση προς τον Αιτητή ουδεμία σχέση έχουν με την παρούσα υπόθεση.
Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές που έχει θέσει η νομολογία επί του ζητήματος, έχω εξετάσει με τη μέγιστη προσοχή τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικόγραφο της Ανταπαίτησης του Καθ’ ου η Αίτηση, σε συνδυασμό πάντοτε με τις θέσεις και τους ισχυρισμούς που η κάθε πλευρά προβάλλει στην αγόρευση της, χωρίς, βεβαίως, να παραβλέπω τα όσα έχουν τεθεί στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τόσο την υπό κρίση Αίτηση όσο και την Ένσταση. Είναι στη βάση των πιο πάνω που προχωρώ να εξετάσω την υπό κρίση Αίτηση.
Εν προκειμένω, επαναλαμβάνω ότι, ως είναι εμφανές από το δικόγραφο της Ανταπαίτησης του Καθ’ ου η Αίτηση, εκείνο που αυτός επιζητεί, εναντίον του Αιτητή, είναι διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την αναγκαστική πώληση του επίδικου ακινήτου, με δημόσιο πλειστηριασμό, με σκοπό την εξόφληση των οφειλών του ιδίου και της εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 2, τόσο προς τον Ενάγοντα, όσο και προς τον Αιτητή. Επίσης, ο Καθ’ ου η Αίτηση, επιζητεί, εναντίον του Αιτητή, τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις για τη ζημία που ο πρώτος κατ’ ισχυρισμόν υπέστη, ένεκα της παράλειψης, από πλευράς του τελευταίου, να απαντήσει την επιστολή ημερ. 10.7.2016.
Κατ’ αρχάς, σημειώνω ότι, πουθενά στο δικόγραφο της Ανταπαίτησης του Καθ’ ου η Αίτηση, αυτός αναφέρει υπό ποια ιδιότητα αυτός ενάγει τον Αιτητή και υπό ποια ιδιότητα ενάγεται ο τελευταίος. Πέραν τούτου, πουθενά στο εν λόγω δικόγραφο, δεν δικογραφείται ότι ο Αιτητής είχε οποιαδήποτε νομική υποχρέωση να απαντήσει την εν λόγω επιστολή του Καθ’ ου η Αίτηση, ημερ. 10.7.2016. Ένα πρόσωπο μπορεί να υπέχει αστικής ευθύνης για πράξη ή παράλειψη του. Εντούτοις, για να έχει τέτοια ευθύνη, αποτελεί προϋπόθεση να υπέχει νομικής υποχρέωσης να πράξει αυτό που του καταλογίζεται πως παρέλειψε να πράξει. Σε διαφορετική περίπτωση, η αδράνεια του δεν μπορεί να δημιουργεί σε αυτό οποιαδήποτε νομική υποχρέωση, παρά μόνο, ενίοτε, ηθική. Στην Πολιτική Έφεση αρ. Ε200/2013, ΑΕΛ Ποδόσφαιρο Λτδ, ημερ. 20.3.2019, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση να διαγράψει την αγωγή των Εναγόντων, στη βάση της Δ.27 θ. 3, λέγοντας τα ακόλουθα σχετικά:
«Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζοντας την αίτηση υπό το πρίσμα της δικογραφίας αφού προβαίνει σε σχετική εξέταση των αναφορών που αφορούν την εφεσίβλητη, στην προσπάθεια του να απαντήσει το ερώτημα κατά πόσο με την έκθεση απαίτησης καταλογίζεται πράξη ή παράλειψη στην εφεσίβλητη που μπορεί να τεκμηριώσει αιτία αγωγής εναντίον της, καταλήγει ως εξής:
«Πρόσωπο μπορεί να υπέχει αστικής ευθύνης για πράξη ή παράλειψη του. Για να έχει τέτοιο πρόσωπο ευθύνη για παράλειψη, προϋπόθεση είναι να υπέχει νομικής υποχρέωσης να διαπράξει αυτό που του καταλογίζεται πως παρέλειψε. Εάν το πρόσωπο δεν έχει νομική υποχρέωση να ενεργήσει, η αδράνεια του δεν μπορεί να δημιουργεί σε αυτό οιαδήποτε νομική υποχρέωση, παρά μόνο ενίοτε ηθική. Οι Ενάγοντες δεν δικογραφούν ότι η Εναγόμενη 8 είχε οιαδήποτε υποχρέωση να ενεργήσει. Μπορεί να είχε, μπορεί και όχι. Δεν είναι αυτό που εξετάζεται. Σημασία έχει πως δεν δικογραφείται πως είχε οποιαδήποτε υποχρέωση.
Ούτε προβάλλονται ισχυρισμοί γεγονότων τα οποία θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν αγώγιμο δικαίωμα (βλ. Stylianou v. Papacleovoulou (1982) 1 C.L.R. 542, Kennedy Hotels Ltd v. Indirdgian (1992) 1 Α.Α.Δ. 400). Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά για την Εναγόμενη 8.
Η διαπίστωση κρίνει και την Αίτηση η οποία επιτυγχάνει. Η Έκθεση Απαίτησης καθ' όσον αφορά την Εναγόμενη 8 διαγράφεται και η αγωγή εναντίον της απορρίπτεται με έξοδα όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο».
Η δικανική κρίση πρoσβάλλεται με ένα λόγο έφεσης, ότι «το Δικαστήριο εσφαλμένα διέγραψε την εναγομένη 8 από την αγωγή για το λόγο ότι, όπως είπε, δεν δικογραφείται πως είχε οποιαδήποτε υποχρέωση να ενεργήσει».
H νομική βάση, όπως ήδη αναφέρθηκε, είναι η Δ.27 θ.3 η οποία έχει ως εξής:
"O.27 r.3. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just".
Η Δ.27 θ.3 θεσμοθετεί μια συνοπτική διαδικασία, η οποία παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία, χωρίς τη διεξαγωγή της δίκης, να απορρίψει οποιονδήποτε δικόγραφο. Η απόρριψη της αγωγής χωρίς εκδίκαση συντελείται όταν η αγωγή δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία ή είναι επιπόλαια ή ενοχλητική. Η εξουσία αυτή ασκείται με εξαιρετική φειδώ και αποτελεί εξαιρετικής μορφής μέτρο (βλ. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) (1998)1 A.A.Δ. 1338) και Δημητρίου ν. Γεν.Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, (2014)1 ΑΑΔ 1125).
H διαταγή αυτή αντιστοιχεί με το αγγλικό Ο.25 r.4 των παλαιών αγγλικών θεσμών, όπως συναντάται στο Annual Practice του 1955 σελ. 422. Χρήσιμο είναι να παρατεθεί μέρος της ανάλυσης που γίνεται ειδικά ως προς τη φράση "No reasonable cause of action» εφόσον στην κρινόμενη περίπτωση, αυτό είναι που ενδιαφέρει. "There is some difficulty in affixing a precise meaning to "this term". "In point of law, every cause of action is a reasonable one (per Chitty, J., Rep. of Peru v. Peruvian Guano Co., 35 Ch.D.p.495). But the practice is clear. So long as the Statement of Claim or the particulars (Davey v. Bentinck, {1893} 1 Q.B. 185) disclose some cause of action, or raise some question fit to be decided by a Judge or a jury, the mere fact that the case is weak, and not likely to succeed, is no ground for striking it out (Moore v. Lawson, 31 T.L.R.418, C.A.); nor is the fact that the Statute of Frauds (which is merely a provision as to evidence) might be a bar to the claim (Fraser v. Pape (1904), 91 L.T.340, C.A.); or the Statute of Limitations (Murray v. Secretary for India, {1931} W.N.91). In such a case application may be made under r.2. And where the Statement of Claim in its present form discloses no cause of action because some material averment has been omitted, the Court, while striking out the pleading, will not dismiss the action but give the plaintiff leave to amend (see (n.)"
Επανερχόμενοι στην κρινόμενη υπόθεση διαπιστώνεται ότι γίνεται στην έκθεση απαίτησης μια γενική αναφορά στο ότι δεν προέβη η εφεσίβλητη σε οποιανδήποτε ενέργεια να αποτρέψει ή να αποθαρρύνει τις ζημιογόνες ενέργειες των οπαδών και αυτό λόγω της θέσης της και της σχέσης και επιρροής της έναντι των εν λόγω οπαδών της ΑΕΛ (βλ. παρ.3 ανωτέρω).
Είναι αυτό αρκετό για να κριθεί ότι δικογραφείται η καλούμενη ως υποχρέωση της εφεσίβλητης να ενεργήσει για αποτροπή ζημιογόνων ενεργειών;
Ο κ. Λουκαϊδης, στο περίγραμμα του αλλά και προφορικά, ανάφερε ότι εφόσον η εφεσίβλητη διαχειρίζεται την ποδοσφαιρική ομάδα ΑΕΛ η υποχρέωση της να αποτρέψει ή να αποθαρρύνει τις ζημιογόνες ενέργειες των οπαδών της ομάδας είναι αυτονόητη. Αυτή η θέση εισάγεται στο πλαίσιο της θέσης πως η βάση της αγωγής, όπως εισηγείται ο κ. Λουκαϊδης, είναι το αστικό αδίκημα της αμέλειας (κάτι που εν πάση περιπτώσει δεν αναφέρεται στην αγωγή) αλλά και στη βάση του ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στην αγωγή δεικνύουν αυτοδήλως πως η υποχρέωση και το καθήκον υφίσταται και δεν είναι αναγκαίο να δικογραφηθεί ειδικά, με επίκληση του Συγγράμματος Bullen and Leake’s Precedents of Pleading 10th ed., p. 391και Seyomour v. Maddox 16 Q.B.326.
Με όλο το σεβασμό, στην έκθεση απαίτησης κανένα γεγονός το οποίο να αφορά ειδικά την εφεσίβλητη δεν αναφέρεται ώστε, έστω και επ΄ ελάχιστον ή και πενιχρά, να υποδήλωνε νομικά βεβαίως (και όχι ηθικά, όπως επισημαίνεται και πρωτοδίκως) υποχρέωση της εφεσίβλητης να ενεργήσει.
Το ότι η εφεσίβλητη «διαχειρίζεται» την ποδοσφαιρική ομάδα της ΑΕΛ δεν ισοδυναμεί με νομική διαχείριση της συμπεριφοράς των οπαδών, άνευ ετέρου, στο πλαίσιο του αστικού δικαίου.
Η δικογραφία οφείλει να διαγράψει εύλογη αιτία αγωγής. Η απουσία εύλογης αιτίας όταν κάτι τέτοιο προκύπτει ξεκάθαρα, οδηγεί σε απόρριψη της αγωγής. (Βλ. Λούκα & Υιοί Λτδ ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. (1999)1Β Α.Α.Δ. 1316).
Στη Χ΄Κυριάκος ν. Κυθραιώτη (1992) 1Β Α.Α.Δ. Α119 αναφέρθηκε ακριβώς πως δεν αρκεί να γίνεται αναφορά στο αιτητικό του δικογράφου αλλά πρέπει να γίνεται επίκληση γεγονότων πάνω στα οποία να βασίζεται η θεραπεία.
Το περιεχόμενο της παραγράφου 3 και τα λοιπά σημεία που υποδείξαμε πιο πάνω, συμπεριλαμβανομένου του παρακλητικού, δεν είναι αρκετά για να προβάλουν εύλογη αιτία αγωγής αφού ακριβώς δεν γίνεται αναφορά σε θεμελιωτικά της ευθύνης της εφεσίβλητης γεγονότα. Τα όσα δε αναγράφονται δεν συσχετίζονται με γεγονότα που να αφορούν ειδικά την εφεσίβλητη ώστε να θεμελιώνουν νομική υποχρέωση οποιασδήποτε φύσης. Και σίγουρα τα δεδομένα της υπόθεσης ως προς την εφεσίβλητη δεν μπορούν επ΄ ουδενί να οδηγήσουν σε αυτονόητη νομικά υποχρέωση, χωρίς ειδική δικογράφηση.
Το ότι οι αδικοπραγήσαντες ή παρανόμως ενεργήσαντες ήσαν οπαδοί της ΑΕΛ δεν μπορεί να θεμελιώσει αστική υποχρέωση της τελευταίας, άνευ δικογράφησης άλλων θεμελιωτικών τέτοιας υποχρέωσης γεγονότων. Bεβαίως θα προσθέταμε πως η δικογράφηση γεγονότων που να θεμελιώνουν υποχρέωση θα πρέπει συναφώς να συνοδεύεται και με γεγονότα που συνιστούν παράβαση του σχετικού καθήκοντος (Βλ. J.Y.A. Lamaignere v. Selene Shipping Agencies Ltd (1982) 1 C.L.R. 227). Περαιτέρω, πουθενά στη δικογραφία δεν εμφαίνεται η σύνδεση της εφεσίβλητης είτε με το επίδικο υποστατικό ή την περιοχή, είτε με τις επίδικες ενέργειες χρονικά και ή άλλως πως, ούτε καθορίζεται με ποια ιδιότητα η εφεσίβλητη είχε καθήκον αποτροπής.
Όπως είναι εδραιωμένο, ένας διάδικος δικαιούται σ΄ οποιανδήποτε θεραπεία δίδει ο Νόμος, με την προϋπόθεση πως τα αναγκαία γεγονότα που εξάγουν το νομικό αυτό αποτέλεσμα είναι δικογραφημένα (βλ. Κουρουκλάρης ν. Κωνσταντίνου, Πολ. Εφ. 205/12, ημερ. 6.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:A440). Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
Στη βάση όσων έχουμε εξηγήσει θεωρούμε πως η πρωτόδικη κρίση υπήρξε ορθή και δεν παρέχεται πεδίο επέμβασης μας».
Επανερχόμενη στην παρούσα περίπτωση, διαπιστώνω ότι στην Ανταπαίτηση του Καθ’ ου η Αίτηση εναντίον του Αιτητή, ο πρώτος προβαίνει σε μία γενική αναφορά ότι ο τελευταίος δεν του απάντησε την επιστολή ημερ. 10.7.2016, με την οποία ο Καθ’ ου η Αίτηση ζητούσε από τον Αιτητή την αναστολή της καταβολής των δόσεων των δανείων που είχε στον τελευταίο. Πουθενά δεν γίνεται αναφορά, στο εν λόγω δικόγραφο, ως προς την πηγή της εν λόγω νομικής υποχρέωσης από πλευράς του Αιτητή, νοουμένου ότι τέτοια (υποχρέωση) υπάρχει, να απαντήσει την εν λόγω επιστολή που του απέστειλε ο Καθ’ ου η Αίτηση. Το ότι ο Καθ’ ου η Αίτηση είχε λογαριασμούς δανείων στον Αιτητή, δεν ισοδυναμεί, δίχως άλλο, με νομική υποχρέωση του τελευταίου, να του απαντήσει στην εν λόγω επιστολή ημερ. 10.7.2016, στο πλαίσιο του αστικού δικαίου. Θα έπρεπε ο Καθ’ ου η Αίτηση, συγκεκριμένα, να δικογραφήσει το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου βασίζει ότι ο Αιτητής είχε τέτοια υποχρέωση προς τον ίδιο.
Πέραν των ανωτέρω, πουθενά στο εν λόγω δικόγραφο της Ανταπαίτησης γίνεται επίκληση, εκ μέρους του Καθ’ ου η Αίτηση, γεγονότων πάνω στα οποία βασίζεται η θεραπεία που επιζητεί για αναγκαστική πώληση του επίδικου ακινήτου, δια δημόσιου πλειστηριασμού, με σκοπό την εξόφληση των οφειλών του ίδιου και της εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 2 προς τον Ενάγοντα και τον Αιτητή. Συγκεκριμένα, πουθενά δεν δικογραφείται αν το επίδικο ακίνητο δόθηκε ως εξασφάλιση των λογαριασμών δανείου που ο Καθ’ ου η Αίτηση δικογραφεί στην παράγραφο 12 της Ανταπαίτησης του, ούτε κατά πόσο τούτοι οι λογαριασμοί δανείου τερματίστηκαν, είτε από αυτόν είτε από τον Αιτητή. Εν πάση περιπτώσει, δεν προκύπτει από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Καθ’ ου η Αίτηση στην Ανταπαίτηση του, κατά πόσο ο Αιτητής έχει οποιαδήποτε συμβατική ή άλλως πως σχέση με τον Ενάγοντα ή με τον Καθ’ ου η Αίτηση, στη βάση της οποίας ο Αιτητής να υποχρεούται να εξοφλήσει τις οφειλές του τελευταίου προς τον πρώτο ή έστω να εξοφλήσει τις οφειλές του Καθ’ ου η Αίτηση προς τον Αιτητή. Από τα πιο πάνω, καθίσταται εμφανές ότι, μέσω του δικογράφου της Ανταπαίτησης του Καθ’ ου η Αίτηση, δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο στη βάση του οποίου το Δικαστήριο θα μπορούσε να αποδώσει στον τελευταίο τις αξιούμενες θεραπείες. Παρεμφερώς και μόνο, σημειώνω εδώ ότι, το δικαίωμα ενός ενυπόθηκου δανειστή (νοουμένου ότι ο Αιτητής ήθελε θεωρηθεί τέτοιος) να πωλήσει περιουσία που του δόθηκε για σκοπούς εξασφάλισης κάποιας πιστωτικής διευκόλυνσης, δεν ισοδυναμεί με υποχρέωση του να πράξει τούτο (βλ. Cuckmere Brick Co. Ltd. v. Mutual Finance Ltd. [1971] 2 All E.R. 633, AIB Finance Ltd. v. Debtors [1997] 4 All E.R. 677, Silven Properties Ltd and Another v. Royal Bank of Scotland plc and Others [2004] 4 All E.R. 484 και Συρίμη Μαρία ν. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2010) 1 ΑΑΔ 1131).
Δεν παραγνωρίζω τα όσα επικαλείται η πλευρά του Καθ’ ου η Αίτηση στην Ένσταση του και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, και δη ότι ο Αιτητής, κατ’ ισχυρισμόν του πρώτου, ενήργησε κατά παράβαση του άρθρου 51(1)[3] του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999, Ν. 158(Ι)/1999, στη βάση του ότι αυτός δεν του απάντησε την επιστολή ημερ. 10.7.2016. Εντούτοις, υπενθυμίζω ότι, στη βάση των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, η κρίση επί αιτήσεως για διαγραφή δικογράφου ως μη αποκαλύπτον αγώγιμο δικαίωμα, κρίνεται αποκλειστικά στη βάση της αντικειμενικής υπόστασης του περιεχομένου του δικογράφου. Εν προκειμένω, τίποτα σχετικό προβάλλεται στο δικόγραφο της Ανταπαίτησης του Καθ’ ου η Αίτηση και, ως εκ τούτου, δεν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία αγωγής σε αυτό.
Εν πάση όμως περιπτώσει, παρεμφερώς και μόνο, και χωρίς τούτο να επηρεάζει την κρίση μου αναφορικά με την παρούσα Αίτηση, το κατά πόσο ο Αιτητής ενήργησε κατά παράβαση του άρθρου 51(1) του Ν. 158(Ι)/1999, αποτελεί ζήτημα το οποίο δεν θα μπορούσε να εξεταστεί στο πλαίσιο της Ανταπαίτησης του Καθ’ ου η Αίτηση, εφόσον, το κατά πόσο ο Αιτητής ενήργησε κατά τρόπο που αντιβαίνει στις αρχές της χρηστής διοίκησης, αποτελεί ζήτημα το οποίο εξετάζεται στο πλαίσιο προσφυγής ενώπιον αρμόδιου διοικητικού Δικαστηρίου, νοουμένου, βεβαίως, ότι ο Αιτητής, εν προκειμένω, αποτελεί διοικητικό όργανο ή ότι η εν λόγω ενέργεια του Αιτητή, να μην απαντήσει την επιστολή ημερ. 10.7.2016 του Καθ’ ου η Αίτηση, ανάγεται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου. Συνεπώς, το παρόν Δικαστήριο δεν θα είχε δικαιοδοσία να εξετάσει το ζήτημα αυτό στο πλαίσιο της Ανταπαίτησης του Καθ’ ου η Αίτηση.
Στη βάση όλων των ανωτέρω, τα όσα δικογραφικώς προβάλλει ο Καθ’ ου η Αίτηση μέσω της Ανταπαίτησης του, κρίνω ότι δεν είναι αρκετά για να προβάλουν εύλογη αιτία αγωγής εναντίον του Αιτητή, αφού δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε γεγονότα θεμελιωτικά της ευθύνης του τελευταίου, είτε για να απαντήσει την επιστολή ημερ. 10.7.2016, είτε για να προβεί σε αναγκαστική πώληση του επίδικου ακινήτου, για τους λόγους που επιζητεί ο Καθ’ ου η Αίτηση, και δη για εξόφληση των οφειλών του και της εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 2, προς τον Ενάγοντα και τον Αιτητή. Η δικογράφηση και μόνο της ύπαρξης δύο λογαριασμών δανείου που έχει ο Καθ’ ου η Αίτηση και η εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 2 στον Αιτητή, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω αναφορά είτε στους όρους αυτών, είτε στο κατά πόσο το επίδικο ακίνητο δόθηκε για σκοπούς εξασφάλισης των εν λόγω δανείων, δεν μπορεί από μόνη της να στοιχειοθετήσει εύλογη αιτία αγωγής εναντίον του τελευταίου (του Αιτητή).
Η πιο πάνω διαπίστωση μου, κρίνει και την παρούσα Αίτηση, η οποία δεν μπορεί παρά να επιτύχει. Συνεπώς, παρέλκει η ανάγκη εξέτασης οποιουδήποτε άλλου λόγου προβάλλεται για σκοπούς διαγραφής και/ή απόρριψης και/ή παραμερισμού της Ανταπαίτησης του Καθ’ ου η Αίτηση εναντίον του Αιτητή.
Κατάληξη
Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η υπό εξέταση Αίτηση επιτυγχάνει. Η Ανταπαίτηση του εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα – Καθ’ ου η Αίτηση εναντίον του εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενου 3 – Αιτητή, διαγράφεται και απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα και, ως εκ τούτου, τόσο τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, όσο και αυτά της Ανταπαίτησης (αν υπάρχουν), επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Καθ’ ου η Αίτηση ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα της Ανταπαίτησης.
(Υπογρ.)………..………………
Ν. Πετρίδου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Όπου λέχθηκαν τα εξής, στη σελ. 439: «Now, as Lord Denning M.R. has already pointed out, this is a striking out application and in relation to any striking out application two things at least are clear. First, in considering any application to strike out, the Court will not go outside the pleadings themselves. Secondly the Court will only exercise their undoubted right to strike out all or part of the pleadings in a very clear case.
[2] Υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου.
[3] Το άρθρο 51.-(1) του Ν. 158(Ι)/1999 προβλέπει ότι: «Η διοίκηση δεν επιτρέπεται να ενεργεί με τρόπο ασυνεπή, αντιφατικό ή κακόπιστο, ώστε να εξαπατά ή να ταλαιπωρεί χωρίς λόγο το διοικούμενο».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο